«Νομίζετε, είπεν ο Κύριος, ότι οι Γαλιλαίοι ούτοι ήσαν αμαρτωλοί παρά

πάντας τους Γαλιλαίους, όπως τοιαύτα πάθωσι; Σας λέγω, όχι· αλλ' εάν

μη μετανοήσητε, όλοι ομοίως θ' απολεσθήτε». Και τότε ανέμνησεν αυτούς

άλλο πρόσφατον παράδειγμα αιφνιδίου θανάτου, ότε ο Πύργος του Σιλωάμ

πεσών κατεθρυμμάτισε δέκα και οκτώ ανθρώπους τυχόντας εκεί. Και τους

είπεν ότι, όχι μόνον εκείνοι οι ταλαίπωροι δεν ήσαν εκτάκτως

κακοποιοί, αλλ' όλοι, εάν μη μετανοήσωσιν, όμοιον όλεθρον θα πάθωσιν.

Αναμφιβόλως ο Ιησούς ήθελε να διδάξη το μάθημα, ότι τα δυστυχήματα

της ζωής εις όλους τους αμαρτωλούς κατά τόπους και χρόνους

συμβαίνουσιν, αλλ' εκτός τούτου όλοι θα λάβωσιν εν καιρώ κατά τα έργα

αυτών. Αλλ' οι λόγοι του είχον και ιδιαιτέραν προφητικήν έννοιαν και

το ξίφος του Τίτου έμελλε να θερίση, μετ' ολίγας ενιαυτών δεκάδας,

την γενεάν των θεοκτόνων και τα τέκνα αυτών.

Όσον βραχεία και αν ήτο η διατριβή του Ιησού εις την παλαιάν

κατοικίαν Του, οι εχθροί Του ηνυπομόνουν να την καταστήσωσιν έτι

βραχυτέραν. Εφοβούντο, είχον βαρυνθή τον Κύριον της Ζωής. Αλλ' όμως

δεν ετόλμων φανερά να ομολογήσωσι τα αισθήματά των. Οι Φαρισαίοι

ήλθον προς Αυτόν εν επιπλάστω μερίμνη περί της ασφαλείας Του, και

είπον: «Έξελθε, και αναχώρησον εντεύθεν· ότι Ηρώδης ζητεί αποκτείναί

Σε».

Αλλ' η απάντησις του Ιησού ήτο υπερόχως ατάραχος: «Πορευθέντες είπατε

τη αλώπεκι ταύτη, ιδού, Εγώ εκβάλλω δαιμόνια και εργάζομαι ιάσεις

σήμερον και αύριον, και τη τρίτη τελειούμαι». Και είτα προσθέτει εν

πλήρει εμπιστοσύνη ασφαλείας μεμιγμένη μετ' ειρωνείας πικράς, «Αλλά

πορευθήσομαι εις την οδόν Μου σήμερον, και αύριον και την ημέραν την

επομένην· ότι ουκ εστι Προφήτην έξω της Ιερουσαλήμ αποκτανθήναι». Και

ίσως κατά την θλιβεράν ταύτην κρίσιν να εταλάνισεν, ως και ύστερον,

την πόλιν την ερυθράν εκ του αίματος των προφητών — ω, πόσον

θαυμασίως η προφητεία εκείνη επληρώθη! Πόσον δε τρυφερά είνε η εικών

της όρνιθος επισυναγούσης τους νεοσσούς υπό τας πτέρυγας αυτής — «και

ουκ ηθελήσατε. Ιδού αφίεται υμίν ο οίκος υμών έρημος».

Η μικρά σκευωρία των Φαρισαίων τούτων απέτυχεν. Είτε ο Ηρώδης

πράγματι έτρεφεν αόριστον σκοπόν να θανατώση τον Ιησούν, καθώς είχε

θανατώσει τον συγγενή Αυτώ Ιωάννην, είτε η φήμη ήτο απλή επίνοια, ο

Ιησούς την εθεώρησε μετ' αδιαφορίας. Ό,τι και αν εσχεδίαζεν ο Ηρώδης,

η ιδία Αυτού πρόθεσις ήτο να συμπληρώση την βραχείαν διατριβήν Του εν

Γαλιλαία εις τον πρέποντα καιρόν και όχι πρότερον. Μία ή δύο ημέρας

έμενον έτι εις Αυτόν, καθ' ας θα εξηκολούθει να εκτελή τα έργα του

ελέους Του επί πάντας τους ζυτούντας Αυτόν· μετά τούτο, ο χρόνος θα

ήρχετο ότε θα ανεχώρει διά τελευταίαν φοράν από τον τόπον ένθα διήλθε

την νεότητά Του, και θα έστρεφε το πρόσωπόν του ευσταθώς προς την

Ιερουσαλήμ. Έως τότε, (ούτω πρέπει να είπωσι προς τον πανούργον

κύριον των μεθ' ου αυτοί ωμοίαζον) ήτο υπό προστασίαν και άσυλον, το

οποίον ούτε η πονηρία αυτών ούτε η σκληρότης του αυθέντου των ηδύνατο

να παραβιάση.

