ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΖ'.

Ο δαιμονιζόμενος νεανίσκος

Οι Μαθηταί και οι Γραματείς. — Η ίασις του δαιμονιζομένου. — «Πίστιν

ως κόκκον συνάπεως». — Φιλονικεία περί του τις ο μείζων. — , «Εάν μη

γένησθε ως το παιδίον τούτο». — Η ερώτησις του Ιωάννου. — Ο ανελεήμων

δανειστής.

Η φαντασία όλων των αναγνωστών των Ευαγγελίων επλήγη από την

αντίθεσιν την μεταξύ της ειρήνης, της δόξης, της θείας επικοινωνίας

των υψωμάτων του όρους, και της συγχύσεως, της λύπης, της απιστίας,

της αγωνίας, τα οποία εχαρακτήρισαν την πρώτην σκηνήν ήτις παρέστη

εις τα όμματα του Ιησού και των Αποστόλων του άμα κατελθόντων εις τα

χθαμαλά εδάφη του ανθρωπίνου βίου.

Διότι κατά την απουσίαν των επήλθε συμβεβηκός τι, το οποίον ενέπλησε

τους άλλους μαθητάς ταραχής και εξάψεως. Είδον πλήθος συνηθροισμένον

και Γραμματείς μετ' αυτών, οίτινες μετά ερίδων και απειλών

εστενοχώρουν και κατεδίωκον την ηλαττωμένην ομάδα των εκκλεκτών φίλων

του Χριστού.

Αίφνης εν μέσω της κρίσεως ταύτης το πλήθος βλέπει τον Ιησούν. Κάτι

εις την όψιν Του, ασυνήθης τις μεγαλειότης, φθίνουσα τις μαρμαρυγή,

τους επλήρωσεν εκπλήξεως, και έτρεξαν προς Αυτόν μετά προσρήσεων. Τις

η φιλονικεία σας προς αυτούς; ερωτά απτόητος τους Γραμματείς. Αλλ' οι

Γραμματείς δεν ήθελον και οι μαθηταί δεν ετόλμων να δώσωσιν

απάντησιν. Τότε εκ μέσου του πλήθους εξήλθεν είς άνθρωπος, όστις

γονυπετήσας έμπροσθεν του Ιησού, έκραζε μεγάλη τη φωνή, «Κύριε,

ελέησόν μου τον υιόν, ότι σεληνιάζεται και κακώς πάσχει». Είχε φέρει

τον άθλιον πάσχοντα εις τους μαθητάς, όπως εκδιώξωσι το πονηρόν

πνεύμα, και η αποτυχία των έδωκεν αφορμήν εις τα σκώμματα των

Γραμματέων.

Όλη η σκηνή ελύπησε τον Ιησούν κατάκαρδα. «Ω γενεά άπιστος και

διεστραμμένη, εφώνησεν· έως πότε έσομαι μεθ' υμών, έως πότε ανέξομαι

υμάς;» Η κραυγή αύτη της αγανακτήσεως εφαίνετο απευθυνομένη προς

πάντας· προς το απλώς περίεργον πλήθος, προς τους κακοβούλους

Γραμματείς, προς τους βραδείς την πίστιν και κλονουμένους μαθητάς.

«Φέρετε Μοι αυτόν ώδε».

Ο ταλαίπωρος νέος εκομίσθη, και μόλις το όμμα του έπεσεν επί τον

Ιησούν, κατελείφθη υπό δεινού παροξυσμού του νοσήματος. Έπεσεν εις το

έδαφος μετά βιαίων σπασμών, κ' εκυλίσθη με αφρίζοντα χείλη. Ήτο

δεινότατον είδος δαιμονιώδους επιληψίας υφ' ης έπασχεν.

Ο Ιησούς εβράδυνεν ολίγον. Ήθελε να στηρίξη την κλονισμένην πίστιν

του πατρός.

«Πόσος χρόνος εστιν εξ ου τούτο συνέβη αυτώ;,» ηρώτησεν ο Κύριος.

«Παιδιόθεν· και πολλάκις έρριψεν αυτόν εις το πυρ και πολλάκις εις το

ύδωρ· αλλ' ε ι τ ι δ ύ ν α σ α ι, βοήθησον ημίν σπλαγχνισθείς».

