θάλασσα. Έρχεται να γιατρέψη τη μπεοπούλα.
Καθώς τ' ακούει εκείνος ευθύς αναγάλλιασε.
— Τρέξετε γλήγορα, λέγει στους ανθρώπους του· γλήγορα να μου
φέρετε τον γέροντα.
Τρέχουν εκείνοι αστραπή, βρίσκουν ένα κοντό και κακοτράχαλο
γεροντάκι καβάλα σε μια κασσέλα. Ήταν κασσέλα κ' έμοιαζε σαν
χελώνα· ήταν χελώνα κ' έμοιαζε σαν κασσέλα. Τρέχει ο Μπέης,
κατεβαίνει τη σκάλα και του πέφτει στα πόδια.
— Αμάν γέροντά μου· σώσε μου το χανουμάκι και ό,τι θες από μένα.
— Μη φοβάσαι μπρε! του φωνάζει εκείνος άγρια· όσο είμ' εδώ μη
φοβάσαι! Μόνον ένα πράμα θα κάμης· να πάρης τη Μπέησα και να
φύγης γλήγορα από τον πύργο. Και να διαλαλήσης στο χωριό πως με
το ηλιόγυρμα οι χωριανοί να κλειώνται στα σπίτια τους συφάμελοι
για τρεις ημέρες.
Ο Μπέης και η Μπέησα στην αρχή δεν ήθελαν με κανένα τρόπο να
φύγουν και ν' αφήσουν μοναχή τη θυγατέρα τους. Μα ο γέροντας
επίμενε ακλόνητος στον λόγο του.
— Αν δεν θέλτε είπε· αφήστε την να πεθάνη.
Τέλος έφυγαν οι γονέοι και ο γέροντας έμεινε ολομόναχος με την
ομορφονιά. Ο γέροντας ήταν μάγος, από εκείνους τους μάγους που με
τον λόγο ημπορούν να μαρμαρώσουν τη θάλασσα και να θαλασσώσουν
τις στεριές. Η δύναμίς του όλη και η μαγεία του ήταν σ' εκείνη
την κασσέλα που την έκανε όπως ήθελε: γοργοπόδαρο άλογο στη
στεριά, τρεχαντήρι άφταστο στη θάλασσα και πουλί πετούμενο στον
αέρα. Είχε κλεισμένα μέσα της εφτά φουσάτα ζωτικών το ένα φουσάτο
φοβερώτερο και τρομερώτερο από το άλλο. Και μ' εκείνα έλεγε να
γιατρέψη την Γκιουλχονούμ. Πιάνει γοργά και ανοίγει την κασσέλα·
χύνει έξω όλα τα ξωτικά. Καθώς τα έχυσεν έξω κάποιο βαθύ βόγγισμα
αντήχησε και τα όρη γύρω άρχισαν ν' αλληλοχτυπώνται σαν
δαιμονισμένα.
Επέρασαν τέλος τα τρία ημερονύχτια, έγινε καλά η μπεοπούλα. Όχι
μόνον έγινε καλά μα και πλέον όμορφη και γλυκειά και δροσερή από
πρωτήτερα. Οι δύστυχοι γονέοι εκατάντησαν τρελοί από τη χαρά
τους· δεν ήξευραν με τι τρόπο ν' αντιπληρώσουν τον γέροντα. Μα
εκείνος δεν εφρόντιζε για τέτοια. Έτσι ήρθε· ήθελεν έτσι και να
φύγη. Τάχα τι λόγο έχει κ' έρχεται η άνοιξι στη γη και
πρασινίζουν οι κάμποι και λουλουδίζουν τα δέντρα και μεστώνουν οι
καρποί και γίνονται τα ξερά χλωρά και τα ψώφια ξαναζούν; Ποια
θέλει ανταμοιβή από τη γη, από τους ανθρώπους, τα δέντρα και τα
ζωντανά; Καμμία. Έρχεται και περνά· έτσι ήρθε και θα περάση τόρα
και ο Μάγος. Άρχισε να μαυλίζει τα φουσάτα για να τα κλείση πάλι
στην κασσέλα. Μα εκείνα δεν θέλουν να τον ακούσουν. Μαυλίζει
ξαναμαυλίζει· τίποτα! Κάπως εθύμωσαν με τα λόγια του κ'
ερρίχθηκαν λυσσαμένα, κάνοντας άνω — κάτω τον τόπο περίγυρα.
Άκουες φωνές, κλάματα, μοιρολόγια, βρισές, βλαστήμιες,
δοντοτριξήματα, μουγκρίσματα, τραγούδια, τούμπανα, βιολιά και
λαγούτα, συγκρατητά σφυρίγματα. Ο αέρας εγέμισεν από γλώσσες
αόρατες, που καθεμιά είχε και τον σκοπό της. Έκανες εδώ, άκουες
τ' όνομά σου· έκανες εκεί έχανες τη σκούφια σου. Έσκυφτες χάμω κ'
αισθανόσουν άξαφνα φοβερή σφίνα να σου χωρίζη τα μηριά. Ευρέθηκαν
άνθρωποι που εγύρισαν ημέρα — μεσημέρι θεόγυμνοι στα σπίτια τους.
