Λενιώ. Αλλά μόλις αντίκρυσε το κρύο κύμα επισοπάτησε δισταχτική
και ολότρεμη. Επλάκωσε τότε ο καπετάν Παλούμπας και άπλωσε τα
χοντρόχερά του ν' αρπάξη τα χρυσά μαλλιά. Δεν επρόφτασε. Αντήχησε
πάταγος κ' ετινάχθηκαν ξύλα και ανθρώποι στη θάλασσα, σαν να
εξέσπασεν ηφαίστειο. Το Αράπικο τρέχοντας να κερδίση τον δρόμο
του, ήρθε σωτήρας άγγελος της λυγερής κ' εσκόρπισε πανιά —
μαδέρια την «Κυραδέσποινα». Τι απόγινεν ο γραμματικός; πώς
εσώθηκεν η ερωταριά; Δεν ξεύρω τίποτα. Ίσως κρατούνε κάτω της
Έλλης συντροφιά· ίσως απάνω χαίρονται τη ζωή όπως την
ονειρεύθηκεν ο καπετάν Παλούμπας. Εκείνον όμως τον είδα
σακατεμένον, άγριον, μελαγχολικόν στο περιγιάλι. Τίποτα πλέον δεν
εύρισκε κανείς να του παινέψη.
Πάει και η καλή καρδιά, πάει και η γρήγορη γολέτα, πάει και η
όμορφη γυναίκα του.
ΘΕΙΟΝ ΟΡΑΜΑ
— Δε λέτε, παιδιά, τίποτα να ζεσταθούμε;
Και με τον λόγο εφάνηκε μαύρος όγκος στην ανοικτή θυρίδα,
εκύλισεν από τη σκάλα κάτω στην πλώρη Κώστας ο θερμαστής,
βαρυτυλιγμένος στην πατατούκα του. Έκανε κρύο δυνατό. Βοριάς
εξύριζε τα πέλαγα, επάγωνε τ' ακρογιάλια, εκρυστάλλιαζε τα
στοιβαγμένα χιόνια των βουνών. Και το πλήρωμα, ναύτες και
θερμαστές, συναγμένοι ολόγυρα στην ψυχρή θερμάστρα, εφρόντιζαν να
ζεσταθούν ρουφώντας φασκομηλιά και τρώγοντας μαχαιροκοφτό
ψωμοτύρι. Ο λύχνος καρφωμένος στη μέση ενός στύλου έρριχνε λάμψι
και καπνό μαζί στα περίγυρα εσωθέματα, με θλιμμένο και μονότονο
ενατίναγμα. Διπλά — τριπλά τα κρεβάτια κολλημένα στις πλευρές, με
τα μαύρα τους στρωσίδια εθύμιζαν νεκροθήκες στ' ανήλιαστα βάθη
της γης ταφιασμένες. Κοντά η καμαρούλα του ναύκληρου ανοιχτόπορτη
έδειχνεν άλλο κρεβάτι στρωμένο, δυο — τρεις φωτογραφίες παλιές,
μια χρωμολιθογραφία χανούμισας, χρυσοφορεμένης και ξαπλωμένης
ράθυμα σε πουπουλένια προσκέφαλα. Και παντού κρεμασμένα τα ρούχα
στο λάδι και το κάρβουνο βουτηγμένα, οι μουσαμάδες ξεσχισμένοι
και μυριομπαλωμένοι, τα χοντρά ποδήματα και τα κασκέτα και οι
χρωματιστοί σκούφοι έδιναν στο χώρισμα εκείνο την ηρεμία
καλογερικού κελιού. Αλλά το λάχτισμα του νερού που αντήχαε στα
πλευρά αδιάκοπο, η βαρειά οσμή του κατραμιού, των σχοινιών, του
κάρβουνου και τα ψημένα πρόσωπα των ανθρώπων έδειχναν πως η ζωή
εδώ αγωνίζεται τον τελευταίον αγώνα της. Για τούτο και κανένας
δεν επρόσεξε τόρα στο κωμικό κατρακύλημα του θερμαστή.
— Δε λέτε, παιδιά και τίποτα να ζεσταθούμε; είπε πάλιν εκείνος
αγκαλιάζοντας τη θερμάστρα με δύσκολο μορφασμό.
