Άρχισε να θυμώνη.
— Θα με κάμουν να μη βγω πια στο δρόμο! εσυλλογίσθηκε.
Όταν όμως ελάβαινε γράμμα έτρεχε να το διάβαση στον καφενέ, στα
κρασοπουλειά, στους ταρσανάδες να το ακούσουν όλοι. Και γράμματα
ελάβαινε συχνά. Σαν να εμαντεύαμε την αγωνία που εβασίλευε στην
πατρίδα για την τύχη μας όλοι εγράφαμε. Τόσο οι ναύτες όσο και ο
καπετάνιος. Κ' εγώ που δεν ήξευρα να πιάσω την πένα, έβαλα τον
γραμματικό κ' έγραψε τρία γράμματα στη μάνα μου. Από κάθε πόρτο
κ' ένα γράμμα: «Σήμερα εφτάσαμε στο τάδε μέρος· σήμερα φεύγουμε
από το τάδε μέρος. Τέτοιον καιρό είχαμε ως τον Καβομαλιά· με
τέτοιον καιρό επεράσαμε τον Καβομαλιά.» Σωστό ημερολόγιο.
Ο καπετάν Δρακόσπιλος τα μάτια του τέσσερα. Το είχεν απόφασι. Ή
να γυρίση πίσω το καράβι στον κύρη του ή να μη γυρίση ούτε αυτός.
Απόφασι και μαζί πείσμα. Πείσμα ν' αλλάξη την τύχη του. Αρκετά
τον επαίδεψε, τον εντρόπιασε, τον έδεσε στο μαρτύριο. Τόρα θα την
παιδέψη, θα την ντροπιάση κ' εκείνος. Θα την νικήση! Τις πρώτες
ημέρες δεν είχε ύπνο στα βλέφαρα· δεν είχε σε κανένα εμπιστοσύνη.
Ατού! το χέρι στο τιμόνι· τα μάτια στα ουρανοθέμελα.
Οι άλλοι άρχισαν να μουρμουρίζουν. Τους επείραζε στο φιλότιμο.
— Τι διάβολο, καπετάν Θύμιο, τσοπάνιδες είμαστε! ετόλμησε να του
παραπονεθή μιαν ημέρα ο γραμματικός. Δεν πιάσαμε κ' εμείς τιμόνι,
δεν ίδαμε μπούσουλα!...
Εκείνος το αισθάνθηκε. Τον εκύταζε κατάματα και δακρυσμένος
γυρίζει και του λέγει:
— Συχώρα με τ' αδέρφι· δε φταίω 'γω. Σε γνωρίζω καλήτερό μου. Δε
φταίω 'γω· φταίει η τύχη μου. Συλλογίσου καλά να σπάσω και
τούτο!...
Δεν εκατέβηκε να πλαγιάση παρά όταν εβγήκαμε από τα Μπουγάζια κ'
έβαλε γραμμή για την Καληάκρια. Ανοιχτή θάλασσα τόρα ας
σκαμπανεβάζει όσο θέλει. Μακριά από ξέρες! Με το φούντο στο
λιμάνι γράμμα του καραβοκύρη: «Αδερφέ Βάραγγα· εφτάσαμε καλά με
τη δόξα του Θεού. Ούτε σχοινάκι δεν κόπηκε»...
*
Όταν ετελείωσε το φορτίο κ' επήραμε την άγκυρα ο καπετάν
Δρακόσπιλος είπε του γραμματικού:
— Τρέμουν τα νεφρά μου τ' αδέρφι· τόρα είνε το μεγάλο πήδημα.
— Ντροπή μας!... αποκρίθηκε θαρρευτά εκείνος. Δεν κυτάς τι καιρό
έχουμε; διαμάντι.
Διαμάντι, ναι. Αλλά έτσι τον είχε πάντα πριν αφήσει το λιμάνι ο
καπετάνιος μας. Η θάλασσα παμπόνηρη εγνώριζε, νομίζεις, την αξία
του κ' επάσχιζε με χίλια δολερά καμώματα να τον ξεγελά ως που να
τον αρπάξη στα φτερά της. Μια τον άρπαζε, τον άλεθε και τον άλεθε
ώστε να τον κάμη πασπάλη. Εφιλοτιμήθηκε όμως στα λόγια του
γραμματικού κ' έδωκε ρότα με καρδιά. Γραμμή θα εκατεβαίναμε στην
Πόλη. Είχαμε πρύμο τον καιρό· τα σημάδια καλά. Η «Παντάνασα»
φορτωμένη ως τα μπούνια με τ' αμπάρια σφιχτοσφαλισμένα, τα πανιά
γιομάτα έφευγεν ίσκιος απάνω στο πρασινόγλαυκο κύμα. Τα δελφίνια
έτρεχαν κ' εκείνα μαζί μας. Οι γλάροι σύγνεφο έσκουζαν ολόγυρα.
— Τα Μπουγάζια! εψιθύρισεν ο καπετάνιος ένα πρωί.
Κ' εστύλωσε τα μάτια ζωηρά, ολόψυχα, με κάποια δίβουλη έκφρασι
σαν να ήθελε να τα καλοπιάση και να τα ημερώση για να του είνε
προστατευτικά, σαν να ήθελε να τα φοβερίση και να τα ζητήση στο
πάλαιμα. Εκείνα όμως σκοτεινογάλαζος τοίχος ψηλός, στρωτός,
ομιχλωμένος, έστεκαν εμπρός στον ορίζοντα σαν να του απαντούσαν:
δεν έχει πόρο εδώ! Και ο δύστυχος εδείλιασε.
