Ως τόσο τον έντυναν οι άλλοι σαν γαμπρό. Σαν γαμπρό και μαζί σαν

λείψανο. Ζωντανός έμπαινε· μα ποιος ξεύρει αν θα έβγαινε και

ζωντανός; Ο βουτηχτής παίζει πασέτα τη ζωή του. Το γνωρίζουν

όλοι· το καλογνωρίζει και πρώτος αυτός. Για τούτο μεταλαβαίνουν

πριν φύγουν από το νησί· για τούτο οι καπετάνοι παίρνουν σάββανα,

κεριά και λιβάνι μαζί με τη γαλέτα και τ' άλλα χρειαζούμενα. Τον

ανθρώπινο φόρο θα τον πληρώσουν κάθε χρόνο στη θάλασσα όπως

πληρώνουν στη Βεγγάζη τα ναυτιλιακά τους έγγραφα. Λίρες εδώ· εκεί

ανθρώπους. Θέλει και το δικό του νόμισμα κάθε αρχή. Τέλος τον

έντυσαν το λάστιχο, εφόρεσαν την ατσαλένια περικεφαλαία, του

έζωσαν τη ζώνη με τα γατζούδια στη μέση, του εκρέμασαν τα μολύβια

στην τραχηλιά, λαστιχένια βραχιόλια στα χέρια, παπούτσια

μολυβοπάτωτα στα πόδια. Μόλις εκατόρθωνε να κινηθή από το βάρος.

Επάτησε τέλος στη σκάλα, έκλεισαν καλά τον φεγγίτη και ο Πέτρος

Ραφαλιάς αγνώριστος, ασούσουμος, ξένος από τον αέρα και τον κόσμο

των ανθρώπων, άπλωσεν απάνω στα νερά σαν ν' άπλωνε στα βαμπάκια.

Μια επάφλασεν η θάλασσα, βάραθρον άνοιξε και ο βουτηχτής ευρέθηκε

μολύβι στον πάτο. Και αμέσως φούσκες πρασινόγλαυκες επήδησαν

απάνω, μια κατόπιν της άλλης γοργότατα, λέγεις και νύφη κάτω

έπαιζε κρυσταλλένια πεντόβολα. Τέλος δεντρί εψήλωσε σαν κυπαρίσσι

λυγερό, συμμαζωχτό, με συντεφένιες χάντρες κινούμενες από τη ρίζα

ως την κορφή κεφαλόβρυσου πήδακας. Μα ο πατέρας σου αδιάφορος,

εστάθηκε στον πάτο σαν να εμπήκε σπίτι του. Εγύρισε τα μάτια

ζερβόδεξα και εναγάλλιασε. Ο γεωργός έτσι δεν χαίρεται που βλέπει

πολύκαρπο το χωράφι του· δεν φαντάζεται τόσο απολαυστικά τα κέρδη

του. Τόρα, συλλογίζεται, θα ψαρέψω για καλά. Όχι το δίχτυ μου μα

και απόχη θα γεμίσω. Και αρχίζει το θέρισμα. Απάνω εκρεμόταν

μαύρο σύγνεφο του καϊκιού η καρίνα. Ολόγυρα το νερό πηχτό,

σταχτοπράσινο σαν θαμπό κρύσταλλο τον εψηλαφούσε από παντού, τον

έδενε σε μεταξένια βρόχια και σύγκαιρα του έδειχνε τον

χιλιόμορφον κόσμο που τρέφει και συντηρεί στο φοβερό κράτος του.

Αναγέλες τα ψάρια χρυσόφτερα, ασημωμένα, εδιάβαιναν ολόγυρά του

με φουσκωμένα τα λαιμά, τα σπάραχνα κατακόκκινα, ψιλό μαργαριτάρι

τα δόντια στις δυνατές σαγωνίτσες τους, αεικίνητο τιμόνι την

ψαλιδωτή ουρά τους. Πολλά έπεφταν απάνω του τυφλά, επροσόχθιζαν

σαν ακυβέρνητα ξύλα στην περικεφαλαία του· άλλα εδιάβαιναν

σαγίτες αργυρές από τα σκέλια του.

Κάτω φυκοστρωμένος ο βυθός άνοιγε πλατύς και μαλθακός στο βλέμμα

του. Εδώ ακαλύφες βαθυγάλαζες έβγαιναν από την αμμουδιά σαν

ολόκλειστα άνθη πορτοκαλιάς· άλλες ανοιχτές σαν κούπες και σαν

αρχαία κύπελα· μερικές σαν κρίνα μεγάλα και άλλες έφευγαν

ανεξάρτητες ψηλά, κρεμώντας κάτω μυριόχρωμο κομπολόγι τα

γεννητικά τους μόρια. Παρέκει τερηδώνες σαν κοκκινόμαυροι

σκώληκες, ντυμένοι στο καστανό χνούδι τους, ανάδευαν ανυπόμονες

να κολλήσουν στο πλεούμενο και να κάμουν κόσκινο το ξύλο του.