— Τι να ειπούμε; μελαγχολικός ερώτησε ο Κώστας Αξιώτης. Τέτοια
νυχτιά σαν την αποψινή δεν θέλει παραμύθια· όχι δεν θέλει
παραμύθια. Εδώ στον άγριον κόρφο που είμαστε κλεισμένοι,
τριγυρισμένοι από το πικρό μούγκρισμα της Μαύρης θάλασσας,
σαβανωμένοι από τον άσπρο θυμό τ' ουρανού ας πούμε κατιτί θεϊκό
και παρήγορο. Στα παλιά χρόνια οι γέροντές μας δεν είχαν την
καταδίκη που έχουμ' εμείς τόρα. Επερνούσαν τις καλές ημέρες κάτω
από την ατράνταχτη στέγη τους, κοντά στη φωτιά, ανάμεσα στη
φαμίλια τους. Όπως ο αμπελοφυτευτής το αμπέλι του ετρυγούσαν κ'
εκείνοι το καλοκαίρι τη θάλασσα κ' εχαίρονταν τον χειμώνα τους
καρπούς της άφοβα. Ήξευραν τη γιορτή και την καματερή τους. Είχαν
καιρό να γνωρίσουν τη χαρά και να πενθήσουν τη θλίψι τους. Εμείς
δεν έχουμε τίποτε απ' αυτά. Χειμώνα — καλοκαίρι οργώνουμε
ακατάπαυστα το κύμα· κύμα άβουλο, άκαρπο, αχάριστο σ' εμάς σαν το
στειρολίθαρο. Βώδια καματερά στη βουκέντρα της Ανάγκης υποταχτικά
θ' αυλακώνουμε το αρμυρό χωράφι μόνον τη φάκνα μας έχοντας
ανταμοιβή. Για τούτο καλά που έτυχε η κακοκαιρία ν' αφήσουμε λίγο
τον κάματο. Δεν λέγω πως θα μείνουμε και τόρα ήσυχοι. Ο αφέντης
θέλει δουλειά από τον δουλευτή γιατί φοβάται μήπως οκνέψη με την
ακαμοσιά. Φαντάσου όμως αν ήταν καλοσύνη τι δρόμο θα επαίρναμε
τόρα και πώς θα ετρόμαζεν άξαφνα την ονειροπλανεμένη σου
συνείδησι η αυστηρή φωνή της καμπάνας για την αλλαγή. Τόρα
τουλάχιστον έχω ελεύθερο τον νου να τον προσηλώσω στο σπίτι μου.
Αχ, το σπίτι μου! Άρχισα το παράπονο και κοντεύω να δακρύσω σαν
το άπραγο παιδί. Μα δεν φταίω εγώ. Φταίει αυτή η νύχτα που
εστάλαξεν από τα μικρά χρόνια μέσα μας, που εζύμωσε με το αίμα
μας τόσα μόρια φαμελίτικης ευτυχίας και αν εθάφτηκαν από τις
ανάγκες της ζωής δεν ενεκρώθηκαν όμως και ολότελα. Φταίει το
αποψινό αποσπέρισμα, το μελαγχολικό σύθαμπο, τ' αστέρι το λαμπρό
που έτρεμε βασιλεύοντας στον κιτρινόγλαυκον αιθέρα, πίσω από τα
χιονισμένα βουνά και μου ετάραξε τη συνείδησι, όπως αναταράζει ο
βοριάς τη θάλασσα και δείχνει στον βυθό το θεριεμένο κοράλλι.
Όπως τους Μάγους οδήγησε κ' εμένα πίσω από τα βουνά και τα πέλαγα
στην Νάξο, στο Γρίτι μου το πρασινοντυμένο, στο ταπεινό μα
ολόχαρο σπιτάκι μου. Και όχι ως εδώ· παραμπρός, παραμπρός ακόμη.
Μ' έφερε στα παιδιάτικα χρόνια μου, πριν αφήσω τη στεριά και πριν
πατήσω στη θάλασσα.
Εκαθόμαστε όλοι στο παραγώνι, διπλοπόδι στα μάλλινα στρωσίδια,
ντυμένοι με τα ζεστά φορεματάκια μας που τα έρραψε της μάνας η
φροντίδα και της αδερφής μας της Ομορφούλας τα επιδέξια χέρια. Ο
πατέρας μου, θεριακωμένος και νιοφάνταχτος γέροντας, εκαθόταν
στις προσκεφαλάδες ψηλά κ' ερρουφούσε απολαυστικά το τσιμπούκι
του. Ήταν από τους παλαιούς θαλασσόλυκους, αψύς δουλευτής,
άτρομος παληκαράς και ακούραστος χαροκόπος. Στο πενηντάχρονο
στάδιό του πολλά εκέρδισε με τον ίδρωτα, πολλά εσπατάλησε με τους
φίλους και τα λιγώτερα εφύλαξε για τα παιδιά του. Εναυάγησε τέλος
στο Μπουγάζι, εσώθηκε με το πουκάμισο, ήρθε στο νησί κ'
εβδομηντάρης άφησε κληρονομιά σε μένα ν' ακολουθήσω την τέχνη του
και να προκόψω το σπίτι μας.
Όταν μας έβλεπεν έτσι συναγμένους τριγύρω του άρεσε να διηγήται
παραμύθια και ιστορίες της ζωής του. Της θάλασσας οι κίνδυνοι,
της στεριάς οι χαρές, ο τρόμος των κουρσάρων, τα ναυτικά
κατορθώματα της επαναστάσεως εδιάβαιναν ζωντανά και ολοφώτιστα
στην παιδιάτικη φαντασία μας με τα λόγια του. Μα εκείνη τη νύχτα
δεν ηθέλησε να μιλήση ούτε για παραμύθια, ούτε για ταξείδια του.
Μόλις εβάλαμε τον λύχνο στον λυχνοστάτη κ' εφάγαμε τη λειψόπητα
μας άρχισε θρησκευτικές κουβέντες. Ήταν θρήσκος ο αγιοχώματος και
τα ιερά βιβλία δεν τ' άφινεν από κοντά του. Αλήθεια όταν
εταξείδευε είχε πρόχειρα πότε τα τροπάρια και πότε τις
βλαστήμιες. Μα τόρα που έπαψε τον αγώνα της ζωής εφρόντιζε μόνον
για τη σωτηρία της ψυχής του.