Και αξίως απένειμεν εις Ηρώδην τον Αντίπαν την μόνην λέξιν της

αμιγούς περιφρονήσεως, ήτις μνημονεύεται ότι διήλθέ ποτε τα χείλη

Του. Εάν ποτε υπήρξεν άνθρωπος άξιος περισσής και δαψιλούς

περιφρονήσεως, ούτος ήτο ο φαύλος και επίορκος ηγεμονίσκος, ο

κίβδηλος προς την θρησκείαν, κίβδηλος προς το έθνος του, κίβδηλος

προς τους φίλους, κίβδηλος προς τους αδελφούς του, κίβδηλος προς την

γυναίκα του, εις τον οποίον ο Ιησούς έδωκε το όνομα «η αλώπηξ αύτη».

Αι απάνθρωποι κακίαι των Καισάρων αντανεκλώντο εις τους μικρούς

τούτους Νερωνίσκους και Καλιγουλίσκους των επαρχιών, εις τους

επιχωρίους τούτους τυράννους, τους ημιιδουμαίους και ημισαμαρείτας,

οίτινες επιθήκιζον την χειρίστην διαφθοράν του Καισαρισμού εις ον

ώφειλον αυτήν την ύπαρξίν των.

Αν η «αλώπηξ αύτη» ήκουσέ ποτε τον τρόπον καθ' ον τον εχαρακτήρισεν ο

Κύριος αγνοούμεν. Εν τη ζωή δεν συνηντήθησαν ειμή την πρωίαν της

Σταυρώσεως, ότε ο Αντίπας εξέσπασε κατά του Ιησού τους χλευασμούς

του. Αλλά νυν ο Ιησούς συνεπλήρωσε το τελευταίον έργον Του εν

Γαλιλαία. Συνεκάλεσε τους οπαδούς Του, και εξ αυτών εξέλεξεν

εβδομήκοντα όπως προετοιμάσωσι την οδόν Του. Ο αριθμός των ήτο

πιθανώς συμβολικός (λέγουσί τινες ότι αντεστοίχουν εις τα εβδομήκοντα

έθνη, εις όσα ο κόσμος διηρέθη, ως λέγεται, κατά την σύγχυσιν των

γλωσσών εν τω Πύργω της Βαβέλ), και η αποστολή τοσούτων όπως απέλθωσι

προ Αυτού ανά δύο και δύο, και προπαρασκευάσωσι διά την άφιξίν Του

εις πάσαν πόλιν ην προυτίθετο να επισκεφθή, υποδηλοί διά την

τελευταίαν ταύτην πορείαν άπειρον δημοσιότητα. Αι οδηγίαι όπως έδωκεν

αυτοίς πολύ ωμοίαζον μ' εκείνας ας είχε δώσει προς τους Δώδεκα· και

διαφέρουσι μόνον κατά την βραχύτητα, επειδή αναφέρονται εις μάλλον

παροδικόν διακόνημα. Παρέλιπε τον νυν περιττόν περιορισμόν περί μη

επισκέψεως των εθνικών και των Σαμαρειτών· και ίσως απένειμεν αυτοίς

ολιγώτερον δαψιλή την θαυματουργόν δύναμιν. Η απαγόρευσις του

προσαγορεύειν τινά καθ' οδόν είνε παροιμιώδης περί πάσης εσπευσμένης

αποστολής, και προήρχετο εκ τούτου, ότι οι χαιρετισμοί των Ασιανών

είνε πολύ μακρότεροι και διεξοδικώτεροι από τους παρ' ημίν συνήθεις.

Αι οδηγίαι Του αποπνέουσι προσέτι θλιβερώτερον τόνον, εμπνεόμενον από

την πείραν της συνεχούς απορρίψεως.

Και τώρα ήλθεν ο καιρός δι' Αυτόν ν' αναχωρήση, και ν' αναχωρήση εν

θλίψει. Άφηνεν εν τούτοις πιστάς τινας καρδίας όπισθέν του, αλλά

πόσον ολίγας! Η Γαλιλαία Τον είχεν απορρίψει, ως η Ιουδαία τον

απέρριψεν. Επί της μιας όχθης της λίμνης ην ηγάπα, όλος ο όχλος Τον

είχε παρακαλέσει ν' αναχωρήση από τα μέρη των· επί της ετέρας, μάτην

είχον προσπαθήσει να πικράνωσι τας τελευταίας παρ' αυτοίς ημέρας Του

δι' αθλίας σκευωρίας όπως τον τρομάξωσι να φύγη. Εις Ναζαρέτ, την

τερπνήν ορεινήν κώμην των παιδικών ημερών Του, εις Ναζαρέτ, την πλήρη

από τας αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας Του και της εστίας της

πανάγνου Μητρός Του, είχον ζητήσει να τον κατακρημνίσωσιν από την

οφρύν του βουνού. Και εις Χοραζίν, εις Καπερναούμ, και εις Βηθσαϊδά,

επί των παραδεισίων εκείνων οχθών της αργυράς λίμνης, εις την

τερπνοτάτην πρασίνην πεδιάδα, της οποίας πάντα αγρόν είχε διέλθη μετά

των Αποστόλων Του, εκτελών έργα ελέους και εκφέρων λόγους αγάπης, κ'

