Είδα κ' έπαθα ώστε να τον ησυχάσω. Τέλος επήρε να νυχτώνη και

κακά σημάδια άρχισε να δείχνη ο καιρός. Ο ήλιος εβασίλεψε

μαραμένος πίσω από τη Σίφνο. Τα ουρανοθέμελα εσκούραναν και οι

χαμηλές στεριές άσπρισαν γύρω σαν κιμωλία. Της Τήνου το βουνό

έβαλε τη σκούφια του και ο Τσικνιάς εσκοτείνιασε. Ασυνείθιστη

κίνησις άρχισε στις Δήλες σαν σε μερμηγκοφωλιά κατά τα

πρωτοβρόχια. Στο πόδι θαλασσινοί! Άλλοι στα σχοινιά, άλλοι στις

άγκυρες, άλλοι στις βάρκες, άλλοι στα κατάρτια! Χέρια, πόδια,

νύχια, δόντια σε κίνησι! Ένα καράβι εδώ εμάζωνε την άγκυρα·

παρέκει άλλο έρριχνε και τη σπεράντσα· άλλο εκατέβαζε τις

σταύρωσες· εδώ έπαιρναν πρυμόσχοινα, εκεί τα βαπόρια εκάπνιζαν.

Επλάκωνε νομίζεις, επίβουλος εχθρός και καθένας ετοιμαζόταν να

τον αντικρούση με όλα του τα σύνεργα.

Και αλήθεια σε λίγο επλάκωσεν ο εχθρός. Μαύρος, θεοσκότεινος,

επέταξεν από τον Τσικνιά ο χιονιάς με άγριες φωνές και

φτεροκοπήματα κ' έκαμε το λιμάνι μαλλιά — κουβάρια. Εκεί ν'

ακούσης τη σαλαλοή και τον θρήνο. Σίδερα εβροντούσαν, ξύλα

ετρίζανε, φωνές αντηχούσαν και αλυχτήματα. Έκανες εδώ· τοίχος

έπεφτε κ' εγκρεμιζόταν. Άκουες εκεί· λεύκες έγερναν ξεριζωμένες.

Εδώ ετριζοβόλουν οξυές θεόρατες, εκεί εβροντούσαν χιλιόχρονες

βελανιδιές, δεξιά εχούγιαζαν πεύκα φουντωτά, αριστερά εστέναζαν

λυγερά κυπαρίσσα! Ένα Μυκωνιάτικο καράβι φορτωμένο ξυλεία και

αρραγμένο κατάμπροστα, επετούσε τα σανίδια σαν πούπουλα κ'

εσκέπασε τη θάλασσα ως πέρα στο νησί! Ένα τσερνίκι Σμυρνέικο

κάρβουνα φορτωμένο, το άδειασε τέλεια. Μία σφουγγαράδικη μηχανή

την έγδυσε σαν να την επάτησαν κουρσάροι. Τα βαπόρια επήραν τις

άγκυρές τους και αγριοσφυρίζοντας ερρίχθηκαν στραβά επάνω στα

πλεούμενα σαν πληγωμένο λεοντάρι, που με βρυχισμούς ρίχνεται να

σπάση τη γραμμή των κυνηγών του και κατασυντρίβει ό,τι εύρη στον

δρόμο του. Εμείς τυχερό και είμαστε στην άκρη κ’ εύκολα αμολώντας

την άγκυρα εβγήκαμε πέρα, κάτω από τις Μικρές Δήλες.

Όλη τη νύχτα εβάσταξε ο θρήνος. Και όταν έφεξε η ημέρα είδα το

κακό που έγινε. Άλλα καράβια ήσαν μισοσπασμένα, άλλα γδυμνά από

ξάρτια· ένα εδώ είχε τη μισή πρύμη φαγωμένη· άλλο εκεί ήταν δίχως

μπαστούνι και φλόκους. Το Βασιλικό έγερνε κ' εκρατούσε καρφωμένο

στην άγκυρά του ένα Σαμιώτικο τρεχαντήρι. Δεν ξεύρω πώς επήγα

στην πρύμη και βλέπω τον καπετάν Μπισμάνη γονατιστόν πίσω στο

τιμόνι να κλαίη και να μύρεται σαν γυναίκα.

— Τ' έχεις, καπετάνιε, τ' έπαθες; τον ρωτάω.

— Αχ, μωρέ παιδί! λέγει στενάζοντας· μ' οργίστηκε ο Θεός!... Ο

κακομοίρης εχάθηκε, φτωχός άνθρωπος!...

Γυρίζω κατά τα Κοκκινάδια. Ο «Σωτήρας» μαδέρια ευρισκόταν απάνω

στις πέτρες και κοντά οι ναύτες του, βρεμένοι ως το κόκκαλο,

ετουρτούριζαν γύρω στη φωτιά. Και ακόμη κοντά ο καπετάνιος του,

αναμαλλιασμένος και αγριομάτης εκύταζε τα ναυάγια σαν να εκύταζε

των παιδιών του τα σκέλεθρα. Μωρέ μονοβδόμαδα έκαμε — έλαβε! Το

ετίναξε απάνω του σαν αστραπόβολο! Αλήθεια ελυπήθηκα κ' εγώ το

μπάρκο. Μα η θάλασσα έδειξε τη δικαιοσύνη της!...»

