αιγυπτιακή ακούοντας από τον στυλοβάτη ασυγκίνητη τα δάκρυα και
τις παράκλησες του πιστού της. Από λεφτό σε λεφτό εχαμηλοπλάγιαζε
το κεφάλι ζερβόδεξα, σαν ν' αυτιαζόταν ήχους μαντικούς, που
έφερνεν από μακριά, πολύ μακριά ο αιματοβαμμένος αιθέρας. Έπειτα
το εψήλωνε απότομα με τα μάτια κάπου γιαλιστά, στον αιθέρα
στυλωμένα δίχως έκφρασι και ζωή, σαν να είχεν αφαιρεθή από τα
κοσμικά για να εξηγήση τους ήχους. Και άξαφνα έδειχνεν έκφρασι
ικανοποιητική του εγωισμού της και φοβεριστική σύγκαιρα σαν να
έλεγε: Κύταξε καλά· αν θελήσω αλλοίμονο και τρισαλλοίμονο εσένα
και το σπίτι σου!... Και σκύβοντας έχωνε το ράμφος στα στήθη της,
εσήκωνε τα λιανοπούπουλα του προσώπου σαν αγκυστρωτά λεπίδια,
εγούρλωνε τα μάτια κ' έπαιρνε θηρίου μανισμένου στάσι, λέγεις και
ήθελε να κάμη φοβερό κακό και αδύνατη εξέσχιζε τα κρέατά της να
ξεθυμάνη. Και ο μαυροκαπετάνιος βλέποντάς την έτσι, εχαμήλωνε τα
μάτια του κ' έφευγε να μην τη θυμώση περισσότερο. Αλλ'
ανυπόμονος, νευρικός, αναμένος όλος, αφού εβημάτιζε λίγο στο
κατάστρωμα εστεκόταν απότομα κάτω από το πινό και σταυρώνοντας τα
χέρια στο στήθος εσήκωνε το κεφάλι με φόβο και θράσος μαζί και
της έλεγε:
— Μωρή φεύγα! πήγαινε στο καλό· πήγαινε στην ευχή του Θεού και
των γονέωνέ μου· άσε με να πάω στο δρόμο μου και μη με κολάζης...
Φεύγα μωρή άτιμη, σκύλα, συχαμένη, βρωμιάρα!... Πήγαινε στο καλό,
πήγαινε στο διάολο! ...
Και η φωνή του από μαλακή και παρακαλεστική που ήταν ανέβαινε
σιγά — σιγά κ' εξέσπαε τέλος βρισάρα, σαν το κύμα που πιάνεται
μαλακό, παιγνιδιάρικο στο ένα ακρογιάλι και καταντά στο αντικρυνό
φοβερός και τρομερός κοσμοχαλαστής. Αλλά το πουλί σαν να
ευχαριστιόταν με την παραφορά του εκείνη, άνοιγε το στόμα του,
έδειχνε γλώσσα μικρή και σουβλερή κ' εχαυνιζόταν πλατειά με
χαμώγελο και περιφρόνησι. Κ' εκείνος βλέποντάς έτσι όλο και
άναβε· εβλαστημούσε κ' έβριζε κ' εχειρονομούσε κ' εδάγκωνε
πεισματικά ως που αιμάτωνε τα δάχτυλά του.
— Μωρέ, φέρε μου την τσάγκρα! εφώναξεν άξαφνα· φέρε μου την
τσάγκρα να του πιώ το αίμα!
Εκίνησα να κάμω το θέλημά του. Αλλά δεν είχε υπομονή. Με πλατειά
βήματα δρασκελώντας το κατάστρωμα έφτασε πρώτος στην κάμαρη,
άρπαξε το σκουροντούφεκο και από τη σκάλα, χωρίς να σημαδέψη την
άναψε στο πουλί. Ένας ξερός χτύπος ακούστηκε μα τίποτ' άλλο. Ο
κόκορας έπεσε αλλά δεν έπιασε το καψούλι. Επαγώσαμε. Κακοσημαδιά
στην κακοσημαδιά· όλα ανάποδα επήγαιναν σήμερα! Καλά το είπε ο
καπετάν Κρεμύδας: Τι στο καράβι ή στο σπίτι μεγάλο κακό θε να
γένη!...
Στον ξερό χτύπο η κουκουβάγια επέταξε τόρα. Αλλά δεν επέταξε
μακριά να φύγη, να χαθή από εμπρός μας· εχαμοπετούσε πεισματικά
περίγυρα σχίζοντας τον αέρα με τα ψαλιδωτά φτερά της, εκαθόταν
στο ξάρτι και στυλώνοντας το κορμί, με το στήθος ολοφούσκωτο και
τον λαιμό χωμένον στους ώμους έρριχνε ξαφνικά μία στριγγιά φωνή
που επάγωνε το αίμα.
— Κουκουβάου!... κουκουβάου — βάου!...