— Δε μου λες, είπε στον αδερφό μου τον μικρότερο, τι δράμα είδεν
η Παναγία τη νύχτα που εγέννησε τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν;
Α, δεν το ξέρτε! επρόσθεσε με ήμερη φωνή. Μα δεν φταίτ' εσείς·
φταίω εγώ που δεν σας το έμαθ' ακόμη. Έγινε πέρα στην Ανατολή,
τον τόπο τον παράδοξο. Ποιον χρόνο δεν σας λέγω. Φτάνει να
μετρήσετε τον φετεινό και το βρίσκετε αμέσως. Εκείνη τη νύχτα μια
καλοδέματη γυναίκα συντροφιασμένη από τον τέκτονα τον άντρα της,
εστάθηκε μισοστρατίς σε μια σπηλιά κ' εγέννησεν ένα πεντάμορφο
παιδί. Φτωχά ήσαν τα ρούχα της, η όψις της πικραμένη· μα είχε
κατιτί τόσο λαμπρό στο βλέμμα, που έλεγες πως θ' αναστήση και την
πέτρα. Κάτω από το γαλάζιο φόρεμα και το κόκκινο στηθοπάνι το
κορμί εφάνταζε λυγερό, πελεκητό, άξιο για να θρονιάση μια πάναγνη
ψυχή. Και κάτω από τον άσπρο της κεφαλοδέτη ο θαυμαστός τύπος της
φυλής, τ' αμυγδαλωτά μάτια, τα φρύδια τα σμιχτά, το ελεφαντένιο
μέτωπο λαμπρότερο και από τα χρυσά στολίδια του, επρόδιναν την
αισθαντική πηγή που θα σαρκώση την Αγάπη και την Καλοσύνη.
Εγέννησε το παιδί, το εβύζασε, το ετύλιξε με το σάλι και το
απίθωσε στη φάτνη απάνω στ' άχυρα να κοιμηθή. Σε λίγο ο ανασασμός
έβγαινεν από το στηθάκι του ήσυχος, σαν ανασασμός ενός
βαλσαμόδεντρου. Γύρω το σκοτάδι απλωνόταν πίσσα. Κάτω στο χώμα
πλαγιασμένα τα ζωντανά, βώδια και πρόβατα και άλογα μαζί,
αισθάνονταν κάποια ιερή φρίκη να χαμοπετά επάνω τους, σύγκρυο
ναρκωτικό να τα περιγλείφη κ' έμεναν άγρυπνα. Μα ούτε βέλασμα,
ούτε χλιμίντρισμα, ούτε βούγεμα ηχολογούσεν εκεί. Η φάκνα μόνον
έτριζε κάποτε, αλλά κ' εκείνη έμενεν ακατάλυτη, ξερομασημένη στο
απρόθυμο στόμα τους. Απάνω η σπηλιά με τον ουρανό της
νεροστάλαχτον, με τα πλευρά της αυλακωμένα από τις νεροσυρμές,
πράσινα από τα πολυτρίχια και τη χνουδωτή αμάκα, κουφαλιασμένα
από τα νύχια του όρνιου που είχεν εκεί τη φωλιά του, κόσκινο από
του σφαλαγγιού το κεντρί, κλεισμένα με τον πλοκό της αράχνης,
ξεθεμελιωμένα από του ποντικού την ακούραστη μύτη, εψήλωνε βουβή,
ατάραχη, σαν ναός απλώνοντας εμπιστευτικά τ' αετώματά του σ'
εκείνους που ζητούν καταφύγιο. Και κάτω από τη χαμηλή εμπατή, το
φως αστροστόλιστης νυχτιάς εχυνόταν σεντόνι ολομέταξο στις
πλαγιές και τα λακκώματα. Οι κουρμάδες εκεί εψήλωναν λαμπάδες, με
τα καμαρωτά κλωνιά καρποφορτωμένα στην κορφή. Εκεί τ' αμπέλια
έδειχναν τα κλαδιά έτοιμα ν' ανοίξουν μάτια χλωροπράσινα στο
πρώτο φύσημα της ανοίξεως. Εκεί ασπραργυρανθισμένες οι ελιές
ελαγάριζαν από τόρα τον χυμό που θα καή θυσία στον νεογέννητον.
Εκεί και τα σπίτια της Βηθλεέμ μικρά, τετράγωνα, με το δώμα επάνω
και την πόρτα στο πλάγι, έλαμπαν στον ασβέστη, λέγεις κ'
εστολίσθηκαν να υποδεχθούν εκείνον που θα τους χαρίση αθανασία
και δόξα. Πέρα βαθειά ο Ιορδάνης εστέναζε μέσα στη χαλικοστρωμένη
κοίτη κ' ετάραζε προσμένοντας με ανυπομονησία και τρόμο το ένθεο
κορμί που θ' άγιαζε τα νερά του. Δεξιά στη χούνη που την εσκέπαζε
σκοτεινιά και φρίκη, σαν κατάρατο πνεύμα εβρυχόταν η Νεκρή
Θάλασσα, λέγεις και είχεν ακόμη στοιχειά μέσα τις κακές βουλές
και τ' ανόσια καμώματα εκείνων που εκατοικούσαν άλλοτε τα Σόδομα
και τα Γόμορα. Αριστερά σε μακρινό διάστημα, επάνω από τους
ζυγούς, εκεί που δεν έφτανε τα ανθρώπινο μάτι ήταν όμως ασήκωτος
ο λογισμός του Θεού, στη χαρά και την ακολασία παραδομένα
ούρλιαζαν τα Ιεροσόλυμα, τα άσμα των Προφητών και η λατρεία λαού
μεγάλου. Απάνω εμοσχοβολούσεν ακόμη ο απέραντος αγρός από τους
πόθους του Βοόζ και της Ρουθ την παρθενιά και κάτω έχασκεν η
κοιλάδα στη χάρι τ' ουρανού αχόρταστη. Ψηλά διαμάντι ετρεμόφεγγεν
η δροσιά και γαλάζια ομίχλη έκλωθε τα πάντα στο μυστήριο.