Τα χωριά ερήμαξαν· οι κάτοικοι εσφιχτομανταλώθηκαν μέσα· τα
ζωντανά δεν έτρωγαν το χόρτο τους· Τ' αγρίμια περίφοβα
εκλείσθηκαν στις μονιές τους· άδειασαν τα βουκολιά και τα
βαλμαδιά· και τα γιδοπρόβατα του Σαρίγκαλου, του πλούσιου
αρχιτσέλιγκα του Καβομαλιά εσυνεπήραν τα μαντριά κ'
εγκρεμοτσακίσθηκαν στη θάλασσα.
Ο γέροντας επήγε να σκάση από τον θυμό του. Όλα τα ξώρκια είπε,
μα κανένα δεν επιτύχαινε. Τα ξωτικά που άλλοτε έτρεχαν συμμαζωχτά
στα πόδια του, τόρα εγύριζαν κοντά και τον επεριγελούσαν, του
ετραβούσαν τα γένεια κ' έπλεκαν πλεξίδες άλυτες τα μακριά του
μαλλιά. Κ' εκείνος δεν ημπορούσε να καταλάβη τι έτρεχε, τάχα
γιατί τα μάγια του έχασαν τόσο τη δύναμί τους. Έπεσε στη σκέψι
και άρχισε ν' ανασκαλίζη με τον νου τα περασμένα.
— Μπρε! είπεν άξαφνα χτυπώντας το μέτωπό του. Τόρα μόλις
εφωτίσθηκε. Ναι τόρα εθυμήθηκε πως μια στιγμή, όταν η μπεοπούλα
έμενεν ακίνητη εμπρός του, βλέποντας το χυτό κορμί έκραξεν
αστόχαστα:
— Μωρέ μήλο για δάγκωμα!
Κ' έσυρε το τρεμάμενο χέρι γλυκά και ανάλαφρα επάνω της. Με τούτο
όμως ο γέροντας εμολήνθηκε και μολυσμένου άνθρωπου δεν πιάνουν τα
μάγια ποτέ! Άρχισε τόρα να κλαίη και να μύρεται απαρηγόρητα.
Τέλος εδεήθηκε του Θεού, ακόμη μια φορά να πιάσουν τα μάγια του,
για να σώση τον τόπο από τα ξωτικά. Ο Θεός τον εισάκουσε και μ'
ένα λόγο συνάζει τα φουσάτα και οργισμένος, σαν να έρριχνε
θανάσιμους εχθρούς τα διασκορπίζει περίγυρα. Τρία ρίχνει στις
Νεραϊδοσπηλιές, κάτι σταχτιές πέτρες που κρέμονται απάνω από τη
χούνη του Λαχιού· άλλα τρία ρίχνει στον Κούνο ψηλά στο Παραδείσι
και το φοβερότερο με βρισές και αναθέματα γυρίζει και το ρίχνει
στον πάτο της θάλασσας αντίκρυ στο Τσιρίγο.
Για τούτο σας λέγω πως τις φορτούνες του Καβομαλιά δεν τις κάνουν
ανέμοι! Ακούτ' εμένα· τις κάνουν τα στοιχειά!...»
Γιαννιός ο Χούρχουλας τελειώνοντας εγύρισε υπερήφανο βλέμμα, να
ιδή και να χαρή με την έκπληξι των συντρόφων του. Πριν
αφαιρεμένος στη διήγησί του, με τα μάτια ψηλά σαν ν' ακολουθούσε
στον αέρα τα πράγματα που εδιηγόταν και τα φουσάτα που
επερίγραφε, δεν είδεν ούτε τα χαμόγελα ούτε τα κρυφονοήματα των
ακροατών του. Μα τόρα τους βλέπει όλους γύρω να κοιμώνται και να
ροχαλίζουν. Δρόλαπας τον επλάκωσεν ο θυμός. Με τους ίσκιους
λοιπόν εμιλούσε τόσην ώρα! Αναψοκοκκίνησεν, ετινάχθηκεν ορθός και
αρπάζοντας τη σκάλα ηθέλησε ν’ ανεβή, βρίζοντας θεούς και
ανθρώπους. Αλλά οι ναύτες εξύπνησαν τότε, έσκασαν δυνατά γέλοια
και ο θερμαστής το πειραχτήριο του Γιανιού, τον ακολούθησε
φωνάζοντάς του:
— Άλλο ένα Γιαννιέ!... άλλο ένα και σώνει σου!...
Η ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΑ
Τον καπετάνιο μας όλοι τον εμακάριζαν για την καλή καρδιά, τη
γρήγορη γολέτα και την όμορφη γυναίκα του. Οι προξενήτρες στο
νησί για να παινέψουν τον γαμπρό έλεγαν: Καλόγνωμος σαν τον
καπετάν Παλούμπα. Οι ναυτικοί όταν ήθελαν να συστήσουν κάποιο
καράβι: Καλοτάξειδο σαν τη γολέτα του καπετάν Παλούμπα. Και οι
νέοι όταν εμιλούσαν για την αγαπητική τους: Όμορφη σαν τη γυναίκα
του καπετάν Παλούμπα. Ήταν φημισμένος σε όλα τα Δωδεκάνησα αυτός
και το έχει του.