— Τα Μπουγάζια! εψιθύρισε πάλι. Αχ, τα Μπουγάζια!
Και ηθέλησε να ορθοπλωρίση στον άνεμο. Ο γραμματικός όμως τον
εμπόδισε.
— Κουράγιο, καπετάνιε! Τα Μπουγάζια δεν είνε θεριά να μας
χάψουν. Δεν είμαστε Μαυροθαλασσίτες να πάμε την άκρη — άκρη.
Γαλαξειδιώτες μας λεν.
— Ο χιονιάς πλακώνει! είπεν ο καπετάνιος δείχνοντας πίσω του.
— Σαν πλακώνει και τι; Σαράντα μίλια θέλουμε ακόμα. Η 'μέρα
μόλις άρχισε. Ως που να πλακώση το χιόνι φουντάρομε στα Καβάκια.
Κ' εσυμπέρανε πάλι με την αυστηρή φωνή του:
— Ντροπή μας!
Αλήθεια ήταν ντροπή μας· το αναγνώριζε και ίδιος ο καπετάν
Θύμιος. Γαλαζειδιώτες εμείς και να δειλιάσουμε στο πρώτο φύσημα!
Μήπως είμαστε τάχα μοναχοί μας. Κάπου δέκα ξύλα μικρά — μεγάλα
έρχονταν πίσω και άλλα εφύτρωναν στο θαλασσόφρυδο γύρω κ'
εκατέβαιναν με του άνεμου το λάχτισμα είτε με τη δύναμι του ατμού
στο ποθητό λιμάνι. Κανένα δεν άλλαζε δρόμο κανένα δεν
ορθοπλώριζεν ακόμη. Πώς να το κάνουμε πρώτοι εμείς!
— Μωρέ, νομίζεις πως φοβάμαι για τη ζωή μου; είπεν οξύθυμος στον
γραμματικό. Ζωή, παιδιά, γυναίκα όλα τα σφάζω εδεπαδά για το
τίποτα. Συλλογιέμαι το μπάρκο και τον Βάραγγα. Φαντάσου να τον
καταντήσω ζητιάνο από καραβοκύρη!...
Δεν επρόφτασε να τελείωση τη φράσι του και το πλοίο ελάγκεψε
μεσούρανα ξαφνισμένο. Δούναβης το κύμα ερρίχθηκε μέσα κ'
εξεχείλισε στις κουπαστές. Ο χιονιάς εξέσπασε καραβοπνίχτης,
ακράτητος, φριχτός. Το χιόνι άρχισε να πέφτη χοντρό, ανάλαφρο στο
κατάστρωμα, να κάθεται στα ξάρτια, να πιάνη στα πανιά, να λυώνη
κάτω στη σκοτεινή θάλασσα. Τριγύρω έκλεισαν τα ουρανοθέμελα,
έσβυσαν τ' άλλα πλεούμενα, εχάθηκαν τα Μπουγάζια. Εχάθηκαν από τα
μάτια μας όχι όμως και από την ψυχή μας. Όλοι τα αισθανόμαστε
κάπου εκεί λουφασμένα εμπρός ίσως και δίπλα μας, με την υπομονή
και την άσπλαχνη περιφρόνησι αφρικανικού λέοντα. Και ο χιονιάς
προδότης έσπρωχνε απάνω τους σύχαμα το καράβι μας.
— Χαθήκαμε! ψιθυρίζει χαλκοπράσινος τόρα ο γραμματικός.
— Σώπα, μωρέ που χαθήκαμε! φωνάζει αγαναχτισμένος ο καπετάν
Δρακόσπιλος.
Άλλαξε αμέσως πρόσωπο. Εμυρίστηκε τον κίνδυνο κ' έδραμε να του
αντιταχθή στηθάτα όπως ο ταύρος στον ταυρομάχο. Άστραψε το βλέμμα
του κ' εφρύαξεν η ψυχή του. Ξεφέσωττος, με τα μαλλιά πίσω
ριγμένα, τη βράκα ζωσμένη στη μέση, άρπαζε με στιβαρή χούφτα το
δοιάκι από το χέρι του γραμματικού κ' εφάνηκε στο κάσαρο θεός
θαλασσοδαμαστής.
— Κάτω τους κούντρους!... Στίγγα τη μπούμα!... προστάζει
αγριόθυμος.
Έπεσαν κάτω οι κούντροι άψυχοι και περιττοί· εσφιχτοδέθηκεν η
μπούμα στα κέρκια της σαν επίφοβο θηρίο. Ο χιονιάς όμως όλο κ'
εδυνάμωνε. Φύλλο στο φύλλο επλάκωνεν αποπίσω, έρριχνε την άπιαστη
δύναμί του στα υπόλοιπα πανιά, τα εφούσκωνε και τα ετέντωνε με
πείσμα να τα ξεσχίση. Και το κύμα κάτω πελώριο, θολό και
αφρισμένο, έπεφτε στην πρύμη της «Παντάνασας», ελάχτιζε και την
εκλόνιζεν από αρμό σε αρμό, με θανάσιμο βρύχημα σαν να τις
έκραζε: τρέχα! Κ' εκείνη ξετρελαμένη, ολότρεμη έφευγεν εμπρός,
εδρασκέλαε θεόρατα κορφοβούνια, έπεφτε σε σκοτεινές λαγκαδιές,
εδυσκολοσκάλωνε σε απόκρημνα πλάγια κ' εστέναζεν ανίσχυρη στο
τόσο τρέξιμο.