Αλλού της Αφροδίτης ο Κεστός μακρύς, κλωθογύριστος, ολομέταξος

άπλωνε τις απαλές κορδέλες του σαν να εζητούσε κάτω εκεί το

αιθέριο κορμί της θεάς του. Και παντού περίγυρα ξανθοπράσινα

μαρούλια, τρανά χρυσόμηλα, χαμόκλαδα τριχοφορτωμένα, μούσκλια

σγουρά, φυτά χιλιόπλουμα κ' αισθαντικά στο παραμικρό άγγιγμα

έκαναν το μέρος κήπον ονειροφάνταστον. Και κόσμος μυστικός,

κρυφός στα έθιμά του, στη γλώσσα, τους συλλογισμούς, οστρακοφόρος

και λεπιδοντυμένος και αγκαθόφραχτος εγύριζεν απάνω — κάτω μέγας

και αρειμάνιος σαν Γολιάθ ο ένας και άλλος ταπεινός, φοβιτσάρης,

πάντα θύμα ο ένας τ' αλλουνού, τροφή του και συντήρησις. Κάπου

εδώ άνοιγε σαν αντένες τα πόδια του κ’ έτρεχε να συλλάβη τη

σουπιά ο αστακός πνιγμένος μέσα στο μελάνι της. Κάπου εκεί

φιλόστοργη καβουρομάνα έπαιζε λόγχες τα πόδια της, ανασκελομένη

για να προφυλάξη τ' αυγά της. Παραπέρα η φώκια έρριχνε το βρωμερό

αέρι του πισινού της δόλωμα για να σκάση το χταπόδι στο θαλάμι

του· μα έξαφνα της άρπαζεν ο φοβερός αποκλαμός το μουσούδι κ'

έσκαε θύμα της επιβουλής και της λαιμαργίας της. Και πέρα — δώθε

βράχοι και άβυσσοι, λαγκαδιές και όρη με κάλλη και χρώματα μύρια,

με θησαυρούς αμάλαγους, με κατοίκους και πετρώματα φύσεως

αγνώστου και ζωής. Αλλά για εκείνα δεν εφρόντιζεν ο πατέρας σου.

Ο σπόγγος ήταν εμπρός του και δεν έφευγε πλέον. Έρριχνεν αδιάκοπα

στο δίχτυ του. Τόρα τάχα σε τι θα παραπονεθή ο Πίπιζας;

Άξαφνα σηκώνει γύρω τα μάτια του και βλέπει οργυιές δυο μακριά

του ένα βράχο ψηλόν, απόκρημνον με δύο δεντράκια μονόκλαδα στην

κορφή. Εφάνταζε μέσα στο νερό σαν γίγαντας με ανοιχτά χέρια. Και

κοντά στη ρίζα του, απάνω στην ξανθή αμμουδιά είδε μία τούφα

μελάτι διαλεχτό. Εμαύριζε πέρα σαν κατακαίνουργος κατηφές. Δεν

χάνει καιρό και τρέχει να το αδράξη. Δεν ήθελε παρά δυο

δρασκελιές ακόμη. Άξαφνο όμως από την κόχη του βράχου επρόβαλεν

άλλος βουτηχτής. Έτρεχε κ' εκείνος ίσα στο μελάτι. Δρασκελιά ο

ένας δρασκελιά ο άλλος έσμιξαν και οι δυο. Ο πατέρας σου όμως

επρόφτασε κ' έβαλε το πόδι απάνω του.

— Τι θες εδώ; ρωτάει τον άλλον με νοήματα· είνε δικό μου· εγώ το

πρωτόειδα.

— Μπα· κάνει ο άλλος· είνε δικό μου· τα φύλαγα από προχτές. Κάμε

πέρα.

— Δεν με κουνάς αποδώ ούτε με φουρνέλο. Τράβα δρόμο σου.

Εκείνος ηθέλησε να τον σπρώξη. Ο πατέρας σου άναψε. Τα λόγια του

Νικολού ήρθαν ευθύς διάβολοι και του εσήκωσαν τα μυαλά. Δεν το

παίρνεις, συλλογίζεται που να χαλάση ο κόσμος. Ή θ' ανεβώ με το

μελάτι απάνω ή αφίνω τα κόκκαλά μου εδώ! Καθώς έκαμε να σπρώξη

δεύτερη ο βουτηχτής, σηκώνει γροθιά ο πατέρας σου και του δίνει

στο στομάχι. Εκείνος πέφτει στα γόνατα σφίγγοντας την κοιλιά του

από τον πόνο. Άξαφνα όμως πηδά στα νύχια, σηκώνει το καμάκι και

χύνεται ξιφιός απάνω του.

— Ή μ' αφίνεις το μελάτι ή σου έφαγα την καρδιά!

— Α! όχι· εδώ σφαζώμαστε.

Και τραβά ο Ραφαλιάς τον φοβερό λάζο από τη ζώνη του. Τσιμπάει

σύγκαιρα το σχοινί δυο φορές ζητώντας αέρα. Η θάλασσα επάνω

άρχισε να σιγοτρέμη και να κυματίζη σκοτεινογάλαζη τόρα, κάπου με

αφρούς πλατείς, κάπου με ήχους παράξενους. Ούτε βουτηχτής ούτε ο

ανασασμός του εξεχώριζε πουθενά. Ένα ήταν το κύμα και μια η άρμη

του. Σείσμα και τάραχον έβγαζε το μεγαθήριο, λέγεις κ' ήθελε να

κρύψη επίβουλα το πικρό δράμα που άρχιζε στους κόρφους του. Το

σκαφίδι ελαφρό με την αντένα ορθόγυρτη στο κατάρτι εσάλευε

ζερβόδεξα κ' εκοντυλόγραφεν αόριστα ξώρκια ψηλά στο άπειρο. Και

οι επιβάτες όλοι ο κολαουζέρης με το σχοινάκι του βουτηχτή στα

δάχτυλα, ο μαρκουτσέρης στο μαρκούτσι, οι ροδάδες από δυο στη

μηχανή, οι λαμνοκώποι στα κουπιά γυμνοτράχηλοι, δύο βουτηχτάδες

ξαπλωμένοι καταηλιακού με χαλκοπράσινη όψι και μάτια βουρκωμένα,

ακολουθούσαν του ξύλου το κύλημα μοιρολάτρες αδιάφοροι. Και στην

πλώρη καθησμένος ο μηχανικός με το τσιμπούκι αναμμένο

εκουβέντιαζε ράθυμα και αναπαυτικά με τον Καλέμη σαν να ήσαν στο

τραπέζι κάποιας ταβέρνας.

