Από τα τόσα τέρατα μόνον εκείνες ηύραν την αθανασία! Αφού
παράδειραν για χρόνια στ' ανοιχτά εκατέβηκαν σύγξυλες στους
ξανθούς άμμους του βυθού. Η μία βρίσκεται στης Κρήτης τα νερά· η
άλλη κάπου στη Ρόδο και οι άλλες δύο ανάμεσα στα Δωδεκάνησα. Είνε
ακόμα ίδιες και απαράλλαχτες, όπως την ημέρα που επρωτοφάνηκαν
στα νερά του Καβομαλιά. Είνε χυτές πρύμη — πλώρη· κ' έχουν τις
αρματωσές τους βασιλικές κ' εκείνες. Τα κατάρτια τους ατόφια
προύτζινα από κάτω στη σκάτσα ως απάνω στη γαλέτα. Τις αντένες
όλες ατσαλένιες· σχοινιά και ξάρτια από καμηλότριχα και τα πανιά
τους ολομέταξα. Αν ερωτήσης για τις κουπαστές και τις μπαταρίες
τους στο σύρμα είνε ντυμένες. Κ' έχουν στην πλώρη για θαλασσομάχο
ένα διαμαντοκόλλητο σταυρό, τρόμο των στοιχειών και φρίκη του
κυμάτου. Στην πρύμη, απάνω στο τιμόνι έχουν το Άγιο Ευαγγέλιο και
στο μεσανό κατάρτι ψηλά σ' ένα δικέφαλον αητό την Παναγιά, που
λάμπει — προσκυνώ τη χάρι της — σαν αυγερινός. Κάθε αυγή με το
πρώτο ανάβλεμμα του ήλιου, οι φρεγάδες αστραποβολούν, άγγελοι
ασπροφόροι ανάμεσα στα γαλανά νερά. Τόρα ψυχή δεν έχουν· έρημες
είνε από ναύτες και καπετάνιους. Όμως θα έρθη ώρα που ψυχή θα
πάρουν και γοργόνες καστρορίχτισες θα σμίξουν και θα σύρουν πάλι
στον δρόμο τους. Και θα γυρίσουν νικηφόρες πίσω στα πατρογονικά
μας τα Λιμάνια, στον δοξασμένο θρόνο του αναστημένου μας του
Βασιλιά.
Ωιμέ η πίστις και τα όνειρα! Από τα τόσα τέρατα ναι, μόνον
εκείνες ηύραν την αθανασία.
Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΤΗΣ
Τον Μπάρμπα — Καληώρα τον υποναύκληρο, συχνά θέλουν να τον
πειράζουν οι σύντροφοί του. Και για να τον πειράξουν δεν
χρειάζονται παρά να του ειπούν το στερεότυπο εκείνο:
— Έλα, πες μας Μπάρμπα — Καληώρα, πόσες φορές εναυάγησες;
Στο άκακο ερώτημα ο γεροναυτικός ανάβει άξαφνα σαν δαδί. Το
σκευρωμένο από τα χρόνια και το ψήλωμα κορμί του ορθώνεται:
Ποσειδώνιο και αλύγιστο· το γελαστό και άδολο πρόσωπό του
συγνεφιάζει σαν μαρτιάτικος ουρανός· τα μάτια του σπιθοβολούν από
θυμούς και φοβερίσματα και με την αρβανίτικη προφορά του,
κομματιαστή και βαρειά και συρμένη, γυρίζει και τους λέγει:
Μωρέ άιντε πορ!.. Εσείς να πάτε να βυζάχτε γάλα κ' ύστερα να'
ρθήτε να μιλήστε μεταμένα. Αμή!.. τον καιρό που εγώ αρμένιζα τα
πέλαγα, εσείς δεν ήσαστε μουδέ σπόρος στ' αχαμνά του πατέρα
σας!..
