— Καθώς μου βαρείς χορεύω, καπετάν Βασίλη. Τι θέλεις να σου

ειπώ; Μου μιλάς για παντρειά σαν να θέλης να σηκώσω ένα σακκί

στον ώμο. Καλά, το εσήκωσα· κ’ έπειτα; Να σου ξεμολογηθώ λοιπόν

σαν πατέρα μου· νέτα — σκέτα. Όρεξι δεν έχω να ζήσω πια· Δεν ξέρω

γιατί· μα δεν έχω. Γνωρίζεις πως εδούλεψα από τα μικρά μου

χρόνια. Όσο είχα εμπρός μου εκείνα τα κορίτσια ήθελα να ζήσω και

να δουλέψω. Όχι να ζήσω μα και τρομάρα είχα μήπως χάσω άξαφνα τη

ζωή και τ' αφήσω έρημα στο έλεος και την καταφρόνια του κόσμου.

Έκανα τη νύχτα ημέρα. Όσο στέκει τ' αλόγου η ουρά κ' εγώ

εστάθηκα. Σε πολλά η τύχη μου ήρθε κόντρα· κόντρα της εβγήκα κ'

εγώ με τα όλα μου. Δεν είχα σκοπό να πισωπατήσω μηδέ τρίχα.

Έμοιαζα μ' ένα γερό βαπόρι που έχει τους φούρνους αναμένους, τα

λεβέτια ζεστά, γεμάτον τον ατμό και δεν τολμά μηδέ κύμα μηδ’

άνεμος να του κόψη τον δρόμο. Ως τα προχθές που έλαβα το

τελευταίο γράμμα στην Πόλη. Μόλις εδιάβασα πως έγινε και της

Ρούσας ο γάμος ελύθηκαν ευθύς τα ήπατά μου. Θέλεις ήταν ανέλπιστη

χαρά, θέλεις το θέλημα Θεού, άμα ετελείωσα, κάτι ανάλαφρο και

κάτι ζεστό αισθάνθηκα να φεύγη από την καρδιά μου κ' έπεσα κάτω

αναίσθητος. Από τότε δεν έχω πλέον όρεξι για δουλειά· ούτε για

ζωή. Με φωνάζει ακαμάτη ο θείος μου κ' έχει δίκηο· το καταλαβαίνω

πως έχει δίκηο. Μα τι να κάνω: Ως εδώ ήταν η συρμή μου. Έσωσα πες

το κάρβουνό μου, έσβυσαν οι φωτιές, εκρύωσαν τα λεβέτια κ'

εστάθηκα. Και καλά που έφτασα ως εδώ! Φαντάσου αν έμενα καταμεσίς

του δρόμου ν' αφήσω την αδερφούλα μου παραπονεμένη!... Τόρα — ώρα

μου· δεν δίνω μια πεντάρα. Άσπρος άγγελος μονάχα και ας έρθη το

γρηγορώτερο.

Κ' εστύλωσε τα μάτια του πάλι στο κύμα με κάποια έκφρασι σιγαλού

πόθου, λέγεις κ' επερίμενεν απεκεί την απολύτρωσι. Κ' έλεγε τα

λόγια του τόσο μετρημένα, τόσο απαλά και με αρμονία τόση, που

επίστεψα πως ήθελε να γλυκονανουρίση και να πείση όχι εμένα αλλά

τον ίδιον εαυτό του. Το μελαχροινό πρόσωπο, τα μεγάλα θαλασσά

μάτια του, τα γενάκια του τα καστανά και τα σγουρά μαλλιά του

έδιναν τόση σοβαρότητα και ειλικρίνεια στα λόγια του που μ'

έπιανε σεβασμός. Δεν ετολμούσα να τον αντισκόψω. Τίποτε απάνω του

δεν έδειχνε την απελπισία, πιστόν καθρέφτη βασανισμένης ψυχής.

Όλα του ήρεμα σαν τη θάλασσα που μας εκρυφάκουε. Μόνον τα χείλη

του μια — δυο φορές εσπαρτάρισαν άξαφνα, λέγεις και φλόγα ο λόγος

έβγαινεν από τα φυλλοκάρδιά του.

Ετόλμησα τέλος κάτι να του ειπώ, να του αλλάξω τον νου.

— Μα παιδί μου!...

Αλλά μόλις άρχισα και βλέπω τον καπετάν Τραγούδα να πηδάη

ξαφνισμένος απάνω.

— Στα πόστα σας! προστάζει με άγρια φωνή. Βάλε το τιμόνι στη

μπάντα! — Άλα, μόλα γάμπια!... Μπούκα τουρκέτο!...

Τρέχουν οι ναύτες θεότρελοι απάνω — κάτω· χαρά λάμπει στα μάτια

τους! αστραπή τα χέρια εκτελούν τα προστάγματα. Άλλοι στα

μπράτσα, άλλοι στις σκότες, άλλοι στα στράλια. Το βάρυπνο ξύλο

εξύπνησεν ευθύς ψυχωμένη και αράθυμη Γοργόνα.

— Στη βάρκα σου, καπετάν Βασίλη, γυρίζει σε μένα· στη βάρκα σου

και μας σήκωσε. Το φαγί το φυλάω γι' άλλη φορά, σαν

ξανανταμωθούμε με το καλό.