— Τήρα καλά, κακομοίρη· την καπετάνισα και τα μάτια σου! μου
είπε όταν την έφερε στη γολέτα. Δεν ξέρεις, καλό παιδί, πόσο την
αγαπώ!... Τρέμω να την αφήσω μονάχη και να φύγω.
Ε, καλά! και ποιος δεν το ήξευρε; Απάνω στα εξήντα χρόνια του ο
καπετάν Παλούμπας αποφάσισε να παντρευτή. Το αποφάσισε όχι·
ψέμματα είπα. Η τύχη το έφερε. Εκεί που εγύριζε σε κάποιο νησί
είδεν άξαφνα τη Λενιώ να κολυμπά και ανατρίχιασε σύψυχος. Μια
πάνα εσηκώθηκε από τα μάτια του και είδε τη ζωή καθόλου
διαφορετική. Το βλέμμα της κόρης ράβδος έγινε μαγική του Μωϋσή
και άνοιξε την πέτρινη καρδιά του ναυτικού κ' επήδησεν εκείθε
κεφαλόβρυσο το αίσθημα. Το λυγερό κορμί που έφευγε λαυράκι στα
νερά εξάφνισε στον οργασμό τα νεύρα του και το γέλοιο που
απέμεινεν οκνό στον αιθέρα ετύλιξε τον απαλά σε πόθους και
όνειρα.
Δεν χασομερίζει καθόλου. Πλένεται λιγάκι, βάνει τα γιορτινά ρούχα
του, τη φουφουλοβράκα τσακιστή ανεμιστή, γαλάζες κάλτσες, μυτερά
παπούτσια· ζώνη στη μέση κοκκινομέταξο ζωνάρι· περνά το κεντητό
γιλέκο· λεβέντικα τσακίζει στο πλευρό το τουνεζίνικο φέσι και
τρέχει στο σπίτι της Λενιώς. Πριν όμως πατήση στη βάρκα
πισογυρίζει και κρεμά στην αριστερή μασχάλη χρωματιστό
μεταξομάντηλο και παίρνει στο χέρι γαρουφαλοκέντητο πορτοκάλι. Το
ένα γάμου κάλεσμα, το άλλο συμπεθεριάς σημάδι.
— Γεια σας κ' ήρθα, λέγει της γριάς. Είμαι ο καπετάνιος της
«Κυραδέσποινας» που άρραξε προχτές στο νησί σας. Τ' όμορφο καράβι
ταιριάζει με όμορφη καπετάνισα. Ήρθα να πάρω το Λενιώ γυναίκα
μου. Αν είνε με το θέλημα του Θεού και την ευχή σου, αύριο τη
στεφανώνω.
— Καλώς ήρθατε και καλώς κοπιάσατε σαν τον καλόν το χρόνο·
απάντησεν η γριά γλυκομίλητη. Ο λόγος απ' το στόμα σου και στου
Θεού τ' αυτί.
Ήταν έξυπνη η μάνα της Λενιώς, ψημένη στη ζωή, από τα μικρά της
χρόνια χήρα. Ο άντρας της βουτηχτής, έγινε του σκυλόψαρου τροφή
στης Μπαρμπαριάς τα νερά και άφησε πεντάρφανο το κορίτσι. Εκείνη
επάλαιψε με τον κόσμο, ανάθρεψε γαρυφαλίτσα πρόσχαρη τη Λενιώ.
Δεν έλεγεν όμως ποτέ να της δώση άντρα γέροντα. Ούτε καν
εδιάβαινε στον νου της τέτοιο κακό. Όταν συχνά — πυκνά
εσυλλογιζόταν τον γαμπρό, έβλεπε πάντα ένα μεστωμένο και γερό
παληκάρι χρόνων είκοσι με κατσαρά μαλλιά, μουστάκι μαύρο, βλέμμα
ζωηρό, δυνατά μπράτσα και στήθος πλατύ ν' αντιστέκη άφοβα στου
πελάγου τη μανία και ν' αλλάζη άκοπα της τύχης τον κατατρεγμό.
Αλλά τόρα μόλις είδε τον καπετάν Παλούμπα καλοδέματον αληθινά,
πάντα όμως ψαρομάλλην, ταμπακορρούφην, σαλιάρην και τέλος
γέροντα, δεν εδίστασε να δώση αμέσως τον λόγο της. Γέροντας, σου
λέγει, αλλά καπετάνιος· και καπετάνοι δεν βρίσκονται κάθε ημέρα
στο νησί!
Ο καπετάν Παλούμπας εστεφανώθηκε τη Λενιώ και μόλις έφτασε στη
Σύρα ολάκερο βιος εξώδεψε για τα στολίδια της.
— Γυναίκα μου, κυρά μου, αφέντρα μου! να τα φορής να χαίρεσαι·
της είπε δακρύζοντας από χαρά και περηφάνεια όταν την είδε
λαμπροστολισμένη σαν την Ηλιογέννητη. Αν δεν σου φτάνουν αυτά,
σου παίρνω κι' άλλα. Κι' αν δεν αρκούν κ' εκείνα, πουλώ και τη
γολέτα μου να σε χρυσοντύσω σαν την Τηνιακιά.