— Στίγγα τους παπαφίγγους!... Στίγγα μαΐστρα!... Κάτω τον
κοντραφλόκο!
Ο καπετάνιος έχυνε από το στόρια του τρανταχτά σαν καδένες τα
προστάγματα. Και οι ναύτες σαν πίθηκοι έτρεχαν εδώ κ' εκεί,
εσκαρφάλωναν στα κατάρτια κ' εμπρούλιαραν τα πανιά στο ταλάντευμα
του ξύλου αδιάφοροι, ξένοι στων στοιχειών τη λύσσα και του
κινδύνου το πικρό φοβέρισμα. Τα πόδια τους αρπάγια εγάτζωναν το
σχοινί· τα χέρια τους μάγγανο έσφιγγαν τη σταύρωση και η ψυχή
αδάμαστη μέσα τους, εξάναβε τον θυμό και την καταφρόνια του
σύμπαντος. Στράλι δεν έμεινε πουθενά. Τις γάμπιες μόνον, τον
τρίγκο και τους φλόκους είχαμε ακόμη ανοιχτούς· μα ήσαν αρκετά
για να μας σύρουν στον όλεθρο. Τα μπάρκο έτρεχεν ακόμη θεόστραβο
στη στράτα του. Ποια στράτα; Κανείς δεν ήξευρε. Η σκοτεινιά διπλή
— τριπλή εκάθιζε γύρω μας. Πού ήταν οι ξέρες; πού το Μπουγάζι;
πού μας έσπρωχνεν ο άνεμος και πού μας έσερναν τα ρέματα; τίποτα!
Εχάθηκαν για 'μας τα γαλόμετρα.
— Τραβέρσο· λέγει τόρα σκεφτικός ο καπετάν Δρακόσπιλος.
Δεν μας έμενε άλλο παρά να ορθοπλωρίση το μπάρκο. Επρόσταξε γοργά
τους ναύτες να χύσουν και να κατσάρουν τη μαΐστρα, να κάμουν τη
μπούμα, να μολάρουν τους φλόκους.
— Βάλε κάτω σιγά — σιγά το δοιάκι· λέγει στον τιμονιέρη κάπως με
δισταγμό.
Τρέχω να τραβήξω τη σκότα της μπούμας· ναι! Η σκότα κοκκαλιασμένη
από τον χιονιά καθόλου δεν έσερνε. Πάει ο υποναύκληρος να κάμη τη
μαΐστρα και — φτου σου διάβολε! — η σταβεντοσκότα ξεκοτσάρεται
και η μαΐστρα ελεύθερη ανεμίζει και πλαταγεί σαν παντιέρα. Πού να
ορθοπλωρίσουμε! Το ξύλο δεν μας ακούει πλέον. Τα πανιά της πλώρης
γεμίζουν και παραφουσκώνουν σαν μάγουλα Τρίτωνος. Το κύμα και ο
άνεμος ανίκητα το σπρώχνουν εμπρός στον μοιραίο του δρόμο χωρίς
θέλησι, χωρίς δύναμι, χωρίς κυβέρνια. Ο καπετάνιος βλέποντας την
αδυναμία του ελύσσαξε. Τον έπιασε το αράπικο.
— Δυο κεριά στον Αϊνικόλα· προστάζει ευθύς το ναυτόπουλο.
Έτρεξεν εκείνο φτερό στην κάμαρη· άναψε τα δύο κεριά εμπρός στο
ασημοντυμένο εικόνισμα του αγίου μας.
— Τι κάθεσαι, μωρέ παιδί· μου γνέφει από μακριά. Στο κορζέτο
γλήγορα και λέγε μας. Ή μπουκάρομε σήμερα ή χανόμαστε.
Αγκάλιασα ευθύς το κατάρτι κ' έφτασα επάνω στο κορζέτο. Μάνα μου!
Τι να ιδώ, τι να παραγγείλω κάτω; Ούτε την άκρη του μπαστουνιού
δεν εξεχώριζα. Όλα θαμπά γύρω μου, όλα χαμένα στο πυκνό
χιονόβολο. Και η «Παντάνασα» έτρεχεν ακόμη ακράτητη, γοργή,
θεότρελη σαν να την έσερναν μαγνήτες οι αόρατες στεριές.&
— Τίποτα! φωνάζω.
Και ο λόγος μου κρυώτερος από τον πάγο, σκληρότερος από τον
τρελοχιονιά εκύλαε στο κατάστρωμα, επλάνταζε τα στήθη των
συντρόφων μου.
— Τίποτα! εφώναζα σε κάθε λεφτό.
— Άλλα δυο κεριά μωρέ! επρόσταξε πάλι ο καπετάνιος. Άναψε και το
καντήλι· άναψέ τα όλα στη χάρι του.
Ήθελε να δωροδοκήση τον άγιο, να τον βάλη μεσίτη και σωτήρα στον
άφευκτό μας καταποντισμό. Αλλά του κάκου! Ο άγιος, δεν εμεσίτευε.