Άνεμον ξαφνικά μας έβγαλε ο Καράμπαμπας. Εσφύριζεν άγριος και

ανατάραζε από άκρη σε άκρη τη θάλασσα. Τα ξύλα, τόσες ημέρες

ξένοιαστα, τ' άρπαξε στην τρελή του δύναμι και τα εσκόρπισε φτερά

σε όλο το πέλαγο. Άλλα έρριξε στην άμμο της Τρωάδας, άλλα έχωσε

στο λιμάνι της Τένεδος, άλλα εδιπλάρωσε στο Σίγκρι· άλλα εξώρισε

κάτω για το κανάλι της Μάλτας. Άλλο δρόμο είχαν αλλού τα έστειλε.

Έγινε, λέγεις η θυσία της Πολυξένης και ο ήρωας άφινε τα πλοία

στη διάκρισι της Αθηνάς, να τιμωρήση κ' εκείνη τον ιερόσυλον

Αίαντα.

Πηδάω στη βάρκα και τρέχω στο μπρίκι. Ο γραμματικός μου

εκατόρθωσε να κρατήση τον «Ταξιάρχη» κ' έπεσα μέσα. Σοβράνο ήρθα

στο μπαρκομπέστια του καπετάν Τραγούδα για να πιάσω τη γραμμή

μου. Αλλά βλέπω εκεί με μεγάλη ταραχή. Ναύτες έτρεχαν, βάρκες

έρριχναν στη θάλασσα, φωνές — κακό σαν να εβούλιαζεν άξαφνα το

πλεούμενο. Ο καπετάνιος ορθός στο κάσαρο, ξεσκούφωτος,

κατακόκκινος εβλαστημούσε κ έβριζε κινώντας τα χέρια σαν

φτερωτές.

Ορθοπλωρίζω δύσκολα και ρωτάω.

— Τ' είνε μωρέ; τι πάθατε; βοήθεια θέλτε;

— Ο Μανωλιός μας πνίγηκε!... ο Μανωλιός μας χάθηκε!...

θρηνολογεί ο καπετάν Τραγούδας.

Η καταστροφή έλυωσεν ευθύς το χιόνι της καρδιάς του... Κακόμοιρο

παιδί! Νερό επήγε να σύρη με τον κουβά, επαραπάτησε στο ξύλο,

έπεσε — πάει. Όσο και αν εγύρεψαν οι βάρκες πουθενά δεν τον

ηύραν. Το κύμα ζηλιάρικο τον εσφιχτόδεσε στην αγκαλιά του, για

πάντα τον εκράτησε. Τάχα έκαμε την υπόσχεσί του; Ποιος ξεύρει.

Ο βιοπαλαιστής όμως αναπαύθηκε.

Ο ΕΚΔΙΚΗΤΗΣ

Είμαστε άντρες εμείς· ό,τι και να ειπής, είμαστε άντρες! είπεν ο

υποναύκληρος, με τρανήν επισημότητα καθησμένος ανάμεσα στο

πλήρωμα. Έλληνας! σου λέγει ο άλλος· δεν είνε παίξε — γέλασε.

Έχουμε τα κακά μας — δεν λέγω τ' όχι· επήραμε δρόμο στραβό σαν το

κακοκυβερνημένο πλεούμενο· μα δεν είμαστε και για πέταμα. Και να

είμαστε για πέταμα δεν θα χαθούμε. Θέλουμε δεν θέλουμε θα

ζήσουμε. Θα ζήσουμε και θα θεριέψουμε και θα δοξασθούμε όπως και

πρώτα. Το σιδερόξυλο — σιδερόξυλο είνε όσο και αν το

κουτσουρέψης· όσο και αν του μαδήσης την κορφή, αν του ζεματίσης

τα φύλλα, αν του πριονίσης τα κλαδιά. Ο λέοντας — λέοντας λέγεται

όσο και αν του ψαλλιδίσης τη χαίτη, αν του κόψης την ουρά, αν του

βγάλης τα νύχια, αν του ξεριζώσης τα δόντια. Φτάνει το βρύχημά

του να σε ρίξη στα Τάρταρα. Το έχει το σκαρί μας ναι· το θέλει η

φύσις μας να είμαστε πάντα μεγάλοι. Όπου και αν γυρίσης σε

στεριές και θάλασσες, σε νότον και βοριά, σε ανατολή και δύσι θα

το ιδής γραμμένο. Και γραμμένο όχι με ανθρώπινο κοντύλι αλλά με

το ίδιο χέρι, το αόρατο και παντοδύναμο του Δημιουργού. Είμαστε

άντρες σου λέγω!

Να, κύταξ' εκεί· εκεί κάτω στην Ανατολή. Εκεί βγαίνει ο ήλιος·

ήλιος λαμπρός και ζωοπάροχος, ανέσπερος και αΐδιος — ο ήλιος του

Γένους μας. Όποιος δεν έχει μάτια εκείνος δεν βλέπει τη χαραυγή·

εθνική χαραυγή, πόθος και καϋμός αιώνων όλων — όχι κουραφέξαλα.