Εκείνη δεν είπε τίποτα, μόνον απόμεινε κυτάζοντας λαίμαργα τα
φανταχτερά ρούχα της. Καθρέφτης ο ίσκιος της. Και όταν αργά
εσήκωσε τα μάτια επάνω του, το πικρό χαμόγελό της δεν ήθελε να
ειπή αν έβγαινεν απρόθυμη από το νησί είτε αν της έδωσαν άντρα
γέροντα.
Μέσα στη γολέτα είμαστε όλοι και όλοι έξη νομάτοι. Ο καπετάνιος
με τον γραμματικό του δυο· εγώ και το ναυτόπουλο άλλοι δυο και
δυο ναύτες Μυκωνιάτες. Άλλος κανείς. Μα ο γραμματικός, ο Πέτρος
Ζούμπερος ήταν ο ναύτης μας, ο κυβερνήτης, ψυχή, και στόλος της
όμορφης γολέτας μας. Μόλις ίδρωνε το μουστάκι του. Τα μαύρα του
μαλλιά έφευγαν από το πλατύ μέτωπο, ανέβαιναν στην κορφή,
εκατέβαιναν κατσαρά στα λαιμοτράχηλα, σαν πολυτρίχι που ζη
δροσερό — μεταξωτό απάνω σε μελαχροινό κεφαλοκόλωνο. Είχε τα
μπράτσα δυνατά, πλατύ το στήθος, άτρομο το βλέμμα, άστρο νομίζεις
αυγινό που ρίχνεται από την άπειρη δύναμι να σύρη σε ανατολή και
δύσι λαμπρό και αδαπάνητο. Αν τον έβλεπεν η γριά μάνα της Λενιώς,
βέβαια θα εγνώριζεν ευθύς τον ονειρεμένο της γαμπρό. Τον είδε
όμως η κόρη. Τον είδε και τον αναγνώρισεν ευθύς για φαντασιά της
μάνας της, ίσως και για στοχασμόν δικό της. Έβγαλεν αμέσως τα
μεταξωτά φουστάνια, έκλεισε τα χρυσαφικά σ' ένα κοχυλοστόλιστο
κουτάκι κ' έλαμψε στο κατάστρωμα, με το κόκκινο μεσοφόρι και τον
άσπρο σάκκο της όλη αρμονία και χάρις. Ωιμέ τ' ήταν εκείνο! τι
πλάσμα ήταν εκείνο που έπεσε δώρον τ' ουρανού ή του κυμάτου
γέλασμα στο σκυθρωπό σκαφίδι μας! Άλλαξεν ευθύς η έρμη ζωή του
ναύτη. Το καράβι έγινε σπίτι της. Από την αυγή ως το βράδυ το
εγύριζε, το εστόλιζε, το επεριποιόταν σαν νοικοκυριό της.
Ανέβαινε στο κάσαρο, εκατέβαινε στην πλώρη, εσυγύριζε τα
φτωχόρουχα στα γιατάκια μας· έμπαινε στο μαγεριό, έβγαινε στο
τσιμπούκι να δέση μαζί μας τους φλόκους. Τ' ήθελες και δεν έκανε
του καθενός; Ποιος είχε ράψιμο να του ράψη· ποιος είχε μπάλωμα να
τον μπαλώση· ποιος είχε λύπη στην καρδιά να την σηκώση με το
δροσάτο γέλοιο της, με τον γλυκόλογό της. Πουλάκι, νομίζεις,
αγαπησάρικο και ομορφόπλουμο, επέταξεν από τα δέντρα της
Παράδεισος στη σκοτεινή την κούρνια μας και με το απαλό
φτερούγισμα, με τον κελαϊδισμό, με το είνε του, άπλωσε βάλσαμο
στις τυρανισμένες ψυχές, ανάδωσε γιγαντωμένη τη χαρά, πλανεύτρα
την ελπίδα, τον πόνο και τον μόχθον άβλαβα και ποθητά. Έφευγεν η
μαρτιάτικη ημέρα γοργή σαν γυρευτό διάνεμα. Ερχόταν η αυγή κ'
ελέγαμε: ποτέ να μη νυχτώση! Ενύχτωνε κ' ελέγαμε: πότε θα
ξημερώση; Την ημέρα όλοι μαζί· χαρά, τραγούδι, γέλοια. Τη νύχτα
μοναχός καθένας, συλλογισμένος, μισάνθρωπος! Ένας του άλλου
απόφευγε το συναπάντημα, παρεξηγούσε το βλέμα, με τον παραμικρό
λόγο άπλωνε το χέρι στον λάζο σαν να είχε αντίδικο. Κάθε χαραυγή
το μάτι ανυπόμονο εγύριζε στου καπετάνιου την κάμαρη, λέγεις κ'
ήταν σημάδι τ' ουρανού να δείξη της ημέρας τον άνεμο. Και όταν
τέλος εχάραζε στο κεφαλόσκαλο το κόκκινο μεσοφόρι κ' έχυνε στο
κατάστρωμα ψυχάρπαστους του κρεβατιού τη ζεστασά, της γυναικός το
άρωμα και της νυχτός τα μυστικά, αλοί στους ταύρους και τα
κόκκινα μεσοφόρια!
