αμφιβολία του. Εβιαζόταν να μάθη και τη δική του μοίρα, ν' ακούση
του συρμάτου τη φωνή, αν θα λαλήση κλάγγασμα χαράς ή
νεκροσήμασμα; Αλύπητα έσπρωξε τον κόσμο ζερβόδεξα, ανέβηκε δυο —
δυο τα σκαλιά, έφτασε με κόπο εμπρός στη θυρίδα κ' ερώτησε με
ολότρεμη φωνή:
— Για τον Αρχάγγελο... το μπάρκο... μην ακούσατε τίποτα ;
— Τίποτα· του άπαντα ξερά ο τηλεγραφητής. Τίποτα! πώς είνε
δυνατόν; Ξαναρωτάει:
— Αρχάγγελο το λεν έχει φιγούρα δέλφινα... έχει στα μεσανό
κατάρτι κόφα· Σπετσιώτικο χτίσιμο.
Και κολλά περίεργα τα μάτια στου υπαλλήλου το πρόσωπο, αφτιάζεται
προσεχτικά τους κρότους που βγάζει ξερούς, συγκρατητούς σαν
οδοντοχτύπημα κρυομένου η μηχανή. Τα σωθικά του λαχταρούν,
φεύγουν τα σανίδια από τα πόδια του· λιποθυμίας αύρα τον
περιζώνει παντού. Μα δεν την παραιτά καθόλου τη θέσι του· δεν
αφίνει στιγμή από τα μάτια τον ζωντανόν καθρέφτη του. Τέλος
σηκώνει εκείνος τα μάτια, τον καλοκυτάζει μια στιγμή και λέγει με
φωνή αδιάφορη:
— Ναι... Αρχάγγελος. Εχάθηκε στο τάδε μέρος της Ρούμελης·
εκόπηκε στα δυο· Η πρύμη του ερρίχθηκε στους βράχους με δυο
παιδιά μέσα... Τα παιδιά είνε ζωντανά.
Ζωντανά! Αναστηλώνεται ο καπετάνιος στα πόδια του· διώχνει το
βάρος από τα στήθη του· χαρά γλυκοδροσίζει την ψυχή του.
— Τα ονόματα; λέγει στον υπάλληλο με τρυφερή φωνή σαν χάδι· δεν
μπορούμε τάχα να μάθουμε τα ονόματά τους;
— Πέτρος και Γιάννης· του απαντά σε λίγο με πλάνα έκφρασι ο
υπάλληλος.
Δόξα σοι ο θεός! Πέτρος και Γιάννης, είνε τα ονόματα των αδερφιών
του. Ζωντανά λοιπόν και τα δυο. Ζωντανά εκείνα· θρίμματα τ'
ολοκαίνουργο σκαφίδι! Δεν πειράζει· πάλι δόξα σοι ο Θεός! Ας
ζήσουν και φτιάνουν άλλο μεγαλείτερο και ομαρφώτερο. Φιλεύει
ανοιχτόκαρδος πέντε πούρα τον υπάλληλο· δίνει ένα μετζήτι κέρασμα
στον υπηρέτη· παρηγορεί γλυκομίλητος τα θλιμμένα πρόσωπα: — Δεν
είνε τίποτα· όλοι καλά είνε· όλοι καλά.! Μα το ποτήρι της χαράς
αμέσως θέλει να το κενώση ολάκερο. Δεν θέλει να βλέπη τίποτα
σκοτεινό στην πρόσχαρη εικόνα της ζωής του.
— Ποιας ηλικίας τάχα να είνε τα παιδιά; ρωτά πάλι.
Εκείνος σκυθρωπάζει: Μα τον παρασκότισε! Γύρω του ακούονται φωνές
ανυπόμονες· σπρώχνει ο ένας τον άλλον· θέλουν να τον βγάλουν από
τη θυρίδα. Έμαθε πως ζουν τ' αδέρφια του· δεν τον φτάνει; Είνε
και άλλοι που λαχταρούν για τους δικούς των, που δεν ξεύρουν
καθόλου τι γίνονται. Ας μάθουν κ' εκείνοι κάτι τι! Αλλά εκείνος
εγωιστής δεν παραιτεί καθόλου τη θέσι του. Άνοιξε μια τη
χρυσελεφαντένια πύλη της ζωής, θέλει και ν’ απολαύση το μάτι του.
— Ποιας ηλικίας τάχα; ξαναρωτά λογέλαστος.
— Δέκα — δώδεκα χρονών του απαντά εκείνος σκυμένος στη μηχανή
του.
Πάλι τον πλακώνει απελπισία. Τ' αδέρφια του δεν είνε τόσο μικρά.
Είνε από εικοσιπέντε και απάνω. Σκυθρωπός, ετοιμοδάκρυτος αφίνει
τη θέσι του, κατεβαίνει τις σκάλες, βγαίνει από την αυλή, παίρνει
το βαποράκι και φτάνει στα Θεραπειά. Από εκεί μ' έν' άλογο φτάνει
στον Άγιο Γιώργο, παίρνει την ακρογιαλιά. Τα μάτια του ομπρίζουν·
κλαίνε και κλαίνε αστείρευτα. Ο ήλιος ψηλά παιγνιδίζει ακόμη σε
ζαφειρένιον ουρανό. Δίπλα η θάλασσα λίμνη ακύμαντη απλώνεται ως
τα ουρανοθέμελα· εμπρός η γη ανθοσπαρμένη μοσχοβολά. Και όμως η
ακρογιαλιά του δείχνεται πλατύ νεκροταφείο από άκρη σε άκρη. Κάθε
της βράχος κ' ένα νεκροκρέββατο. Τριγύρω φθορά και μούχλα.
