το μακρύ ξίφος σύροντας απ' το παχύ μερί μου,
να κόψω αυτού την κεφαλή 'ς το χώμα να κυλήση, 440
αν και στενόν μου συγγενή τον είχα, αλλά μ' εκράτουν
εδώθ' εκείθε οι σύντροφοι με λόγια μελωμένα•
«τούτον ας τον αφήσουμε, διογέννητε, αν προστάζεις,
να μένη 'ς την ακρογιαλιά και να φυλά το πλοίο•
κ' εμάς εις τ' άγια δώματα οδήγα συ της Κίρκης». 445
Και απ' το καράβι ανέβηκαν και από το περιγιάλι,
ουδ' έμεινεν ο Ευρύλοχος εις το καράβι, αλλ' ήλθε
κατόπιν, ότι ετρόμαξε 'ς την φοβερήν οργή μου.
και τους άλλους συντρόφους μου 'ς το δώμα της η Κίρκη
έλουσε ωστόσον εύμορφα κ' έχρισε με το λάδι,
και τους εφόρεσε κρουσταίς χλαμύδαις και χιτώναις• 450
και όλους καλά τους ηύραμε 'ς τα μέγαρα 'που ετρώγαν
και άμα ο καθείς αντίκρυσε κ' εγνώρισε τον άλλον,
έκλαιαν, αναστέναζαν, 'που όλο το δώμα εβρόντα.
ήλθε σιμά μου η θαυμαστή θεά και τούτα μου 'πε• 455
«Λαερτιάδη διογενή, πολύτεχνε Οδυσσέα,
τους θρήνους πλέον παύσετε• κ' εγώ καλά γνωρίζω
και εις το ιχθυοφόρο πέλαγος πόσα 'χετε υποφέρει,
και εις την γην πάλι πόσοι εχθροί σας έχουν αδικήσει,
ήσυχα τώρα το φαγί και το κρασί χαρήτε, 460
όσο ψυχή να λάβετε και πάλιν εις τα στήθη,
ως ότε πρωταφήσατε την ποθητήν πατρίδα,
την πετρωτήν Ιθάκη σας• τώρ' άψυχοι, θλιμμένοι,
της πλάνης σας ταις συμφοραίς θυμείσθε, και η ψυχή σας,
απ' τα πολλά παθήματα, δεν δέχετ' ευφροσύνη». 465
Είπε κ' εκαταπείσθηκεν η ανδρική ψυχή μας.
και τότε αυτού καθόμασθεν, ολόκληρον τον χρόνο,
μ' άφθονο κρέας, με κρασί γλυκό, φαγοποτώντας.
αλλά 'ς τον κύκλο των καιρών ότ' έκλεισεν ο χρόνος,
οι μήνες ως εδιάβαιναν, και η 'μέραις μεγαλώσαν, 470
παράμερα μ' εκάλεσαν οι σύντροφοι και μου 'παν•
«καϋμένε, την πατρίδα σου να θυμηθής είν' ώρα,
αν να σωθής η μοίρα σου το θέλει και να φθάσης
'ς το σπίτι το καλόκτιστο, 'ς την γη την πατρική σου».
Αυτά 'παν, κ' εκατάπεισαν την ανδρική ψυχή μου. 475
και τότε αυτού καθόμασθεν, ολημέρα ως το δείλι
μ' άφθονο κρέας, με κρασί γλυκό, φαγοποτώντας.
και ο ήλιος άμ' εβύθισε κ' ήλθε κατόπι' η νύκτα,
εις τα ισκιωμένα μέγαρα επλάγιασαν εκείνοι•
'ς της Κίρκης εγώ ανέβηκα την ζηλεμμένην κλίνη, 480
και της θεάς τα γόνατα αγκάλιασα ως ικέτης.
μ' άκουεν εκείνη• κ' έλεγα με λόγια πτερωμένα•
«ω Κίρκη, την υπόσχεσι, 'που επήρες, τέλειωσε μου•
εις την πατρίδα στείλε με• το θέλ' ήδ' η ψυχή μου,
τη θέλουν όλ' οι σύντροφοι, 'που την καρδιά μου τρώγουν, 485
τριγύρω μου οδυρόμενοι, την ώρα οπού συ λείπεις».
Και η θαυμαστή θεά 'ς εμέ• «πολύτεχνε Οδυσσέα,
να μένετε εις το σπίτι μου πλεια δεν σας αναγκάζω•
αλλ' όμως άλλο πρότερα θα κάμετε ταξείδι,
'ς του Άδη και της άσπονδης αντάμα Περσεφόνης 490
την κατοικιά να φθάσετε, να μάθετε την μοίρα
απ' την ψυχή του παλαιού Θηβαίου Τειρεσία,
μάντη τυφλού, 'που ολόκληραις έχει και αυτού ταις φρέναις•
εκείνου μόνου απ' τους νεκρούς έδωσε η Περσεφόνη
γνώσιν και νουν• ωσάν σκιαίς οι άλλοι τριγυρίζουν». 495
Τούτα μου είπε, και η καρδιά 'ς τα στήθη μου ερραΐσθη,
και έκλαια καθήμενος 'ς την κλίνη και η ψυχή μου
να ζήση πλειά δεν ήθελε, να ιδή το φως του ηλίου.
αλλ' άμ' αυτού κυλιούμενος εχόρτασα το κλάμμα,
το στόμα πάλιν άνοιξα κ' εκείνης απαντούσα• 500
ω Κίρκη, ποιος θα 'ναι οδηγός εις τούτο το ταξείδι;
'ς τον Άδη ακόμη πλέοντας κανείς δεν έχει φθάσει».
Είπα, και η θαυμαστή θεά μου απάντησεν αμέσως•
«Λαερτιάδη διογενή, πολύτεχνε Οδυσσέα,
εις το καράβι σου οδηγόν καθόλου μη ζητήσης• 505
άμα τεντώσης τα λευκά πανιά 'ς τ' ορθό κατάρτι,
κάθου• φυσώντας ο Βορηάς θα σου οδηγά το πλοίο.
αλλ' άμα τον Ωκεανό διαβής με το καράβι,
άγριαν θα ιδής ακρογιαλιά, και της Περσεφονείας
τα δάση, λεύκαις υψηλαίς, χασόκαρπες ιτέαις. 510
εις τον βαθύ Ωκεανό την πλώρη αυτού να στήσης,
και συ 'ς του Άδη κίνησε τ' αραχνιασμένο δώμα,
όπου ο Πυριφλεγέθοντας 'ς του Αχέροντα το κύμα,
και ο Κώκυτος, 'που της Στυγός απόκομμ' είναι, ρέουν•
πέτρ' είναι, όπου βαρύκτυπα τα δυο ποτάμια σμίγουν. 515
και ως φθάσης, ήρωα, κει σιμά 'ς το μέρος, 'που σου λέγω,
λάκκο μιαν πήχη σκάψ' ευθύς του μάκρου και του πλάτου,
και χύσε γύρω αυτού χοαίς όλων των πεθαμένων•
και αφού βάλης μελίκρατο, γλυκό κρασί κατόπι,
τρίτα νερό, και μ' άλευρα λευκά τα πασπαλίσης, 520
'ς ταις άδειαις κάραις των νεκρών εύχου θερμά, και τάξου
δαμάλα στείρα διαλεκτή να σφάξης άμα φθάσης
εις την Ιθάκη, και πυράν πολύδωρη να κάψης,
και να προσφέρης χωριστόν αρνί του Τειρεσία,
ΟΜΗΡΟΥ
κατάμαυρο, 'που δεύτερο δεν θα 'χη το κοπάδι. 525
και άμα ικετεύσης τάνδοξα των πεθαμένων πλήθη,
κριάρι σφάξε, ολόμαυρη κοντά του προβατίνα,
και στρέψε τα 'ς το έρεβος• συ γύρε αλλού την όψι
προς ταις ροαίς του ποταμού• και τότε αυτού θε να 'λθουν
να σ' εύρουν αναρίθμηταις ψυχαίς απεθαμένων. 530
και κάμε τους συντρόφους σου να γδάρουν και να κάψουν
τ' αρνιά ριμμένα, ως τα 'σφαξε το αλύπητο μαχαίρι,
κ' έπειτα ευχαίς των δυο θεών ειπήτε, εις τον ανδρείον
τον Άδη και εις την άσπονδην αντάμα Περσεφόνη.
και συ το ξίφος γύμνωσε, κάθου και μην αφίνης 535
ταις άδειαις κάραις των νεκρών καθόλου να σιμώσουν
'ς το αίμα, πριν συμβουλευθής εσύ τον Τειρεσία.
ο μάντης θα 'λθη ευθύς εκεί να σ' εύρη, ω πολεμάρχε•
αυτός τον δρόμο θα σου ειπή, του ταξειδιού τα μέτρα,
και πώς, το πέλαο σχίζοντας, θα φθάσης 'ς την πατρίδα». 540
Αυτά 'πε, και χρυσόθρονη Ηώ 'ς τον κόσμο εφάνη•
κ' εμένα εκείνη εφόρεσε χιτώνα και χλαμύδα•
μανδύαν λαμπροΰφαντον μέγαν ενδύθ' η νύμφη
χαριτωμένον και λεπτόν, κ' εζώσθη ακόμη ωραίο
χρυσό ζωνάρι, κ' έβαλε 'ς την κεφαλήν καλύπτρα. 545
τα δώματα εγώ διάβηκα και τους συντρόφους ηύρα,
και τους κεντούσ' από σιμά με λόγια μελωμένα•
«πάψτε το γλυκανάσασμα του ύπνου, αγαπητοί μου•
ας πάμε• η Κίρκ' η σεβαστή μ' εδίδαξε τον δρόμο».
είπα, κ' εκαταπείσθηκεν η ανδρική ψυχή τους. 550
Αλλ' ουδ' εκείθεν άβλαπτους επήρα τους συντρόφους•
ήταν κάποιος Ελπήνορας, νεώτατος• ανδρείαν
πολλήν δεν είχε, αλλ' ούτε νουν ανάμερ' απ' τους άλλους
'ς τ' άγια της Κίρκης δώματα μού πήγε να πλαγιάση,
ποθώντας το κατάψυχο, της μέθης εις την ζάλη. 555
και άμα το κίνημ' άκουσε, τον κρότο των συντρόφων,
ξάφνου εσηκώθη και ποσώς δεν ενθυμήθη πάλι
απ' την υψηλήν κλίμακα να καταιβή, 'π' ανέβη•
αλλ' απ' την σκέπην έπεσε κατάντικρα, κ' εκόπη
ο τράχηλός του, και η ψυχή ροβόλησε 'ς τον Άδη. 560
Και ως ήλθαν όλοι, ωμίλησα 'ς την μέση εκείνων κ' είπα•
«θαρρείτε ότι 'ς τα σπίτια μας, 'ς την ποθητήν πατρίδα,
θα πάμε• αλλ' άλλο διώρισε 'ς εμάς ταξείδ' η Κίρκη,
'ς τον Άδη και 'ς την άσπονδην αντάμα Περσεφόνη,
να ερωτηθούμε την ψυχή του μάντη Τειρεσία». 565
Αυτά 'πα, και η καρδία τους 'ς τα λόγια μου ερραΐσθη,
και αυτού καθίσαν, έκλαιαν• ανέσπααν τα μαλλιά τους,
αλλ' όφελος δεν έφερναν τα κλάμματα και οι θρήνοι.