Το πλήρωμα, τότε γελά, σκαστά και τρανταχτά γέλοια και γελά μαζί
του ο Μπάρμπα — Καληώρας ο υποναύκληρος. Έτσι κ' ένα μεσημέρι ενώ
η πρώτη βάρδια χορτασμένη έρραφτε κάποιο πανί και η δεύτερη,
ολόγυρα στις καραβάνες εγευμάτιζε με σκύλινη όρεξι, ηθέλησαν πάλι
να πειράξουν τον υποναύκληρο. Τόρα όμως δεν εθύμωσε. Ούτε το
σκευρωμένο κορμί του ορθώθηκε Ποσειδώνιο και αλύγιστο, ούτε το
πρόσωπό του εσυγνέφιασε σαν μαρτιάτικος ουρανός, ούτε τα μάτια
του εσπιθοβόλησαν από θυμούς και φοβερίσματα. Έμεινεν ήσυχος εκεί
που εκαθόταν και μόνον τη σακκορράφα επαραίτησε μισοπερασμένη στο
πανί κ' εστύλωσε τα μάτια στη θάλασσα, με αόριστο χαμόγελο στα
χείλη. Έβλεπε τάχα το κύμα που άπλωνε ήμερο εμπρός ή τον ίσκιο
του πλοίου που με τη σκάφη ψηλή πρύμη — πλώρη, τ' αγέρωχα
κατάρτια, την καμαρωτή κοντραγέφυρα και τον ψηλό καπνοδόχο και το
μπαστούνι φοβερό, εγλυστρούσε σαν πολεμικός κριός απάνω στα νερά;
Ποιος το ξεύρει! Αλλ' αφού για κάμποσην ώρα έμεινεν έτσι, εγύρισε
αργά τα μάτια περίγυρα και βλέποντας κοντά τον ναύκληρο που
έστριφε τα έμπολα μιας γούμενας, είπε με τόνο προφητικό:
— Να ξεύρης καλά, Μπαρμπαγιώργη, που η θάλασσα έχει τη
δικαιοσύνη της όπως και η στεριά. Και την έχει καλήτερη από τη
στεριά. Εδώ δεν έχει λόγια· έκαμες — έλαβες· σου το εκρέμασε ώστε
να ειπής απίδι· σου το ετίναξε απάνω σαν αστραπόβολο!... Μα το
κακό που είδα σ' εκείνο το καταραμένο καράβι! Δεν επολυκαίρισε
ούτε μήνα. Τι λέγω ούτε μήνα; Ούτε δεκαπέντε ημέρες· μωρέ ούτε
δέκα! Μονοβδόμαδα έκαμε — έλαβε. Και έτσι είνε το σωστό. Ό,τι
γίνει στη θάλασσα γρήγορα λησμονιέται. Ο ναυτικός δεν κάθεται να
ψιλοκοσκινίζη το καθετί όπως ο στεριανός· δεν έχη καιρό για
μυρολόγια. Έγινε — πέρασε· πάει με το αγέρι, με το κύμα, με τον
αφρό, με την τρικυμία, με του καιρού τα διάβατα. Για τούτο πρέπει
εκείνο που θα έρθη να έρθη σύγκαιρα. Μόνον τότε σταματάει τον
νου, τρομάζει τη συνείδησι και την κάνει να σκεφθή, πως βρίσκεται
κάτι ανώτερο ψηλά που βλέπει αόρατο του καθενός το δίκηο.
Ήμουν, θυμούμαι, άνεργος στην Πόλη. Δεν ξεύρω πώς μου ήρθε και
αποφάσισα να κατεβώ στην Ύδρα να στεφανωθώ. Μα ημέρα με την ημέρα
να εύρω καράβι γνώριμο, έφαγα τα λεφτά που είχα για τον γάμο. Από
τον Σιφνέικο καφενέ στη Σαντορινιά ταβέρνα· από τη Σαντορινιά
ταβέρνα στο Κεμεραλτί. Χαρτιά, κρασί, γυναίκες νυχτόημερα! Σε
δεκαπέντε ημέρες έβαλα και χρέος τρία τάληρα στον καφενέ και
δεκατρία φράγκα στην ταβέρνα. Όσο για το Κεμεραλτί μην ερωτάς.
Λίγο έλειψε να μου φορέσουν το φεσάκι και να με βάλουν να παίζω
τη λατέρνα στην πόρτα.
Μα τον δουλευτή που είνε γερός μη τον φοβερίζης. Εκείνες τις
ημέρες εβγήκε λόγος στην Κρασόσκαλα πως ένας Σπετσώτης καπετάνιος
ναυτολογεί για τη Μαύρη Θάλασσα. Η αλήθεια είνε πως εγώ το άκουσα
τελευταίος. Ο ταβερνάρης που μ' επίστωνε ήρθε ένα βράδυ και μου
λέγει στο αυτί:
— Πάρε το καρτάκι για χαρτζιλίκι και τράβα στο Μπουγιούκδερε.
Γύρεψε το μπαρκομπέστια του καπετάν Μπισμάνη κ' έμπα μέσα. Αυγή
χαράματα σαλπάρετε για τη Μαύρη Θάλασσα.
Ήπιαμε το καρτάκι στο πόδι με τον καλοθελητή μου, επήρα τα ρούχα
στον ώμο και γραμμή για το Μπουγιούκδερε. Αυγή χαράματα επήραμε
την άγκυρα. Μα ο καπετάνιος ξεκολλημό δεν είχε από τις κουμπάρες.
Ξεύρεις τι σου είνε· ζωντανό στολίδι του Βόσπορου! Τέλος εβγήκαμε
από τα Μπουγάζια. Ηύραμε νοτιά τον καιρό· σε τέσσερες ημέρες
επεράσαμε στο Κέρτζι, στην εμπατή της Αζοφικής. Αρχές Νοέμβρη
έτοιμοι πάλι για ταξείδι. Επλάκωσεν όμως η Πεντέχτη. «Στη χάση —
πιάση αρμένιζε, Πεντέχτη στο λιμιώνα» έλεγαν οι παλαιοί. Ο
καπετάν Μπισμάνης ήταν φρόνιμος· αν δεν έβλεπε καλοσυνάδα τα
σημάδια του καιρού δεν έλυνε πρυμόσχοινα. Μα τι να φέρη ο
διάβολος για τις αμαρτίες μας; Ο καπετάνιος είχε μία κάσσα γλυκά
σπιτίσια να τα δωρίση στον έμπορο. Για να μην πληρώση τελωνείο τα
δίνει μία νύχτα σε φίλους του να τα βγάλουν λαθραία. Αλλά την
αυγή μαθαίνει από τον έμπορο πως την κάσσα την έπιασαν οι
τελωνοφυλάκοι. Ακούοντας έτσι τρέχει στο καράβι. Οι Ρούσοι δεν
χωρατεύουν. Δεν τους εκόστιζε τίποτα να πάρουν το πράγμα, να
κατασχέσουν το καράβι και όλους να μας στείλουν αλυσοδεμένους στη
Σιβηρία. Ούτε καιρό εκύταξε ούτε τίποτα, μόνον πάρσιμο την άγκυρα
κ' εμπρός. Και να ιδής που συνεπήρε και άλλους το κίνημά του.