«Ει δύνασαι; είπεν ο Ιησούς· πάντα δυνατά τω πιστεύοντι».

Τότε ο δύστηνος πατήρ έρρηξε την φωνήν εκείνην, την εξενεχθείσαν υπό

εκατοντάδων μυριάδων έκτοτε, και τόσω βαθέως αρμόζουσαν εις γενεάν

ήτις, καθώς η ημετέρα, εχαρακτηρίσθη ως άμοιρος μεν πίστεως, αλλά

τρομάζουσα προς την απιστίαν: «Π ι σ τ ε ύ ω, Κ ύ ρ ι ε· β ο ή θ ε ι

μ ο υ τ η α π ι σ τ ί α».

Εν τω μεταξύ, εφόσον διήρκει ο βραχύς διάλογος, η συρροή του πλήθους

ηύξανεν επί μάλλον, και ο Ιησούς, στραφείς προς τον πάσχοντα, είπε:

«Το πνεύμα το άλαλον και κωφόν, Εγώ σοι επιτάσσω, έξελθε απ' αυτού,

και μηκέτι εισέλθης εις αυτόν». Κραυγή τις αγριωτέρα, φοβερώτεροι

σπασμοί επηκολούθησαν τους λόγους τούτους, και είτα ο νεανίσκος

έκειτο επί του εδάφους, όχι πλέον ασπαίρων και αφρίζων, αλλ' ακίνητος

ως νεκρός. Τινές δε είπον, «Απέθανεν». Αλλ' ο Ιησούς τον έλαβεν από

της χειρός, και εν μέσω των επιφωνημάτων της εκπλήξεως του πλήθους,

τον απέδωκεν εις τον πατέρα του, ήσυχον και υγιά.

Ο Ιησούς είχε δώσει προηγουμένως εις τους μαθητάς Του την δύναμιν να

εκβάλλωσι δαιμόνια, και η δύναμις μάλιστα εξησκήθη επ' ονόματι Του

υπό τινων οίτινες δεν ήσαν μεταξύ των ανεγνωρισμένων μαθητών Του.

Ουδέ είχον αποτύχη πρότερον. Φυσικόν άρα ήτο να Τον ερωτήσωσι το

αίτιον της παρούσης αδυναμίας των. Είπε δε αυτοίς παρρησία ότι, διά

την απιστίαν αυτών δεν ηδυνήθησαν να εκβάλωσι το δαιμόνιον. Δυνατόν η

αίσθησις της απουσίας Του να τους εξησθένισε. Τους εδίδαξε προσέτι

δύο μεγάλα μαθήματα. Πρώτον, ότι υπάρχουσι νοσήματα πνευματικά άμα

και σωματικά και ηθικά, εξ αμαρτιών και διά της συνεργείας του εχθρού

προσφυόμενα εις τους ανθρώπους, τα οποία δεν δύνανται να εξορκισθώσιν

ειμή διά προσευχής και νηστείας. «Τούτο το γένος ουκ εκπορεύεται ειμή

εν προσευχή και νηστεία». Δεύτερον, ότι εις την τελείαν πίστιν όλα

είνε δυνατά. Εάν έχη τις πίστιν, ως κόκκον σινάπεως, θα ηδύνατο να

είπη εις το όρος τούτο, «Εγέρθητι εντεύθεν, και βλήθητι εις την

θάλασσαν, και γενήσεται».

