Κατενόησεν ο Ιησούς τα βλέμματά των. Ηρμήνευσε τους μορμυρισμούς των.

Είπε προς αυτούς ότι η μάθησίς Του, ήρχετο αμέσως παρά του Ουρανίου

Πατρός Του, και ότι και αυτοί, εάν έπραττον του Θεού το θέλημα, θα

ηδύναντο να μάθωσι και να εννοώσι τα αυτά υψηλά μαθήματα. Εις πάσας

τας γενεάς υπάρχει ροπή τις εις το εκλαμβάνειν την μάθησιν ως

παιδείαν, την γνώσιν ως σοφίαν· καθ' όλους τους αιώνας υπήρξε

βραδύτις τις εις το κατανοείν ότι αληθής μάθησις του βαθυτάτου

χαρακτήρος δύναται να συνυπάρχη με πλήρη άγνοιαν παντός του

αποτελούντος την μάθησιν των σχολών. Κατά μίαν έννοιαν, έλεγεν ο

Ιησούς προς τους ακροατάς Του, εγνώριζον τον νόμον, τον οποίον είχε

δώσει αυτοίς ο Μωυσής, κατ' άλλην, διετέλουν εν οικτρά αγνοία τούτου.

Δεν ηδύναντο να κατανοήσωσι τας αρχάς του, επειδή δεν ήσαν πιστοί εις

τας εντολάς του. Και είτα τους είπε φανερά, «Ίνα τι μέλλετε φονεύειν

Με;»

Η απόφασις αύτη όπως Τον φονεύσωσιν ήτο γνωστή Αυτώ τω των καρδιών

γνώστη, και γνωστή είς τινας μόνον των ακροατών, αλλ' ως ένοχον

μυστικόν ετηρείτο από του πλήθους. Ούτοι (ο όχλος) απήντησαν εις το

ερώτημα, ενώ οι άλλοι (οι Ιουδαίοι) ετήρησαν την ένοχον σιωπήν των.

«Δαιμόνιον έχεις, (εκραύγασεν ο λαός)· τις θέλει φονεύσαι Σε;»

Ο Ιησούς δεν έδωκε προσοχήν εις την βάναυσον ύβριν. Τους ανέφερε περί

του έργου εκείνου της ιάσεως του παραλύτου εν Σαββάτω, και μηδέποτε

οκνών να διδάσκη ότι η αγάπη, όχι η προσήλωσις εις τους τύπους, είνε

η πλήρωσις του Νόμου, έδειξεν αυτοίς ότι το προς ίασιν πρόσταγμά Του

ουδόλως παρεβίασε το Σάββατον. Φέρ' ειπείν, ο Μωυσής είχε διατάξει

την περιτομήν τη ογδόη ημέρα, και αν η ογδόη αύτη ημέρα ετύγχανε να

είνε Σάββατον, εθυσίαζον άνευ δισταγμού την μίαν διάταξιν εις την

άλλην, και με όλην την εργασίαν την οποίαν απήτει, εξετέλουν εν

Σαββάτω την περιτομήν. Εάν ο νόμος της περιτομής υπερέχει του νόμου

του Σαββάτου, ο νόμος του Ελέους δεν υπερέχει αυτού; Εάν είνε ορθόν

διά σειράς πράξεων να εντρίβηται το τραύμα τούτο, είνε σφαλερόν δι'

απλού λόγου να επιτελήται ολοσχερής ίασις; Αν εκείνο δεν ηδύνατο

χάριν του Σαββάτου, επί μίαν ημέραν ν' αναβληθή, διατί ν' αναβληθή η

πλήρης ίασις και απαλλαγή ενός ανθρώπου; «Μη κρίνετε κατ' όψιν, αλλά

την δικαίαν κρίσιν κρίνατε.» Αντί να ευχαριστήσθε διαρκώς εις

επιπόλαιον τρόπον κρίσεως, έλθετε εισάπαξ είς τινα αρχήν δικαίας

αποφάσεως.

Οι ακροαταί του περιήρχοντο εις αμηχανίαν και έκπληξιν. Είνε ούτος,

κατά της ζωής του οποίου τινές σκευωρούσι; Μήπως Αυτός είνε ο

Μεσσίας; Όχι, δεν ημπορεί να είνε· επειδή γνωρίζομεν πόθεν Αυτός ο

λαλών έρχεται, ενώ λέγουν ότι ουδείς θα γνωρίζη πόθεν ο Μεσσίας θα

έλθη όταν εμφανισθή.

Υπήρξε μικρά τις ειρωνεία εν τη απαντήσει του Ιησού, εγνώριζον πόθεν

έρχεται και όλα τα κατ' Αυτόν, και όμως, εν πάση αληθεία, δεν ήρχετο

εξ Εαυτού, αλλ' εξ Ενός περί ου τίποτε δεν εγνώριζον. Η λέξις αύτη

έκαμέ τινας των ακροατών Του περισσότερον να εκμανώσιν. Επεθύμουν,

αλλά δεν ετόλμουν να Τον συλλάβωσι, και τόσω μάλλον όσω υπήρχόν τινες

τους οποίους οι λόγοι ούτοι έπεισαν, και οίτινες ανέφερον τα πολλά

θαύματά Του ως ακαταμάχητον απόδειξιν των ιερών αξιώσεών Του.