Άξαφνα ο ουρανός εσυγνέφιασεν. Όχι ο ουρανός ψηλά, ο πλατύχωρος
θόλος που έγινε μια φορά σκάλα του Ιακώβ για ν' ανεβή στον θεό
του. Εκείνος εξακολουθούσεν ολογάλαζος και ηλιολουσμένος την
ημέρα, τη νύχτα κοσμοστόλιστος να σκέπη το τρυφερό θαύμα που
έπεσε στη γολέτα μας. Ερωτευμένος, λέγεις, ήταν κ' εκείνος μαζί
του κ' έβλεπε και αναγάλλιαζεν. Άλλος ουρανός εσυγνέφιασε· το
μέτωπο του καπετάν Παλούμπα. Η καλόγνωμη σπατάλη της Λενιώς δεν
του άρεσε. Την ήθελε τη γυναίκα του· μα την ήθελε για τον εαυτό
του. Ούτε από τον αέρα της δεν εχάριζε κουρέλι στους άλλους. Στην
αρχή έκαμε παράπονα· έπειτα την επεριόρισε.
— Από την άκρη του κάσαρου δεν έχεις να κάμης βήμα· της είπεν
ορθά — κοφτά.
Και για να χαράξη διακριτικό σύνορο, άπλωσε στο ξύλο που κρατά
τους κουβάδες ένα σταχτόμαυρο καραβόπανο. Εχωρίστηκεν έτσι σε δυο
η γολέτα. Εδώ η Κόλαση· εκεί Παράδεισος. Εκείνη εθύμωσε.
— Παλιόγερε! του εψιθύρισε πεισματικά· παλιόγερε! Με πήρες
περιστέρι από τον κόρφο της μάνας μου και κοντέβεις να με κάμης
κουρούνα με τις γρίνιες σου.
Κ' ελύθηκε στα δάκρυα. Μα δεν εβάσταξε πολύ. Σε λίγω πάλι τα
γέλοια και τα χάχανα. Σβούρα πάλι από άκρη σε άκρη στο
κατάστρωμα. Το μεσοτοίχι που επίστεψεν ακλόνητο εκείνος, έγινε
μαγνάδι αέρινο στην ανίκητη θέλησι της γυναίκας. Την κονταυγή
όταν ο καπετάνιος ξενυχτισμένος εβαρυροχάλιζε κάτω στην κάμαρη,
εξέφευγεν αχτίνα εκείνη από το πλευρό του κ' ερχόταν να πλύνη
μαζί μας το κατάστρωμα.
Ωχρόδροση σαν αυγινή μοσκιά με τα χρυσόμαλλα κυματιστά στον
άνεμο, με τον άσπρο σάκκο αφρόντιστα κουμπωμένον και το κόκκινο
μεσοφόρι σφιχτοσηκωμένο στα γόνατα, ετσαλαβουτούσε στα νερά κ'
έτριβε τα σανίδια ξαναμένη, τρελλή. Μέσα στα σμιχτά φορέματα το
λυγερό κορμί παράμεστο, λαχταριστό, ολότρεμο, ελάχτιζε σαν
αρμονία μουσικής αγρίας την ψυχή μας. Κάτω από τα χυτά
μαρμαροτράχηλα ανέτελεν αυγερινός το στήθος της· και κάτω από το
μεσοφούστανο — π’ ανάθεμά το! — οι κνήμες τορνευτές, τα σφυρά, τα
ρόδιν' ακροδάχτυλα, ξέφευγαν ανεμόφτερα με τη χάρι της Αυγής.
Εκείνη όμως αδιάφορη στον πειρασμό μας, έτριβε με πάθος τα
σανίδια και κάθε τόσο αργυρογελώντας έλεγε στον Πέτρο Ζούμπερο.
— Ε, καλό γραμματικούδι· δεν με παίρνετε μούτσο σας;
Κ' εξεχνιόταν κυτάζοντάς τον με τα μάτια γλαρά, με τέτοιο ανάδεμα
των χειλιών, που έλεγες ήταν μέλισσα κ' έτρεχε να κολλήση σε
γλυκόχυμον ανθό. Αλλ' αμέσως ξαφνισμένη από το κάμωμά της. —
Σουτ! εσφύριζε βάζοντας το ροδοδάχτυλο στα διψασμένα χειλάκια της
και βλέποντας ολόγυρα — σουτ! μη μας ακούση ο γέρος!...
Και λέγοντας σουτ! έβαζε κάτι γέλοια, κάτι τρελούτσικα, πεταχτά,
κυματιστά γέλοια που και νεκρόν ημπορούσαν ν' αναστήσουν. Αλλά σε
λίγω το γκουχ! γκουχ! εσαχλοβρόντα μέσα στην κάμαρη και η Λενιώ
έσβυνε πίσω στο κάσαρο. Έκλειεν ευθύς η πύλη της Παράδεισος κ'
έμεναν απέξω ταλαιπωρημένοι, άθλιοι, ταπεινοί και περίλυποι οι
εξώριστοι δαίμονες.