Ο Μπάρμπα — Καληώρας εσιώπησε τέλος. Αλλά το πλήρωμα έμεινεν εκεί

άφωνο για πολλή ώρα. Δεν εσυλλογιζόταν κανείς τον κίνδυνο του

Σπετσιώτικου μπάρκου, ούτε το φριχτό δράμα της Μαύρης θάλασσας

και τη λύσσα των στοιχείων, ούτε τις παληκαριές κ'

αισθηματολογίες του γεροναυτικού. Ποιος ολίγο ποιος πολύ τα έχουν

όλοι περάσει, όλοι τα έχουν αισθανθή. Η ζωή των ναυτικών είνε

ίδια και απαράλλαχτη: Κίνδυνοι στη θάλασσα, παλικαριές και αγάπες

στη στεριά. Ό,τι τους έκαμεν εντύπωσι ήταν το πάθημα του

«Σωτήρα». Καθένας είχεν εμπρός του ολοφάνερο το εκδικητικό κύμα,

που καταπιασμένο ψιλά στα ομιχλωμένα και άξενα μέρη της Μαύρης

θάλασσας, εκατέβαινεν όλο φουσκώνοντας και όλο βογγώντας ως τα

ήμερα ακρογιάλια της Ελλάδας για να τιμωρήση την προδοσία.

Καθένας εφανταζόταν τη θεϊκή κατάρα, μαύρο πουλί ν' ακολουθή από

ψηλά το καράβι και τέλος να του ρίχνεται, να το μαδά και να το

πετσοκόβη με φριχτή ασπλαχνιά. Κ' έλεγε καθένας τη θάλασσα, που

τόσους και τόσους θάφτει καθημερινά στα κύματά της, άγρυπνη να

επιβλέπη τους νόμους των ναυτικών. Τρόμος και φρίκη τους είχε

κυριέψει, σαν να την αισθάνονταν έτοιμη να ξεσπάση και εναντίον

τους, αν ποτέ εφέρνονταν όπως ο καπετάνιος εκείνος. Και όταν

ακούστηκε η καμπάνα της βάρκας, εσηκώθηκε καθένας κ' επήγε να

πιάση τη δουλειά του, δίχως χωρατά και πειράγματα όπως άλλοτε.

Μόνον ο Κώστας ο θερμαστής, πάντα ίδιος, ηθέλησε πάλι να κεντήση

τον γέροντα:

— Έλα, πες μας Μπάρμπα — Καληώρα, πόσες φορές ναυάγησες;

Μα ο υποναύκληρος τόρα με την παλαιά του συνήθεια, εσηκώθηκε

Ποσειδώνιος και αλύγιστος, τα μάτια του εσπιθοβόλησαν από θυμούς

και φοβερίσματα και με την αρβανίτικη προφορά του κομματιαστή και

βαρειά και συρμένη εγύρισε και είπε:

— Μωρέ, άιντε πορ!.. Εσείς να πάτε να βυζάχτε γάλα κ' ύστερα

ναρθήτε να μιλήστε μεταμένα. Αμή!... τον καιρό που εγώ αρμένιζα

τα πέλαγα εσείς δεν ήστε μουδέ σπόρος στ' αχαμνά του πατέρα

σας!...

ΤΟ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟ

Γεροντομπασμένος ο βασιλιάς του Λιβόρνου δεν έχει πλέον όρεξι για

τιμές, δεν έχει χέρι για σκήπτρο. Σάρακας τα χρόνια τον έρριξαν

στα γηρατειά· τα γηρατειά σαπίλα ενέκρωσαν τις φιλοδοξίες. Χιόνι

βρέχει στον Όλυμπο! Άσπρα κάτασπρα τα μαλλιά του κεφαλιού,

τρεμάμενα τα πόδια, στείρα ταφόπλακα η καρδιά. Η νέα ζωή

πολυθόρυβη, μεγαλοφάνταστη, αντρειωμένη σκορπά τριγύρω του,

φεύγει και χάνεται σαν γάργαρο νερό που τρέχει κάτω από ρουπάκι

κατάξερο. Πώς να την αισθανθή και πού να την ακολουθήση;

Αδύνατον! Κράζει τον γιο του μονάκριβο βλαστό, παρακαλεί και

λέγει του με σβυσμένη φωνή, με θολωμένα μάτια:

— Καλέ μου και χρυσέ μου έλα και πάρε τα. Ντύσου χλαμύδα το

σιδεροπουκάμισο· βάλε το Στέμμα στεφάνι αγκαθερό· κράτει το

Σκήπτρο κεντρί του έθνους σου, δέσποζε και κυβέρνα. Κυβέρνα σαν

πατέρας και σαν βασιλιάς.

