'Σ αυτόν τότε ο πολύβουλος απάντησε Οδυσσέας•

«Μεγάλε Αλκίνοα, 'ς τους λαούς λαμπρέ και αγαπημένε, 355

και αν χρόνο σεις ολόκληρο μου ελέγετε να μείνω,

όπως με στείλετ' έπειτα με διαλεμμένα δώρα,

άλλο δεν ήθελα κ' εγώ• πολύ θα μ' ωφελούσε

με πλούτη περισσότερα να γύρω εις την πατρίδα•

αλλά και σεβαστότερος, πλειά ποθητός, θε να 'μουν 360

'ς εκείνους 'που θα μ' έβλεπαν να φθάσω 'ς την Ιθάκη».

Και προς αυτόν απάντησεν ο Αλκίνοος• και είπε•

«'Σ την όψι σου παντάπασι δεν δείχνεις, Οδυσσέα,

απατητής και δολερός, καθώς πολλούς η μαύρη

γη βόσκει απ' όλους τους θνητούς 'που 'ναι παντού σπαρμένοι, 365

και πλάθουν αυτοί ψεύματα, 'που δεν τα ξεχωρίζεις.

σένα είναι ο λόγος εύμορφος και ο νους σου μέσα ωραίος,

και προκομμένα, ωσάν αοιδός, μας έχεις ιστορήσει

και τα δικά σου βάσανα κ' εκείνα των Αργείων.

αλλά μ' αλήθεια λέγε μου, να μάθω, αν κάποιον είδες 370

των ισοθέων φίλων σου, όσοι μαζή σου επήγαν

'ς την Τροία, κ' εύρηκαν εκεί την ύστερή τους ώρα.

τώρ' είναι η νύκτ' απέραντη• δεν ήλθ' η ώρ' ακόμη

του ύπνου, και συ λέγε μου τα έργα οπ' ομοιάζουν θεία•

κ' εδώ θα 'μεν' ατάραχος, όσο να φέξ' η ημέρα, 375

αν να ιστορήσης έστεργες τα πάθη σου 'ς εμένα».

'Σ αυτόν τότε ο πολύβουλος απάντησε Οδυσσέας•

«Μεγάλε Αλκίνοε, 'ς τους λαούς λαμπρέ και αγαπημένε,

πότε καιρός λόγων πολλών, πότε καιρός του ύπνου•

αλλ' αν ποθείς, είμ' έτοιμος να σου ιστορήσω ακόμη 380

αλλ' απ' αυτά φρικτότερα, των φίλων μου τα πάθη,

όσοι κατόπι εχαθήκαν• αυτοί 'που, αφού σωθήκαν

από τον πολυστένακτον των Τρωαδιτών αγώνα,

'ς τα γονικά τους έχασε κακότροπη συμβία.

Και τοις ψυχαίς των γυναικών άμ' είχε διασκορπίσει 385

'ς την μια 'ς την άλλη την μεριάν η θεία Περσεφόνη,

η ψυχή του Αγαμέμνονα του Ατρείδ' ήλθεν εμπρός μου

θλιμμένη, και τριγύρω της συνάχθηκαν η άλλαις,

όσαις μαζή του απέθαναν 'ς την κατοικιά του Αιγίσθου.

κ' ευθύς μ' εγνώρισεν αυτός, το μαύρ' άμ' έπιεν αίμα• 390

σφικτά θρηνούσε, αστάλακτα τα δάκρυα του κυλούσαν,

κ' ετέντονε τα χέρια του ζητώντας να με φθάση•

αλλά δεν είχε δύναμιν, ανδρειά δεν είχε πλέον,

όπως την είχε ζωντανός 'ς τα λυγερά του μέλη.

άμα τον είδα εδάκρυσα κ' ερράισ' η καρδιά μου, 395

κ' ευθύς τον επροσφώνησα με λόγια πτερωμένα•

«ω Αγαμέμνον' αρχηγέ, τρισένδοξε Ατρείδη,

ποια μοίρα του ολοτέντωτου σ' εδάμασε θανάτου;

μη σέ μες τα καράβια σου δάμασε ο Ποσειδώνας,

σηκόνοντας αζήλευτην πνοήν κακών άνεμων, 400

ή εχθροί 'ς την γη σ' εχάλασαν, ενώ βώδια και αρνία

καλόμαλλα τους έπαιρνες ή εμάχοσουν την πόλι

να πάρης και τα θηλυκά να σύρης 'ς την δουλεία;»

