Σε τέτοια θέσι τόρα ήμουν κ' εγώ. Όλη νύχτα επάλαιβα με τις

τρόμπες και ούτε κόπο εκατάλαβα, ούτε κρύο, ούτε νύστα, ούτε

τίποτα. Πείσμα μόνον φοβερό, που έλεγα πως ήμουν ικανός να

καταπιώ τα πέλαγα. Επατούσα την τρόμπα κ' ενόμιζα πως έβγαινεν

άμπουλος το νερό. Μόλις όμως επλάκωσε η ημέρα εκόπηκαν τα ήπατά

μου. Ο καπετάν Πήλιουρης που λέγουν οι Κρανιδιώτες πως εβγήκε από

τον τάφο και γυρίζει περιπλανώμενος στον κόσμο, δεν έχει ποτέ τη

δική μας κατάστασι. Εφουσκώσαμε τόσο κ' εμαυρίσαμε που δεν

εγνώριζεν ένας τον άλλον! Τα μαλλιά του κεφαλιού μας, τα

μουστάκια, τα γένεια εσκλήρυναν σαν αγκάθια· ο ανασασμός

δροσόπαγο εκαθόταν απάνω μας. Τα μάτια χωμένα μέσα στα πυκνά

ματόφρυδα, έχασκαν άσπρα και άφωτα σαν σαλιγκάρια. Όσο για το

μπάρκο το μισό είχεν απομείνει. Ούτε παραπέτα, ούτε κουπαστές,

ούτε ξάρτια, ούτε πανιά είχεν ακέρια. Και το άνοιγμα κάτω από το

όκιο έχασκε πάντα σαν διψασμένος Τάνταλος! Στο θέαμα εκείνο

είπαμε όλοι να παραιτήσουμε τον ανώφελον αγώνα. Μα η φιλοτιμία

μάς εσυγκρατούσε. Τέλος πρώτος ο Δημήτρης ο Σκοπελίτης, αξιώτερος

και πλέον χεροδύναμος της συντροφιάς, δίνει ένα φάσκελο της

τρόμπας και βρίζοντάς την, τρέχει και ξαπλώνεται τ' ανάσκελα στο

κατάστρωμα.

— Μωρέ, σκυλί! του φωνάζει ο καπετάν Μπισμάνης, — τι κάνεις;

— Δεν μπορώ πια.

— Μωρέ θα χαθούμε! εδώ έχουμε τσ' ελπίδες μας.

— Ας χαθούμε· έτσι κ' έτσι θα μας φάη που θα μας φάη το κύμα·

κάλλιο μια ώρ' αρχήτερα. Ελύθηκα...

Και αλήθεια έλεγε. Όλοι είμαστε λυμένοι. Τα γόνατά μου έτρεμαν τα

δάχτυλά μου, όπως ήσαν κλεισμένα στο σίδερο της τρόμπας έτσι

έμεναν. Ούτε ν' ανοίξουν ούτε να κλείσουν περισσότερο

ειμπορούσαν. Τα μπράτσα έμεναν σκληρά και αλύγιστα σαν ατσάλι.

Είχα έναν πόνο στα νεφρά· καθώς έσκυφτα να πατήσω την τρόμπα

ήθελα βοήθεια για να σηκωθώ από πίσω. Έτοιμος ήμουν να την

παραιτήσω και να ξαπλωθώ, προσμένοντας ήσυχα τον θάνατο. Αλλά

στην ώρα που έκανα τη σκέψι ακούω τον ναύκληρο να φωνάζη από την

πλώρη:

— Πανί, παιδιά! ένα πανί!...

— Ένα πανί! φωνάζω κ' εγώ χωρίς να ιδώ τίποτα.

Είδαμε τέλος όλοι μακριά ένα μικρό χαμηλό πανάκι που αρμένιζε τον

μαΐστρο. Δεν ήταν μεγαλήτερο από φούσκα και όμως εφάνηκε θεόρατο.

Με μιας εζωντάνεψα. Όχι εγώ· όλοι μας. Και ο Σκοπελίτης ακόμα

επήδησεν ορθός κ' ερρίχτηκε στην τρόμπα που έκαμε να τρίξουν όλα

της τα χάρβαλα. Αγαλλίασις εκυρίεψεν όλους· ενομίζαμε πως ήρθε η

ώρα να πηδήσουμε στη στεριά. Δένουμε αμέσως τη σημαία κόμπο στο

χαϊμαλί ψηλά και αρχίζουμε να φωνάζουμε, να φυσάμε τον κόχυλα και

να κινούμε τις σκούφιες μας. Μόλις σαν χελιδονάκι που σιγοπετά

προμηνώντας την άνοιξι εφαινόταν το καράβι ασώματο μακριά, λέγεις

και ήταν της διψασμένης φαντασίας μας δημιούργημα. Και όμως

επίστεψα πως μας είδε, πως άκουσε τις φωνές, εγνώρισε τον κίνδυνο

κ' ερχόταν βόλι καταπάνω μας. Ήρθε μάλιστα στιγμή που αφήσαμε

μάρμαρο τις τρόμπες έτρεξε καθένας στην πλώρη για να εύρη τίποτα

χρειαζούμενο να πάρη μαζί του.

— Μωρέ, παιδιά, βουλιάζουμε! ακούω άξαφνα τη φωνή του

καπετάνιου.

Πηδάω έξω. Για πέντε λεφτά το νερό μας εκεφάλωσε. Ερριχθήκαμε

πάλι ν' αρχίσουμε τον αγώνα. Αλλά τόρα δεν μας εφαινόταν βαρύς.