Κύταξε γύρω μας: Θάλασσα φουρτουνιασμένη, ουρανός κατασκότεινος,

στεριές σκουντουφλιασμένες, φορτωμένες δάκρυα και φαρμάκι —

πένθος άλυτον. Θεριά τα κύματα χτυπάνε το καράβι μας. Λύσσα και

χολή μας πολεμά. Το νερό ανήμερο δέρνει τη στεριά, την τρώγει,

την ξεσχίζει, την πετσοκόβει άπονα, όσο να κάμη τα πάντα θάλασσα

και ν' απλωθή αχόρταγος ρούφουλας στον παράνομον κόσμο.

Μα γύρισε κατά την Ηράκλεια, στον υγρόν κάμπον ανάμεσα. Καιρός

διαμάντι· ήλιος κατάργυρος· νερό τρισάγιο. Το μάτι του θεού εκεί

έπεσε. Έχεις αρρώστια; πήγαινε να γιατρευτής. Έχεις πονόματον;

άλειψε τα ματόφυλλά σου ν' αγναντέψης κόσμους. Είσαι κουφός; θ'

ακούσης αρμονίες· βερέμης είσαι; Διγενής έγινες. Η κολυμπίθρα του

Σιλωάμ εκεί βρίσκεται για μας. Κολυμπίθρα σωματική, κολυμπίθρα

ψυχική, εθνική πρώτ' απ' όλα. Είνε η Αγιατράπεζα, η Τράπεζα της

Άγιας Σοφίας, το προσκυνητάρι του Γένους μας.

*

Την άπαρτη Πόλη μας καταχτητού ποδάρι την επάτησε· — ποδάρι

Βενετσάνου. Ο τυφλός Δάνδολος με ξεμωραμένου επιθυμία, έκλεισε

στην άσαρκη αγκαλιά την άσπιλη παρθένα μας· εμάρανε τα ρόδα του

προσώπου της με το βδελυρό του χνώτο· ερρούφηξε το τρισάγιο αίμα

της με τα σαλιαριστά φιλήματά του. Εννιακοσίων χρόνων ένδοξη ζωή

την έσβυσεν αυτός μ' ένα του σφιχταγκάλιασμα. Ο Λάσκαρης,

φαρμακωμένης ώρας βασιλιάς, φεύγει μακριά συνεπαίρνοντας του

έθνους την ελπίδα, την αθάνατη σπορά που θα γυρίση πάλι μιαν

ημέρα θεριεμένος εκδικητής· Και ο καταχτητής, Φράγκοι και

Βενετσάνοι και Γερμανοί αδέσποτοι, σαν το αψύ πουλάρι που

τσαλαπατεί αναίσθητο με τα πέταλά του τ' αβρά λούλουδα, χύνονται

απάνω της βίας και αδικίας και φόνου αχόρταγοι. Με τον σταυρό

τους συντρίβουν τον σταυρό μας· με τη θρησκεία τους πελεκούν τη

θρησκεία μας. Γκρεμίζουν εκκλησιές, ποδοπατούν καλλιτεχνήματα,

μολύνουν αγιάσματα, αποτεφρώνουν πνευματικά αριστουργήματα. Και

σφάζουν γέροντες, ατιμάζουν παρθένες, πατούν αρχόντων μέγαρα,

ξαπλώνονται σε βασιλικά κλινάρια· νεκρούς γυμνώνουν ένδοξους,

ποδοκυλούνε στέμματα θαυμαστά. Στενάζει η Βασιλεύουσα· μυρολογά η

Σιών μας! Και ο Δάνδολος, γιος κουρσάρων δεν λησμονεί την τέχνη

των πατέρων του. Κουρσεύει τα βαρειά μας κειμήλια, και θέλει με

ξένα και αταίριαστα στολίδια να στολίση τη λιμνογέννητη πατρίδα

του.

Γαλέρες φεύγουν και γαλέρες έρχονται. Παίρνουν τον πλούτο μας τον

αδαπάνητο, τη δόξα μας την αβασίλευτη, τη λάμψι, τη σοφία, τα

ιερά μας. Η Βενετιά τα δέχεται περίχαρη, στολίζεται και καμαρώνει

σαν ξιπασμένη και άμυαλη τσιγγάνα. Ζώνεται το σπαθί του

Κωνσταντίνου μας το ευλογημένο, που έχει στο θηκάρι του τον

ουρανό με τ' άστρα, τη θάλασσα με τα καράβια, τη γη με τα κάστρα

της· — ιστορία χρυσόγλυπτη του απέραντου Κράτους μας. Παίρνει την

κολυμπίθρα την ιερή, που τόσοι εβαφτίσθηκαν πορφυρογέννητοι

γίγαντες και βαφτίζει μέσα των εμπόρων τα παιδιά. Με τις

χρυσόπορτες του Ναού μας στολίζει τον Άγιον Πέτρο της· στήνει

στους πύργους της το Ρωλόγι, θαύμα του κόσμου, με τους Μάγους που

χαιρετούν ταπεινοί του Χριστού μας τη Γέννησι· στήνει στις

πλατείες της τ' άλογα τ' ανεμοπόδαρα, ακράτητου λαού συμβολική

παράστασις.