Αυτά 'πα• ευθύς απάντησι μου έδωσεν εκείνος•

«Λαερτιάδη διογενή, πολύτεχνε Οδυσσέα, 405

ούτ' εμέ 'ς τα καράβια μου δάμασε ο Ποσειδώνας,

σηκόνοντας αζήλευτην πνοήν κακών ανέμων,

αλλ' ούτ' εχθροί μ' εχάλασαν 'ς την γην αλλά τον χάρο

ο Αίγισθος μου ετοίμασε με την καταραμένη

γυναίκα μου• 'ς το σπίτι του μ' εκάλεσεν εκείνος, 410

και, ως σφάζουν βώδι 'ς το παχνί, 'ς το γεύμα εμ' έχει σφάξει•

έτσι εκακοθανάτηοα, και γύρω οι σύντροφοί μου

σφάζοντο, ως γίνεται η σφαγή των λευκοδόντων χοίρων

'ς το σπίτι ανθρώπου υπέρπλουτου, μεγάλου, όπ' έχ' ή γάμους

ή φαγοπότι φιλικόν ή επίσημο τραπέζι. 415

ήδη σου έτυχε να ιδής φόνους πολλών ανθρώπων,

είτ' έπεσαν μονόμαχα, είτε εις μεγάλην μάχη•

αλλά πολύ θα οδύροσουν αν έβλεπες εκείνα,

πώς 'ς τον κρατήρα ολόγυρα, 'ς τα γεμιστά τραπέζια,

κειτόμασθε, και 'ς τα αίματα τρικύμιζεν ο πάτος• 420

κ' έφριξα 'ς το ξεφωνητό της κόρης του Πριάμου,

Κασσάνδρας, 'που την φόνευσε κοντά μου η Κλυταιμνήστρα

η επίβουλη• κ' εγώ 'ς την γη με πετακταίς αγκάλαις

σφαμμένος τότ' εβρόντησα, και μ' άφησεν η σκύλλα,

ουδέ η καρδιά της έδωσεν, εκεί 'που ξεψυχούσα, 425

τα μάτια να μου πιάση καν, το στόμα να μου κλείση•

όχι, φρικτό και αδιάντροπο 'ς την γην άλλο δεν είναι

ως η γυναίκ', άμα 'ς τον νου παρόμοιαις πράξαις βάλη•

ιδές πώς κείνη ωργάνισεν έργον αισχρό κ' εγίνη

του ανδρός της φόνισσα• κ' εγώ θαρρούσα 'ς την πατρίδα 430

περίχαρα να με δεχθούν τα τέκνα μου και οι δούλοι•

αλλά η σοφή 'ς τα πονηρά και αυτή κατεντροπιάσθη,

και απόμεινεν η εντροπή 'ς των θηλυκών το γένος,

και όταν κατόπιν ευρεθούν καλόπρακταις γυναίκαις».

Αυτά 'πε, και του απάντησα• «ωιμέ, πόσον ο Δίας 435

αρχήθεν εκατάτρεξε το γένος του Ατρέα

με γυναικών βουλεύματα• ιδού, για την Ελένη

χαθήκαν άπειροι απ' εμάς• και σένα η Κλυταιμνήστρα

δόλον σου ετοίμαζε, μακράν ενώ 'λειπες 'ς τα ξένα».

Είπα, κ' ευθύς απάντησι μου έδωσεν εκείνος• 440

«όθεν και συ της γυναικός ποτέ μην ήσαι πράος,

και αυτής μην όλα, όσα καλά γνωρίζεις, φανερώσης•

λέγε της κάποια, και άλλ' αυτής να τα κρατής κρυμμένα.

όμως απ' την γυναίκα σου συ φόνον μη φοβήσαι•

παρά πολύ 'ναι συνετή, άπειραις χάραις έχει 445

η Πηνελόπ' η φρόνιμη, κόρη του Ικαρίου.

νηόνυμφη την αφίναμε την ώρα, οπού μαζή σου

εβγήκαμε εις τον πόλεμο, και 'ς τα βυζί 'χε βρέφος,

'που 'ς των αδρών τώρα, θαρρώ, τον αριθμό καθίζει.

ο ευτυχής! θα τον ιδή γερνώντας ο πατέρας, 450

και τον πατέρα, ως πρέπει, αυτός θα σφίξη 'ς ταις αγκάλαις

και τον υιόν μου εγώ να ιδώ δεν μ' άφησε η δική μου,

τα μάτια μου να τον χαρούν, αλλ' έκοψέ με πρώτα.

Και τ' άλλο τούτο θα σου ειπώ και βάλε το 'ς τον νου σου•

Κρυφά και όχι ολοφάνερα 'ς την ποθητήν πατρίδα 455

ν' αράξης, ότι εχάθηκεν η πίστι απ' ταις γυναίκαις.

και τώρα τούτο λέγε μου μ' αλήθεια, να το μάθω,

αν 'που 'ναι ακόμη 'ς την ζωή για το παιδί μου ακούτε,

είτ' είναι 'ς τον Ορχομενόν ή 'ς την αμμώδη Πύλο,

ή 'ς τον Μενέλαο σιμά, 'ς την Σπάρτη την πλατεία• 460

τι ακόμ' η γη δεν σκέπασε τον θεϊκόν Ορέστη».

Αυτά 'πε, κ' εγώ προς αυτόν απάντησα και είπα•

Ατρείδη, αυτά τι μ' ερωτάς; δεν ξεύρω αν ζη εκείνος

ή απέθανε• κ' είναι κακό να λέγωνται τα μάταια».

Τέτοιαις ελέγαμε φρικταίς οι δυο μας ομιλίαις, 465

δάκρυα χύνοντας θερμά, 'ς την λύπη βυθισμένοι,

τότε μου εφάνηκε η ψυχή του Αχιλληά Πηλείδη,

και του Πατρόκλου ομού μ' αυτόν, και του άψεγου Αντιλόχου,

και του Αίαντα, οπού 'ς την μορφή θα ενίκα και εις το σώμα

τους Δαναούς, αν έλειπεν ο ασύγκριτος Πηλείδης. 470

ευθύς μ' εγνώρισε η ψυχή του γοργοπόδη Αιακίδη,

και κλαίοντας μου ωμίΛησε με λόγια πτερωμένα•

«Λαερτιάδη διογενή, πολύτεχνε Οδυσσέα,

τι άλλο φοβερώτερο θα επιχειρήση ο νους σου;