Εδώ ανέτελε κ' εκεί εφώτιζεν η ημέρα. Γέλοια εκεί, τραγούδια και
μπουζούκια· βάσανα εδώ, δουλειά και καταφρόνια. Εγωιστής ο
μπούφος σφυχτοκρατεί στα νύχια την άδολη τριγόνα, ελεύθερος
αναγυρίζει τα φτερά της, ψηλαφά τους κόρφους, μαδά λυσσάρης τα
μεταξένια πούπουλα, σφίγγει την και πνίγει στα νεκρά στήθη του.
Δεν φτάνει πλέον σ' εμάς παρά το σβυσμένο γέλοιο της. Το γέλοιο
που φορτώνει μολίβι την καρδιά, σφίγγει μάγγανο τη συνείδησι, το
αίμα φέρνει πλημμύρα στο κεφάλι μας. Έτσι την εσυνειθίσαμε πάντα
μαζί, που επίστεψε καθένας πως η γυναίκα εκείνη ήρθε να σκορπίση
σε όλους την άμετρη χάρι της και ποτέ σ' ένα μοναχά· ποτέ! Έτσι
φαίνεται το εσυνήθισε κ' εκείνη· έτσι το επίστεψε και το ήθελε.
Γιατί άξαφνα, εκεί που ετριβόταν μικρή κ' ελάχιστη σαν χαϊδεμένη
γάτα κοντά στον καπετάνιο, επεταγόταν απάνω κ' εμέριαζε το
καραβόπανο φωνάζοντας τρομαχτικά:
— Παναγία βόηθα!... Παναγία βόηθα!...
Κ' ευθύς που εδροσόλουζε το καράβι με το βλέμμα της εγύριζε πίσω,
γελαστά ψιθυρίζοντας στον τρομαγμένον δεσπότη της:
— Τίποτα, καλέ! τίποτα... Έλεγα πως ήταν βαπόρι να μας κόψη...
Έτσι εξημερωθήκαμε εμπρός στην Καλλίπολι. Να ειπώ την αλήθεια
εξημέρωσεν η ημέρα και όχι εμείς. Η «Κυραδέσποινα» στο σύθαμπο
αρμένιζεν ακόμη. Πυκνή ομίχλη επλάκωνε τον Ελλήσποντο και ούτε
θάλασσα, ούτε στεριά, ούτε δέντρο μας έδειχνε. Μόνον μια στιγμή,
μια μοναχή στιγμή, δεξιά μου ιχνογραφήθηκεν ένας μιναρές, κάποιο
σπιτάκι, ένας μύλος με ανοιγμένες φτερωτές, κάτι αληθινό και μαζί
ψεύτικο! Χρυσό ετρεμόφεγγε το μισοφέγγαρο του μιναρέ· έσβυνε κ'
εθάμπωνε, έλαμπε κ' έσβυνε. Το σπιτάκι παραφουσκωμένο
επισωπατούσε, μουλωχτά έφευγε. Οι φτερωτές του μύλου ακίνητες,
πείσμα έδειχναν και την απλή έκπληξι ενός γίγαντα. Σύντροφοι όμως
ήσαν και τους εκύταζα με ψυχοπόνια. Μα ζηλιάρα η ομίχλη έσυρε κ'
εκεί την υγρή σκέπη της, μας απομόνωσε στη γολέτα· έκλεισε τα
πάντα στο μυστήριο. Καθένας έπιασε τόρα τη θέσι του. Ο καπετάν
Παλούμπας κοντά στο τιμόνι· ο γραμματικός ορθός στο τσιμπούκι σαν
να ήταν φυγούρα· οι άλλοι ναύτες κρεμασμένοι ζερβόδεξα στις
κουπαστές· το ναυτόπουλο στο κορζέτο ψηλά· εγώ με τον κόχυλα και
το γλωσσίδι της καμπάνας στα χέρια.
— Μπου!... μπου!... Νταγκ!... Νταγκ — νταγκ!..
Εσφύριζα μια και δεκαείκοσι απαντούσαν ευθύς στο θλιβερό σύνθημά
μου. Μπουρούδες εμπρός, καμπάνες πίσω, δεξιά σφυρίχτρες, αριστερά
μας σήμαντρα. Κάθε λογίς φωνή· εκφράσεως κάθε ήχος. Και μόνον
σύμφωνες όλες στο κυρίαρχον αίσθημα του τρόμου και της
καταστροφής. Κέρατα, όστρακα, ξύλα, μέταλλα και ανθρώπινα
λαρύγγια δεν εβροντοφωνούσαν άλλο με κάθε τρόπο, βραχνά, πένθιμα,
παραπονιάρικα είτε απειλητικά, παρά την τρομερή προσταγή: —
Σταθήτε!... φυλαχθήτε!... μη και τρακάραμε!... Όλοι το έλεγαν και
το αισθάνονταν όλοι να πέφτη χιονοβολή στην ψυχή τους. Και μόνον
η ομίχλη αδιάφορη, ασυγκίνητη επίμενε να πυκνώνη τους ατμούς
κρύους και να τυλίγη, να τυλίγη τα τόσα τέρατα που εβρυχόταν
περίτρομα στους κόρφους της.