Ο Αιγινήτης επήγε μακριά κ' έρριξε τον βουτηχτή του. Όμως δεν

εύρισκε τίποτα εκεί και τραβώντας εμπρός έσυρε το καΐκι πάλι

δίπλα στο καΐκι του Πίπιζα. Και άλλα όμως πεντέξη εψάρευαν

ολόγυρα κ' εκουβέντιαζαν από μηχανή σε μηχανή, εμετρούσαν οι

καπετάνοι τις ζημίες τους, έκριναν τον καιρό, ελογάριαζαν τους

μήνες, έλεγαν για την εσοδεία της χρονιάς, για την ποιότητα του

σφουγγαριού και για την τιμή που θα πωληθή στην αγορά της Αγγλίας

και της Αμερικής.

— Τι τα θες; μ' έφαγαν τα πλάτικα εφέτος· είπεν απαρηγόρητα

στενάζοντας ο Πίπιζας. Κοντεύει να μας πάρη ο Σεπτέμβρης κ' εγώ

δεν έχω ούτε χίλιες οκάδες στο τεπόζιτο.

— Μα κ' εγώ έχω κάτι χαραμήδες! είπεν ο Καλέμης· άλλη χρονιά δεν

μου έτυχαν τέτοιοι. Φοβούνται από τον ίσκιο τους. Δέκα — δώδεκα

οργυιές δεν βουτούν παρακάτω.

— Στις τριάντα βρίσκεται, καπετάνιε· είπεν ο μαρκουτσέρης εκείνη

τη στιγμή, βλέποντας καλά το μανόμετρο.

Εκείνος έκαμε πως δεν άκουσε κ' εξακολούθησε την κουβέντα του με

τον Αιγινήτη. Είπαν για το κόντρα τεπόζιτο που μένει αρραγμένο

στη Βεγγάζη· για το ξελιμπάρισμα του σπόγγου και για το σκυλόψαρο

που άρχισε να φαίνεται στη θάλασσα. Ψηλά στον κατάγλαυκον αιθέρα

ο ήλιος κόκκινος και γοργογύριστος εσκάλωνε στα μεσούρανα,

χύνοντας λαύρα και νάρκη παντού. Κάτω μακριά γραμμή κάτασπρη σαν

κιμωλίας χάραγμα, μόλις επρόβαινε η αμμουδιά της Αφρικής

αχνοσκέπαστη και ακόμη μακρίτερα το Χαψίνι, έδειχνε την πυρωμένη

χαίτη του κραταιός δεσπότης και φύλακας της ερήμου. Απέραντο

εδώθε, μαυριδερό εχώνευε στα διάφανα ουρανοθέμελα το πέλαγο με

κάποιο τρέμουλο, λέγεις και ανάσαινε δύσκολα. Πού και πού, από

την απόστασι μικρά, σαν φελοί παραγαδιού εμαύριζαν τα

σφουγγαράδικα δύο και τρία μαζί, άλλα μοναχικά και ίδρωναν τα

δύστυχα κορμιά, νεύρα αδυνάτιζαν, νιάτα εγέραζαν, εκινδύνευαν

ζωές για το άκαρπο χάρισμα της θάλασσας. Και κοντά στου Πίπιζα το

καΐκι ένας με τον άλλον οι δουλευτές, γνώριμοι και φίλοι

εδούλευαν μεστά και σύγκαιρα εφρόντιζαν να μάθουν τα νέα της

πατρίδας κ' επειράζονταν πολλές φορές συναμεταξύ τους για την

τραυλή προφορά του ενός, την ανισόρροπη κορμοστασιά του άλλου, τ'

αδέξια κινήματα και την περπατησιά του τρίτου. Του ενός έλεγαν

πως επαντρεύτηκε η αρραβωνιαστική του· άλλου πως τον αγαπούσε το

Μαριωρή, ασχημομούρα και αλαφρόμυαλη στριγγλόγρια· τρίτου πως τον

αποπαΐδισεν ο πατέρας του. Δυο παιδιά τέλος από το Αιγινήτικο

καΐκι άρχισαν ν' αναμπαίζουν τους Υδραίους για τον εγωισμό και τη

βάρβαρη προφορά τους. Απαντήθηκαν έλεγε, δυο καπετάνοι στο πέλαγο

κ' ερώτησεν ο ένας τον άλλον πούθε ερχόταν. — Από το Ύδρ' από το

Σπέτσ' απ' το χοντρό το θάλασσα· του αποκρίθηκεν ο ένας. — Και τι

χαμπάρια; — Τι χαμπάρια; καλά. Απάν' από τον Αγιολιά έπεσε μια

φυλλάδα· και το φυλλάδα έγραφεν: Όλος ο κόσμος να χαθή το Ύδρα

Σπέτσα γιο. — Μαγάρι, Παναγία μου, να μείνουμε σπορήτες!... Κ'

εσύριξε το ρο τόσον ατελείωτο που έσκασαν όλοι τα γέλοια και οι

καπετάνοι έκοψαν τη σοβαρή κουβέντα τους. Αλλά του Ξακουστή που

εγύριζε τη ρόδα δεν του άρεσε καθόλου η προσβολή κ' ερρίχθηκε

στην πρύμη, έτοιμος να πηδήση στην Αιγινήτικη, να δείξη αυτός πώς

αναμπαίζουν τους Υδραίους. Ο αναμπαίχτης έτοιμος κ' εκείνος

εστάθηκε ολόρθος και τον επερίμενε, να τον σφινώση στα δυνατά

μπράτσα του και να τον ρίξη στη θάλασσα.