Τόρα ο ήλιος ήταν βασιλεμένος και δεν έβλεπες στη δύσι παρά
σύγνεφα αιματοβαμμένα και κατακόκκινον αιθέρα ν' ανεβαίνη σαν
αναλαμπή μεγάλης πυρκαϊάς και να χωνεύη ανάλαφρα στο γαλάζιο
χρώμα τ' ουρανού. Πέρα στο Τσιρίγο ο Νότος καλός πρωτομάστορης,
έχτισε το τέμπλο σωριάζοντας σύγνεφα θεοσκότεινα και ανώμαλα σαν
χάλαρα στη βάσι, στη μέση ανοιχτώτερα, στην κορφή καταγάλαζα· και
απάνω στα κυματιστά χείλη, στους πύργους και τις πολεμίστρες,
έχυσε πλατύ χρυσογάιτανο και άλλο αποπάνω κατάργυρο και ψηλά
φλάμπουρο εσήκωσε τον Αποσπερίτη να λαμπρύνη τη δόξα του. Και
πίσω από το αεροκάμωτο τείχος ετόξευε σπηλιάδα σε σπηλιάδα τον
άνεμο, καρτερώντας τη στιγμή να χυθή συφάμελος και να ταράξη τα
σύμπαντα. Μα κ' εκείνες άρχισε να τις αισθάνεται η θάλασσα, τα
πανιά μας να φουσκώνουν, να παίρνει δρόμο το πλεούμενο. Ο
Μπαρμπατρίμης που ακολουθούσε συλλογισμένος το χτίσιμο του
τέμπλου κ' εγύριζε ζερβόδεξα το μάτι, σαν σκυλί κυνηγάρικο που
μυρίζεται τον αέρα είπεν άξαφνα του καπετάνιου:
— Καπετάν Κρεμύδα, θα μας βγάλη αέρα ο Νότος λέω να πάρουμε κάτω
λίγα πανιά.
Μα εκείνος αφαιρεμένος στο πουλί είπεν αδιάφορος:
— Μπα! καλοκαιρινός είνε· ας το κι' ας πάει...
Ο καπετάνιος ήταν αγαθός άνθρωπος. Μακριά όμως να μη τον θυμώσης.
Τον εθύμωσες; φεύγα από κοντά του. Ίδιος βοριάς στις πρώτες του
ημέρες γίνεται. Τρέχα να εμπής στο λιμνοστάσι γιατί φίδι που σ'
έφαγε! Τόρα εθύμωσε με το πουλί.
— Αν δεν σου πιω το αίμα, να μη με ειπούν καπετάν Κρεμύδα· είπε
σκάζοντας χάμω τον κόκκινο σκούφο του.
Άλλαξε αμέσως το καψούλι, έφτιασε την αβιζώτη και δίνοντας το
τιμόνι στον γέροντα·
— Κυβέρνα καλά, Μπαρμπατρίμη, είπε· ίσ' απάνου στ' άτιμο. Τήρα
καλά να μην το χάσης από τα μάτια σου!
— Λέω καπετάνιε, να μαϊνάρουμε λίγα πανιά. Θα βγάλη αέρα ο
Νότος· εξανάειπε σιγά εκείνος.
— Μωρέ δος του να παίρνη, γεροξεκουτιάρη! εφώναξε ο καπετάν
Κρεμύδας. Κυβέρνα καλά κι' απάνω του σου λέω!...
Ο Μπαρμπατρίμης μουρμουρίζοντας έκατσε στο τιμόνι κ' επήρε στα
χέρι το δοιάκι. Ο αέρας όλο κ' εδυνάμωνε. Οι σπηλιάδες έρχονταν
συννώτερες και τα πανιά ένα με το άλλο άρχισαν να γεμίζουν, να
γουβώνουν σαν μεγάλες αχιβάδες, τα ξάρτια και οι μακαράδες να
τριζοβολούν. Ο γέρος έδινε τόρα τα προστάγματα γοργά· οι ναύτες
έτρεχαν από σκότα σε σκότα· η γολέτα επηδούσε στα κύματα σαν
γοργάλογο στον απλωτό κάμπο και η πλώρη της ελίχνιζε το νερό. Μα
και καπετάνιος και ναύτες δεν είχαν τον νου στο ξύλο ούτε στον
καιρό, παρά στην κουκουβάγια που δεν έπαυε να κλωθογυρίζη
πετώντας πάντα ζερβόδεξα.
Στην αρχή έβλεπε καθένας παράξενη την επιμονή του καπετάνιου να
τα βάλη μ' ένα πουλί. Έξω από τον Μπαρμπατρίμη, που είχε τις
παλιές ιδέες, οι άλλοι είμαστε δίβουλοι. Μα σιγά ένας με τον
άλλον, εξεχαστήκαμε ακολουθώντας το πέταγμά του. Πείσμα και
πρόληψες επάλαιβαν τόρα και μας εδαιμόνιζαν. Ηθέλαμε να πιτύχη ο
καπετάνιος τον σκοπό του. Εκαρδιοχτυπούσαμε μήπως πετάξη μακριά
το πουλί και γλυτώση στον θαμπόν αιθέρα. Ναι· ή σ' εκείνον ή σ'
εμάς έπρεπε να ξεσπάση η κακοσημαδιά. Αν το εσκότωνε εσωνόμαστε
κ' εμείς και το καράβι και τα σπίτια μας. Τα σπίτια και οι
συγγενείς και οι φίλοι μας. Γιατί ποιος ξεύρει αν ήταν για τον
καπετάνιο η κουκουβάγια και όχι για κανένα άλλον. Αληθινά ήταν ο
καραβοκύρης· αυτός ώριζε, αυτός στο σπίτι του άφησεν άρρωστο· μα
ποιος ήταν βέβαιος; Ο καπετάνιος, νομίζεις, εμετάδωσε τη μανία
του και ειμπορώ να ειπώ πως αν μας έβλεπες, θα επίστευες πως
εφάγαμε όλοι τρελομανίταρα και κανείς δεν είχε τα λογικά του.