Είνε αξιοσημείωτον γεγονός, ότι οι Ιουδαίοι ουδέποτε απεπειράθησαν ν'

αρνηθώσι τα θαύματα του Ιησού. Το μόνον όπερ λέγουν οι Ταλμουδισταί

είνε, ότι είχε μάθη την μαγείαν εν Αιγύπτω, και διά της μαγείας

ταύτης εξετέλει τα θαύματα. Λέγουν προσέτι ότι τα εξετέλει διά του

«τετραγραμμάτου» ή του ιερού ονόματος. Διηγούνται δε τερατώδεις και

βλασφημοτάτους μύθους περί του τρόπου καθ' ον έμαθε δήθεν να προφέρη

το τετραγράμματον όνομα «ο Άνθρωπος εκείνος», όπως εν τη θεοκτόνω

λύσση των Τον ωνόμαζον πάντοτε.

Το ιερατικόν κόμμα, εδρεύον εν μέσω των περιβόλων του Ναού,

επληροφορείτο δι' απεσταλμένων εν τω μεταξύ περί όσων έπραξε και

είπεν ο Ιησούς την ημέραν εκείνην εν τω Ναώ και χωρίς να φαίνονται,

επετήρουν πάσας τας κινήσεις Του, μετά μοχθηρής λύσσης. Τα

υποψιθυριζόμενα εκείνα υπέρ Αυτού επιχειρήματα, ο βαθυνόμενος εκείνος

φόβος η και ευλάβεια και η εις Αυτόν πίστις, ήτις, εναντίον του ιδίου

κύρους και της εξουσίας των, ηύξαναν υπ' αυτούς τους οφθαλμούς των,

όλα ταύτα εφαίνοντο εις αυτούς και επικίνδυνα και ταπεινωτικά.

Απεφάσισαν δε να προβώσιν εις ευτολμοτέραν ενέργειαν. Έπεμψαν

εντολοδόξους όπως Τον συλλάβωσιν αιφνιδίως και λαθραίως, κατά την

πρώτην ευκαιρίαν ήτις ήθελε παρουσιασθή. Αλλ' ο Ιησούς δεν έδειξε

φόβον. Έμελλε να είνε μετ' αυτών επί μικρόν εισέτι, και τότε, και

μόνον τότε, θα επέστρεφε προς Εκείνον όστις Τον απέστειλε. Τότε δε

έμελλον να ζητώσιν Αυτόν και να ζητώσιν Αυτόν, όχι όπως τώρα με

εχθρικούς σκοπούς, αλλ' εν όλη τη αγωνία της τύψεως και της αισχύνης·

αλλ' η ζήτησίς των θα ήτο εις μάτην. Οι εχθροί Του δεν ηδυνήθησαν να

εννοήσωσι τον υπαινιγμόν. Εν ταις τρομεραίς ημέραις αίτινες έμελλον

να έλθωσι θα τον ενόουν λίαν καλώς. Τώρα ηδύναντο μόνον να

συμπεραίνωσι σκωπτικώς, ότι δυνατόν ίσως να είχεν έκφρονά τινα

πρόθεσιν όπως απέλθη εις την διασποράν τον Ελλήνων να διδάξη.

Ούτω διήλθεν η ημέρα αύτη της διαμάχης. Και πάλιν, «τη εσχάτη ημέρα

τη μεγάλη της εορτής», ο Ιησούς ίστατο εν τω Ναώ. Εν εκάστη ημέρα της

εορτής εγίνοντο μεγάλαι τελεταί και πανηγύρεις, και οι ιερείς ήντλουν

πανηγυρικώς ύδωρ από της κολυμβήθρας του Σιλωάμ, της παρά τους

πρόποδας του όρους Σιών, αι σάλπιγγες ήχουν, ο δε λαός έψαλλεν εν

χορώ, το Μέγα Ωσαννά, ήτοι τον ψαλμόν «Ώ Κύριε, σώσον δη», και το

Μέγα Αλληλούια, ήτοι τον ψαλμόν «Εξομολογείσθε τω Κυρίω ότι χρηστός,

ότι εις τον αιώνα το έλεος Αυτού».