Το βασιλόπουλο πεισματικά του απαντά:

— Πατέρα σε ονομάζω και βασιλιά σε προσκυνώ. Δεν θέλω τίποτα·

δεν πιάνω τίποτα. Κακότροπη Γοργόνα στέκεται δίπλα σου. Βασίλειο

δεν ορίζεις· λαό δεν κυβερνάς. Ή τη Γοργόνα διώχνω ή εγώ χάνομαι.

Και παίρνει μια μπρατσέρα με κόκκινο πανί, καλά την αρματώνει,

βγαίνει στο πέλαγο. Δεν έχει χάρι μόνον την παληκαριά μα σμίγει

και τη γνώσι το βασιλόπουλο. Δεν παίρνει μόνον άρματα φονικά,

δοξάρια και σαγίτες, σπαθιά και απελατίκια· μα και τροφές, βρώσι

και πόσι για ξεγέλασμα. Παίρνει κρέατα — βόδια ολάκερα· παίρνει

ψωμιά — φούρνους αδαπάνητους· παίρνει κρασιά — βαρέλια

χιλιοστέφανα. Και βάνει πλώρη ίσα κατά το νησί.

— Ή σώνω το λαό μου ή εγώ χάνομαι· λέγει αποφασιστικά.

Γοργόνα την λέγουν οι ναύτες αλλά μοιάζει με σαλαμάντρα.

Σαλαμάντρα κυματιστή, ολογάλαζη, πέτρινο ξερονήσι ανάμεσα στα

διάφανα νερά του Λιβόρνου. Εκεί απάνω έμεναν οι αράπηδες,

τέσσεροι αράπηδες αιμοβόροι και απάνθρωποι, στοιχειά του κόσμου,

τρόμος των θαλασσινών. Ένας πατέρας ήταν, δύο του παιδιά κ' ένας

ανεψιός. Σκληρός ο πατέρας, άκαρδα τα παιδιά, ο ανεψιός

θεριόψυχος. Ούτε νόμο είχαν ούτε θεό. Μόνον μία τράτα

καλαρματωμένη και γοργοκίνητη. Εκάθονταν εκεί κ' επαραμόνευαν

νυχτόημερα τα πέλαγα. Και μόλις έβλεπαν κακότυχο πλεούμενο ν'

αρμενίζη κοντά τους, όλοι μέσα στην τράτα και απάνω του. Ποιος

ημπορούσε να γλυτώση; Ποιος ετολμούσε ν' αντισταθή; Εκούρσευαν το

πράγμα, έτρωγαν τους ανθρώπους, εβύθιζαν τα πλεούμενα. Λάμιες της

θαλάσσης κακόγνωμες.

Πολλά παληκάρια εκίνησαν κ' επήγαν να τους πολεμήσουν πολλά

βασιλόπουλα ηθέλησαν να δοξασθούν με τον θάνατό τους. Μα όσοι και

αν επήγαν κανείς δεν επρόφθασε να μετανοήση για το κίνημά του. Το

άχαρο νησί σαν να ήταν δασοφυτρωμένο με το λησμοβότανο, τους

εκοίμιζε παντοτεινά στα στέρνα του, έδειχνε στο ηλιοπύρι βωμούς

τα κόκκαλα. Και οι αράπηδες θεριακομένοι, πάντα πικροί και

αδάμαστοι εκάθονταν εκεί πνεύματα του απείρου, ανθρώπων όλεθροι.

Μα του Λιβόρνου το βασιλόπουλο δεν τα κυτάζει αυτά. Της νέας ζωής

του έθνους του σαρκωμένος πόθος αυτό, τρέχει γοργά εμπρός του

ελπιδοφορτωμένο και πολυκάτεχο. Οι ευχές του λαού δροσάτο

γίνονται αέρι και φουσκώνουν το κόκκινο πανί· των θαλασσινών τα

ευγνώμονα δάκρυα σμίγουν με το γαλάζιο κύμα και λαχτίζουν εμπρός

ακόμη το σκαφίδι του. Έφτασε νύχτα στων θηρίων τη μονιά· έβγαλεν

έξω τις προμήθιες όλες. Βγάζει τα κρέατα — βόδια ολάκερα· βγάζει

τα καρβέλια — φούρνους αδαπάνητους — βγάζει το κρασί — βαρέλια

χιλιοστέφανα. Βγάζει και τ' απλώνει όλα στην ακρογιαλιά κ' εκείνο

κρύβεται με τη μπρατσέρα σ' ένα απόσκεπο λιμανάκι. Τάχα θα

χορτάσουν τ' αχόρταγα στοιχειά με τις ασυνήθιστες προμήθειες;

Την αυγή με το σύθαμπο κατεβαίνουν οι αράπηδες στην ακρογιαλιά,

βλέπουν τα κρέατα και τα ψωμιά. Τα βλέπουν κ' ερωτούν ποιος τάχα

να τα έστειλε; Βέβαια κάποιος που τρομάζει τ' όνομά τους, τρέμει

στον ίσκιο τους. Μα αισθάνονται μεγαλείτερη όρεξι παρά την

απορία. Κάθονται, τρώγουν και παραχορταίνουν. Βλέπουν και το

κρασί· το μυρίζονται. Περισσότερη έχουν δίψα παρά έκπληξι.