— Να το, βάρ' του!... εφώναζεν ένας με τον άλλον, κινώντας χέρια
και πόδια στον καπετάνιο.
Κ' εκείνος με το ντουφέκι στο χέρι με τα μαλλιά ορθά, τα
μουστάκια άγρια, το πρόσωπο αναμένο, έτρεχεν από πρύμνη σε πλώρη
βιαστικός, άγρυπνος, κυτάζοντας περίγυρα με γουρλωμένα μάτια,
λέγεις κ' έρχονταν να πατήσουν κουρσάροι το πλεούμενο.
Αλλά το πουλί ήξευρε πολλά παιγνίδια. Δεν επετούσε τόσο μακριά να
το χάνουν τα μάτια μας· αλλ' ούτε και κοντά να το φτάνη η
τσάγκρα. Εφανερωνόταν δεξιά μας και η γολέττα έτρεχε βόλι απάνω
του. Εκείνο επετούσε κατάμπροστα στην πλώρη, κρατώντας πάντα την
ίδια απόστασι, σαν κακόγνωμο πνεύμα που έσερνε με αόρατα βρόχια
το πλεούμενο. Έφτανεν έτσι κάτω στη Μήλο, είτε απάνω από τα
Γερακούνια, είτε κατά την Ερημόμηλο. Τότε για να προφυλαχθή από
τις δόλιες ξέρες επόδιζε η γολέτα. Μα ενώ λυσσασμένοι
εβλαστημούσαμε που το εχάναμε, εκείνο εφαινόταν πίσω στο πίκι, να
στυλώνη τα κρασάτα μάτια του κατά τον καπετάνιο με μίσος. Και
μόλις εκείνος εξάμωνε το ντουφέκι, έρριχνε τη φωνή του βρυσιά και
περιγέλασμα, κ' επετούσε κλωθογυρίζοντας εδώ κ' εκεί, μ' ένα
πέταγμα τρεμουλιαστό και βαρύ και άταχτο σαν μεθυσμένο. Και η
γολέτα, λέγεις πλέον μεθυσμένη, έτρεχε καταπάνω του με τα πανιά
γεμάτα· ο καπετάνιος με την τσάγκρα στο χέρι· κ' εμείς όλοι με τα
μαλλιά ορθά, τα μάτια γουρλωμένα, τα πρόσωπα κατακόκκινα,
χερονομώντας και παραμιλώντας που αν μας έβλεπες, βέβαια θα
επίστευες πως εφάγαμε όλοι τρελομανίταρα και κανείς δεν ήταν στα
λογικά του!...
Τόρα το φεγγάρι εψήλωνε ολοστρόγγυλο από το βουνό της Νάξου και
το ζωντανό και ολόπυρο φως του ήλιου εδιαδέχθηκεν ένα φως ήμερο
και γλυκό, που έδειχνε την πλάσι όλη κοιμισμένη σε όνερο. Τα
μακρινά νησιά και περιγιάλια σκοτεινιασμένα, ενόμιζες πως έπλεκαν
όγκοι πελώριοι στον θαμπόν αιθέρα κ' έδιναν να μαντεύης παρά να
ξεχωρίζης τα σχήματά τους. Τα κοντινά η Κίμωλος και η Πόλυβος, η
Μήλος και η ερημόμηλος και τα Γερακούνια εξεχώριζαν καθαρά
τυλιγμένα σε ασπρογάλαζη ομίχλη, με τις σχισμάδες και τις σπηλιές
τους σκοτεινόμαυρες, τ' ακρωτήρια και τις ραχούλες φωτεινώτερες,
τις πλαγιές τους ήμερες, στρωτές, δίχως λάκκους και αγριαγκάθια,
τις ρεματιές τους και τ' ακρογιάλια δίχως λιθάρια και χάλαρα. Όλα
μέσα στο μαγικό φως λουσμένα είχαν μια πλάνα έκφρασι, σαν να ήσαν
τα νησιά των Μακάρων. Το πουλί μας είχε ρίξει κάτω από την
Ερημόμηλο κ' εβλέπαμε φώτα στο Κάστρο της Μήλου και άλλα κάτω στα
Κρητικά να παιγνιδίζουν στο νερό σαν χρυσόφιδα και δυο φωτιές
μεγάλες να χύνωνται ποτάμια πύρινα και να φτάνουν στο καράβι που
έλεγες τόρα θ' ανάψη κ' εκείνο. Από το αντίθετο πλευρό εκατέβαινε
του φεγγαριού η λαμπάδα κ' έγλειφε με γλώσσες αργυρές το
κατραμαλειμμένο σκαφίδι, έπεφτε μέσα στο κατάστρωμα, στις
σκουριασμένες αλυσίδες και τους ξανθούς μουσαμάδες, στους
μπαμπάδες και τους μούρσους, στις γούμενες και τις αλτσάνες και
τους σκαρμούς, ανέβαινε στα κατάρτια τα βαρυφορτωμένα με σίδερα
και σχοινιά, έπεφτε στα πανιά, επερνούσε στις σταύρωσες, άλλα
εφώτιζε και άλλα ίσκιωνε, που ενόμιζες το πλεούμενο κρίνον
γιγάντιο στη θάλασσα φυτρωμένον.