Γαλέρες φεύγουν και γαλέρες έρχονται. Παίρνουν τα πλούτη μας τη

δόξα, τα ιερά μας. Αλλού τα πάνε στη Δύσι την τρισβάρβαρη, να

ημερώσουν κ' εκείνης τους λαούς, να δοξάσουν κ' εκείνης τα

χώματα.

Η Αγιατράπεζα όμως δεν ακολουθεί. Η πλάκα η πολύτιμη, που την

έστησεν ο Ιουστινιανός στη μέση του Ναού, λαμπρό ζαφείρι στη

χρυσή σφεντόνα του· η πλάκα που άκουσε τόσα Νικητήρια κ'

εθυσίασαν απάνω της τα πάναγνα χέρια του Φωτίου, δεν πάει να

κλεισθή σκλάβα στα επίβουλα τείχη, κάτω από τ' αρπαχτικά χέρια

του Ινοκεντίου. Όχι· δεν πάει. Εκεί θα μείνη στους τόπους της

τους ιερούς, κοντά στη σεβαστή κοιτίδα της. Άνοιξεν η καρίνα στα

δυο κ' εγλύστρισεν η Αγιατράπεζα μέσα στα νερά του Μαρμαρά. Ο

βούλκος έφυγεν από κοντά της όπως φεύγει η αμαρτία τον Σταυρό και

ο χρυσός άμμος εστρώθηκε κλίνη πάναγνη από κάτω της. Και του Θεού

το μάτι, του δικαιοκρίτη και παντοδύναμου, εστάθηκε απάνω της

προστατευτικό και άγρυπνο, όπως μάνας μάτι στην κούνια του

μονάκρυβου παιδιού της.

*

Και από τότε είν' εκεί καιρός διαμάντι, ήλιος κατάργυρος, νερό

τρισάγιο. Μύρον ανεβαίνει από τον βυθό και απλώνεται στο πρόσωπο

της θάλασσας περίγυρα και κάθεται χρίσμα σωματικό, χρίσμα ψυχικό,

εθνικό πρώτ' απ' όλα. Όπως από το άγιο Δισκοπότηρο βγαίνει αόρατη

η σωτηρία του χριστιανού, αόρατη θα βγη από μέσα εκεί και η δική

μας απολύτρωσις. Η χαραυγή του Γένους μας εκεί θ' ανατείλη. Ναι,

εκεί θ' ανατείλη. Προβαίνει ολοένα η Αγιατράπεζα και βούλεται να

πιάση τη στεριά. Αργά ή γρήγορα θα την πιάση τη στεριά. Και τότε

σε όλη την ελληνική γη από άκρη σε άκρη, από νότον και βοριά, από

ανατολή και δύσι, ζείδωρος ήλιος θα πυρώση τους δούλους, καμπάνα

θα σημάνη σε κάθε μιναρέ και τα τζαμιά θα ηχολογήσουν τη

χριστιανική, την εθνική μας λειτουργία. Και τότε πάλιν η

Χρυσόπορτα θα στολίση ελλήνων βασιλέων θριάμβους και τρόπαια.

Τότε θα πάρουμε και τα κουρσεμένα πίσω. Τα πλούτη μας, τις δόξες,

τα ιερά μας. Θα πάρουμε το σπαθί του Κωνσταντίνου και την

κολυμπίθρα του πορφυρογέννητου· τις πόρτες του Ναού μας, το

Ρωλόγι των Μάγων, τ' άλογα τ' αράθυμα. Και θα μείνη πάλι φτωχή

και ταπεινή ψαρούδισα η Βενετιά και η Πόλη μας θα γίνη αιώνων

καύχημα και στόλος της Οικουμένης, όπως πριν την μαράνη του

Βενετσάνου το προδοτικό αγκάλιασμα και το βάρβαρο ποδάρι του

Τούρκου.

Ναι· θα ζήσουμε και θα θεριέψουμε και θα δοξασθούμε πάλι. Είμαστε

άντρες εμείς· είμαστ' Έλληνες!...»

Και ορθός τόρα έρριξε τα μάτια φλογερά στις σκοτεινές στεριές,

σαν προφήτης του Ισραήλ υμνώντας την γη της Επαγγελίας ο

υποναύκληρος. Και δεν ήταν όχι ο ναύτης ο ταπεινός. Ήταν ο

Ελληνισμός ολόκορμος, με την ακλόνητη πίστι των παραδόσεων και

των θρύλων του.

ΟΙ ΣΦΟΥΓΓΑΡΑΔΕΣ

Ποτέ δεν την εζήλεψα την τέχνη του σφουγγαρά· ποτέ στη ζωή μου!