Πολλά καράβια ήσαν έτοιμα να φύγουν μα έμεναν βλέποντας
συλλογισμένον τον καιρό. Τόρα όμως εβγήκαν κ' εκείνα στα πανιά.
Μα η Πεντέχτη έδειχνε πως δεν θα παίξη. Γύρω τα ουρανοθέμελα ήσαν
κατάσκουρα· ο ήλιος εβασίλεψε συλλογισμένος. Άσπρος και λερωμένος
σαν άπλυτο καραβόπανο εστριφογύριζε γοργά, λέγεις κ' εβιαζόταν να
κρυφθή στα κύματα, πριν τον προφθάση η αναστάτωσι των στοιχείων.
Τα δελφίνια έτρεχαν κοπαδιαστά επάνω στον καιρό κ' επηδούσαν έξω
από τα νερά, σαν να τα εκυνηγούσε καμμία φάλαινα. Οι γλάροι με
τον λαιμό στους ώμους, χαμωπετώντας και σκούζοντας έφευγαν κατά
τις στεριές. Ο καπετάνιος βλαστημώντας τους Ρούσους και τον
έμπορο και τα γλυκά, ετοιμάστηκε να παλαίψη παληκαρίσια.
— Άλα, παιδιά· εφώναξε, κυτάζοντας περίγυρα σαν αγριόγατος·
μάινα πανιά! ούτε φούσκα να μείνη στις σταύρωσες, ούτε σχοινί στα
ξάρτια, ούτε χαραμάδα στο κατάστρωμα!...
Σε μισή ώρα ούτε φούσκα έμεινε στις σταύρωσες, ούτε σχοινί λυτό
στα ξάρτια, ούτε χαραμάδα εύκαιρη στο κατάστρωμα. Τ' αμπάρια, η
πλώρη, η κάμαρη του καπετάνιου, το μαγεριό εκαρφώθηκαν όλα που
δεν επέρναγε τρίχα. Επλάκωσε τέλος η νύχτα και μαζί επλάκωσεν η
ανυπομονησία μας. Όσο επλησίαζαν τα μεσάνυχτα τόσο εμεγάλωνε το
ψυχοβάσανο.
— Ε και να μας τον έφερνε τρεμουντάνα!
— Ας τον πάρη πρώτα στην όστρια, οστριασορόκο και βλέπουμε.
— Σιγά, παιδιά, και πλακώνει το πουνεντεμαΐστρο· στη βόλτα
βρίσκονται σιγόντοι καιροί. Σωπάτε και άβρεχοι θα πάμε στα
Μπουγάζια.
Εξελαιμιαστήκαμε κυτάζοντας περίγυρα. Και ο σκύλος ακόμη ο
Καψάλης, στην άκρη του μπαστουνιού καθισμένος, ετέντωνε τον λαιμό
κ' έρριχνε μακριά τη μούρη του, σαν να εμυριζόταν τον άνεμο. Η
σκοτεινιά της νύχτας, του κυμάτου το φούσκωμα, η φωνή και ο
αφρός· των αρμένων το τρίξιμο, του καραβιού το κύλιμα, το
σχοινάκι που παραλυμένο εχτυπούσε δίπλα στον θαλασσομάχο και η
αλυσίδα που έσκουζε κουλουριασμένη στον μπαμπά, όλα είχαν φωνή
και μας έδειχναν πως κακή γκαστριά έκανεν η Φύσις. Μόνον ο
καπετάνιος ορθός εμπρός στην κάμαρή του, ετραβούσε την πίπα χωρίς
κίνημα κανένα του προσώπου, λέγεις και ήταν από μάρμαρο.
Απάνω στα μεσάνυχτα ήρθε το πρώτο φύλλο παγωμένο. Δεύτερο φύλλο
κ' εξέσπασε φοβερός ο γρεγολεβάντες. Εκείνο που υποψιαζόμαστε
όλοι χωρίς να το ξεστομίζομε έγινε· ο χειρότερος καιρός της
Μαύρης Θάλασσας μας άρπαξε στα φτερά του. Αλλοίμονο στο
σιταρόσπειρο που πέφτη, στου μύλου τα δόντια!
Εφτά ήμαστε στο μπαρκομπέστια και ο καπετάνιος οχτώ. Και οι οχτώ
μάτι δεν εκλείσαμε, τσιγάρο δεν εστρίψαμε όλη νύχτα. Ντυμένοι με
τους μουσαμάδες, άλλος εδώ και άλλος εκεί, κάτω από τις βάρκες,
πίσω από το μαγεριό, στη ρίζα του καταρτιού, όπου επρόφτανε
καθένας εγύρευε μέρος να σταθή. Αλλά μόλις εμαζωνόταν ένα κύμα
έφθανε και τον έλουζε από πάνω ως κάτω. Ζωντανή θάλασσα έμπαινε
απ' όλες τις μέρες κ' επελάγωνε. Τα μπούνια ορθάνοιχτα και δεν
ημπορούσαν να την κεφαλώσουν. Ένα κύμα έφευγε δύο ερχόνταν.