Ο Ιωσήφ μόλις είδε κοιμισμένο το παιδί εκατέβηκε στο χωριό να
φροντίση για τροφή της λεχώνας. Κ' εκείνη ολομόναχη, αδυνατισμένη
από τη γέννα και τις κακοπάθειες, ξεπαγιασμένη, με τη μητρική
λαχτάρα στα στήθη, με τις ελπίδες και τους φόβους στο κεφάλι,
εσταύρωσε τα χέρια σφιχτά, ορθό ακούμπησε το κορμί σ' ένα στύλο
κ' έκλεισε τα ματόφυλλα στον ύπνο. Αλλ' αδύνατον εστάθηκε να
κοιμηθή. Η τύχη του θεόσταλτου αβέβαιη επλάκωσε να της τυρανήση
την ψυχή. Τι θ' απογίνη μέσα στου κόσμου την αντάρα ο τρυφερός
της Κρίνος, εκείνος που εδόθηκε μιαν ημέρα με το χέρι
ασπροντυμένου Χερουβείμ; Ποια θα είνε η ζωή και ποιο το τέλος
του; Θα περάση τον δρόμο πορφυρόστρωτο για να γυρίση στην πρώτη
του πηγή ή θα βάψη με το αίμα του τ' αγκάθια και τις
στουρναρόπετρες; Ο κόσμος παραλυμένος δεν προσέχει πλέον στα
λόγια των Προφητών. Ο Ισραήλ στενάζει κάτω από το ψέμμα των
Φαρισσαίων και των Ρωμαίων τον βαρύ ζυγό. Δεν κιθαρίζει πλέον ο
Δαυίδ ούτε η θαυμαστή Δεβόρρα κρίνει τον λαό κάτω από τους
κουρμάδες. Του Ααρών τα τέκνα ληστεύουν· απιστίας σύγνεφο
σκοτίζει την Ιερή Κιβωτό και του Μεγάλου Ναού τα άδυτα. Πίνει το
αίμα των Μακκαβαίων η γη χωρίς ν' αποδώση ελευθερία και
δικαιοσύνη. Ο Γαυλωνίτης Ιούδας εχάθηκε χωρίς ν' ανορθώση τον
Νόμο και να προφυλάξη από τη μάταιη σπατάλη των ανθρώπων τους
αναφαίρετους τίτλους του Ιεχωβά. Της Επαγγελίας η γη, χωρισμένη
σε βασίλεια και τοπαρχίες, κατατρώγεται από τον εμφύλιο σπαραγμό,
ματώνεται από τα μίση των τέκνων της, σαν να την βαραίνει ακόμα η
απείθεια των προγόνων στην έρημο του Σιν. Κόλαση έγεινεν ο ποτέ
Παράδεισος. Εγωιστής κ' εκδικητικός και άδοξος ο περιούσιος λαός
του Κυρίου. Πώς θα ζήση σε τέτοιον κόσμο το παιδί της;
Αλλ' άξαφνα η μητρική συνείδησις θαυματουργή έσχισε για μιας το
μυστήριο και λύχνος ηλιοστάλαχτος εκρεμάσθηκ' εμπρός της, έτοιμος
να δείξη το μέλλον του νεογέννητου, όπως η νεφέλη έδειξεν άλλοτε
τον άγνωστο δρόμο στη φυλή της. Και τον είδε τριαντάχρονο
λεβεντονιόν να ταράζη και να μαγνητίζη τις ψυχές του πλήθους.
Ψηλός, λυγερός, με σεβαστή μελαγχολία στο ροδοζύμωτο πρόσωπο, με
τα καστανά μαλλιά κυματιστά στους ώμους, με το στόμα
γλυκοστάλαχτο και τα γαλανά μάτια εμιλούσε στον λαό, τον
εσυμβούλευε και τον έπειθε. Εκήρυττε στις συναγωγές και χίλιοι
τον άκουαν· ανέβαινε στο βουνό και μύριοι τον ακολουθούσαν.
