Και αν αι κριτικαί ενδείξεις εναντίον της γνησιότητος της περικοπής

ταύτης του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου ήσαν αφθονώτεραι ή ότι είνε, πάλιν

θα έφερεν επί του μετώπου ισχυροτάτην την απόδειξιν της αυθεντικής

αληθείας της. Δεν είνε υπερβολή να είπωμεν, ότι το κράμα το οποίον

αναπτύσει του τραγικού και του τρυφερού, η αντίθεσις την οποίαν

εμπεριέχει μεταξύ ευτελούς σκληράς πανουργίας και εξηρμένης

ευγενείας, συνέσεως και συγκινήσεως, υπερβάλλει πάσαν δύναμιν

ανθρωπίνης φαντασίας ή ώστε να είνε πλαστόν· ενώ η εικών της θείας

διορατικότητος αναγινωσκούσης τα ενδόμυχα των καρδιών, και θειοτέρας

ακόμη αγάπης διορώσης τα μυστικά ταύτα με άπειρον όμμα ευσπλαγχνίας,

μας δίδει έννοιαν της τε δυνάμεως και του προσώπου του Χριστού πολύ

υψηλοτέραν και πρωτοτυποτέραν ή όστε να μη βασίζηται επί των

γεγονότων. Ουδείς θα ηδύνατο να επινοήση, όπως ουδέ ν' αναμετρήση και

υπολογήση, την υπερτάτην καθαρότητα και το άρρητον θέλγητρον, την

ατάραχον κυριότητα της τε καταδίκης και της συγγνώμης, δι' ων τόσον

βαθέως χαρακτηρίζεται η διήγησις. Αι επανειλημμέναι περιστάσεις καθ'

ας, άνευ στιγμής ενδοιασμού, εματαίωσε τα δολερά σχέδια των εχθρών

Του, και ματαιώσας ταύτα εδίδαξεν άμα αιώνιόν τινα αρχήν νοήσεως και

πράξεως, είνε μεταξύ των μοναδικωτέρων αποδείξεων της πλέον ή

ανθρωπίνης σοφίας Του· και όμως ουδεμία των εκλάμψεων εκείνων του

ιερού φωτός, αίτινες ανέτελλον απ' Αυτού διά συγκρούσεως προς την

κακίαν και την έχθραν του ανθρώπου, υπήρξε λαμπροτέρα ή

περικαλλεστέρα ταύτης. Αυτό το γεγονός ότι η διήγησις ελλείπει από το

κείμενον του Ευαγγελίου πολλών αρχαίων χειρογράφων, ενώ υπάρχει εις

τα πλείστα· (Ο Άγιος Αυγουστίνος λέγει, ότι άνθρωποί τινες ασθενείς

την πίστιν αφήρουν την περικοπήν εκ των χειρογράφων των, ως

παρέχουσαν τάχα άδειαν του αμαρτάνειν· ο δε πατριάρχης Νίκων, ακμάσας

κατά την 10ην εκατονταετηρίδα, ρητώς λέγει ότι η περικοπή διεγράφη

από της Αρμενικής μεταφράσεως, επειδή ενομίζετο «βλαβερά τοις

πολλοίς»· ο Άγγλος επίσκοπος Ουόρδσουορθ νομίζει, ότι, η αυστηρότης

της Ανατολικής Εκκλησίας κατά της μοιχείας συνετέλεσεν εις την

απόρριψιν της περικοπής πολλαχού·) αυτή, λέγω, η έλλειψις της

περικοπής από πολλών χειρογράφων, και το ότι ολόκληραι Εκκλησίαι

εθεώρουν την διήγησιν ως επικίνδυνον και η περίστασις ότι επιφανείς

Πατέρες της Εκκλησίας ηγνόησαν ταύτην ή ομιλούσι περί αυτής μετά

τόνου οιονεί απολογητικού· όλα ταύτα συμπερασματικώς πείθουσιν ότι η

αληθής ηθική έννοιά της είνε παραπολύ υψηλή ώστε να υποθέση τις, ότι

επενοήθη ή παρεισήχθη άνευ αποχρώντος κύρους εις το ιερόν κείμενον.

Και όμως είνε παράδοξον ότι πολλοί δεν ενόησαν ότι, εις την ακτίνα

του ελέους την ούτως επανατείλασαν εξ ουρανού επί τον άθλιον

αμαρτωλόν, η αμαρτία προσέλαβεν όψιν δεκάκις απεχθεστέραν εις την

συνείδησιν της ανθρωπότητος, εις πάσαν συνείδησιν ήτις αποδέχεται ως

νόμον του βίου το ότι οφείλει να προσπαθήση όπως γείνη αγία ως άγιος

είνε ο Θεός, και καθαρά ως είνε καθαρός Εκείνος.

Όσον αλγεινή και αν υπήρξεν η σκηνή αύτη εις την καρδίαν του Σωτήρος,

τουλάχιστον ως ανακούφισις ήτο η συμπαθής αύτη απαλλαγή και άφεσις,

άφεσις, ως δυνάμεθα να έχωμεν πεποίθησιν, διά την αιωνιότητα, όχι

μόνον διά τον χρόνον, την οποίαν εχάρισεν εις μίαν ένοχον ψυχήν. Αλλ'

αι σκηναί αίτινες επηκολούθησαν, υπήρξαν ανιούσα κλίμαξ διαρκών

παρανοήσεων, κυμαινομένων εντυπώσεων, και πικρών ελέγχων, οίτινες

έκαμαν την μεγάλην και φαιδράν εορτήν να τελειώση με αιφνιδίαν

έκρηξιν λύσσης, και απόπειραν εκ μέρους των Ιουδαίων αρχόντων να Τον

θανατώσωσιν, όχι διά δημοσίας κατηγορίας, αλλά διά μανιώδους βίας.