Καράβια κομματιασμένα, βαρκούλες μισοσπασμένες, σχοινιά,
κατάρτια, φιγούρες, πανιά, εικονίσματα, παδέλες, πιάτα,
λιβανιστήρια, πυξίδες, χρυσόξυλα. Και μαζί χέρια, πόδια, κορμιά
δίχως κεφάλια, κεφάλια δίχως κορμιά, κενά καύκαλα, τρίχες χωμένες
στις ρωγμές, μυαλά στουμπισμένα στην πέτρα. Κάποια κινητή πόλις
επροσόχθισε, νομίζεις εκεί, εσκόρπισε κάτω από το αυστηρό βλέμμα
του Θεού και απονεκρώθηκεν η ζωή και ο πλούτος της. Ένα
τρεχαντηράκι, ομορφοφτιασμένο, άγγελος επρόβαινε με πανιά και
ξάρτια, λέγεις και αρμένιζεν ανάερα. Και όμως ήταν πεταγμένο στην
κορφή ενός βράχου και ήσαν τ' ακανόνιστα δόντια των πετρών
επίβουλα χωμένα μέσα στα ξύλα της καρίνας του· και ήσαν τα ξύλα
της καρίνας του απελπιστικά σφιλιασμένα μέσα στα λακκώματα και
τις σχισμάδες της πέτρας. Ούτε νερό ούτε άνεμος ημπορούσε να
περάση αποκεί. Κ' ένα σκυλί στην πρύμη δεμένο εγύριζε μάτια
κατακόκκινα, εδάγκωνε τα ξύλα, έτρωγε την αλυσίδα του, άρπαζε κ'
ετράβα με πάθος την ουρά και το νερό κυτάζοντας αλύχταγε και
αλύχταγε, σαν να το έβριζε που τ' άφησεν ακόμη ζωντανό, αφού τ'
αφεντικά του τ' άρπαξεν ο ρούφαλας.
Έκαμε ακόμη μερικά βήματα ο καπετάν Ξυρίχης και άξαφνα ευρέθηκεν
εμπρός στο μπάρκο του. Έπρεπε να είνε δικό του ξύλο, να του
μιλήση στην ψυχή για να το γνωρίσουν τα μάτια του στην κατάστασι
που ήταν. Ούτε κατάρτια, ούτε πανιά, ούτε σκαφίδι απόμενε πλέον.
Μόνον η πρύμη του κ' εκείνη ξεσκλισμένη, εκρατιόταν απελπιστικά
σε δυο χάλαρα. Και γύρωθέ της πικρή νεκροπομπή άλλα ξύλα
σκορπισμένα, κουπιά και άρμενα· άλλες καρίνες φαγωμένες· άλλα
ποδόσταμα και σωτρόπια και σταύρωσες. Και ακόμη γύρωθέ της άλλη
πικρότερη συνοδεία! Βλέπει τον ναύκληρο νεκρό στο πλάγι· βλέπει
τους ναύτες πέρα — δώθε σκορπισμένους, άλλους κολλιτσίδα επάνω
στα χάλαρα, άλλους μισοσκεπασμένους με τον άμμο, άλλους παιγνίδι
του νερού, δαρμός και φτύμα του. Και απάνω στα τουμπανιασμένα
πτώματα, στα πρόσωπα τα χασκογέλαστα και αναμπαιχτικά, τα όρνια
καλοκαθισμένα εβύθιζαν το ράμφος στη νεκρή σάρκα, έτρωγαν κ'
εμασούσαν λαίμαργα και μόλις στον κρότο του επέταξαν κράζοντας,
σαν να διαμαρτύρονταν που τα ενόχλησε στο πλούσιο φαγοπότι.
Αρχίζει τόρα φριχτότερο του καπετάνιου το βάσανο. Τα ξένα εκείνα
πτώματα δείχνουν ολοφάνερα πως κοντά βρίσκονται και τα δικά του.
Θέλει να δράμη, να ερευνήση παντού και όμως δεν τολμά. Κάτι τι
μέσα τον κρατεί, τα πόδια του καρφώνει εκεί στ' αχνάρια του. Ο
πόθος όμως ισχυρότερος τον σπρώχνει εμπρός, πάει και ψαχουλεύει
ένα με το άλλο και τέλος βρίσκει ασούσουμα και τ' αδέρφια του. Το
ένα κείτεται με το κεφάλι συψαλιασμένο· το άλλο έχει και τα δυο
πόδια κομμένα στα γόνατα. Αν δεν του το έλεγεν η ψυχή, βέβαια δεν
θα τ' αναγνώριζαν τα μάτια του, όπως και το μπάρκο. Αλλά του το
είπε και τα καλογνώρισεν ευθύς. Και τότε τα μάτια του εστείρεψαν·
ούτε δάκρυα βγάζουν ούτε σπαρταρούν. Τη θάλασσα μόνον κυτάζουν
αυστηρά, πεισμωμένα και άξαφνα ο γρόθος σηκώνεται και πέφτει με
ορμή, που λέγεις ανατρόμαξε κ' επισωπάτησεν εκείνη φοβισμένη.