Ο Ιησούς είχε φθάσει ήδη εις το βόρειον άκρον της Αγίας Γης, και

ήρχισε να στρέφεται προς τα οπίσω. Βλέπομεν εκ του Ευαγγελιστού

Μάρκου ότι η επιστροφή Του ήτο εσκεμμένως κρυφία και ιδιωτική, ίσως

διά των ορέων και κοιλάδων της Άνω Γαλιλαίας προς τα δυτικά του

Ιορδάνου. Ο σκοπός Του δεν ήτο, πλέον να διδάσκη τα πλήθη, τα οποία

είχον αποπλανηθή και τον απέρριψαν, αλλά να εξακολουθήση το

ουσιωδέστερον εκείνο έργον, την διδασκαλίαν και μόρφωσιν των

Αποστόλων Του. Και τώρα το διαρκές υποκείμενον της διδασκαλίας Του,

ήτο η εγγίζουσα παράδοσίς Του, ο θάνατος και η ανάστασις. Αλλ' ωμίλει

προς βραδείς την καρδίαν και αμβλείς, οίτινες και ηγνόουν και δεν

ετόλμων να ερωτήσωσι. Το μόνον πράγμα το οποίον φαίνεται να ησθάνοντο

βαθέως ήτο, ότι παράδοξος τις έκβασις της ζωής του Χριστού,

συνοδευομένη από τινος μεγάλης αναπτύξως της βασιλείας του Μεσσίου,

επέκειτο· και τούτο επέφερεν επ' αυτούς το μόνον αποτέλεσμα το οποίον

δεν έπρεπε να επιφέρη. Αντί να κεντρίζη την αυταπαρνησίαν των,

εξήγειρε την φιλοδοξίαν των· αντί να κρατύνη την αγάπην και την

ταπείνωσίν των, διήγειρεν αυτούς εις ζηλοτυπίαν και υπερηφανίαν. Καθ'

οδόν ενθυμούμενοι ίσως την προτίμησιν την απονεμηθείσαν εν τω Θαβωρίω

εις τον Πέτρον και τους υιούς του Ζεβεδαίου συνεζήτουν προς αλλήλους,

«Τις εξ αυτών ήτο ο μεγαλείτερος;»

Όταν έφθασαν εις Καπερναούμ και ήσαν εν τη οικία, ο Κύριος τους

ηρώτησε, «Τι συνεζήτουν προς αλλήλους εν τη οδώ;» Βαθεία συστολή τους

έκαμε να σιωπώσι, και η σιωπή αύτη ήτο η ευγλωττοτέρα ομολογία των

ενόχων φιλοδοξιών των. Τότε καθίσας, τους εδίδαξε πάλιν ότι εκείνος

όστις ήθελε να είνε πρώτος ώφειλε να είνε ο πάντων έσχατος, και

διάκονος πάντων, και ότι η οδός η άγουσα προς την τιμήν είνε η

ταπείνωσις. Θελήσας δε να εξάρη το μάθημα τούτο δι' ορατού συμβόλου

αβροτάτης τρυφερότητος και καλλονής, εκάλεσε προς Εαυτόν έν μικρόν

παιδίον, και το έστησεν εις το μέσον, και λαβών τούτο εις τους

αχράντους βραχίονάς Του, είπε: «Εάν μη γένησθε ως το παιδίον τούτο,

ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών». Και όστις δέχεται έν

τοιούτον παιδίον εν τω ονόματι Αυτού, δέχεται Αυτόν και τον Πατέρα

όστις Τον απέστειλεν.

Η έκφρασις «εν τω ονόματί Μου» φαίνεται ότι ενέπνευσεν εις τον

Ιωάννην αιφνιδίαν ερώτησιν. Είδον, είπεν ούτος, ένα άνθρωπον όστις

εξέβαλλε δαιμόνια εν τω ονόματι του Χριστού· αλλ' επειδή ο άνθρωπος

δεν ήτον εκ των ιδικών των, τον παρεκώλυσαν. Έπραξαν καλώς;,

Ουχί, είπεν ο Ιησούς. Όστις δύναται να πράξη έργα ελέους εν τω

ονόματι του Χριστού, ας τα πράξη. «Ό μη ων καθ' ημών μεθ' ημών εστι».