'ς τον Άδη πώς κατέβηκες, 'που οικούν οι πεθαμένοι, 475

άνοα φαντάσματα θνητών, 'πώχει αναπαύσει ο χάρος;»

Είπε, κ' εγώ του απάντησα• «Πηλείδη Αχιλλέα,

των Αχαιών υπέρτατε, 'ς τον Τειρεσίαν ήλθα

γνώμην να ειπή πώς θα 'φθανα 'ς την πετρωτήν Ιθάκη,

τι 'ς άκραν γης Αχαϊκής δεν έχω φθάσει ακόμα, 480

και δέρνομαι ακατάπαυτα μακράν απ' την πατρίδα•

αλλά, Πηλείδη, ωσάν εσέ μακάριος δεν ευρέθη

ως τώρα κανείς άνθρωπος, ή θα ευρεθή κατόπι.

σε ζωντανόν ωσάν θεόν δοξάζαμεν οι Αργείοι,

και τώρα πάλι 'ς τους νεκρούς πολύς και μέγας είσαι• 485

όθεν ποσώς μη θλίβεσαι 'που απέθανες, Πηλείδη».

Αυτά 'πα, και μου απάντησε• «λαμπρότατε Οδυσσέα,

μη θέλης για τον θάνατον να με παρηγορήσης•

χωρικός να 'μουν ήθελα και να ξενοδουλεύω

άνδρα πτωχόν, 'που κτήματα μεγάλα να μην έχη, 490

παρά εις όλους τους νεκρούς εγώ να βασιλεύω.

αλλ' έλα για τον ένδοξον υιόν μου ειπέ μου τώρα,

αν προμαχεί 'ς τον πόλεμον ή οπίσω μένει εκείνος•

και ειπέ μου αν τίποτ' έμαθες για τον λαμπρόν Πηλέα,

των Μυρμιδόνων των πολλών αν βασιλεύη ακόμη, 495

ή 'ς την Ελλάδα και εις την Φθιά δεν τον ψηφά κανένας,

τώρα 'που χέρια του κρατεί και πόδια ομού το γήρας.

ότι δεν του 'μαι εγώ βοηθός, άνω 'ς το φως του Ηλίου,

τέτοιος ως ήμουν μιαν φοράν εις την πλατειά Τρωάδα,

κ' έκοβα τ' άνθος των ανδρών, βοηθώντας τους Αργείους. 500

για 'λίγο αν τέτοιος πήγαινα 'ς το δώμα του πατρός μου,

θα 'φερναν ανατρίχιασμα τ' ανίκητά μου χέρια

'ς αυτούς, 'που την βασιλική τιμή θε να του αρπάξουν».

Αυτά 'πε, κ' εγώ προς αυτόν απάντησα και είπα•

«ποσώς δεν έχω είδησι του θαυμαστού Πηλέα• 505

αλλ' ως προς τον Νεοπτόλεμο, το ποθητό παιδί σου,

όλην, ως θέλεις, απ' εμέ θα μάθης την αλήθεια.

ότι εγώ κείνον έφερα με ισόπλευρο καράβι

των ευκνημίδων Αχαιών 'ς το στράτευμα απ' την Σκύρο.

και όταν συμβούλια γένονταν, 'ς τα τείχη εμπρός της Τροίας, 510

πάντότ' ωμίλειε πρώτ' αυτός, ουδ' έσφαλν' εις τους λόγους•

μόνον ο ισόθεος Νέστορας ή εγώ τον ενικούσα.

και τ' άρματα όταν άστραφταν 'ς τα τρωικά πεδία,

κείνος δεν έμενε ποτέ 'ς το πλήθος και 'ς την τάξι,

αλλά προέτρεχε πολύ με ατρόμητον ανδρεία, 515

και άνδραις εφόνευσε πολλούς 'ς τον φοβερόν αγώνα.

και όσους αυτός εφόνευσε βοηθώντας τους Αργείους,

δεν θα ημπορούσα εγώ να ειπώ• μόνον πως έχει σφάξει

τον Τηλεφίδη Ευρύπυλο• και οι Κήτειοι σύντροφοί του

σωρός σιμά του εσφάζονταν, εξ αφορμής των δώρων 520

οπ' έλαβε η μητέρα του• κ', ύστερ' από τον θείο

τον Μέμνονα, ωραιότατον άνδρ' ως αυτόν δεν είδα.

και όταν εκατεβαίναμεν, οι πρώτοι των Αργείων,

'ς τ' άλογο 'πώκαμ' ο Επειός, και εις όλ' είχα εξουσία,

να κλειώ, ν' ανοίγω, ως ήθελα, τον στερεόν κρυψιώνα, 525

τότ' οι αρχηγοί των Δαναών, οι βασιλείς οι άλλοι,

τα δάκρυα τους εσφόγγιζαν κ' οι αρμοί τους όλοι ετρέμαν,

αλλά την όψι την καλήν εκείνου να χλωμιάνη

δεν είδ', ή από τα μάγουλα τα δάκρυα να σφογγίζη•

αλλά να ορμήση απ' τ' άλογο θερμά παρακαλούσε, 530

και όλο την χούφτα του σπαθιού και το βαρύ κοντάρι

έψαχνε, κ' είχεν εις τον νου τον όλεθρον της Τροίας.