Ο αέρας όλο κ' εδυνάμωνε· εσφύριζε μέσα στ' άρμενα κ' έβγαζε
χίλιων λογιών ήχους, από το άγριο ούρλιασμα κοπαδιού τσακαλιών
και λύκων ως το γλυκοφωνότερο τραγούδι και το πεταχτό λάλημα
φλογέρας. Ο Μπαρμπατρίμης συλλογισμένος αυτιαζόταν το σφύριγμα
και την ώρα που ο καπετάνιος τον επλησίαζε του ξανάειπε ανήσυχος:
— Καπετάν Κρεμύδα, ο Νότος δυναμώνει· να μαϊνάρουμε, λέω, λίγα
πανιά, γιατί θα μας τα φάη.
— Κάμε ό,τι θες· απάντησεν εκείνος.
Και αποκαμωμένος, καταϊδρωμένος, ακούμπησεν αγκομαχώντας στην
κουπαστή και απαράτησε χάμω την τσάγκρα. Μα την ίδια στιγμή
αντήχησε σπαραχτική σαν κινδύνου ανάκρασμα η φωνή της
κουκουβάγιας απάνω από το κεφάλι του:
— Κουκουβάου!... κουκουβάου, βάου!...
Το αναθεματισμένο πουλί τόσην ώρα ήταν χωμένο στο ξάρτι κ' εμείς
είδησι δεν είχαμε. Ευθύς ετινάχθηκεν ορθός, άδραξε την τσάγκρα
και αγριοφώναξε:
— Στο τιμόνι, Μπαρμπατρίμη! στο τιμόνι κι' απάνω του!...
Αφήσαμε όλοι το πανιά κ' επήρε καθένας τη θέσι του. Ο
Μπαρμπατρίμης εγύρισε τη γολέτα από την Ερημόμηλο κατά τα
Γερακούνια. Ήταν επικίνδυνο το μέρος γιατί έχει ρέματα ορμητικά
κ' εύκολα ημπορεί να σε ξεπέση. «Ερημόμηλο ξεπέσης Γερακούνια
καταντάς», έλεγαν οι παλαιοί. Μα ο γέροντας είχε στιβαρό κ'
επιδέξιο χέρι. Όταν εχούφτωνε το τιμόνι λαχτάρα το έπιανε. Είχε
και μάτι δυνατό που ημπορούσε τριών ημερών πούλια να διακρίνη.
Ώστε δεν είχαμε φόβο και αρχίσαμε πάλι τον τρελόν αγώνα.
Μα το πουλί το πλάνο δεν είχε σκοπό να πάψη το παιγνίδι του.
Μαύρο σαν χούφτα χώμα, επετούσε στον ωχρόν αιθέρα αργά — αργά,
λέγεις κ' εφρόντιζε να μη χαθή από τα μάτια μας και πότε
εστριφογύριζε στη γολέτα, πότε εδιάβαινε σαΐτα ανάμεσ' από τα
πανιά κ' εχώνευε στις στραλιέρες κ' εκαβαλίκευε τον τρίγκο κ'
εδιάβαινε κάτω από τα κουρταλατσίνια κ' εκαθόταν στον έξω φλόκο·
και άξαφνα με φωνές και φτεροκοπήματα επηδούσε πάλι μέσα,
εκατέβαινε στο φλις, ερροβολούσε στη μπούμα· και αποκεί ρίχνοντας
άλλη φωνή, εξανάρχιζε το παράδοξο κλωθογύρισμά του.
— Πίσω μου, διάολε!... έλεγε ο μαυροκαπετάνιος.
— Μωρέ το κεφάλι μου κόβω, πως δεν είνε πουλί αυτός ο πειρασμός·
είπε μια στιγμή ο Μπαρμπατρίμης· πιάσε, λέω, την τσάγκρα με το
ζερβί να μη στην πάρη... Δεν ακούς μια ώρα τόρα το σκυλί πώς
γρινιάζει!
Αληθινά ο Πιστός ο σκύλος μας, πεσμένος στην πλώρη, συμμαζωμένος
λέγεις κ' εφρόντιζε να γίνη όσο το δυνατόν ελάχιστος, με την ουρά
κρυμμένη στα σκέλια, το κεφάλι ριγμένο απάνω στα μπροστινά του
πόδια τ' αυτιά κρεμασμένα, ανοιγοσφαλούσε τα μάτια κ' εγρίνιαζε
μη τολμώντας ν' αλυχτήση από την παρουσία κακού φαντάσματος. Μας
έπιασε κ' εμάς τρομάρα και αρχίσαμε τα σταυροκοπήματα. Άλλος
εφιλούσε το φυλαχτό του, άλλος έπαιρνε στην τσέπη κερί του
Επιταφίου και άλλος εψιθύριζε θρησκευτικά τροπάρια. Ο καπετάνιος
καθώς είδε το σκυλί εσταυροκοπήθηκε, έπιασε με το ζερβί του χέρι
το σκαντάλι.
Τέλος ήρθε μια στιγμή που είπαμε πως ετελείωσαν τα βάσανα. Η
κουκουβάγια κουρασμένη, φαίνεται, άρχισε ν' αργοπετά τόρα, να
χαμηλώνη και άξαφνα εβρόντησε χάμου στο κατάστρωμα.
— Βάρ' της! εφωνάξαμε ομόφωνοι.