Δεν ήθελε να μας σώση. Ο χιονιάς όλο κ' εδυνάμωνε. Η θάλασσα
εβρυχόταν και άφριζε κ' ετίναζε τα κύματά της ένα με το άλλο
απάνω μας. Ήμουνα μούσκεμα και δεν ήξευρα αν ήμουν από τη θάλασσα
ή από τον ουρανό. Επίμενα όμως πάντα να ρίχνω κάτω κατά την
προσταγή κρύον, σκληρόν, απελπιστικόν τον λόγο μου:
— Τίποτα!
— Έτσι; είπε· καλά· φέρε απάνω το 'κόνισμα.
Κ' ετίναξε σύγκαιρα τέτοια αγριοβλαστήμια που και το ξύλο &ακόμη
ανατρίχιασε. Δεν ήταν άθεος ο καπετάν Δρακόσπιλος ήταν όμως
θαλασσινός. Οι βλαστήμιες σ' εμάς είν' ένα από τα προστάγματα που
κυβερνιέται το πλεούμενο. Ο θαλασσινός μάχεται με δυο στοιχεία
φοβερά, μεγαλοδύναμα και ασώματα μαζί: τον αέρα και το νερό. Τι
να τους κάμης; με τι να τα πολεμήσης; Μόνον με τις βλαστήμιες
σου. Σε παρόμοια θέσι ευρέθηκε, νομίζω, και ο Ξέρξης όταν ηθέλησε
ν' αλυσοδέση τον Ελλήσποντο. Οι βλαστήμιες είνε οι δικές μας
αλυσίδες.
Τόρα το ναυτόπουλο έφερε τρέμοντας τον Άγιο Νικόλα εμπρός στον
καπετάνιο. Ο άγιος με τη σεβαστή γενειάδα του, μέσα στα αργυρό
φαιλόνι τυλιγμένος, με την κορώνα λιθοκόσμητη έμενε στο ξύλο
ήρεμος, ασυγκίνητος σαν να ήσαν όλα καλά και ήσυχα τριγύρω του.
Ούτε φουρτούνες, ούτε αγριοκαίρια εχαμπέριζεν αυτός. Και ο
καπετάν Δρακόσπιλος αναμένος από πριν άναψε περισσότερο με την
τόση απάθεια του προστάτη μας.
— Έτσι ε; του είπε αναμπαιχτικά, στεκάμενος αντίκρυ του· δεν
δίνεις, χέρι και συ! Τρως το λάδι μου, καταλείς τα κεριά μου,
δέχεσαι το θυμίαμα και τα γονατίσματα του φτωχόκοσμου και την ώρα
που σε χρειάζεται δεν λες και συ να τον βοηθήσης. Σύντροφος
λοιπόν με την τύχη μου και συ· κόντρα και συ! Μα πώς θα χαθούν
τόσες ψυχές, πώς θα κλείσουν τόσα σπίτια, πώς θα πεινάσουν τόσα
στόματα, πώς θα καταντήση ένας χοντρονοικοκύρης φτωχός, πώς θα
χαθή ένα όμορφο πλεούμενο δε σε μέλει. Καρφί δε σου καίγεται!
Καλά το λοιπόν κάμε ό,τι δύνασαι· θα κάμω κ' εγώ ό,τι μπορώ.
Και αγριομάτης, σκληρόψυχος, περιφρονητής όλων μαζί των δυνάμεων
της φύσεως και της θρησκείας, ανώτερος από την πρόληψι και την
παράδοσι, άρπαξε το εικόνισμα από τα χέρια του παιδιού, το έδεσε
σφιχτά στο κατάρτι και με το βρωμερό παπάζι που σφογγίζουν το
κατάστρωμα, άρχισε να δέρνη και να ραπίζη τον άγιο με μίσος και
περιφρόνησι.
— Κάμε λοιπόν το θάμα σου· κάμε το, τι κάθεσαι; εβρυχόταν
τρέμοντας ολόκορμος.
Εγώ από ψηλά έβλεπα κάτω κ' ετρόμαζα περισσότερο του καπετάνιου
το κάμωμα παρά των στοιχείων τη λύσσα. Τόρα δεν ήταν έξω αλλά
μέσα στο καράβι ο δαίμονας. Δαίμονας ο θυμός που έσπρωχνε τον
Δρακόσπιλο να κριματίση, να κηρύξη πόλεμο στον δυνατόν προστάτη
του ναυτόκοσμου. Εκείνος πάντα εστάθηκεν αόρατος κυβερνήτης του
ξύλου, άγρυπνος φύλακας του θαλασσινού. Εκείνος εύρε πρώτος το
τιμόνι κ' έσωσε το μυθικό πλεούμενο με το ανθρώπινο φορτίο του
από του διαβόλου την επιβουλή. Και όμως εμείς τόρα τον εκάναμε
θανάσιμον εχθρόν. Ποια η τύχη μας; Να τριγύρω τα σκότη και η
άβυσσος!
— Τίποτα! ετοιμάσθηκα να ρίξω πάλι κάτω τρανολάλητο.
Μα έξαφνα μέσ' από τα σύθαμπα είδα να προβάλη σαν ξωτικού κεφάλι
κατάμαυρη μια κοτρώνα. Επρόβαλε αργοκίνητη και μουλωχτή, λέγεις
κ' ετοιμαζόταν να ριχθή ασπίδα επάνω μας.