Έπειτα, σκύφτει και γλυκοφιλεί τ' αδέρφια του· χαϊδεύει τους τα
χτυπημένα κορμιά ανάλαφρα, σαν να φοβάται μην τα ξυπνήση· κάτι
τους ψιθυρίζει μυστικά στο αυτί, θέλεις παρηγοριά, θέλεις
μακρυνήν υπόσχεσι. Έπειτα με τον λάζο αρχίζει και σκάφτει τον
τάφο τους. Επαιδεύτηκε κάπου μιαν ώρα στον άμμο. Τον άνοιξε καλά·
απίθωσε πρώτα τ' αδέρφια, έπειτα τον ναύκληρο, κατόπιν τους
ναύτες, εκύλισεν απάνω πέτρες και χάλαρα. Έπειτα έπιασε πάλι τη
στράτα του κ' έφτασε στα Θεραπειά· βρίσκει το βαπόρι, έφτασε πάλι
στο μπάρκο.
— Έτοιμα; ρωτά τον γραμματικό.
— Έτοιμα.
— Φόρα την άγκυρα.
Και ο καπετάν Ξυρίχης αμίλητος, σκυθρωπός έπιασε τη θέσι του στο
κάσαρο κ' εξακολουθήσαμε το ταξείδι.
ΟΙ ΚΟΥΡΣΑΡΟΙ
«Παναγιά η Κλεφτρίνα» των κουρσάρων το μυστικό, δίχως κατάρτι και
πανί κάθεται αρραγμένο μέσα στο Κλεφταύλακο, σαν βόας που χωνεύει
στου δάσους τα πυκνόκλαδα. Κάτω από το τρεμόφεγγο των άστρων, το
πισαλειμμένο σκαφίδι του με τα παραπέτα φελοντυμένα, την πρύμη
και την πλώρη χαλκόφραχτη, μόλις ξεχωρίζει από τα σκοτεινά νερά
και της ακρογιαλιάς τα χάλαρα. Τα τέσσερα κανονάκια τα
ορειχάλκινα που κάνουν το βρύχημά του τρόμο των θαλασσινών οι
μπαλντάδες που συχνοβάφονται στο αίμα τους· τα τρομπόνια, τα
τσεκούρια, οι γάντζοι που πιάνουν αητονύχια στα πλευρά των
καραβιών, όλα είνε θαμμένα στο σκότος και την ασάφεια. Μόνον πού
και πού, όταν οι φωτιές ψηλώνουν περισσότερο και χρυσαλείφουν
πέτρες και νερά δείχνουν και στο κατάστρωμα φίδια κουλουριασμένα
τα σχοινιά, πεινασμένη την κόψη των αρμάτων, αιμάτου λίθρους εδώ
κ' εκεί. Άλλο τίποτα. Περίγυρα ψηλώνουν τραχείς και απόκρημνοι
του Καβομαλιά οι βράχοι, πέτρες ατόφιες, σκυθρωποί γίγαντες και
ορθοσκύβουν απάνω του, λέγεις και θέλουν να το προφυλάξουν από
μάτι κακότροπο. Κ' εκεί ξαπλωμένοι στο σκότος είτε συμμαζωμένοι
στις φωτιές μαυρίζουν οι κουρσάροι, ίσκοι και φάσματα: Είνε κάπου
σαράντα· και όλοι ένας κ' ένας διαλεχτοί. Πατρίδα τους το κάθε
νησί της Άσπρης θάλασσας· το κάθε πόρτο του Μωριά και της
Ρούμελης, θρησκεία τους το κούρσεμα· λατρεία το μυστικό· αρχηγός
ο καπετάν Λαχτάρας, φοβερός στη δύναμι, μέγας στην τόλμη,
θαυμαστός στα σχέδια, δράκος αχόρταγος στην κλεψιά και το αίμα.
Ξαπλωμένος κατάνακρα στ' ορθολίθι, τα πλατειά νώτα στηρίζοντας
στη χορταριασμένη πλαγιά, ψηλαφά τα ψαρά γένεια του και ατενίζει
κάτω σαν θαλασσινός θεός που θέλει να γνωρίση το απέραντο κράτος
του. Δίπλα η φωτιά πολύγλωσση ψηλώνει και στοιχειώνει
ροκανίζοντας την τροφή της και σκορπά χρώματα ίριδος στα
μαλαμοκαπνισμένα τ' άρματα, στα διαμαντοκόλλητα αλυσίδια, στα
μεταξωτά βρακιά, τ' άσπρα ποδήματα, τα ρουμπινοστόλιστα
δαχτυλίδια του. Και ανάμεσα στα πόδια του λουφασμένος ο
Καρακαχπές, μαυρομάλλης και φουντοουραδάτος, κυτάζει κατάματα σαν
να τον ερωτά την αιτία των συλλογισμών, σαν να του υπόσχεται πως
όλοι αν τον αρνηθούν αυτός θα μείνη πάντα πιστός του υποταχτικός
και φύλακας ως τον τάφο του.