αλλ' ότε κάτω ερρίξαμε τους πύργους του Πριάμου,

εις το καράβι ανέβαινε με μέρος των λαφύρων,

και ωραίο δώρο, αλάβωτος, τι δεν τον είχε πάρει 535

λόγχη μακρόθ' ή από σιμά, καθώς συχνά συμβαίνει

'ς τον πόλεμο, 'που ανάμικτα λυσσομανά ο Άρης»

Αυτά 'πα, και τότε η ψυχή του γοργοπόδη Αιακίδη

μακροπατώντας έσχιζε τ' ασφοδελό λιβάδι

χαρά γεμάτη όπ' άκουσε την δόξα του παιδιού του. 540

Κ' η άλλαις έμεναν εκεί ψυχαίς των πεθαμένων

περίλυπαις, και η καθεμιά τον πόνο της μ' ερώτα,

μόνη του Αίαντα η ψυχή, του Τελαμωνιάδη,

έστεκε ανάμερα πολύ• την χόλιαζεν η νίκη,

'που 'ς τα καράβια νίκησα 'ς την κρίσι των αρμάτων 545

του Αχιλλέα, 'που η σεπτή μητέρα του είχε στήσει,

και Τρωαδίταις έκριναν και η Παλλάδ' Αθήνη.

για τέτοιο κέρδος άμποτε να μην είχα νικήσει!

αφού για κείνα εσκέπασεν η γη παρόμοιον άνδρα,

τον Αίαντα, 'που εις την μορφήν θα ενίκα και εις τα έργα 550

τους Δαναούς, αν έλειπεν ο ασύγκριτος Πηλείδης.

«Αίαντα Τελαμώνιε — του 'πα γλυκομιλώντας —

ουδέ νεκρός δεν έμελλες το πάθος ν' αστοχήσης,

'πώχεις 'ς εμέ για τ' άρματα τα τρισκαταραμένα;

Αχ! οι θεοί φθοροποιά τα έκαμαν των Αργείων. 555

πύργος τους ήσουν σ' έχασαν και οι Αχαιοί σε κλαίμε

ολοκαιρής ως κλαίουμε τον θείον Αχιλλέα.

κ' αίτιος δεν είναι του κακού κανείς αλλ' είν' ο Δίας,

'που φοβερά των Δαναών το λογχοφόρον πλήθος,

ωργίσθη, και σέν' έδωκε την μοίρα του θανάτου. 560

αλλ' έλα, κύριε, σίμωσε, τους λόγους μου να πάρης,

και την οργή σου δάμασε 'ς το στήθος το γενναίο».

Εις τούτ' απάντησιν αυτός δεν έδιδε, αλλ' επήγε

'ς το Έρεβος με ταις ψυχαίς των άλλων πεθαμένων,

και όμως θα ωμίλειε προς εμέ, όσην χολήν και αν είχε, 565

ή εγώ θα ωμίλεια προς αυτόν, αλλ' η καρδιά μ' εκίνα

να ίδω ακόμη ταις ψυχαίς των άλλων πεθαμένων.

Είδα τον Μίνω, του Διός λαμπρόν υιόν, 'που εκράτει

σκήπτρο χρυσό κ' εκάθονταν κριτής των πεθαμένων,

όπ' άλλοι ορθοί τριγύρω του και άλλοι καθισμένοι 570

'ς του Άδη το πλατύπυλο το δώμα εδικαζόνταν.

Είδα και τον θεόρατον Ωρίωνα κατόπι

ν' ανακατόνη τα θεριά 'ς τ' ασφοδελό λιβάδι,

κείνα, 'που εις όρη απάτητα φονεύσ' είχεν εκείνος•

και ρόπαλον ολόχαλκον ασύντριφτο κρατούσε. 575

Τον Τιτυόν, γόνον της Γης της δοξασμένης, είδα,

οπού 'ς το χώμα εκείτονταν κ' εσκέπαζ' εννηά πλέθρα•

δυο γύπαις τον παράστεκαν, του σχίζαν και του τρώγαν

το σκώτι, και τα χέρια του δεν τους απομακραίναν•

ότ' είχε σύρει την Λητώ, σεπτήν φίλην του Δία, 580

προς την Πυθώνα ως διάβαινε την πάντερπνη Πανόπη.

Κατόπ' είδα τον Τάνταλον, φρικτά βασανισμένον,

ορθόν 'ς την λίμνη• τώγγιζεν εκείνη το πηγούνι•

εδίψα, αλλά δεν πρόφθανε να πάρη καν ρανίδα•

λαίμαργα ως έσκυφτε να πιή ο γέρος, εχανόνταν 585

το νερό κάτω ρουφηκτά, και γύρω του εις τα πόδια

γη μαύρη εφανερόνονταν φρυμμένη από την μοίρα.

και υψηλά δένδρα επάνωθε κρεμούσαν τον καρπό τους•

απιδιαίς ήσαν, ροϊδιαίς, λαμπρόκαρπαις μηλέαις.

και με συκιαίς γλυκόκαρπαις εληαίς θυμό γεμάταις. 590

και όσαις εξάμονε φοραίς ο γέρος να ταις πιάση.

ταις έπαιρνεν ο άνεμος 'ς το σκιοφόρα νέφη.

Ακόμ' είδα τον Σίσυφον, φρικτά βασανισμένον•

λίθον αυτός θεόρατον και με τα δυο βαστούσε•

τα πόδια 'ς την γην στύλονε, τον λίθον με τα χέρια 595

άμπωθεν άνω εις το βουνό, και ότι έμελλ' απ' την άκρη

να τον κυλήση αντίπερα, τον γύριζε το βάρος,

κ' εξανακύλ' αδιάντροπος 'ς το σιάδι οπίσ' ο λίθος.