— Ξέρα μπροστά!.. φωνάζω με όλη μου τη δύναμι.
— Το τιμόνι στην πάντα! προστάζει ο καπετάν Δρακόσπιλος,
παραιτώντας καταθριμματισμένο το εικόνισμα.
Ως που να το ειπή όμως η πλώρη της «Παντάνασας» εκαρφώθηκε στου
βράχου τ' αγριόδοντα. Εκαρφώθη κ' εσταμάτησε ξύλο νεκρό. Το νερό
περίγυρα άφριζε κ' εμάνιζε, λέγεις κ' ήθελε να ξεριζώση τα
πορολίθαρα. Ο άνεμος εσφύριζε στα ξάρτια βλαστήμιες και
μοιρολόγια. Κανόνι εβροντούσε πέρα το κύμα. Και μας έδερνε και
μας έσπρωχνε και μας επελάγωνε, πάθος και λύσσα ολόμεστο, σαν να
μας είχεν αντίδικους. Το ξύλο έτριζεν άγρια επάνω στον βράχο,
εστέναζεν, ένας — ένας του έφευγαν οι αρμοί, άνοιγεν η καρίνα,
εσκορπούσαν τα δεσίματα. Ένα κύμα έκοψε τις στραλιέρες του. Άλλο
κύμα εξερρίζωσε το πρυμιό κατάρτι με όλα τα ξάρτια. Τρίτο κύμα
άνοιξε το λυγερό σκαφίδι του. Σχοινιά — μαδέρια στα κύματα·
ναυαγοί στους βράχους. Σε μια ώρα μέσα κουρέλι έγινεν η όμορφη
«Παντάνασα».
Το χιόνι έπεφτε πάντα πυκνό κ' εσκέπαζεν όλα με κρύο σάββανο.
Εσκέπαζε ναυαγούς και ναυάγια· βράχους, πέτρες, χάλαρα.
Κατατσακισμένος, ολόβρεχος, επιάστηκα σε μια σπηλάδα, εσκαρφάλωσα
επάνω, εξέφυγα του κυμάτου. Τόρα δρόμο για καμμιά καλύβα, λίγη
φωτιά. Πού ήμουν δεν ήξευρα. Φωνάζω· ματαφωνάζω:
— Κώστα! Βασίλη! ... Τάραρη!...
Τίποτα! ο βόγγος του πελάγου έπνιγε τη φωνή μου. Κάνω έτσι τα
πόδια μου· πέφτω απάνω σ' ένα κορμί.
— Βρε κόφ' το κούτσουρο! κλωτσάω.
Το κούτσουρο ήταν ο καπετάν Δρακόσπιλος. Καθισμένος στο λιθάρι
δεν έβγαζε μιλιά μόνον εκύταζε κάτω τη σκοτεινή θάλασσα που
έσερνε συντρίμμια στα πόδια του τα λείψανα του μπάρκου.
— Τι κάνεις εδώ, καπετάνιε; του λέγω. Σήκω και πλακώνει το
σκοτάδι. Eδώ θα μας θάψη το χιόνι.
Γυρίζει και μου ρίχνει αγριεμένο βλέμμα.
— Δεν πάω πουθενά, μωρέ· δεν πάω πουθενά! Το είπα ξάστερα του
συγγενή μου. Ή με τo καράβι ή ποτέ. Δεν θα πάω λοιπόν ποτέ. Εδώ
θα μείνω ναυάγιο κ' εγώ της τύχης μέσα στου πελάγου τα ναυάγια.
Κ' ελύθηκε στα δάκρυα. Μ' επήρε κ' εμένα το παράπονο καθώς είδα
εκείνον τον θαλασσόλυκο να κλαίη σαν μωρό παιδί.
— Ας τα τόρα καπετάνιε· του λέγω. Τι φταις του λόγου σου; Ό,τι
ήταν να κάμης το έκαμες. Επάλαιψες από την αυγή ως το βράδυ.
Περσότερο δεν ημπορούσες· ήταν θέλημα Θεού· τι να γίνη;
Συλλογίσου πως έχεις γυναίκα πίσω, παιδιά...
— Γυναίκα, παιδιά!... εψιθύρισε, σαν να το άκουε πρώτη φορά. Η
τύχη τους ήταν κι' εκεινών. Εφτώχηνα τρία σπίτια· τι θέλω να ζήσω
περισσότερο... Να ρημάξω κι' άλλα;
Ως τόσο εσηκώθηκεν ορθός.
— Τράβα, μου λέγει, και θα έρθω.
Εγώ ετράβηξα· δεν ήταν να χασομερίζω περισσότερο. Επέρασα
βράχους, επήδησα λιθάρια, έπεσα εσηκώθηκα· πάλι έπεσα, πάλι
εσηκώθηκα· έφτασα κάποτε σε μια καλύβα. Ηύρα εκεί όλους τους
άλλους γύρω στη φωτιά. Βρεγμένους, ξεσκλισμένους, ματωμένους,
γερούς όμως όλους.
Όλους όχι. Ο καπετάν Δρακόσπιλος έμεινε στ' ορθολίθι ως που τον
έθαψε ζωντανόν το χιόνι. Δεν εγύρισεν η «Παντάνασα» δεν εγύρισε
κ' εκείνος ποτέ στο Γαλαξείδι.
ΚΑΤΩ ΚΟΣΜΟΣ
Άγνωστος μένει ο ναύτης που μας έκαμε το μεγάλο ευεργέτημα.