Διότι, την αυτήν ημέραν, την ογδόην της εορτής, ως φαίνεται, ο Ιησούς

εξηκολούθησε τας διακοπτομένας εκείνας ομιλίας, αίτινες σκοπόν είχον

σχεδόν διά τελευταίαν φοράν να διατυπώσωσι σαφώς ενώπιον του

Ιουδαϊκού έθνους τας θείας αξιώσεις Του.

Εκάθητο την στιγμήν ταύτην εν τη στοά του Ναού τη λεγομένη του

Θησαυροφυλακίου, όπου πλησίον έκαιον δύο γιγαντιαίαι πολύφωτοι

λυχνίαι. Εκεί οι ιερείς και ο λαός, εν ήχω κυμβάλων και ψαλτηρίων (ή

κινυρών, ή αρπών), εχόρευον και έψαλλον τους ψαλμούς τους καλουμένους

«Ωδάς των Αναβαθμών», ων η αρχή: «Προς Κύριον εν τω θλίβεσθαί με

εκέκραξα». (Ψαλ ριθ'. — ρλγ').

Εις υπαινιγμόν προς τας παμμεγίστας ταύτας λυχνίας, ο Ιησούς ήρχισε

να διδάσκη· «Εγώ ειμι το φως του κόσμου». Ήτο διαρκώς το σχέδιόν Του

να περιβάλλη το σχήμα των λόγων Του με τας εξωτερικάς εκείνας εικόνας

αίτινες θα εξήγειρον την βαθυτάτην προσοχήν, και θα ενετύπουν

ανεξαλείπτως τους λόγους εις την μνήμην των ακροατών Του. Οι

Φαρισσαίοι ακούσαντες τους λόγους τούτους, τον κατηγόρησαν επί ματαία

κομπορρημοσύνη· αλλ' Εκείνος έδειξεν εις αυτούς ότι είχε του Πατρός

Του την μαρτυρίαν, αλλά και αν ούτω δεν είχε, το φως δύναται μόνον να

οραθή, μόνον να γνωσθή, διά της εμφανείας της ιδίας υπάρξεώς του·

άνευ αυτού, ούτε αυτό ούτε άλλο τι είνε ορατόν. Τον ηρώτησαν, «Πού

είνε ο Πατήρ Σου;» Είπεν αυτοίς ότι, μη γνωρίζοντες Αυτόν, δεν

ηδύναντο να γνωρίζουσι τον Πατέρα Του· είτα και πάλιν θλιβερώς τους

ενουθέτησεν ότι η αναχώρησίς Του ήτο εγγύς, και ότι τότε θα αδυνατώσι

να έλθωσι προς Αυτόν. Η μόνη απάντησίς των ήτο σκωπτική ερώτησις αν

ήθελε ν' αποκτείνη Εαυτόν και να βυθισθή ούτω εις τα βαθυτέρα σκότη

του άδου. Όχι, τους έδωκε να εννοήσωσι, δεν ήτο Αυτός, αλλ' εκείνοι,

οίτινες ήσαν εκ των κάτω, εκείνοι, όχι Αυτός, ήσαν προωρισμένοι, εάν

επέμενον εν τη απιστία, εις το σκοτεινόν τούτο τέλος· «Συ τις ει;»

ηρώτησαν πάλιν εν οργίλη και απίστω αμηχανία. «Την αρχήν ό,τι και

λαλώ υμίν», απήντησεν. Εκείνοι ήθελον ν' αναγγείλη Εαυτόν ως Μεσσίαν,

και ούτω να καταστή ελευθερωτής των εγκόσμιος και πρόσκαιρος· αλλ'

Αυτός θέλει μόνον να τους είπη τας πολλώ βαθυτέρας αληθείας, ότι

Αυτός είνε το Φως και η Ζωή και το Ύδωρ το Ζων, και ότι ήλθε παρά του

Πατρός — καθώς και αυτοί έμελλον να γνωρίσωσιν όταν ήθελον Τον υψώσει

επί του Σταυρού. Εκείνοι απέβλεπον μόνον προς τον Μεσσίαν των

Ιουδαίων. Αυτός θα τους κάμη να γνωρίσουν Αυτόν ως Λυτρωτήν του

κόσμου και Σωτήρα των ψυχών.

Καθώς ήκουον Αυτόν ομιλούντα, πολλοί, και εκ των ασπόνδων τούτων

εχθρών, ειλκύσθησαν εις πίστιν προς Αυτόν. Αλλ' ήτο πίστις

κλονουμένη, ατελής πίστις, πίστις ψευδής, πίστις μεμιγμένη με

χιλιάδας εγκοσμίων και πεπλανημένων φαντασιών, όχι πίστις ήτις να έχη

εν εαυτή την σώζουσαν δύναμιν, ή εφ' ης να βασισθή Εκείνος. Και την

έθεσεν εις άμεσον δοκιμασίαν, δι' ης επεκαλύφθη το κενόν αυτής, και η

πίστις μετεβλήθη εις μανιώδες μίσος. Είπεν αυτοίς, ότι το πιστόν και

το υπήκοον είνε τα σημεία της αληθούς μαθητείας, και τα γνωρίσματα

της αληθούς ελευθερίας. Η λέξις ελευθερία επενήργησεν ως λίθος

προσκόμματος εις το να δείξη το νόθον και επιπόλαιον της πίστεώς των.