εκεί ακόμη έστεργον τους κεκονιαμένους τάφους της Φαρισαϊκής

σεμνοπροσωπίας, και τους κενούς τύπους της λευιτικής παροδόσεως,

καλλίτερον παρά το φως και την ζωήν ήτις προσεφέρετο αυτοίς υπό του

Υιού του Θεού. Ετρέφοντο με σποδόν· και η καρδία των πλανηθείσα

διέστρεψεν αυτούς. Εις πολλάς μεγάλας πόλεις της αρχαιότητος, εις την

Νινευή και την Βαβυλώνα, εις την Τύρον και την Σιδώνα, επί των

Σοδόμων και της Γομόρρας είχεν επιπέσει η οργή του Θεού· αλλά και

αυτή η Νινευή και η Βαβυλών θα εταπείνουν τας πομπώδεις

ειδωλολατρείας των, αυτή η Τύρος και Σιδών θα επεστρέφοντο εκ των

αρπακτικών ματαιοτήτων των, αυτά τα Σόδομα και η Γόμορρα θα μετενόουν

από των ρυπαρών ακαθαρσιών των, εάν είχον ιδεί τα κραταιά έργα τα

γενόμενα εις τας πολίχνας ταύτας και τας κώμας της θαλάσσης της

Γαλιλαίας. Και διά τούτο, Ουαί σοι, Χοραζίν! ουαί σοι, Βηθσαϊδά! και

εις σε, Καπερναούμ, την «ιδίαν πόλιν» Του, ουαί και τρις ουαί!

Με τοιούτους στοχασμούς εν τη καρδία, και τοιαύτας λέξεις εις τα

χείλη Του, απεχώρησεν από της σκηνής του απορριφθέντος κηρύγματός

Του· και επί πάσαν την χώραν ταύτην, και μάλιστα επί του μέρους

εκείνου, το ουαί έπεσε. Εκλεκτή ακόμη την καλλονήν, είνε έρημος και

κινδυνώδης την κατάστασιν. Τα πετεινά του ουρανού κελαδούσιν ακόμη

εκεί, και οι ρύακες ρέουσι, και η γη χλοάζει· αλλ' αι άμπελοι και οι

κήποι εξέλιπον, οι στολίσκοι και τα αλιευτικά πλοιάρια έπαυσαν να

διασχίζωσι την λίμνην, ο βόμβος ο ανθρώπινος και η τύρβη εσίγησε. Τα

ονόματα και αι τοποθεσίαι των πόλεων ελησμονήθησαν. Ερημικός φοίνιξ

πλησίον σειράς τινος καλυβών σημειοί τον τόπον και αναμιμνήσκει το

όνομα της πολίχνης, όπου έζη η μετανοούσα εκείνη αμαρτωλός, ήτις

ένιψέ ποτε του Χριστού τους πόδας διά των δακρύων της και απέμαξεν

αυτούς διά των τριχών της κεφαλής της.

Και η γενεά ήτις Τον απέρριψιν, ήτο καταδικασμένη ν' αναπολήση εν

αγωνία τας μακαρίας εκείνας ημέρας της επί γης παρουσίας του Υιού του

Θεού. Τριάκοντα έτη μόλις παρήλθον, και ο τυφών της Ρωμαϊκής εισβολής

ενέσκηψεν επί την τερπνήν εκείνην χώραν. Και όστις θέλη, ας αναγνώση

εις τον Ιώσηπον τας φρικωδεστάτας λεπτομερείας των ανηκούστων εκείνων

συμφορών, αίτινες επανειλημμένως απέσπασαν από του Εβραίου ιστορικού

την ομολογίαν, ότι, αναντιρρήτως, ο Θεός ήτο όστις έφερε τους

Ρωμαίους διά να τιμωρήσωσι τους Γαλιλαίους. Εκ των χιλιάδων εκείνων

των σφαγέντων εντός της λίμνης, εκ των χιλιάδων και μυριάδων των

σφαγέντων ανά την χώραν, εκ των χιλιάδων των σταλέντων να βοηθήσωσι

τον Νέρωνα εις την διόρυξιν του Ισθμού του Άθω, εκ των μυριάδων των

εξανδραποδισθέντων και ως δούλων πραθέντων, πόσοι άρα ήσαν οίτινες να

ενθυμήθησαν τότε Εκείνον ον απώθησαν, και ν' ανεπόλησαν ότι το τέλος

των χαριτοβρύτων λόγων όσα εξήλθον εκ του στόματός Του ήτο εκείνο το

ο υ α ί, το οποίον η σκληροτραχηλία των προυκάλεσε!