Το καράβι όλο κ' επλάκωνε απάνω μας. Σε λιγάκι εφάνηκε ολόκληρο

το σκαφίδι. Βέβαια είδε τη σημαία μας κ' ερχόταν να μας σώση.

Αλλά δεν ξεύρω γιατί άξαφνα εκρύωσε η καρδιά μου. Κάτι ελάλησε

μέσα μου. Κάτι μου εψιθύρισε πειστικά κ' επίσημα, πως το καράβι

εκείνο δεν ήταν φίλος όχι· ήταν εχθρός αδιάφορος. Και τόσο

εστοίχειωσε η δυσπιστία στην ψυχή μου, που ενώ οι σύντροφοι

άφησαν πάλι την τρόμπα, εγώ τίποτα.

— Ρε Καληώρα, δεν την παραιτάς πια την έρμη! γυρίζει και μου

λέγει ο καπετάνιος· να το πλάκωσε· τι παιδεύεσαι άδικα;

— Δεν πειράζει· είπα εγώ.

Δεν ήθελα να ξεστομίσω την υποψία μου γιατί ήξευρα πως θα μ'

έπαιρναν όλοι για παλαβό. Το μπάρκο επλησίαζε. Εδιάβαζα μάλιστα

και τ' όνομά του στις κουλούρες· το έλεγαν «Σωτήρα».

— Α! α! α!... έβαλαν όλοι χαρούμενες φωνές.

Από εκείνους ούτ' εκινήθηκε, ούτ' εφώναξε κανείς. Είδα καλά τον

τιμονιέρη στο τιμόνι, τον καπετάνιο εμπρός στην κάμαρή του, τον

ναύκληρο και πεντέξη ναύτες με τις σκότες στα χέρια. Όλοι έστεκαν

και μας εκύταζαν περίεργα μα ούτε σχοινιά ετοίμαζαν ούτε τίποτα.

Μόνον ο σκύλος τους, ένας σκύλος μαλλιαρός, κατάμαυρος μ' ένα

κεφάλι χοντρό, ολοστρόγγυλο σαν μπόμπα κανονιού, μας έστελνε

αλλεπάλληλο το άγριό του αλύχτιμα.

— Τους άτιμους! εψιθύρισα.

— Για ποιους λες; μ' ερώτησεν ο καπετάνιος.

— Για τους σκύλους.

Κ' ερρίχτηκα πάλι με τα δυνατά μου στην τρόμπα.

— Όρεξι που την έχει ο Καληώρας· είπεν ο καπετάνιος γελώντας·

θαρρείς και θέλει να την ξαραθυμίση.

Ως τόσο το μπάρκο ήρθε μία βόλτα κ' έπεσε δίπλα μας, δεκαπέντε

οργυιές μακριά. Μα βλέπω άξαφνα τον καπετάνιο να γυρίζη στον

τιμονιέρη. Μια τιμονιά και το παίρνει σοταβέντο. Τότε βάνουμε

όλοι τις φωνές.

— Μωρ' αδέρφια, πνιγόμαστε! πού μας αφίνετε; σωτηρία!...

Αδέρφια, πνιγόμαστε!... σωτηρία! .

Ακούστηκε κάποια φωνή κ' επάψαμε βουλώνοντας ένας του άλλου το

στόμα. Και μέσα στο ρέκασμα του κυμάτου και το ανεμοφύσημα,

ακούστηκε χαρόσταλτο ανάμπαιγμα η φωνή:

— Στην άλλη ζωή!... στην άλλη ζωή!...

Δεν το επίστευαν τ' αυτιά μου· δεν ήθελε η ψυχή μου να το ακούση!

Είπα πως ο καπετάνιος ήθελε να παίξη την αξιοθρήνητη θέσι μας, να

γελάση με τον φόβο μας· και άρχισα να πεισμώνω περισσότερο για τα

άνοστα χωρατά παρά για τη σκληρή του πράξι. Ο «Σωτήρας» όμως

πάντα εμάκραινε. Βάνουμε πάλι τις άγριες φωνές:

— Μωρ' αδέρφια πνιγόμαστε! πού μας αφίνετε! σωτηρία! πνιγόμαστε,

σωτηρία! ....

Εβουλώσαμε πάλι το στόμα· εκρατήσαμε τον ανασασμό. Και η φωνή από

το μπάρκο, συντροφιασμένη το ρέκασμα του κυμάτου και το

ανεμοβόγγισμα, πλέον δυνατή και αναμπαίχτρα εξαναδευτέρωσε:

— Στην άλλη ζωή!... στην άλλη ζωή!...

Τότε δεν ξεύρω κ' εγώ τι μας έπιασε· δεν θυμούμαι πώς μας ήρθε. Ο

«Σωτήρας» άξαφνα μου εφάνηκε κακότροπο τέρας και τα πανιά του σαν

χείλη πλατύτατα που έχασκαν κ' επεριγελούσαν τη θλιβερή μας

μοίρα. Και το κύμα το μανισμένο και το αέρι το τρελλό επίστεψα

πως εξανάλεγε με διαβολική χαρά και ειρωνεία:

— Στην άλλη ζωή!... στην άλλη ζωή.

Έμεινε όπως ευρέθηκε καθένας για πολλή ώρα.