— Ε μωρέ! φωνάζει στην ώρα ο Πίπιζας· τσιμπάει ο βουτηχτής· στη

θέσι σου!

Άδραξε τη λάμα ο Αιγινήτης υπάκουος στη φωνή και το λάστιχο έχυσε

ανέμου κύμα μέσα στην περικεφαλαία του πατέρα σου. Ανάσανεν

εκείνος βαθειά, επήρε δύναμι και βαστώντας ψηλά τον λάζο

ερρίχτηκε να ξετοπίση τον αντίπαλο. Μα ο άλλος τον επερίμενεν

άφοβα· τρίχα δεν εσάλευεν από τη θέσι του. Και καθώς τον είδε να

πλησιάση αρκετά μια έδωκε με το κεφάλι του στη βαλβίδα κ'

εσφεντόνισε σύφουνα νερού στον φεγγίτη απάνω. Ο Ραφαλιάς τα

έχασε. Το κλωθογύριστο κύμα εκάθησεν απάνω του σαν σύγνεφο και

τον έκλεισε στα σκοτεινά. Ούτε βουτυχτή έβλεπε πλέον ούτε τίποτα.

«Πάει, εσκέφθηκε, τόρα θα με φάη!» Αλλά για να μη χαθή άδικα

εχαμήλωσε γοργά κ' έδοσε με τον λάζο του μπηχτή στα τυφλά. Στα

τυφλά μα δεν έσφαλε. Ο λάζος εχώνεψε μέσα στο αριστερό πλευρό του

εχθρού. Πορφυρή φούσκα επήδησεν άξαφνα μέσα στο ξανθοπράσινο νερό

σαν πορτοκάλι. Μα εκείνος άρπαξε σφιχτά την τρύπα, έκλεισε καλά

την βαλβίδα και ο αέρας φουσκώνοντας το λάστιχο τον έβγαλε απάνω

μπαλόνι.

— Ά! συχτίρ! είπεν ο πατέρας σου· έλα τόρα να μου πάρης το

μελάτι.

Έσκυψε σύνταχα και άρχισε να ξεριζώνη το σφουγγάρι. Δεν ήταν και

μικρό πράγμα. Όλο το γάλα του να έστυβες, να έβγαζες όλη του την

πέτσα πάλι θα εζύγιζε τις δύο οκάδες. Δεν επρόφτασεν όμως να το

ξεριζώση ολόκληρο κ' εσηκώθηκεν ορθός, σαν να τον εκέντησε

δράκενα. Γιατί απόμακρα είδε να έρχεται όγκος θεότρομος, μαύρος

και γιαλιστερός. Το φοβερό σκυλόψαρο εμυρίστηκε το αίμα κ'

ερχόταν κατ' απάνω του. Σαν πλώρη καραβιού αναποδογυρισμένη

εσφίνωνε στο νερό η σαγώνα του και αποκάτω έχασκε κατακόκκινο

βάραθρο ο φάρυγγάς του και τα τριγωνικά δόντια του τετράδιπλοι

στίχοι άσπριζαν επίφοβα. Στα πλάγια του λαιμού πέντε γραμμές

μεγάλες, κατάμαυρες εχόχλαζαν το νερό που έπαιρνε το στόμα του

σαν σιφούνοι αδιάκοπα. Και πίσω το κορμί γιγάντιο, μελαψό, με τα

φτερούγια του ανοιχτά πέρα — δώθε, με την ουρά γοργογύριστη σαν

έλικας βαποριού έφευγεν εμπρός και αφροκοπούσαν τα νερά δαρτά και

σκοτωμένα στο διάβα του. Τα ψάρια έτρεχαν κοπάδι, έφευγαν με

τρελά πηδήματα αισθαντικά στον κίνδυνο και τον χαμό. Αλλ' όσα

ετύχαιναν κοντά του το νερό αντί να τα φευγατίση, προδότης τα

επαράδινε στο κύμα κ' έπεφταν αλύτρωτα μαζί στο αχόρταγο στομάχι

του.

Όταν το κήτος είδε τον πατέρα σου η παράξενη φορεσιά του φαίνεται

πως το ετρόμαξε κ' εστάθηκε δίβουλο και περίεργο. Ποιος ξεύρει

γιατί τον επήρε; Τα μάτια του φωτεινοί γλόμποι εστυλώθηκαν

ακίνητα επάνω του με κάποια έκφρασι κουτή και ξιπασμένη. Έπειτα

άρχισε να φέρνη βόλτες τριγύρω του, να θέλη μια να πλησιάση και

πάλι να πισοδρομή αναποφάσιστο. Ο δικός μας σκυφτός στα νύχια με

το σταλίκι στον άμμο ακολουθούσε τα κλωθογυρίσματά του, εγύριζε

σαν ξόανο στη θέσι του, απάνω στο μελάτι κ' εκύταζε τον εχθρό του

κατάματα.

Από απάνω του ετσιμπούσαν το σχοινί κάθε λίγο.

— Έλα! τι κάνεις τόσην ώρα; καιρός να βγης· έτοιμος!

— Περιμένετε! τους ετσιμπούσεν εκείνος.

Πού να έβγη; Μόλις έκανε να τραβήξη απάνω το ψάρι θα ωρμούσε

λάβρακας και θα τον έκοβε στα δυο. Τέλος σαν να εκουράσθηκε αργά

— αργά επήγε, επλάγιασε στον βράχο και άρχισε να ξύεται. Έξυε την

κοιλιά για να κοιμήση τη βουλιμία του. Ο βράχος με τα δεντράκια

έτρεμε συθέμελα, σαν να τον έπιασε σύγκρυο.