Ρίχνονται και ρουφούν πάσχουν να ξεδιψάσουν.

— Μην το πίνουμε το δόλιο, μπάρμπα και δεν ξέρουμε το τι μας

βρίσκει· λέγει μία στιγμή ο ανεψιός φρόνημα στον θείο του.

Χασονούσης θυμώνει εκείνος δίνει του μια μπάτσα και στραβώνει τη

σαγώνα του. Και ρίχνεται πάλι στο κρασί ο γέρος· ρίχνονται τα δυο

παιδιά· ρίχνεται και ο ανεψιός για να ξεχάση τον πόνο του. Ρούφα

— ρούφα τ' αδειάζουν τα βαγένια. Αδειάζουν τα βαγένια, τυλώνουν

τα στομάχια τους, σκοτίζουν τον νου τους. Αρχίζουν τα τραγούδια·

πιάνουν τον χορό. Χορεύουν και χορεύουν ως που ξαπλώνονται στον

άμμο αναίσθητα κορμιά. Πάγανα τόρα οι μαύροι δαίμονες!

Τότε αφίνει τον κρυψώνα του το βασιλόπουλο· κυτάζει άφοβα τους

αράπηδες, χαμογελά και οικτείρει την κατάστασί τους. Δεν χάνει

καιρό, δένει τους καλά, με βαρυές αλυσίδες τους φορτώνει, σαβούρα

ρίχνει στη μπρατσέρα· φθάνει γοργά στο Λιβόρνο.

— Ο λαός μου εσώθηκε· συλλογίζεται πασίχαρος σε όλο το ταξείδι.

Ο γέροντας βασιλιάς απάνω στον ολόχρυσο θρόνο του παραλυμένος

κοίτεται από τον φόβο και την απελπισία. Ερημιά τριγύρω και

πένθος μέσα του. Η Δωδεκάδα τον παραστέκει χλωμή και τ' άρματα

λαμπρά προστατεύουν την πολύτιμη ζωή του. Μα εκείνος ανήσυχος ένα

άρμα προσμένει κ' ένα σύμβουλο· το παιδί του. Εμπρός το άψεγο

κρύσταλλο του παραθυριού δείχνει του κάτω λιμάνι πολυθόρυβο·

πανιά και άρμενο πλήθος, απέραντη θάλασσα που οργόνεται από

σκαφίδια χίλια. Τα σκαφίδια όμως δεν έχουν γλώσσα γι' αυτόν· οι

βίγλες δεν του δίνουν το ποθητό σημάδι. Η Γοργόνα, λέγει, του

εκράτησε τον ακρυβογιό· έρημος θα μείνη και άβλαστος ο δοξασμένος

θρόνος του στον αιώνα!

Άξαφνα, όμως διάπλατη ανοίγει η πόρτα και ξανθή αχτίνα μπαίνει

μέσα το βασιλόπουλο.

— Πατέρα σε ονομάζω και βασιλιά σε προσκυνώ· λέγει γονατίζοντας

εμπρός του. Όλα τα παίρνω τόρα και σ' αλαφρώνω τη ζωή. Ντύνομαι

τη χλαμύδα το σιδεροποκάμισο· βάνω το Στέμμα στεφάνι αγκαθερό·

παίρνω το Σκήπτρο κεντρί του έθνους μου. Κυβερνώ σαν πατέρας και

σαν βασιλιάς.

Δεν επρόφτασε ν' αγκαλιάση το παιδί του ο γέροντας κ' έξω

αντήχησε φωνή τρανολάλητη, άγρια και κακή, λέγεις και το ξερονήσι

κοσμοχαλαστής εχύθη κ' εκύκλωσε το παλάτι.

— Εκδίκησι!... εκδίκησι!... διπλοτριπλώνει στα μεσούρανα η φωνή.

Και ο λαός συφάμελος ξαρματώνει τους φρουρούς, ανοίγει με τα

τσεκούρια τις πόρτες, ανεβαίνει τις ταπητοστρωμένες σκάλες,

σχίζει κουρέλια τις μεταξωτές κουρτίνες, συντρίβει τα βάζα,

φθάνει αγριόθυμος εμπρός στον βασιλιά.

— Να σε ρωτήσω πατέρα μου δικαιοκρίτη· του λέγει. Με τι πληρώνει

εκείνος που πατάει την καραντίνα;

— Με θάνατο.

— Υπόγραψε.

Πατάει πρόθυμα τη χρυσή βούλα του ο βασιλιάς στη θανατική

απόφασι. Τότε του διηγήται ο λαός το κάμωμα του βασιλόπουλου.

Κακή χολέρα εθέριζε τα περίχωρα και είχε κάθαρσι η πόλις. Όμως το

βασιλόπουλο, τυφλό στον θρίαμβό του δεν επρόσμεινε πρώτα να

καθαρισθή μα ήρθε γραμμή στο παλάτι. Ίσως έφερε την αρρώστια και

μέσα στα σπίτια του.