Και άξαφνα, εσκορπίσαμε τρελλοί, εσκαλώσαμε στα κατάρτια και

μονόγνωμοι αρχίσαμε να φασκελώνουμε τον προδότη και να του

φωνάζουμε:

— Της μάνας σου το κέρατο!... Της μάνας σου το κέρατο!...

*

Όταν άφησα το κατάρτι, το μπάρκο ήταν πολύ μακριά. Τόρα δεν

έμοιαζε παρά με νυχτερίδα, της ερημιάς και των τάφων βασίλισσα,

που σιγοπετά θεότυφλη μέσα σε χρυσορρόδινη ατμόσφαιρα. Κάπου

άρχιζαν να ξανοίγουν τα θεμέλια τ' ουρανού, αργά όμως σαν να

επάλαιβαν μεταξύ τους οι καιροί κ' έμενεν η Φύσις αναποφάσιστη

ακόμη. Έγερνε να βασιλέψη ο ήλιος και η θάλασσα κρασοκόκκιννη

έδινε ζωηρήν εικόνα μιας ναυμαχίας, που χίλια πλεούμενα

ανακάτωσαν τον βυθό της και μύριοι νεκροί έβαψαν με το αίμα τα

νερά της. Το κύμα καθώς έσκαζε ψηλά, εσπιθοβολούσε πολύχρωμο και

βροντερό, σαν να εκυλούσε θρίμματα λογχών και γυμνά σπαθιά,

κομμάτια οβουζίων και κάνες ντουφεκιών, δίκοπους μπαλντάδες και

μαχαίρια και κράνη χάλκινα και θώρακες και ασπίδες, σπρώχνοντας

να τα ρίξη πέρα στην ακρογιαλιά μαζί με τα σκοτεινά κορμιά, για

να ιδούν οι άνθρωποι τα ολέθριά τους έργα και να φρίξουν. Και

μέσα στην υγρή άχνη που ανεμόφτερη έτρεχε κατά τη νοτιά ως ψηλά

στον πυκνόν ουρανό, το Τόξο με τ' αρμονικά χρώματά του έλαμπε

ζωνάρι ανεχτίμητο, υφασμένο από νεράιδας χέρι απάνω σε αεροκάμωτο

διασίδι. Μα τι κατάρα που την επήραμε κ' εμείς! Το θεόσταλτο

σημάδι που προλέγει πάντα την ησυχία των στοιχείων, στους

ναυτικούς εγράφηκε να προλέγη θαλασσοταραχές και αγριοκαίρια.

Είδες Τόξο την αυγή;

καλοσύνη το βραδύ.

Είδες Τόξο το βραδύ;

κακοσύνη την αυγή!

Σύγνεφα μεγάλα, σταχτιά σαν βουνά αθάλης με χοντρά ισκιόφωτα, με

λαγκαδιές πυκνοντυμένες, μ' εξογκώματα εδώ που άστραφτε το αφράτο

μάρμαρο, με κορυφές εκεί ψιλοπελεκημένες που έλαμπε το

χρυσοβαμμένο κρύσταλλο, εδώ με ποτάμια πλατιά και κόκκινα, εκεί

με καταρράχτες ψηλούς, ασημόχυτους, έφραζαν από άκρη σε άκρη της

δύσις τα ουρανοθέμελα. Και απάνω στις ομάλιες είτε στις πλαγιές,

χωριά έβλεπες με τ' άσπρα τους σπιτάκια να κρέμωνται στην άβυσσο

και παληκάρια με βιολιά και λαβούτα να μεθοκοπούν στους δρόμους

και παρθένες βεργολυγερές να χορεύουν στις αυλές ανεμοπόδαρες.

Μέσα στα ποτάμια έβλεπες καράβια ν' αρμενίζουν με άξιους κ'

ευτυχισμένους ναύτες και στις λαγκαδιές βαθειά, ασπρόμαλλα

κοπάδια να δροσολογιώνται τόσο, που επρόσμενες ώρα την ώρα ν'

ακούσης τα κυπριά να κουδουνίσουν και τη φλογέρα του βοσκού τους

να γλυκολαλή. Στο ένα διάσελο εδώ ταιριαστό αντρόγυνο εφιλιώταν

με πόθο και στο άλλο εκεί, γέροντας ξαπλωμένος στο ηλιοπύρι

ερρουφούσεν ευτυχισμένος μακρύ τσιμπούκι και παρέκει δουλεύτρα

λυγερή εμασούριζε στην ανέμη της· στο 'δώθε βουνό ανέβαινε γάμου

συμπεθεριό λαμπροντυμένο με τα στεφάνια και τα φλάμπουρα· και στο

'κείθε ερροβόλα νεκροπομπή με τους σταυρούς και τα ξεφτέρια της.

Παρακάτω χρυσόφτερο δελφίνι αργοκυλιόταν σε κροκκοβαμμένη

θάλασσα· και παραπάνω το σκυλόψαρο επαραμόνευε τον σφουγγαρά, που

ξερριζώνει το σφουγγάρι από τον άμμο του βυθού, ενώ δίπλα η

γυναίκα του ανάβει το καντήλι του Αγίου Νικόλα και γονατιστή

παρακαλεί και λέγει, να φυλάη από την ορφάνια τα παιδιά της κ'

εκείνην από την πικρή χηριά! Πλατειά και μεγάλη απλονόταν η

αεροΰφαντη ζωγραφιά, που την βλέπει καθένας και αλλοιώτικη,

σύμφωνα με του νου τα καμώματα και της ψυχής τους πόθους. Πόσες

φορές κ' εγώ στην πλώρη ξαπλωμένος, είδα εμπρός μου ολοζώντανα τ'