Εκείνοι δεν εγνώριζον άλλην ελευθερίαν ειμή την πολιτικήν ελευθερίαν

την οποίαν σφαλερώς διεξεδίκουν· εδυσχέραινον προς την επαγγελίαν

μελλούσης πνευματικής ελευθερίας αντί της απολαβής της παρούσης

εθνικής ελευθερίας. Όθεν ο Ιησούς έδειξεν αυτοίς ότι ήσαν ακόμη

δούλοι της αμαρτίας, και ονόματι μόνον, όχι πράγματι, τέκνα του

Αβραάμ, ή τέκνα του Θεού. Εκείνοι εσεμνύνοντο επί τη γνησιότητι της

αρχαίας καταγωγής των, και επί τω προνομίω της αποκλειστικής

μονοθεΐας των· πλην Αυτός τους είπεν ότι τη αληθεία ήσαν, διά της

πνευματικής συγγενείας της σκληρότητος και του ψεύδους, τέκνα εκείνου

όστις ήτο ψεύστης και ανθρωποκτόνος απ' αρχής, τέκνα του διαβόλου. Η

επιτίμησις αύτη τους εκέντησε μέχρι μανίας. Ανταπέδωκαν ταύτην διά

της ασεβούς ύβρεως, «Σαμαρείτης ει και δαιμόνιον έχεις». Ο Κύριος

ημών φιλευσπλάγχνως και πάλιν έτεινε προς αυτούς την χαριτόβρυτον

δεξιάν, λέγων ότι, εάν θέλωσι να τηρήσωσι τα ρήματά Του, ου μόνον δεν

θ' αποθάνωσιν εν ταις αμαρτίαις αυτών, αλλά δεν θα ίδωσι θάνατον. Αι

νωθραί καρδίαι των δεν ηδυνήθησαν ουδέ να φαντασθώσι πνευματικήν

έννοιαν εις τους λόγους Του. Ηδύναντο μόνον να Τον επιβαρύνωσι με

δαιμονιώδες γαυρίαμα και ύβριν επί τούτοις. «Μη Συ μείζων ει του

πατρός ημών Αβραάμ, ος απέθανε, και οι προφήται απέθανον ομοίως; Ο

Ιησούς τους είπεν ότι εν προφητική δράσει, ίσως δε και διά

πνευματικής επιπνοίας, εις εκείνον τον άλλον κόσμον, ο Αβραάμ, όστις

δεν είνε νεκρός, αλλά ζων, είδε «και ηγαλλιάσατο ιδείν την ημέραν την

Εμήν». Τοιούτος ισχυρισμός τους εφάνη ή ανόητος ή βλάσφημος. Ο Αβραάμ

είνε τεθνεώς από ετών χιλίων και επτακοσίων. «Πεντήκοντα έτη ούπω

έχεις, και Αβραάμ εώρακας;» «Πώς να εννοήσωμεν λόγους ως αυτούς;» Θα

ηδύναντο καλώς να τους εννοήσουν αν το ήθελον, διότι οι ίδιοι

Ραββίνοι των είπον ύστερον: «Όταν ο Θεός έκαμε την Διαθήκην προς τον

Αβραάμ, απεκάλυψε προς αυτόν και το Ολάμ αυτό (την Διαθήκην), και το

μέλλον Ολάμ», (δηλ. την Διαθήκην του Μεσσίου). Και τοιαύτην εξήγησιν

τους έδωκεν ήδη ο Ιησούς όταν πραέως, αλλ' εν μεγίστη επισημότητι,

και με τον τύπον εκείνον της εμφαντικής βεβαιώσεως, τον οποίον μόνον

μετεχειρίζετο όταν ανήγγελλε τας πανδημοτάτας αληθείας Του, ο Σωτήρ

απεκάλυψε προς αυτούς την αιωνιότητά Του, την θείαν προΰπαρξίν Του

πριν εισέλθη εις το σκήνωμα της θνητής σαρκός:

«Αμήν, αμήν, λέγω υμίν, Πριν Αβραάμ γενέσθαι, Εγώ ειμι».

Τότε, εν εκρήξει ακρατήτου λύσσης, ενί των παροξυσμών εκείνων της

αιφνιδίας, αχαλινώτου, φρενιτικής λύσσης εις ην ο λαός ούτος υπέκειτο

καθ' όλας τας εποχάς εν πάση προσβολή κατά των θρησκευτικών δοξασιών

του, ήραν λίθους, ίνα λιθοβολήσωσιν Αυτόν. Πλην αυτή η τυφλότης της

λύσσης των ευκολώτερον κατέστησε το να τους αποφύγη. Η ώρα Του δεν

είχεν έλθη ακόμη. Μετ' εντελούς αταραξίας απεχώρησε του Ναού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΑ'.

Ο εκ γενετής τυφλός

«Τις ήμαρτεν;» — «Ύπαγε νίψαι εις του Σιλωάμ την κολυμβήθραν». — Εν

ημέρα Σαββάτου. — Ο άνθρωπος εξεταζόμενος παρά του Συνεδρίου. —

Γίνεται αποσυνάγωγος. — Ο Ποιμήν ο Καλός και οι μισθωτοί ποιμένες.