— Ευχαριστώ! λέγει ο βασιλιάς δακρύζοντας. Παιδί μου το

βασιλόπουλο· παιδί μου και ο νόμος. Το βασιλόπουλο αδίκησε το

νόμο· εκείνος θα χάση το βασιλόπουλο.

Επήραν τον μονάκριβο βλαστό, στ’ άνθη τον έντυσαν και το άσπλαχνο

λεπίδι του λαού έκοψε το βασιλικό δεντρί από τη ρίζα του. Τόρα

καταμεσίς του Λιβόρνου οι αράπηδες στέκουν μαρμαρωμένοι, με τις

αλυσίδες στο λαιμό βαριές, αιώνιο βάσανο της μαύρης ψυχής τους. Ο

γέροντας πρώτος, απλωμένος προύμυτα στην πλάκα, τα χοντρά χείλη

του ανοίγει φάραγγας, δείχνει τα δόντια του σαν να θέλη να χάψη

τα πέλαγα. Τα δύο του παιδιά επάνω ανασκελωμένα, σηκώνουν τα

μάτια με πόνο στον ουρανό, λέγεις και γυρεύουν το έλεος. Δίπλα ο

ανεψιός με τη σαγώνα ξεκλειδωμένη μορφάζει απαίσια σαν να

αισθάνεται ακόμη τον πόνο του. Κ' επάνω απ' όλους ολόρθο το

βασιλόπουλο, ο νικητής και μάρτυρας, δείχνει τον θρίαμβο της

χαράς και του θανάτου τη λύπη στο αγένειο πρόσωπό του.

Το τρισεύγενο θύμα έχει κακούργους για παντοτεινό θρόνο του. Η

νέα ζωή πολυθόρυβη, μεγαλοφάνταστη, αντρειωμένη σκορπά τριγύρω

του ακόμη, φεύγει και χάνεται σαν γάργαρο νερό που τρέχει κάτω

από ρουπάκι κατάξερο. Και κάπου — κάπου φωνή τρεμάμενη, του λαού

ίσως, ίσως του γεροντομπασμένου βασιλιά, θρήνος γίνεται και

κράζει βοήθεια το βασιλόπουλο:

— Καλέ μου και χρυσέ μου, έλα και πάρε τα. Ντύσου χλαμύδα το

σιδεροπουκάμισο· βάλε το Στέμμα στεφάνι αγκαθερό· κράτει το

Σκήπτρο κεντρί του έθνους σου· δέσποζε και κυβέρνα. Κυβέρνα σαν

πατέρας και σαν βασιλιάς!...

ΒΙΟΠΑΛΑΙΣΤΗΣ

— Να σου ειπώ, καπετάν Σταμάτη· εκείν' η γάμπια δε μου φαίνεται

γερή.

— Δίκηο έχεις, καπετάν Βασίλη· και ο τρίγγος θέλει άλλαγμα.

Μαράζι τώχω να περάσω τον Καβοντόρο και να μην πάθω από μια

ζημιά. Πότε φλόκο θα μου σχίση, πότε κορζέτο θα μου κόψη σαν

πράσο· πότε θα μου σηκώση μπαλόνι το φλις. Στο τελευταίο

καβατζάρισμα μου 'σπασε τον τρίγγο στη βόλτα.

— Χοντρός κάβος π' ανάθεμά τον!...

Οι δύο μας στο κάσαρο του «Αϊνικόλα» εκουτσοπίναμε χιώτικη

μαστίχα κ' ερρουφούσαμε το τσιμπούκι, προσμένοντας ανυπόμονα το

φαγί. Τρεις ημέρες τόρα μας έδενεν εκεί, τον «Ταξιάρχη» το μπρίκι

μου και το μπαρκομπέστια του καπετάν Τραγούδα κουραστική γαλήνη.

Αλλά δεν είμαστε μόνοι. Μπάρκα, γολέτες, σκούνες, μπρίκια,

τρεχαντήρια, νάβες έστεκαν σκόρπια εμπρός στην Τρωάδα. Κάπου

τριάντα κομμάτια ολάρμενα. Και καθένα με τον δρόμο του. Μα τι

δρόμο! ούτε τρίχα, δεν εσάλευεν από τη θέσι του. Όλα με το

τσιμπούκι στη δύσι έβλεπαν, λέγεις, μαρμαρωμένα κάποιο φοβερό

φάντασμα να προβάλη από τα ουρανοθέμελα.

Κάτω η θάλασσα στρωτή έμοιαζε λαπά χρυσογάλαζον. Εδώ κ' εκεί

εμολύβιζεν από τον ίσκιο διαβατάρικου σύγνεφου. Αλωνάκια

κροσσωτά, μακρυλαρίκια κρυσταλλόστρωτα, ριγωτά οργώματα, σχήματα

λεπιδωτά έδειχναν απάνω — κάτω τον δρόμο των ρευμάτων και των

ανέμων την άψυχη ορμή. Και παντού ολόγυρα οι αρμενιστάδες πλήθος,

με το μικροσκοπικό πανάκι και τον μικροσκοπικώτερον κυβερνήτη

τους, αρμένιζαν και αρμένιζαν της γαλήνης αλάθευτα σημάδια.