άπιαστα της φαντασίας μου πλανέματα κ' επλημμύρισε μια στιγμή από

χαρά η καρδιά μου! Και πόσες φορές, όταν ο άνεμος αργοκινώντας τα

σύγνεφα ανεκάτωνε τα υφάσματα και άλλαζε τη ζωγραφιά, έτρεμα

μήπως χάσω τη μόνη μου παρηγοριά! Μα τόρα δεν έβλεπα εκεί παρά

του καταποντισμού μας την εικόνα, τη θλίψι και την απελπισία των

συγγενών μας και ανεμοκλωσμένη την απάνθρωπη φωνή του καπετάνιου,

που με το ρέκασμα του κυμάτου και το μούγκρισμα του ανέμου

αδερφωμένη μας ευχόταν:

— Στην άλλη ζωή!... στην άλλη ζωή!...

Άρχισα να πιστεύω πως εξεγραφτήκαμε από του κόσμου το βιβλίο· πως

επαραδοθήκαμε βορρά στα κύματα· πως οι άνθρωποι ετράβηξαν χέρι

μήπως συνεπάρη κ' εκείνους του θεού η κατάρα. Και άλλοι, αν μας

απαντήσουν έλεγα, έτσι βέβαια θα μας φερθούν. Όμως από τις πολλές

φωνές του καπετάνιου που δεν έχανε το θάρρος του, επιάσαμε πάλι

τις τρόμπες. Μα με τι χέρια και με τι ψυχή; Ετρομπάραμε καμμιά

ώρα κ' έπειτα ένας — ένας τις αφήσαμε μάρμαρο κ' εξαπλωθήκαμε στο

κατάστρωμα. Επλάκωσεν ως τόσο η νύχτα. Και τι νύχτα; χειρότερη

και τρομερώτερη από τις άλλες. Μαυρίλα — πίσσα. Κόλαση σωστή.

Ούτε άστρα στον ουρανό, ούτε φανός στη θάλασσα κανένας! Τα

σημάδια της καλοσύνης έσβυσαν ένα με το άλλο. Είπε μία στιγμή να

φυσήξη πονεντογάρμπι· αλλά πάλι το εγύρισε γρεγοτρεμουντάνα.

Χιόνι άρχισε να μας σκεπάζη· εθυμήθηκε, βλέπεις ο ουρανός πως

εχρειαζόμαστε σάββανο! Νέκρα έπεσε στο καράβι κ' ενόμιζες πως

ήταν παντέρημο στα κύματα. Μόνον στην πλώρη αγουριότουν το σκυλί

και η τρόμπα στην πρύμη έβγαζε αργά και ρυθμικά το θρηνητικό της

σκούξιμο, κάτω από του καπετάνιου τα χέρια.

— Μωρέ ναύτες που τους διάλεξα! εμουρμούριζεν εκείνος· ένας κ'

ένας· Να χαθούν δε βρίσκονται σ' όλη τη γη!... Αμ δεν πάτε,

καϋμένοι μου να φορέσετε φουστάνια!

— Μα τι θες να κάνουμε; του λέγει ο Κράπας.

— Τι να κάνετε; να παλαίψετε, μωρέ· να παλαίψετε! Σ' άρπαξε από

τα πόδια ο Χάρος; πιάσε τον από το λαιμό... Θα σε πάρη — να σε

πάρη παληκαρίσα. Όχι να σταυρώσης τα χέρια και να παραδοθής!

— Μα δε βλέπεις που χάσκει το κύμα να μας καταπιή!

— Ως που να με καταπιή εκείνο το ρουφάω εγώ!...

Ο καπετάν Μπισμάνης εγύρευε να μας κεντήση στο φιλότιμο. Αλλά και

ποιος ημπορούσε να κινηθή! Το χιόνι επλάκωνε μία πήχη το

κατάστρωμα. Στα σχοινιά, στα κατάρτια, στα σίδερα, στα κουρέλια

των πανιών απλονόταν και ασπρογάλιαζε στο σκοτάδι, σαν

κουλουριασμένα φίδια. Από στιγμή σε στιγμή ερχόταν το κύμα και

μου έδερνε το πρόσωπο· μ' έλουζε από τα νύχια ως την κορφή. Και

όμως δεν είχα δύναμι να σηκωθώ. Άρχισε να με κυριεύη αποκαρωμάρα

κ' ενώ ήμουν ακόμη ζωντανός ενόμιζα πως ήμουν κουφάρι, πως μ'