Έτσι το συνηθίζει να κάθεται μόνος εκεί στη μαύρη πέτρα, με τη
φωτιά δίπλα και στα πόδια τον σκύλο του κάθε νύχτα ο καπετάν
Λαχτάρας. Να κάθεται, να τσιμπουκίζη και να συλλογίζεται. Τι
συλλογίζεται; Όχι βέβαια τη γυναίκα και το μοναχοπαίδι που τα
έχει σφαλισμένα στον Πύργο του Φονιά. Ούτε τα τόσα αίματα και τα
λόγια που, παρακαλώντας τον θερμά λέγουν τα θύματά του, πριν
σκύψουν το κεφάλι στον άσπλαχνο λάζο του. Μα τόρα ούτε και τα
πολλά πλούτη: βαρέλια τα φλωριά, αρμάθες τα κολλονάτα, στέρνες
αστείρευτες τα δουβλόνια τ' ασημοκάντηλα, τα λιθοκόσμητα
πουκάμισα των αγίων άρματα τ' ανεχτίμητα· στοίβες απάτητες τα
γουναρικά, οι τσόχες, οι σελτέδες, τα τουλουπάνια, τα μεταξωτά,
τα σαμούρια και τα λαχούρια. Κ' εκείνα καλά κάθουνται κλεισμένα
στις άφωνες σπηλιές και δεν έχουν άλλον μάρτυρα παρά τον Θεό και
τα χέρια του. Μιαν εβδομάδα τόρα κάτι άλλο τον δαιμονίζει και τον
κρατεί ανήσυχον. Ο Τρακάδας ο βλάμης του. Τον είχε βλάμη,
κουμπάρο στο παιδί του, δεξί χέρι στο κούρσο, αρχηγό στο πλήρωμα,
δήμιο στους σκλάβους του. Πέντε χρόνια κλειστά. Και ακόμη τον
είχε σύντροφο στα προσωπικά του κακουργήματα. Εκείνος κάθε φορά
τον απάλλαττε με μια του μαχαιριά είτε και μια πέτρα στον λαιμό
από κάθε ανυπόταχτο είτε δύστροπο σύντροφο. Πόσοι και πόσοι δεν
επλάγιασαν έτσι αξύπνητα! Πόσα μερίδια χοντρά δεν άρραξαν έτσι
στις αποθήκες του καπετάν Λαχτάρα, αντί να φτάσουν στα σπίτια
εκείνων και να στολίσουν τις γυναίκες τους! Τόρα ήρθε και η δική
του σειρά. Τον εξεπάστρεψε με μια ψύχα φαρμάκι. Μα τι να γίνη;
Ποιος του είπε να μάθη όλα του τα μυστικά; Ποιος του είπε να
ξεύρη όλες τις κρυψώνες του: Έπρεπε να το έχη πάντα στον νου. Η
φτελιά που πάει και ριζώνει στην όχθη του ποταμού καλά δροσίζει
τις ρίζες στο νερό, μεστώνει και θεριεύει και με τη γειτονιά του
υπερηφανεύεται. Μα γρήγορα — αργά θα λυώσουν μιαν ημέρα τα χιόνια
στα βουνά, θα κατεβάση το ρέμα κλωθογύριστο και θα συνεπάρη στον
θυμό του και τη φτελιά τη γειτόνισσα. Τι σου φταίη ο πόταμος;
Έτσι φροντίζει να δικαιολογηθή στην ταραγμένη συνείδησί του ο
καπετάν Λαχτάρας. Μα δεν την ησυχάζει καθόλου. Δεν την ησυχάζει
γιατί και ο Τρακάδας δεν ησυχάζει στον τάφο του. Οι φόνοι και τα
κρίματα έπλεξαν τρίχινον πλοκό και δεν αφίνουν την ψυχή να διαβή
στον κόσμο της αναπαύσεως. Φορτωμένη με χοντρές αλυσίδες σκλάβα
σέρνεται στους τόπους που εκριμάτισε, θρηνολογή και δέρνεται
βαρύγνωμη και αλύτρωτη πάντα. Με το βουργιάλι στην πλάτη και στο
χέρι το ραβδί γυρίζει ο κουρσάρος τα τρίστρατα φάσμα σκυθρωπό και
αμίλητο. Πολλοί γνώριμοί του ηθέλησαν να μιλήσουν μαζί, τον
έκραξαν να τον κεράσουν στο κρασοπουλιό, επάσχισαν να τον μπάσουν
στην εκκλησιά. Μα εκείνος φεύγει μακριά, σβύνει από κοντά τους
σύγνεφο βαρύ, σκούσμα και θλίψι αφίνοντας γύρω του. Και κάθε
νύχτα, τέτοια ώρα, έρχεται πάντα στον βλάμη του με το γιαταγάνι
γυμνό στο δασοτριχωμένο χέρι, με ραντίδες αιμάτου νωπού στο μαύρο
πρόσωπο και την σκούφια του απλώνει ζητώντας μερίδιο λαφύρων,
όπως έκανε και ζωντανός. Και ο άτρομος καπετάνιος νευρικός,
ανήσυχος ψηλαφά τα γένεια, τινάζει τον καπνό του τσιμπουκιού
σύγνεφο εμπρός, ελπίζοντας να κρύψη το ενοχλητικό φάντασμα.
— Ε, παιδιά! ορθοί στο κούρσο! θέλει να φωνάξη όπως πάντα στην
ώρα της προσβολής.