Τυχερό που το καράβι ήταν καλοθάλασσο και ο καπετάνιος σωστό
θαλασσοπούλι. Με το ρέκασμα που έκανε το κύμα μακριά εγύριζε την
πλώρη και το εδεχόταν στα πλάγια· αλλοιώς θα επαθαίναμε μεγάλη
ζημία. Κ' έτσι όμως η ζημία δεν έλειψε. Διπλή ζημία, φοβερώτερη
και τρομερώτερη η μια από την άλλη. Ένα κύμα ήρθε και μας άρπαξε
τη μικρή βάρκα από τους μούρσους και την εχόρευε στο κατάστρωμα
σαν καρυδόφλουδο. Ερρίχτηκαν δύο — τρία παιδιά να την αρπάξουν.
Μα πώς να κρατήσουν αρκούδα λυσσασμένη; χέρια είνε, δεν είνε
ατσαλοσίδερο! Την ώρα που άπλωναν κατά την πλώρη, εκείνη στην
πρύμη ευρισκόταν. Και την ώρα που άπλωναν στην πρύμη, στην πλώρη
έφτανε. Αν την έβλεπες πώς επηδούσε, αν την άκουες πώς εμούγκριζε
και αγκομάχα, πώς εσυνέπαιρνε ό,τι εύρισκεν εμπρός της, πώς έκοβε
τα σχοινιά, πώς έσπαζε τα σίδερα χωρίς να παθαίνη τίποτε, θα
επίστευες πως ήταν ο διάβολος σωστός.
— Το 'κόνισμα παιδιά· το 'κόνισμα! φωνάζει ο ναύκληρος
υποψιασμένος.
Καθώς άκουσε το εικόνισμα, ελύσσαξεν ο τρισκατάρατος. Έκανε
ολάκερο ξύλο να τρέμη σαν το φυλλοκάλαμο. Και στην ώρα που το
έφερναν, φοβερά ρεκάζοντας επήδησε στα κύματα με τον Γιώργη το
Σπετσωτάκι, που ήθελε να παλαίψη μαζί της. Για μία στιγμή, τον
είδα κάτου σε βαθειά και θεοσκότεινη λαγκαδιά ν' αντρομαχέται
απελπισμένα. Και άξαφνα είδα κύμα θεόρατο, με χίλια νύχια και
μύριους αποκλαμούς, να τον παίζη στο αφρισμένο στόμα του και να
μας τον πετά με βρισιά και φοβέρα. Ρίχνομαι να τον αρπάξω· αλλά
σύγκαιρα πισωπατώ ανατριχιασμένος. Ο δύστυχος εκρεμόταν στην
κουπαστή με το κεφάλι ανοιγμένο και σκόρπια τα μυαλά, με τους
αρμούς τριμμένους, τα κρέατα λυωμένα, τσακισμένα όλα του τα
κόκκαλα. Δεν επρόφτασα να συνέρθω από τη φρίκη και το κύμα, το
ίδιο κύμα που μας τον έρριξε πριν, ήρθε πάλι και τον άρπαξε
λυσσάρικο. Κακόμοιρο παιδί! ήταν ο καλήτερος της συντροφιάς μας!
Ήρθε τέλος η αυγή. Καλήτερα όμως να μην ερχόταν αφού ήταν να μας
δείξη τέτοιο θέαμα! Είδες το καλοκαίρι που βάνουν φωτιά στις
καλαμιές οι τσοπάνιδες για το χορτάρι, πώς σηκώνονται κολώνες οι
καπνοί και κλείουν τον ορίζοντα; Έτσι κολώνες ανέβαιναν
κλωθογύριστοι από τη θάλασσα στον ουρανό. Και τι ουρανό; πυκνό
και βρώμικο σαν από ξαντό κουρελιών, χαμηλώτερον από την
αμπασογάμπια των καταρτιών μας. Η γαλέτα, ο κοντραπαπαφίγγος και
ο παπαφίγγος εχώνευαν μέσα του. Μου εφάνηκε πως ευρέθηκα έξαφνα
στην αρχή της δημιουργίας, όταν ο ουρανός ήταν τόσο χαμηλά που
τον έγλειφαν τα βωδάκια· πως οι καπνοί δεν ήσαν παρά της μεγάλης
φωτιάς που άναψε το φίδι για να τον κάψη. Και απ' ώρα σε ώρα
επερίμενα, να ιδώ την καλόγνωμη σαύρα να φέρνη το νερό στο στόμα
της για να σβύση την φωτιά, ο ουρανός να ψηλώση γαλανός, ο ήλιος
παντοδύναμος να διώξη τους καπνούς, να φανή η γη πλουτοδότρα και
χιλιόκαλλη, να λάμψη η θάλασσα ήμερη και γελαστή και τα πετούμενα
επάνω στ' ανθισμένα κλαδιά να ψάλουν μυριόστομον ύμνο στον
Δημιουργό, για την ταχτοποίησι των στοιχείων.
Όνειρο ήταν η ελπίδα μου. Οι καπνοί όλο και πυκνότεροι εγινόνταν·
ψηλά, χαμηλά μας έζωναν περίγυρα και δεν εξεχώριζα παρά καμμία
φορά άσπρον τον αφρό θεόρατου κυμάτου, πράσινου σαν αλογόπετρα.