Αγάπησα το πρόσωπο της θάλασσας, τους κόρφους, τα νησιά, τους

θυμούς και τη γαλήνη της, μα τους θησαυρούς του βυθού της όχι·

ποτέ! Από μικρός αισθανόμουν ανίκητη αηδία και τρόμο παράξενο

εμπρός σε μια μηχανή. Δεν ξεύρω πώς μου εφαινόταν, δεν θυμούμαι

πώς την επαρόμοιαζα, όχι όμως ποτέ με πλεούμενο, ευχή του θεού

και καμάρι της θάλασσας. Κάτι επίβουλο και κάτι βδελυρό, του

Σατανά χειροτέχνημα εφάνταζε πάντα στα μάτια μου. Όταν κάθε

χρόνο, την εβδομάδα του Θωμά το νησί μας εβούρκωνε από το δειλό

καρδιοχτύπι μανάδων και στεφανωτικών, αντήχαε από το επικούρειο

γλέντι των βουτηχτάδων, εγώ δεν έβλεπα εμπρός μου παρά Λάμια τη

Μπαρμπαριά, να στρώνη τα κρυσταλλένια κρεβάτια της για να

πλαγιάση αξύπνητα εκείνους που ζηλεύουν τα πλούτη της. Και όταν

πάλι το φθινόπωρο έβγαιναν όλοι στο ακρωτήρι να χαιρετήσουν την

επιστροφή τους, εγώ με πικρή περιέργεια έτρεχα να μετρήσω πόσοι

εγύριζαν παράλυτοι, κουρέλια πλέον άχρηστα της ζωής και πόσοι

απόμειναν στο Ασπρονήσι των αράπηδων βρώσι και μπαίγνιο.

Μια χρονιά όμως λίγο έλειψε να τους ακολουθήσω κ' εγώ. Οι

συνομήλικοί μου επήγαν όλοι κ' επήραν προκαταβολή από τον γέρο

Μορφονιό τον μεγαλέμπορο. Επήραν τα λεφτά και με ρητή συμφωνία να

τους κατεβάση με τα παιγνίδια στο καράβι όταν θα έφευγαν. Μ'

εμέθυσεν η κακή παρακίνησι κ' επήγα μαζί τους. Ο μεγαλέμπορος μου

εμέτρησε δύο «άγκουρες» κ' έναν «παπού»· μου έδωκε ακόμη και «νι

φεούκ» για τρατάρισμα. Όλα μαζί χίλιες εκατόν εικοσιπέντε

δραχμές. Δεν επήγα όμως να τα ξοδέψω στην ταβέρνα.

— Να μάνα, της λέγω· σου φερα τα πλάτικα. Μεθαύριο μισεύω με

τους σφουγγαράδες.

— Φεύγεις με τους σφουγγαράδες! λέγει εκείνη αποσβολωμένη. Δεν

πας καλήτερα να πέσης στο Μαντράκι! Γλήγορα να δώσης πίσω τα

λεφτά. Ευκή και κατάρα μου άφηκεν ο συχωρεμένος ο πατέρας σου,

σφουγγαράς να μη γένη κανείς από τη γενιά του.

— Ευκή και κατάρα!

— Ναι· τρέξε γλήγορα να δώσης πίσω τα πλάτικα.

— Μωρέ μάνα, δε βλέπεις που δε βρίσω δουλειά. Πώς θα ζήσουμε

όλον τον καιρό; Τι θα φάμε;

— Τίποτα να μη φάμε· τίποτα! Να ψωφήσουμε στην ψάθα! Ο πατέρας

σου το είπε ρητά: Κάλλιο ζητιάνος παρά σφουγγαράς!

Την άκουσα τη μάνα μου· έδωκα πίσω την προκαταβολή. Όχι τάχα πως

ήμουν και τόσον υπάκουος. Αλλά η φυσική αντιπάθεια που έτρεφα

στην τέχνη εξύπνησε πάλι μέσα μου μεγαλοδύναμη με τον πρώτο λόγο

της γριάς μου. Δεν ημπορούσα όμως και να εξηγήσω τη σύμπτωσι που

έδενε το θέλημα του πατέρα μου τόσο σφιχτά με το αίσθημά μου. Τι

διάβολο! κληρονομιά το είχαμε πάππου προς πάππου. Εγώ εγνώριζα

πως ο πάππος μου ήταν ο καλήτερος βουτηχτής του καιρού του και

συχνά έβγαινε στην άμιλλα με τους Καλιμνιώτες. Και ο πατέρας μου

ήξευρα πως έκανε την ίδια τέχνη ως τη χρονιά που εχάθηκεν ο

αδερφός του.

— Δε μου λες μάνα· της λέγω το βράδυ που εγύρισα πίσω στο σπίτι,

θυμωμένος από τα πειράγματα των συντρόφων μου. Γιατί ο πατέρας

μου άφησε τέτοια εντολή στα παιδιά του;

— Να σου ειπώ, απάντησεν η γριά πρόθυμη· να σου ειπώ αμέσως. Και

τήραξε να το φυλάξης κληρονομιά πολύτιμη στον νου σου. Εγώ δεν θα

είμαι πάντα δίπλα σου όπως σήμερα να σ' εμποδίζω. Μα τη χειρότερη

δυστυχία να βρης σφουγγαράς να μη γένης. Εσύ δεν τους επρόφτασες

τους Ραφαλιάδες, της Ύδρας δυο στοιχεία, και δυο λαχτάρες της

θάλασσας. Και όμως ο μικρότερος από αυτούς, ο Πέτρος Ραφαλιάς

ήταν πατέρας σου· και ο μεγαλείτερος ο Νικολός, ήταν

αρραβωνιαστικός μου. Θα ειπής πώς γίνεται; Να που έγινε. Οι δύο

μαζί μεγαλόκορμοι, χεροδύναμοι, άτρομοι, ελέγονταν οι καλήτεροι

βουτυχτάδες του νησιού μας. Καθένας έμπορος διπλή — τριπλή τους

έδινε την προκαταβολή για να τους πάρη στη δούλεψή του. Αυτοί

όμως είχαν πάντα τον Καλέμη και δεν τον άλλαζαν ποτέ. Μα εκείνη

τη χρονιά η αμαρτία το έφερε να χωρίσουν. Ο πατέρας σου εμπήκε σε

μια Αιγινήτικη μηχανή. Ο αρραβωνιαστικός μου έμεινε με τον

Καλέμη. Μόλις επήρε την προκαταβολή έτρεξε κοντά μου.