Μα ο λάρυγγάς του νομίζεις αγκαθόφραχτος κουρελιάζει τη φωνή, τη
βγάνει άναρθρη και ασχημάτιστη. Και σύγκαιρα ηχά, το σκότος
σχίζει πύρινη σφυριγματιά, τρανή, και χαλκόστομη σαν να σαλαχά
κοπάδια ο Σαρίγκαλος. Ακούεται δούπος βαρύς, σάρας κύλημα, ένας
κρότος κουφός και συνεχής σαν να επήραν ζωή τα πορολίθαρα. Και
μέσα στη σαλαλοή φωνή αργιόχρωμη σαν κουκοβάγιας ανάκρασμα
ακούεται να λέγη:
Τάω — τω
και πίσω δεν κυτώ!
τ' αχνάρια μου πάνε μπροστά
κ' εγώ γυρίζω πίσω.
Έλα βλάμη σήκω,
σήκω να μοιράσουμε!..
Ο καπετάν Λαχτάρας πνίγεται τόρα στον ίδρωτα. Γνώριμη του είνε η
φωνή, γνώριμη η οφυριγματιά και η σαλαλοή. Δεν είνε άλλος από τον
Τρακάδα τον βλάμη του. Έρχεται απόψε με περισότερη μάνιτα, με
φριχτώτερη συνωδεία. Δεν κρατεί στο χέρι γυμνό το γιαταγάνι του·
δεν έχει νωπού αιμάτου σπίλους στο πρόσωπο. Το φτωχικό βουργιάλι
του φορεί και κρατεί στο χέρι το θριμματισμένο ραβδί του. Μα έχει
τόσο στεγνό το πρόσωπο· το βλέμμα τόσο αδάμαστο· τόσο
καμπουριασμένο, μικρό κ' ελάχιστο το κορμί που ημπορεί να
τρομάξει και γίγαντα. Παράλυτος κάθεται ο καπετάνιος στον βράχο
του· θέλει να σύρη το χέρι στ' άρματα και το χέρι στέκει ακίνητο
σαν αλισοδεμένο στην πέτρα. Θέλει να βγάλη φωνή· μα του είνε
αδύνατον. Γυρίζει το βλέμμα ζερβόδεξα να ιδή τους συντρόφους και
ξεχωρίζει μαύρους ίσκιους που τρέχουν και πηδούν αναμαλλιασμένοι,
θεότρελοι από τον φόβο τους. Άλλοι γκρεμίζονται στη θάλασσα·
άλλοι τσακίζονται στις σπηλιές· άλλοι παίρνουν τα πλάγια· άλλοι
ανεβαίνουν κατάρραχα και ακόμη τρέχουν να φύγουν αόρατον εχθρό.
Ρίχνει βλέμμα στον σκύλο του, θέλει να του θυμήση την παλιά
υπόσχεσι. Μα κ' εκείνος αναμαλλιάρης, ολότρεμος γρούζει μόνον και
πάσχει να χαθή κάτω από τα πόδια του αφέντη του. Και όμως κοντά
του, τόσο κοντά που να αισθάνεται τον ανασασμό λίβα στο πρόσωπο,
που να πέφτη Καβομαλιάς ο ίσκιος στο στήθος του στέκεται
μικρομέγας ο Τρακάδας και με γέλοιο τον κυτάζει κατάματα, τον
περιχύνει με την αγριόχρωμη φωνή του:
Τάω — τω!
και πίσω δεν κυτώ!
τ' αχνάρια μου πάνε μπροστά
κ' εγώ γυρίζω πίσω.
Έλα βλάμη σήκω,
σήκω να μοιράσουμε!..
— Να μοιράσουμε τι; ρωτά το αδέσμευτο πνεύμα μέσα στο κεφάλι του
καπετάνιου. Θέλεις τα ρούχα μου, θέλεις τ' άρματα και τα
χρυσαφικά μου; Δικά σου είνε· δικός σου είμαι κ' εγώ. Μπροστά σου
μ' έχεις άβουλον και ακυβέρνητον. Μη ζητάς όμως τα πλούτη τα
κρυμένα. Τα ξέρεις και τα ξέρω. Μην τα ζητάς!
Το είπε — δεν το είπε, το άκουσεν ο βρυκόλακας. Ανάβρισε το
γέλοιο τρανταχτό, βαρύ, σαρκαστικό από τα φτωχά στήθη του. Και
είδεν ο Λαχτάρας σκελετωμένο χέρι ν' απλώνη απάνω του, να τον
σηκώνει πούπουλο στον ώμο. Αισθάνθηκε παλμόν· είδε τ' αστέρια
κινούμενα επάνω του σαν γοργοκάραβα με τα πανιά γεμάτα. Πού πάνε
τ' αστροκάραβα με τα πανιά γεμάτα; Στο κούρσο πάνε. Στο κούρσο
και το αίμα τρέχει και αυτός.
— Ε παιδιά, ορθοί! θέλει να φωνάξη όπως πάντα στην ώρα της
προσβολής.
Μα τίποτα δεν βλέπει γύρω του· τίποτα ζωντανό μέσα στο μυστικό.