Άγνωστος και αδοξολόγητος όπως γίνεται και στους φτωχούς αγίους.
Παντού η τύχη π' ανάθεμα την! παντού η τύχη! Μα εγώ αν ήξευρα τ'
όνομά του θ' άναβα περισσότερα κεριά απ' όσα ανάβω κάθε χρόνο
στην εικόνα του Αγίου Νικόλα. Τούτος μας σώζει — όχι και τόσο
συχνά — από τις άγριες φουρτούνες. Εκείνος όμως με μια του
μαστοριά μας απάλλαξε σύγκαιρα από τους διαβόλους της Κόλασης και
από τους αγίους της Παράδεισος, που νομίζω δεν έχει και μεγάλη
διαφορά. Δεν λέγω πως μου αρέσει να βλέπω τους διαβόλους με τα
στριμμένα κέρατα, τις μακριές ουρές και τα σπαθωτά νυχοπόδαρά
τους. Ούτε τα λυσσασμένα ουρλιάσματα θέλω ν' ακούω σαν καμακίζουν
άγρια καμμιά ψυχή, ούτε τον χόχλο του κατραμιού που βράζει στα
Εφτά Καζάνια, ούτε τους δαρμούς και τους θρήνους των κολασμένων.
Μα και η συντροφιά των πατέρων με τα κομπολόγια και τα λιβάνια
καθώς και η ασύγκριτη ξαστεριά της Παράδεισος δεν μου πολυαρέσει.
Τι θέλεις — τι γυρεύεις; Καλήτερα όπως τα εκατάφερε ο μακαρίτης.
Έστησε χωριστά το τσαντήρι του κ' έτσι έχουμε το μυαλό μας ήσυχο
— αν έχουν μυαλό και οι πεθαμένοι!
Μόλις άρραξε το καΐκι στο νησί — στη Σέρφο ας ειπούμε — ο
ναύκληρος επήρε το μισοκοίλι κ' ετράβηξε στο χωριό για να μετρήση
το σιτάρι. Ελιανοψιχάλιζε κάπως όταν εκίνησε, μα δεν εμποδίσθηκε.
Πρωτοβρόχια, σου λέγει, θα περάση. Μόλις όμως έφτασε τον ανήφορο
πιάνει μια δυνατή βροχή· νεροποντή σωστή! Πού να πάη τόρα να
χωθή; Ούτε δέντρο, ούτε καλύβα, ούτε σπηλιά βλέπει γύρω. Να τρέξη
για να έμπη στο χωριό έλειπεν ο μισός δρόμος ακόμη· να κατέβη
πάλι στο καΐκι, το ίδιο. Στέκει και συλλογίζεται δίβουλος και
άξαφνα τον παίρνουν τα γέλοια. Κυτάζει μήπως τον βλέπει κανένας
στρατολάτης· — ψυχή! Πιάνει γοργά και γδύνεται σαν τον Αδάμ.
Ομορφοδιπλώνει τα ρούχα του, χώνει τα στο μισοκοίλι, φορεί το
μισοκοίλι στο κεφάλι και παίρνει δρόμο. Να βραχή δεν τον έμελλε.
Τα δικό μας τομάρι βροχές και μπόρες δεν φοβάται· είνε αργασμένο.
Τον έμελλε για τα ρούχα που τα είχε πρωτόβαλει ο φουκαράς.
Έπειτ' από κάποια ώρα εστάθηκε η βροχή. Βγάνει τότε τα ρούχα του,
ντύνεται καλά, παίρνει και το μισοκοίλι στο χέρι και πάλι δρόμο.
Πριν φτάση έξω από τα χωριά τον απαντάει ο διάβολος·
— Γεια σου, πατριώτη.
— Γεια της αφεντιάς σου, κυρ διάολε.
— Πούθεν έρχεσαι;
— Από το γιαλό.
— Και η βροχή πού σ' απάντησε ;
— Στο δρόμο.
— Έλα δα!...
— Μα τα κέρατά σου στο δρόμο.
— Και δε βράχηκες; Εγώ έγινα μουσκίδι.
Ο ναύκληρος εγέλασε.
— Α, λέγει, πονηρά! Εγώ ξέρω μια τέχνη και δε βρέχουμε.
— Μωρέ τι λες! κάνει ο διάβολος με απορία μεγάλη· σαν τι τέχνη
ξέρεις ;
— Ξέρω μια.
— Για ν' ακούσω.
— Δε στη λέω.
— Μωρέ αμάν, πες τη μου και ό,τι θέλεις, θες καράβια, θες
χρυσάφι, καλούδια· τι θες να σου δώσω. Πες τη μου...
Ο ναύκληρος έρριξε κάτω το κεφάλι, τάχα πως εσυλλογιζόταν τι να
ζήτηση για πληρωμή.
— Να σε βουλώσω θέλω· του λέγει άξαφνα. Άμα σταθής και σε
βουλώσω σου τη λέγω.