— Πάρτα, Χρυσούλα, μου λέγει και φύλαξέ τα κόμπο. Αν γυρίσω πίσω

να κάνουμε το γάμο και ν' ανοίξουμε το σπίτι. Αν με κρατήση άντρα

της η Μπαρμπαριά, κάμε τα προικιά να τα χαρής με άλλον

τυχερώτερον και καλήτερό μου.

Είδες τι γίνεται όταν μισεύουν τα σφουγγαράδικα. Έτσι και

καλήτερα εγινόταν στον καιρό μας. Όλο το νησί έτρεχε στο ακρωτήρι

να τους κατευοδώση. Τρομπόνια, καμπάνες, βιολιά, τραγούδια

επλάνταζαν τον άστατον αέρα περίγυρα. Γλέντι μαζί και σύγκρυο.

Άλλος κανένας χωρισμός δεν αναγκάζει τόσο την καρδιά να δείχνεται

χαιράμενη ενώ λυώνει από το φαρμάκι της. Πού να τολμήσης να

κλάψης!

Έφτασαν τέλος στη Βεγγάζη. Έφτασαν δυο, έφτασαν πέντε, δέκα —

είκοσι πλεούμενα, παντοπωλεία τα ντεπόζιτα. Έφτασαν κ' έρριξαν

κάτω σαν παιδιά τους τις μηχανές, δυο και τέσσερες το καθένα. Η

έρμη θάλασσα της Αφρικής αντήχησε πάλιν από γέλοια και τραγούδια·

οι κόρφοι της θερμοί ανοίχτηκαν ν' αγκαλιάσουν πάλι τη λεβεντιά

της Ύδρας, της Αίγινας, του Πόρου και της Κάλυμνος. Πάσα ημέρα με

την κονταυγή τα πανάκια κρίνα εφύτρωναν στη γαλανή απλωσιά

τριάντα μίλια, σαράντα, πέρα στο πέλαγο και άρχιζε το κινδυνεμένο

έργο του σφουγγαρά. Ένας ανέβαινεν, άλλος εκατέβαινε. Εκατέβαινε

φτωχός και ανέβαινε πλούσιος. Ο πατέρας σου όμως το ίδιο. Ήταν ο

ατυχώτερος εκείνη τη χρονιά. Μόλις έφτανε κάτω, έφευγε νομίζεις

το σφουγγάρι από τα μάτια του. Εκαθόταν ώρες, έφερνε γύρα παντού,

εψαχούλευε και τα θαλάμια ακόμη ως που τον ανέβαζαν με τη βία. Με

όλη του όμως την επιμονή δεν εκατόρθωνε να ρίξη στο δίχτυ παρά

καμμιά κιμούχα, κανένα σφόγγο. Πού και πού ν' ανεβάση και κανένα

μελάτι. Επείσμωνε τότε ο μηχανικός και άρχιζε το βρισολούσι:

— Αμ και στον Περαία να βούταγες, καϋμένε, κάτι περσότερο θα

έβγαζες. Ή μήπως είδες το ψάρι κ' εβιάστηκες ν' ανεβής. Μωρέ το

παληκάρι της φακής!

Ο Ραφαλιάς εφουρκιζόταν στα λόγια του· αλλά και τι να κάμη; Οι

μηχανικοί όλοι τους είνε μια πάστα. Όταν θέλουν να ναυτολογήσουν

τάζουν λαγούς με πετραχήλια· γλυκομιλούν, περιποιούνται, δίνουν

παράδες, κεράσματα· Όσο να τους ξεγελάσουν. Μια και τους έβαλαν

στο καΐκι αλλάζουν αμέσως πρόσωπο και κουβέντα. Είνε αφέντες κι'

είσαι δούλος τους. Ο Πέτρος Πίπιζας όμως, ο μηχανικός του πατέρα

σου είχε και δίκηο περισσότερο. Δυο του βουτηχτάδες είχαν πάθει

στο βούτημα. Τρεις λαμνοκώποι ήσαν άχρηστοι πλέον από τις πληγές

των αράπηδων. Η φύσις είτε η τύχη, λέγεις για ισοζύγισμα έφερεν

έτσι τα πράγματα ώστε την εποχή που κατεβαίνουν οι ναύτες μας

εκεί, να κατεβαίνουν και οι αράπηδες από τα χειμαδιά τους. Η

θάλασσα γεμίζει άρμενα · γεμίζει και η στεριά κουδούνια,

γκλίτσες, πρόβατα και καλύβες. Ναύτες ηλιοκαμένοι εδώ·

τσοπαναρέοι εκεί χαλκοπρόσωποι. Ο πατριάρχης τους ασπροφλόκατος,

αρματοζωσμένος, με το καριοφύλλι στον ώμο και το τσιμπούκι στο

χέρι, κάθεται σταυροπόδι στον άμμο και δεν αφίνει να γεμίση

νεροβάρελο αν δεν πληρωθή πρώτα.