Ή ενώ επέστρεφεν εκ του ναού μετά την αποτυχούσαν λιθοβόλησιν, ή το

επόμενον Σάββατον, ενώ διέβαινεν, ο Ιησούς είδεν άνθρωπον τυφλόν εκ

γενετής.

Όλοι οι Ιουδαίοι ήσαν συνεισθισμένοι να θεωρώσι πάσαν ιδιαιτέραν

ταλαιπωρίαν και παν πάθημα ως άμεσον επακολούθημα ιδιαιτέρας τινός

αμαρτίας. Ίσως οι μαθηταί υπέθεσαν ότι οι λόγοι του Κυρίου προς τον

παραλυτικόν τον οποίον είχε θεραπεύσει εις την κολυμβήθραν Βηθεσδά,

ως και προς τον άλλον παραλυτικόν της Καπερναούμ, θα ηδύνατο να

σημαίνωσι κύρωσιν της τοιαύτης γνώμης. Ερώτησαν άρα πώς συνέβη να

γεννηθή τυφλός ο άνθρωπος. Μήπως οι γονείς του ήμαρτον; Μήπως αυτός;

Η πρώτη υπόθεσις ήτο αδύνατος. Η δευτέρα σκληρά. Ευρίσκοντο άρα εις

αμηχανίαν.

Εις τας ακάρπους χώρας τοιαύτης αγόνου θεωρίας, ο Κύριος δεν ηθέλησε

να τους ακολουθήση, και ως πάντοτε, απεθάρρυνε την ροπήν προς κρίσιν

επί των αμαρτιών των άλλων. «Ούτε ούτος ήμαρτεν, είπεν, ούτε οι

γονείς αυτού, αλλ' ίνα φανερωθή το έργον του Θεού εν αυτώ. Εμέ δει

εργάζεσθαι τα έργα του Πέμψαντός Με». Αυτός, το φως του κόσμου,

έμελλεν εν μια στιγμή να διασκεδάση το σκότος του. Τότε έπτυσε χαμαί,

έκαμε πηλόν με το πτύσμα, και επιχρίσας τους οφθαλμούς του τυφλού

εκέλευσεν, «Ύπαγε νίψαι εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ». Ο άνθρωπος

απήλθεν, ενίφθη, και ανέβλεψεν.

Ο σίελος του μη προσφάτως λύσαντος την νηστείαν επιστεύετο παρά τοις

παλαιοίς ότι είχεν ιαματικήν δύναμιν διά τους ασθενείς οφθαλμούς, και

πηλόν μετεχειρίζοντο ενίοτε προς ίασιν οιδημάτων επί των βλεφάρων.

Αλλ' ότι τα όργανα ταύτα ουδαμώς παρέβλαψαν την λαμπρότητα του

θαύματος είνε προφανές· και δεν έχομεν μέσον όπως αποφασίσωμεν εις

τούτο, όπως και εις άλλας παραπλησίας περιστάσεις, διατί ο Κύριος

ημών, όστις πολλάκις διά λόγου εθεράπευε, προέκρινεν άλλοτε να

μετέρχηται βραδυτέρας και επιμελεστέρας μεθόδους προς διενέργησιν της

υπερφυούς δυνάμεώς Του. Εις τούτο ουδέποτε απεκάλυψε τας αρχάς της

δράσεως, αίτινες αναμφιβόλως επήγαζον από την ενδόμυχον γνώσιν των

περιστάσεων, και από την διερεύνησιν των καρδιών εκείνων εφ' ων αι

ιάσεις Του εγίνοντο. Δυνατόν να έπραττε με σκοπόν να διδάξη πλείονας

αιωνίους αληθείας διά των επακολουθούντων συμβεβηκότων.

Σημειωτέον ότι η έκφρασις του Χριστού προς τους μαθητάς, «ίνα

φανερωθή τα έργα του Θεού εν αυτώ», δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος

εγεννήθη τυφλός επίτηδες όπως φανερωθή η δόξα του Θεού διά της ιάσεώς

του. Το ί ν α εκφράζει συνέπειαν και όχι σκοπόν, έχει εκβατικήν,

όχι τελικήν έννοιαν. Τούτο παρετήρησαν ήδη ο ιερός Χρυσόστομος, ο

θεοφύλακτος, και άλλοι. Και εκ της ερωτήσεως των μαθητών δε πρέπει να

φαντασθώμεν ότι οι απλοϊκοί Γαλιλαίοι εγνώριζον το δόγμα της

μετεμψυχώσεως, ή το ραββινικόν δόγμα περί προγενεθλίου αμαρτίας· ή

την πλατωνικήν και αλεξανδριανήν φαντασίαν περί προϋποστάσεως· ή την

νεωτερικήν θεωρίαν περί προληπτικής τιμωρίας δι' αμαρτίας

προεγνωσμένας.