Διαβαίνει ανεμόφτερος τη λίμνη της Γενησαρέτ και ρίχνονται
λαμνοκοπώντας οι κόσμοι στα βήματά του. Οι Προφήτες που
επροσπερνούσαν, τόρα πισοδρομούν υποταχτικοί του. Ο Νόμος του
Μωυσή αναζή στα λόγια του και συμπληρώνεται. Η έρμη γη
αναδροσίζεται· τ' απελπισμένα στήθη ξαναθαρρεύουν· τα πλανημένα
πρόβατα γυρίζουν πάλι στη μάντρα τους. Η αγάπη τρέχει αδαπάνητη
από τα πλατειά στέρνα του και δροσίζει το φλογερό καμίνι της
κακομοιριάς. Οι άπιστοι πιστεύουν και υψώνονται οι ταπεινοί·
τυφλούς φωτίζει, χωλούς οδηγεί. Τα Ιεροσόλυμα τις πόρτες τους
ανοίγουν να τον δεχθούν στεφανωμένον με βάγια. Σύγκαιρα όμως
καρφώνουν τον σταυρό που θα βαστάξη το αβάσταχτο κορμί. Ο
φθονερός μαθητής τον παραδίνει με φίλημα. Ο δειλός φίλος τον
αρνείται πριν λαλήση ο πετεινός. Μα εκείνος ανώτερος από τα τέκνα
των ανθρώπων, συγχωρεί την άρνησι και την προδοσία, διαβαίνει
πράος μέσα από τους εμπαιγμούς και τα φτυσήματα, πίνει το ξύδι
και τη χολή, φορεί το αγκαθερό στεφάνι, την περιφρονητική
χλαμύδα, κρατεί το καλαμένιο σκήπτρο και ανεβαίνει στο μαρτύριο.
— Γυναίκα, να ο γυιος σου· λέγει την τελευταία στιγμή.
Και αποχαιρετά μ' ένα βλέμμα μελαγχολικό αλλά ήρεμο τη μάνα που
τον εγέννησε, τους φίλους που τον επίστεψαν, τον λαό που τον
ετυράνησε· τη γη που είδε τα φαρμάκια και τον Ουρανό που άνοιξε
φιλόστοργη αγκαλιά να δεχθή το σώμα του.
Η μάνα ήταν εκεί και τα έβλεπεν όλα. Ήθελε να φωνάξη, να τρέξη
για να τον σώση από τα χέρια των κακούργων, αλλά δεν ημπορούσε να
βγάλη φωνή από τον λάρυγγά της. Το σώμα δεν ακολουθούσε τους
πόθους της ψυχής. Μα όταν είδεν ένα στρατιώτη αγριοπρόσωπον,
έτοιμο να λογχίση τα πλευρά του, εκατόρθωσε να σπάση τον
γλωσσοδέτη:
— Μη!... εφώναξε με όλη της τη δύναμι.
Και με το μη! εξύπνησε. Δεν είδε ολόγυρά της τίποτα από το
φριχτόν όραμα. Το βρέφος εκοιμόταν ακόμη πλάγι της, μέσα στη
φάτνη, απάνω στο άχυρο. Αλλά δεν εβασίλευεν η σιγή ούτε το
σκοτάδι όπως πριν. Αγγελική αρμονία εκατέβαινεν από τα αιθέρια
και λαμπρομέτωπο αστέρι έχυνε θάλασσα το φως του στη σπηλιά κ'
έλουζεν όλα με το θαύμα. Κ' εμπρός στα πόδια της, κάτω από την
κοιτίδα του, οι Μάγοι γονατιστοί με τα δώρα τους, τη σμύρνα, και
τον μόσχο και το λιβάνι, ωνόμαζαν τον γυιο της Βασιλέα και Θεόν.
Εκείνη την ώρα εφάνηκε στην εμπατή χλωμός ο Ιωσήφ.
— Να φύγουμε· λέγει τρέμοντας στη γυναίκα του. Ο Ηρώδης θέλει το
παιδί κ' οι άνθρωποί του γυρίζουν στη χώρα. Γλήγορα να
φύγουμε!...
Εκείνη άρπαξεν αμέσως το βρέφος, το έσφιξε στους κόρφους της κ'
επήραν τον δρόμο για την Αίγυπτο. Η νύχτα έκρυψε τα βήματά τους
από το άγρυπνο μάτι των κατασκόπων. Αλλά τα αίματα των παιδιών
και η φωνή των μανάδων ανέβαιναν από τα σπίτια της Γαλιλαίας
πρωτόλουβη θυσία στον αναμορφωτή του κόσμου.
— Πόσα αίματα θα χυθούν ακόμη· εψιθύρισε προφήτης η γυναίκα.
Πόσα αίματα!...»
Ετελείωσεν ο Αξιώτης το διήγημά του και οι σύντροφοι έμειναν
ακόμη ακίνητοι σαν ονειροπλανεμένοι. Μερικοί εσταυροκοπήθηκαν
άλλοι εστέναξαν βαθειά σαν να εξύπνησε κάτι παρήγορο μέσα τους.
Αλλ' ο Κώστας ο θερμαστής, ίδιος στ' αστεία και τα σοβαρά ερώτησε
πονηρά τον σύντροφό του:
— Δε μου λες, βλάμη· είδεν η Παναγιά στ' όνειρό της και τον
πατριώτη σου το Βαραββά;
Εκείνος εχολοταράχθηκε· φοβερή βλαστήμια ανέβηκε στα χείλη του.
Την εκατάπιεν όμως. Δεν ήταν καιρός τόρα να κολασθή κανείς!
Εχαμογέλασε, έκαμε τον σταυρό του κ' εξαπλώθηκε στο έρημο κρεβάτι
του.
— Και του χρόνου, παιδιά, στα σπίτια μας, ευχήθηκε.
— Στα σπίτια μας, είπεν ο θερμαστής, μα θα σε θερίζ' η πείνα.