— Τόρα κακά τα μπλέξαμε! εσκέφθηκεν ο πατέρας σου. Εδώ θα μας

πάρη η νύχτα.

Αλλά με το σκοτάδι θα εκινδύνευε περισσότερο. Επήρε θάρρος και

αποφάσισε με κάθε τρόπο να το διώξη από κοντά του.

— Το ψάρι κοντά μου· τσιμπάει απάνω· έτοιμοι!

— Έτοιμοι.

Τραβά τότε καταπάνω του με το καμάκι ψηλά, με την ξανθοκόκκινη

περικεφαλαία θυσσανοσκέπαστη από το χοχλαστό νερό της βαλβίδας,

με το μολυβοφορτωμένο στήθος αστραφτερό, με τα γατζούδια της

πλατειάς ζώνης τρεμόλαμπα, με το σκοτεινό του λάστιχο θαλασσινός

Άρης μέγας και άτρομος. Το θηρίο εσάστισε στην άγρια εικόνα,

εδείλιασε με την τόσην ορμή του. Μωρέ τ' είνε τούτο!

εκουτοσυλλογίσθηκε. Έκαμε δυο — τρεις φορές να σταθή και ν’

αντικρύση ψυχωμένα τον εχθρό του· είπε πως θα κινήση κ' εκείνο να

τον απαντήση στηθάτα. Μα τέλος ενίκησεν ο φόβος του. Μία έδωσε με

την ουρά αφροκοπώντας τα νερά κ' εχάθηκε πίσω τους φάσμα πελώριο.

Ο δικός μας έμεινε στην ίδια θέσι ως που εκαθάρισαν καλά. Τότε

περίγυρα εψαχούλεψε τον βράχο· είδε πέρα — δώθε μήπως ελούφαζε

πουθενά ο εχθρός. Τίποτα. Τ' απονέρια του μόνον έδειχναν ακόμη το

γοργό διάβα του.

— Πάει στον άνεμο το κουτόπραμα· εσυλλογίσθηκε γελώντας με τον

φόβο του.

Άδραξεν ευθύς το μελάτι, μια στο σχοινί κ' έφτασεν απάνω.

Βρόντοι, φωνές, χτύποι, σφυρίγματα, πέτρες και ξύλα πλαταγιστά

στη θάλασσα υποδέχθηκαν τον βουτηχτή, σαν να τον εχαιρετούσαν για

το σφουγγάρι που έφερνε. Δεν ήταν για το σφουγγάρι. Ήθελαν να

τρομάξουν τον καρχαρία, για να φτάση στο καΐκι άβλαβος ο πατέρας

σου. Τέλος τον άρπαξαν τα παιδιά, του έβγαλαν την περικεφαλαία,

τον εξάπλωσαν στο κατάστρωμα και άρχισαν να του γδύνουν το

λάστιχο. Νόημα δίνει ο Πίπιζας και το καΐκι έβαλε πλώρη για το

Ασπρονήσι.

— Μη φεύγεις, καπετάνιε· εψιθύρισεν αδύνατα ο Ραφαλιάς· έχει

κάτω πολύ σφουγγάρι.

— Δεν πειράζει· μας φτάνει σήμερα· απάντησε κυτάζοντας αλλού

εκείνος.

Υποψιάστηκε ο δικός μας κ' εσήκωσε το κεφάλι του. Βλέπει μία με

την άλλη τις μηχανές να τραβούν όλες κατά τη στεριά.

— Μην έπαθε κανένας; ρωτάει τον μαρκουτσέρη.

— Ναι· κάποιος έπαθε.

— Από ποια;

— Δεν ξέρω· μακριά ίδαμε τη σημαία του μετζάστρα.

Έφτασαν όλες στο Ασπρονήσι· επήδησαν έξω τα πληρώματα. Καθένας

είχε το καρδιοχτύπι του ώστε να ιδή τον νεκρό μήπως ήταν παιδί,

αδερφός, συγγενής, φίλος. Όλοι έτρεμαν από την αβεβαιότητα. Τέλος

έφτασε και η μηχανή του Πίπιζα και πρώτος επήδησε στην αμμουδιά ο

πατέρας σου. Ωιμέ το φριχτό θέαμα! Ο Νικόλας Ραφαλιάς ήταν νεκρός

στον άμμο με μια πληγή ορθάνοιχτη στο αριστερό πλευρό κάτω από

την αμασχάλη.

Για το μελάτι ο πατέρας σου εσκότωσε τον αδερφό του. Τον έθαψεν

εκεί στο έρημο νησί, δίπλα σε χιλιάδες άλλους άτυχους σαν αυτόν

και πανέρμους και στον ξύλινο σταυρό του έγραψε μ' ένα κάρβουνο:

«Αδερφοσκοτωμένος σφουγγαράς 1876!». Από τότε δεν εβούτηξε πλέον

στη θάλασσα, δεν επάτησε μηχανή. Εκεί εκάθησε στο άκαρπο νησί,

διώχτης των γλάρων και φύλακας των νεκρών. Τέλος με το πρώτο

ντεπόζιτο που ήρθε να πάρη τρόφιμα ήρθε κ' εκείνος. Ετράβηξε ίσα

στο σπίτι μου.

— Χρυσούλα, μου είπε κλαίοντας, και οι δύο μια την έχουμε την

πληγή. Εσύ έχασες τον αρραβωνιαστικό σου κ' εγώ τον αδερφό μου.