Όπως και αν έχη, εις την περίστασιν ταύτην ο τρόπος της ενεργείας του

Σωτήρος ήγαγεν εις σοβαρά αποτελέσματα. Επειδή ο άνθρωπος ήτο

γνωριμώτατος εις Ιερουσαλήμ ως τυφλός επαίτης διά βίου, και η

εμφάνισίς του με την χρήσιν της οράσεως, επροξένησεν έξαψιν και

ταραχήν, εδυσκολεύοντο όσοι κάλλιστα τον εγνώριζον να πιστεύσωσι την

ιδίαν μαρτυρίαν του, ότι αυτός ήτο πράγματι ο τυφλός επαίτης όστις

ήτο τόσον γνωστός εις αυτούς. Δεν ηδύναντο να συνέλθωσιν από την

έκπληξίν των, και τον ηνάγκαζον να διηγήται και πάλιν να διηγήται την

ιστορίαν της ιάσεώς του. Αλλ' η διήγησις αύτη ενεφύσα εις την

έκπληξίν των νέον στοιχείον Φαρισαϊκής αγανακτήσεως· διότι και η

ίασις αύτη είχε γείνη εν ημέρα Σαββάτου! Οι Ραββίνοι είχον

απαγορεύσει εις πάντα άνθρωπον να χρίη και τον ένα των οφθαλμών του

με πτύσμα εν Σαββάτω, παρεκτός εν κινδύνω θανάτου. Και ο Ιησούς, όχι

μόνον επίχρισε και τους δύο οφθαλμούς του ανθρώπου, αλλ' ανέμιξε τον

σίελον με χώμα! Τούτο, ως πράξις ελέους, ήτο εν βαθυτάτη συμφωνία

προς αυτάς τας αφορμάς δι' ας το Σάββατον είχε θεσπισθή, και προς τα

μαθήματα δι' ά ήτο προωρισμένον να είνε εις διηνεκές μαρτύριον. Αλλά

το πνεύμα της στενής γραμματολατρίας και της δουλικής μικρολογίας και

της ποσοτικής υπακοής — το πνεύμα το οποίον ήλπιζε να σωθή διά της

αλεγβρικής εξισώσεως των καλών και κακών πράξεων — είχε προ πολλού

εξευτελίσει το Σάββατον από της αληθούς ιδέας της θεσμοθετήσεώς του

ως επιβλαβή δεισιδαιμονίαν. Το Σάββατον του Ραββινισμού, μεθ' όλης

της ταπεινής δουλοπρεπείας του, ουδόλως ήτο το Σάββατον του

φιλανθρώπου και αγίου νόμου του Θεού. Είχεν εκπέσει ως εκείνο το

οποίον ο Παύλος αποτελεί π τ ω χ ι κ ό ν ήτοι επαιτικόν, σ τ ο ι χ ε

ί ο ν.

Και οι Ιουδαίοι ούτοι ήσαν τόσον εμποτισμένοι με την μικρότητα αυτήν,

ώστε έν μοναδικόν θαύμα ελέους εξήγειρεν εν αυτοίς όχι τόσην έκπληξιν

και ευγνωμοσύνην, όσην φρίκην επί τη ολιγωρία της Σαββατικής

δεισιδαιμονίας των. Επομένως έσπευσαν να προσαγάγωσι τον άνθρωπον

ενώπιον των Φαρισαίων εν συμβουλίω. Τότε επηκολούθησεν η σκηνή την

οποίαν ο Ευαγγελιστής Ιωάννης αναγράφει κατά τρόπον τόσον αμιμήτως

γραφικόν εν τω θ' κεφαλαίω. Πρώτον ήλθε κατ' επανάληψιν η ερώτησις:

Πώς συνέβη το πράγμα; ακολουθουμένη υπό της επανειλημμένης βεβαιώσεως

ενίων εξ αυτών ότι ο Ιησούς δεν ηδύναντο να είνε εκ του Θεού, επειδή

δεν ετήρει το Σάββατον· και της αποκρίσεως άλλων ότι το να

ενδιατρίβωσιν εις την αθέτησιν του Σαββάτου εσήμαινεν, ότι

παραδέχονται το θαύμα, και παραδεχόμενοι το θαύμα ανεγνώριζον κάπως

το γεγονός ότι ο τελέσας τούτο δεν ηδύνατο να είνε κακοποιός οίον

άλλοι τον περιέγραφον. Είτα, περιελθόντες εις αδιέξοδον, ηρώτησαν τον

τυφλόν τίνα γνώμην είχε περί του ιατήρος του· κ' εκείνος, όστις δεν

ήτο εμπεπλεγμένος εις τον πλημελή κύκλον των συλλογισμών των,

απήντησε μετ' αφόβου ετοιμότητος ότι, «Προφήτης εστί».

Εν τω μεταξύ εκείνοι ενόησαν με ποίον χαρακτήρα είχον να κάμουν, και

επιζητούντες πλαγίαν τινά θυρίδα δι' ης ν' αρνηθώσι το θαύμα,

έστειλαν κ' εκάλεσαν τους γονείς του πρώην τυφλού. «Είνε αυτός ο υιός

σας; Εάν ισχυρίζεσθε ότι εγεννήθη τυφλός, πώς γίνεται ότι τώρα

βλέπει»; Ίσως ήλπιζον να εκπτοήσωσιν ή να δελεάσωσι τους γονείς

τούτους εις άρνησιν της συγγενείας, ή εις αναγνώρισιν απάτης. Αλλά

και οι γονείς επέμειναν εις την αλήθειαν, καίτοι μετά πανούργου

δουλικότητος απέφυγαν να συναγάγωσι συμπεράσματα τα οποία θα τους

εξέθετον εις δυσάρεστα επακόλουθα. «Ούτος βέβαια είνε ο υιός μας, και

βέβαια εγεννήθη τυφλός· ως προς τα λοιπά δεν ειξεύρομεν. Αυτός

ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε, και θα σας είπη».