Δεν ηδύναντο ειμή να είνε θλίψις εις τοιαύτην αναχώρησιν από τοιαύτης

σκηνογραφίας. Και όμως το θείον πνεύμα του Ιησού δεν ηδύνατο επί

μακρόν να κυριεύηται υπό καταναλισκούσης θλίψεως. «Εν εκείνη τη ώρα

ηγαλλιάσατο ο Ιησούς τω πνεύματι». Και είπεν. «Εξομολογούμαι Σοι,

Πάτερ, ότι απέκρυψας ταύτα από σοφών και συνετών, και απεκάλυψας αυτά

νηπίοις· ναι, ο Πατήρ, ότι ούτως εγένετο ευδοκία έμπροσθέν Σου». Και

τότε, εν αυτή τη ώρα της χαρμονής και της εκστάσεως, εξεστόμισε τας

τρυφερωτάτας εκείνας λέξεις τας εξενεχθείσας ποτέ εν γλώσση

ανθρωπινή, ως πρόσκλησιν του Θεού προς τα τέκνα Του εν τη πασχούση

οικογενεία της ανθρωπότητος, «Δεύτε προς Με οι κοπιώντες και

πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς. Άρατε τον ζυγόν Μου εφ' υμάς, και

μάθετε απ' Εμού ότι πράος ειμι, και ταπεινός τη καρδία, και ευρήσετε

ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών».

Και αν η αληθής χαρά πρέπει να είνε αυστηρά και αγνή και αμιγής και

επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού. Τους προέτρεψε δε μάλλον διότι τα

ονόματά των ενεγράφησαν εν τοις ουρανοίς.

Προσέτι δε εχάρη τω πνεύματι διότι απορριφθείς υπό των Γραμματέων και

Φαρισαίων, ηγαπάτο και ελατρεύετο υπό τελωνών και αμαρτωλών. Οι

πτωχοί τους οποίους ευηγγελίζετο, οι τυφλοί ων τους οφθαλμούς είχεν

έλθη ν' ανοίξη, οι ασθενείς τους οποίους είχεν έλθει ν' ιατρεύση, οι

απολωλότες τους οποίους αποστολήν είχε να ζητήση και να σώση, όλοι

ούτοι συνέρρεον μετ' εγκαρδίου ευγνωμοσύνης προς τον Καλόν Ποιμένα,

τον Μέγαν Ιατρόν. Οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, ως συνήθως,

εγόγγυζον, αλλά τι τούτο προς τους χαίροντας ακροατάς; Προς τους

κοπιώντας και πεφορτισμένους ελάλει εν πάση ποικίλη μορφή ελπίδος,

ευλογίας και παραμυθίας. Διά της παραβολής της Πτωχής Χήρας τους

εδίδαξε το χρέος της πίστεως και το βέβαιον της αμοιβής εις την

άπαυστον και ένθερμον προσευχήν. Διά της παραβολής του αλαζόνος,

ευυπολήπτου, νηστεύοντος, ελεούντος, αυτάρκους Φαρισαίου, όστις

ανελθών ίνα προσευχηθή εις το Ιερόν, απήλθεν οίκαδε ολιγώτερον

δεδικαιωμένος ή ο ταλαίπωρος Τελώνης, όστις μίαν μόνον κραυγήν

εξέπεμπεν ενώ ίστατο τύπτων το στήθος και ταπεινών τους οφθαλμούς,

τους εδίδαξεν ότι ο Θεός καλλίτερον αγαπά την εν ταπεινώσει μετάνοιαν

ή την κομπάζουσαν αγαθοεργίαν, και ότι πνεύμα συντετριμμένον και

καρδία τεταπεινωμένη είνε κρείττων θυσία εις τον Θεόν. Ου μόνον δε

τούτο, αλλά τους έκαμε να αισθανθώσιν ότι είνε προσφιλείς τω Θεώ,

ότι, καίτοι πλανώμενα τέκνα, είνε τέκνα Του. Και διά τούτο εις τας

παραβολάς του Απολωλότος προβάτου και της Απολομένης Δραχμής

επιπροσέθηκε την του Ασώτου υιού.

Είπον ήδη ολίγα περί της παραβολής ταύτης, αλλά θα μοι συγχωρηθή να

προσθέσω ενταύθα ότι, ουδέποτε βεβαίως εν τη ανθρωπίνη γλώσση

τοσούτος και τοιούτος θησαυρός, ή μάλλον κόσμος ολόκληρος αγάπης,

σοφίας και τρυφερότητος συνεπτύχθη εις τόσον ολίγας αθανάτους λέξεις.