Ο ουρανός ψηλά σταχτογάλαζος άχνιζεν από το ηλιοπύρι. Ο

Τρωαδίτικος κάμπος κυματιστός εχαμηλόγερνεν από της Ίδης τα ριζά

ως τη θάλασσα. Χωριδάκια δενδροφυτευμένα επρόβαιναν εδώ κ' εκεί

στα ψηλώματα· εκοκκίνιζαν οργωμένες οι πλαγιές και τα λακκώματα·

γαλαζοπράσινη ομίχλη καθισμένη πέρα τα λιοστάσια και τις

πουρναριές εσημάδευε. Η ζωή έπλεκε τον πλοκό της τόρα παντού

ήμερον και ποθητόν, δίχως σάλαγον πολέμου και αρμάτων

λαμποκοπήματα. Δίπλα η Τένεδος εφύτρωνεν από το κύμα κατάξερη,

κοκκινόμαυρη, με τις φτερωτές των μύλων χασκισμένες σαν να

εζητούσαν ελεημοσύνη τον άνεμο· με τα κλήματα πρόθυμα στην ώρα ν'

αναδώσουν τον ψυχόδροσο χυμό. Και κάτω στο μελαψό ακρωτήρι του

Καραμπαμπά εμαύριζεν ίσκιος πελώριος, σαν να ήταν του Αχιλλέα ο

ίσκιος κ' εζητούσε βασιλοπούλας αίμα στον τάφο του.

Αν δεν εδούλευε το πανάκι εδούλευαν όμως τα κουπιά. Οι πλέον

ανυπόμονοι καπετάνιοι έβαλαν τις βάρκες να σύρουν ρυμούλκιο. Οι

άλλοι έκαναν βίζιτες. Ποιος είχε να χαιρετήση αδερφό, ποιος

πατέρα, ποιος συγγενείς, φίλους, πατριώτες. Πολλοί να

ξεκαθαρίσουν παλαιούς λογαριασμούς· άλλοι να τελειώσουν

συμπεθεριά· άλλοι να μιλήσουν για τα οικογενειακά τους. Τα έχει

αυτά η θάλασσα. Χωρίζει για χρόνια και σμίγει στη στιγμή. Δεν

έχεις πάντα στο χέρι τον καιρό και όταν τον εύρης τρέχεις μαζί

του θέλοντας και μη. Το άτομό σου στην άκρη· δεν έχει θέλησι. Ως

που να τον εύρης πάλι ναρκωμένον και τότε κάθου και κομπόδενε.

Έκαμα κ' εγώ κάμποσες βίζιτες. Είχα τα δικά μου, τις λειψοδοσίες

μου. Το πρωί που εγύριζα στο μπρίκι από ένα Γαλαξειδιώτικο, κάνω

έτσι και βλέπω τον «Αϊνικόλα» του καπετάν Τραγούδα. Μπρε, σαν

τα χιόνια! Καιρούς και χρόνια είχα ν' ανταμώσω με τον φίλο μου.

Δεκαπέντε κλειστά, όταν εμίσεψε από το νησί μας κ' επήγε να σμίξη

με μια πιπεροχήρα στην Ατάλεια. Έλεγαν πως το ηύρε καλά με τη

χήρα· παρά με ουρά. Έχτισε το μπαρκομπέστια κ' εφόρτωνε για

λογαριασμό του. Είχε σπίτια, μαγαζιά, ταβέρνες, αποθήκες·

χοντροκαραβοκύρης σωστός.

Πηδάω στη σκάλα, σκαρφαλώνω απάνω. Μπρε καλός τον! μπρε καλός

των! Ματσ — μουτσ! Μας παίρνουν τα δάκρυα. Από τα δάκρυα επέσαμε

στο τσιμπούκι και τη μαστίχα ώστε να γίνη το φαγί.

— Ξέρεις, μου λέγει ο καπετάν Τραγούδας· έχω μέσα και τον ανεψιό

μου το Μανωλιό, το παιδί της Ζαφειρένιας!...

— Μπα! πού νε το;

Εγνώριζα καλά τον Μανωλιό. Ήταν παιδί μάλαμα, κάστρο καρδιά·

δουλευτής τίμιος. Έκαμε χρόνο στο μπρίκι μου και λόγο δεν άλλαξα

μαζί του. Η ματιά μου προσταγή· ο λόγος μου δουλειά του. Ήταν κ'

εκείνος από τ' αποπαίδια της τύχης. Μόλις εγεννήθηκε ηύρε τα

βάσανα εμπρός του. Λάμια τον εκαρτέραγεν η δουλειά, σίδερα η

ανάγκη, θολό ποτάμι του γονιού το αμάρτημα. Ο πατέρας του ήταν

καλός καραβοκύρης στο νησί μας· αλλά κάποια Κοντοσκαλιώτισα του

εσήκωσε τα μυαλά. Και αν ήταν τα μυαλά, μικρό το κακό· του

εσήκωσε όμως και το ψωμί των παιδιών του. Άφησε τέσσερα κορίτσα,

τη γυναίκα του και τον Μανωλιό μικρόν κ' εκόλλησε μαζί της. Ούτε

γράμμα, ούτε λεφτά έστελνε σπίτι του. Πού να χόρταση ο ρούφουλας!