Τότε — σχεδόν οικτείρει τις την πονηράν αμηχανίαν των — εστράφησαν

πάλιν προς τον πρώην τυφλόν. Αυτός, καθώς και οι γονείς του, είξευραν

ότι οι άρχοντες των Ιουδαίων ήσαν σύμφωνοι να εκδίδωσι το Χ ε ρ έ μ,

ήτοι την από της Συναγωγής αποκήρυξιν, παντός όστις θα ετόλμα ν'

αναγνωρίση τον Ιησούν ως τον Μεσσίαν· και οι Φαρισαίοι πιθανώς

ήλπιζον ότι ούτος θα έσπευδε να ακολουθήση την συμβουλήν των, «Δος

δόξαν τω Θεώ», τουτέστιν ν' αρνηθή ή να παραγνωρίση το θαύμα, και να

δεχθή την υπαγόρευσίν των, ότι ο Ιησούς ήτο αμαρτωλός.

Αλλ' ο άνθρωπος ήτο κατεσκευασμένος εκ στερροτέρας μάζης ή οι γονείς

του. Δεν επτοείτο από την εξουσίαν των, ούτε κατεβάλλετο υπό των

ισχυρισμών των. Ανέπνεεν ελευθέρως εν τη λιπώδει ατμοσφαίρα της

υπερτέρας αγιότητός των. «Η μ ε ί ς ο ί δ α μ ε ν, είχον ειπεί οι

Φαρισαίοι, ότι ο άνθρωπος ούτος αμαρτωλός εστιν». «Ει αμαρτωλός

εστιν, απήντησεν ο άνθρωπος, ο υ κ ο ί δ α· έν οίδα, ότι τυφλός ων

άρτι βλέπω». Τότε ήρχισαν πάλιν την κοπιώδη και ματαιόσχολον εξετασίν

των. «Τι εποίησε σοι; πώς ήνοιξέ σου τους οφθαλμούς;» Αλλ' ο άνθρωπος

τους είχε βαρυνθή πλέον. «Είπον ήδη ημίν, και ου προσέχετε. Ίνα τι

θέλετε πάλιν ακούειν; Μη και υμείς θέλετε μαθηταί Αυτού γενέσθαι;»

Τολμηρά ειρωνεία αύτη· να ερωτά τις τους σεμνούς τούτους, τους

επιτρεπτούς και λεπτολόγους Φαρισαίους, αν ήθελον να γείνωσι μαθηταί

του Προφήτου του εκ Ναζαρέτ! Αυτός ο πρώην τυφλός ήτο άνθρωπος

ανοικονόμητος! Αφού η εξουσία των, αι απειλαί, αι κολακείαι, ουδέν

ίσχυσαν προς αυτόν, ήλθον εις τας ύβρεις. «Συ ει μαθητής Εκείνου·

ημείς δε Μωσέως εσμέν μαθηταί· ημείς οίδαμεν ότι Μωσεί ελάλησεν ο

Θεός· τούτον δε ουκ οίδαμεν πόθεν εστί». Παράδοξον, απήντησε, να μη

γνωρίζητε τίποτε περί ανθρώπου όστις ετέλεσε θαύμα τοιούτον οποίον

ούτε ο Μωυσής δεν ετέλεσε ποτέ· και γνωρίζομεν ότι ούτε Αυτός ούτε

άλλος θα ηδύνατο να πράξη τούτο εάν δεν ήτο εκ Θεού». Πώς! Σκιαί του

Ιλλήλ και του Σαμμαΐ! είς τυφλός επαίτης, φύσει αμαθής, αιρετικός,

ετόλμα να τους διδάξη, αυτούς! «Εν αμαρτίαις συ εγεννήθης όλος, και

συ διδάσκεις ημάς; — Και εποίησαν αυτόν αποσυνάγωγον».

Αλλ' ο Ιησούς δεν παρέβλεψε τον πρώτον ομολογητήν Του. Εύρε τον

άνθρωπον, και λέγει αυτώ, «Πιστεύεις εις τον Υιόν του Θεού;» — «Και

τις εστι, Κύριε, ίνα πιστεύσω εις Αυτόν;»

«Και εώρακας Αυτόν, και ο λαλόν μετά σου εστι».

«Πιστεύω, Κύριε, (είπεν ο άνθρωπος) και προσεκύνησεν Αυτώ».

Πρέπει να ήτο μικρόν μετά τον χρόνον τούτον ότι ο Κύριος ημών

υπέδειξε την αντίθεσιν μεταξύ των διαφόρων αποτελεσμάτων της

διδασκαλίας Του· τους μη ιδόντας ποτέ, τους έκαμνε να βλέπουν· και

τους βλέποντες, τους έκαμνε τυφλούς. «Εις κρίμα εγώ εις τον κόσμον

ελήλυθα ίνα μη βλέψαντες βλέπωσι, και οι βλέποντες τυφλοί γένωνται».

Οι Φαρισαίοι έτοιμοι πάντοτε να προκαλέσωσι λογομαχίας, ζηλότυποι και

καχύποπτοι, ηρώτησαν: «Μήπως και ημείς είμεθα τυφλοί;» Η απάντησις

του Ιησού υπήρξεν ότι εν τη φυσική τυφλότητι δεν δύναται να υπάρχη

ενοχή, αλλ' εις εκείνους οίτινες μόνον προσκόπτουσιν εν τη τυφλώσει

της εκουσίας πλάνης, η αξίωσις ότι βλέπουσι ποιεί αυτούς

αυτοκατακρίτους.

