Μικρός εβγήκεν ο Βαλμάς από το νησί κ' εγύρισε πενηντάρης με
άσπρα μαλλιά στο κεφάλι, με τον Γιώργη δεκοχτώ χρονών και με το
ξύλο φρεσκοχτισμένο και πισαλειμμένο, κομψό και καλοθάλασσο. Τι
έγινεν όμως τόσον καιρό; πού επήγε, πού εστάθηκε, πώς ευρήκε το
παιδί, πώς απόχτησε το τρεχαντήρι; κανείς δεν έμαθε ποτέ. Το
παιδί μου έλεγε· το τρεχαντήρι μου· τίποτ' άλλο. Και αν εθάρρευε
κανένας γέροντας κάποια γριά και τον ερωτούσε καταπού επέρασε τη
ζωή του, αυτός εσούφρωνε τα φρύδια, το χέρι άπλωνε κ' έλεγεν
αόριστα και μυστικά:
— Πέρα κάτω· στην Άσπρη θάλασσα.
Μα η Άσπρη θάλασσα είνε απέραντη. Αρχίζει από το Γιβραλτάρι, και
φτάνει στη Συρία. Σε ποιο μέρος της Άσπρης ήταν αυτός; Άρχισαν οι
νησιώτες άντρες και γυναίκες, θαλασσινοί απόμαχοι και γυναίκες
γλωσσοκοπάνες να δαιμονίζονται. Με τη φαντασία εψαχούλεψαν κάθε
νησί της, κάθε χωριό, κάθε συνοικία· έπιαναν κάθε ξενοπάτη και
τον εξέταζαν: — Μπρε καλέ μου, μπρε άρχοντα! Ένας ψηλός, ένας
λυγνός, ένας αρχάγγελος ο καπετάν Βαλμάς, μήπως εστάθηκε στο νησί
σας; μην επαντρεύτηκε; μην έκαμε παιδί που το λέγουν Γιώργη; μην
απόχτησεν ένα τρεχαντήρι το Μπιούτη; — Όχι — όχι· δεν τον ίδαμε,
δεν τον ακούσαμε· όχι. Οι νησιώτες άφρισαν· Μωρέ διάβολε! Και
βελόνι να ήταν κάπου θα εβρόνταε. Τέλος γυρεύοντας εδώ κ' εκεί·
πες ο ένας το κοντό του και ο άλλος το μακρύ του έπλεξαν την
ιστορία του. Ναι· ο καπετάν Βαλμάς λέγει πως επήγε στην Άσπρη
θάλασσα· μα δεν εστάθηκε στην Άσπρη θάλασσα. Επήγε στην Αμέρικα.
Εκεί επαντρεύτηκε με μιαν Αμερικάνα ιδιότροπη, ξεμυαλισμένη που
εγέννησε το παιδί. Έπειτα η Αμερικάνα επέθανε ή του έφυγεν ή και
την εσκότωσε. — Είχε δα και στο βλέμμα κατιτί άγριο σαν του
φονιά. — Λοιπόν την εσκότωσε. Αγόρασε το ξύλο. Μπα! αυτός ν'
αγοράσει; αυτός να δουλέψη; Να, σε κάποιον κόρφο το ευρήκεν
αρραγμένο, επήδησε μέσα τη νύχτα, εσκότωσε τον καραβοκύρη με τον
λάζο του — είχε δα κ' ένα φοβερό λάζο! — έβαλε μέσα το παιδί του
κ' εγύρισε στο νησί. Τ' όνομα του τρεχαντηριού δεν ήταν άλλο παρά
τ' όνομα που είχεν η Αμερικάνα. Παράξενη γυναίκα παράξενο και τ'
όνομά της. Έτσι τα εκομπόδεσαν και ησύχασαν όλοι τους.
Ο καπετάν Βαλμάς έφερε και μετρητά στην πατρίδα. Ευρήκε το
πατρικό του χαλασμένο· τον κήπο χέρσο· την οικογένειά του
ξεκληρισμένη. Μόνον το σπίτι εδιόρθωσε για να ξεχειμάζη. Ούτε
κήπο εφρόντισεν ούτε άλλο τίποτα. Ερρίχθηκε στη δουλειά.
Εταξείδευε σερμαγιά· καπετάνιος και φορτωτής μαζί. Από το νησί
στον Πειραιά· από τον Πειραιά στα Δαρδανέλλια· από τα Δαρδανέλλια
στα Ροδονήσια· και πάλι πίσω στον Πειραιά· πίσω πάλι στο νησί
του. Και δεν είχε άλλον μέσα στο τρεχαντήρι. Αυτός και ο γιος του και ο Ρουφογάλης ένας σκύλος μαλλιαρός, αγριομούτσουνος, μικρός στο ανάστημα, κεραυνός στη φωνή. Είχε και το ναυτόπουλο για να τους κάνει τις δουλειές. Τίποτ' άλλο.