— Μπισμάτ!.. μπισμάτ!.. φωνάζει αγριόθυμος, ζητώντας με

λιμασμένα μάτια ψωμί από τους ναύτες μας.

Πόσα και πόσα δεν γίνονται για το νερό εκεί κάτω! Πολλές φορές

άνοιξε πόλεμος για τη στάλα κ' έρχονται οι καπετάνοι με τις

βάρκες να κυριέψουν την πηγή και τρέχουν από τη στεριά οι

ασπροφλόκατοι, παίζοντας τα γιαταγάνια και χτυπώντας τα

σκουροντούφεκα για να τους ρίξουν πάλι στη θάλασσα. Όχι μια όχι

δυο μα δεκαείκοσι φορές τον χρόνο, βλέπεις το αγνό νερό να

στολίζεται με το αίμα των παιδιών μας και την πύρινη αμμουδιά να

δαγκώνεται από τα κεφάλια των αράπηδων και το ακρογιάλι

αναστατωμένο από πατήματα και άρματα σπασμένα και νεκρά κορμιά,

σαν να επάλαιψαν γίγαντες εκεί. Έτσι έγινε και φέτος και πολλοί

καπετάνοι έκλαιαν τους ναύτες τους. Τους ναύτες όχι· μήπως

εκείνοι τους εγέννησαν; Έκλαιαν τα χέρια που ήσαν ανίκανα να τους

αποδώσουν δουλεύοντας την προκαταβολή. Τα χαμένα χρήματά τους

έκλαιαν. Και τα περισσότερα είχε χαμένα ο Πέτρος Πίπιζας. Κάπου

δεκαπέντε χιλιάδες δραχμές. Άφες τη ζημία· δεν είχε και ανθρώπους

αρκετούς να κάμη τη δουλειά του. Πού να τους εύρη εκεί κάτω;

Εφρόντιζε με το συχνοβούτημα των ζωντανών ν' αναπληρώση τους

νεκρούς. Δος του λοιπόν βουτιά στη βουτιά. Ατμός η μηχανή. Κ'

έτσι όμως δεν έμενεν ευχαριστημένος· όλο γρίνια και φωνές:

— Διαβολόσπορε!... Δούλευε το σταυρό σου! . . .

Μέσα το θεό σου κεραταΐμ — κερατά! Αμή!... τις άγκουρες ήξερες να

τις πετάς σαν χαλίκια, στους βιολιτζήδες!

Ο πατέρας σου έρριχνε το κεφάλι κάτω και δεν έβγαζε μιλιά. Ήρθε

κ' εγάτιασε από το κακό του. Ούτε τραγούδι πλέον ούτε γέλοιο.

Σκέψι μόνον και θυμό. Πρώτη φορά ο Ραφαλιάς άκουε στ' όνομά του

τέτοια γλώσσα.

— Τ' έχεις μωρέ αδερφέ κ' έγινες έτσι; τον ερωτά μια Κυριακή που

έσμιξαν ο δικός μου Μπα κ' έμαθες κακό χαμπέρι από το σπίτι; Μην

πέθανε η μάνα μας; μην αρρώστησε η Χρυσούλα;

— Τι να σου ειπώ, του απάντησε πικραμένος εκείνος· δεν μπορείς

να φαντασθής το κακό μου. Διάργυρος γίνεται το σφουγγάρι μπροστά

μου. Άσε τα λόγια του μηχανικού άσε και τη ζημία. Μα τώχω για

προσβολή. Ακούς ο Γρίτης ψεσινό παιδί και να βγαίνη με το δίχτυ

γεμάτο πάσα φορά. Και τι; όλο μελάτι. Κ' εγώ που γέρασα στην

τέχνη να μη μπορώ να πιάσω εκατό δράμια! Μα το σταυρό· θα κατεβώ

καμμιά ώρα κ' εκεί θα μείνω από το κακό μου!

— Σώπα, καϋμένε· του είπεν ο άφτουρος γελώντας. Έτσι είνε το

σφουγγάρι· θέλει τύχη.

— Μα τι τύχη και ξετύχη! Βλέπεις πολλές φορές γυρίζω απάνου —

κάτου και δεν βρίσκω τίποτα. Και άξαφνα εκεί που ξεχωρίζω κανένα,

και ρίχνομαι σαν πεινασμένος σκύλος να τ' αδράξω χαπ! και άλλος

μου τ' αρπάζει.

— Τ' αρπάζει άλλος!

— Ναι· ώστε να σκύψω άλλος φανερώνεται, λες και τον ξερνά το

κύμα και το παίρνει από τα χέρια μου.

— Και τον αφίνεις;

— Τον αφίνω. Μα τι να κάμω; Αφού το χουφτώνει πρώτος!