ΚΑΚΟΤΥΧΟΣ
Η «Παντάνασα» το νεόχτιστο μπάρκο του Βάραγγα φρεσκοβαμμένο,
σημαιοστόλιστο αρμένιζε με φλόκους και πανιά μέσα στον κόρφο του
Γαλαξειδιού. Έκανε το πρώτο ταξείδι του. Χθες μόλις επήρε τη
σαβούρα του, εσύναξε όλες τις προμήθιες: ψωμί, τυρί, ελιές, παστά
κρέατα, νερό, καφέ και ζάχαρη και με το χάραμα έλυσε τα
πρυμόσχοινα. Οι συντοπίτες όλοι άντρες, γυναίκες και παιδιά
χυμένοι έξω στο ακρωτήρι εκύταζαν, το εκαμάρωναν και το
κατευόδωναν με την ψυχή τρεμάμενη. Εμείς από μέσα δέκα ναύτες, ο
γραμματικός έντεκα και ο καπετάν Δρακόσπιλος δώδεκα μια ερρίχναμε
στ' άρμενα και μια στη στεριά.
— Καλό ταξείδι· και καλή αντάμωση!...
— Ναι· καλή αντάμωση!...
Ο Μπουρίνας ο σκύλος μας ετριπόδιζεν απάνω κάτω χαρούμενος κ'
εκείνος. Εμπλεκόταν στα πόδια μας, εκατέβαινε στην πλώρη, έμπαινε
στου καπετάνιου την κάμαρη, εγύριζε στο μαγεριό, επηδούσε στο
τσιμπούκι και γαυ! γαυ! αλύχταγε κατά τις στεριές σαν να τους
έλεγε κ' εκείνος: — Καλές αντάμωσες!
Ο ουρανός κατάγλαυκος απάνω· τα νησιά, τ' ακρογιάλια γύρω ήμερα
και γελαστά· η θάλασσα χρυσάχτινη. Πρύμος άνεμος εφούσκωνε τα
πανιά κ' έσπρωχνε το καράβι γοργό στον δρόμο του. Μα τι τα
θέλεις! Με όλη τη χαρούμενη έκφρασι που είχαν ψυχωμένα και άψυχα
γύρω, κάτι εκρεμόταν αόρατο ψηλά κ' εκάθιζε μυλόπετρα στην ψυχή
μας. Ανεξήγητη ανησυχία εκυρίευε όλων τα νεύρα. Ήταν η πίκρα του
χωρισμού; ήταν ο φόβος του κινδύνου; Όχι· δεν το πιστεύω. Αν ήταν
η «Παντάνασα» πρωτοτάξειδη εμείς όμως είμαστε παλιοί
θαλασσομάχοι. Ο Βάραγγας εδιάλεξε τον αθέρα για να βάλη μέσα.
Χρόνια, ταξείδια και θαλασσοδαρμούς δεν ήξευρε ποιος είχε τα
περισσότερα. Και οι απέξω που μας κατευόδωναν δεν ήσαν καθόλου
άμαθοι. Χίλιες φορές είδαν τον μισεμό και τον γυρισμό μας. Τα
δάκρυα και οι χαρές έχασαν το σύνορό τους σε κάθε ναυτικό μέρος.
Τραγούδια και μυρολόγια βρίσκονται αδερφωμένα πάντα όπως το
κυπαρίσσι θλιμμένο και η ολόδροση τριανταφυλλιά μέσα στο
νεκροταφείο.
Δεν ήταν λοιπόν ο μισεμός· ήταν η τύχη του πρώτου μας. Θαλασσινό
σαν τον καπετάν Δρακόσπιλο δεν εγέννησε δεύτερον η φύσις. Ζωντανή
χάρτα ήταν το κεφάλι του. Πού τα ρέματα, πού ξέρες, πού πάγκοι τα
ήξευρε με τον διαβήτη σε Άσπρη και Μαύρη θάλασσα. Τα λιμάνια, τ'
ακρωτήρια, τις λένες, τα ρίχη· τα πόρτα ημπορούσε να τα ειπή ένα
κ' ένα με τα μίλια τους. Αν ρωτάς για τους ανέμους, αισθανόταν το
φύσημά τους τρεις ώρες πριν κινήσει το πρώτο φύλλο. Θάλασσα,
ουρανός, στεριές, άστρα, σύγνεφα, του ήλιου ανατολή και βασίλεμα
δεν είχαν γι' αυτόν κανένα μυστικό. Εμιλούσαν στην ψυχή του μέσα.
Και δεν τον έφταναν μόνον αυτά· ήθελε περισσότερα. Ήθελε πάντα να
μαθαίνη τα μακρινά. Όπου δεν έφτανε το μάτι επετούσε περίεργη η
φαντασία του. Άμα εύρισκε κανένα κοσμοπερπατημένον τον ερωτούσε
για όλα. Για τους Ωκεανούς, για την Αμερική, για τους Πόλους, για
τους πάγους που κατεβαίνουν όγκοι πελώριοι ως στ' ακρογιάλια της
Αγγλίας και τα ρέματα που έρχονται Δούναβης από το Μεξικό στη
Νορβηγία κ' έχουν το νερό ζεστό και φέρνουν βανάνες, καφέδες, των
τροπικών καρπούς στα παγωμένα κλίματα. Όνειρο είχε να κλείση στο
κεφάλι του όλη την Υδρόγειο.