Κατά το μεσημέρι κάπως αραιώθηκαν οι καπνοί και είδα μακριά, τον
ίσκιο ενός μπάρκου, που εκαταίβαινε με τα πανιά του τρίγγου και
της αμπασογάμπιας. Επιάσαμε κ' εμείς τραβέρσο απάνω στον καιρό με
τα κάτω πανιά. Μα ώστε να το καλοϊδώ το έχασα πάλι από τα μάτια
μου. Οι κολώνες άρχισαν πάλι ν' ανεβαίνουν σιγά σιγά
κλωθογυρίζοντας τις άπιαστες τουλούπες τους κ' επυκνώθηκαν
ολόγυρά μας άλλες χαμηλές, άλλες ψηλότερες, άλλες συμμαζεμένες,
άλλες φυτεμένες στη γραμμή, άλλες κλαδεμένες απότομα, στις
κορφές, εδώ αδερφωμένες εκεί αριοφύτευτες. Κ' εμείς εκεί μέσα
θαμμένοι, καταμόναχοι, μισοπαγωμένοι και θεονήστικοι, έλεγα πως
είμαστε σε κανένα δάσος από εκείνα των παραμυθιών τα μαγεμένα,
που έχουν δέντρα και πατουλιές, κρεβατωσές και καμάρες
αεροΰφαντες· που άνθρωπος δεν διαβαίνει, και πουλί πετούμενο δεν
λαλεί και θηρία δεν μονιάζουν παρά βασιλεύει ερημία και σκοτάδι
κυβερνά και η παγωνιά καταλεί, αργά και άσφαλτα τους δύστυχους
που επλάνεψεν η τύχη στ' ανήλιαστα μονοπάτια τους!
Και όμως ούτε τ' αγριεμένα κύματα που έχασκαν να μας καταπιούν,
ούτε οι ατμοί που μας εστράβωναν, ούτε η παγωνιά που έπηζε το
αίμα στις φλέβες, μας εβασάνιζε τόσο, όσο η λάμια που είχαμε
ζωντανή μέσα μας και αλυχτούσε κ' έσχιζε με τα νύχια ίδια τα
κρέατά της. Θεόστραβη, μωρέ, η πείνα εθέριζε τα σωθηκά! Ήρθε ώρα
που αφίσαμε κάθε δουλειά κ' ερρίξαμε όλοι φωνή αγριεμένη, που τα
θηρία της θάλασσας ετρόμαξαν ακούοντάς την. Είπαμε να ξυλώσουμε
τ' αμπάρια, να σπάσουμε την πλώρη και ας ήταν ο θάνατός μας. Ο
καπετάνιος είδε τη στιγμή κ' έβγαλε από την κάμαρή του ένα κουτί
γαλέτες κ' ένα μποτηλάκι με ρούμι. Γαλέτα με βούτυρο και ρούμι
ζαμάικα! Εθεριέψαμε όλοι. Επλάκωσε η νύχτα θεοσκότεινη και άγρια.
Άγριοι κ' εμείς σαν δράκοι ετοιμαστήκαμε να παλαίψουμε στήθος
προς στήθος με τον Χάρο.
Άξαφν' ακούω στην πλώρη στριγγιά τη φωνή του σκοπού και την
καμπάνα που εχτύπαε διαβολεμένα. Την ίδια ώρα άλλη παρόμοια φωνή
και άλλος καμπάνας ήχος ακούστηκε να βγαίνη από το τρισκότιδο.
Όποιος δεν άκουσε στη ζωή του τέτοια φωνή και τέτοια καμπάνα,
χίλιες φορές καλότυχος και καλόμοιρος! Ο κίνδυνος της θάλασσας
δεν έχει γλώσσα φοβερώτερη από αυτή. Την ακούς μία στιγμή και την
θυμάσαι ως που να πεθάνης. Τι σου λέγει καλά — καλά δεν
προφτάνεις να καταλάβης, τ' αυτιά σου δεν προκάνουν ν' ακούσουν
τον ήχο και τον ρουφάει αμέσως ανατριχιασμένη η ψυχή και τον
αισθάνεται, μαχαίρι δίκοπο και κατάκρυο, όλη σου η ύπαρξις.
Άκουσες αυτόν τον ήχο; δέκα χρόνια από τη ζωή σου έχασες! Γιατί
πίσω του ακολουθάει πάντα, όπως πίσω από την πατρική κατάρα το
ξεθεμέλιωμα της γενεάς, ένας χτύπος κρύος που θυμίζει αμέσως το
χώμα και το νεκροκρέβατο. Και νάτος! αντήχησεν ο αναθεματισμένος
χτύπος κ' αισθάνθηκα το καράβι να σπαράζη σύσκαρο, σαν να το
έπιασαν σπασμοί. Πηδάω στην πλώρη. Ένα θεόρατο μπάρκο με τα πανιά
του τρίγγου και της αμπασογάμπιας ήταν κολλημένο μάσκα με μάσκα
στο δικό μας. Ήταν εκείνο που είδα μια στιγμή το μεσημέρι και το
έχασα πάλι. Τραβέρσο εμείς τραβέρσο εκείνο ετρακάραμε στη βόλτα.