Το κακό που έκαμα σ' εκείνον ήρθα να το πληρώσω δουλεύοντας

σκλάβος σ' εσένα. Θα γίνω άντρας σου.

Έτσι έγινε άντρας μου ο αντράδερφος κ' έγινε πατέρας σου. Μα δεν

έζησε ούτε να σε γνωρίση. Νυχτόημερα τον ετυρανούσε η κόλασι κ'

επέθανε μονοχρονίς. Αλλά την ώρα που εξεψύχαε δεν είχεν άλλη

κληρονομιά να κάμη παρά τον ίδιο λόγο: Να μη σ' αφήσω και γίνης

σφουγγαράς!»

Εφύλαξα την εντολή του πατέρα μου και δεν έγινα σφουγγαράς. Μα

και τόρα που εγέρασα στ' άρμενα την ίδια αισθάνομαι αηδία εμπρός

σε μια μηχανή. Δεν ξεύρω πώς μου φαίνεται όχι όμως ποτέ σαν

πλεούμενο, ευχή του Θεού και καμάρι της θάλασσας. Κάτι επίβουλο

και βδελυρό, του Σατανά χειροτέχνημα φαντάζει ακόμη στα μάτια

μου.

ΚΑΒΟΜΑΛΙΑΣ

— Τι βοριάς και θρακιάς μου λέτ' εμένα!... τι βοριάς και

θρακιάς!... είπεν ο Χούρχουλας κινώντας σοβαρά το κεφάλι. Άκου

που σας το λέω. Τις φουρτούνες του Καβομαλιά δεν τις κάνουν

ανέμοι.

— Αμ ποιοι τις κάνουν;

— Ποιοι τις κάνουν; Εγώ να σας πω. Όχι, σου λέγει, είνε χοντρός

κάβος και χύνει το βουνό κ' έρχεται ο Θρακιάς από πάνω και

βγάζουν αψάδα οι Βελανιδιώτισες! Κολοκύθια! Μωρέ τις φουρτούνες

του Καβομαλιά δεν τις κάνουν άνεμοι...

— Μα ποιοι τις κάνουν, διάολε, πες μας λοιπόν! εφώναξεν

ανυπόμονα ο Αλέξης Σκιαθίτης αράθυμος πάντα.

— Τις φουρτούνες του Καβομαλιά; Εγώ να σας πω· εγώ το ξέρω...

Τις φουρτούνες του Καβομαλιά δεν τις κάνουν ανέμοι εγώ να σάς

'πω...

— Όχι να μη μας 'πης! τον έκοψεν άξαφνα ο Κώστας ο θερμαστής.

Διάολε! κοντεύεις να μας βγάλης την ψυχή με τον Καβομαλιά σου!

Για κάβο τάχα θα τον περάσης κι' αυτόν που τον κατάντησαν πουτάνα

οι ψαρόβαρκες!... Δεν θέλουμε να μας πης τίποτα!

Κ' εγύρισεν αλλού το πρόσωπο, δυσαρεστημένος τάχα και άρχισε να

ψιθυρίζη κάτι στο αυτί του συντρόφου του με αγανάχτησι, σαν να

του έλεγε: «δεν υποφέρεται βρε αδερφέ, δεν υποφέρεται!...» Ο

Χούρχουλας επήρε το πράγμα στα σοβαρά, εκύταξεν ερευνητικά τις

φυσιογνωμίες των άλλων, ηθέλησε να τους χαμογελάση και μην

ευρίσκοντας θαρρευτή απάντησι αναψοκοκκίνησε σαν παπαρούνα.

— Γιατί ρε παιδί; ετόλμησε μόλις να ρωτήση τον θερμαστή.

Ο Γιαννιός ο Χούρχουλας είχε τη μανία να διηγήται. Μόλις

επαρουσιαζόταν η παραμικρή ευκαιρία να καθήση το πλήρωμα, έτοιμος

αυτός ν' αρχίση τη διήγησι. Ποια διήγησι; Οποιαδήποτε. Δεν τον

έμελλε ούτε για την υπόθεσι, ούτε για το μάκρος της. Ούτε αν ήταν

αστεία, ούτε αν ήταν τραγική. Ούτε αν έβγαινεν από τα ξάστερα

νερά της πραγματικότητος ή από την ελεφαντένια πύλη των ονείρων

και το χρυσόθρονον αίσθημα. Ούτε και αν ήταν επίκαιρη εφρόντιζε.

Είχε πεποίθησι στον εαυτό του κ' είχε την δύναμι να βαμπακοστρώνη

τον δρόμο και να σέρνη σιγά και ανάλαφρα τα πλέον περασμένα στα

μάτια των ακροατών του για τορινά, είτε και να μεταφέρνη τους

ακροατές του στις μουχλιασμένες θήκες των περασμένων. Και είχε

την τέχνη απάνω στην ξερή πραγματικότητα ν' απλώνη τη μεταξωτή

σκέπη του ονείρου και κάτω από τ' όνειρο να θεμελιώνη ακλόνητα

την ύλη της πραγματικότητος, τεχνίτης θαυμαστός όπως ο μέγας

ήλιος που σύγκαιρα ιδανικεύει με τις αχτίνες του το πέτρινο βουνό

και το ανεμόπλεχτο σύγνεφο. Κ' εύρισκε πάντα τον τρόπο, κατά την

περίστασι να μικραίνη είτε να πλαταίνη την υπόθεσί του, χωρίς

ποτέ να την αφίνη τέρας των άλλων και σύχαμα. Όλα τα ήθελε

ισόμετρα, ξάστερα και αρμονικά. Και ήθελε μόνον να τον ακούη το

πλήρωμα.

Οι ναύτες τον ήξευραν καλά κ' εδιασκέδαζαν με τις αδυναμίες του.