Και όμως — θα το πιστέψετε; — αυτός ο θαλασσομάχος ένα καλό δεν
είδεν από τη θάλασσα. Δέκα χρόνια καπετάνιος κ' ετρόμαξε τον
ναυτόκοσμο με τα ναυάγια. Ένα μπάρκο του μαδέρια το εσκόρπισε η
λεονάδα στον Καβοκόρσο. Ένα μπρίκι που είχε μισακό με τον Δήμαρχο
το εδάγκωσαν αλύτρωτο οι πέτρες στο Βονιφάτσιο. Του πεθερού του
μια γολέτα που εκαπιτάνευε μισθωτός την έφαγεν ο άμμος του
Αλαφονησιού. Με κανένα ξύλο δεν ημπόρεσε να τελειώση ταξείδι. Αν
εγλύτωνε στο πρώτο την επάθαινε στο δεύτερο. Αν εγλύτωνε και στο
δεύτερο στο τρίτο ήταν εξωφλημένος. Εκατάντησε ούτε τ' όνομά του
να μη θέλουν ν' ακούσουν οι ναυτικοί. Κανείς καραβοκύρης δεν του
έδινε καράβι να κυβερνήση· κανείς ναύτης δεν εμπιστευόταν τη ζωή
του. Ακόμη και για επιβάτη δεν τον ήθελαν. Έλεγες καπετάν
Δρακόσπιλο και ανατρίχιαζεν όλο το Γαλαξείδι, σαν να επλάκωνε ο
Παπακώστας με τους αντάρτες του. Οι καπετάνοι που θα εταξείδευαν
εφρόντιζαν να μην τον απαντήσουν στον δρόμο τους. Το είχαν
κακοσημαδιά.
Εκείνος τα έβλεπε κ' εστέναζε κατάκαρδα. Δεν επαραπονιόταν όμως
γιατί αναγνώριζε το δίκαιό τους. Ήξευρε πως ο ναύτης έχει νόμο
την πρόληψη. Ό,τι τον εφούρκιζε και τον απέλπιζε ήταν η τύχη του.
Μ' εκείνη επάλαιβε νυχτόημερα στον ύπνο και τον ξύπνο του. Και ο
ίδιος επίστεψε πως κάτι κακό εγεννήθηκε στην πλάσι μαζί με τη
γέννησί του και τον ακολουθούσε τόρα θαλασσινό στοιχειό,
εκδικητικό και παντοδύναμο στα ταξείδια του. Αναγνώριζε ότι δεν
είχε πλέον δικαίωμα να συνεπαίρνη στην κακοτυχιά του ξένη
περιουσία, με βάσανα και ίδρωτα αποχτημένη και ξένη ζωή
πολυάκριβη.
Όμως αυτό ήταν η μεγαλήτερη δυστυχία του. Ήρθε κ' εψυχομαράθηκε·
εσούρωσε σαν τον Άρειο. Άρχισε ν' αποφεύγη όχι πλέον τους ξένους
αλλά και τους δικούς του. Επήγαινε πάντα μοναχός, εμιλούσεν,
εχειρονομούσε πότε δυνατά και ωργισμένα, πότε κουφά και φοβισμένα
σαν να ήταν συνωμότης του εαυτού του. Και κάθε ηλιοβασίλεμα
εξεκινούσεν από το σπίτι του που ήταν στη Χηρόλακκα ψηλά,
εγλύστραγεν αμίλητος στην αγορά, εκατέβαινε στο λιμάνι, έστεκε
κατάνακρα στ' ορθολίθι, εκύταζε τη θάλασσα. Εκύταζε κάπου μισή
ώρα. Έκανε φτου! φτου!... τρεις φορές· άλλες τρεις την έδερνε με
τις πέτρες. Έπειτα πάλιν έπαιρνε τον ανήφορο, εδιάβαινε στην
αγορά, έφτανε σπίτι του.
Η γυναίκα του η όμορφη Χρυσούλα, ο γυναικάδερφός του ο Βάραγγας
και ο γεροπεθερός του απόμαχος θαλασολύκος, έβλεπαν την κατάστασί
του και ήσαν απαρηγόρητοι. Δεν ήξευραν τι να κάμουν πώς να τον
σώσουν. Νέος άνθρωπος, βλέπεις, χεροδύναμος, πολυκάτεχος,
άτρομος, για τον κίνδυνο και τον αγώνα γεννημένος, πώς ημπορεί να
κάθεται άδουλος, περιφρονημένος σαν το άκαρπο δεντρί. Και όχι
μόνον οι συγγενείς αλλά και οι ξένοι έπασχαν για την κατάστασί
του. Ο ναυτόκοσμος, βλέπεις, καταντά όλος μια οικογένεια. Η τέχνη
του, η τύχη του, το σκαφίδι που τον κρατεί και το στοιχειό που
τον μάχεται, σμίγει και σφιχτοδένει όλους μαζί μικρούς — μεγάλους
στα βρόχια του κινδύνου και των θλίψεων. Ήθελαν πολλοί να τον
βγάλουν από τη νέκρα του — να του δώσουν δουλειά — έλα όμως που
ετρόμαζαν την τύχη του! Δεν ήταν πράγμα τιποτένιο. Καλά πίσω αν
εγύριζε το πλεούμενο. Αν το εκάρφωνε όμως για πάντα σε καμμιά
ξέρα;
Εκείνη την εποχή έχτιζε την «Παντάνασσα» ο γυναικάδερφός του στα
Καταλονία. Ο πρωτομάστορης έβαλε κάτω όλα του τα σχέδια να το
κάμη γερό, κομψό, τέλειο· τα δάση έδωκαν τα καλήτερα ξύλα τους·
οι μαστόροι και οι καλαφάτες όλη την τέχνη τους. Ο Βάραγγας
εξόδεψεν αλύπητα το έχη του. Επούλησε και κάτι χωράφια που είχε
προίκα στη Γλύφα. Ή του ύψους ή του βάθους· — εσυλλογίσθηκε.