Εκεί ν' ακούσης φωνές και κακό! Ο καπετάνιος του μπάρκου έβριζε
τον δικό μας και τον έλεγε τσοπάνο· ο δικός μας έβριζε και τον
έλεγε παπλωματά! Οι σκοποί στην άκρη της πλώρης, έτοιμοι ήσαν να
πιαστούν μαλλιά με μαλλιά. Οι ναύτες τρέχαν από πρύμη σε πλώρη μη
ξεύροντας τι γυρεύουν, βλαστημώντας χωρίς να ξεύρουν ποιόν και
γιατί. Άλλοι εγύρευαν τις βάρκες να ρίξουν στη θάλασσα και για
βάρκες έπιαναν τις κουπαστές. Ο Κράπας εγύριζε σαν το άλογο στο
αλώνι, σέρνοντας πίσω του μία γούμενα με την ελπίδα πως ήταν το
σεντούκι του. Ο Κουτρούφης ο Σιφνιός ετραβούσε τα μακριά του τα
γένεια, πιστεύοντας πως ετραβούσε τη σκότα του παπαφίγγου. Ο
Μπαρμπατρίγγας ο Μυκονιάτης ελούφαξε πίσω από τον αργάτη
λυσοδένοντας τα βρακιά του. Ούτε οι σκύλοι δεν έμεναν ήσυχοι. Ο
Καψάλης και ο άλλος του μπάρκου με την τρίχα σηκωμένη, τα μάτια
κατακόκκινα, σκαρφαλωμένοι στα παραπέτα άφριζαν δαγκάνοντας ξύλα
και σχοινιά και αλυχτούσαν, νομίζεις πως έβριζεν ο ένας
«τσοπάνο!» και του απαντούσεν ο άλλος «παπλωματά!» Έβριζαν οι
καπετάνοι, εφώναζαν οι ναύτες, αλυχτούσαν τα σκυλιά, η θάλασσα
ερέκαζε, τα καράβια ανεβοκατέβαιναν κ' ετριζοκοπούσαν αχώριστα,
σαν δύο θηρία που αρπαγμένα στόμα με στόμα πάσχουν να γονατίση το
ένα τάλλο· και ο άνεμος εβογγούσε στα σχοινιά! Και από ψηλά τα
φανάρια της γραμμής έχυναν το χρωματιστό φως τους σιωπηλά,
έκπληκτα θαρρείς για το πικρό δράμα.
Μέσα στη σύγχισι εγώ δεν ξεύρω πώς ευρέθηκα στην πλώρη. Σκύφτω,
τι να ιδώ; Όλη η δεξιά μάσκα φαγωμένη και το κύμα άγριο εχυνόταν
στο αμπάρι κ' αισθάνομαι το κατάστρωμα να φεύγη από τα πόδια μου.
Δεν χάνω καιρό, πηδάω στο μπάρκο.
— Παιδιά, εδώ! φωνάζω.
Γιατί επήδησα στο μπάρκο; γιατί εφώναξα «παιδιά εδώ»; Κ' εγώ δεν
ξεύρω. Είδα πως ήταν γερό εκείνο; έλπισα πως θα εσωνόμαστε με
αυτό; Τίποτα δεν είδα, τίποτα δεν έλπισα. Στη φωνή μου επήδησαν
και οι άλλοι στο μπάρκο και ο καπετάνιος υστερνός. Και απάνω στην
ώρα· πέντε λεφτά αργότερα όλοι θα επηγαίναμε στον πάτο. Γιατί από
το αδιάκοπο τίναγμα ήρθε μία στιγμή κ' εχωρίστηκαν τα καράβια. Το
μπαρκομπέστια εστέναξε βαθειά, εβούτησε με την πλώρη, έγειρε στο
δεξί πλευρό, ανατινάχτηκε με μία, ώστε που άνοιξε πλατειά η
θάλασσα και το έκλεισε αφροκοπώντας στην αγκαλιά της. Μα ιδές τι
Θεού συνεργεία! Το μπαρκοπέστια κατεβαίνοντας εσυνεπήρε μαζί το
μπαστούνι του μπάρκου με όλα τα σχοινιά και τους φλόκους και τα
σίδερα. Την ίδια στιγμή έρχεται ένα φύλλο δυνατό και ρίχνει κάτω
και το πλωριό κατάρτι με όλες του τις σταύρωσες. Αμέσως αλάφρωσε
το ξύλο. Έβγαλεν ένα δυνατό στέναγμα, σαν άλογο γονατισμένο από
βαρύ φορτίο, αντρειεύτηκε κ' ετινάχτη με την πλώρη ολόρθη. Στο
ξαφνικό ορθοπλώρισμα εκυλίσαμε όλοι στην πρύμη σαν ασκιά.
— Άλα παιδιά, στις τρόμπες! φωνάζει αμέσως ο καπετάνιος· μονάχα
οι τρόμπες είνε η σωτηρία μας!
Ριχνόμαστε πρόθυμα άλλοι εδώ άλλοι εκεί για τις τρόμπες. Μα το
μπάρκο τόρα ήταν έμπρυμο· η πλώρη και η μισή καρίνα ήταν στήθος
ελεύθερο εμπρός ώστε με το σκαμπανέβασμα το κατάστρωμα
εκαταντούσε κάθετο σαν νεροσυρμή. Ήταν όμως αυτό και η σωτηρία
μας. Γιατί και του μπάρκου η μάσκα ήταν φαγωμένη· αλλά το άνοιγμα
ψηλότερο τόρα έπαιρνε λιγώτερο νερό. Ως τόσο ηύραμε τις τρόμπες
και αρχίσαμε το τρομπάρισμα.
Εξημέρωσε τέλος ο θεός την ημέρα. Μα τι ημέρα; Ουρανός και
θάλασσα είχαν μία θολωμάρα που έσφιγγε την καρδιά. Πλέον συχαμένη
αυγή δεν θυμούμαι ν' απάντησα στη ζωή μου! Νομίζεις πως την
έστειλεν επίτηδες ο Θεός για να μας συνηθίση στη νύχτα του τάφου.
Άξαφνα εκεί που ετρομπάριζα ακούω τον ναύκληρο κάτι να σφυρίζη
στο αυτί του καπετάνιου. Αυτιάζομαι. Οι παλαιοί ναύτες του
καραβιού έλειπαν όλοι. Ακόμη έμαθα πως το μπάρκο ήταν Ιταλικό κ'
ευθύς μου ήρθαν της νύχτας οι φωνές, που μέσα στον αναβρασμό τους
έδινε την έννοια που ήθελε η ζαλισμένη φαντασία μου! Ανατρίχιασα
όλος. Οι ναύτες εκείνοι επήδησαν, βέβαια στο καράβι μας όπως
εμείς στο δικό τους και μαζί τους ερούφηξε η θάλασσα. Έλειπεν
όμως η μεγάλη βάρκα και ίσως σ' εκείνη εζήτησαν τη σωτηρία τους.
Κυτάζω γύρω· τίποτα. Τους εσυχώρεσα και τους εξέχασα. Ηύρε ως
τόσο τον κόχυλα κ' εφύσηξε ο ναύκληρος δύο — τρεις φορές. Αλλά
μόνον η φωνή του ακούστηκε βαρειά και στριμμένη, σαν ανάμπαιγμα
που έστελνε το άσπλαχνο το πέλαγο.
Κατά το μεσημέρι ο ήλιος έσχισε τον πυκνόν αιθέρα κ' έρριξε μιαν
αχτίνα του μακριά. Τα βουνά της Θεοδοσίας ψηλά, χιονισμένα,
έβγαιναν σαν κρυσταλλένια παλάτια μέσ' από τα θολά νερά και τον
σκούρον ορίζοντα. Είμαστε κάτου από την Κριμαία. Αν ήταν τρόπος
να πλησιάζαμ' εκεί θα είχαμ' ελπίδα σωτηρίας. Αλλά το μπάρκο στην
κατάστασι που ευρισκόταν έμοιαζε σώμα νεκρό και ανεμόφερτο. Και
μήπως είχε σκοπό να λιγοστέψη η χιονιά; Όσο επήγαινε Τούρκος
εγινόταν. Φύλλο στο φύλλο έρχονταν οι άνεμοι και άρπαζαν την
παγωμένη άχνη στα φτερά τους και την εστριφογύριζαν σύγνεφα εδώ
κ' εκεί σαν κουρνιαχτό στα τρίστρατα. Ήταν Σαραντάημερο, βλέπεις
και όλα τα συντάγματα, των διαβόλων ήσαν πεσμένα στο γιαλό. Και ο
βασιλιάς τους ακόμη, που έχει παντοτεινό θρόνο του τη Σαντορίνη,
μέσα ήταν κ' εκείνος και οδηγούσε τα φοβερά φουσάτα του στον
πόλεμο και χαλασμό του κόσμου. Η θάλασσα αφροκοπούσε από άκρη σε
άκρη κ' εκυνηγούσαν ένα το άλλο τα κύματα κ' εψήλωναν κ'
εδέρνονταν κ’ εβαρυβογγούσαν, γκαστρωμένα τον όλεθρο και τον
χαμό. Δεν επίστευες πως ήσαν νερό εκείνα παρά θηρία ανήμερα,
λύκοι και λέοντες και τίγρεις και ύαινες, αρκούδες ασπρομάλλες,
που κοπάδια πεινασμένα έβγαιναν από τα σκοτεινά ουρανοθέμελα και
ωρμούσαν, κατάρα του πελάγου και πικρή χολή στο άμοιρο καράβι
μας. Ένα κύμα εδώ επλάκωνε πύρινο, με το στήθος πλατύ εμπρός,
τρίζοντας τα δόντια του και φοβερίζοντας, σηκώνοντας ψηλά
Μεδούσιο κεφάλι, σαν να εζητούσε μέρος κατάλληλο να ριχθή για να
δώση το τελειωτικό χτύπημα. Άλλο εκεί εγλυστρούσε ταπεινό, σαν
την τίγρι που σέρνεται της κοιλιάς να πλακώση κοιμάμενο τον εχθρό
της και καθώς έφθανε κοντά, εψήλωνε για μιας θεόρατο, εκαβάλαε το
κατάστρωμα, εσάρωνε ό,τι εύρισκεν εμπρός, ξύλα και σχοινιά και
σίδερα κ επερνούσεν αντίπερα, γρούζοντας ακόμη και αλυχτώντας με
πείσμα που δεν ημπόρεσε να φέρη περισσότερη καταστροφή. Παρέκει
άλλο ερχόταν από μακριά ψηλό, φουσκωμένο, ακράτητο,
ανεμοκυκλοπόδης πολεμιστής με τη φαρέτρα του γεμάτη από φαρμακερά
βέλη, με την ψυχή μεστωμένη από πύρινο θυμό, ανυπόμονος να κάμη
και να δείξη, θέλοντας να σκορπίση σκόνη τον εχθρό του. Αυτή του
όμως η ανυπομονησία και ο θυμός έκαναν να σκάη πριν φθάση στον
σκοπό του και μανισμένο για τούτο, έστελνε τους αφρούς ολέθρια
της λύσσας του δείγματα. Και άλλα μύρια εσπρόχνονταν ολόγυρα
βιαστικά ποιο να χτυπήση πρώτο, ποιο να καταφέρη τη δυνατώτερη
πληγή, διαλέγοντας το μέρος που θα σκαλώσουν απάνω, σαν ασκέρι
άγριο πολιορκητών γύρω σε αντρειωμένο και άπαρτο κάστρο. Ένα εδώ
ελάγκευε και άρπαζε με αφρισμένα δόντια την κουπαστή· άλλο εκεί
με το παίξιμο της ουράς του έκανε τρίμματα τη σκάλα· άλλο με
προβοσκίδα φοβερή εσούβλιζε πέρα — πέρα τα παραπέτα και άλλο
έπιανε από την πρύμη κ' ετάραζε σύγξυλο το πλεούμενο, σαν
κουρέλι. Και άλλα, κοπάδι ολόκληρο, εγονάτιζαν κ' εγλυστρούσαν
φίδια κάτω από την καρίνα και για μιας επηδούσαν ολόρθα, να τ'
αναποδογυρίσουν πασχίζοντας. Κ' εκείνο έγερνε αποδώ, εδιπλάρωνεν
αποκεί, εβούτα με την πρύμη στα τάρταρα, εσηκωνόταν με την πλώρη
μεσουρανίς, εδερνόταν κ' εβογγούσε κ' εστέναζε αργά και πονετικά,
σαν αισθαντικό πράγμα μέσα σ' αυτά τα τέρατα. Ήρθε στιγμή που το
εσυμπόνεσα. Εξέχασα τον δικό μου κίνδυνο κ' εγύρισα σ' εκείνο την
προσοχή μου, μην ημπορώντας να φαντασθώ τι τάχα τους έφταιξε και
ήσαν τόσον οργισμένα εναντίον του τα κύματα;
Το μπάρκο είχε δύο τρόμπες· μία στην πρύμη και μία στην πλώρη.
Για να κινηθούν ήθελαν από τρεις ανθρώπους καθεμία. Στην αρχή δεν
ήθελαν ν' αφήσουν τον καπετάνιο να καταπιαστή με τις τρόμπες. Μα
έπειτα έγινε ο μοναχός αλλαχτής μας. Επήγαινε πότε στη μία, πότε
στην άλλη κ' έτσι έβγαινε ο ναύτης κ' έπαιρνε λίγη ανάσα. Από την
ώρα που έγινε το τράκο ως την αυγή εδουλέψαμε καλά. Αν δεν
ολιγόστεψε το νερό, δεν ημπόρεσε όμως και να μας κεφαλώση.
Δεν ξεύρω γιατί η νύχτα και ο κίνδυνος αγριεύουν τόσο τον
άνθρωπο, θηρίο γίνεται· χωρίς να θέλη αφρίζει· χωρίς να σκεφθή
δίνει σώμα στον κίνδυνο. Τον φαντάζεται άνθρωπο, δράκο πελώριο,
Γολιάθ σωστόν και αυτός, μικρός Δαυίδ γυρεύει να παλαίψη μαζί
του, να τον καταβάλη, έχοντας πεποίθησι στο πείσμα που τον κάνει
εφτάψυχον. Νομίζει πως τον έχει εμπρός του· πως τον αρπάζει από
τη μέση και τον βροντά χάμου, σαν καρπούζι. Τον βρίζει· και
καταλαβαίνει τη βρισιά να του κάθεται μυλόπετρα στην ψυχή και να
τον πνίγη. Τον φτει· και βλέπει το ρόχαλό του κακή παρασαρκίδα να
του ντροπιάζη το πρόσωπο. Δίνει γροθιά στη γροθιά, κλωτσιά στην
κλωτσιά, δάγκωμα στο δάγκωμα. Παλαίβει με τα χέρια, με τα πόδια,
με τα γόνατα, με το κεφάλι, με τα δόντια, με τα νύχια. Γύρω στο
σώμα του αισθάνεται να φυτρώνουν τόσα μέσα αμύνης απροσμάχητα,
που απορεί πώς δεν τα ήξευρε από πριν. Πιστεύει πως είνε ο
Εκατόγχειρας. Λέγει πως και τον ανασασμό του ακόμη αν θελήση να
μεταχειρισθή θ' αποσβολώση τον εχθρό του. Τον σπρώχνει αποδώ,
αποκεί τον ξεσχίζει, αλλού τον στραγκαλίζει. Αισθάνεται να τον
περιχύνη το αίμα του, τα κοψίδια να κρέμωνται στα δάχτυλα του
σπαρταριστά κ' εκείνος όλο φυσά και όλο θυμώνει και αντρειεύεται,
όπως ο Ιακώβ όταν επάλαιψε νύχτα με το Είδος του Θεού.