Αινιττόμενος το χαρμόσυνον τούτο έθιμον, της αντλήσεως του ύδατος, ο

Ιησούς «έστη και έκραξε λέγων: Ει τις διψά, ερχέσθω προς Με και

πινέτω. Ο πιστεύων εις Εμέ, ως είπεν η Γραφή, ποταμοί ρεύσουσιν εκ

της κοιλίας Αυτού ύδατος ζώντος». Οι άριστοι εξ αυτών ησθάνοντο (και

τούτο είνε το ισχυρότατον πάντων των τεκμηρίων της Χριστιανοσύνης δι'

όσους πιστεύσωσιν εις Θεόν αγάπης) ότι είχον βαθείαν ανάγκην

παραμυθίας, και αναψυχής και σωτηρίας, της εκχύσεως του Αγίου

Πνεύματος, όπερ Εκείνος μόνος όστις ωμίλει προς αυτούς ηδύνατο να

δαψιλεύση. Αλλά το γεγονός ότι τινές ήρχιζον αναφανδόν να λέγωσι περί

Αυτού «ο Προφήτης» και «ο Χριστός», μόνον εξώργιζε τους άλλους. Είχον

μικράν δυσχέρειαν, την εξής:

«Μη εκ της Γαλιλαίας ο Χριστός έρχεται; ουκ εκ της Βηθλεέμ, εκ

σπέρματος Δαυίδ, ο Χριστός έρχεται;»·

Εν μέσω της διαιρέσεως ταύτης των γνωμών, οι αξιωματικοί τους οποίους

οι Φαρισαίοι είχον στείλη όπως συλλάβωσι τον Ιησούν, επέστρεψαν προς

αυτούς χωρίς ν' αποπειραθώσι να εκτελέσωσι το σχέδιόν των. Καθώς

ενήδρευον και κατά το ήμισυ εκρύπτοντο όπισθεν των κιόνων του Ναού,

ουχί απαρατήρητοι βεβαίως υπ' Εκείνου δι' ον παρεμόνευον, και ούτοι

θα ήκουσάν τινας των λόγων των εκβλυζόντων εκ του θείου στόματος Του.

Και ακούοντες αυτούς, δεν ηδύναντο να εκτελέσωσι την εντολήν των.

Ιερά γοητεία τους εκυρίευε, καθ' ης ν' αντισταθώσι δεν ίσχυον·

δύναμις απείρως ανωτέρα της ιδικής των εμηδένιζε την ρώμην των και

παρέλυε την θέλησίν των. Το ν' ακροώνται Αυτού εσήμαινεν ου μόνον ότι

αφοπλίζονται προς πάσαν απόπειραν εναντίον Του, αλλά και ότι κατά το

ήμισυ μετετρέποντο από ασπόνδων εχθρών τους εμφόβους μαθητάς Του.

«Ουδέποτε άνθρωπος ελάλησεν ως ούτος ο Άνθρωπος». Τούτο υπήρξε το

μόνον το οποίον ηδυνήθησαν να είπωσιν. Εκείνη η τολμηρά παρακοή εις

τας διαταγάς των Φαρισαίων πρέπει να τους κατέστησε περιδεείς ως προς

τας συνεπείας δι' εαυτούς, αλλ' η υπακοή θα απήτει θάρρος πολύ

μεγαλείτερον, και αι τύψεις του συνειδότος θα έδακνον αυτούς εις

αφόρητον βαθμόν.

Οι Φαρισαίοι τους επετίμησαν οργίλως. Μήπως και σεις θέλετε να

δεχθήτε Αυτόν τον Προφήτην των αμαθών, τον ευνοούμενον του επαράτου

και αθλίου όχλου; «Ο όχλος ούτος, ο μη γινώσκων τον Νόμον,

επικατάρατοί εισιν». Τότε ο Νικόδημος απετόλμησεν έν δειλόν ρήμα. Δεν

πρέπει να δοκιμάσητε, πριν Τον καταδικάσητε; Ουδεμίαν λογικήν

απάντησιν είχον ειμή λέξεις θυμού και οργής. «Μη και συ Γαλιλαίος ει;

Ερεύνησον και ίδε, ότι προφήτης εκ της Γαλιλαίας ουκ εγήγερται».

Πόθεν λοιπόν ήτο ο Ιωνάς; Πόθεν ο μέγας Ηλιού; Πόθεν ο Ναούμ και

πόθεν ο Ωσηέ; Όλοι ούτοι δεν ήσαν εκ της Γαλιλαίας; Οι νεώτεροι

Ιουδαίοι εν τοσούτω λέγουσιν ότι εκ Γαλιλαίας θα έλθη ο Μεσσίας, τον

οποίον περιμένουν ακόμη· και πολλοί τούτων εγκαθίστανται εις

Τιβεριάδα, πιστεύοντες ότι θα εξέλθη εκ των υδάτων της λίμνης· και

εις Σαφέδ, «την πόλιν την ορεινήν» πιστεύοντες ότι εκεί πρώτον θα

στήση τον θρόνον του. Αλλά δεν υπάρχει άγνοια τόσον βαθεία όσον η

άγνοια ήτις δεν θέλει να μάθη· ουδέ τυφλότης τόσον ανίατος όσον η

τυφλότης ήτις δεν θέλει να ίδη. Και ο δογματισμός των στενοκεφάλων

και των ηλιθίων όστις πιστεύει εαυτόν ότι είνε θεολογική μάθησις,

είνε υπέρ παν άλλο ο αμαθέστατος και ο τυφλότατος. Και τυφλός και

αμαθής ο Φαρισαϊσμός ο ανίατος εξηκολούθει να δάκνη ακόμη τον χαλινόν

και να άγχηται, μη θέλων να προσεγγίση εις την αλήθειαν. «Εν κημώ και

χαλινώ τας σιαγόνας αυτών άγξαις, των μη εγγιζόντων προς Σε».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Μ'.