Μα ούτε και αγάπη είχεν άλλη ο Βαλμάς από τις δυο, τις πρώτες
του: το τρεχαντήρι και το παιδί του. Ένα σχοινάκι να εκοβόταν από
το ξύλο ήταν ικανός να χαλάση κόσμο. Κεφάλι να έλεγε το παιδί πως
του πονεί, έκλαιγε σαν γυναίκα. Το τρεχαντήρι σε κάθε λιμάνι το
έβαφε, το εστόλιζε, το επάστρευε, το εγλυκοκύταζε σαν καλός
καβαλάρης το άλογο του· πολλές φορές άνοιγε κουβέντα μαζί του. Το
παιδί κάθε βράδυ στα γόνατα το έπαιρνε, το εκύλαε, το εψηλαφούσε
στα ξανθόσγουρα μαλλιά, το εφιλούσε παθητικά σαν ερωμένη.
— Παιδί μου — Μπιούτη μου! ετρυφεροψιθύριζε.
Τόσο τα είχε σμιχτά στην αγάπη του που δεν ήξευρε καλά — καλά
ποιο ήταν το παιδί και ποιο το ξύλο του.
Τόρα όμως ξένοιαστος ερροχάλιζε στο κρεβάτι του ο καπετάν Βαλμάς.
Είχε μαζί και τα δύο. Το παιδί εκαθόταν στοιχειό στο τιμόνι· το
τρεχαντήρι έφευγε γοργό στα κύματα. Δεν τον τρομάζει τον βοριά,
δεν το ψηφά το κύμα. Αλλά κ' εκείνα δεν το ψηφούν το
καρυδόφλουδο. Πείσμα, νομίζεις, έβαλαν να τα θάψουν και
αδερφωμένα το πολεμούν, τα δέρνουν αλύπητα. Καντάρια πέφτει ο
άνεμος από ψηλά, μεστώνει τα πανιά, σχοινιά λιγύζει, τα κατάρτια
σκουντά, τρώγει τους μακαράδες και τα σίδερα στο πεταχτό διάβα
του. Φύλλο περνά, φύλλο πλακώνει, άλλο φύλλο αρματώνεται στο
άπειρο διάστημα. Και κάτω το νερό δέρνεται και φουσκώνει, αφρίζει
και μανίζει έχθρας του εαυτού του, μίσος και χλεύη του. Ο ναύτης
μάταια προσπαθεί να κρατήση γραμμή στη σκάφη του. Ξεσχίζονται τ'
απάνω πανιά και φεύγουν ανεμοπαρμένα πούπουλα περαδώθε. Πλάνο το
κύμα αντί να σπρώξη δεξιά το τρεχαντήρι αριστερά το πλαγιάζει, το
παραδίνει στ' ανοιχτά.
Το ναυτόπουλο αρχίζει πάλι τα κλάυματα.
— Μωρέ Γιώργη που πάμε; χαθήκαμε! Άσε να ξυπνήσω τον καπετάνιο.
— Σκασμός, πούστη! Μη βγάλης άχνα γιατί σ' έφαγα!
Ο ναύτης φιλότιμος δεν θέλει να κράξη βοήθεια τον πατέρα του.
Ναι, είνε καλός δουλευτής· δεν είνε όμως κ' επιδέξιος κυβερνήτης.
Η ώρα θέλει χέρι δυνατό, μάτι και τέχνη. Αν εξύπναεν ο καπετάν
Βαλμάς εύκολα θα έβαζε τη σκάφη στον δρόμο της. Μα ο Γιώργης δεν
θα τον ξυπνήση ποτέ. — Τι άνεμο! λέγει· δεν ημπορώ να ταξειδέψω
ένα σκαφίδι κ' εγώ!... Έδεσε το τιμόνι και άρχισε με το
ναυτόπουλο να μαζώνη πανιά! Μα ο καιρός τον εκεφάλωσε. Μια
σπιλιάδα έρχεται και κόβει το πρυμιό κατάρτι στη μέση.
Με τον βρόντο επετάχτηκεν έξω χαμένος ο καπετάν Βαλμάς. Κυτάζει
καλά· τί να ιδή; Εμπρός εκάπνιζεν ο Καβομαλιάς. Ο πέτρινος
ελέφαντας στη θάλασσα προυμυτισμένος ετίναζε νεροστροβύλους στ'
αστέρια. Μηδέ Τσιρίγο μηδέ Ηλοί εξεχώριζαν πουθενά. Άχνα το νερό
τα εσκέπαζεν από άκρη σ' άκρη. Ευθύς το πρόσωπό του εκιτρίνισε
σαν λεμόνι· τα μάτια του έσταξαν αίμα και χολή. Ασυλλόγιστα έφερε
το χέρι στο στυλέτο.
— Βρε άθεε αγριομίλησε· πού πας εδώ να μας πνίξης!
— Μ' επήρε στο φτερό· δεν το κατάλαβα· εψιθύρισεν άτολμα.