Όλα κοίτονται λουφασμένα: τα κανονάκια τα ορειχάλκινα, οι
αιματοβαμμένοι μπαλντάδες, τα τρομπόνια, τα τσεκούρια, οι
γάντζοι. Κοίτονται λουφασμένα σαν να τα έχη σύγκρυο. Φαίνονται
τρομαγμένα, δισταχτικά κ' εκείνα σαν τους κουρσάρους πριν και σαν
τον Καρακαχπέ. Κανείς δεν έρχεται να τον προστατέψη· κανείς δεν
τολμά να κράξη στον αμείλικτο βλάμη του: φτάνει! Κ' εκείνος
παντοδύναμος αφέντης εκεί μέσα, τρέχει αψύς από πρύμη σε πλώρη,
δένει τον σφιχτά στον αργάτη με τα σχοινιά, σηκώνει στη μέση το
κατάρτι, απλώνει το πανί, λύνει πρυμόσχοινα. Και πάλι τον κυτάζει
κατάματα, ρίχνει πάλι την αγριόχρωμη λαλιά του:
Τάω — τω
και πίσω δεν κυτώ!
τ' αχνάρια μου πίνε μπροστά
κ' εγώ γυρίζω πίσω!
Έλα, βλάμη, σήκω,
σήκω να μοιράσουμε! ..
Ασκί του Αιόλου έγινε τόρα το σκελετωμένο σώμα του Τρακάδα και
αμόλυσε δυνατόν άνεμο. Εφούσκωσεν ευθύς το ράθυμο πανί,
αναταράχθηκε η θάλασσα και το μυστικό επέταξε βέλος από το αυλάκι
στ' ανοιχτά. Ο καπετάν Λαχτάρας βλέπει γύρω τις στεριές να
πισωδρομούν σκοτεινά σύγνεφα στη βία του βοριά· βλέπει το κύμα να
τον καβαλά· βλέπει απάνω σπαθί ακονισμένο τ' ολοφούσκωτο πανί,
πνίγεται και μανίζει από την απελπισία και τον εφιάλτη. Τι θα
γίνη; πού τον στέλνει σφιχτοδεμένον έτσι ο μισητός σύντροφος;
Πάσχει να λύση τα σχοινιά, θέλει να φωνάξη· μα είνε ανίκανος.
Φυσά και βράζει μέσα του η κόλασις. Φυσά και βράζει μα δεν
εξατμίζει να ελαφρωθή. Βούλεται — πασχίζει και τέλος βγάνει
βρύχημα την κατάρα:
— Σύρε στο σαββατιανό λύκο! σύρε!..
Με τη φωνή κάπως έσπασαν τα δεσίματα όλα επήδησεν ορθός ο
καπετάνιος και τρέχει αναμαλλιάρης να φύγη τον βρυκόλακα. Πηδά
φαράγγια, σέρνεται σε ρεματιές, πλαγιές ανεβαίνει, κατεβαίνει
σάρες, πηδά και φεύγει σαν ζάρκαδος. Πίσω του ο Καρακαχπές
αναμαλλιάρης κ' εκείνος ρίχνεται στα βήματά του: φεύγα! του λέγει
με το αλύχτημα ξεσχίζει του την βράκα με τα δόντια του. Εχθρός
έγινε τόρα ο υποταχτικός και ο σύντροφος! Και βλέποντάς τον έτσι
ο καπετάν Λαχτάρας παίρνει το αλύχτημα για φωνή του βλάμη του,
γνωρίζει στη λάμψι των ματιών την αγριόθυμη φλόγα του Τρακάδα.
Και φεύγει ακόμη με γόνατα παραλυμένα· με κομμένη φωνή. Πηδά
φαράγγια, σέρνεται σε ρεματιές, πλαγιές ανεβαίνει, κατεβαίνει
σάρες. Διπλό μπλουμ! ακούσθηκεν άξαφνα στη ρίζα ενός βράχου και η
θάλασσα έκλεισε για πάντα τα μάτια των φυγάδων. Μα σύγκαιρα άλλα
μάτια αγνώτερα και λαμπρώτερα η ανατολή άνοιξεν αντίκρυ και η
πλάσις αναγάλλισε. Τρέμουν ρουμπίνια στα νερά· παίζουν σμαράγδια
στους κάμπους. Το σώμα του Λαχτάρα ποντοπλάνητο, αδερφωμένο με
τον Καρακαχπέ τρομάζει τόρα τους θαλασσινούς. Και κάτω στον κάμπο
του Λαχιού αναπαύεται γυμνό και φτωχικό το σκέλεθρο του Τρακάδα.
ΤΕΛΩΝΙΑ
Απάνω στα λυχνανάματα είδα φανό εμπρός μου τη φωτιά του
Στρόμπολι. Ο Νότος παληκάρι έσπρωξε την «Άγια Μαύρα» μου από τη
Μαρσίλια ως εδώ με δέκα — δώδεκα κόμπους την ώρα. Επέρασα καλά
τον Καβακάρσο — Μάνη σωστή στο χώμα και τους ανθρώπους της· άφησα
βουβή την Καπρέα· την Έλβα με τα ψηλά βουνά, τη Σπιανόζα
δασωμένη, το Μοντεχρήστο ξερή και άχαρη πυραμίδα πίσω μου. Τόρα
όμως κλαψομοίρης γέροντας άρχισε να ζαρώνη τα φρύδια του. Ο
Συρόκος έβγαζε στοιχειά τα κύματα· ο ουρανός συγνεφοσκεπασμένος,
θεοσκότεινος εχαμήλωσεν ως τα ξάρτια, έπνιξεν όλα στην υγρασία
και τους ατμούς. Το κατάστρωμα εγλύστραε κατάβροχο σαν να ήταν
πλυμένο, με σαπουνάδα. Τα σίδερα, τα κατάρτια, ο αργάτης, το
δοιάκι επλημμύρισαν στον ίδρωτα· εμούσκεψαν τα πανιά, τα σχοινιά
εφούσκωσαν παραχορτασμένα σαν φίδια.