Πότε τον έδιωχναν τάχα από κοντά τους· πότε στην ώρα που

εδιηγόταν άρχιζαν όλοι ομόφωνοι τον βήχα· πότε έπιαναν φιλονεικία

και τον εσύγχιζαν και κάποτε έφευγεν ένας — ένας σιγά και τον

άφιναν ολομόναχον να λέγη και ν' ακούη. Ο Γιαννιός εφουρκιζόταν

κ' έβανε όρκο στις μάνας του τα κόκκαλα, στη θάλασσα που

αρμενίζει, να μη διηγηθή πλέον τίποτα. Όχι μόνον να μη τους

διηγηθή αλλ' ούτε και να τους μιλήση· ούτε να τους κάμη συντροφιά

ποτέ. Και ήταν βέβαιος πως άμα χάσουν τη συντροφιά του, τα

διηγήματά του μάλιστα άμα υστερηθούν θα σκάσουν όλοι από το κακό

και την πλήξι τους. Δεν ήταν όχι καταλαχάρης άνθρωπος ο Γιαννιός

ούτε έλεγε λόγια του ανέμου!...

Ίσως αυτή του η αυτοπεποίθησις δεν ήταν και καθόλου άδικη. Γιατί

το πλήρωμα μόλις τον έφερνε σ' εκείνη τη θέσι έπεφτε πάλι και τον

επροσκαλούσε κοντά του και τον επαρακάλει να ξαναρχίση, δίνοντάς

του υπόσχεσι πως θα τον ακούση με προσοχή. Και ο Γιαννιός

ασυνέριστος εξέχανεν τους όρκους και άρχιζε τη διήγησι δίχως

χρονοτριβή. Εσυνείθιζεν όμως πρώτα με λόγια μισοκομμένα, με ύφος

πολυκάτεχου ανθρώπου να συσταίνη στους ακροατές του εκείνο που θα

διηγηθή. Τόρα με την πρώτη διαμαρτύρησι του θερμαστή και το

παγερό ύφος των συντρόφων ο Γιαννιός έχασε το θάρρος του. Οι

συμβιβασμοί άργησαν να έρθουν και αυτό τον απέλπιζε. Αλλ' άξαφνα

επλησίασεν ο Μπαρμπαγιώργης ο ναύκληρος, είδε την ψεύτικη έκφρασι

των ναυτών, τη στενοχώρια του κ' εμάντεψε όλα:

— Σώπα ρε συ· είπε στον Κώστα με αυστηρή φωνή. Άσε τον Γιαννιό

να μας διηγηθή τίποτα.

— Ναι, έλα Γιαννιέ, πες μας! είπαν παρακαλεστικά και οι άλλοι

ναύτες.

— Εγώ να σας πω, ναι· άρχισεν ευθύς εκείνος ξαναβρίσκοντας την

ευθυμία του· κι' αν δεν σας λέγω αλήθεια, να τον έχω αντίδικο.

Τις φουρτούνες του Καβομαλιά δεν τις κάνουν ανέμοι· τις κάνουν τα

στοιχειά.

— Τα στοιχειά! μωρέ λόγο που μας είπες! εφώναξεν αναμπαιχτικά ο

θερμαστής. Κ' οι ανέμοι τάχα δεν είνε στοιχειά; Ο Βοριάς δεν είνε

στοιχειό ανήμερο που καταλεί πέντε στο φαγί και δέκα στην καθησιά

του και αν δεν γεράση δεν ταξειδεύεται! Η Νοτιά δεν είνε

χειρώτερη από πουτάνα που όσο γεράζει τόσο και ζετσιπώνεται! Ο

Σορόκος, ο Γαρμπής, ο Γρέγος, ο Πουνέντες όλοι τι άλλο είνε παρά

στοιχειά, που αναταράζουν τη θάλασσα και καταντούν για μιας

άχρηστα σανίδια τα καμαρωτά πλεούμενα; Μωρέ λόγο που μας τον είπε

κι' ο Γιαννιός!

Εκείνος εγύρισε και τον είδε με βλέμμα παθητικό και αδύνατο.

— Μα τι πειραχτήριο είσαι συ δε μου λες; του είπε παραπονεμένα.

Ποιος διάολος σ' έφερ' εδώ μέσα για τις αμαρτίες μου. Άσε ν'

ακούσης πρώτα, μωρέ παλιόγυφτα! Τα στοιχειά του Καβομαλιά είνε

ξωτικά. Όποιον ερωτήσης στα Βάτικα την ίδια ιστορία θα σου ειπή.