Εκάστη γραμμή, εκάστη απόχρωσις της εικόνος είνε έμπλεως υπερφυούς

καλλονής. Η τολμηρά και κενόδοξος απαίτησις του πτωχού νέου δι' ό,τι

θα ηδύνατο ν' απολαύση εκ της ζωής, η από της πατρώας οικίας

αναχώρησις, η εις μακράν χώραν αποδημία, ο βραχύς σπασμός της

απολαύσεως εκεί, ο ισχυρός λιμός εν τη χώρα εκείνη, η πρόωρος

εξάντλησις παντός ό,τι θα ηδύνατο να καταστήση την ζωήν ευγενή και

αγαστήν, η επακολουθήσασα άβυσσος του εξευτελισμού και της πτωχείας,

η περιφρονητική ολιγωρία την οποίαν ηναγκάζετο να υποφέρη παρά των

πολιτών της χώρας την οποίαν είχε προκρίνει της ιδίας πατρίδος του,

το πώς ήλθεν εις εαυτόν και ανελογίσθη παν ό,τι είχεν αφήσει οπίσω

του, η επάνοδος η εν συντριβή καρδίας και εν ταπεινώσει και μετανοία,

το πώς ο πατήρ του τον είδε μακρόθεν και πώς κατενύγη και

ευσπλαγχνίσθη επί τον πτωχόν τούτον άσωτον, η θορυβώδης χαρά της

όλης οικίας επ' αυτώ όστις ήτο αγαπητός και απολωλώς και είχεν

επανέλθη νυν εις την εστίαν, η άδικος ζηλοτυπία και το ευτελές

παράπονον του πρεσβυτέρου υιού, και τέλος η κατακλείς εκείνη της

παραβολής, ως εν υψηλή μελωδία:

«Τέκνον, συ πάντοτε μετ' εμού ει, και τα εμά πάντα σα εστι.

Ευφρανθήναι δε και χαρήνει έδει, ότι ο αδελφός σου ούτος νεκρός ην

και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη»· όλα ταύτα όντως είνε θεία

τις επιτομή της πλάνης του ανθρώπου και της αγάπης του Θεού, οποίαν

ουδέ ους ανθρώπου ήκουσέ ποτε αλλαχού. Βάλετε από το έν μέρος της

πλάστιγγος όλα όσα ο Κομφύκιος, ο Βούδδας, ο Ζωροάστρης και ο

Σωκράτης έγραψαν ή είπαν, βάλετε από το άλλο μέρος μόνην την

παραβολήν του Ασώτου, και θα ίδητε πού θα βαρύνη η πλάστιγξ. Η

παραβολή αύτη είνε η θεία προσαρμογή εις τας ανάγκας του ανθρώπου.

Ούτως η μεγάλη πορεία επλησίαζε βαθμηδόν εις το τέρμα της. Η φοβερά

επισημότης, η σκιά, ούτως ειπείν, της επερχομένης καταδίκης, το

υπονοούμενον «πολύ αργά», χαρακτηρίζουσι την αφήγησιν ταύτην ην

διετήρησεν ημίν μόνος ο ιερός Λουκάς. Φαίνεται ως ν' ακούωμεν απ'

αρχής μέχρι τέλους έν ημιτόνιον της βαθείας εκείνης περιπαθείας την

οποίαν είχεν εκφράσει ο Χριστός: «Έχω βάπτισμα βαπτισθήναι· και πώς

κωλυθήσομαι έως αν πληρωθή τούτο». Ήτο λύπη δι' όλην την διακοπείσαν

ειρήνην και την οργίλην αντίδρασιν την οποίαν το έργον Του θα

επροκάλει επί της γης, και το αίσθημα ότι ήτο παρασκευασμένος να

βαπτισθή (ήτοι να βυθισθή) εις την εκούσιον αγωνίαν της ήδη

εξαναφθείσης φλογός. Και τούτο φαίνεται να εξέπληξε τα πνεύματα όλων

των ακουόντων Αυτού. Ούτοι είχον προσδοκίαν, έμφοβον ή χαρμόσυνον

κατά την κατάστασιν της ιδίας συνειδήσεώς των, μεγάλου τινός. Νέα τις

φανέρωσις, αποκάλυψις διαλογισμών εκ καρδιών ανθρώπων, επέκειτο ήδη.

Τέλος οι Φαρισαίοι έλαβον θάρρος να Τον ερωτήσωσι, «Πότε έρχεται η

βασιλεία του Θεού;» Υπήρχεν ανυπομονησία και υλοφροσύγη τις, ίσως και

δόσις σαρκασμού, εις το ερώτημα, ωσανεί έλεγον, «Πότε όλον το κήρυγμα

και η προπαρασκευή αύτη λαμβάνει πέρας, και ο καιρός της ενεργείας

έρχεται;» Η απόκρισίς Του, ως συνήθως, υπεδείκνυεν ότι η άποψίς των

ήτο όλως σφαλερά. Η έλευσις της βασιλείας του Θεού δεν ηδύνατο να

εξακριβωθή διά της περιέργου εκείνης επισκοπήσεως εις ην επεδίδοντο

ούτοι. Ψευδόχριστοι και ψευδοδιδάσκαλοι δυνατόν να έκραζον «ίδε ώδε»

και «ίδε εκεί», αλλ' η βασιλεία αύτη ήτο ήδη εν τω μέσω αυτών. Η

απάντησις αύτη ήρκει διά τους Φαρισαίους, αλλά προς τους μαθητάς Του

προσέθηκε ρήματα εμπερικλείοντα την πληρεστέραν εξήγησιν. Και αυτοί

εντελώς δεν κατενόουν ότι η βασιλεία είχεν έλθει ήδη. Οι οφθαλμοί των

ητένιζον εις τα εμπρός εν απλήστω προσδοκία ενδόξου τινός μέλλοντος·

αλλ' εις το μέλλον, όσον ένδοξον και μονήρης, πόσον άφατος και άρρητος

και ανεκλάλητος πρέπει να ήτο η χαρά του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού,

όστις ήλθε ίνα δώση εις πάντας τους αγαπώντας Αυτόν, από του νυν και

έως του αιώνος, χαράν ην «ουδείς αίρει απ' αυτών», χαράν ην ο κόσμος

ούτε να δώση ούτε ν' αφαιρέση δύναται!