— Γιατί μωρέ δεν μ' εξύπναες ;
Ρίχνεται απάνω στο δοιάκι θέλοντας να ορτσάρη· μα που να ερτσάρη;
Δεν είχε πλέον καιρό. Τ' όμορφο τρεχαντήρι έτρεχε δαιμονισμένο
απάνω στη στεριά. Κ' εκείνη, πέτρα μοναχή στην έκφρασι και τη
σύστασί της, όρος επύργωνεν αντίκρυ περιφρονώντας τα κύματα που
εβρυχόνταν στα πόδια της και την ψυχή του καπετάνιου που
ελάχτιζεν οργισμένη τα δασά στέρνα του. Τρικυμία στο γιαλό,
τρικυμία και στο καράβι μέσα. Ερρέκαζεν η θάλασσα, ερρέκαζε και ο
καπετάν Βαλμάς. Εκύταζεν εμπρός τη στεριά που επήγαινε αθέλητα με
μάτι άγριο, λέγεις κ' έπασχε να την ανοίξη με το βλέμμα του·
εκύταζε και το παιδί στο δοιάκι λουφασμένο σαν βροχοδαρμένο
λαγουδάκι. Έδειχνε γροθιά στη στεριά, γροθιά στον άνεμο πίσω του·
γροθιά στο κύμα που εκαβαλίκευε το ξύλο, έγδυνε το κατάστρωμα
κουρσάρος ακαταγώνιστος. Δυο φορές έσυρε το χέρι στο στυλέτο·
πάλι το έρριξε κάτω νεκρό.
— Ωχ θε μου! είπε βαρυστενάζοντας· πνίξε με να μην κριματίσω.
Άξαφνα όμως ο Γιώργης ετινάχθηκε ολόρθος κ' έπεσεν απάνω στο
τιμόνι με όλη του τη δύναμι. Κάποια ελπίδα μέσα του ανάτειλε·
στον νου του κάποιο λιμάνι ήσυχο και φιλόξενο εζωγραφίθηκεν
αυτόματα. Στην άγρια πέτρα επάνω η ψυχή μόνη της εμάντεψεν
αγκαλιά μητρική και καλόγνωμη. Το τρεχαντήρι εδιάβηκεν από την
Καβοκαμήλα, ελόξεψε στον άνεμο κ' έπειτα έσυρε γραμμή καταπάνω
στη στεριά.
— Τι κάνεις αυτού μωρέ! αγριοφώναξεν ο καπετάνιος.
— Στο λιμάνι πατέρα μου· εκεί είνε πόρτο.
— Τι πόρτο άτιμε! τι λιμάνι μου λες; Νομίζεις πως θα με γελάσης.
— Όχι, σου λέγω πατέρα· είνε πόρτο μπροστά μας.
Ο Βαλμάς δεν ήθελε να πιστέψη καθόλου. Απελπισμένος όμως έδραμε
στο δοιάκι, έβαλεν όλη του τη δύναμι με φριχτό καρδιοχτύπι στα
στήθη, με την ψυχή κουρασμένη από την προσδοκία και την
αβεβαιότητα. Μα τίποτα δεν ξεχωρίζει πουθενά. Η στεριά ψηλώνει
ακόμη πέτρα μονοκόματη, τραχύτατη και άγρια σαν οστρακοντυμένος
κολοσσός αντίκρυ του. Ούτε σχισμάδα δείχνει ούτε λάκκωμα στις
πλαγιές. Και το νερό ακούραστο αφροκοπανίζει τα πόδια της, πλένει
τα και λευκαίνει πέρα ως πέρα, δούλος ταπεινός και μαζί εχθρός
της θανάσιμος. Και το «Μπιούτη» ακράτητο φεύγει εμπρός, σαν να το
καλή ποθητό φάντασμα. Δυο τρεις οργυιές ακόμη και θα κουντρήση
απάνω στο μάρμαρο. Και τον καπετάνιο φριχτή τον δέρνει τόρα
υποψία. Νομίζει πως το παιδί του δεν έχει άλλον σκοπό παρά να
αναμπαίξη την τελευταία του ώρα. Τραγικό βλέπει εμπρός του όραμα:
ξύλαμαδέρια το τρεχαντήρι στον βράχο και τ' όνομά του οικτρό
ανάμπαιγμα στα χείλη των θαλασσινών. Δεν εκρατήθηκε περισσότερο.
Έσυρεν από τη ζώνη το στυλέτο κ' εχύθηκεν απάνω στην αγάπη του
την ώρα που το τσιμπούκι λίγο ήθελε να χωθή στην πέτρα. Άρπαξε
τον Γιώργη από τα μαλλιά, πίσω εγύρισε το κεφάλι του και το
στυλέτο άστραψε φιδόγλωσσα στο φως της ημέρας. Μα την ίδια στιγμή
κύμα θεόρατο εκαβαλίκεψε την πρύμη, κεραυνός έσπασεν απάνω στον
ανίερο βωμό κ' έρριξε μακριά τον θύτη από το θύμα του. Και το
γοργό τρεχαντήρι μ' ένα τρέμουλο σπασμωδικό, σαν να ήταν ίδιο το
σφαχτάρι εστάθηκεν άξαφνα μαρμαρωμένο, ακίνητο. Ούτε κύμα το
δέρνει, ούτε άνεμος πλέον. Λιμανάκι ολοστρόγγυλο με καταπράσινες
πλαγιές, με σπιτάκια πασίχαρα στο βάθος, με κάστρου χαλάσματα
ζερβόδεξα ανοίγει τόρα φιλόξενο εμπρός στο θαλασσόδαρτο ξύλο. Ο
ήλιος βασιλεύοντας κατάρραχα πορφυροβάφει με τις αχτίνες του
στρωτό γυαλί τα νερά και καθρεφτίζει παράμορφα τα κουρέλια των
πανιών, των άρμενων τα ξεσκλήδια, δίνει χαρά και θρίαμβο σε
ψυχωμένα και άψυχα. Ο Ρουφογάλης χαιρετά με τρανταχτά γαυγίσματα
το περιγιάλι· το ναυτόπουλο τραγουδά σκαρφαλώνοντας στο κατάρτι·
και πίσω από το κάσαρο ταπεινός και περίλυπος ο καπετάν Βαλμάς
κρύβει το πρόσωπό του απάνω στο πανιασμένο στήθος του μοναχογιού.