Άξαφνα βλέπω κάτω και γνωρίζω ασημοστρωμένη τη θάλασσα. Μπουλούκι
θαλασσοπούλια επέταξαν, λέγεις από την πλώρη μας, ετεντώθηκαν
γραμμή ολότρεμη, εξύρισαν με το φτερό τα νερά, εχάθηκαν πέρα σαν
μαύρο φείδι μακρύτατο που φεύγει τη φωτιά. Και ζερβόδεξα
φαντάσματα να κατεβαίνουν απάνω μας, με τον όγκο τους να μας
πνίγουν, πανιά και ξάρτια καραβιών άλλων που έτρεχαν
αιθεροπλανημένα νομίζεις να εύρουν τον πόρο τους. Οι ναύτες
τυλιγμένοι στην ομίχλη μόλις εξεχώριζαν, ψυχές ανεμοκίνητες που
ταξειδεύουν στο χάος. Έτρεχαν κ' εκείνοι ζερβόδεξα, εκύταζαν
ολόγυρά τους, κάτω στα νερά και απάνω στον αιθέρα, μήπως ξεβράσει
κακό η θάλασσα και μήπως βρέξη χάλαρα ο ουρανός. Έτρεχαν κ'
εφώναζαν κ' εσφύριζαν δαιμονισμένα: — Σταθήτε!... φυλαχθήτε!...
μη και τρακάραμε!...
— Μπου!... μπου!... Νταγκ!... νταγκ — νταγκ!...
Φυσώ κ' εγώ τον κόχυλα και τινάζω το γλωσσίδι της καμπάνας
ξετρελαμένος. Σαν να εφύσηξαν Τρίτωνες στ' όργανό μου η ομίχλη
εσηκώθηκεν ευθύς Λευκοθέας πέπλος από τη Ρούμελη. Εφάνηκαν τόρα
οι πλαγιές καταπράσινες, τα χτίρια ροδισμένα, τ' ακρογάλια
γελαστά, κατάγλαυκη η θάλασσα. Ο ήλιος χρυσόθρονος ανέβαινε στον
αιθέρα, σπέρνοντας παντού στο χόρτο και το λιθάρι, στον άμμο και
τα νερά σωρό τις διαμαντόπετρες. Τα ελευθερωμένα πλεούμενα με
κατάβροχα πανιά εφρόντιζαν να πιάσουν τη γραμμή τους. Και κάτω
εκεί από το στενό της Μάδητος επρόβαλλε τρεχάτο σαν να έκοψε τις
αλυσίδες του, σύγνεφο μαύρο το Αράπικο βαπόρι ερχάμενο καταπάνω
μας.
Αλλά η «Κυραδέσποινα» αρμένιζεν ακόμη στο σύθαμπο. Γύρω μας και
γύρω στ' άλλα τέρατα που δεν έπαυαν να βρυχώνται και να βογγούν
με απελπιστικήν επιμονή και στην Ανατολή αντίκρυ έστεκεν η ομίχλη
βαρυθεμέλιωτη, κρύα, σκοταδερή, αέρινος Καύκασος σαν να μας είχε
πείσμα. Μόνον δυο τρεις φορές οι αχτίνες του ήλιου ελόγχισαν με
δύναμι τ' αδυνατώτερα μέρη κ' έδειξαν ολόγυρα τη φυλακή μας
ασημοχρύσωτο κρύσταλλο. Κάτω στα νερά μονοπάτι φιδωτό έδενε τ'
αντίθετ' ακρογιάλια, σαν να εμαρμάρωσε πλοίο παραμυθιού τη γραμμή
του πίσω, είτε θαλασσινοί Θεοί εχάραξαν εκεί σύνορο στα υγρά
κράτη τους. Μα εγώ ούτε το σύνορο ούτε τα ρέματα έβλεπα.
Εξακολουθούσα πάντα να προσθέτω με τον κόχυλα και την καμπάνα μου
βουή και κλάγγασμα στον αλλαλαγμόν εκείνον και τον θρήνο.
— Μπου!... μπου!... Νταγκ!... νταγκ — νταγκ!...
Μια στιγμή κάπως άκουσα ψιθυρίσματα εμπρός, στην πλώρη κατάνακρα.
Βάνω τ' αυτί μου. Ένα γέλοιο μικρό, γαργαλιστικό, κομματιασμένο,
γνώριμο γέλοιο έρχεται να μου παγώση την καρδιά. Και μια φωνίτσα
μασημένη, κελαϊδιστή ακούω να λέγη:
— Αχ, τι καλά!... Τι όμορφα... Έτσι πάντα!... έτσι πάντα!...
αιώνια έτσι!...
Ήταν η φωνή της καπετάνισας.
— Γιατί έτσι πάντα; ρωτάει του γραμματικού η φωνή, τρυφερή κ'
εκείνη.
— Για να είμαστε οι δυο μόνοι, οι δυο μας σ’ όλον τον κόσμο!...