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΓ'.

Τα καθ' οδόν

Αγροικία των Σαμαρειτών. — Το πάθημα των Υιών της Βροντής. —

Επιτίμησις του Ιησού. — Πέραν του Ιορδάνου. — Οι Δέκα Λεπροί. — Η

αχαριστία. — «Οι δε εννέα πού;»

Οι Ευαγγελισταί δεν μας λέγουν την ακριβή οδόν την οποίαν έλαβεν ο

Ιησούς ως απήλθε της Γενησαρέτ. Αλλ' επειδή πιθανώς απέφυγε την

Ναζαρέτ, με τας βαθέως ευτυχείς και βαθέως θλιβεράς αναμνήσεις της,

δυνατόν να διέβη την γέφυραν της μεσημβρινής άκρας της λίμνης, και

ούτω να έφθασεν εις την πεδιάδα Εσδραελών, αφού δε διέτρεξε ταύτην,

θα έφθασεν εις την σειράν των ορέων την αποτελούσαν το βορεινόν όριον

της Σαμαρείας. Παρά τους πρόποδας της πρώτης ανωφερείας τούτων κείται

η πολίχνη Εγγανίν, ήτοι Κρήνη Κήπων. Τούτο θα ήτο το πρώτον

Σαμαρειτικόν χωρίον εις το οποίον θα έφθασε, κ' εκεί, ως φαίνεται,

έστειλε δύο αποστόλους του να ετοιμάσωσι δι' Αυτόν. Κατά τους μεν οι

δύο ούτοι ήσαν ο Ιάκωβος και Ιωάννης, οίτινες και θα ησθάνοντο

ζωηρότερον την προσβολήν της απορρίψεώς Του. Οι κάτοικοι του χωρίου

(οίτινες μέχρι της σήμερον διακρίνονται επί αφιλοξενία, κατά τας

μαρτυρίας των περιηγητών) απέσχον να δεχθώσιν Αυτόν. Προηγουμένως,

όταν διήλθε διά της Σαμαρείας μεταβαίνων εις τα βόρεια, εύρε τους

Σαμαρείτας ου μόνον προθύμους να δεχθώσιν, αλλά φιλοτιμουμένους να

παρατείνωσι την παρουσίαν Του παρ' αυτοίς, και απλήστως έχοντας όπως

ακούσωσι τους λόγους Του. Αλλά τώρα αι περιστάσεις διέφερον. Πρώτον

Αυτός επορεύετο νυν προς την πόλιν την οποίαν εμίσουν και τον Ναόν

τον οποίον κατεφρόνουν, και δεύτερον συνοδεύετο, ουχί υπ' ολίγων

Αποστόλων, αλλ' υπό μεγάλου πλήθους, οίτινες Τον προέπεμπον ως

Προφήτην και Μεσσίαν. Αν το Γαριζίν και όχι η Ιερουσαλήμ ήτο το τέρμα

της πορείας Του, το πράγμα πολύ θα διέφερε δι' αυτούς, αλλά τώρα

εξήπτετο το μίσος των κατά των Ιουδαίων. Και αν τοιαύτα ήσαν τα

αισθήματα του Εγγανίμι, δήλον κατέστη ότι κίνδυνος και ανωφελής

προσπάθεια θα ήτο πάσα απόπειρα όπως διέλθη διά του κέντρου της

Σαμαρείας. Ο Ιησούς άρα μετέβαλε τον δρόμον Του, και επέστρεψε πάλιν

προς την κοιλάδα του Ιορδάνου. Απορριφθείς εν Γαλιλαία· αποκρουσθείς

εν Σαμαρεία, άνευ γογγυσμού κατεύθυνε τα βήματά Του προς την Περαίαν.