Μα ώστε να ξαμώση ο καπετάνιος, διάργυρος εχάθηκεν από εμπρός
μας. Εκείνος άρχισε να μας βρίζη που δεν εμιλήσαμε σύγκαιρα. Μα
την ίδια στιγμή βλέπω τον Μπαρμπατρίμη να παραιτή το δοιάκι και
αρκουδίζοντας να τον πλησιάζη και με χερονομίες να δείχνη στο
σχοινί της μεσανής στραλιέρας το πουλί.
— Βάρ' της!
Μπαμ! αντήχησε στον ήσυχον αιθέρα και καπνός με σκάγια και
στουπιά έπεσε στα πανιά, σαν να τα έδερνεν αδρύ χαλάζι. Αλλά με
την ντουφέκια ένας άλλος χτύπος συγκρατητός αντήχησεν, όπως όταν
γκρεμίζεται δέντρο συγκλαδοκορμόρριζο κ' επέσαμε όλοι προύμυτα.
Ο διάβολος έκαμε τον σκοπό του! Μια στιγμή που απαράτησεν ο γέρος
το τιμόνι, μας άρπαξε το ρέμα στα κλωθογυρίσματά του, μας έσπρωξε
απάνω στα Γερακούνια και η δόλια γολέτα άνοιξε σαν καρύδι. Και
από τη θαμπή ερημία του νησιού, ανέβηκε για τελευταία φορά, πλέον
άγρια κ' αιματοπήχτρα η φωνή της κουκουβάγιας, κραυγή νικητήριος
συφοράς και δακρύων:
— Κουκουβάου!... κουκουβάου — βάου!...
— Αχ, μ’ έχασες πειρασμέ!... εστέναξεν ο καπετάνιος τραβώντας τα
μαλλιά του.
Μα ο Μπαρμπατρίμης έτρεξε χαρούμενος και του εβούλωσε το στόμα.
— Φτύσ' στον κόρφο σου και μη βαργομάς το θεό!... Να που
ξεδιάλυνε η κακοσημαδιά· κάλλιο στο καράβι παρά στο σπίτι σου!
Ο καπετάν Κρεμύδας εγύρισε και τον εκύταξε άφωνος. Ήρθεν ευθύς
εμπρός του η θλιβερή εικόνα του σπιτιού με τη γυναίκα του
κλιναρομένη να χαροπαλαίβη, να γυρίζη εδώ κ' εκεί τα φωτεινά και
υγρά μάτια της και κάτω τα παιδιά να σέρνονται και να κλαίνε μόνα
κ' έρημα. Και πέφτοντας με λυγμούς και δάκρυα στην αγκαλιά του
Μπαρμπατρίμη·
— Ναι· είπε με φωνή μισοσβυσμένη, λέγεις και δεν ήθελε να την
ακούση ο ίδιος. Δόξα νάχη ο Θεός! Κάλλιο στο καράβι παρά στο
σπίτι μου!...
Η ΓΟΡΓΟΝΑ
Με το μπρίκι του καπετάν Φαράση αρμένιζα μεσοκάναλα εκείνη τη
νύχτα. Σπάνια νύχτα· πρώτη και τελευταία θαρρώ στη ζωή μου. Τι
είχαμε φορτωμένο; Τι άλλο από σιτάρι. Πού επηγαίναμε; Πού αλλού
από τον Πειραιά. Πράγματα και τα δυο που τα έκαμα το λιγότερο
είκοσι φορείς. Μα εκείνη τη βραδιά αισθανόμουν τέτοιο πλάκωμα
στην ψυχή που εκινδύνευα να λιποθυμήσω. Δεν ξεύρω τι μου έφταιγε·
θέλεις η γαληνεμένη θάλασσα, θέλεις ο ξάστερος ουρανός, θέλεις το
διαπεραστικό ηλιοπήρι· δεν ειμπορώ να ειπώ. Μα είχα τόσο βαρειά
την ψυχή, εύρισκα τόσο σαχλοπλημμυρισμένη τη ζωή, που αν με
άρπαζε κανείς να με ρίξη στο νερό δεν θα έλεγα «όχι!»
Ο ήλιος ήταν ώρα βασιλεμένος. Τα χρυσοπόρφυρα συγνεφάκια που
εσυντρόφευαν το κατέβασμα του εσκόρπισαν στον πλατύν ορίζοντα,
εσκάλωσαν κάπου μαύρα σαν γιγάντιες καπνιές. Ο Αποσπερίτης έλαμψε
κρυσταλλόχιονο μέσα στα σκούρα. Εφάνηκαν ψηλά οι αστερισμοί ένας
κ' ένας. Τα νερά κάτω επήραν εκείνο το λευκοσκότεινο χρώμα το
κρύο και λαχταριστό του ατσαλιού. Το ναυτόπουλο άναψε τα φανάρια
στη θέσι τους· ο καπετάνιος εκατέβηκε να κοιμηθή· ο Μπούλμπερης
έκατσε στο τιμόνι· ο Μπραχάμης ο σκύλος μας εκουλουριάσθηκε στη
ρίζα του αργάτη ν' αναπαυθή κ' εκείνος. Εγώ ούτε ν' αναπαυθώ
ημπορούσα. Ούτε ύπνο — ούτε ξύπνο. Εδοκίμασα να πιάσω κουβέντα με
τον τιμονιέρη· μα είχε τόσην ανοστιά που έσβυσεν ευθύς σαν φωτιά
αναμμένη με χλωρόξυλα. Επήγα να παίξω με τον Μπραχάμη· αλλά κ
εκείνος ετρύπωσεν ακόμη περισσότερο το μουσούδι στα πόδια του και
βαριεστισμένος εγρίνιασε σαν να μου έλεγε: — Άφησέ με και δεν έχω
την όρεξί σου! Τότε βαριεστισμένος κ' εγώ επήγα κ' εξαπλώθηκα
προύμητα καταμεσίς κ' έκλεισα στη χούφτα τα μάτια μου, θέλοντας
να μη βλέπω τίποτα περίγυρα, να μην αισθάνομαι πως ζω. Και λίγο —
λίγο σχεδόν το εκατόρθωσα. Κάτι ελάχιστο σαν θαμπό καντηλάκι
έβλεπα να ζη στο κέντρο της υπάρξεως μου και γύρω κρύα στάχτη να
σκορπούνε τ' άκρα, να σμίγουν και να χωνεύουν μέσα στ' αναίσθητα
σανίδια του καταστρώματος.