και πάλι αυτός τον άμπωθε μ' αγώνα, κ' έσταζ' ίδρω

το σώμα, και απ' την κεφαλή του ανέβαινεν η σκόνη. 600

Είδα έπειτα τον Ηρακλή, — το φάντασμα του μόνον•

εις τα συμπόσια τέρπεται θεών των αθανάτων

αυτός, και την καλόφτερνην την Ήβην έχει νύμφην,

'που του Διός εγέννησεν η χρυσοσάνδαλ' Ήρα.

ωσάν πετούμενα οι νεκροί τριγύρω του αλαλάζαν 605

και τρομασμένοι εσκόρπιζαν• μαύρος 'σαν μαύρην νύκτα

το τόξον είχε αυτός γυμνό, και εις την χορδή το βέλος,

και αγριοκυττώντας φαίνονταν πως πάντοτε τοξεύει.

τρομακτικός του έζωνε το στήθος τελαμώνας,

χρυσός, κ' επάνω θαύματα 'ς αυτόν ήσαν φθειασμένα, 610

αρκούδαις, αγριόχοιροι, φλογόμματα λεοντάρια,

πόλεμοι, μάχαις, αίματα, πολλαίς σφαγαίς ανθρώπων.

ας παύση να φιλοτεχνή κατόπιν ο τεχνίτης,

'που εφεύρηκε 'ς την τέχνη του παρόμοιον τελαμώνα.

ότι μ' αντίκρυσεν αυτός, μ' εγνώρισεν αμέσως, 615

και κλαίοντας μου ωμίλησε με λόγια πτερωμένα•

«Λαερτιάδη διογενή, πολύτεχνε Οδυσσέα,

σέρνεις, α! δύστυχε, και συ διεστραμμένην μοίρα,

'σαν κείνην 'πώφερνα κ' εγώ 'ς τον Ήλιον αποκάτω.

ναι, του Κρονίδ' ήμουν υιός, αλλ' είχ' άπειρα πάθη, 620

ότ' ήμουν δούλος 'ς άνθρωπον πολύ κατώτερόν μου.

κ' εκείνος μ' επιφόρτιζε πολύ βαρείς αγώναις•

και μια φορά 'δω μ' έστειλε τον σκύλο να του φέρω,

ότι άλλον δεν εφεύρισκε για με σκληρόν αγώνα•

και το θεριόν αναίβασα του Άδη από τα βάθη, 625

όπως μ' ωδήγησεν ο Ερμής και η γλαυκομμάτ' Αθήνη».

Αυτά 'πε, κ' έστρεψεν ευθύς 'ς την κατοικιά του Άδη•

εγώ 'ς τον τόπον έμενα, μην κάποιος έλθη ακόμη,

εκείνων, οπού απέθαναν το πάλαι, ανδρών ηρώων.

και τους αρχαίους θα 'βλεπα τους άνδραις, 'που εποθούσα, 630

τέκνα τρισένδοξα θεών, Πειρίθοον και Θησέα.

αλλ' άπειρα εσυνάζονταν των πεθαμένων πλήθη,

με αλαλαγμόν αμίλητον αχνός μ' επήρε φόβος,

μην της Γοργώς την κεφαλή, τέρας φρικτό, μου στείλη

του Άδη από την κατοικιάν η θεία Περσεφόνη. 635

'ς το πλοίο τότ' εκίνησα και των συντρόφων είπα,

να 'μπουν και τα πρυμόσχοινα να λύσουν• ανεβήκαν

αυτοί κ' ευθύς εκάθισαν και το καράβι εκύλα

'ς τον ποταμόν Ωκεανόν, ως το 'φερνε το ρεύμα,

με τα κουπιά, και το 'σπρωξε πρύμος κατόπι ωραίος. 640

Ραψωδία Μ

Τον ποταμόν Ωκεανόν άμ' άφησε το πλοίο,

κ' έφθασε μεσοπέλαγα 'ς την νήσο την Αιαία,

'που 'ναι της ορθογέννητης Ηώς η κατοικία,

και οι φωτεινοί χορότοποι, και ο Ήλιος πρωτολάμπει,

'ς τον άμμο επάνω εσύραμε κ' εστήσαμε το πλοίο, 5

εις τ' ακρογιάλι εβγήκαμε, και, αφού πήραμ' ολίγον

ύπνον, επεριμέναμεν η άφθαρτ' Ηώ να φέξη.

Εφάν' η ροδοδάκτυλη Ηώ του όρθρου κόρη,

κ' έστειλα τους συντρόφους μου 'ς τα δώματα της Κίρκης,

του νεκρωμένου Ελπήνορα το λείψανο να πάρουν. 10

και αφού κορμούς εκόψαμε, 'ς τ' ακρότατο ακρογιάλι

τον θάπταμε περίλυποι, κ' έρρεε θερμό το δάκρυ.

και άμα ο νεκρός και του νεκρού τ' άρματα ομού καήκαν,

μνήμα του εσηκώσαμε, θέσαμ' επάνω στήλη.

κ' ίσιον εστήσαμε κουπί 'ς την κορυφή του τάφου. 15

Τούτα ενώ κάμναμεν εμείς, δεν ξέφυγε της Κίρκης

ότι απ' τον Άδη εφθάσαμεν, αλλ' ήλθ' ευτρεπισμένη

αμέσως• και η θεράπαιναις σιμά της 'φέρναν άρτο,

κρέατα πλήθια και κρασί κόκκινο και φλογώδες.