Και είτα αναλαβών τον λόγον Του, έχων το παιδίον ακόμη εις τους

βραχίονάς Του, τους ενουθέτητε περί της φοβεράς ενοχής και του

κινδύνου του να προσβάλη τις, να δελεάση, ν' αποπλανήση από της οδού

της ακακίας και της ευθύτητος, να διδάξη άνομόν τι πράγμα, να υποβάλη

πονηράν τινα σκέψιν εις έν των μικρών τούτων, «Προσέχετε μη

καταφρονήσητε ενός των μικρών τούτων· λέγω γαρ υμίν ότι οι άγγελοι

αυτών εν τοις ουρανοίς διαπαντός βλέπουσι το πρόσωπον του Πατρός Μου

του εν ουρανοίς». Τοιούτους ανόμους ανθρώπους και εκμαυλιστάς,

τοιούτους ανθρώπους εκτελεστάς των έργων του διαβόλου (εδώ

μετεχειρίσθη πικροτέρας λέξεις ή όσας ποτέ εξέφερε) σκληροτέρα

τιμωρία τους περιμένει, παρά να είχε κρεμασθή μύλος ονικός περί τον

τράχηλον αυτών και να ερρίπτοντο εις την θάλασσαν».

Προβαίνει δε και διδάσκει τους μαθητάς Του ότι προκριτωτέρα θα ήτο

πάσα θυσία οσονδήποτε μεγάλη, αν τους καθίστα ικανούς ν' αποφύγωσι

πάντα ενδεχόμενον πειρασμόν, όπως παρεμβάλλωσι σκάνδαλα εις την οδόν

των ψυχών των ή των ψυχών των άλλων. Καλλίτερον να κόψης την δεξιάν

σου χείρα, καλλίτερον να κόψης τον δεξιόν πόδα, καλλίτερον να

εξορύξης τον δεξιόν οφθαλμόν, παρά να έχης δύο χείρας, δύο πόδας, και

δύο οφθαλμούς και να εισέλθης εις την Γέενναν του πυρός την

καιομένην, «όπου ο σκώληξ αυτών ου τελευτά και το πυρ ου σβέννυται».

Καλλίτερον να πνιγής εις αυτόν τον κόσμον με μύλον ονικόν περί τον

τράχηλον, παρά να φέρης τον ηθικόν εκείνον και πνευματικόν μύλον του

απολεμήτου πειρασμού, όστις δύναται να πνίξη την απηλλοτριωμένην

ψυχήν εν τη ενοχή και τη απογνώσει. Καθώς το άλας ρίπτεται επί πάσης

θυσίας προς καθαρισμόν, ούτως οφείλει πάσα ψυχή να καθαρισθή διά του

πυρός· διά του πυρός, εάν δέη, της αυστηροτάτης και τρομερωτάτης

αυτοθυσίας. Το πυρ τούτο το λεπτύνον, το καθαίρον, το εξαγνίζον, το

πυρ της εταστικής αυτοκρίσεως και αυτοαυστηρότητος, ας είνε μετ'

αυτών. Το άλας τούτο μηδέποτε να μωρανθή, και το πυρ ταύτο να μη

μαρανθή πώποτε. «Έχετε άλας εν εαυτοίς, και έστε εν ειρήνη προς

αλλήλους».