Πόσο έμεινα έτσι δεν ηξεύρω. Τι μαύρες ιδέες έκλωσα στο πνεύμα
μου ή και αν έκλωσα καθόλου δεν θυμούμαι. Άξαφνα όμως άρχισα ν'
ανατριχιάζω· κάποια μαγνητική ενέργεια να ερεθίζη τα νεύρα μου
όπως η υγρασία ερεθίζει τα πουλιά στο φλυάρισμα. Κ' ευθύς πορφυρό
κύμα εχύθη απάνω μου, έδραμε απ' όλους τους πόρους της σαρκός,
επέρασε στα αισθητήρια κ' επλημμύρισε το εγώ μου ολάκερο.
Επίστεψα πως εκολύμπουν στα αίματα. Και όπως ο κοιμάμενος σε
σκοτεινό δωμάτιο, αυτόματα ξυπνά στο λαμπρόλευκο φως της ημέρας
κ' εγώ αισθάνθηκα τη ζωή από άκρη σε άκρη να κουφοδρομή και
άνοιξα τα μάτια μου. Τ' άνοιξα ή τα έκλεισα δεν θυμούμαι,
θυμούμαι μόνον πως έμεινα ακίνητος, μαρμαρωμένος όπως οι αρχαίοι
εμπρός στο κεφάλι της Μέδουσας, Πρώτη μου σκέψις ήταν πως
εξύπνησα μέσα στον φάρυγγα κάποιου ψαριού, που γίγαντας ερρούφηξε
το καράβι μας. Και όμως δεν ήτο φάρυγγας ψαριού. Ήταν ο ουρανός
ψηλά και κάτω η θάλασσα. Μα όλα ψηλά και χαμηλά στρωμένα ήσαν με
ρούχο κατακόκκινο, κυματιστό, που έβαφε με αβρό φεγγοβόλημα ως
και το σωτρόπι της σκάφης μας. Κάπου στα πέρατα της γης πυρκαγιά
ετίναζε τη λαμπάδα της ψηλά κ' έρριχνε φοβερούς αποκλαμούς
περαδώθε, άπληστη να χάψη τα σύμπαντα. Μα πού το κάμα και πού η
αθάλη της; Και τα δυο έλειπαν. Ο αέρας ήταν ίδιος όπως και πριν
λίγο δροσερός, υγρός περισσότερο και τα ξύλα, τα σίδερα, τ'
άρμενα του καραβιού δεν είχαν κανένα σημάδι.
Κάτω στα βάθη του βοριά κάποιο μενεξεδένιο σύγνεφο άπλωσε κ'
ετύλιξε μέσα γαλαζόχρωμα τ' αστέρια και τέλος τα έκρυψε κάτω από
το πυκνό μαγνάδι του. Και παραπάνω τόξο απλώθηκε λευκοκίτρινο κ'
έχυσε μεσούρανα ποτάμια σκοτεινά και ποτάμια πράσινα,
χρυσορρόδινα και γλαυκά, λέγεις και ήθελε να βάψη το στερέωμα.
Και το τόξο κινητό σαν ανεμόδαρτο παραπέτασμα έσειε τα κρώσσα
εμπρός, άπλωνε τις αραχνοΰφαντες δαντέλες του κ' επρόβαινε
καταχτητής του αιθέρα, Όπως η πλημμύρα προβαίνει και σκεπάζει με
αφρούς και γλώσσες την αμμουδιά. Τ' αέρινα ποτάμια έτρεχαν γοργά
κ' εφούσκωναν κ' εκυλούσαν πάντα σκοτεινά είτε πράσινα,
χρυσορρόδινα είτε γλαυκά κ' εσκόρπιζαν αντιφεγγίσματα παντού, σαν
ηλεκτρικού προβολές χοντρές και αδαπάνητες. Η θάλασσα ακίνητη
αντανακλούσε τα τόσα χρώματα κ' εφαίνονταν όλα εκστατικά εμπρός
στη θαυμαστή σπατάλη του τόσου σέλαος. Μα περισσότερο εκστατικός
ήμουν εγώ. Δεν ήξευρα τι να κάμω και τι να συλλογισθώ. Έφτασε,
είπα, του κόσμου η συντέλεια. Τέτοια όμως συντέλεια ημπορούσε να
ευχαριστήση τον καθένα. Ηλιογάβαλος η γη βούλεται να πεθάνη μέσα
στα ροδοκύματα.