Είνε χρόνια τόρα· πάππου προς πάππου! Είδες σαν φτάνουμε ανάμεσα

Τσιρίγου και Αλαφονησιού που φαίνονται κρεμασμένα στο βουνά

τέσσερα — πέντε χωριά; Είνε τα χωριά των Βατίκων. Και από αυτά το

Φαρακλό είνε το μεγαλείτερο. Εκείνα τα χρόνια ο πλουσιότερος και

δυνατότερος μπέης των Βατίκων ήταν ο μπέης του Φαρακλού. Ο κάμπος

κάτω ως την Πεζούλα — τη Νεάπολι να ειπούμε — ήταν δικός του. Το

Καστράκι στο ρίζωμα εκείνος το ώριζε· Ακόμη και τα εικοσιτέσσερα

μοναστήρια του Καβομαλιά επλήρωναν φόρο σ' εκείνον. Οι πύργοι του

ακόμη σώζονται σπαρμένοι εδώ κ' εκεί σε όλα τα κορφοβούνια, από

τον Αρχάγγελο ως τη Μονοβάσια, δόξα στ' όνομά του και ντροπή

στους δούλους του. Μα καμμιά φορά τα πλούτη και η δύναμις δεν

φέρνουν τη χαρά και την ανάπαυσι. Ο Μπέης και η Μπέησα είχαν

ακοίμητη οχιά τη λύπη που δεν αποχτούσαν ένα παιδί. Όσο εμετρούσε

το βιός εκείνος και το έβλεπεν αμέτρητο, τόσο εθλιβόταν που δεν

ήξευρε τον κληρονόμο του. Όσο έβλεπεν εκείνη τα ρούχα της,

σαμούρια και λαχούρια, τα ολόχρυσα στολίδια της, τόσο εστέναζε

που δεν είχε μια κόρη να τα χαρή και να τα ξανανιώση. Και όταν

βράδυ έσμιγαν οι δυο τους στην κρεβάτα πόσοι πόθοι και τι καϋμοί

σεμνοφτέρωτοι εγοργοπετούσαν γύρω στο πικραμένο το αντρόγυνο!

Τέλος θέλεις από τον θεό, θέλεις από τα μαγικά της Μπέησας

απόχτησαν ένα παιδί· — μια μπεοπούλα παρόμοια της Ηλιογέννητης.

Οι γονέοι της δεν είχαν πλέον πού να κρύψουν τη χαρά τους, πώς να

προφυλάξουν από κάθε κακό το ακριβό τους απόχτημα. Δεν επρόφτασε

να γίνη δέκα χρονών και άρχισαν τα προξενιά. Από τον Μωριά, από

τη Ρούμελη, την Έγριπο και την Αθήνα οι πλουσιώτεροι και

αντρειώτεροι μπέηδες και αγάδες, έστειλαν πλούσια κανίσκια ν'

αρραβωνιάσουν τη Γκιουλχανούμ. Αλλά ο Μπέης όταν αποφάσισε να την

παντρέψη δεν εύρεν άλλον καλήτερον από τον Μωσά Μπαρδούνια, τον

ξακουσμένον Μπέη των Μπαρδουνοχωριών. Μ' εκείνον την αρραβώνιασε.

Αχ! κακό μάτι επαράστεκε στη χαρά της άμοιρης. Δεν επέρασαν τρεις

ημέρες κ' έπεσε στο κρεβάτι χτυπημένη από κρυφή και άσχημη

αρρώστια. Τρέχουν αμέσως οι διαλαλητάδες ολούθε, σε Μωριά και

Ρούμελη, στα Δωδεκάνησα και τα Φραγγονήσα, στην Πόλη και τη

Βενετία διαλαλούν και λένε: — Όποιος γιατρός βρεθή και γιατρέψη

τη Μπεοπούλα του Φαρακλού να τον ντύση στο μάλαμα ο Μπέης ο

αφέντης της και στ' ασημάρματα ο Μωσά Μπαρδούνιας ο άντρας

της!...

Το ακούν και τρέχουν οι γιατροί με τα γιατροσόφια, οι γιάτρισες

με τα βότανα, οι δερβισάδες με τα ξώρκια και τους ψαλμούς, οι

παπάδες με τα τετραβάγγελα και τα θαυματουργά εικονίσματα. Μα όλα

τίποτα δεν ημπορούν να κάμουν στην πικρή αρρώστια της

πεντάμορφης. Λυώνει και σβύνει σαν τον ανθό στο ανθογιάλι του.

Πάνε τα κάλλη, πάνε και τ' αρώματα. Μέσα στο απόμερο δωμάτιο του

πύργου, το στρωμένο με χνουδωτούς τάπητες, στο απαλό

κρεβατοστρώσι απάνω, δράκοι παλαίβουν δυνατά η ψυχή και το σώμα

της. Τρομάζει εκείνο τη φθορά, τη μοναξιά του τάφου, των κοκκάλων

την ασχημιά και πάσχει να κρατήση τον θεόσταλτον εγγυητή. Μα

εκείνος βαργομισμένος από την ταπεινή φυλακή του ψηλώνει μάτια

στον γαλανόν αιθέρα και τ' άπλερα φτερά κουνεί και λαχτίζει το

σκεύος να το ρίξη από πάνω του. Κ' είνε μεγάλος ο αγώνας και

βαρύς ο κάματος! Κουφό κονταροχτύπημα πέφτει τετράδιπλο και

συγκλονεί την πλάσι και τρομάζει τη ζωή. Πώς έγιναν άξαφνα εχθροί

και μισητά βαρούν κ' εγωιστικά σπρώχνονται οι χθεσινοί σύντροφοι,

τα δύδιμα και τ' αχώριστα; Λέγει το σώμα τους άσβυστους καϋμούς,

τους πόθους τους απλήρωτους, την αδοκίμαστη χαρά· λέγει και

αναρρίχνεται στο στρώμα, ψηλαφά τα σεντόνια, σφίγγει με κερένια

δάχτυλα τα προσκέφαλα, πάσχοντας να σφίξη τον δραπέτη άγγελο.

Απάνω της σκυμμένοι, αχνοί και άλαλοι παραστέκουν οι γονέοι,

ανίκανοι να συνδράμουν την κόρη στο χαροπάλαιμα. Και δεν ακούεται

άλλο τίποτα, άλλο δεν κινείται και δεν κροτεί μέσα στο θλιμμένο

δωμάτιο παρά το ανάλαφρο αγγομαχητό της μπεοπούλας, σαν να είνε

το φτεροκόπημα της ψυχής.

Εκείνη την ώρα μπαίνει ένας και κράζει τον μπέη παράμερα:

Λόγια της Πλώρης: Θαλασσινά Διηγήματα · 第 6 / 15 段