Η Χρυσούλα ερρίχθηκε στον αδερφό της κολλιτσίδα:
— Λυπήσου τον, λυπήσου τα παιδιά μου· βάλε τον μέσα γρεντή.
— Μωρέ, αδερφή, τον λυπούμαι μα τι να του κάμω· έλεγεν εκείνος
στενοχωρημένος. Βλέπεις που εξόδεψα τα μαλλοκέφαλά μου σ’ αυτό.
Θέλεις να μην το ξαναϊδώ; Έχει κακοτυχιά ο άνθρωπος· μάλαμα
πιάνει στάχτη γένεται. Δεν τον θέλει η θάλασσα. Ας πιάση στη
στεριά δουλειά να τον βοηθήσω όσο μπορώ.
— Τι δουλειά να πιάση; επίμενεν εκείνη κλαίοντας. Μπορεί να κάμη
άλλη δουλειά ο ναύτης; Ζη το ψάρι όξω απ’ το νερό;
Θέλοντας και μη τον έβαλε καπετάνιο στην «Παντάνασα» τον
Δρακόσπιλο.
— Τήραξε, μωρέ Θύμιο, του είπε πικρογελώντας όταν τον
αποχαιρετούσε στην ανεμόσκαλα· τήραξε να μη το κάμης μαδέρια και
τούτο.
— Αν δεν έρθη το μπάρκο δεν θα 'ρθώ κ' εγώ· απάντησεν εκείνος.
— Όχι· καλήτερα να 'ρθήτε κ' οι δυο.
Τόρα η «Παντάνασα» έτρεχεν ολάρμενη στον Καβομαλιά. Επηγαίναμε
ίσα στον Ποταμό για φορτίο. Το κύμα έτρεχε πίσω της
παιγνιδιάρικο, εδροσόλουζε τα σμαλτωμένα πλευρά της, αρμονικά την
ελίκνιζε. Ρίζι εσκόρπιζε το νερό η πλώρη της. Ο άνεμος εφούσκωνε
τα ολοκαίνουρια πανιά, εκαμάρωνε τα σχοινιά, εσφύριζε στους
μακαράδες, στις στραλιέρες, στις μούδες. Δίπλα επισοδρομούσαν οι
στεριές καταπράσινες, έφευγαν τρεχάτες, έσβυναν στην απόστασι την
ώρα που άλλες έβγαιναν εμπρός για να χαθούν κ' εκείνες και άλλες
να φανερωθούν. Δέκα κόμπους έπαιρνε στην ώρα. Έβλεπα τα γερά της
δεσίματα, το κομψό σκαφίδι, λαμπάδα τα κατάρτια, το γοργό
τρέξιμο, τ' ορθοπλώρισμά της και την εκαμάρωνα. Δεν ήταν καλήτερο
μπάρκο σε όλη τη σφαίρα! Τα βουνά έλεγα πως επρόβαιναν να το
καμαρώσουν· τα κύματα πώς έτρεχαν υποταχτικά να στρωθούν στην
καρίνα του. Και από τόρα με τη φαντασία ετελειώναμε το ταξείδι.
— Την τάδε ώρα στον Καβογρόσο· έλεγεν ο γραμματικός
λογαριάζοντας. Αύριο πρωί στον Καβομαλιά· αύριο βράδυ στον
Καβοντόρο· αντιμεθαύριο στα Δαρδανέλια· σε οχτώ ημέρες στον
Ποταμό.
— Και αν τύχη καμμιά φορτούνα· αν μας κλείση ο τρελοβοριάς;
ετολμούσε να ψιθυρίση κανείς ναύτης.
Όλοι εγύριζαν και τον εκύταζαν με αγριεμένα μάτια: Μπα που να
δαγκώση τη γλωσσά του! Κοτάει, μωρέ, ο βοριάς να φανή σε τέτοιο
ομορφοκάραβο!
Πίσω της όμως η «Παντάνασα» έβαλε όλους σε μεγάλη αγωνία. Τόσα
καράβια ντόπια ήσαν παραδομένα στο κύμα και κανένα δεν
εσυλλογιζόταν κανείς. Εφαινόταν φυσικό. Αλλά το μπάρκο του
καπετάν Δρακόσπιλου εφαινόταν αφύσικο. Εκείνοι που ήσαν συγγενείς
του κ' εκείνοι που δεν είχαν κανένα έπασχαν από το ίδιο αίσθημα.
Του Γαλαξειδιού ο αέρας έχασε λέγεις τα ζωντανά του μόρια και
φτωχός έφερνε σε όλους την ασφυξία.
— Πού να είνε τάχα η «Παντάνασα»; ερωτούσε στο συναπάντημά του
ένας τον άλλον.
Στα καφενεία, στα κρασοπουλειά, στους ταρσανάδες η ίδια κουβέντα.
Ο Βάραγγας απελπίσθηκε. Δεν έφτανε η δική του στενοχώρια· είχε
και τον κόσμο. Όποιος τον έβλεπε πρώτο λόγο είχε να τον ερώτηση: