καπνό και κύμα είδα τρανό, και άκουσα μέγαν κτύπο•
τρόμαξαν, και απ' τα χέρια τους έφυγαν τα κουπία,
'που εβρόντησαν 'ς την θάλασσα' και το καράβι εστάθη,
τι πλειά δε τό' βιαζαν κουπιά και ανδρειωμένα χέρια. 205
κ' εγώ 'ς το πλοίο γύριζα και τους συντρόφους όλους
από κοντά συμβούλευα με λόγια μελωμένα•
«αγαπητοί μου, αμάθητοι δεν είμασθε από πάθη•
το κακό τούτο, 'πώρχεται, χειρότερο δεν είναι
απ' τ' άντρ', όπου του Κύκλωπα μας είχε κλείσ' η βία• 210
όμως κ' εκείθ' η αξία μου, ο νους και η φρονιμάδα,
μας έσωσε, κ' έναν καιρό θα το ενθυμείσθ', ελπίζω.
κ' ελάτε τώρα, ό,τι θα ειπώ να το δεχθούμεν όλοι•
εσείς αυτού καθήμενοι με τα κουπιά κτυπάτε
την αγριωμένην θάλασσαν, ίσως μας δώση ο Δίας 215
να φύγουμ' απ' τον όλεθρο, 'που εδώ μας παραστέκει.
συ, κυβερνήτη, έχε τον νου 'ς αυτό, που σε προστάζω,
επειδή συ 'σαι οπού κινείς του καραβιού το δοιάκι•
έξω από τούτον τον καπνό και από το κύμα στρέφε
το πλοίο, και όλο σίμονε 'ς τον βράχο, μη σου φύγη 220
μ' ορμή 'ς εκείνη την μεριά και εις συμφοραίς μας ρίξης».
Αυτά 'πα και όλ' υπάκουσαν και τότε ως προς την Σκύλλα,
την αναπόφευκτη πληγή, λόγο 'ς αυτούς δεν είπα,
μη φοβηθούν οι σύντροφοι, και απ' την κουπηλασία
παύσουν, και μέσα μου ριχθούν 'ς του καραβιού τα βάθη. 225
τότ' άφησα το βαρετό παράγγελμα της Κίρκης,
'που να μη ζωσθώ τ' άρματα πολύ μώχε συστήσει,
και την καλή μου αρματωσιά φόρεσα, και δυο λόγχαις
μακρυαίς 'ς τα χέρια σφίγγοντας ανέβηκα εις την πλώρη,
ότι απ' αυτού να πρωτοϊδώ θαρρούσα εγώ την Σκύλλα, 230
πετροθεριό, 'που μώφερνε καταστροφή των φίλων.
και αυτήν να ιδώ δεν δύνουμουν• τα μάτια μου αποκάμαν
ολόγυρα εξετάζοντας την σκοτεινώδη πέτρα.
Με θρήνους το κατάστενο διαβαίναμε οι θλιμμένοι•
εδώθ' η Σκύλλα, και άντικρυς η Χάρυβδις η θεία 235
είχε τα πικρά κύματα φρικτά ξαναρουφήσει•
και ότε τα εξέρνα, ως με πολλήν φωτιά βράζει κακκάβι,
γουργούριζ' όλη ανάκατη, κ' η άχνη της πετιόνταν
ανάερα 'ς ταις κορυφαίς του ενός και του άλλου βράχου.
και ότε τα πικρά κύματα ξαναρουφούσε, πάλιν 240
ανάκατη όλη εφαίνονταν 'ς τα βάθη, κ' εβροντούσε
ο βράχος όλος φοβερά, και η γη κάτω εφαινόνταν
μαύρη 'ς τον άμμο• κ' έπαιρνεν αυτούς αχνή τρομάρα.
κ' ενώ κυττάζαμεν αυτήν με φόβο του θανάτου,
μ' άρπαξ' η Σκύλλ' απ' το βαθύ καράβι έξι συντρόφους, 245
οπού 'ς την δύναμι πολύ και 'ς τ' άρματα επρωτεύαν.
και όπως το πλοίο γύρισα να ιδώ και τους συντρόφους,
επάνω μ' ήδη νόησα τα πόδια και τα χέρια
εκείνων, απ' ανάερα σηκόνονταν, κ' εμένα
καλούσαν, ύστερη φορά, κατ' όνομα οι θλιμμένοι. 250
και απ' άκρη βράχου ως ο ψαράς μ' ένα μακρύ καλάμι,
'ς τα μικρά ψάρια δόλωμα προσφέροντας, βυθίζει
το ταύρινο το κέρατο, και άμα το ψάρι πιάση
ευθύς το ρίχν' εις την ξηρά, κ' εκείνο λακταρίζει•
όμοι και αυτοί λαχτάριζαν 'ς τα βράχη αναιβασμένοι, 255
κ' εκεί, 'που αυτή τους έτρωγε 'ς την θύραν, εφωνάζαν,
προς με τα χέρια απλώνοντας, 'ς του χάρου την οδύνη.
άλλο, 'σαν κείνο, ελεεινό τα μάτια μου δεν είδαν,
'ς όσά 'παθα της θάλασσας τους δρόμους ερευνώντας.
Και αφού την φρικτή Χάρυβδι, την Σκύλλα, και ταις πέτραις, 260
φυγάμ', ευθύς εφθάσαμε 'ς τ' άγιο νησί του Ηλίου,
οπού είν' η πλατυμέτωπαις ωραίαις αγελάδαις,
και σαρκωμένα πρόβατα πολλά, κ' είναι δικά του.
και ως ήμουν μεσοπέλαγα, μες το καράβι ακόμα,
των αγελάδων άκουσα το μούγκρισμα μακρόθεν, 265
και των αρνιών το βέλασμα, 'που 'ς τα μανδριά γυρίζαν.
και ό,τι είχε ειπεί θυμήθηκα ο μάντης Τειρεσίας,
και η Κίρκη, 'που τόσο πολύ μώχε συστήσ', η Αιαία,
να φύγω το νησί του Ηλιού, 'που τους θνητούς ευφραίνει.
και τότ' εγώ περίλυπος προς τους συντρόφους είπα• 270
«'ς ό,τι θα ειπώ προσέξετε, πολύπαθοί μου φίλοι•
να μάθετε τι πρόλεγεν ο μάντης Τειρεσίας,
και η Κίρκη, 'που τόσο πολύ μώχε συστήσ', η Αιαία,
να φύγω το νησί του Ηλιού, που τους θνητούς ευφραίνει.
μέγα κακόν, ως έλεγεν, αυτού μας περιμένει. 275
αλλά παρέξω απ' το νησί στρέψετε το καράβι».
Αυτά 'πα, και εις τα στήθη τους ερράισ' η καρδία,
κ' είπεν ο Ευρύλοχος πικρά• «σκληρός είσ' Οδυσσέα•
σου περισσεύ' η δύναμις, ακούραστα 'χεις μέλη•
σίδερο θα 'ναι η πλάσι σου, 'που, αγρύπνια αφού και κόπος 280
εδάμασαν τους φίλους σου, δεν τους αφίνεις τώρα
'ς την γη να βγουν και εις το νησί, που η θάλασσ' όλο ζώνει,
τον δείπνο θα ετοιμάζαμε, και θα 'χαιρε η καρδιά μας•
και συ να παραδέρνουμε την άγρια νύκτα θέλεις,
πέρ' από τούτο το νησί, 'ς τα σκοτεινά πελάγη. 285
και η νύκταις μάλιστα γεννούν τους φοβερούς ανέμους,
των καραβιών καταστροφή• τον χάρο που θα φύγης,
την νύκτ' αν ξάφνου σηκωθή και σ' εύρη ανεμοζάλη,
Νότος είτ' έλθ' ή Ζέφυρος, σφοδρότατος αέρας,
'που και εις το πείσμα των θεών συντρίβουν τα καράβια; 290
όθεν ας υπακούσουμε 'ς την μαύρη νύκτα τώρα•
τον δείπνο θα ετοιμάσουμε προς το γοργό καράβι,
και ως φέξη θα το ρίξουμεν εις τα πλατειά πελάγη»,
Αυτά 'πε, και όλοι εδέχθηκαν τους λόγους του Ευρυλόχου•
τότ' ένοιωσα πως ο θεός ολέθριαν είχε γνώμη• 295
κ' εκείνον επροσφώνησα με λόγια πτερωμένα•
«Ευρύλοχε, με βιάζετε, μόνος αφού 'μαι εμπρός σας•
πλην ελάτ' όλοι, φοβερόν όρκον ομόσετέ μου,
βωδιών αγέλη αν εύρουμεν ή μέγ' αρνιών κοπάδι,
από κακή του τύφλωσι κανείς να μη φονεύση 300
βώδι κανένα ή πρόβατον, αλλ' ήσυχοι χαρήτε
όσαις τροφαίς η αθάνατη μας έχει δώσ' η Κίρκη».
Είπα, κ' εκείνοι ωρκίσθηκαν ως είχα εγώ ζητήσει,
και αφού τον όρκον ώμοσαν κ' ετέλειωσαν εκείνοι,
τ' ωρηό καράβι αράξαμε μες τον βαθύ λιμένα, 305
'που 'χε σιμά γλυκό νερό• και οι σύντροφοί μου εβγήκαν
έξω 'ς την γη, και τεχνικά τον δείπνον ετοιμάσαν,
και του φαγιού και του πιοτού την όρεξι αφού σβύσαν,
έκλαιαν ενθυμούμενοι τους ποθητούς συντρόφους,
'π' άρπαξ' η Σκύλλα κ' έφαγεν απ' το βαθύ καράβι• 310
κ' ύπνος τους έπιασε γλυκός εκεί, 'που ακόμη εκλαίαν,
και μες το τρίτο της νυκτός μέρος, 'που τ' άστρα κλίνουν,
άνεμον σήκωσε σφοδρόν ο αστραποφόρος Δίας,
με φυσομάνισμα φρικτό, κ' ετύλιξε 'ς τα νέφη
πόντον και γην, κ' εχύθηκεν απ' τον αιθέρα νύκτα. 315
και ως ήλθε η ροδοδάκτυλη Ηώ του όρθρου κόρη,
εις άντρο μέσα εσύραμε κ' εστήσαμε το πλοίο•
κ' ήσαν αυτού χορότοποι κ' έδραις Νυμφών ωραίαις.
τότ' έκαμα συνάθροισι και μέσα εις όλους είπα•
«ω φίλοι, αφού 'ς το πλοίο μας πιοτό και βρώσις είναι, 320
τα βώδι' αυτά μη εγγίξουμε, μη συμφορά μας εύρη.
ότι δεινού θεού τ' αρνιά τούτά 'ναι και η δαμάλαις,
του Ηλιού, 'που όλ' άνωθε τηρά και όλ' άνωθεν ακούει».
Αυτά 'πα, και τα εδέχθηκεν η ανδρική ψυχή τους.
και όλον τον μήνα ακοίμητος Νότος εφύσα ουδ' άλλος 325
απ' τους ανέμους έπνεεν, Εύρος ειμή και Νότος.
και όσο είχαν σίτον και κρασί κόκκινο οι σύντροφοι μου,
τα βώδια δεν επείραξαν φοβούμενοι τον χάρο•
αλλ' όταν όλαις η τροφαίς απ' το καράβι ελείψαν,
και απ' την ανάγκη εγύριζαν κυνήγι αναζητώντας, 330
ψάρια, πουλιά, και ό,τ' εύρισκαν, με κύρτ' αγκίστρια πιάναν,
η πείνα ως τους βασάνιζε• και τότε μέσα επήγα
εις το νησί, να δεηθώ των αθανάτων, ίσως
μου δείξη κάποιος των θεών του γυρισμού τον δρόμο.
και αφού 'ς τα μέσα του νησιού, μακράν απ' τους συντρόφους, 335
εις μέρος ήλθ' απάνεμον, ενίφθηκα τα χέρια,
κ' ευχήθην όλων των θεών των ολυμποκατοίκων•
κ' εκείν' ύπνον γλυκύτατον 'ς τα βλέφαρά μου εχύσαν,
κ' έκαμν' αρχή γνώμης κακής ο Ευρύλοχος 'ς τους άλλους•
«'ς ό,τι θα ειπώ προσέξετε, πολύπαθοί μου φίλοι• 340
όλ' είναι οι θάνατοι πικροί των άμοιρων ανθρώπων,
αλλ' ο πολύ φρικτότερος, της πείνας ν' αποθάνης•
του Ηλίου ταις καλήτεραις ας σύρουμ' αγελάδαις,
προς τους θεούς να σφάξουμε τους ουρανοκατοίκους.
και αν 'ς την Ιθάκη φθάσουμε, την ποθητήν πατρίδα, 345
του Ηλίου του Υπερίονα κτίζουμ' ευθύς ωραίον
ναόν, και μέσ' ατίμητα πολλά κρεμάμε δώρα.
αλλ' αν για βώδια ορθόκερα χολιάση και θελήση
το πλοίο να συντρίψη αυτός, κ' οι άλλοι θεοί το στέργουν,
κάλλιο 'ς το κύμα χάσκοντας με μια να ξεψυχήσω, 350
παρά να τήκωμαι καιρούς εις ένα ερημονήσι».
Είπε, και όλοι εσυμφώνησαν οι άλλοι, κ' εν τω άμα
του Ηλίου ταις καλήτεραις εσύραν αγελάδαις,
εγγύθεν, ότι όχι μακράν του μαυροπλώρου πλοίου
η ωραίαις πλατυμέτωπαις έβοσκαν αγελάδαις. 355
και ολόγυρα τους έκαμαν ευχαίς των αθανάτων,
απ' το υψηλόκομον ιδρύ χλωρά μαδώντας φύλλα,
ότι 'ς το πλοίο δεν είχαν ποσώς λευκό κριθάρι.
και άμα ευχηθήκαν, κ' έσφαξαν κ' έγδαραν, τα μερία
έκοψαν και τα εσκέπασαν 'με διπλωτό κνισάρι, 360
κ' επάνω αυτών ωμά 'βαλαν κομμάτια• και να χύσουν
σπονδαίς εις τα καιόμενα σφαχτά κρασί δεν είχαν,
και με νερό σπονδίζοντας όλα τα εντόσθια ψήναν.
και αφού καήκαν τα μεριά κ' εγευθήκαν τα σπλάχνα,
ελιάνισαν τα επίλοιπα και αμέσως τα εσουβλίσαν. 365
ο γλυκός ύπνος έφυγε τότε απ' τα βλέφαρά μου,
κ' εκίνησα προς το γοργά καράβι 'ς τ' ακρογιάλι•
αλλ' όταν εις το ισόπλευρο καράβ' είχα σιμώσει,
ήλθε ο γλυκύτατος καπνός της λίπας προς εμένα,
κ' εκλαύθηκα γογγύζοντας εμπρός των αθανάτων• 370
«Δία πατέρα, μάκαρες θεοί, 'που πάντοτ' είσθε,
Αχ! για καλό δεν μ' έχετε 'ς ύπνο βαρύ βυθίσει•
κ' εδώ, 'που εμέναν, έπραξαν έργο μεγάλο οι φίλοι».
'Σ τον Ήλιον η μακρόπεπλη εχύθη Λαμπετία
μηνύτρα ότι του εσφάξαμεν εμείς ταις αγελάδες• 375
χολώθη εκείνος κ' έλεγεν εμπρός των αθανάτων•
«Δία πατέρα, μάκαρες θεοί, 'που πάντοτ' είσθε,
τους ασεβείς πατάξετε συντρόφους του Οδυσσέα,
'που μ' άρπαξαν και μώσφαξαν τα βώδια• και εις εκείνα
χαιρόμουν ως ανέβαινα 'ς τον κάταστρον αιθέρα, 380
και ως πάλιν έγερνα εις την γην από τα ουράνια μέρη.
και αν για τα βώδια πλερωμήν, ως πρέπει, δεν μου δώσουν,
'ς τον Άδη θε να καταιβώ και των νεκρών θα λάμπω».
Και ο Δίας του αποκρίθηκεν ο νεφελοσυνάκτης•
«Ήλιε, συ λάμπε ως έλαμπες, εδώ των αθανάτων, 385
Και των ανθρώπων των θνητών 'ς την γη την σιτοδώρα•
κ' εγώ το γοργό πλοίο τους τρίμματα ευθύς θα σχίσω
με φλογοβόλον κεραυνό 'ς τα σκοτεινά πελάγη».
Τούτ' άκουσ' απ' την Καλυψώ, την λαμπρομάλλα νύμφη,
κ' εκείνης τα 'πε, ως έλεγεν, ο γλήγορος Ερμείας. 390
Και εις το καράβι ως έφθασα κάτω 'ς το περιγιάλι,
όλους ομού γλωσσόδερνα και χωριστά• και ο νους μας
διόρθωσι δεν εύρισκεν• ήσαν νεκρά τα βώδια.
τέρατα ευθύς οι αθάνατοι τους δείχναν• εσερνόνταν
τα δέρματα, και εις τα σουβλιά τα κρέατ' εμουγκρίζαν, 395
ωμά, ψητά, και ωσάν βωδιών ακούετ' η φωνή τους.
Ημέραις έξι ολόκληραις οι σύντροφοι μου ετρώγαν
από τα βώδια, 'πώκλεψαν, τα εξαίρετα του Ηλίου,
αλλ' ότε ο Δίας έφερε την έβδομην ημέρα,
έπεσε τότ' ο άνεμος, και δεν φυσομανούσε• 400
κ' εμείς το πλοίο ρίξαμε 'ς τα διάπλατα πελάγη,
τεντόνοντας τα κάτασπρα πανιά 'ς τ' ορθό κατάρτι.
αλλ' ότε οπίσω αφίναμε την νήσο, και καμμία
γη άλλη, μόνον ουρανός και θάλασσα εφαινόνταν,
σύννεφο μαύρο έστησεν ο Δίας 'ς το καράβι 405
επάνω, κ' εσκοτάδιασεν η θάλασσ' από κάτω•
κ' έτρεχε το πλεούμενον, αλλ' όχι πολλήν ώρα,
τι ογλήγορ' ήλθε ο Ζέφυρος σφικτά φυσομανώντας,
κ' η ανεμοζάλη σύντριψε το 'να και τ' άλλο ξάρτι•
και το κατάρτι εβρόντησεν οπίσω• τ' άρμενά του 410
'ς την γάστραν όλα εχυθήκαν, κ' εκείνο αυτού 'ς την πρύμη
τον κυβερνήτη κτύπησε 'ς την κεφαλή, και άμ' όλα
τώσπασε ομού τα κόκκαλα της κεφαλής• κ' εκείνος
έπεσ', ως πέφτει ο βουτηκτής, 'ς το κύμα κ' ενεκρώθη•
σύγχρονα ο Δίας βρόντησε, κεραύνωσε το πλοίο• 415
ολόβολο το ετίναξεν ο κεραυνός του Δία,
και θειάφη όλο το γέμισεν• οι σύντροφοι μου επέσαν,
και εις το καράβι ολόγυρα, 'ς τα κύματα, ως κουρούναις
επλέαν• θεία θέλησι τους πήρε την πατρίδα.
κ' εγώ 'ς το πλοίο γύριζα, ως ότου της καρίνας 420
τα πλευρά πήρε η τρικυμιά, κ' έπλεε γυμνή 'ς το κύμα.
και το κατάρτι επάνω της εσύντριψε, αλλ' ακόμη
ήτο από βωδοτόμαρο λουρί προσκολλημένο•
μ' εκείνο αφού σφικτόδεσα κατάρτι και καρίνα,
εκάθισα και μ' έπαιρνεν η λύσσα των ανέμων.
έπαυσε τότε ο Ζέφυρος και δεν φυσομανούσε, 425
αλλ' ήλθε ο Νότος πετακτά, 'ς οδύναις να με ρίξη,
την πάγκακη την Χάρυβδι και πάλι να μετρήσω.
ολονυκτής εδέρνομουν, και ο ήλιος άμ' εφάνη
'ς την φρικτήν ήλθα Χάρυβδι, και ς' την κορφή της Σκύλλας• 430
και ως κείνη εξαναρούφησε την άρμην, επετάχθην
'ς την υψηλήν αγριοσυκιά, και αυτού 'σαν νυκτερίδα
προσκόλλησ' όλο το κορμί• δεν είχα που να στήσω
το πόδ' ή επάνω ν' αναιβώ• μακράν η ρίζαις ήσαν,
και οι κλώνοι της εξέβγαιναν ανάεροι, μεγάλοι, 435
και κάτω εις την Χάρυβδι τον ίσκιο τους απλόναν.
σφικτά κρατιόμουν, ως να ιδώ κατάρτι και καρίνα
να μου ξεράση πάλι αυτή• κ' εστέναξα όσο να 'λθουν.
και ότε ο κριτής την σύνοδο για να δειπνήση αφίνει,
αφού πολλών ξεδιάλυσεν ανδρών φιλονεικίαις, 440
τα ξύλ' από την Χάρυβδι τότ' εφανερωθήκαν.
τα χέρια τότε απόλυσα, τα πόδια, 'ς τον αέρα,
'ς το κύμα μέσα εβρόντησα παρέξω από τα ξύλα,
κ' έλαμνα με τα χέρια μου 'ς εκείν' αποθωμένος.
την Σκύλλα να ξαναϊδώ δεν άφησε ο πατέρας 445
θεών και ανθρώπων• άφευκτα θα μ'εύρισκεν ο χάρος.
Κείθ' εννηά 'μέραις δέρνομουν• και την δεκάτη νύκτα
'ς την Ωγυγίαν οι θεοί μ' εφέραν, οπού μένει
η Καλυψώ καλόκομη, δεινή θεά, κ' εκείνη
με αγάπα και μ' εξένιζεν• αυτά τι σου τα λέγω; 450
χθες ήδη 'ς το παλάτι σου τα ιστόριζα κ' εσένα
και της σεπτής συντρόφου σου• και δεν μ' αρέσει εκείνα,
'που ένα προς έν' ανάφερα, να ξαναλέγω τώρα.
ΤΕΛΟΣ Β' ΤΟΜΟΥ