Μα το υπεράκριβο αίμα δρόμο παίρνει στα πέλαγα, φάρος γίνεται
στους παντοπλάνητους και δείχνει μητρική αγκαλιά το λιμάνι του
Γέρακα.
ΚΑΚΟΣΗΜΑΔΙΑ
Μας εύρε το ηλιοβασίλεμα ανάμεσα Σίφνου — Σέρφου, διόμισυ μίλια
κάτω από την κόκκινη Χερρόνησο. Ως εκεί εβοήθησεν ο γρεγολεβάντες
και με πρωτοδεύτερα πανιά εκατεβήκαμε από της Μύκονος τον Γούρλο
για πέντε ώρες. Ήταν γρήγορη η γολέτα του καπετάν Κρεμύδα και δεν
είχε δυσκολία σε καλόν καιρό να πάρη και οχτώ και δέκα μίλια την
ώρα. Όμως αποδώ κ' εμπρός δεν έπαιρνε ουδέ τρία στη βόλτα. Γιατί
άξαφνα εχύθηκεν από το βουνό της Μήλου μ' έναν ξερό και αδιάκοπο
πάταγο σαν να εδιάβαινε από απέραντον καλαμιώνα το
πουνεντογάρμπι, εκεφάλωσε τον Γρέγο και μας εξώρισεν ευθύς κάτω
από την Κίμωλο. Ο καπετάν Κρεμύδας μόλις εσυνήρθε στον πάταγο κ'
επρόσταξε να κατεβάσουμε τα πανιά. Μα ώστε να το ειπή εξεθύμανεν
ο καιρός και σε λίγο έπηξε η θάλασσα κ' έγινε λιμνοστάσι.
— Όρσε, διάολε! είπε φαρμακωμένος· μια φέρνει να μας πνίξη μια
μαγκάρει... Ταρσανά θα κάνουμε!...
Ο καπετάν Κρεμύδας ήταν πενηντάρης, κοντόχοντρος, στιβαρός, με
κεφάλι ολοστρόγγυλο, με πρόσωπο κρεμεζοβαμμένο και μαλλιά
κατάσπρα· με μάτια μικρά, φρύδια και μουστάκια βλάγκα· με φωνή
βραχνή και βαρειά σαν ρέκασμα κυμάτου που σκάει στης ακρογιαλιάς
τα χάλαρα και με καρδιά απονήρευτη. Από ναύτης ήταν δουλευτής
ακούραστος και οικονόμος. Λίγο — λίγο απόχτησε μερικά λεφτά,
επήρε μισακό ένα σαπιοκάικο κ' εδούλεψε σερμαγιά εδώ τριγύρω.
Έπειτα το σαπιοκάικο έγινεν όλο δικό του και άνοιξε δουλειές ως
την Αττάλεια. Τέλος έχτισε τη γολέτα και άπλωσε τα ταξείδια του
πέρα στον Ποταμό. Μα τόρα ήταν όλος θυμό. Όταν εκατεβαίναμε από
τη Μαύρη θάλασσα, οι ναύτες που ήσαν συντοπίτες του εφρόντιζαν
κάθε ώρα να του θυμίζουν με τρόπο την πατρίδα και τα σπίτια τους.
— Ε, καπετάνιε και να ήταν κανένας σαββατογεννημένος εδώ μέσα,
και να 'πιανε ένας δυνατός γρεγολεβάντες στα Μπουγάζα και να
βρίσκαμε τον Καβοντόρο χειμωνιάτικο και να διπλάρωνε η γολέτα μας
κάτω από τον Τσικνιά! έλεγεν ο ένας.
— Εκεί που θα ειπής τον Τσικνιά δε λες καλήτερα τση Μύκονος τον
Τούρλο; επρόσθετεν άλλος, κυτάζοντάς τον κατάματα.
Εκείνος εγύριζεν αλλού, τάχα πως δεν άκουε κ' έπιανε κουβέντα με
τον Μπαρμπατρίμη για τον καιρό. Και όταν τον εστενοχωρούσαν με τα
λόγια τους και με τα βλέμματά τους που ήσαν πλέον παρακαλεστικά
από τα λόγια τους, έσκαε την κόκκινη σκούφια του χάμω και
μελανιάζοντας έλεγε:
— Ανάθεμα στον καπετάνιο που τσουρμάρει συντοπίτες του! Να με
ιδής στο πίκι κρεμασμένον Μπαρμπατρίμη, αν βάλω άλλη φορά στη
γολέτα μου Μυκονιάτη!...
Οι ναύτες έσκυφταν αμέσως το κεφάλι κ' εσκορπούσαν κατακόκκινοι
από ντροπή, σαν παρθένες άβγαλτες, με λυπητερό χαμόγελο στα χείλη
και μ' ένα δάκρυ, ψιλό — ψιλό και αόρατο στην τριανταφυλλένια
βρύση των ματιών τους. Και ο καπετάνιος πικραμένος γιατί τους
επίκρανε και οργισμένος γιατί του εξύπνησαν αναγκαστικά
βαρυκοιμισμένους πόθους, έφευγε σέρνοντας στο κατάστρωμα τα
ποδήματά του επίτηδες, για να φανή φοβερός και τρομερός κ'
εκλειόταν στην κάμαρη του. Όμως κ' εκείνου η καρδιά ελαχτάριζε
για τη Μύκονο. Είχεν εκεί τη γυναίκα του, την ψιλομελάχροινη
Ελεφάντω μ' ένα παιδί στην κούνια και άλλο στην κοιλιά. Μα οι
καιροί ενάντιοι μας άργησαν και αντί να φτάσουμε στη Μαρσίλια,
δεν είχαμε ούτε τον μισό δρόμο παρμένον. Όμως να που ήταν κάποιος
σαββατογεννημένος στη γολέτα κ' έπιασε δυνατός γρεγολεβάντες στα
Μπουγάζια και ηύραμε τον Καβοντόρο χειμωνιάτικον κ' εδιπλάρωσεν η
«Βαγγελίστρα» μας κάτω από τον Τσικνιά. Επήδησεν ο καπετάνιος
πρώτος· έτρεξε σπίτι του. Μα στον γυρισμό ούτε παιγνίδια ούτε
φίλους έφερε. Και στο ταξείδι τόρα αν και είνε την πλώρη κατά τον
Γαρμπή τα μάτια του ήσαν στυλωμένα στον Γρέγο κ' έβλεπε πάντα
εμπρός του, από τα χιονάτα σπίτια και τις όμορφες εκκλησιές του
νησιού ένα μόνον σπιτάκι και μέσα τη γυναίκα του, κλιναρομένη να
χαροπαλαίβη! Την έβλεπε να γυρίζη εδώ κ' εκεί τα φωτεινά και υγρά
μάτια της και ν' αργολέγη με αδύνατη φωνή: — Πού είσαι, Μανωλιέ
και μαυροκαπετάνιε!... πού είσαι, Μανωλιέ και μαυροκαπετάνιε! ...
Και πού να ζητήοη, πού να εύρη ησυχία. Εδρασκέλαεν από πρύμη σε
πλώρη το κατάστρωμα, σαν το λεοντάρι μέσα στο κλουβί· πότε εμίλαε
μόνος του δυνατά· πότε εχειρονομούσε χωρίς αιτία· πότε ετραβούσε
τα μαλλιά κ' εχτυπούσε το κεφάλι του στα ξύλα και όλο
εβλαστημούσε την τύχη του και την τέχνη του.
Στη γολέτα ήσαν απλωμένα όλα τα πανιά. Τέσσεροι φλόκοι εμπρός και
πέντε πανιά στο πλωριό κατάρτι· τρεις στραλιέρες στη μέση και
μπούμα και φλις στο πρυμιό κατάρτι. Μα το ξύλο έμενε ακίνητο σαν
βάρυπνο. Ρίζες έρριξε, νομίζεις, στον βυθό κ' έμελλε να
βλαστοβολήση. Αποκαρωμάρα εβασίλευε περίγυρα, από άνθρωπο σε
ξύλο, από θάλασσα σε ουρανό. Κουρελιασμένα σύγνεφα καφετιά, σαν
γιγάντιες αράχνες εκρέμονταν εδώ κ' εκεί και σταχτοκόκκινη σκόνη
εκαθόταν ανάλαφρα στις στεριές και τη θάλασσα. Εκινούνταν κάποτε,
έβγαζαν καμμιά σπηλιάδα, έπαιρναν μπουρίνα τα πανιά και
αυλακώναμε τη θάλασσα ζερβόδεξα μ' ένα γλυκομουρμούρισμα,
αποκαρωτικό κ' εκείνο. Έπειτα έπεφτεν ο άνεμος, τα πανιά
εκυματούσαν σιγαλινά, τα σχοινιά ελάγκευαν κ' εχτυπιόνταν στο
κατάστρωμα, ως που έμεναν τέλος ακίνητα, νεκρά. Και ο καπετάν
Κρεμύδας φαρμακωμένος εσυχνοψιθύριζε, σφίγγοντας τα δόντια του.
Όρσε, διάολε! μια φέρνει να μας πνίξη μια μαγκάρει... Ταρσανά θα
κάνουμε! ...
Σώπα, καπετάνιε και γλήγορα δυναμώνει ο Νότος· είπεν ο
Μπαρμπατρίμης· ιδές τι τέμπλο έκανε στο Τσιρίγο!
Αληθινά κάτω στη νοτιά μαυροκόκκινα σύγνεφα εσωριάζονταν
τετραπανωτά. Και πίσω βασιλεύοντας ο ήλιος ετόξευε ανάμεσ' από
κρωσσοτές σχισμάδες, από σκοτεινόξανθες είτ' αιματένιες σπηλιές,
δεμάτια αχτίνες έλουζε την χτίσι με φως και χρώματα. Η θάλασσα
ασπρογάλαζη, εκαθρέφτιζε τους ίσκιους των νησιών και αυλακωνόταν
από τα ρέματα, σαν πλατύς κάμπος κιμωλίας, ζωσμένος από δρόμους
και μονοπάτια. Και τα νησιά, η Μήλος και η Ερημόμηλος που τρέφει
τ' αγριόγιδα· πίσω η Σίφνος και η Σέρφος με τα παρδαλά γαϊδούρια
της· η Νάξος παραπάνω με τους Βαραβάδες και η Πάρος με τα
μάρμαρα· η Πόλυβος η καμπουρωτή και η Κίμωλος η σαλαμάντρα· η
Σίκινος και η Φολέγαντρος εδώθε και κάτω τα Γερακούνια χωριστά,
σαν κοτρώνα κυματοπλανημένη έπαιρναν ένα χρώμα κ' έδιναν μύρια,
έπεφτε μιαν αχτίνα στο χαλίκι του γιαλού και του βουνού την
πέτρα, στο γυαλί του δρόμου και το χορτάρι της πλαγιάς κ'
επηδούσε χρυσορρόδινη θαμπερή φλόγα. Έστεκε το ένα με κάποιο
συγνεφάκι στην κορφή· το άλλο με ζωνάρι ομίχλης στη μέση· το
εδώθε με κροκκοβαμμένο μέτωπο· το εκείθε καστροστεφανωμένο· το
παρακεί με κάτασπρο χωριδάκι, σαν απλοχεριά χιονιού που
ελησμονήθηκε στη λακκούλα του. Και πέρα στη θάλασσα, σε μεταξωτό
παραπέτασμα τα καράβια κοντυλογραμμένα επήγαιναν οκνά και ο
μαύρος καπνός των βαποριών εψήλωνε κ' έσβυνε σε χρυσόξανθες
τουλούπες. Ανάερα πουλάκια επετούσαν κυματιστά κ' έλαμπαν τα
χιονάτα στήθη τους, σαν αργυρά φύλα που άρπαξεν ο άνεμος από
εργαστήρι χρυσικού· και κάτω από τα κοντινά μας ακρογιάλια, της
στεριανής ζωής η βουή έφτανε τραγούδι Σειρήνων, γεμάτο από χαρές
και γέλοια, δίχως πίκρες και δάκρυα. Χώρια από τον καπετάνιο, οι
άλλοι απλώναμε σώμα και ψυχή να ρουφήξουμε εκείνη την παράδεισο,
με φανερή ζήλια στα μάτια για εκείνους που την χαίρονται. Και
άξαφνα, δεν ξεύρω πώς, η πολυποίκιλη εικόνα έχυσε στα παιδιάτικά
μου στήθη μια ευτυχία γλυκειά και μια θλίψι πλέον γλυκότερη, που
αναγκαζόμουν να την ξεμυστηρευθώ, να την φωνάξω, γιατί μ' έπνιγε
στην ορμητική πλημμύρα της. Και άρχισα το τραγούδι:
Του ναύτ' η μάνα ζύμωνε του γιου της παξιμάδι!...
— Σκάσε, βρε, μη σου σπάσω το δοιάκι στο κεφάλι! μ' έκοψε του
καπετάνιου η φωνή.
Εξέχασα ευθύς το τραγούδι και τα αισθήματα κ' ελούφαξα σε μια
κώχη. Σηκώνω τα μάτια και βλέπω στο πλωριό κατάρτι μια
κουκουβάγια. Τα μαύρα νυχοπόδαρά της εγύριζαν δαχτυλίδια στα
χείλη της κόφας κ' εστήριζαν ακίνητο το κορμί σαν να ήταν
ψεύτικη. Και αληθινά έμοιαζε για ψεύτικη. Ήταν η ομορφώτερη που
είδα στη ζωή μου! Το πούπουλο της με γραμμές ρεβιθιές, λιγότερες
στο πεταχτό στήθος, πυκνώτερες στα φτερά και τη ράχη, εγυάλιζε
σαν καθαρό μετάξι κ' εκατέβαινε άψεγο, χιονάτο στα ψαλιδωτά
ακροφτέρια, που έσμιγαν με την ουρά κ' έπεφταν πλατομαντήλα, στα
δασωμένα καλαμοπόδαρά της. Και ήταν αληθινά φεγγαροπρόσωπη! Τ'
ολοστρόγγυλο κεφάλι της πεταχτό πίσω σαν καρύδι, ίσα πλάκα εμπρός
ήταν χωμένο στους ώμους σαν ολοφέγγαρο ανάμεσα σε δυο
κοντορραχούλες. Στο κέντρο τρίγωνη επρόβαινεν η μύτη, με την
κορφή απάνω και κάτω τη βάσι και αποκεί κοφτερό και γυριστό σαν
δρεπάνι εφύτρωνε το ράμφος από μαύρο τροχισμένο κόκκαλο. Δεξιά
και αριστερά της μύτης, μέσα σε λακκούλες στεφανωμένες από ψιλά
πούπουλα, εγυάλιζαν τα μάτια δίχως ματόφυλλα, θρασύτατα,
ολοστρόγγυλα, με τη μεμβράνη τους τσιτωμένη από ανθοκίτρινο υγρό
και με τη μαύρη κόρη ακίνητη, σαν πέτρα δαχτυλιδιού καλοδεμένη
στη σφεντόνα του. Και ολόγυρα πούπουλα καφετιά ανέβαιναν σγουρά
κ' εσχημάτιζαν στεφάνι. Και όπως εκαθόταν συμμαζωμένη, με τα
μάτια στυλωμένα πέρα, δεν έκανε τη μισητή εντύπωσι που ταιριάζει
στο είδος της. Έμοιαζε καλονοικοκυρά βγαλμένη στην πόρτα να
προσμείνη τον άντρα της. Μου ήρθε όρεξις να παίξω με το πουλί και
άρχισα να το προγγάω, κινώντας χέρια και πόδια:
— Ξιξιξί!... ξιξιξί!...
— Τι κάνεις αυτού, μωρέ! μου φωνάζει ο καπετάνιος.
— Μια κουκουβάγια κάθεται στην κόφα.
— Κουκουβάγια!...
Εσηκώθηκεν από τη θέσι του και ήρθε να την ιδή από κοντά. Μα
εκείνη καθώς εψήλωσα το χέρι μου να δείξω φρου!... έκαμε κ'
επέταξε πέρα. Ο καπετάν Κρεμύδας ακολούθησε για κάμποση ώρα το
τρεμουλιαστό πέταγμά της κ' έπειτα, σαν να μην είχε δύναμι να
γυρίση στη θέσι του, εκάθησε σωρός απάνω στο αμπάρι. Έμεινεν εκεί
με τα κεφάλι σκυμμένο· έπειτα μου είπε:
— Κακοσημαδιά, μωρέ παιδί· μεγάλη κακοσημαδιά!... Είδες το άτιμο
να πάρη τα ζερβά!... Αν πετούσε δεξιά θα είχαμε καλό ταξείδι· μα
τόρα κακά σημάδια. Ή σε μας ή στο σπίτι κάτι κακό θε να γένη!...
Κ' εγώ εκείνη την ώρα τα ίδια εσυλλογιζόμουν. Η κουκουβάγια
λέγουν πως ήταν αδερφή των οχτώ παιδιών και του Κωσταντή. Η μάνα
της την είχε πολύτιμη παρακαταθήκη του αντρός της·
Στα σκοτεινά την έλουζε στ' άφεγγα την έπλεκε.
στ' άστρι και τον αυγερινό έφτιανε τα σγουρά της.
Όταν έγινε δώδεκα χρονών ήρθαν προξενητάδες και την εζητούσαν
νύφη στη Βαβυλώνα. Η μάνα και τα οχτώ αδέρφια δεν ήθελαν να την
δώσουν τόσο μακριά· δεν ημπορούσαν να υποφέρουν τον αποχωρισμό
της. Μα ο Κωσταντής επίμενε και κάθε ημέρα εσυχνόλεγε της γριάς
του:
Δός τηνε μάνα μ' δος τηνε την Αρετή στα ξένα
Στα ξένα 'κεί που περπατώ στα ξένα που πηγαίνω,
Να 'χω κ' εγώ παρηγοριά να 'χω κ' εγώ κονάκι.
Μα της μάνας η καρδιά δειλή και φιλύπωπτη πάντα δεν θέλει ν'
ακούση τα λόγια του πραγματευτή και σοφά του απαντά:
Φρόνημος είσαι Κωσταντή κι' άσχημ' απελογήθης.
Κι' αν μώρθη γιε μου θάνατος κι' αν μώρθη γιε μ' αρρώστια
Κι' αν τύχη πίκρα ή χαρά ποιος θα μου τηνε φέρει;
Εγώ! απαντάει εκείνος με άσκοπη προθυμία βάζοντας όρκο φριχτό. Κ'
έτσι εκατάφερε να χωρίση την Αρετή από τη φαμελιά της. Δεν
επέρασεν όμως πολύς καιρός και οι φόβοι της μάνας αλήθεψαν.
Φριχτό θανατικό έπεσε στη χώρα! Εσάρωσε κόσμο και κοσμάκη,
εσάρωσε και της δόλιας μάνας τα εννιά παιδιά! Έρμη εκείνη,
καταμόναχη τόρα, κλαίει και μύρεται στα κρύα μνήματα των οχτώ
παιδιών αλλά στο μνήμα του πραγματευτή, κλωτσά τις πλάκες και
βρυχέται και αναθεματίζει:
Ασήκω, σήκω Κωσταντή, την Αρετή μου θέλω!
Το Θεό μου βαλες εγγυτή και τους αγίους μαρτύρους
αν τύχη πίκρα ή χαρά να πας να μου τη φέρης!
Η κατάρα των γονέων ακούεται όπως και η ευχή. Τινάζεται ο
Κωσταντής μισολυωμένος από το μνήμα·
Κάνει το σύγνεφο άλογο και τ' άστρι σαλεβάρι
και το φεγγάρι συντροφιά και πάει και την φέρνει...
Η μάνα βλέποντας την άξαφνα δεν ημπορεί να πιστέψη τα μάτια της.
Και όταν τέλος την αναγνωρίζει και μαθαίνει τον ανέλπιστο γερανό
της, σωριάζεται το γεροντικό κουφάρι ελεεινό από το μαρτύριο. Και
η Αρετή μέσα στον φοβερόν εκείνον ξεκλήρισμα της γενεάς της,
απελπισμένη από τη μούχλα και τη σαπίλα που εβασίλευεν ολόγυρα,
ρίχνεται στον Θεό, παρακαλεί και λέγει του:
Θε μου και κάνε με πουλί, κάνε με νυχτοπούλι,
να περπατώ στις ερημιές να κλαίω τους αδερφούς μου!
Έτσι έγινε κουκουβάγια η πεντάμορφη. Άλλαξε το είδος δεν άλλαξεν
όμως και την ψυχή. Ο ξεκληρισμός ακολουθεί ακόμη, σαν θεϊκή
κατάρα το πέταγμά της και όπου πάει και καθήση, φέρνει κ' εκεί τη
νέκρα και την ερήμωσι. Αφού τόρα ήρθε κ' έκατσε στο καράβι μας,
βέβαια για καλό δεν ήταν. Μα για να παρηγορήσω τον καπετάνιο
έκαμα τον αδιάφορο.
— Μπα, δε βαριέσαι που πιστεύεις, καπετάνιε! του λέγω· ο Θεός
καλός όλα καλά.
Εκείνος δεν είπε τίποτα και κουνώντας θλιβερά το κεφάλι εκατέβηκε
στην κάμαρή του.
— Πάει ν' ανάψη κι' άλλο κερί· εψιθύρισεν ο Μπαρμπατρίμης. Οι
μετάνοιες και τα κεριά δεν έπαψαν αφόντας φύγαμε από τη Μύκονο.
Μα δεν ήταν τόρα η πρώτη κακοσημαδιά που έτυχε του καπετάν
Κρεμύδα. Πριν ακόμη ξεκινήση από το σπίτι όλα τα σημάδια του
ήρθαν ανάποδα. Εζήτησε να βάλη μισθωτόν καπετάνιο στη γολέτα και
δεν εύρε κανένα. Όταν είδε πως παίρνει βοηθητικός καιρός και
αποφάσισε να φύγη ευρέθηκε Τρίτη και ανάβαλε. Κινάει την Τετράδη
να κατεβή στο γιαλό και πρώτο πράγμα που αντίκρυσε ήταν μια γίδα.
Τι να κάμη; Γυρίζει πίσω. Τέλος την Πέφτη, αφού πρώτα εβγήκαν οι
συγγενείς του να ψάξουν τους δρόμους και οι γυναίκες ετράβηξαν
εμπρός να διώξουν κάθε κακό συναπάντημα, εκατόρθωσε να φτάση στη
γολέτα. Και τόρα η κουκουβάγια δεν είχε σκοπό να ξεκολλήση από το
καράβι! Ήρθε πάλι κ' εκάθησε στο κατάρτι. Ήταν γυρισμένη στον
καπετάνιο κ' εστύλωνε τα μεγάλα μάτια της καταπάνω του. Μόλις την
είδα, εφρόντισα με χειρονομίες να την προγγίξω. Αλλά χίλια και αν
έκανα δεν εξεκολλούσεν ο πειρασμός. Έβλεπε τις χειρονομίες μου
μια στιγμή κ' έπειτα εγύριζε αλλού το κεφάλι με αδιαφορία, μ' ένα
ήθος περιφρονητικό σαν να μου έλεγε: Μωρέ άει χάσου!...
Τέλος ο καπετάνιος την είδε: Πίσω μου σατανά! είπε κάνοντας τον
σταυρό του. Εσήκωσε τα μάτια και την εκύταξε μ' επιμονή κατάματα.
Μα κ' εκείνη με την ίδια επιμονή κατάματα τον εκύταζε, λέγεις και
ήθελε να τον αβασκάνη. Και αληθινά στο τέλος τον αβάσκανε. Ο
καπετάνιος έγινε κίτρινος σαν το κερί. Ύστερα για μιας άλλαξε
χρώμα κ' έγινε καταμέλανος· ανέβηκε το αίμα να τον πνίξη. Τα
μαλλιά του εσηκώθηκαν ορθά· τα μουστάκια του αγρίεψαν, τα μάτια
του έρριξαν αστραπές και είτε από τον θυμό είτε από το αβάσκαμα,
όλος άρχισε να τρέμη. Εκύταζε το πουλί και δεν έπαυε να
μουρμουρίζη σαν αδικοτυρανισμένη και πολύπαθη ψυχή:
— Φτου! σε ξορκίζω με τον απήγανο. πειρασμέ! Τι θες μωρέ από
μένα, άθεε!... Φεύγα αποπάνω μου και μη με κολάζεις. Άσε με,
φαμελίτη άνθρωπο να βγάλω το ψωμί μου!...