— Ωχ αδερφέ! δε μου λες έτσι παρακάθεσαι και μου κλαις την τύχη

σου!... Τι σου φταί' η τύχη σαν δεν είσαι άξιος να ζήσης;

— Μα τι, καυγά να πιάσω;

— Καυγά βέβαια! Ναρθή άλλος να πάρη το δικό μου το ηύραμε και δε

θα πιάσω καυγά! Μωρέ θα χυθώ απάνω του σαν το ψάρι. Τάχα γιατί

κινδυνεύω εκεί κάτω· για γλέντι;

— Μα πώς θα μαλώσης· επίμενε δειλά ο πατέρας σου· η θάλασσα είνε

για όλους.

— Δεν ξέρω 'γω για όλους για ξόλους· Είμ' εγώ εδώ· είνε δικό μου

το λειβάδι. Άμα φύγω, ας έρθη άλλος να κάμη ό,τι θέλει.

— Μα πώς;

— Πάψε πια! τον έκοψεν ανυπόμονος ο Νικολός· δεν έχεις δίκηο·

δεν σου φταίει η τύχη, μόνος σου φταις. Θα πάρης στο λαιμό σου

τον κακομοίρη τον Πίπιζα!...

Έφυγε ξαναμένος ο πατέρας σου από κοντά του. Και όλη τη νύχτα δεν

ημπόρεσε να κλείση μάτι. Τα λόγια του αδερφού ηύραν χωράφι γόνιμο

την αράθυμη ψυχή του κ' εβλάστησαν κλαδιά και παρακλάδια επίφοβα.

Δεν έβλεπε την ώρα να βάλη σε πράξι τις συμβουλές του. Μέσα στον

ανήσυχον ύπνο του είδε πολλές φορές πως ήταν κάτω στον βυθό κ'

επάλαιβε κ' εκονταροχτυπιόταν για ένα ψύχαλο σφουγγαριού.

Ετσάκιζε πλευρά, κεφάλια έσπανε, ζεστά και αχνισμένα σωθικά

εξέσχιζε λουρίδες με τα δόντια του· αίμα έπινε κ' εμάσα σηκότια

ανθρώπινα σαν δράκος. Και όλα για το τιποτένιο ψύχουλο. Το

άδραχνε τέλος νικητής στα χέρια του, έβγαινε απάνω γελαστός και

το έδινε στον καπετάνιο, ελπίζοντας ν' ακούση τον γλυκό λόγο του

κ' έναν έπαινο. Μα εκείνος σκυθρωπός, κρύος τον εδεχόταν σαν ν'

αναγνώριζε τίποτα το κατόρθωμά του και δεν έβγαζεν από τα χείλη

του παρά χολή το βρισίδι:

— Κεραταΐμ — κερατά!

Κ' εκείνος απελπισμένος ερριχνόταν πάλι στον βυθό και άρχιζε νέο

ψαχούλεμα, έπιανε αγώνα νέον, έβλεπε πάλιν αίματα και κρεάτων

ξεσκλήδια και πτώματα γύρω του.

Τέλος έφεξεν η αυγή και τα επρύμισε πάλι για το πέλαγο, η μηχανή

του Πίπιζα. Ο Γρίτης από τα χθες είχεν ιδεί μια θέσι γεμάτη από

μελάτι· καθαρό μελάτι· λειβάδι ατρύγητο. Το είπε κρυφά του

μηχανικού κ' εκείνος εδιάταξε να τραβήξουν ανοιχτά, για να

πλανέψουν τις άλλες που ερχόνταν κατόπιν τους. Ανοίχθηκαν κάπου

εξήντα μίλια. Οι άλλοι που τους έβλεπαν άρχισαν να υποψιάζονται.

Μωρέ κάτι σχοινί θα μας πλέξη το Αιγινήτικο κουρούπι· έλεγαν. Ως

τόσο έρριξαν μια με την άλλη τους βουτηχτάδες τους οι μηχανές και

άρχισε στα γεμάτα το ψάρεμα. Παρατιμονιά τότε ο μηχανικός κ'

ευρέθηκε πάλι το καΐκι στα νερά του.

— Έλα Ραφαλιά, ετοιμάσου· λέγει του πατέρα σου στα σοβαρά. Σε

φέρνω σε βλισίδι. Αν δεν βγάλης και τόρα το δίχτυ γεμάτο, καλά θα

κάμης να ταχτής καλόγηρος. Μη ντροπιάζεις άδικα τ' όνομά σου.

Εκείνη την ώρα επέρασε δίπλα και η μηχανή του Καλέμη με τον δικό

μου. Κ' εκείνος εκαθόταν στην κουπαστή λαστιχοντυμένος κ'

εσφόγγιζε με το μαντήλι το πρόσωπό του για να φορέση την

περικεφαλαία.

— Τον νου σου Πέτρο! εφώναξε γελώντας καθώς είδε τον πατέρα σου.

Άσε την τύχη να κάνη τη ρόκα της και θυμού τα λόγια μου. Σφυρί

στ' αμώνι! σφυρί στ' αμώνι!...

Εκείνος δεν είπε τίποτα. Δεν ήθελε πλέον συμβουλές. Το επήρε

απόφασι. Όχι μόνον σφυρί στ' αμώνι αλλά και μαχαίρι στην καρδιά!

Έπαψαν τόρα οι δισταγμοί. Δεν θα καταντήση αυτός ανάμπαιγμα μέσα

στους σφουγγαράδες!

Λόγια της Πλώρης: Θαλασσινά Διηγήματα · 第 5 / 15 段