— Μπρε!
Δεν μου άρεσαν καθόλου τα σημάδια του. Είπα να σφαλήσουν καλά τ'
αμπάρια και να καθήση άγρυπνος ο Κριτσέπης στο τιμόνι. Ίσα πλώρη
ο φανός του Στρόμπολι.
— Καλό πνίξιμο! ακούω πίσω μου στριγγιά φωνή.
Σπασμοί μ' έπιασαν. Την εγνώριζα πολύ καλά την καταραμένη φωνή.
Δεν ήταν άλλη παρά του Κάργα, του παιδικού μου φίλου και
συντρόφου τόρα στη σκούνα μου. Μαζί του εβύζαξα το γάλα της μάνας
μου, μαζί ανατράφηκα στη σκούνα του πατέρα μου· μονοήμερα ίδρωσαν
οι τρίχες στα μουστάκια μας. Η μάνα του αρρωστιάρα επέθανε πριν
τον αποκόψη. Ο πατέρας του επνίγηκε στο Καβοντιλάρμε της
Καλαβρίας πριν τον χαρή παληκάρι. Απόμεινε ορφανός και
πεντάφτωχος. Ό δικός μου τον επήρε στο σπίτι, μας αδέρφωσε. Μαζί
στο σχολείο, μαζί στα παιγνίδια. Πάντα οι δυο μας. Όχι δυο·
ψέματα· οι τρεις μας έπρεπε να ειπώ. Γιατί και το Σμαρώ ήταν μαζί
μας πάντα, το Σμαρώ ακριβή χαρά και μοναχός καυγάς μας.
Άξαφνα όμως μας άδραξεν ο πατέρας και μας έρριξε στην «Άγια
Μαύρα». Μας εμάγεψεν η θάλασσα. Όλες οι κουβέντες ήσαν για τα
πλεούμενα. Όνειρό μας ήταν να εμπούμε σε μεγάλο καράβι, ένα
μπάρκο, μια νάβα, σε μεγαλείτερο ακόμη. Να βάνη μέσα χίλια κοιλά·
πέντε, δέκα, εκατό χιλιάδες κοιλά. Και να έχη πολλά πανιά· δάσος
κατάρτια, σχοινιά — σύρματα. Και να ταξειδεύουμε μακριά, πολύ
μακριά, σε απέραντα πέλαγα, πίσω του ήλιου. Καπετάνιος εγώ,
καπετάνιος εκείνος να σμίγουμε στον δρόμο και να χαιρετιώμαστε:
— Ε, από το μπάρκο! ... ποιος καπετάνιος ;
— Ο Μήτρος του Τράχηλα!
— Ε, από τη νάβα! ... ποιος ;
— Ο φίλος του Μήτρου· ο Λάμπρος Κάργας!
— Και για πού με το καλό ;
— Για την Αμέρικα... Και σεις;
— Για την Αυστραλία.
— Τι φόρτωμα ;
— Μοσχοκάρυδα, βανάνες, καφέδες, ζαχαροκάλαμο.. Και σεις ;
— Διαμαντόπετρες, μπιρλάντια, μεταξωτά, κεχριμπάρι, φίλντισι!
Και όταν ετελείωνε το φανταστικό ταξείδι εγύριζε καθένας στο νησί
φορτωμένος κολωνάτα.
— Και σαν γυρίσης πίσω; ερώταεν ένας τον άλλον.
— Θα πάρω το Σμαρώ γυναίκα μου.
Τέλος όταν επέθανεν ο καπετάν Τραχήλης έγινε σύντροφος στη σκούνα
ο Κάργας. Αλλά μόλις εκλείσαμε τα συμβόλαια εμπήκε μέσα
διαφορετικός.
— Το δοιάκι, λέγει, δε μ' αρέσει.
— Μα γιατί ;
— Έτσι· έχει κεφάλι φιδιού. Να το κάνουμε σκύλινο.
— Μα τι σε πειράζει φίδι — σκυλί; Τη δουλειά του την κάνει.
— Δεν την κάνει.
Και φραπ! στη φωτιά το δοιάκι. Έκαμε σκύλινο. Έπειτα άρχισε για
όλα του καραβιού. Πάνε οι μπαμπάδες, πάνε οι μούρσοι, πάνε τα
πόμολα. Είχαμε φιγούρα ένα Μακεδόνα· δεν του άρεσε.
— Να βάλουμε, λέγει, δέλφινα.
Έβαλε δέλφινα. Το πομπρέσο είχε σκαλισμένον ένα σταυρό στην άκρη.
— Όχι σταυρό, λέγει· λουλούδι θα βάλω.
— Μα τι σε πειράζει σταυρός — λουλούδι; Ίδιο είνε.