εκυλούσαν αλαφρόν σαν πούπουλο τα κύματα. Έλεγα πως ήμουν

πρισμένος ταβούλι· πως το κεφάλι μου ήταν όμοιο μ' ένα

ρουμοβάρελο· πως τα πόδια μου εζύγιζαν καθένα και πεντακόσια

καντάρια! Άξαφνα, λέγει, τα θηρία της θάλασσας, τα σκυλόψαρα και

οι φάλαινες, οι ξιφιοί και τα δελφίνια ετριγύρισαν λαίμαργα το

κουφάρι μου κ’ έπιασαν διαβολικόν καυγά με τα όρνια τ' ουρανού

για τα κοψίδια μου. Εγώ αδιάφορος τα εκύταζα κ' εγελούσα, σκαστά

και τρανταχτά γέλοια, βλέποντάς τα να κοπιάζουν τόσο και να

λαχταρούν για τ' αρρωστημένα κρέατά μου. Κ' έπειτα, λέγει, το

κεφάλι μου αργοκυλώντας, πάντα μαύρο και παρόμοιο μ' ένα

ρουμοβάρελο, ευρέθηκε στο λιμάνι της Ύδρας. Ήταν ανήμερα Λαμπρή

και η χώρα όλη έλαμπε κάτασπρη στου ήλιου τις αχτίνες, σαν

μαρμαρόχτιστο αμφιθέατρο κ' εμοσχοβολούσε σαν εκκλησιά. Τρομπόνια

εβροντούσαν κ' εβαρούσαν παιγνίδια κ' έπαιζε ρουμπίνι στο ποτήρι

το κρασί κ' έλαμπαν στα χέρια κατακόκκινα τ' αυγά κ' έτρεμε το

«Χριστός Ανέστη» σε κοραλλένια χείλη. Το κεφάλι μου αργοκυλώντας

μέσ' από τα σημαιοστόλιστα πλεούμενα, ήρθε και άρραξε στην

ακρογιαλιά κ' εβγήκαν οι νιές περδικοστήθες, με τα κίτρινα

φακιόλια και τα λαμπρά γκόλφια τους, και ήρθαν τα λεβεντόπαιδα με

τα τσόχινα βρακιά και τα πλατειά ζωνάρια τους, μ' εκύταζαν κ'

έλεγαν με απορία: Τίνος είνε τούτο το κεφάλι; Ήρθαν μαζί οι φίλοι

και οι συγγενείς, μ' έβλεπαν κ' εκείνοι κ' ερωτούσαν κ έλεγαν:

Τάχα τίνος είνε τούτο το κεφάλι; Εγώ τους άκουα κ'

εστενοχωριόμουν που δεν μ' εγνώριζαν κ' ήθελα να τους φωνάξω: —

Δικό μου είνε, του Καληώρα, του βλάμη σας· και πώς δεν το

γνωρίζετε; Εμένα με γνωρίζουν οι στράτες και τα διάβατα, με

τρέμουν τα βαγένια και τα καπηλειά. Ο Μπαταριάς σαν αρχίσω τους

σκοπούς μου, σπάει τις κόρδες του λαβούτου του και ο Σουλεϊμάνης

απαραιτεί το νάι του στη φωνή μου. Εγώ αν σηκώσω μάτι στα ψηλά τα

παραθύρια θ' αρνηθή κάθε γυναίκα τον άντρα της· και αν σύρω το

χέρι στη μέση μου το αίμα κατουρεί κάθε μάνας γέννα. Εγώ εψάρεψα

πρώτος το μελάτι στους βυθούς της Μπαρμπαριάς κ' εξερρίζωσα το

στοιχειωμένο Γιούσουρι μ' ένα μου τίναγμα. Οι Καλυμνιώτες είδαν

το βούτημά μου κ' εθαύμασαν. Με είδε το σκυλόψαρο — αιμοβόρικο

ψάρι! — και ήρθε ταπεινό εμπρός στο γιαλί της περικεφαλαίας μου,

θέλοντας να γνωρίση το νέο θεριό που εσυνεμπήκε στα νερά του. Με

είδαν οι αράπηδες της Βεγγάζης και μ' ετίμησαν ως βασιλέα· μου

άφησαν ελεύθερο το πηγάδι που θα παίρνω νερό και το κοπάδι που θα

προμηθεύωμαι το κρέας. Eμένα μ' έμαθαν από μικρό παιδί όλ' οι

άνεμοι από λεβάντε σε πονέντε και από βοριά σε όστρια· κ'

εσυντρόφεψαν το νυχτοπερπάτημά μου όλα τ' αστέρια τ' ουρανού. Εγώ

είμαι ο Καληώρας ο βλάμης σας, που με γνωρίζουν τα πόρτα της

Μαύρης, και της Άσπρης τα λιμάνια απ' άκρη σ' άκρη, και πώς εσείς

δεν με γνωρίζετε;

Αυτά και άλλα ήθελα να τους ειπώ· αλλά δεν ημπορούσα να βγάλω

λέξι από το στόμα μου. Ως που με άρπαξαν τα παληκάρια και οι

λυγερές κ' εβγήκαν στο Βληχό να παίξουν κλωτσοσκούφι. Εδώ μ'

έρριχναν εκεί μ' επετούσαν ολημερίς. Κ' εγώ ολημερίς, με τα μάτια

ορθάνοιχτα, έβλεπα γύρω τη Φύσι να σκορπίζη άφθονους τους

τροφαντούς χυμούς της, κάτω από τα ζεστά του μαγιάπριλου

αγκαλιάσματα. Η δροσολουσμένη χλωροσιά άπλονε τάπητας μακρύς

μαργαριτοκέντητος και απάνω της χιλιάδες εχαμοπετούσαν έντομα κ'