Άξαφνα όμως ανατρόμαξα. Κάτω βαθειά, μέσ' από το μενεξεδένιο
σύγνεφο είδα να προβαίνη ίσκιος πελώριος. Η χοντρή κορμοστασιά,
το πυργογύριστο κεφάλι του εφάνταζαν στο βάθος τ’ ουρανού σαν
Αγιονόρος. Τα δυο του μάτια μεγάλα και λαμπρά, εγύριζαν φωτεινούς
κύκλους την ίριδα κ' έβλεπαν υπερήφανα τον Κόσμο πριν τον
λαχτίσουν στην ανυπαρξία. Νάτος! είπα ο θεόσταλτος άγγελος, ο
χαλαστής και σωτήρας. Τον έβλεπα με μάτια ορθάνοιχτα και είχα
σύγκρυο στην ψυχή. Από στιγμή σε στιγμή επρόσμενα σφυρί να πέση
απάνω μου το φριχτό χτύπημα. Πάει τόρα η γη με τους καρπούς, πάει
και η θάλασσα με τα ξύλα της! Ούτε τραγούδια πλέον, ούτε
ταξείδια, ούτε φιλιά. Η μήτρα της γεννήσεως και της θανής θα πέση
τέλος στης ανυπαρξίας το βάραθρο, χωρίς καθόλου να συγκινήση τους
κόσμους.
Αλλά δεν άκουσα ακόμη το χτύπημα. Ο ίσκιος επρόβαινε στα νερά με
άλματα πύρινα. Και όσο γρηγορώτερα επρόβαινε τόσο εμίκραινε η
κορμοστασιά του. Και άξαφνα ο θεότρομος όγκος αγλαόμορφη κόρη
εστάθηκεν αντίκρυ μου. Διαμαντοστόλιστο στέμμα εφορούσε στο
κεφάλι και τα πλούσια μαλλιά, γαλάζια χαίτη άπλωναν στις πλάτες
ως κάτω στα κύματα. Το πλατύ μέτωπο, τ' αμυγδαλωτά μάτια, χείλη
της τα κοραλλένια έχυναν περίγυρα κάποια λάμψι αθανασίας και
κάποια υπερηφάνεια βασιλική. Από τα γλαφυρά λαιμοτράχηλα
εκατέβαινε κ' έσφιγγε το κορμί ολόχρυσος θώρακας λεπιδωτός κ'
επρόβαλε στο αριστερό την ασπίδα κ' έπαλλε στο δεξί τη Μακεδονική
σάρισσα.
Δεν είχα συνέρθη από την απορία και φωνή γλυκειά ήμερη και
μαλακή, σαν το μονότονο ψιθύρισμα προαιώνιας βρύσης άκουσα να μου
λέγη:
— Ναύτη — καλεναύτη. Ζη ο βασιλιάς Αλέξαντρος;
Ο βασιλιάς Αλέξανδρος! εψιθύρισα με περισσότερη απορία. Πώς είνε
δυνατόν να ζη ο βασιλιάς Αλέξαντρος; Δεν ήξευρα τι ερώτησις ήταν
εκείνη και τι να της αποκριθώ· όταν η φωνή ξαναδευτέρωσε·
— Ναύτη — καλεναύτη· ζη ο βασιλιάς Αλέξαντρος;
— Τόρα, κυρά μου! απάντησα χωρίς να σκεφθώ τι κάνω. Τόρα
βασιλιάς Αλέξαντρος! ούτε το χώμα του δεν βρίσκεται στη γη.
Ωιμέ! κακό που το έπαθα! Η αγλαόμορφη κόρη έγινεν ευθύς βδελυρό
τέρας. Πελώρια εβγήκεν από το κύμα κ' έδειξε στέλεχος
λεπιδοντυμένο το μισό κορμί. Ζωντανά φίδια τα μεταξώμαλλα
εσηκώθηκαν περαδώθε, έβγαλαν γλώσσα και κεντριά φαρμακερά κ'
έχυσαν φοβεριστικό ανεμοφύσημα. Το θωρακωτό στήθος και το
παρθενικό πρόσωπο άλλαξαν τη σύστασί τους αμέσως σαν να ήταν η
Μονοβύζω του παραμυθιού, Στρίγγλα μαζί και Μέγαιρα. Τόρα
εκαλογνώρισα με ποιον είχα να κάμω! Δεν ήταν όχι ο Χάρος της γης,
ο χαλαστής και σωτήρας άγγελος. Ήταν η Γοργόνα του Αλεξάντρου η
αδερφή, που έκλεψε το αθάνατο νερό και γυρίζει ζωντανή και
παντοδύναμη. Η Δόξα ήταν του μεγάλου κοσμοκράτορα, αγέραστη κ'
αιώνια σε στεριά και θάλασσα. Και μόνον για εκείνης τον ερχομό
έχυσεν ο Πόλος άφθονο το σέλας του, να στρώση τον αιθέρα με της
πορφύρας το χρώμα. Δεν ερωτούσε βέβαια για το φθαρτό σώμα αλλά
για την μνήμη του αφέντη της. Και τόρα στην άκριτή μου απόκρισι
μανισμένη έρριξε το χέρι, ένα δασοτριχωμένο και βαρύ χέρι στην
κουπαστή, έπαιξε ζερβόδεξα την ουρά της κ' έδειξε άγριον Ωκεανό
τον μαλακό Πόντο.
— Όχι. κυρά, ψέματα είπα· ψέματα!... ετρανοφώναξα με λυμένα τα
γόνατα.
Εκείνη μ' εκύταξε αυστηρά, εστάθηκε κολοσσός εμπρός μου και με
φωνή τρεμάμενη εξαναρώτησε:
— Ναύτη — καλεναύτη· ζη ο βασιλιάς Αλέξαντρος ;
— Ζη και βασιλεύει· απάντησα ευθύς· ζη και βασιλεύει και τον
κόσμο κυριεύει.
Άκουσε τα λόγια μου καλά. Σαν να εχύθηκε αθάνατο ρευστό η φωνή
μου στις φλέβες της άλλαξεν αμέσως το τέρας κ' έλαμψε παρθένα
πάλι αγλαόμορφη. Εσήκωσε το κρινάτο χέρι της από την κουπαστή,
εχαμογέλασε ροδόφυλλα σκορπώντας από τα χείλη της. Και άξαφνα
στον ολοπόρφυρον αέρα εχύθηκεν αύρα μυστική, τραγούδι πολεμικό,
παιάνες νικητήριοι, λέγεις κ' εγύριζε τόρα η Μακεδόνικη φάλαγξ
από τις χώρες του Γάγγη και του Ευφράτη.
Εσήκωσα τα μάτια ψηλά και είδα τα αιθέρια ποτάμια, τα σκοτεινά
και τα πράσινα, τα χρυσορρόδινα και τα γλαυκά να σμίγουν στο
ζενίθ και να κάνουν Στέμμα γιγάντιο. Ήταν κάμωμα του καιρού ή
μήπως συμβολική απόκρισις τ' ουρανού στο ερώτημα της αθάνατης;
Ποιος ξεύρει. Μα σιγά — σιγά οι φωτεινές αχτίνες άρχισαν να
ωχραίνουν, να συγχίζονται και τέλος να σβύνουν μια με την άλλη,
λέγεις κ' έπαιρνε τα κάλλη μαζί της η Γοργόνα στην άβυσσο. Τόρα
ούτε Στέμμα ούτε τόξο εφαινόταν πουθενά. Μόνον κάπου κάπου
σκόρπια σύγνεφα έμεναν σταχτιά και κάτωχρα στον ουρανό· και μέσα
στην ψυχή μου έτσι ωχρή και συγχισμένη έμεινεν η λαμπρή πορφύρα
της πατρίδας μου.
Με το μπρίκι του καπετάν Φαράση αρμένιζα μεσοκάναλα εκείνη τη
νύχτα.
ΝΑΥΑΓΙΑ
Μόλις αρράξαμε στη Στένη ο καπετάν Ξυρίχης επήρε τη βάρκα κ'
έτρεξε στο τηλεγραφείο. Δύο ημέρες τόρα φριχτή τον ετυρανούσε
αμφιβολία. Τριάντα μίλια έξω από το Μπουγάζι αντάμωσε τον
«Αρχάγγελο» δεύτερο μπάρκο του, που ήσαν μέσα κυβερνήτης και
γραμματικός τα δύο αδέρφια του. Δεν επρόφτασαν να
καλοχαιρετηθούν, να ειπούν για το φορτίο και τον ναύλο τους και
ζηλότυπος τους εχώρισεν ο χιονιάς. Εκατόρθωσε τέλος να
ορθοπλωρίση το δικό μας και ολόκληρο ημερονύχτι εθαλασσοδαρθήκαμε
στ' ανοιχτά. Μα όταν εμπήκε στον Βόσπορο έψαξε όλα τα λιμάνια,
εγύρισε τους κόρφους, ερώτησε όλους τους βαρκάρηδες, τους
πιλότους, ακόμη τους κουμπάρους και τις κουμπάρες, αλλά τίποτα
δεν είπαν για τον «Αρχάγγελο». Τι να έγινε; Εφυλάχθηκε πουθενά;
επρόφτασε να ορθοπλωρίση κ' εκείνος ή έπεσε απάνω στους βράχους;
Και αν ετσακίσθηκε το μπάρκο εσώθηκαν τουλάχιστον τ' αδέρφια του;
Όλο τέτοια συλλογίζεται κ' έχει συγνεφωμένο το μέτωπο, τρέμουλο
έχει στην καρδιά.
Όταν έφτασε στο τηλεγραφείο εξέχασε μια στιγμή τον πόνο του
εμπρός στην εικόνα που είδεν ολόγυρα του. Κάτω στη στενόχωρη
αυλή, απάνω στις σαρακωμένες σκάλες και παραπάνω στ' ασάρωτα
πατώματα κόσμος σαν αυτόν ανήσυχος, γυναίκες, άντρες, παιδιά,
επρόσμεναν να μάθουν από το σύρμα την τύχη των δικών τους· ποιος
του φίλου, ποιος του συγγενή, ποιος του προστάτη του. Κ' εκείνο
κρύο, ασυγκίνητο εσώριαζε με τη φλύαρη γλωσσά του ακατάπαυστα
πένθος και θλίψι περίγυρα. Ωνόμαζε πνιγμούς, εμετρούσε σκληρούς
θανάτους, έλεγε ναυάγια, περιουσίας χαμούς, ονείρων σβύσιμο,
εσυνέπαιρνε χαρές κ' ελπίδες με την ορμή αγρίου και
καταστρεφτικού δρόλαπα. Και κάθε λίγο απάνω στα πατώματα, στις
σκάλες κάτω και παρακάτω στη στενόχωρη αυλή θρήνοι ακούονταν,
λυγμοί αντηχούσαν, κορμιά έπεφταν λιπόθυμα, καυτήριο εκυλούσε το
δάκρυ.