Τον εμάδησε καλά, του έφαγε και το καράβι κ' έπειτα μια κλωτσιά

κ' έξω ο καπετάν Μαθιός. Έξω φτωχός και σακατεμένος. Γυρίζει στο

νησί, βρίσκει το σπίτι πουλημένο, τις κόρες του ξενοδουλεύτρες,

τον Μανωλιό ναυτόπουλο. Ηθέλησε να πιάση δουλειά, να πληρώση τις

ανοησίες του, το κακό που έκαμε στη φαμελιά του· μα ήταν αργά.

Θέλεις από το πιοτό, θέλεις από κατάχρησες δεν ήταν ικανός ούτε

φύλλο να σήκωση. Τον εμάζωξαν τα κορίτσια του και τον εδιατήρησαν

ως που έκλεισε τα μάτια.

Ο Μανωλιός όμως δεν εμιμήθηκε τον πατέρα του. Ερρίχτηκε σύψυχος

στη δουλειά και την οικονομία. Γυναίκες δεν ήσαν γι' αυτόν,

ταβέρνες, παιγνίδια, καυγάδες τίποτα. Ίσα τον δρόμο του. Έτσι

εκατάφερε να παντρέψη ως τόρα τις τρεις αδερφές του, να συγγενέψη

με τα καλήτερα σπίτια.

— Ε, του λέγω Μανωλιό, μόλις τον είδα. Τόρα που έβγαλες αποπάνω

σου το βάρος να κυτάξουμε να παντρεφτής κ' εσύ.

— Εγώ; λέγει μ' ένα πικρό χαμόγελο. Εγώ παντρεύτηκα. Πήρα

τέσσερες γυναίκες.

— Τις αδερφάδες σου λες; Εκείνες με τη δόξα του θεού τις

ξέκαμες. Μένει ακόμα η Ρούσα· μα κ' εκείνη, καθώς άκουσα, την

έχεις αρραβωνιασμένη. Θα μάσης κ' εκείνης τα λίγα — πολλά της· κ'

έπειτα να σκεφθής για λόγου σου.

— Τα μάζεψα κ' εκείνης· τα μάζεψα και τα 'δωκα. Προψές στην Πόλη

έλαβα γράμμα και μου 'λεγε πως έκαμαν το γάμο στις δεκαπέντε του

Μαρτίου. Ήπιαν λέγει και στις χαρές μου. Τις δικές μου χαρές!...

Επρόφερε τα τελευταία λόγια του με τέτοιο ανάμπαιγμα που

ανατρίχιασα. Νομίζεις πως του ευχήθηκαν να πιάση τον ουρανό με τα

χέρια.

— Γιατί όχι; του είπα· ήρθε η αράδα σου.

— Η αράδα μου για ταξείδι· αποκρίθηκε με το ίδιο χαμόγελο.

— Για ταξείδι! Α, το φιλαράκο! γυρίζω και λέγω του καπετάν

Τραγούδα. Την έχει βλέπω και σημαδεμένη. Δεν μου λες κατά πού;

Απάνω ή κάτω;

Δεν έδειξε ούτε την Άσπρη ούτε τη Μαύρη Θάλασσα.

— Κάτω· μου κάνει, δίνοντας μπηχτή.

Δεν υποψιάστηκα τίποτα και άρχισα να τον πειράζω. Η μαστίχα μου

εκέντησε φοβερά την όρεξι κ' εμυριζόμουν λιμασμένος την τσίκνα

του μαγεριού. Εκεί έβραζε το αθάνατο φαγί μας. Και φαίνεται δεν

ήμουν εγώ μόνος που επεινούσα. Ήταν όλο το πλήρωμα. Τι τα θέλεις;

Ο ναύτης δεν είνε πλασμένος για το καθησιό. Ζωή του είνε η

τρικυμία, το πέλαγο· θάνατός του η γαλήνη. Μην τον αφίνεις να

συλλογίζεται τον εαυτό του γιατί τον έχασες. Τους έβλεπα όλους

τόρα νευρικούς, ανήσυχους, με κατεβασμένα μούτρα να τριγυρίζουν

το μαγεριό. Ήθελαν να εύρουν δουλειά με το φαγί. Μερικοί

καθισμένοι στην κουπαστή έπαιζαν πέρα — δώθε τα γυμνά ποδάρια

τους με τόση δύναμι, λέγεις και ήθελαν να τα ξεκλειδώσουν. Άλλοι

αγκαλιασμένοι στο κατάρτι έσφιγγαν ζουλώντας άπονα το στήθος

τους. Δύο — τρεις σκυμμένοι κάτω έβλεπαν το στεκάμενο νερό κ'