Και γύρω μας μεταξοσέντονα όπως τόρα· μεταξοσέντονα με χρυσές
ούγιες, με δαντελένιες άκρες, με στιμόνι από δροσιά. Γύρω και
απάνω και κάτω μας μεταξοσέντονα σαν αυτά που δεν τα γνώρισεν
αργαλιός, που δεν τα ύφανεν υφάντρα. Μεταξοσέντονα σαν αυτά που
δεν τα πέρασε σαγίτα και δεν τα μάλαξε ξυλόχτενο· που υφάνθηκαν
ψηλά στον ουρανό και τ' άπλωσε στη θάλασσα νεράιδας χέρι, να
κρύψουν στις χάρες τους εσέ καλέ μου κ' εμέ τη σκλάβα σου!...
Άνοιξα τα μάτια μου διπλά· τίποτα δεν έβλεπα. Η ομίχλη επύκνωσε
πάλι τόρα κ' εθάμπωσε κ' εσκέπασεν όλα με φοβερό μυστήριο.
Εχάθηκεν η Ρούμελη, έσβυσεν η θάλασσα, πάνε τα καράβια που
εγύρευαν τη γραμμή τους· έσβυσε και το Αράπικο που έτρεχε πριν
σύγνεφο μαύρο απάνω μας. Και μέσα στον σταχτόμαυρον πλοκό τον
άπιαστον, πύρινα φίδια οι σαγίτες έφευγαν ψηλά με βραχνό
σφύριγμα, με τρελή γοργάδα, εκουφοβρόντουν στο άπειρο διάστημα,
έβρεχαν καντήλια περαδώθε, λέγεις κ' ήθελαν να ιστορίσουν στ'
αστέρια την καταδίκη μας. Όχι στην πλώρη· μήτε δίπλα μου δεν
εξεχώριζα τίποτα. Τον κελαϊδισμό τους μόνον άκουα κ' εκείνον όμως
κοματιαστόν, βουβόν, πνιγμένον σαν να ερχόταν από μακριά, από
πηγάδι μέσα.
Δαίμονας μ' έπιασε να πάω κοντά. Έλα όμως που δεν ημπορούσα ν'
αφήσω τη θέσι μου. Έπρεπε ν' απαντάω κ' εγώ κάθε δυο λεφτά στον
αλλαλαγμό. Ήμουν εκείνη την ώρα εγώ η φωνή της γολέτας· η ψυχή
της ήμουν. Άλλος κανείς· μήτε ο καπετάν Παλούμπας! Κ'
εξακολούθησα ταχτικά να φυσώ τον κόχυλα και να κινώ της καμπάνας
το γλωσσίδι με σπαραγμό, λέγεις κ' ήθελα να την σπάσω.
— Μπου!... Μπου!... Νταγκ!... νταγκ — νταγκ!...
Εκείνη την ώρα τον καπετάνιο ακούω με φωνή, πεισμωμένη να κράζη
κοντά μου το μικρό ναυτόπουλο. Απελπίστηκε να περιμένη του ανέμου
το θέλημα κ' εσκέφθηκε να το βιάση με του Επιτάφιου το κερί. Σ'
εκείνο δεν αντιστέκεται η ομίχλη ούτε στιγμή. Το ναυτόπουλο ήταν
ο μικρότερος και ο αγνότερος μέσα στη γολέτα. Ενίφτηκε αμέσως,
εφόρεσε τα γιορτινά του ρούχα, έβαλε το κερί μ' ευλάβεια σ' ένα
κουτάκι, το άναψε και το απίθωσε με μια κλωστή κάτω στα νερά.
— Λύτρωσές μας Χριστέ, όπως ελύτρωσες τον κόσμο· εδεήθηκεν
εγκαρδιακά.
Στη στιγμή — τ' ορκίζομαι — στη στιγμή έρχετ' ένα φύλλο και
σαρώνει από τη γολέτα την ομίχλη. Την εκουρέλιασε, την έσπρωξε,
την συνεπήρε, μέσα την έκλεισε στις σκοτεινές σπηλιές σαν
κατάδικο. Ο ήλιος εχρύσωσε τόρα τα σίδερα, εδιαμαντοστόλισε τα
σχοινιά, εβερνίκωσε το μπαστούνι, τα κατάρτια, τις σταύρωσες·
έδειξε νοτισμένα ξύλα και πανιά. Έδειξεν όμως σύγκαιρα κ' ένα
ταιριαστό αντρόγυνο να γλυκοφιλιέται σφυχταγκαλιασμένο δίπλα στον
αργάτη.
Δεν επρόφτασα να καλοκυτάξω και ακούω πίσω μου τέτοιο βόγγο, που
ενόμισα πως τέρας εχύθηκε να μας καταπιή. Δεν ήταν τέρας. Ήταν ο
καπετάν Παλούμπας που έτρεξεν από τα κάσαρο κακό δρολάπι απάνω
τους. Μόλις εκείνοι άκουσαν τη φωνή, εκατάλαβαν πως τα
μεταξοσέντονα προδότρα η νεράιδα τα εσήκωσεν από πάνω τους.
Ετινάχθηκαν και οι δυο ντροπιασμένοι.
— Έλα! φωνάζει ο γραμματικός. Έλα μαζί μου!