— Όχι· καλήτερα λουλούδι.
Άλλα έξοδα πάλι. Έβαλε στο πομπρέσο λουλούδι. Τον εργάτη τον
έβαψε πράσινον, την κάμαρή μας κόκκινη· το μαγεριό κατάμαυρο· τα
κατάρτια κίτρινα. Έπειτα ήθελε να βάψη και το σκαφίδι. Ήταν
γαλάζιο, φρεσκοβαμμένο.
— Όχι γαλάζιο, λέγει· κάτασπρο είνε ομορφώτερο.
— Μα το άσπρο λερώνει εύκολα. Έπειτα δεν έχει ανάγκη ακόμα.
— Έχει — δεν έχει θαν το βάψω. Δεν μπορώ να το βλέπω με τέτοιο
χρώμα. Στο στομάχι μου κάθεται.
Τι να του ειπώ; είχε μανία στο άλλαγμα. Το κεφάλι του ίδια
πυξίδα· ούτε κάρτο δεν έμενε στη θέσι του. Από τ' άψυχα ερρίχτηκε
σε λίγο και στους ανθρώπους. Έδιωχνε τον ένα, έπαιρνε τον άλλον,
έβριζε τον τρίτον. Έπειτα ερρίχτηκε στον καραβόσκυλο τον Ζέπο
μας, που τον είχεν ο μακαρίτης ζωή μαζί του! Τον έδερνε, τον
εκλωτσούσε, τον άφινε νηστικόν τέλος μια νύχτα τον έπνιξε
μεσοκάναλα κ' έφερεν από τη Μεσσήνα ένα κοπρόσκυλο που εβαριόταν
και ν' αλυχτήση.
— Μωρέ γιατί βλάμη; τον ρωτώ.
— Έτσι· δεν τα θέλω τέτοια στο καράβι μου.
Στο καράβι του! Δεν εκρατήθηκα περισσότερο.
— Άκουσε, Λάμπρο· του λέγω. Εγώ δεν σ' έβαλα αφέντη εδώ μέσα· σ'
έβαλα σύντροφο.
— Σύντροφο, μου απαντά με θυμό, για να σου ανοίξω τα μάτια.
Τόρα εκατάλαβα! Δεν είχε μόνον μανία στο άλλαγμα παρά κάτι
περισσότερο. Ήθελε να φαίνεται στη σκούνα μοναχός καραβοκύρης.
Τον έτρωγε το εγώ του. Τόσο εξιπάσθηκε με το καπετανλίκι ο
χοντροναύτης που επίστεψε πως ήταν πορφυρογέννητος. Όλα τα ήξευρε
και όλα τα ώριζε. Γη, θάλασσα, ουρανός, πλεούμενα όλα δικά του.
Και αν δεν ήσαν δικά του δεν έπρεπε όμως να ήνε και κανενός
άλλου. Ημπορούσε να πετάξη και τη ζωή ακόμη αν του υποστήριζες
πως έχουν ζωή και μυριάδες άλλοι άνθρωποι. Μοναδικός στο είδος
του, μοναδικός στην τέχνη του.
Απελπισία μ' έπιασε. Επέταξεν η όρεξι για τη δουλειά, επέταξαν
και τα όνειρα. Ο αιθεροπλανημένος αετός έχασε τα φτερά του κ'
έμεινε χεροδούλης και ψωμοζήτης στη γη. Ψωμοζήτης και πονόψυχος.
Ήξευρα ποιος μου εψαλίδισε τα φτερά και όμως ελυπόμουν να τον
διώξω. Μας ήρθαν δύσκολες χρονιές. Επάθαμε ζημιές στα ταξείδια.
Αν ήθελα να χαλάσω τη συντροφιά δεν θα έπαιρνε ο Κάργας ούτε το
απόθεμα. Ας πάει να χαθή! εσκέφθηκα. Ο πατέρας μου τον έκαμε
άνθρωπο· δεν πρέπει εγώ να τον καταστρέψω.
— Τι λόγο είπες βλάμη; τον ρωτώ τόρα.
— Έτσι, τον είπα· μου απαντά με θυμό. Φοβάσαι μήπως αληθέψη; Μη
φοβάσαι!...
— Μπα· τι να φοβηθώ; εψιθύρισα δείχνοντας αδιαφορία. Μα γιατί να
ειπής τον κακό σου λόγο;
— Τον είπα. Μα δε μου λες. Αλήθεια παίρνεις το Σμαρώ γυναίκα σου;
Και χωρίς να περιμένει απάντησι έβγαλεν ένα τσαλακωμένο χαρτί,
εσίμωσε στον φανό της πυξίδας κ' εδιάβασε τρεχάτα. «Το Σμαρώ,
παιδί μου, δεν είνε για σένα. Η Μαριώ του Καπετάν Τραχήλη την
αρραβώνιασε με τον γιο της τον προστάτη σου. Έπειτα μάθε και τη
δική μου συμβουλή. Μην απλώνεις το χέρι σου εκεί που δεν φτάνεις.
Τι έχεις να κάμης εσύ με το κορίτσι του καπετάν Πανώργιου; Εκείνο
είνε καραβοκυροπούλα και δεν μπορεί παρά να πάρη καραβοκύρη».
— Τ' ακούς! μου λέγει· δεν είνε ψέμα ε;