Η επ' αυτοφόρω μοιχαλίς

Ο Ιησούς εις το Όρος των Ελαιών. — Η χαμερπής σκληρότης των

Φαρισαίων. — Η γυνή συρομένη εις τον Ναόν. — «Ο αναμάρτητος πρώτος

τον λίβον βαλέτω». — «Πορεύου, και μηκέτι αμάρτανε». — Η αταραξία του

Ιησού προς πάσαν προσβολήν. — «Το φως του Κόσμου». — Συζητήσεις των

Ιουδαίων και η λύσσα των.

«Η συνείδησις μας κάμνει όλους ανάδρους», έγραψε μέγας Άγγλος

ποιητής, ο Σαιξπήρος, του οποίου η πεφωτισμένη ψυχολογία πολύ ωφελήθη

εκ των Ευαγγελίων.

Την εσπέραν της ημέρας, καθ' ην συνέβησαν τα εν τω προηγουμένω

κεφαλαίω αναγραφόμενα, ο Ιησούς απεσύρθη εις το Όρος των Ελαιών. Αν

απήλθεν εις τον κήπον Γεθσημανί, και εις την οικίαν Του αγνώστου,

αλλά φίλα φρονούντος κτήτορός του, ή αν, μη έχων πού την κεφαλήν

κλίνη, απλώς εκοιμήθη, κατά τον ανατολικόν τρόπον, επί της πρασίνης

χλόης υπό τα αρχαία εκείνα ελαιόδενδρα, αδυνατούμεν να είπωμεν· αλλ'

είνε ενδιαφέρον να σημειωθή και πάλιν παρ' Αυτώ η απέχθεια εκείνη των

πολυανθρώπων πόλεων, η αγάπη εκείνη προς τον καθαρόν και δροσερόν

αέρα και προς την ηρεμίαν του όρους του ερημικού, την οποίαν βλέπομεν

πανταχού του επιγείου σταδίου Του. Αλλ' όμως δεν υπήρχεν, ως εικός,

παρ' Αυτώ τίποτε εκ της υπέρφρονος εκείνης αισθηματικότητος και της

νοσηράς φιλαυτίας, ήτις κάμνει τους δοκούντας εκλεκτούς μεταξύ των

θνητών ανθρώπων ν' αποφεύγωσι την κοινωνίαν. Τουναντίον, ημέραν μεθ'

ημέραν, ενόσω η επί της γης εργασία Του εξηκολούθει, Τον βλέπομεν

θυσιάζοντα ό,τι προσφιλέστατον εις την ψυχήν Του, και με όλον τον

καύσωνα, και την σύνθλιψιν, και την ενόχλησιν, εξακολουθούντα τα έργα

της αγάπης Του εν μέσω της πληθύος του όχλου. Αλλ' εν ώρα νυκτός, ότε

οι άνθρωποι δεν εργάζονται, ουδεμία κλήσις καθήκοντος απήτει την

παρουσίαν Του εντός των τειχών της Ιερουσαλήμ· και όσοι γνωρίζουσι

την ρυπαρότητα των παλαιών πόλεων δύνανται κάλλιστα να φαντασθώσι την

ανακούφισιν την οποίαν ησθάνθη το Πνεύμα Του όταν εδυνήθη να εκφύγη

από τας στενάς οδούς και τας πολυσυχνάστους αγοράς, να διασχίση την

χαράδραν και να ανέλθη την πρασίνην κλιτύν την πέραν ταύτης, και να

είνε μόνος μετά του Ουρανίου Πατρός Του υπό τον αστερόεντα ουρανόν.

Αλλ' όταν η ημέρα υπέφωσκε τα χρέη Του Τον εκάλουν και πάλιν εντός

των τειχών της πόλεως, και εις το μέρος εκείνο της πόλεως όπου σχεδόν

μόνον ακούομεν περί της παρουσίας Του· εις τας αυλάς του οίκου του

Πατρός Του. Και άμα τω όρθρω, οι εχθροί Του εξύφαναν νέαν σκευωρίαν

κατ' Αυτού, αι περιστάσεις της οποίας κατέστησαν την κακίαν των

αλγεινοτέρων ή όσον ήτο κινδυνώδης εκ προθέσεως.

Είνε πιθανόν ότι η ιλαρότης και το νωχελές της εορτής της Σκηνοπηγίας

έδιδεν αφορμήν εις ατοπήματα και εις πράξεις ακολασίας. Μία τοιαύτη

πράξις ανεκαλύφθη κατά την προλαβούσαν νύκτα, και η ένοχος γυνή

παρεδόθη εις τους Γραμματείς και Φαρισαίους.

Και αν ακόμη τα ήθη του έθνους κατά τους χρόνους εκείνους ήσαν

άμεμπτα, και αν οι άρχοντες αυτοί και οι διδάσκαλοι του έθνους ήσαν

τόσον υπεράνω των συγχρόνων των κατά την πραγματικήν, όσον ήσαν κατά

την επιτηδευμένην, αγιότητα του βίου, η ανακάλυψις και η απειλουμένη

τιμωρία της αθλίας ταύτης μοιχαλίδος δεν θα ηδύνατο να μη κινήση παν

ευγενές πνεύμα εις συμπάθειαν, ίσην τουλάχιστον με την φρίκην την

οποίαν το αμάρτημά της ενέπνεεν. Η αυστηρότης καθαρού την καρδίαν

δικαστού δεν είνε αυστηρότης αποκλείουσα πάντα οίκτον· είνε

αυστηρότης ήτις δεν θα επέβαλλεν εκουσίως ένα ανωφελή σπασμόν, είνε

αυστηρότης ουχί ασυμβίβαστος με ευγενή επιείκειαν, πλην όλως

ασυμβίβαστος: με κράμα δευτερευουσών αφορμών, όλως αδιάλλακτος με

πνεύμα κακοβούλου ελαφρότητος και απεχθούς φιλοπαιγμοσύνης.

Αλλά το πνεύμα το οποίον εκείνη τους Γραμματείς τούτους και

Φαρισαίους ουδαμώς ήτο το πνεύμα ειλικρινούς και προσβεβλημένης

αγνότητος. Εν τη παρακμή του εθνικού βίου, εν τη καθημερινή

εξοικειώσει προς ειδωλολατρικάς ακολασίας, εν τη βαθμιαία

υποκαταστάσει της λευιτικής λεπτολογίας αντί της εγκαρδίου ευσεβείας,

τα ήθη του έθνους διεφθάρησαν εις το έπακρον. Η δοκιμασία η διά του

«ύδατος της ζηλοτυπίας» προ πολλού είχε καταργηθή, και ο διά

λιθοβολισμού θάνατος ως ποινή της μοιχείας από μακρού είχε πέσει εις

αχρηστίαν. Ουδ' αυτοί οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, μεθ' όλα τα

μακρά κράσπεδα και τα πλατέα των φυλακτήρια, ησθάνοντο ειλικρινή

φρίκην προς μίαν ακαθαρσίαν δι' ης ο ίδιος βίος των συχνά εκηλιδούτο.

Ουδέν άλλο εύρον εν τω επεισοδίω το οποίον παρέδωκε την ένοχον ταύτην

γυναίκα εις χείρας των ειμή αφορμήν και ευκαιρίαν όπως ενοχλήσωσι,

παγιδεύσωσιν, ή και εμβάλωσιν ίσως εις κίνδυνον τον Προφήτην τούτον

της Γαλιλαίας, τον οποίον εθεώρουν ως τον ασπονδότερον εχθρόν των.

Ήτο συνήθεια μεταξύ των Ιουδαίων να συμβουλεύονται διακεκριμένους

ραββίνους εις αμφιβόλους και δυσχερείς περιστάσεις· αλλ' εδώ δεν

υπήρχεν αμφιβολία ή δυσχέρεια. Προ μακρού χρόνου είχε παύσει να

εφαρμόζηται η διάταξις του Μωσαϊκού νόμου ως προς τας μοιχαλίδας· και

ο νόμος ο Ρωμαϊκός θα παρακώλυε κατά πάσαν πιθανανότητα, τοιαύτην

απόφασιν να εκτελεσθή. Αφ' ετέρου αι πολιτικαί και θρησκευτικαί

ποιναί αι διά του διαζυγίου, ήσαν ανοικταί εις τον αδικηθέντα

σύζυγον· ουδέ διέφερεν η περίπτωσις της γυναικός ταύτης από τας των

άλλων, όσαι πα[ρα]πλησίως ημάρτησαν. Ούτε δε, αν εντίμως και

ειλικρινώς επεθύμουν την γνώμην του Ιησού, ηδύνατο να υπάρχη η

ελαχίστη δικαιολογία όπως σύρωσι την γυναίκα αυτήν ενώπιόν Του, και

ούτως υποβάλωσιν αυτήν εις ηθικήν βάσανον, ήτις θα ήτο τόσω μάλλον

αφόρητος ένεκα του εγκλείστου βίου των γυναικών εν τη Ανατολή.

Και διά τούτο, το να την υποβάλωσιν εις την εκ περισσού φρίκην της

βδελυράς ταύτης δημοσιότητος, να την σύρωσι, νωπήν ακόμη εκ της

αγωνίας της ανακαλύψεως, εις τους ιερούς περιβόλους του Ναού, να

υποβάλωσι την ακάλυπτον, λυσίκομον, περίτρομον ταύτην γυναίκα εις την

ψυχράν και σαρκικήν περιεργίαν κακεντρεχούς όχλου, να την

καταστήσωσιν, εν πλήρει αδιαφορία προς τας ιδίας ταλαιπωρίας της,

παθητικόν όργανον του μίσους των κατά του Ιησού· και να διαπράξωσιν

όλα ταύτα, όχι υπό το κράτος ηθικής αγανακτήσεως, αλλά προς θεραπείαν

της ιδιοτελούς και υπολογιζούσης κακοβουλίας των, απεδείκνυεν εκ

μέρους των ψυχρόν, σκληρόν κυνισμόν, άχαριν, ανελεήμονα, βάρβαρον

βαναυσότητα καρδίας και συνειδήσεως, ήτις δεν ηδύνατο ειμή να φανή

αποτρόπαιος εις Εκείνον όστις μόνος ήτο απείρως τρυφερός και

επιεικής, επειδή μόνος ήτο απείρως καθαρός.

Και ούτω την έσυραν προς Αυτόν, και την έστησαν εις το μέσον· την

αυτόφωρον ενοχήν υπό το βλέμμα της ασπίλου Αθωότητος, την έκπτωτον

αθλιότητα ενώπιον του βήματος του απείρου Ελέους. Και τότε, ως εάν αι

καρδίαι των δεν ήσαν μεσταί ύβρεως αρχίζουσι γλοιωδώς, μετά ειρωνικής

ευλαβείας, να εκθέτωσιν ενώπιόν Του τα κατ' αυτήν. «Διδάσκαλε, η γυνή

αύτη ελήφθη επ' αυτοφώρω μοιχευομένη. Μωσής δε έγραψεν εν τω Νόμω

λιθοβολείσθαι τας τοιαύτας· (το τ α ς τ ο ι α ύ τ α ς είνε εκ

προθέσεως περιφρονητικόν·) Συ δε τι λέγεις περί αυτής;»

Ενόμισαν ότι τέλος τον συνέλαβαν εις δίλημμα. Εγνώριζον την θείαν

ευσπλαχνίαν Του, δι' ης ηγάπησεν όπου άλλοι εμίσουν, και παρηγόρησεν

όπου άλλοι κατεφρόνουν· και εγνώριζον πως η ευσπλαγχνία εκείνη είχεν

εφελκύσει προς Αυτόν τον θαυμασμόν πολλών, την παριπαθή αφοσίωσιν όχι

ολίγων. Εγνώριζον ότι είς τελώνης ήτο μεταξύ των εκλεκτών Του, ότι

αμαρτωλοί είχον καθίσει παρ' Αυτόν εις δειώνα, και πόρναι ακατακρίτως

είχον νίψει τους πόδας Του και είχον ακροασθή των λόγων Του. Έμελλεν

άρα, ν' απολύση την γυναίκα ταύτην, και ούτω να καταστήση Εαυτόν

ένοχον αιρέσεως, αντιτιθέμενος ούτω διαρρήδην προς τον ιερόν νόμον; ή

μη έμελλε να κατανικήση την ιδίαν Του συμπάθειαν, και να φανή ανηλεής

και να καταδικάση; Και αν ούτως έπραττε, δεν θα προσέβαλλεν εν τω άμα

το πλήθος, το οποίον ήτο συγκεκινημένον υπό της τρυφερότητός Του, και

δεν θα προσέβαλλεν άμα τους πολιτικούς κρατούντας, γινόμενος ένοχος

αποστασίας; Πώς ηδύνατο άρα να εξέλθη της δυσχερείας; Και το έν και

το άλλο, είτε αίρεσις είτε προδοσία, κατηγορία ενώπιον του Συνεδρίου

ή καταγγελία προς τον Ρωμαίον πραίτωρα, εναντίωσις εις τους

ορθοδοξούντας ή απαλλοτρίωσις από των πολλών, αμφότερα θα υπηρέτουν

καλώς τους ασυνειδήτους σκοπούς των. Και το έν των δύο ώφειλεν,

εφρόνουν, να επακολουθήση. Ποία ευτυχής συγκυρία, ότι η ένοχος αύτη,

η δύστυνος γυνή έπεσεν εις τας χείρας των!

Όχι ακόμη! Μία αίσθησις όλης της ευτελείας των, της κακίας των, της

κυνικής διαπομπεύσεως παντός αισθήματος το οποίον ο οίκτος θα

συνεκίρνα και η αβρότης θα περιέστελλε, κατέθλιβε το πνεύμα του

Ιησού. Ηρυθρία διά το έθνος Του, διά την φυλήν Του· ηρυθρία όχι διά

τον εξευτελισμόν της αθλίας υποδίκου, αλλά διά την βαθυτέραν ενοχήν

των ανερυθριάστων κατηγόρων. Αγανακτών (διότι δεν θα είνε ασσεβές να

φανταζόμεθα παρ' Αυτώ μέγαν βαθμόν συγκινήσεων, τον οποίον και ο

ταπεινότατος των αληθών οπαδών Του θα συνεμερίζετο) επί τω ότι

εγίνετο ακουσίως το κέντρον τοιαύτης επονειδίστου σκηνής, και ότι η

ιερότης της ιδίας επιφυλάξεώς Του αναισχύντως ούτω παρεβιάζετο, και

τα πράγματα ταύτα, τα οποία ανήκουν εις την σφαίραν οικτίρμονος

αποσιωπήσεως εφέροντο ούτω κυνικώς εις γνώσιν Του, έκυψε την κεφαλήν

Του, και ως να μη ήθελε να τους ακούση, έγραφε διά του δακτύλου Του

εις το έδαφος.

Δι' άλλους παρ' αυτούς, τούτο θα ήρκει. Και αν δεν έβλεπον εις την

πράξιν Του έν σύμβολον λήθης (έν σύμβολον ότι η μνήμη πραγμάτων ούτω

γραφομένων επί της κόνεως δύναται να γείνη εξίτηλος και να

λησμονηθή,) άλλοι παρ' αυτούς δεν θα ηδύναντο ειμή να εξηγήσωσι την

χειρονομίαν, ότι εις τοιαύτα πράγματα ο Ιησούς δεν ήθελε ν' αναμιχθή.

Αλλ' αυτοί ουδέν είδον και ουδέν εξήγησαν, κ' εκεί ίσταντο ακλόνητοι,

επιμένοντες εις την βάναυσον ερώτησίν των, άτεγκτοι και ανηλεείς.

Η σκηνή δεν έπρεπεν επί πλέον να διαρκέση· και διά τούτο, ανακύψας

από της κυπτής στάσεώς Του, Εκείνος όστις ανεγίνωσκεν εις τας καρδίας

των, ατάραχος εξέδωκε κατ' αυτών την θλιβεράν απόφασίν Του.

«Ο αναμάρτητος εν υμίν, πρώτος τον λίθον επ' αυτήν βαλέτω».

Δεν ήτο κατάλυσις του Μωσαϊκού νόμου· τουναντίον, ήτο αποδοχή της

δικαιοσύνης τούτου, και αναμφιβόλως πρέπει να έπεσε βαρέως ως

θανατική απόφασις εις την καρδίαν της γυναικός. Αλλ' ενήργησε κατά

τρόπον πάντη απροσδόκητον. Ο τρομερός νόμος έμενε γραπτός· δεν ήτο ο

καιρός, δε ήτο η θέλησίς Του, να τον εξαλείψη. Αλλ' αφ' ετέρου, αυτοί

εκείνοι, με το να μη πράττουν κατά τον νόμον, με το ν' αναφέρουν το

όλον ζήτημα προς Αυτόν ως να έχρηζε νέας λύσεως, είχον κατ' ουσίαν

ομολογήσει ότι ο νόμος μόνον κατά θεωρίαν ίσχυε τανύν, ότι είχε πέσει

εις αχρηστίαν, ότι δε και μετά του νεύρους Του ακόμη δεν είχον

πρόθεσιν να τον εφαρμόσωσιν. Αφού λοιπόν όλη η ενέργεια εκ μέρους των

ήτο έκνομος και άτακτος, μεταφέρει την υπόθεσιν από του κριτηρίου του

νόμου εις το κριτήριον της συνειδήσεως. Ο δικαστής δυνατόν ενίοτε να

υποχρεούται να καταδικάση τον ένοχον, τον προσαγόμενον ενώπιόν του

επί αμαρτίαις, ων αυτός ούτος εγένετο ένοχος, αλλ' η θέσις αυτοκλήτου

κατηγόρου όστις εκθύμως ζητεί περιττήν καταδίκην είνε πολύ διάφορος.

Εντεύθεν το να καταδικάσωσιν αυτήν θα ήτο εις του Θεού το όμμα ως να

κατεδίκαζον εαυτούς· το να ρίψωσι τον πρώτον λίθον κατ' αυτής, θα ήτο

ως να έρριπτον λίθον αναθέματος καθ' εαυτών.

Επί μίαν μόνον στιγμήν είχε ρίψει προς αυτούς βλέμμα, αλλά το βλέμμα

εκείνο είχεν αναγνώσει εις τα ενδόμυχα των ψυχών των· είχε λαλήσει

προς αυτούς ολίγας μόνον λέξεις, αλλ' αι λέξεις εκείναι, όπως η φωνή

αύρας λεπτής προς τον Ηλιού επί του όρους Χωρήβ, υπήρξαν τρομερώτεραι

του ανέμου και του σεισμού. Έπεσον ως σπινθήρ πυρός εις ψυχάς

νυσταλέας, και ήρχισαν να καίουν εκεί άχρις ου «το ερυθριών και

αιδήμον πνεύμα» εξεγερθή εν αυτοίς. Οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι

έστησαν σιωπηλοί και περιδεείς· έχασαν την λαβήν των επί της

γυναικός· τα υβριστικά βλέμματά των, τα πλήρη δόλου και πονηρίας,

εταπεινώθησαν εις το έδαφος. Εκείνοι οίτινες ανεπιεικώς κατεδίκαζον,

δικαίως τώρα ησθάνοντο υπερβάλουσιν την αδημονίαν αφορήτου αίσχους,

ενώ επί των ενόχων συνειδήσεών των εβρυχώντο, ως ρόχθος θυέλλης και

βροντής, τοιαύται σκέψεις: «Διά τούτο είσαι ασυγχώρητος, ω άνθρωπε,

όστις και αν είσαι ο κρίνων· διότι, ενώ κρίνεις άλλον, καταδικάζεις

σεαυτόν· διότι συ ο κρίνων, τα αυτά πράττεις. Αλλ' έχομεν βεβαιότητα

ότι η κρίσις του Θεού είνε κατά αλήθειαν εναντίον εκείνων οίτινες

τοιαύτα πράττουσι. Και φρονείς τούτο, ω άνθρωπε, ο κρίνων τους

τοιαύτα πράττοντας και ο πράττων τα αυτά, ότι θα διαφύγης την κρίσιν

του Θεού; η υπεροράς τον πλούτον της Αυτού αγαθότητας και της ανοχής

και της μακροθυμίας· μη γινώσκων ότι η αγαθότης του Θεού σε οδηγεί

προς μετάνοιαν; αλλά κατά την σκληρότητά σου και την αμετανόητον

καρδίαν σου θησαυρίζεις σεαυτώ οργήν εν ημέρα οργής και αποκαλύψεως

της δικαίας κρίσεως του Θεού, ος αποδώσει εκάστω κατά τας πράξεις

αυτού.» Ήσαν τ ο ι ο ύ τ ο ι ως η γυνή την οποίαν κατηγόρησαν, και

δεν ετόλμησαν να σταθώσι.

Και ούτω, με καιούσας παρειάς και με συνεσταλμένας καρδίας, από του

πρεσβυτέρου μέχρι του νεωτέρου, είς είς απήλθον σιωπηλώς. Εκείνος δεν

ήθελε ν' αυξήση το αίσχος και την σύγχυσίν των με το να προσβλέπη και

να επιτηρή αυτούς· δεν επεθύμει ν' αποκαλύψη περισσοτέραν γνώσιν εκ

των ακαθάρτων μυστικών των καρδιών των. Έκυψε πάλιν κάτω και έγραφεν

εις την γην.

Έν των παλαιών χειρογράφων, εν τη Βιβλιοθήκη του Αγίου Μάρκου της

Βενετίας, έχει ενταύθα εν τω κειμένω την περίεργον προσθήκην:

«έγραψεν εις την γην ενός εκάστου αυτών τας αμαρτίας». Τούτο

αποδεικνύει πόσον ενωρίς ήρχισαν ήδη εις τους πρώτους χρόνους του

Χριστιανισμού αι εικασίαι περί του τι να έγραψεν ο Χριστός εις το

έδαφος. Άλλοι είπον ότι απλώς έγραψεν ό,τι και είπεν: «Ο αναμάρτητος

εν υμίν, κτλ».

Και όταν πάλιν ανέτεινε την κεφαλήν Του, όλοι οι κατήγοροι είχον

γείνη άφαντοι· μόνον η γυνή ίστατο ακόμη συνεσταλμένη ενώπιόν Του.

Και αύτη θα ηδύνατο να είχεν απέλθη ήδη· ουδείς την εκώλυε, και

φυσικόν θα εφαίνετο να φύγη οπουδήποτε, διά ν' αποφύγη τον κίνδυνον

και κρύψη την αισχύνην αυτής. Αλλ' η τύψις, δυνατόν δε και τρομώδης

ευγνωμοσύνη, εν η ελπίς εμάχετο προς την απόγνωσιν, την προσήλου εκεί

ενώπιον του Δικαστού της. Η όψις Του, η τρομερωτάτη πασών εις το

ατενίσαι, το μόνον βλέμμα όπερ επήγαζεν εκ ψυχής ενδεδυμένης εν τη

αμώμω μεγαλοσύνη της ασπίλου αθωότητος, ήτο άμα απαλόν και συγγνώμον.

Η στάσις της ήτο σημείον της μεταμελείας της.

«Η γυνή, ηρώτησεν ο Κύριος, πού εισιν εκείνοι οι κατήγοροί σου;

Ουδείς σε κατέκρινεν;»

«Ουδείς, Κύριε». Ήτο η μόνη απόκρισις την οποίαν τα χείλη της

ηδύναντο να εύρωσι δύναμιν ν' αρθρώσωσι· τότε δε έλαβε την

χαριτόβρυτον, αλλά και ανιχνευτικήν καρδίας άδειαν ν' απέλθη.

«Ουδ' Εγώ σε κατακρίνω. Πορεύου, και μηκέτι αμάρτανε».

Ο Βίος του Χριστού · 第 23 / 41 段