Τόρα ο διάβολος άρχισε να ξυή το αυτί του. Μωρέ, λέγει, και άλλο
μασκαραλίκι να πάθω! Γιατί ναι πειράζει τους ανθρώπους συχνά· μα
κ' εκείνοι κάποτε του σκαρώνουν δουλειές που κλειέται για μήνες
καταντροπιασμένος στη φωλιά του. Μια φορά έρριξαν στον δρόμο μια
σκούφια Κεφαλλωνίτικη κ' έσπασε το κεφάλι του για να καταλάβη τι
είνε. Την έβανε για κάλτσα, δεν έκανε· την έβανε καπνοσακκούλα,
ούτε· την ετραβούσεν από πάνω, από κάτω· την εμάζωνε, την άπλωνε,
τίποτα! Τέλος την επέταξεν απελπισμένος, έφυγε και ακόμη την
νομίζει μυστήριο! Άλλη μια φορά εκίνησε να πάη να πειράξη τη
γυναίκα. Η Εύα η παμπόνηρη καθώς τον είδεν ετουρλώθηκεν εμπρός
του ολόγδυμνη, με τα μαλλιά ριγμένα στο πρόσωπο κ' εκείνος επήρε
τέτοιο φόβο που έκαμε τον σταυρό του κ' έφυγε με τα τέσσερα. Και
μήπως δεν το γράφουν τα χαρτιά πως ο Σολομώντας με τη βούλα του
ανάγκασε όλα τους τα τάγματα να πετροκουβαλούν για να χτίσουν τον
Ναό στα Ιεροσόλυμα; Άφησε την άλλη φορά που επήγε μεταμορφωμένος
σε γάιδαρο να πειράζη τα σχολειταρούδια κ' εκείνα του έπεσαν
απάνω που είδε κ' έπαθε να ξεφύγη από τα χέρια τους. Για τούτο
εστεκόταν τόρα δίβουλος και τρίβουλος. Μα πάλι που δεν εύρισκεν
ησυχία ως που να μάθη το μυστικό.
— Έλα, λέγει τέλος αποφασισμένος· βούλωσέ με και πες μου.
Άμα τον εβούλωσε καλά ο ναύκληρος του είπε την απλή τέχνη: Έβγαλα
τα ρούχα μου, τα έχωσα στο μισοκοίλι, έβαλα το μισοκοίλι στο
κεφάλι και δρόμο. Έπαψε η βροχή, εφόρεσα τα ρούχα μου, επήρα το
μισοκοίλι στο χέρι και πάλι δρόμο.
— Μωρέ αυτό ήταν όλο! λέγει ο διάβολος τραβώντας τα γένεια του
με αγανάχτησι.
*
Επέρασε κάμποσος καιρός κ' επέθανεν ο ναύκληρος. Βέβαια πού αλλού
θα επήγαινε παρά στην Κόλαση. Από τον καιρό που έγινε ο κόσμος ως
τα σήμερα ναύτης δεν είδεν ακόμη την πόρτα της Παράδεισος.
Η Κόλαση λέγουν πως είνε φοβερός και τρομερός ξερότοπος. Εκεί
ποτέ δεν βρέχει, χλόη δεν φυτρώνει, πουλί πετάμενο δεν διαβαίνει.
Είνε τοιχογυρισμένη με ψηλούς και μεγάλους τοίχους κ' έχει μόνον
μιαν εμπατή, μια μεγάλη σιδερόπορτα. Όταν επρωτόγινε κόσμος η
πόρτα ήταν μικρή γιατί οι άνθρωποι, φρόνιμοι και θεοφοβούμενοι,
επήγαιναν γραμμή στην Παράδεισο. Μα λίγο — λίγο επλήθυναν στον
κόσμο τα κακά· οι άνθρωποι έγιναν πονηροί κ' επίβουλοι κ' έτρεχαν
καραβιές στην Κόλαση. Για να έμπουν όμως μέσα τους έβγαινεν ο
θεός ανάποδα. Οι φύλακες καλόβουλοι εγκρέμισαν τον τοίχο και
άνοιξαν μια πόρτα που χιλιάδες ημπορούν να περάσουν μαζί. Αλλά
τόσος είνε ο λαός που πηγαίνει ώστε πάντα στριμωμένοι και με
καυγάδες κατορθώνουν να έμπουν. Οι γροθιές, οι κλωτσιές και τα
μαλλοτραβήματα πηγαίνουν καπνός. Αν δεν ήταν οι διάβολοι να τους
χωρίζουν, δεκαφτά φορές θα ξαναπέθαινε καθένας.
Ο μαυροναύκληρος όταν έφτασε κυτάζει προσεχτικά· τι να ιδή; Ο
καλήτερος κόσμος επήγαινεν εκεί. Οι άρχοντες με τις ολόχρυσες
στολές και τα σοβαρά τους πρόσωπα. Οι παπάδες και οι δεσποτάδες
με τα φαρδομάνικα και τα ιερά τους εγκόλφια· οι καλογριές και
ηγουμένισες· οι ευσεβείς και οι νηστευτές· οι μπακάλιδες που
εξικοζύγιζαν και οι κρασοπουλητάδες που έδιναν τριακόσια την οκά
και οι έμποροι που επερνούσαν για μέτρο την πήχη και για πήχη το
ρούπι· οι βαρυτοκιστάδες οι άκαρδοι και οι σπαήδες οι αχόρταστοι·
οι αντρογυνοχωρίστρες και οι προξενήτρες· όλοι τέλος εκείνοι που
στον κόσμο περνούν για κατιτί και τους σέβεται είτε τους φοβάται
ο χοντρός λαός, επήγαιναν εκεί κλαίοντας τον Κόσμο που άφησαν και
κλωθογυρίζοντας ακόμη στον νου τις άδικες και παράνομες υποθέσεις
τους. Ο ναύκληρος ανακατώθηκε με τον λαό και σπρώχνοντας
ζερβόδεξα έφτασε τέλος στην πόρτα. Μα για κακή του τύχη να βρεθή
φύλακας ο βουλωμένος. Καθώς τον βλέπει βάνει τις φωνές. Τρέχουν
οι άλλοι διάβολοι·
— Τ' είνε μωρέ; τι τρέχει; τον ρωτούν.