εβούιζαν. Ο γαλανός αιθέρας επεντοβολούσε από χίλιων λογιών

μελωμένα αρώματα και ηχολογούσεν από χίλιων πουλιών γλυκόφωνα

κελαδήματα. Έπεφτε το ηλιοπύρι ζωντανό παντού σε στεριά και

θάλασσα, στους σχισμένους τοίχους των ερημοκλησίων πέρα κ' εδώθε

μέσα στα σαρακωφαγωμένα ξύλα των τάφων, κάτω στους υγρούς βυθούς

και απάνω στον ξηρόν αιθέρα κ' εζωντάνευε κάθε οργανική σπορά και

ανάσταινε από μία νεκρή χιλιάδες άλλες υπάρξεις· εχάριζε στον

γέροντα νιάτα και τον νέον εγέμιζε συναισθήματα. Εγελούσαν οι

λυγερές δυνατά και στο τρεμουλιαστό γέλοιο εμάντευα της καρδιάς

τη φωτιά και τη λαχτάρα. Ετραγουδούσαν τα παληκάρια κ' έλεγαν με

το τραγούδι και με το παίξιμο των ματιών, τον πόθο και τον καϋμό

τους. Κ' εγώ που έβλεπα εκείνο το γοργοπαίξιμο, που άκουα εκείνα

τ' ασημένια γέλοια σε κόλαση ήμουν από τη ζήλεια γιατί δεν

ημπορούσα να είμαι σ' εκείνη την Παράδεισο! Αισθανόμουν την ψυχή

ν' αλυχτά ζηλιάρα όλα εκείνα τα παληκάρια και δάκρυα ήθελα να

χύσω πύρινα για την καταδίκη της σκληρής μου μοίρας. Μα οι βρύσες

των ματιών μου ήσαν σφαλιστές και το δάκρυ επισοδρομούσε κ'

εχυνόταν μέσα στο μυαλό, καυτερό και βαρύ σαν αναλυωμένο μολύβι.

Το μυαλό δεν ήθελε να δεχθή το δάκρυ μου κ' εκλωτσούσε πάσχοντας

να σπάση το καύκαλο και να χυθή ακράτητο. Το βάσανό μου αυτό

εβάσταξε, λέγει, ως το ηλιοβασίλεμα, και τότε όλοι μαζί έφεραν το

κεφάλι μου και το έθαψαν πίσω από της Παπαντής το Άγιο Βήμα· και

θάφτοντας ετραγουδούσαν και μου έλεγαν:

— Στην άλλη ζωή!... στην άλλη ζωή!....

Μέσα στο καταφώνιασμα εκείνο ακούω μια φωνή να μου φέρνη το αέρι:

— Ε από το μπάρκο!...ε!...

― Αλλά τόσο ήμουν απελπισμένος, που δεν ήθελα να πιστέψω τα ίδια

μου τ' αυτιά. Και όταν πάλι δυνατώτερη και πλέον κοντά

εξαναδευτέρωσε, είπα πως ήταν κάποιος από τους συντρόφους μου που

αγγελοκρουόταν. Αλλά, δόξα να έχη ο Θεός, δεν ήταν από τους

συντρόφους μου· ήταν από μία γολέτα που έπεσε κοντά και μας

έσωσε.

Λίγο έλειψε, ακούς, να φάμε και δεύτερο τράκο από τη γολέτα.

Φανάρια εμείς δεν είχαμε καθόλου. Αλλά φως ακοίμητο το φως των

καντηλιών μας, που δεν είχε σωθή το λάδι τους στου Χάρου τα

παλάτια, εσυνάχτηκε νομίζεις ήλιος λαμπρός στα μάτια του σκύλου

μας, και στην αγριοφωνάρα του, που δεν έπαυε αντηχώντας

δυνατώτερη από το ρέκασμα του κυμάτου και του ανέμου τον βόγγο.

Εκείνο το ζωντανό σήμαντρο ακούοντας η θεόσταλτη γολέτα οδηγήθηκε

να έρθη κοντήτερα και να μας σώση.

Όλοι εσωθήκαμε· ένας μόνον απόμεινε, ο σκύλος μας. Ένας με τον

άλλον όλοι εδοκίμασαν να τον πάρουν αλλά κανένα δεν άφινε να τον

πλησιάση. Του καπετάνιου που ετόλμησε να τον πιάση του έκαμε

κουρέλια τον μουσαμά. Aναγκασθήκαμε να τον αφήσουμε. Και όταν

κατά τα χαράματα, βολτατζάροντας να εύρουμε τον καιρό επεράσαμε

πάλι αποκεί, είδα το μπάρκο να κατεβαίνη στα νερά ήσυχο, σαν

καλόγνωμη ψυχή που έκαμε στον κόσμο την αποστολή της· και άκουσα

για ύστερη φορά τη φωνή του σκύλου, να γαργαρίζη και να σβύνη

μέσα στο ρέκασμα του κυμάτου και του άνεμου τον βόγγο, σαν να μας

έλεγε κ' εκείνος με παράπονο:

— Στην άλλη ζωή!... στην άλλη ζωή!...

Δεν ξεύρω πόσον καιρό εκοιμήθηκα μέσα στη γολέτα. Μόλις επατήσαμ'

εκεί, μας έγδυσαν οι ναύτες από τα ρούχα, που κολλημένα έβγαιναν

μαζί με το δέρμα, μας επότισαν τσάι με το ρούμι και μας εξάπλωσαν

στα ζεστά κρεβατοστρώσια. Όταν άνοιξα τα μάτια μου είμαστε ομπρός

στα Μπουγάζια. Ο ουρανός χρυσογάλανος και η θάλασσα στρωτό

κρυστάλλι. Οι μύριες της γλώσσες εφιλούσεν απαλά τις στεριές.

Ανατολή και Ρούμελη, κάτασπρες από το χιόνι αστραποβολούσαν στο

ηλιοπύρι κ' εκαθρεφτίζονταν στα νερά. Ψαρόβαρκες με τ' άσπρα και

τα κόκκινα πανάκια τους, αρμένιζαν εδώ κ' εκεί στις χαρούμενες

ακρογιαλιές, σαν θαλασσοπούλια που σκύφτουν να παιγνιδίσουν με το

κύμα. Καράβια κάθε λογίς εκατέβαιναν με ολοφούσκωτα πανιά

βαρυφορτωμένα· ανέβαιναν άλλα αδειανά από τα Μπουγάζια· και

βαπόρια με τον μαύρο τους καπνό και τις βροντερές σφυριγματιές

ανεβοκατέβαιναν. Απάνω από το κεφάλι μας επετούσαν σύγνεφα

πουλιά, του ανέμου ταξειδιώτες πλέον ευτυχισμένοι και ανάσταιναν

τον αέρα με χαρούμενο κελάδημα. Γύρω στα κάστρα ανέμιζαν σημαίες,

πορφύρα βασιλική και ατίμητη και άστραφτε στον ήλιο των κανονιών

το ατσάλι κ' εγελούσαν ειρηνικά οι οβίδες στημένες πυραμίδα και

ηχολογούσαν οι σάλπιγγες κ' εκοκκίνιζαν δασοφυτρωμένες παπαρούνες

τα φέσια των στρατιωτών και οι λόγχες τους εσπιθοβόλουν, κρίνα

δροσολουσμένα πέρα στο βουνό. Χαρά και αγαλλίασι και θρίαμβο

δόξας ετραγουδούσεν η γη και το στερέωμα. Ύμνο μεγαλόστομο έψελνε

η πλάσις όλη στη ζωή, την αθάνατη και την πανώρια. Κ' εγώ αθέλητα

έπεσα στα γόνατα και μ' επήραν τα δάκρυα. Αχ ναι· δεν φαίνεται

όμορφος ο κόσμος στον άνθρωπο παρά όταν κινδυνέψη να τον χάση!

Έβλεπα με τα μάτια ορθάνοιχτα και δεν ήθελα να πιστέψω πώς η

θάλασσα εκείνη, ήμερη τόρα, μια νύχτα πριν ήταν τόσο άγρια και

μανισμένη· πώς εκείνες οι στεριές τόσο γελαστές, λίγο έλειψε να

γίνουν μνήμα μας παντοτεινό κ' εκείνοι οι ολόχρυσοι άμμοι που

έλαμπαν αδερφωμένοι με τον ασημένιον αφρό, θα εχρησίμευαν για

θλιβερό μας σάββανο!

Η γολέτα ήταν Γαλαξειδιώτικη του καπετάν Καρέλη. Ερχόταν από τον

Σουλινά φορτωμένη σιτάρι για την Πάτρα. Ήταν όμως χολέρα στον

Ποταμό και θα επήγαινε πρώτα να κάμη κάθαρσι στις Δήλες. Ο

καπετάν Καρέλης μας ερώτησε αν ήθελε κανείς να έβγη στην Πόλη· Μα

όλοι μονόγνωμοι εζητήσαμε να μας πάρη στην Ελλάδα. Δεν ξεύρω

γιατί όταν κανείς κινδυνέψη, επιθυμάει τόσο την πατρίδα και τους

συγγενείς του. Πολλές φορές μου έτυχε να κινδυνέψω στη θάλασσα.

Μία φορά επήγα να ψωφήσω από πλευρίτη στο Γερμανικό νοσοκομείο

της Πόλης. Άλλη μία φορά στην κάθαρσι της Σινώπης έκαμα δύο μήνες

από χολέρα. Στο Ταϊγάνι ένα χειμώνα έπεσα από το κατάρτι

κατακέφαλα κ' έκαμα εφτά μήνες στο στρώμα. Μα πάντα μόλις έπαιρνα

την καλήτερη, μονοφύσημα ετραβούσα για την πατρίδα. Και, στη

θάλασσα που αρμενίζω, γλυκύτερες ώρες από εκείνες δεν εγνώρισεν

ακόμα η ψυχή μου. Με τα δάκρυα στα μάτια έτρεχα και αγκάλιαζα όχι

μόνον τους συγγενείς αλλά και κάθε συντοπίτη μου. Όλοι εφαίνονταν

άγγελοι στα μάτια μου. Και οι πέτρες ακόμη επίστευα πως μ'

εχαιρετούσαν και μου έλεγαν: Καλώς ώρισες, καλώς ώρισες!

Οι άλλοι βέβαια είχαν περισσότερο δίκηο να ζητήσουν την πατρίδα.

Καθένας είχε τους γονέους, τους συγγενείς, τους φίλους του. Μέσα

στη φρίκη και τα δάκρυα εκείνων, όταν θ' ακούνε τα φοβερά μας

μαρτύρια, μέσα στα χάδια και τις περιποίησες που θα τους κάνουν,

θα ξεχάση καθένας τα βάσανα του· θα πλακώσουν έπειτα τα βιολιά

και το κρασί των φίλων και πάει πλέον, ούτε ήταν ούτ' εφάνηκε ο

κίνδυνος.

Όμως εγώ τίποτε από αυτά δεν επερίμενα. Ούτε γονέους, ούτε

στενούς συγγενείς, ούτε φίλους εγκαρδιακούς είχα εκεί. Από μικρός

ορφάνεψα και από μικρός εξενητεύθηκα με τα καράβια. Πεντέξη μήνες

πριν μ' εκατάφεραν και αρραβωνιάστηκα με μία φτωχούλα. Δεν την

εσυλλογιζόμουν όμως παρά σαν έβλεπα τον αρραβώνα στο δάχτυλό μου.