εβλαστημούσαν, έφτυναν απάνω του με τρομερή αγανάχτησι. Ένας

ερέθιζε τον μαύρο καραβόσκυλο να ριχθή στη γάτα και να την

ξετινάξη. Ο υποναύκληρος με άλλους δύο, εμπάλωναν στην πλώρη ένα

πανί· και οι λοιποί ορθοστεκάμενοι με τα χέρια σταυρωμένα, την

πίπα στο στόμα εσήκωναν τα μάτια στα πανιά με απελπιστικήν

αγωνία. Τι τα εκύταζαν; Ψώφια έστεκαν στη θέσι τους, αφούσκωτα,

νυσταγμένα και τους ίσκιους έρριχναν συγχισμένους με τους ίσκιους

των καταρτιών, των μακαράδων, των σχοινιών, έναν απάνω στον άλλον

ως κάτω στο πενταπάστρικο κατάστρωμα.

Για μένα, για την πείνα μου ηύρεμα ήταν η κουβέντα του Μανωλιού

κ' εξακολουθούσα να τον πειράζω αλύπητα.

— Έχει γρόσα;

— Ου! άμετρα.

— Έχει γλώσσα;

— Κατά τον καιρό. Τόρα είνε άλαλη· μα σαν θυμώση κουφένεσαι να

την ακούς.

Και όλο εχαμογέλαε. Εγώ επίμενα.

— Ξέρει τραγούδια;

— Θάλασσα.

— Είνε άσπρη, μαύρη, γαλανή, μελαχροινή;

— Γαλανή.

Και το είπε με τόση πεποίθησι· εστύλωσε τα μάτια του στο κουφό

κύμα με τόση τρυφεράδα που επάγωσα. Δεν κυτάζει αγαπητικός με

τόσον πόθο την αγαπητική του. Αλλά κ' εκείνο ανάθεμά το — ναι το

νερό, που ήταν πήχτρα εμπρός μας — έκαμεν άξαφνα κάτι σούφρες

κρυσταλλορρόδινες κ' επάφλασεν εδεκεί, τινάζοντας διαμαντένιο

αφρόδροσο, σαν ν' ανατρίχιαζε στο βλέμμα του, σαν να του έδινε

αρραβώνα αιώνιον.

— Μπρε!

Με το πόδι εκούνησα κρυφά τον καπετάν Τραγούδα. Αλλ' εκείνος

ερρουφούσε μακάριος το τσιμπούκι με τον κεχριμπαρένιο λουλά, με

τη φέσα ορθή στο κεφάλι, με την βράκα χυμένη λόξες περίγυρα στο

κεντητό πεύκι, λέγεις και αναπαυόταν απάνω στα πλούτη του. Δεν

έδινε πεντάρα για τις κουβέντες των φτωχών και των δυστυχισμένων

αυτός. Ήθελε να είνε σκληρός και άπονος. Μόνον το εγώ του

εγνώριζε. Όταν έμαθε την κακομυαλιά του γαμπρού του, τη δυστυχία

της αδερφής του, των ανεψιών του τη δύσκολη ζωή δεν άπλωσε χέρι

να τους βοηθήση. Επήγαν πολλοί να του παραστήσουν την ανάγκη

τους, να του ζητήσουν συντρομή. Αλλ' εκείνος τον κουφό.

— Καθένας, έλεγε, κάνει την τύχη μοναχός του. Αλοί σ' εκείνον

που περιμένει από ξένο χέρι! Αλοί στον κούκκο που γεννά σε ξένη

φωλιά! Εγώ ναι εγώ — και δεν έλεγε πως αυτός ήταν πρώτος κούκκος

— μόνος μου ηύρα την τύχη μου. Την έπιασ' από τα μαλλιά και την

έσυρα υποταχτική μου. Ας το κάμουν κι' άλλοι. Εγώ μην περιμένουν

να τους δώσω τίποτα!

Είπα πως επήγαν όλοι και του εμίλησαν. Ένας μόνον δεν επήγε· ο

Μανωλιός. Φιλότιμο παιδί. Δεν επλησίασε τον θείο του παρά όταν

αρραβώνιασε και την τελευταία του αδερφή. Και τότε όχι σαν

συγγενής αλλά ναύτης. Και ο καπετάν Τραγούδας τον είχε όπως και

τους άλλους ναύτες του. Τίποτα περισσότερο. Αν θέλης μάλιστα και

κάτι λιγότερο από τους άλλους.

— Δεν κάνει, εσυλλογίσθηκε, να του δώσω θάρρος γιατί

τεμπελιάζει. Κ' η τεμπελιά 'μπορεί να τον φέρη ίσα στο δρόμο του

πατέρα του.

Εγύρισα πάλι στον Μανωλιό.

— Βρε παιδί μου, του λέγω· τι κουβέντες είν' αυτές;

Λόγια της Πλώρης: Θαλασσινά Διηγήματα · 第 4 / 15 段