Και όταν οι άρχοντες, οι διδάσκαλοι, οι οδηγοί, δεν βλέπωσι, πώς

δύναται ο λαός να βλέπη;

Η σκέψις αύτη ευλόγως ήγαγεν Αυτόν εις την φύσιν των αληθών και των

ψευδών διδασκάλων, την οποίαν ανέπτυξε και εξήγησεν εν τω ωραίω

απολόγω (ημιπαραβολή και ημιαληγορία) των αληθών και των ψευδών

ποιμένων. «Εγώ ειμι ο Ποιμήν ο Καλός, ο τιθείς την ψυχήν Αυτού υπέρ

τον προβάτων». Το καλός είνε αμετάφραστον εις οιανδήποτε άλλην

γλώσσαν. Σημαίνει εσωτερικήν αγαθότητα διαλάμπουσαν εν τω εξωτερικώ

κάλλει. «Ο μισθωτός δε και ουκ ων ποιμήν, φεύγει, και ου μέλει αυτώ

περί των προβάτων, ότι μισθωτός εστι». Και πάλιν: «Εγώ ειμι η Θύρα·

δι' εμού εάν τις εισέλθη, σωθήσεται, και εισελεύσεται, και

εξελεύσεται, και νομήν ευρήσει». Και είτα είπεν ότι, οικεία βουλήσει,

θα θέση την ζωήν Του διά τα πρόβατα, της τε αυλής ταύτης και όλης της

ποίμνης, και ότι, οικεία δυνάμει, θ' αναλάβη πάλιν αυτήν. Αλλά ταύτα

τα θεία μυστήρια υπερέβησαν την κοινήν κατάληψιν· και οι μεν έλεγον

ότι ήσαν μωρίαι δαιμονιζομένου μανιακού, οι δε μόνον παρετήρουν ότι

δεν ωμοίαζον με λόγια δαιμονιζομένου, και ότι ο διάβολος δεν θα

ήνοιγε τους οφθαλμούς του τυφλού.

Ούτω, με ολίγον καρπόν δι' αυτούς, εκτός του πικρού καρπού της οργής

και του μίσους, ετελείωσεν η επίσκεψις του Ιησού εις την εορτήν της

Σκηνοπηγίας. Κ' επειδή η ζωή Του ήτο ήδη εις κίνδυνον, απεχώρησε και

πάλιν εξ Ιερουσαλήμ εις την Γαλιλαίαν, προς βραχείαν επίσκεψιν, πριν

αποχαιρετίση διά τελευταίαν φοράν την πάλαιαν κατοικίαν Του.

Η ομιλία του Χριστού περί του Καλού Ποιμένος προσείλκυε και

κατεγοήτευε την φαντασίαν των πρώτων Χριστιανών. Μεταχειρίζονται

ούτοι συχνά το σύμβολον μετά ποιητικής εξάρσεως εις τους κρυφούς και

ανήλιους τόπους της λατρείας των. Οι θεολόγοι σπανίως την αναφέρουν.

Ήτο πολύ απλή και μάλλον τρυφερά ή ώστε να παρέχη θέμα εις τας

λεπτότητας της συστηματικής λογομαχίας. Αλλά το ευνοούμενον βιβλίον

της Ανατολικής Εκκλησίας κατά την β' εκατονταετηρίδα ήτο «ο Ποιμήν»

του Ερμά, και παρά τοις πρώτοις Χριστιανοίς ο χαρακτήρ του Χριστού ως

Καλού Ποιμένος ήτο γνωριμότατος. Ήτο «η τροφή της καθημερινής ζωής

των· η ελπίς των κατά τας σκληροτάτας δοκιμασίας· η πίστις της

πίστεώς των και ζωή της ζωής των».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΒ'.

Χαίρειν τη Γαλιλαία

Τα μεταξύ της Σκηνοπηγίας και των Εγκαινίων. — Μέγα επεισόδιον εν τω

Ευαγγελίω του Λουκά. — Χαρακτήρ του επεισοδίου. — Αποστολή των

εβδομήκοντα. — Η σφαγή των Γαλιλαίων υπό του Πιλάτου. — Αυστηραί

νουθεσίαι. — Η σκευωρία των Φαρισαίων. — «Πορευθέντες είπατε τη

αλώπεκι ταύτη» — «Δεύτε προς Με πάντες οι κοπιώντες».

Ευθύς μετά τα συμβεβηκότα τα αρτίως μνημονευθέντα, ο Ιωάννης

διηγείται άλλο γεγονός, το οποίον συνέβη δύο μήνας ύστερον, κατά την

χειμερινήν εορτήν των Εγκαινίων. Συμφώνως μ' ένα των σκοπών του κατ'

αυτόν Ευαγγελίου, όστις ήτο να διηγηθή εκείνα τα έργα του Χριστού εν

τη Ιουδαία, και ιδίως εν Ιερουσαλήμ, τα οποία οι Συνοπτισταί είχον

παραλίπει, ουδέν λέγει περί μεσολαβούσης και τελευταίας επισκέψεως

εις Γαλιλαίαν, ή εκείνων των τελευταίων οδοιποριών εις Ιερουσαλήμ,

περί των οποίων εν μέρει οι άλλοι Ευαγγελισταί μας παρέχωσι τόσας

πληροφορίας. Και όμως ότι ο Ιησούς πρέπει να επέστρεψεν εις Γαλιλαίαν

γίνεται δήλον ου μόνον εκ των άλλων Ευαγγελιστών, αλλ' εκ της θέσεως

των πραγμάτων και έκ τινων παρεμπιπτόντων γεγονότων εν αυτή τη

αφηγήσει του Ιωάννου.