εστάθ' η ασύγκριτη θεά 'ς την μέση μας και είπε• 20

«άνδραις σκληροί, 'που ζωντανοί κατέβητε 'ς τον Άδη•

διθάνατοι• μονόφορα οι άλλοι θνητοί πεθαίνουν.

τώρα φαγί, τώρα κρασί, χαρήτ' εδ' ολημέρα,

και θέλει ξεκινήσετε η αυγούλ' άμα ροδίση.

τον δρόμο θα σας δείξω εγώ, και θα προειπώ τα πάντα, 25

μη λάχη και από επίβουλη διεστραμμένη γνώμη,

'ς το πέλαγος ή 'ς την στερηά, μέγα κακό σας εύρη».

Αυτά 'πε, κ' εκατάπεισε την ανδρική ψυχή μας.

και τότε αυτού καθόμασθεν, ολημέρα ως το δείλι

μ' άφθονο κρέας, με κρασί γλυκό, φαγοποτώντας. 30

και ο ήλιος άμ' εβύθισε κ' ήλθε κατόπ' η νύκτα,

εις τα πρυμόσχοινα σιμά οι άλλοι αναπαυθήκαν•

μέν' απ' το χέρι πήρε αυτή μακράν απ' τους συντρόφους,

εκάθισέ με, πλάγιασε κοντά μου, και μ' ερώτα•

κ' εγώ της εξιστόρησα τα πάντα ένα προς ένα. 35

προς εμέ τότε ωμίλησεν η Κίρκ' η σεβασμία•

'τούτα όπως τα 'πες έγειναν ό,τι θα ειπώ συ τώρα

άκου, και πάλι ένας θεός θα σου τα υπενθυμίση.

Και πρώτα εις το ταξείδι σου θα φθάσης 'ς ταις Σειρήναις,

'π' όλους μαγεύουν τους θνητούς, όσοι κοντά τους έλθουν. 40

όποιος σιμώση απ' αγνωσιά και ακούση των Σειρήνων

τον ήχο, δεν θα τον ιδούν τα τρυφερά παιδιά του

ολόχαρα, και η σύντροφος, να φθάσ' εις την πατρίδα.

αλλά η Σειρήναις με γλυκύ τραγούδι τον μαγεύουν,

'ς την λιβάδια καθήμεναις' κ' είναι σωρός τριγύρω 45

κόκκαλ' ανδρών 'που σέπονται, και όλο το δέρμα ρέει.

προσπέρασε ταις, και τ' αυτιά συ φράξε των συντρόφων

με γλυκομάλακτο κερί, μήπως κανείς των άλλων

ακούση• και αν εσύ ποθείς ν' ακούσης, ας σε δέσουν

ολόρθον χεροπόδαρα 'ς του καταρτιού την ρίζα, 50

και των σχοινιών ταις κορυφαίς ας σφίξουν 'ς τον κορμό του,

ηδονικά το λάλημα ν' ακούσης των Σειρήνων.

και αν να σε λύσουν τους ζητείς θερμά και τους προστάζεις,

πάντοτ' εκείνοι με δεσμά πλειότερ' ας σε σφίγγουν.

αλλ' όταν το καράβι σου κείναις οπίσω αφήση, 55

'ς το εξής εγώ δεν θα σου ειπώ ρητώς από τους δύο

ποιος μέλλει να 'ναι ο δρόμος σου• και ατός του ο νους σου ας κρίνη.

θέλει σου δείξω τώρα εγώ το 'να και τ' άλλο μέρος.

Το' να έχει πέτραις κρεμασταίς, και προς αυταίς βροντάει

μέγα το κύμα της γλαυκής 'ς την όψιν Αμφιτρίτης. 60

κείναις Πλαγκταίς οι μάκαρες θεοί ταις ονομάζουν,

και ουδέ πουλί ταις προσπερνά, αλλ' ούδ ' η περιστέραις,

οπού του Δία του πατρός την αμβροσία φέρουν•

ως και απ' αυταίς κάθε φοράν η γλυστρή πέτρ' αρπάζει•

αλλά να κλείσ' ο αριθμός στέλνει ο πατέρας άλλην. 65

θνητών καράβι αυτού ποτέ, αν ήλθε, δεν εσώθη•

αλλά καραβοσάνιδα και ανδρών σώματα παίρνουν

της θάλασσας τα κύματα και της φλογός η λύσσα.

μόν' ένα κείθε πέρασε θαλασσοπόρο πλοίο,

απ' τον Αιήτη πλέοντας, Αργώ η ξακουσμένη• 70

και αυτή θε να 'σπαε 'ς ταις τραναίς πέτραις, χωρίς το χέρι

της Ήρας, 'που τον φίλο της τον Ιάσωνα ελυπήθη.

'Σ' τ' άλλο δυο βράχ' υψόνονται• τον ουρανόν εγγίζει

ο ένας μ' άκρη σουβλερή, και συννεφιά τον ζώνει

μαύρη και μένει ατάραχη, και εις την κορφήν εκείνη, 75

καλόκαιρο ή φθινόπωρο, ποτέ δεν ξαστερόνει.