Αλλ' η βαθεία αποθάρρυνσις η εκ της αρνήσεως ταύτης του να δεχθώσιν

Αυτόν ανεμίχθη εις το πνεύμα του Ιακώβου και του Ιωάννου με σφοδράν

αγανάκτησιν. Έμπλεοι λοιπόν των ελπίδων της βασιλείας του Μεσσίου,

ήτις επίστευον ότι νυν ήτο εις ακμήν ν' ανακηρυχθή, οι δύο αδελφοί

επεθύμησαν να ίδωσι μίαν εκδίκησιν εξ ουρανού, όπως ούτω στερεωθή, η

πίστις των οπαδών, η αρξαμένη ν' αποθαρρύνεται έκ τοιαύτης αμέσου

απωθήσεως. «Κύριε, θέλεις προστάξωμεν του κατελθείν πυρ εξ ουρανού,

και καταναλώσαι αυτούς, ως και Ηλίας εποίησε;» Τι το άπορον, λέγει ο

Άγιος Αμβρόσιος, αν οι Υιοί της Βροντής κεραυνούς επεζήτουν; Και αυτή

η φλέγουσα ορμητικότης των εφαίνετο να ευρίσκη δικαιολογίαν ου μόνον

εν το παραδείγματι του Ηλιού, αλλ' εν τη συγκυρία ότι το γεγονός εν

αυτή τη Σαμαρεία συνέβη. Ήτο άρα αναγκαιότερον προς προσωπικήν

υπεράσπισιν ενός Προφήτου ή προς διεκδίκησιν της τιμής του Μεσσίου

και των συνοδών Αυτού; Αλλ' ο Ιησούς στραφείς επετίμησεν αυτοίς. Ο

ουρανός του Θεού εχρησίμευε δι' άλλα πράγματα ή διά κεραυνούς. «Ουκ

οίδατε υμείς, είπε, τίνος πνεύματός εστε.» Δεν είχον κατανοήσει την

διαφοράν ήτις εχώριζε το Σινά και το Καρμήλιον όρος από το Θαβώρ και

τον Γολγοθάν. Αυτός είχεν έλθη ίνα σώση, ουχί ίνα απολέση· και αν

τινές ήκουον τους λόγους Του και δεν επίστευον, Αυτός δεν τους

έκρινε. Και ούτω, χωρίς έν ρήμα οργής, απήλθεν εις άλλην κώμην· και

αναντιρρήτως, ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, όστις εν τω μεταξύ είχε

γνωρίσει τίνος πνεύματος ήτο, ανεπόλησε τους λόγους τούτους του

Χριστού, όταν συναπήλθε μετά του Πέτρου εις Σαμάρειαν, όπως στηρίξη

τους προσηλύτους, και απονείμη εις αυτούς το δώρον του Αγίου

Πνεύματος.

Ίσως ήτο κατά την περίστασιν ταύτην (διότι βεβαίως ουδεμία ευκαιρία

θα ήτο προσφορωτέρα ή η δοθείσα εκ της ταχείας ταύτης και βαναύσου

αποπομπής) ότε ο Ιησούς, στραφείς προς τα πλήθη, τα οποία Τον

συνώδευον, απήγγειλε προς αυτά την ομιλίαν εν η ενοθέτει αυτά ότι

όλοι όσοι θέλουν να γείνωσι μαθηταί Του οφείλουν να έλθωσι προς Αυτόν

χωρίς να περιμένουν αμοιβάς επιγείους, αλλά να περιμένουν αποξένωσιν

από του κόσμου και εναντίωσιν. Οφείλουν να εγκαταλίπωσιν εν ανάγκη

πάντα γήινον δεσμόν, να λάβωσι δε τον σταυρόν και να Τον

ακολουθήσωσι. Παράδοξος γλώσσα, της οποίας την πλήρη σημασίαν ύστερον

μόνον έμαθον εκείνοι! Καλλίτερον να μη Τον ακολουθήσωσι, παρά να Τον

ακολουθήσωσι χωρίς να είνε παρεσκευασμένοι εις την πλήρη θυσίαν των

εγκοσμίων. «Ουδείς δύναται Θεώ λατρεύειν και Μαμμωνά».

Επειδή και η Γαλιλαία και η Σαμάρεια εκλείσθησαν ήδη εις Αυτόν,

εξηκολούθησε τον δρόμον Του εις την Πέραν του Ιορδάνου χώραν. Εκεί

συγκινητικώτατον γεγονός συνέβη. Εις τα περίχωρα μιας κώμης, θλιβερά,

παραπονετική κραυγή έπληξε τα ώτα Του, και αναβλέψας είδε δέκα

ανθρώπους λεπρούς, ηνωμένους εν κοινότητι θανασίμου ταλαιπωρίας.

Ούτοι ευρίσκοντο μακράν έξω, διότι δεν ετόλμων να πλησιάσωσιν, επειδή

η προσέγγισίς των ήτο μίασμα, και ήσαν υπόχρεοι να ειδοποιώσιν όλους

τους πλησίον ερχομένους, διά της σπαραξικαρδίου κραυγής. Τ α μ έ, Τ α

μ έ! (Ακάθαρτος! ακάθαρτος!) Ενυπήρχέ τι εις τον ζωντανόν εκείνον

θάνατον της λεπρότητος, το οποίον πάντοτε φαίνεται ότι εκίνει την

καρδίαν του Κυρίου εν ακαρεί εις συμπάθειαν. Και ποτέ τούτο δεν

συνέβη ζωηρότερον παρά τώρα. Μόλις ήκουσε την ελεεινήν κραυγήν των,

«Ιησού, Διδάσκαλε, σπλαγχνίσθητι εφ' ημάς»» και, χωρίς να σταματήση

σχεδόν ή να τους πλησιάση εγγύτερον, έκραξε μεγαλοφώνως προς αυτούς.

«Υπάγετε, δείξατε εαυτούς τοις ιερεύσι». Εκείνοι εγνώριζον την

σημασίαν του προστάγματος τούτου, εγνώριζον ότι τους παρήγγελλε να

τρέξουν να ζητήσουν από τον ιερέα την αναγνώρισιν της ιάσεώς των, εις

πίστωσιν της επανορθώσεώς των εις παν έθος και προνόμιον του

ανθρωπίνου βίου. Ήδη εις τον ήχον της κραταιάς εκείνης φωνής,

ησθάνθησαν ρεύμα υγιούς ζωής, ανακτηθείσης ρώμης, και καθαρωτέρου

αίματος σφύζοντος εις τας φλέβας των και καθώς εβάδιζον ήσαν

καθαρισμένοι ήδη.

Φοβερώτατον δεινόν είνε η νόσος εκείνη, και άμετρος ήτο η ευεργεσία η

γενομένη υπό του Χριστού εις εκείνους τους πάσχοντας. Θα ενόμιζέ τις

ότι ούτοι θα έτρεχον υπερνικώντες παν πρόσκομμα όπως πέσωσιν εις τους

πόδας του ιατήρος και Τον ευχαριστήσωσι. Ποία άρα ιδιοτέλεια, ποία

Ιουδαϊκή κενοδοξία, ποία ιερατική επέμβασις, ποία νέα και χειροτέρα

λέπρα αισχράς αχαριστίας, τους παρεκώλυσεν; Αγνοούμεν. Γνωρίζομεν

μόνον ότι εκ δέκα θεραπευθέντων, είς μόνος επέστρεψε, και ούτος

Σαμαρείτης. Παρά τα μεθόρια των δύο χωρών είχον συναθροισθή, ως ο

αφρός εις τα όρια του κύματος και της άμμου, η αθλιότης αμφοτέρων·

αλλ' ενώ οι εννέα Ιουδαίοι υπήρξαν ατίμως αχάριστοι, ο είς, ο

Σαμαρείτης, υπέστρεψεν και μεγάλη τη φωνή εδόξασε τον Θεόν, και έπεσε

παρά τους πόδας Αυτού, ευχαριστών Αυτώ. Η καρδία του Ιησού, καίτοι

εξοικειωθείσα προς την αχαριστίαν, πάλιν συνεκινήθη υπό του καταφώρου

τούτου δείγματος. «Ουχί οι δέκα εκαθαρίσθησαν, (ηρώτησεν εν οδυνηρά

εκπλήξει), οι δε εννέα, πού; Ουχ ευρέθη ο αποδώσων δόξαν τω Θεώ, ειμή

ο αλλογενής ούτος;» Ήτο ως να έπιπτον όλαι αι ευεργεσίαι αύται εις

βαθύν σιγηλόν τάφον. Η φωνή της ταλαιπωρίας των είχεν εξεγείρει εν

ακαρεί την ηχώ του ελέους Του· αλλά η θαυματουργός ευποιία των

οικτιρμών Του, καίτοι διαπερώσα αυτήν την φυσικήν ύπαρξίν των, δεν

διήγειρεν ευγνωμοσύνην εις τας γηίνους και λεπράς καρδίας των.

Ουχ ήττον ο αλλογενής ούτος δεν επέστρεψεν εις μάτην, ουδέ θα μείνη η

σπανία αρετή της ευγνωμοσύνης του αβράβευτος. Όχι το σώμα του μόνον,

αλλ' η ψυχή Του έμελλε να καθαρισθή διά των λόγων του Σωτήρος:

«Εγερθείς πορεύου· η πίστις σου σέσωκέ σε».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΔ'.

Διδασκαλίαι καθ’ οδόν

Συζητήσεις περί Σαββάτου. — Η Χαμαί Συγκύπτουσα. — Ο υδρωπικός. —

Αυτάρκεια των Φαρισαίων. — Έριδες περί πρωτοκαθεδρίας. — Η παραβολή

του Δείπνου του Γάμου. — Φιλαργυρία των Φαρισαίων. — Ο Πλούσιος και ο

Λάζαρος. — Ο Καλός Σαμαρείτης. — Επάνοδος των Εβδομήκοντα. — Το πτώμα

και οι Αετοί.

Και κατά την τελευταίαν ταύτην οδοιπορίαν, ο Κύριος δεν διέφυγε τους

ελέγχους, την αντίδρασιν, τας ενστάσεις, ενί λόγω τον Φαρισαϊσμόν των

Φαρισαίων και των ομοίων ταυτοίς. Αι περιστάσεις αίτινες τους

παρώργιζον εναντίον Του ήσαν αι αυταί οποίαι είχον υπάρξει καθ' όλον

το στάδιόν Του — ακριβώς εκείναι, καθ' ας το παράδειγμά Του ήτο

υψηλότατον και η διδασκαλία Του ευεργετικωτάτη — τουτέστιν η

εκτέλεσις εν Σαββάτω έργων ελέους, και η μετά τελωνών και αμαρτωλών

αναστροφή.

Ο Βίος του Χριστού · 第 25 / 41 段