— Έτσι κ' έτσι· τους λέγει. Μην τον αφήσουμε αυτόν τον άνθρωπο
εδώ γιατί θα μας φέρη άνω κάτω.
Το ακούν εκείνοι, τον αρχίζουν στις κλωτσιές· τον πετούν έξω από
την Κόλαση.
— Αμ τόρα τι να κάμω; συλλογίζεται.
Άξαφνα δεξιά βλέπει την Παράδεισο, ένα περιβόλι ωραιότατο, με
δέντρα ευωδέστατα και βρύση κατά πολλά όμορφη, όπως λέγουν τα
Συναξάρια. Μα βλέπει την πόρτα κατακλειδωμένη κ' έρημη. Κανένας
δεν εζύγωνεν εκεί. Πίσω από τα κάγκελα της πόρτας βλέπει τον
Άγιον Πέτρο με τα κλειδιά κρεμασμένα στο ζωνάρι του, με τα μάτια
μισοκλεισμένα, τη μύτη μακρουλή και κόκκινη σαν πιπεριόνος. Ο
Άγιος Πέτρος, ακούς, είν' ένας μεθύστακας που βάνει κάτω τον
καλήτερο κρασοπατέρα του Απάνω Κόσμου. Εκείνη την ώρα ήταν στουπί
στο μεθύσι. Ένας κουτσοκουλόστραβος κουρελιάρης και ψειριάρης —
Κραβαρίτης θα ήταν — δυο ώρες τόρα εχτυπούσε την πόρτα και ο
άγιος κλειδοχράτορας δεν είχε είδησι. Τέλος άκουσε,
αγριοβλαστήμησε δυο — τρεις φορές που του εχαλούσαν την ησυχία,
εσηκώθηκε τρέκλα — δίπλα και άνοιξε να μπάση τον κουρελιάρη. Ο
ναύκληρος δεν χάνει καιρό, χώνεται μέσα. Ξυστά — ξυστά πάει σε
μιαν άκρη και βλέπει ψηλά τον Παντοκράτορα να κάθεται στον θρόνο
του. Έλαμπεν ο ήλιος, έλαμπε και ο θρόνος στο χρυσάφι και τις
διαμαντόπετρες. Δεξιά μεριά του Παντοκράτορα εκαθόταν ο Χριστός
και γύρω η Δωδεκάδα, οι Απόστολοι σε θρόνους μαλαματένιους.
Παρακάτω απλωμένοι στην παχειά χλωρασιά εκάθονταν κοπάδια κοπάδια
οι άγιοι και οι όσιοι και οι μάρτυρες. Έκαναν γλέντι· εκείνη την
ώρα! Είχαν φαγιά· μα τι φαγιά; επεντοβολούσε η Παράδεισος από τη
μυρουδιά τους. Κ' έπιναν ένα κρασί — ρουμπίνι! Ο Δαυίδ — ο
Προφήτης ντε! — έπαιζε την κιθάρα κ' ετραγουδούσαν οι άγγελοι
κάτι παιδιά· ψυχή μου! Να τα έβλεπεν ο Μπίρας θα εσηκωνόταν το
πετσί του μια πιθαμή. Κ' έκαναν τέτοια σαλαλοή που ετράνταζεν ο
Κάτω Κόσμος.
Ο ναύκληρος τα έβλεπε, κ' εστενοχωριόταν που δεν είχε κανένα για
να μιλήση. Άρχισε να βλαστημάη τους διαβόλους που δεν τον άφησαν
στην Κόλαση να γλωσσοκοπανάη νυχτόημερα, παρά τον έστειλαν, εδώ
που δεν τον εχαιρετούσε κανείς. Τέλος δεν εκρατήθηκε.
Πλησιάζει ένα γηραλέον άγιο και του λέγει με σέβας:
— Δε μου λες, πάτερ Αγιαντώνη, ποιος είν' εκείνος που κάθεται
κοντά στο Χριστό;
— Ου, παιδί μου! έκαμεν ο άγιος· εκείνος είνε ο πάτερ
Χαράλαμπος, που στον καιρό του μισόκαλου Σεβήρου είδε κ' έπαθε
για τον αφέντη το Χριστό μας!
— Μπα! είπε με αμφιβολία ο ναύκληρος· περισσότερα έκαμες του
λόγου σου. Εκείνος αν επάλαιψε, επάλαιψε με τους ανθρώπους· αμ'
εσύ που τάβαλες με τους διαβόλους; Το ξέρω εγώ· ερχόντουσαν τη
νύχτα στο κελί σου σαν πεντάμορφες παρθένες κ' εσύ τις έδιωχνες
κ' εκοιμόσουν ολόγυμνος στα χιόνια για ν' αποφύγης τον πειρασμό.
Δεν λέγω, νοικοκύρης είσαι· μα τόση περιφρόνησι, θαρρώ, δεν σου
άξιζε.