Και ως φθάσαμε κατάγιαλα προς το γοργό καράβι,
δάκρυα χύνοντας θερμά, 'ς την λύπη βυθισμένοι, 570
'ς το πλοίον ήλθε κ' έδεσεν η Κίρκη ένα κριάρι
και προβατίνα ολόμαυρη, κ' εύκολ' απ' έμπροσθέν μας
εδιάβηκεν αγνώριστη• ποιος δύναται να βλέπη
θεάν, αν εις τον δρόμο του να φαίνεται δεν θέλει;
Ραψωδία Λ
Και εις το καράβι ως φθάσαμε κάτω 'ς το περιγιάλι,
πρώτα εις την θεία θάλασσα σύραμε το καράβι,
έπειτα μέσα εστήσαμε κατάρτι και πανία,
κ' εφέραμε τα πρόβατα• κατόπι εμπήκαμ' όλοι,
δάκρυα χύνοντας θερμά, 'ς την λύπη βυθισμένοι• 5
και οπίσω απ' το μαυρόπλωρο καράβι έστειλε πρύμον,
'που φούσκον' όλα τα πανιά, φίλον λαμπρόν, η Κίρκη,
δεινή θεά, καλόκομη, όπ' έχει ανθρώπου γλώσσα.
και τ' άρμεν' αφού σιάσαμε, καθόμασθε, και ωδήγα
το πλοίο μας ο άνεμος ομού και ο κυβερνήτης, 10
και μ' ολοτέντωτα πανιά αρμένιζ' ολημέρα.
και ο ήλιος ως βασίλευε και ισκιάζαν όλ' οι δρόμοι,
'ς τον βαθύν ήλθ' Ωκεανόν, όπ' άκρ' είναι του κόσμου.
η πόλις είναι και ο λαός εκεί των Κιμμερίων•
νέφος πυκνό και σκοτεινόν ολούθε τους σκεπάζει, 15
ουδέ ποτέ κυττάζει αυτούς ο ακτινοβόλος Ήλιος,
'ς τον αστροφόρον ουρανόν ούτ' όταν αναιβαίνη,
ούτ' όταν κλίνη προς την γην από τα ουράνια μέρη•
αλλά τους άμοιρους θνητούς μαύρη πλακόνει νύκτα.
'ς το μέρος τούτο αράξαμε και παίρνοντας τ' αρνία 20
βγήκαμε, και του Ωκεανού το ρεύμ' ακολουθώντας
ωδεύαμε ως 'που εφθάσαμε 'ς την θέσι 'που 'πε η Κίρκη.
Και ο Περιμήδης τα σφακτά και ο Ευρύλοχος βαστούσαν•
και απ' το πλευρό μου έσυρα το ακόνητό μου ξίφος,
λάκκο μιαν πήχην έσκαψα του μάκρου και του πλάτου, 25
κ' έχυσα γύρω αυτού χοαίς όλων των πεθαμένων.
και ως έβαλα μελίκρατο, κρασί γλυκό, και τρίτα
νερό, και τα πασπάλισα με λευκ' αλεύρι επάνω,
ταις άδειαις κάραις των νεκρών θερμά παρακαλώντας,
να σφάξω ετάχθηκα εκλεκτήν και στείραν αγελάδα, 30
ως φθάσω εις την Ιθάκη μου, και μιαν πυρά να κάψω
πολύδωρην, και χωριστόν αρνί του Τειρεσία
να θυσιάσω, ολόμαυρο, του κοπαδιού το πρώτο.
και αφού με τάμματα, μ' ευχαίς θερμαίς, τους πεθαμένους
ξιλέωσα, πήρα τ' αρνιά και τα 'σφαξα 'ς τον λάκκο, 35
κ' έρρεε το αίμα ολόμαυρο• και ιδές, εσυναζόνταν
των πεθαμένων η αμυχαίς του ερέβους απ' τα βάθη,
νέαις και νέοι, γέροντες πολύπαθοι μ' εκείνους,
και ομού παρθέναις τρυφεραίς με νεόλυπην καρδία,
και άνδρες πολλοί, 'που τρύπησαν η χαλκοφόραις λόγχαις 40
'ς την μάχη, κ' είχαν τ' άρματα 'ς το αίμ' όλο βαμμένα.
εδώθ' εκείθεν άπειροι 'ς τον λάκκο γύρω ερχόνταν
μ' αλαλαγμόν αμίλητον αχνός μ' επήρε φόβος,
τότ' είπα των συντρόφων μου να γδάρουν και να κάψουν
τ' αρνιά, ριμμένα ως τα 'σφαξε το αλύπητο μαχαίρι, 45
κ' έπειτα ευχαίς των δυο θεών να ειπούν, εις τον ανδρείον
τον Άδη και 'ς την άσπονδην αντάμα Περσεφόνη,
και το σπαθί μου εγύμνωσα και δεν εσυγχωρούσα
ταις άδειαις κάραις των νεκρών καθόλου να σιμώσουν
'ς το αίμα, πριν ερωτηθώ τον μάντη Τειρεσία. 50
Και του συντρόφου μου η ψυχή, του Ελπήνορα, ήλθε πρώτη•
ότι δεν είχε αυτός ταφή 'ς της γης τα σπλάχν' ακόμη.
το σώμ' αφήσαμεν εμείς 'ς τα μέγαρα της Κίρκης,
άκλαυτον, άθαπτο, επειδή μας έβιαζ' άλλη ανάγκη.
άμα τον είδα εδάκρυσα κ' επόνεσε η ψυχή μου, 55
κ' ευθύς τον επροσφώνησα με λόγια πτερωμένα•
«Ελπήνορα, πώς έφθασες εις τ' άττεγγο σκοτάδι;
πεζός συ πρόλαβες εμέ, 'που με καράβι ερχόμουν».
Αυτά 'πα' εστέναξε βαθειά και μ' απαντούσ' εκείνος•
«Λαερτιάδη διογενή, πολύτεχνε Οδυσσέα, 60
οργή θεού και τ' άμετρο κρασί μ' εξολοθρεύσαν.
λησμόνησ', αφού πλάγιασα 'ς το μέγαρο της Κίρκης,
απ' την υψηλήν κλίμακα να καταιβώ, 'π' ανέβην•
αλλ' απ' την σκέπην έπεσα κατάντικρα, κ' εκόπη
ο τράχηλός μου, και η ψυχή ροβόλησε εις τον Άδη. 65
και αχ! να σου ζήσουν οι ακριβοί, 'που ο κόσμος έχει ακόμη,
η σύντροφός σου και ο γονειός, που σ' έχει θρέψει βρέφος,
και ο μόνος σου Τηλέμαχος, πώχεις 'ς το σπίτι αφήσει,—
τι ξεύρ' ότι γυρίζοντας εδώθε, από τον Άδη,
θ' αράξης το καράβι σου 'ς την νήσο την Αιαία,— 70
όταν κει φθάσης, έχε με 'ς τον νου σου, ω βασιλέα•
να μη μ' αφήσης άθαπτον και αδάκρυτον οπίσω
φεύγοντας, μη σου γείνω εγώ θείας οργής αιτία.
αλλ' έπαρε και κάψε με μαζή με τ' άρματά μου,
κ' εμένα μνήμα σήκωσε σιμά 'ς τ' αφράτο κύμα, 75
να 'ναι γνωστός και εις τους εξής του αμοίρου εμένα ο τάφος.
κάμε μου τούτα, και κουπί 'ς το μνήμα επάνω στήσε
κείνο, 'που ζώντας έλαμνα μαζή με τους συντρόφους».
Αυτά 'πε, και του απάντησα• «τούτα όλα θα σου κάμω,
όσα μου λέγεις, άμοιρε, 'ς όλα θα δώσω τέλος». 80
Τέτοιαις ελέγαμε φρικταίς οι δυο μας ομιλίαις•
εδώθ' εγώ το ξίφος μου 'ς το αίμα επάνω εκράτουν,
κείθε πολλά του φίλου μου το φάντασμα ωμιλούσε.
Της πεθαμένης μου μητρός τότε η ψυχή μου εφάνη,
η Αντίκλεια, κόρη του υψηλού 'ς το φρόνημ' Αυτολύκου• 85
την είχ' αφήσει 'ς την ζωή, κινώντας για την Τροία.
άμα την είδα εδάκρυσα, κ' ερράισ' η καρδιά μου,
αλλ' όμως δεν την άφινα πρώτη να πλησιάση
'ς το αίμα, πριν ερωτηθώ τον Μάντη Τειρεσία.
Κ' ήλθε η ψυχή του παλαιού Θηβαίου Τειρεσία• 90
σκήπτρο κρατούσε ολόχρυσο• μ' εγνώρισε και μου 'πε•
«Λαερτιάδη διογενή, πολύτεχνε Οδυσσέα,
ει πάλιν, ω ταλαίπωρε, από το φως του ηλίου
ήλθες να ίδης τους νεκρούς, τον άτερπνο τον κόσμο;
σύρου απ' τον λάκκο, το σπαθί βάστα μακρυά, να πίω 95
από το αίμα, να σου ειπώ κατόπι την αλήθεια».
Αυτά' πε, κ' εγώ σύρθηκα κ' έχωσα εις το θηκάρι
τ' αργυροκάρφωτο σπαθί, και άμ' έπιε το μαύρ' αίμα
ο άψεγος μάντης είπε μου• «γυρεύεις την γλυκεία
εις την πατρίδα επιστροφή, λαμπρότατε Οδυσσέα. 100
θα σ' εμποδίση ένας θεός• κακά θε να ξεφύγης
του κοσμοσείστη, 'π' άσπονδο μίσος για σένα τρέφει,
αφού το φως αφαίρεσες του αγαπητού παιδιού του.
πολλά θα πάθετε κακά, και όμως θα φθάστε ακόμα,
αρκεί να θέλης χαλινό να βάλης της καρδιάς σου, 105
και των συντρόφων, το καλό καράβι σου άμ' αράξης.
το μαύρο κύμ' αφίνοντας, 'ς την νήσο Θρινακία,
κ' ευρήτ' εκεί τα πρόβατα να βόσκουν και η δαμάλαις
του Ηλιού, 'που όλ' άνωθε τηρά και όλ' άνωθεν ακούει.
και αν δεν τα εγγίξης κ' εννοιασθής για την επιστροφή σου, 110
τότε, και αν πάθετε πολλά, θα φθάστε εις την Ιθάκη•
αλλ' αν τα βλάψης, όλεθρο προβλέπω εις το καράβι
και εις τους συντρόφους• και αν σωθής μόνος εσύ, θα φθάσης
αργά και κακώς έχοντας, και από συντρόφους έρμος.
με ξένο πλοίο, και θαυρής 'ς το σπίτι δυστυχίαις. 115
άνδραις απόκοτοι το βιο σου τρώγουν, και με δώρα
την θεϊκή σου σύντροφο ζητεί καθείς να πάρη•
αλλ' άμα φθάσης, φοβερά θα εκδικηθής εκείνους.
και αφού μέσα 'ς το σπίτι σου χαλάσης τους μνηστήραις,
είτε με δόλο ή φανερά, μ' ακονισμένη λόγχη, 120
έπαρε δρόμο, φέροντας ίσιο κοπί μαζή σου,
όσο να φθάσης 'ς τους θνητούς, 'που θάλασσα δεν ξεύρουν,
και οπού δεν τρώγουν φαγητό με άλατ' αρτυμένο•
ούτε τα κοκκινόπλωρα καράβια αυτοί γνωρίζουν,
ούτε τα ίσια κουπιά, 'που 'ναι πτερά των πλοίων. 125
και άκου σημάδι φανερό, 'που δεν θα σου ξεφύγη•
'ς τον δρόμον άμ' απαντηθή με σέν' άλλος οδίτης,
και ειπή 'ς τον λαμπρόν ώμο σου πώς έχεις λιχνιστήρι,
ευθύς το ίσιο κουπί στήσε εις την γη και κάμε
του Ποσειδώνα βασιληά καλόδεκταις θυσίαις• 130
κριάρι, ταύρον σφάξε του και χοίρον αναβάτη•
και γύρε εις την πατρίδα σου, κ' ιεραίς κάμ' εκατόμβαις
των αθανάτων, 'πώχουσι των ουρανών τους θόλους,
με την σειρά του καθενός• και θάνατος θα σ' εύρη
έξω απ' την θάλασσα ελαφρός, και θα σε σβύση αγάλι 135
μες τα λαμπρά γεράματα• και ωστόσ' ολόγυρά σου
θα 'ναι μακάριος ο λαός• σου είπα την αλήθεια».
Είπε, κ' εγώ του απάντησα• «τούτα όλα, ω Τειρεσία,
τ' αποφάσισαν οι θεοί• πλην τώρα δίδαξέ με
να μάθω αυτό 'που σ' ερωτώ• 'κεί πέρα της μητρός μου 140
την ψυχή βλέπω, και βουβή μένει σιμά 'ς το αίμα,
και τον υιόν της δεν τολμά 'ς τα μάτια να κυττάξη,
ούτε καν λόγο να του ειπή• συ, κύριε, δίδαξέ με
αυτή πώς θ' αναγνώριζεν εμένα ότ' είμ' εκείνος».
Είπα, κ' ευθύς μου απάντησεν ο μάντης Τειρεσίας• 145
«εύκολος θα 'ναι ο λόγος μου και βάλε τον 'ς τον νου σου•
όποιον αφήσης των νεκρών 'ς το αίμα να σιμώση,
κείνος αλήθειαις θα σου ειπή• και εις όποιον το εμποδίσης,
εκείνον πάραυτα θα ιδής να φύγη απ' έμπροσθέν σου».
Έπαυσε, κ' εκατέβηκε του θείου Τειρεσία 150
'ς τον Άδη πάλιν η ψυχή, αφού την μοίραν είπε.
εγώ 'ς τον τόπον έμενα, κ' εσίμωσε η μητέρα•
το μαύρον αίμα ερούφησε κ' ευθύς εγνώρισέ με,
και κλαίοντας μου ωμίλησεν «εις τ' άφεγγο σκοτάδι
πώς εκατέβης, τέκνο μου, συ ζωντανός ακόμα; 155
και δύσκολο 'ναι ζωντανοί να ιδούν τούτα 'δω κάτω,
τ' είναι 'ς την μέση απέραντα και φοβερά ποτάμια,
και πρώτος ο Ωκεανός, 'που δεν μπορεί κανένας,
χωρίς καράβι στερεό, πεζός να τον περάση.
τάχ' απ' την Τροίαν έφθασες εδώ με τους συντρόφους, 160
αφού πολλά πλανήθηκες; και ακόμη 'ς την Ιθάκη
δεν ήλθες, και την σύντροφο 'ς τα γονικά δεν είδες»;
Αυτά 'πε, κ' εγώ προς αυτήν απάντησα και είπα•
«μητέρα, ανάγκη μ' έφερε 'ς τον Άδη να ερωτήσω
την μοίραν απ' τον παλαιόν Θηβαίον Τειρεσία• 165
τι 'ς άκραν γης Αχαϊκής δεν έχω φθάσει ακόμη,
και δέρνομαι ακατάπαυτα μακράν απ' την πατρίδα,
απ' την στιγμήν 'που ως οπαδός του δοξασμένου Ατρείδη
να πολεμήσω επέρασα 'ς την εύιππην Τρωάδα.
τώρα εις εμέ φανέρωσε, μ' αλήθεια λέγε, ποία 170
μοίρα του τεντοπλάγιαστου θανάτου σ' έχει σβύσει•
ήταν αρρώστια μακρυνή; μη σ' εύρεν η τοξεύτρα
Άρτεμις και σ' ενέκρωσε με τα λεπτά της βέλη;
τι γίνεται ο πατέρας μου, και ο υιός οπ' έχω αφήσει;
την εξουσία μου κρατούν, ή κάποιος των ηρώων 175
άλλος την έχει, και θαρρούν πως δεν θα γύρω πλέον;
ειπέ μου και το φρόνημα, την γνώμη, της συντρόφου•
με το παιδί μας μένει αυτή και κυβερνά το σπίτι,
ή πρόκριτος των Αχαιών ήδη την πήρε νύμφη;»
Αυτά 'πα και μου απάντησεν η σεβαστή μητέρα• 180
«και με πολλήν υπομονή 'ς τα μέγαρα σου ακόμη
εκείνη μένει, κ' έρημη, χωρίς παρηγορία,
τα ημερονύκτια δαπανά 'ς τα κλάυματα η θλιμμένη.
ούτε την εξουσία σου κανείς σου πήρε ως τώρα,
αλλ' ήσυχα ο Τηλέμαχος έχει τα κλείσματά σου, 185
και εις τα συμπόσια τον τιμούν ως εις κριτήν αρμόζει,
ότι καθένας τον καλεί• και ο γέρος σου ο πατέρας
εις τον αγρό του κατοικεί, και ούτ' έρχεται 'ς την πόλι,
ούτ' έχει κλίναις με λαμπρά παπλώματα στρωμέναις•
πλην τον χειμώνα σπίτι του κοιμάτ' όπου και οι δούλοι, 190
'ς την στάκτη, 'ς την γωνιά σιμά, κ' είναι κακενδυμένος•
και άμ' έλθη ο θέρος και ο καλός καιρός του φθινοπώρου,
'ς το κάρπιμο κηπάρι του παντού τ' αμπελωμένο
χαμηλαίς κλίναις έχει αυτός τα πεσημένα φύλλα•
κείτεται αυτού και αδημονεί ποθώντας να γυρίσης, 195
κ' ενώ πληθαίνει ο πόνος του τα γέρα τον πλακόνουν.
ότι απαράλλακτος καϋμός κ' εμ' έφερε 'ς τον τάφο•
ούτε η καλότοξη θεά μ' ηύρε 'ς τα δώματά μου
και μ' έσβυσεν, η Άρτεμις, με τα λεπτά της βέλη•
αλλ' ούτε αρρώστια μ' εύρηκεν απ' όσαις καταλύουν 200
με μαρασμόν ελεεινό την ζήσι των ανθρώπων•
αλλ' ο καϋμός σου, η φρόνησι, του ήθους σου η γλυκάδα,
αυτά μου εκόψαν την ζωή, λαμπρότατε Οδυσσέα».
Αυτά 'πε• συλλογίσθηκα, και της νεκρής μητρός μου
να πιάσω τότε την ψυχήν ηθέλησα ο θλιμμένος• 205
και τρεις εχύθηκα φοραίς, να πιάσω αυτήν ποθώντας,
και τρεις ωμοίωμα σκιάς ή ονείρου από τα χέρια
μώφυγε• και βαρύτερος μ' εστενοχώρα ο πόνος,
και προς αυτήν εφώναζα• «τι φεύγεις, ω μητέρα,
εις την στιγμή, 'που προσπαθώ με πόθο να σε πιάσω, 210
όπως και οι δυο 'ς την κατοικιά του Άδη αγκαλιασμένοι
του κρύου κλάυματος ομού την ηδονή χαρούμε.
μην είναι τούτο φάντασμα, 'που η θεία Περσεφόνη
μώστειλ', όπως η λύπη μου και οι στεναγμοί πληθύνουν;»
Αυτά 'πα, και μου απάντησεν η σεβαστή μητέρα• 215
«α! τέκνο μου, βαρυόμοιρε, ως άλλος δεν ευρέθη!
δεν απατά σε του Διός η κόρ', η Περσεφόνη,
αλλ' είναι αυτός εις τους θνητούς ο νόμος του θανάτου.
ταις σάρκαις και τα κόκκαλα πλειά δεν κρατούν τα νεύρα,
αλλ' εκείν' όλα η δύναμις της φλόγας αφανίζει, 220
μόλις τα λευκά κόκκαλα το πνεύμ' αφήση μόνα•
και ως όνειρο η ψυχή πετά γυρνώντας 'ς τον αέρα.
αλλά να ιδής πάλι το φως ξεκίνησε, και μάθε
τούτ' όλα, της συντρόφου σου για να τα ειπής κατόπι».
Αυτά συνωμιλούσαμε• και ιδού, γυναικών πλήθος 225
έρχονταν, —ως ταις έστελνεν η θεία Περσεφόνη,—
όσαις και αν ήσαν σύντροφοι και κόραις των ηρώων.
κ' ενώ 'ς το αίμα ολόγυρα το μαύρο εσυναζόνταν,
πώς να ερωτήσω καθεμιά 'ς τον νου μου εγώ ζητούσα.
και απ' όλαις η καλήτερη τούτη μου εφάνη γνώμη• 230
απ' το πλευρό μου έσυρα το ακονητό σπαθί μου,
και δεν ταις άφινα μαζή το μαύρ' αίμα να πίνουν•
κ' έρχονταν τότε αραδικώς αυτού, και καθεμία
το γένος της φανέρονε, καθώς την ερωτούσα.
Πρώτ' ήλθε απ' όλαις η Τυρώ, η καλογεννημένη, 235
'πώλεγε ότ' ήταν γέννημα του απταίστου Σαλμωνέα,
και τον Κριθέα σύζυγον ότ' είχε τον Αιολίδη.
άρεσε αυτής ο ποταμός, ο θείος Ενιπέας,
των ποταμών, όπ' έχ' η γη, ο πλειά χαριτωμένος.
'ς την πρόσχαρη ακροποταμιάν εσύχναζεν η κόρη, 240
και ο γεωφόρος ο θεός ωμοιώθη του Ενιπέα,
και σιμά της επλάγιασε 'ς του ποταμού το στόμα.
το κύμα ως όρος θολωτόν εστάθη ολόγυρά τους,
κ' έκρυψε τον αθάνατον, και την θνητήν γυναίκα.
και αυτήν τότε αποκοίμισεν, αφού της παρθενίας 245
την ζώνην έλυσε, ο θεός• και ως έγειναν τα έργα
τα ερωτικά, της έσφιξε το χέρι και της είπε•
«χαίρε, γυνή, 'ς τ' αγκάλιασμα• 'ς την ώρα θα γεννήσης
ωραία τέκνα• και άκαρπη ποτέ δεν είναι η κλίνη
των αθανάτων• θρέψε τα και γλυκανάστησέ τα. 250
τώρα εις το δώμα πήγαινε, σώπα, μη μ' ονομάσης•
και συ μάθ' ότι εγνώρισες τον σείστη Ποσειδώνα».
είπε και μες την θάλασσαν, οπ' άφριζ', εβυθίσθη.
και τον Πελία γέννησεν αυτή και τον Νηλέα
και ο Δίας τους ετίμησε• βασίλευε ο Πελίας 255
εις την Ιωλκό πολύαρνος, ο άλλος εις την Πύλο.
και η δοξαστή βασίλισσα κατόπιν του Κρηθέα
άλλους εγέννησεν υιούς, τον Αίσονα, τον Φέρη,
τον Αμυθάν' ανίκητον εις την ιππομαχία.
Κατόπιν είδα του Ασωπού την κόρην Αντιόπη, 260
'που, ως εκαυχόνταν, του Διός κοιμήθη 'ς ταις αγκάλαις•
και τέκνα δυο γεννήθηκαν, ο Αμφίονας και ο Ζήθος•
τον τόπο της επτάπυλης Θήβας έκτισαν πρώτοι,
κ' επύργωσαν^ απύργωτην την απλωμένην Θήβα
δεν δύνονταν να κατοικούν, όσην ανδρειά και αν είχαν. 265
Είδα και του Αμφιτρύωνα την σύντροφον Αλκμήνη,
οπού τον λεοντόψυχον, άφοβον Ηρακλέα
εγέννησε, αφού πλάγιασε 'ς την αγκαλιά του Δία.
και του γενναίου Κρέοντα την κόρη την Μεγάρα,
'που νύμφην ο αδάμαστος την είχε Αμφιτρυωνίδης. 270
Του Οιδίπου η μάννα εφάνηκεν, η εύμορφη Επικάστη,
'που τυφλωμένη ανόμησε φρικτά με τον υιόν της.
'πώσφαξε τον πατέρα του και αυτήν γυναίκα επήρε.
και τα γενόμενα οι θεοί 'ς τον κόσμο φανερώσαν,
και αυτός με πάθη, 'ς την γλυκειά την Θήβα, των Καδμείων 275
βασίλευε, ως ηθέλησεν η οργή των αθανάτων.
και αυτήν εδέχθη ο άσπλαχνος ο θυρωρός, ο Άδης•
ότι, 'ς τον άκρον πόνο της, ψηλάθ' από την σκέπη
κρεμάσθη με συρτοθηλειά, και άφησ' εκείνου πάθη
αμέτρητ', όσα προξενούν η μητρικαίς κατάραις. 280
Εφάν' η Χλώρις έπειτα, 'που για τα εξαίσια κάλλη
νύμφην επήρε, αφού 'δωσε πολλά δώρα, ο Νηλέας,
κόρ' ύστερη του Αμφίονα Ιασίδη, του κυρίου
του Ορχομενού των Μινυών βασίλισσα εις την Πύλο
τέκνα λαμπρά του εγέννησεν η Χλώρις, τον Χρομίον, 285
τον άγριον Περικλύμενον, τον Νέστορα, και ακόμη
την πολυθαύμαστη Πηρώ, πού την ζητούσαν όλοι
απ' όλα τα περίχωρα• την έδιδ' ο Νηλέας
'ς όποιον τους ταύρους θα 'παιρνε του Ιφίκλου απ' την Φυλάκη
και αυτ' ήσαν δυσκολόπαρτοι• και απ' όλους άγιος μάντης 290
ετόλμησε κ' εδέχθηκεν εκείθε να τους πάρη•
αλλά τον άνδρα εσπέδισε μοίρα θεού βαρεία•
κακά τον έζωσαν δεσμά και αγροτικοί βουκόλοι.
αλλ' αφού οι μήνες διάβηκαν, και η 'μέραις ετελειώσαν,
κ' έκλειεν ο χρόνος, κ' έρχονταν 'ς τον κύκλο τους η ώραις, 295
τον έλυσεν ο Ίφικλος, αφού την μοίραν είπεν
όλην αυτός, και του Διός το θέλημα εγενόνταν.
Είδα την Λήδαν έπειτα, την νύμφη του Τυνδάρου,
'που του Τυνδάρου εγέννησε τα τέκνα τα γενναία,
τον Κάστορα ιπποδαμαστή, τον πύκτη Πολυδεύκη, 300
'που και τους δύο ζωντανούς κατέχ' η γη γεννήτρα.
αυτούς και κάτω από την γην ετίμησεν ο Δίας,
πότε να ήναι ζωντανοί και πότε πεθαμένοι,
καθένας την ημέρα του• και ωσάν θεοί τιμώνται.
Είδα την Ιφιμέδεια, γυναίκα του Αλωέα, 305
'πώλεγεν ότι επλάγιασε σιμά 'ς τον Ποσειδώνα,
και δύο τέκνα γέννησε, κοντόχρονα, τον Ώτον,
τον θείον, και τον ξακουστόν 'ς τον κόσμον Εφιάλτη•
απ' όσους έθρεψεν η γη ψηλότερ' ήσαν 'κείνοι,
κ' ύστερ' απ' τον Ωρίωνα, λαμπρότεροι 'ς το κάλλος. 310
ήσαν εννηάχρονα παιδιά κ' εννέα πήχαις είχαν
πλάτος, αλλά το μάκρος τους έφθανε ορυιαίς εννέα•
και τους θεούς φοβέριζαν ακόμη αυτοί να στήσουν
μάχην φρικτήν 'ς τον Όλυμπο, πολέμου τρικυμία.
την Όσσαν εις τον Όλυμπο, 'ς την Όσσα το δασώδες 315
Πήλιο να θέσουν ήθελαν, 'ς τον ουρανό να φθάσουν.
και αν είχαν ζήσει ν' ανδρωθούν θα το 'χαν κατορθώσει•
πλην του Διός και της Λητώς τους έσβυσεν ο γόνος,
πριν κάτω από τους μήλιγγαις η τρίχαις τους ανθήσουν,
και με τ' ωραίο χνούδι τους τα μάγουλα σκιάσουν. 320
Η Φαίδρα, η Πρόκνη εφάνηκαν κ' η εύμορφη Αριάδνη,
κόρη του Μίνωα του φρικτού, 'που από την Κρήτη πέρα
έπαιρνε νύμφην 'ς ταις ιεραίς Αθήναις ο Θησέας,
αλλά, πριν κείνος την χαρή, την είχε μαρτυρήσει
ο Διόνυσος, κ' η Άρτεμις την φόνευσε 'ς την Δία. 325
Η Μαίρα, και η Κλυμένη αυτού φανήκαν, κ' η Εριφίλη
η μισητή, 'που επρόδωσε τον άνδρα για χρυσάφι.
αλλ' όσαις είδα ομόκλιναις και κόραις των ηρώων,
να ονομάσω αν ήθελα, δεν θα 'φθαν' όλ' η νύκτα.
και να πλαγιάσω είναι καιρός, ή 'ς το ταχύ καράβι 330
με τους συντρόφους, ή κ' εδώ' για το προβάδισμά μου,
πρώτα οι θεοί, κ' έπειτα σεις θα λάβετε φροντίδα».
Αυτά πε, και όλοι εσώπαιναν εις το ισκιωμένο δώμα,
όπως τους εκυρίευσε του λόγου του η μαγεία.
και πρώτη ωμίλησε εις αυτούς Αρήτ' η λευκοχέρα• 335
«Φαίακαις, πώς σας φαίνεται του ανθρώπου τούτου τώρα
το κάλλος, το ανάστημα, και η ίσιαις μέσα φρέναις;
ξένος μου είναι, αλλ' επειδή τιμήν εις όλους φέρει,
μη να τον προβοδοτήσετε βιασθήτε, και απ' τα δώρα,
'που τα 'χει ανάγκην ο πτωχός, μην αφαιρείτ', ότ' είναι 340
κτήματα, χάρις 'ς τους θεούς, 'ς τα σπίτια μας περίσσα».
Ο ήρωας τότε ωμίλησεν Εχένηος ο γέρος,
οπού 'ς τους χρόνους ήτο αυτός ο πρώτος των Φαιάκων•
«Ω φίλοι, ό,τ' είπε η φρόνιμη βασίλισσα δεν είναι
εναντίον εις την γνώμη μας, και σεις να το δεχθήτε. 345
και απ' τον Αλκίνοον κρέμεται η πράξι ομού και ο λόγος».
Και προς αυτόν απάντησεν ο Αλκίνοος και είπε•
«Τούτος ο λόγος στερεός θα μείν', αν είν' αλήθεια
'που ζωντανός των ναυτικών Φαιάκων βασιλεύω.
και ο ξένος, όσο και αν ποθεί να φθάση 'ς την πατρίδα, 350
ως αύριον να' χη υπομονή, τα δώρα ως να συνάξω,
και όλοι για το προβάδισμα θα λάβουν την φροντίδα,
οι άνδραις, κ' εγώ μάλιστα, 'πώχω την εξουσία».