Μα τόρα από τη στιγμή που ευρέθηκα στη γολέτα, εκείνη πρώτη

έλαμψεν εμπρός μου με τη φτωχή της φορεσιά και το σεμνό της ήθος,

δακρυσμένη να δέρνεται και να στενάζη απάνω στο εύκαιρο μνήμα

μου. Δεν ξεύρω γιατί ανάτειλε στον νου μου άξαφνα μια ιδέα πως η

τύχη εκείνης ήταν να σωθώ εγώ· πως ο θεός ηθέλησε να μη μαραθούν

παράωρα τα νιάτα της τα δροσερά, να μη δακρύσουν τα μάτια της τα

ζαφειρένια, να μη μαυρίση η καρδούλα της πριν ανοίξη σαν

τριαντάφυλλο στου γάμου τη δροσιά· να μη γίνη χήρα πριν νύφη γίνη

η αρφανούλα! Και η αγάπη σε μια ώρα εφύτρωσε μέσα μου κ'

ερρίζιασε σαν τον κισσό, που πιάνει κάθε κούφωμα και κάθε

χαραμάδα και πρασινίζει και ανθοστολίζει αξεκόλλητα τους τοίχους

του ερμόσπιτου! Την είχα εμπρός μου και ομορφιές της εύρισκα.

Εμοσχοβολούσεν ο αέρας περίγυρά της· μουσική ουράνια ήταν η φωνή

της· εγελούσε και οι άγριοι κάμποι άνθιζαν κ' επεντοβολούσαν. Δεν

έβλεπα την ώρα να φτάσω στην Ελλάδα· Άμα φτάσω, έλεγα, είχα δεν

είχα παράδες θα την έπαιρνα. Θα εχρέωνα το παλιόσπιτο!

Ευγνωμοσύνη άμετρη αισθανόμουν για τη σωτηρία μου κ' έλεγα τον

εαυτό μου χρεοφελέτη και ήθελα να την βαρυπληρώσω. Έστειλα γράμμα

της θείας της από την Πόλη και της έλεγα να ετοιμασθούν για τον

γάμο και πλακώνω. Εφανταζόμουν τη χαρά που θα πάρη, πώς θα

λογαριάζη μία — μία ανυπόμονα τις ημέρες. Το σπιτάκι μου, που

εσφάλισε αφότου επέθαναν τα γονικά μου κ' εσκούριασαν οι

κλειδωνιές του κ' εχορτάριασαν οι πόρτες κ' έπνιξε η αγριαγγαθιά

και το μαμούδι την αυλή του, θα το στολίση έλεγα, εκείνη σαν

νεράιδα· θα φυτέψη μηλιά στην πόρτα και κλήμα στην αυλή του· θα

κρεμάση μοσχομύριστ' αφροκύδωνα απάνω από το κρεβάτι και ρόιδα

πολύκλωνα ψηλά στη σκεπή!

Οι σύντροφοί μου, που γρήγορα εσυνήρθαν με το φαγί και την

καλοπέραση, άρχισαν τόρα να διηγώνται τον κίνδυνό μας με

περιφρόνησι και να παιζογελά ένας τον άλλον για τη δειλία του.

Έπλαθε καθένας ό,τι του εκατέβαινε κ' επαρουσίαζε τον εαυτό του

για ήρωα. Σ' εμένα μάλιστα που παραδομένος στο νεογέννητο αίσθημά

μου ήμουν σαν αφαιρεμένος, ερρίχτηκαν όλοι και μ' επείραζαν στα

γερά. Ο καπετάν Μπισμάνης δεν ήταν ώρα να φανώ εμπρός του και να

μη μου φωνάξη γελώντας:

— Ε, Καληώρα· δεν πας λίγο να δουλέψης την τρόμπα;

Τέλος εκατεβήκαμε στις Δήλες. Ο Θεός να το κάμη λιμάνι! Όσο τον

έχει στο σορόκο καλά· άμα όμως τον πάρη τρεμουντάνα και κατεβάση

ο Τσικνιάς ουδέ βάρκα δεν μένει μέσα. Γυρεύουμε τόπο ν'

αρράξουμε· πού ν' αρράξουμε; Εβδομήντα κομμάτια καράβια, μικρά —

μεγάλα ήσαν αρραγμένα εκεί· χωριστά πεντέξη βαπόρια. Από τα

κατάρτια και τα σχοινιά επίστεψα πως έμπαινα σε πυκνοντυμένο

δάσος χειμώνα καιρό. Ως τόσο ήρθεν ο πιλότος και μας άρραξε σε

μία άκρη, κατά τα Κοκκινάδια. Δεν αρράξαμε ακόμη και βλέπω άξαφνα

τον καπετάν Μπισμάνη κατακόκκινον, ξεσκούφωτον, αναμαλλιασμένο να

τρέχη στην πλώρη, να καβαλάη το μπαστούνι, ν' αρπάζη τον έξω

φλόκο και χτυπώντας το στήθος του να βρίζη και να καταριέται και

να θεορρίχνη. Κυτάζω καλά· το καταραμένο μπάρκο έστεκε δίπλα μας!

— Παλιοτσόπανε!... παπλωματά! καραβανά!... αλυχτούσεν ο

καπετάνιος μας. Δεν εφοβήθηκες, μωρέ, το Θεό! τη θάλασσα δεν

εφοβήθηκες! Μα έχω τις ελπίδες μου!... Θάλασσα, μωρέ, αν είνε θαν

το δείξη, αργά — γλήγορα!...

Λόγια της Πλώρης: Θαλασσινά Διηγήματα · 第 3 / 15 段