κει δεν θα εμπόρει ν' αναιβή θνητός ή να πατήση

ποτέ κανένας, κ' είκοσι χέρια και πόδια αν είχε•

ότ' είναι η πέτρα γλυστερή, 'σαν σκαλισμένος λίθος.

σκοτεινόν άντρο ανοίγεται του βράχου μες την ζώνη 80

προς δύσιν, εις το έρεβος γυρμέν', όπου το πλοίο

και σεις, θαρρώ, θα στρέψετε, λαμπρότατε Οδυσσέα.

ουδέ γενναίος τοξευτής θα εμπόρει απ' το καράβι

να φθάση με το βέλος του του άντρου βαθυού το στόμα.

Κει μέσα η Σκύλλα κατοικεί και φοβερά γαυγίζει• 85

φωνούλαν έχει ωσάν μικρού νεογεννημένου σκύλου•

αλλ' είναι αυτή τέρας κακόν• ουδέ θνητός κανένας

ή αθάνατος θα χαίρονταν αν την εθεώρα εμπρός του.

πόδια 'χει εκείνη δώδεκα και αμόρφωτα είναι όλα,

έξι λαιμούς μακρύτατους, και μέσα εις τον καθέναν 90

μιαν κεφαλήν τρομακτικήν, όπ' έχει τρεις αράδαις

δόντια πολλά, πυκνότατα, μαύρου μεστά θανάτου.

και εις τ' άντρο ευρίσκεται η μισή κρυμμένη και από εκείνο

το φοβερό το βάραθρο ταις κεφαλαίς προβάλλει,

και αυτού ψαρεύει, ψάχνοντας ολόγυρα εις τον βράχο, 95

δελφίνια και σκυλόψαρα, και, αν τύχη, μέγα κήτος,

'π' άμετρα βόσκ' η βροντερή 'ς τα κύματ' Αμφιτρίτη.

ναύτης δεν επαινέθηκε 'που εκείθε με το πλοίο

χωρίς να πάθη εδιάβηκε• με κάθε κεφαλή της

έναν απ' το μαυρόπλωρο καράβι αρπάζ' η Σκύλλα. 100

και τούτου χαμηλότερον θα ιδής τον άλλον βράχο•

σιμά 'ναι, οπού θα ετόξευες απ' το 'να εις τ' άλλο μέρος•

μεγάλην έχει αγριοσυκιά, πολύφυλλη, και κάτω

την μαύρην άρμη αναρρουφά η Χάρυβδις η θεία.

τι την ημέρα τρεις φοραίς ξερνά, και τρεις ρουφάει, 105

τρόμος! μη τύχης εσύ κει την ώρα οπού ρουφήση•

ότι δεν θα σ' εφύλαγε και αυτός ο κοσμοσείστης.

αλλά το πλοίο στρέψε συ της Σκύλλας προς τον βράχο

γλήγορα, και προσπέρασε• προτίμα έξι συντρόφους

να χάσης απ' το πλοίο σου παρ' όλους να τους κλάψης». 110

Αυτά 'πε, κ' εγώ προς αυτήν «θεά, συ δίδαξέ με,

αν κάποιος τρόπος γίνεται κ' εκείνην να ξεφύγω

την πάγκακη την Χάρυβδι, και πάλι ν' αντικρούσω

την άλλην, όταν θα χυθή τους φίλους να μου αρπάξη».

Είπα, και η θαυμαστή θεά μου απάντησεν αμέσως• 115

«αγώναις και άρματα, ω σκληρέ, πάλ' η καρδιά σου θέλει•

δεν θα τραβιέσαι ουδ' έμπροσθεν θεών των αθανάτων;

κ' εκείνη δεν είναι θνητή, κακόν αθάνατό 'ναι,

άγριο, φρικτόν, αμάχητον• αντίστασιν δεν έχει

καμμίαν• το καλήτερο να φύγης απ' εμπρός της. 120

ότι αν, ως αρματόνεσαι, κοντοσταθής 'ς τον βράχο,

φοβούμαι μην ορμήση αυτή και πάλι σε προφθάση,

και μ' όσαις έχει κεφαλαίς τόσους αρπάξη ανθρώπους•

αλλά με βια τραβάτ' εμπρός, και κράξτε την Κραταίαν,

οπού την Σκύλλα γέννησε, πληγήν εις τους ανθρώπους• 125

και αυτή να χυθή δεύτερα δεν θέλει την αφήση.

'Σ της Θρινακίας το νησί θα φθάσης, όπου βόσκουν

βώδια του Ηλίου πάμπολλα και σαρκωμέν' αρνία•

βωδιών επτά κοπαίς, αρνιών επτά, κ' έχει πενήντα

κάθε κοπή• και δεν γεννούν, αλλ' ούτε ολιγοστεύουν• 130

δυο νύμφαις καλοπλέξουδαις επιστατούν εκείνα,

Φαέθουσα και Λαμπετιά, και θυγατέραις είναι

του Ηλίου του Υπερίονα και της καλής Νεαίρας.

ταις γέννησε και ανάστησεν η σεβαστή μητέρα,

και εις το νησί ταις έβαλε να ζουν της Θρινακίας, 135

τα πατρικά τους πρόβατα και βώδια να φυλάγουν.

και αν δεν τα εγγίζης κ' εννοιασθής για την επιστροφή σου,

τότε, και αν πάθετε πολλά, θα φθάστε εις την Ιθάκη•

αλλ' αν τα βλάψης, όλεθρο προβλέπω εις το καράβι

και εις τους συντρόφους• και αν σωθής μόνος εσύ, θα φθάσης 140

αργά και κακώς έχοντας, και από συντρόφους έρμος».

Αυτά 'πε, και η χρυσόθρονη Ηώ 'ς τον κόσμο εφάνη•

κ' εσύρθ' η ασύγκριτη θεά παράμεσα 'ς την νήσο.

'ς το πλοίο τότ' εκίνησα και των συντρόφων είπα

να λύσουν τα πρυμόσχοινα και ν' αναιβούν κ' εκείνοι 145

εμπήκαν και αραδιάσθηκαν με τάξι 'ς ταις σανίδαις,

και την λευκή την θάλασσα με τα κουπιά βροντούσαν.

και οπίσω απ' το μαυρόπλωρο καράβι έστειλε πρύμον,

'που εφούσκον' όλα τα πανιά, φίλον λαμπρόν, η Κίρκη,

δεινή θεά, καλόκομη, όπ' έχει ανθρώπου γλώσσα. 150

και τ' άρμεν' αφού σιάσαμε, καθόμασθε εις το πλοίο,

και τ' ωδηγούσ' ο άνεμος ομού και ο κυβερνήτης.

τότ' είπα με περίλυπην καρδιάν εις τους συντρόφους•

καλό δεν είναι, αγαπητοί, ένας ή δύο μόνοι

να ηξεύρουν τ' άγια ρήματα 'που η Κίρκη μου 'πε η θεία• 155

αλλά τα λέγω και εις εσάς, όπως γνωρίζοντάς τα

πεθάνουμε ή ξεφύγουμε την μοίρα του θανάτου.

και πρώτα μου παράγγειλε να φύγω των Σειρήνων

την θεομίλητη φωνή και τ' ανθηρό λιβάδι•

μου 'πε ν' ακούσω την φωνή μόνος εγώ• σεις τώρα 160

μ' άλυτα δέστε με δεσμά 'ς του καραβιού την ρίζα

ορθόν, και σφίξτε των σχοινιών ταις άκραις 'ς τον κορμό του.

και αν να με λύσετε ζητώ θερμά και σας προστάζω,

σεις με πλειότερα δεσμά στενοχωρήσετέ με».

Κ' ενώ τούτα φανέρονα με τάξι των συντρόφων, 165

τ' ωραίο πλοίον έφθασε 'ς την νήσο των Σειρήνων

ογλήγορ', όπως το 'σπρωχνε βοηθητικός ο πρύμος.

έπεσ' ο άνεμος ευθύς και ανάνεμη γαλήνη

έγεινε• θεία δύναμις εκοίμισε το κύμα.

σηκώθηκαν οι σύντροφοι, και τα πανιά διπλώσαν, 170

κάτω 'ς το πλοίο τα 'θεσαν, και αράδα καθισμένοι

με τα καλόξυστα κουπιά την θάλασσα λευκαίναν.

κ' εγώ κεριού μέγαν τροχό μ' ακονητό μαχαίρι

ελιάνισα, και το 'θλιβα με τ' ανδρικά μου χέρια•

και τα κερί ζεσταίνονταν, ως τό βιαζ' η ανδρειά μου, 175

και ο Ήλιος ο Υπερίονας με την θερμή του ακτίνα.

αραδικώς τότ' έφραξα τ' αυτία των συντρόφων•

εκείνοι χεροπόδαρα μ' εδέσαν 'ς το κατάρτι

ορθόν, κ' έστριψαν των σχοινιών ταις άκραις ς' τον κορμό του,

και την λευκή την θάλασσαν έδερναν καθισμένοι. 180

και ότ' είμασθεν εις διάστημα, 'π ανθρώπου βοή φθάνει,

'ς αυταίς σιμά δεν ώρμησε χωρίς να το νοήσουν

το γοργό πλοίο, και άρχισαν ψιλόφωνο τραγούδι•

«ω καύχημα των Αχαιών, πολύμνητε Οδυσσέα,

το πλοίο κράτησ', έλα εδώ, ν' ακούσης την φωνή μας• 185

ότι δεν πέρασε κανείς εδώθε με καράβι,

χωρίς το γλυκολάλημα ν' ακούση της φωνής μας.

ευφραίνεται και αναχωρεί με γνώσαις πλουτισμένος•

τι ξεύρουμ' όσα εμόχθησαν εις την πλατειά Τρωάδα

Τρώες και Αργείοι, των θεών ως ήθελεν η γνώμη. 190

και ό,τι συμβαίν' ηξεύρουμε 'ς την γη την πολυθρέπτρα».

Τούτα εγλυκοκελάιδισαν• ποθούσα εγώ ν' ακούω,

κ' ένευα με τα βλέφαρα των φίλων να με λύσουν,

κ' εκείνοι έπεσαν 'ς τα κουπιά και σφόδρα ελάμναν όλοι•

ο Ευρύλοχος σηκώθηκεν ευθύς και ο Περιμήδης 195

και με δεσμά πλειότερα μ' εδέναν και μ' εσφίγγαν.

και αφού ταις επροσπέρασαν, και αγάλι αγάλι εσβύσθη

με των Σειρήνων την φωνή και το γλυκύ τραγούδι,

το κερί τότε αφαίρεσαν οι αγαπητοί μου φίλοι,

οπού τους άλειψα τ' αυτιά, και απ' τα δεσμά μ' ελύσαν. 200

Ομήρου Οδύσσεια Τόμος Β · 第 5 / 6 段