Είνε γνωστόν ότι έν όλον μέγα τμήμα εν τω κατά Λουκάν, από κεφ. θ',

51 έως κεφ. ιη', 15, αποτελεί έν επεισόδιον, εν τη Ευαγγελική

αφηγήσει του οποίου πολλά συμβάντα ιστορούνται υπ' αυτού μόνον του

Ευαγγελιστού, και εν ώ αι ολίγαι μνείαι του χρόνου και του τόπου

δεικνύουσι βραδείαν και πανηγυρικήν πρόοδον από Γαλιλαίας εις

Ιερουσαλήμ. Μετά την εορτήν των Εγκαινίων ο Κύριος απεχώρησεν εις την

Πέραν του Ιορδάνου, άχρις ου εκλήθη εκείθεν διά του θανάτου του

Λαζάρου· μετά δε την έγερσιν του Λαζάρου, έφυγεν εις Εφραΐμ· και

ακολούθως μετέβη εις Βηθανίαν, έξ ημέρας προ του τελευταίου Πάσχα

Του.

Η τελευταία αύτη επίσκεψις του Σωτήρος εις Γαλιλαίαν πρέπει να υπήρξε

λίαν βραχεία, και φαίνεται να μη είχεν άλλο αντικείμενον ειμή την

προπαρασκευήν διά την αποστολήν των Εβδομήκοντα, και τον εγκαινισμόν

της οριστικής προκηρύξεως της βασιλείας του Χριστού καθ' όλον εκείνο

το μέρος της Αγίας Γης, το οποίον υπήρξε μέχρι τούδε ολιγώτερον

εξωκειωμένον προς τους λόγους και τα έργα Του. Αι οδηγίαι Του προς

τους Εβδομήκοντα Αποστόλους εμπεριείχον τον τελευταίον αποχαιρετισμόν

Του προς την Γαλιλαίαν, και η παροχή των οδηγιών εκείνων ίσως

συνέπεσε χρονικώς με την αναχώρησίν Του. Αλλ' υπάρχουσι δύο άλλα

συμβεβηκότα αναγραφόμενα εν τω ιγ' κεφαλαίω, τα οποία δυνατόν ν'

ανήκωσιν εις την αυτήν βραχείαν διατριβήν, ήτοι το άγελμα περί σφαγής

εν Γαλιλαία, και το μήνυμα όπερ ο Χριστός έλαβε περί των σχεδίων του

Ηρώδου κατά της ζωής Του.

Η κατοικία του Ιησού κατά τας ολίγας ταύτας ημέρας φυσικά πρέπει να

ήτο εις Καπερναούμ «Την ιδίαν πόλιν»· ενώ δε ητοιμάζετο εκεί προς

πάνδημον αναχώρησιν, μέλλουσαν να μη έχη επιστροφήν, ήλθόν τινες και

ανήγγειλαν Αυτώ νέας ταραχάς εξ εκείνων, οποίαι συχνά συνέβαιναν επί

της πραιτωρείας Ποντίου Πιλάτου. Και ότι ολίγοι φιλοτάραχοι ζηλωταί

πρέπει να κατεκόπησαν εις Ιερουσαλήμ υπό της ρωμαϊκής κουστωδίας, ήτο

εις τους ταραχώδους εκείνους καιρούς γεγονός συνηθέστατον. Ο

εύφλεκτος φανατισμός των Ιουδαίων κατά την εποχήν ταύτην, αι ανήσυχοι

ελπίδες αίτινες συχνά τους εξήγειρον εις μανίαν εναντίον του Ρωμαίου

άρχοντος, και αίτινες τους καθίστων έτοιμα θύματα παντός ψευδούς

Μεσσίου, είχον καταστήσει αναγκαίαν την κατασκευήν του Πύργου της

Αντωνίας, του ρίπτοντος την απειλητικήν σκιάν του επ' αυτού του Ναού.

Ο Πύργος συνεκοινώνει με τον Ναόν διά κλιμάκων και βαθμίδων, ώστε οι

Ρωμαίοι στρατιώται να δύνανται να τρέχωσι παραχρήμα, και καταστέλλωσι

πάσαν έκρηξιν ταραχών συνήθη κατά τας εορτάς, όπως και τώρα συμβαίνει

(9). Και εξ όλων των Ιουδαίων, οι Γαλιλαίοι, επειδή ήσαν οι πλέον

εμπαθώς ευερέπιστοι, υπέκειντο υπέρ πάντας τούς άλλους εις

κακοπαθείας εκ τοιούτων συγκρούσεων. Το δεινότερον το οποίον

κατέπληξε τους αφηγητάς, δεν ήτο τόσον η σφαγή, όσον η περίπτωσις ότι

το αίμα των σφαγέντων εν Ιερουσαλήμ Γαλιλαίων ανεμίχθη με το αίμα των

ιερείων, των θυομένων εν τω Ναώ. Και οι κομίσαντες την είδησιν προς

τον Ιησούν είχον, φαίνεται, μεγάλην φιλοπραγμοσύνην να μάθουν τίνα

πρέπει να ήταν τα εγκλήματα, τα οποία επήνεγκον τόσον τραγικόν το

τέλος των προσκυνητών εκείνων.

Ο Βίος του Χριστού · 第 24 / 41 段