Και διά να κρατύνη το χρέος της αμοιβαίας ταύτης ειρήνης, το οποίον

είχον παραβή, και διά να τους δείξη ότι, όσον βαθεία και αν είνε η

οργή του Θεού εναντίον εκείνων οίτινες οδηγούσι σκολιώς τους άλλους,

αυτοί οφείλουσι να μη θάλπωσί ποτε μίσος μηδέ κατ' εκείνων οίτινες

βαρύτατα τους ηδίκησαν, εδίδαξεν αυτούς πως, πρώτον διά ιδιαιτέρας

εξηγήσεως, είτα, εν ανάγκη, και δι' εκκλήσεως δημοσίας, να φέρωνται

λυσιτελέστατα προς αδικούντα αδελφόν. Ο Πέτρος, εν τω αληθεί πνεύματι

της Ιουδαϊκής τυπικότητος, επεθύμει να μάθη ορισμένως, ποσάκις πρέπει

να συγχωρώμεν τον εχθρόν. Οι Ραββίνοι έλεγον ότι δις ή τρις πρέπει να

δίδεται η συγχώρησις. Αλλ' ο Χριστός εδίδαξεν ότι ο αριθμός των

συγχωρήσεων πρέπει να είναι κατ' ουσίαν απεριόριστος. Εβδομηκοντάκις

επτά, είπεν — όσας φοράς ο Λάμεχ απαιτεί εκδίκησιν εν τη Γ ε ν έ σ ε

ι του Μωυσέως. Εξήρε δε την διδασκαλίαν ταύτην διά της ωραίας

παραβολής του δούλου, όστις, ενώ ο βασιλεύς του τού εχάρισε μύρια

τάλαντα, ευθύς ύστερον συνέλαβε τον σύνδουλόν του από του λαιμού, και

δεν ήθελε να χαρίση ελεεινόν μικρόν χρέος εκατόν δηναρίων, ποσόν

1,250,000 μικρότερον από εκείνο το οποίον είχεν αφεθή εις αυτόν. Το

παιδίον το οποίον εκράτει ο Ιησούς εις τους βραχίονάς Του θα ηδύνατο

να εννοήση την παραβολήν ταύτην· αλλ' όμως πόσον βαθυτέρα πρέπει να

είνε η έννοια της προς ημάς, οίτινες ανετράφημεν παιδιόθεν εν τη

γνώσει της θείας αγάπης Του, ή όσον θα ήτο καθ' ον χρόνον ελαλήθη,

και εις αυτόν τον Πέτρον ή τον Ιωάννην!

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΗ'.

Βραχεία διατριβή εις Καπερναούμ

Ο φόρος του Ναού. — Η απαίτησίς του από του Πέτρου. — Η απόκρισις του

Αποστόλου. — Ο στατήρ εις το στόμα του ιχθύος. — Ιδιάζοντες

χαρακτήρες του θαύματος. — Όπου ο Λυτρωτής πληρώνει λύτρα.

Έν ακόμη συμβεβηκώς, μνημονευόμενον υπό μόνον του Ματθαίου,

εχαρακτήρισε την βραχείαν διατριβήν Του εις Καπερναούμ.

Εξ αμνημονεύτων χρόνων ήτο συνήθεια να συλλέγωσιν ένα φόρον προς

διατήρησιν του Ναού, ήμισυ σεκέλ κατ' έτος, από πάντα Ιουδαίον όστις

είχε φθάσει εις ηλικίαν είκοσιν ετών, ως «λύτρον υπέρ της ψυχής αυτού

τω Κυρίω». Ο φόρος επληρώνετο υπό παντός Ιουδαίου πανταχού του

κόσμου, πλουσίου ή πτωχού, όπως δειχθή ότι αι ψυχαί πάντων είνε ίσαι

ενώπιον του Θεού. Διά του φόρου τούτου συνελέγοντο μεγάλα ποσά

χρημάτων, τα οποία εστέλοντο εις Ιερουσαλήμ δι' ιεροπομπών, όπως τας

ονομάζη ο Φίλων.

Ευθύς άμα τη εις Καπερναούμ επανόδω του Κυρίου ήλθον, λοιπόν, «οι τα

δίδραχμα, συλλέγοντες» (δίδραχμον είνε το ήμισυ σεκέλ τετράδραχμον δε

το ακέραιον), και ηρώτησαν τον Πέτρον: — Ο διδάσκαλός σας δεν

πληρώνει τα δίδραχμα;

Το υποκείμενον τούτο παρέχει δύο δυσκολίας. — Πρώτον, διατί από τον

Κύριον δεν εζήτησαν την εισφοράν κατά τα προλαβόντα έτη; και δεύτερον

διατί τώρα εζητείτο κατά φθινόπωρον, ότε προσήγγιζεν η εορτή της

Σκηνοπηγίας, αντί να ζητηθή κατά τον μήνα Αδάρ, έν εξάμηνον

πρωιμώτερα; Αι απαντήσεις φαίνεται να είνε, ότι ιερείς και εξέχοντες

Ραββίνοι εθεωρούντο ως εξηρημένοι του φόρου· ότι η συχνή απουσία του

Κυρίου από της Καπερναούμ είχεν επιφέρει αταξίαν τινά, και ότι

επετρέπετο να πληρώνωνται καθυστερούντα μετά τινα χρόνον.

Το γεγονός ότι οι εισπράκτορες απηυθύνθησαν προς τον Πέτρον αντί ν'

απευθυνθώσι προς Αυτόν τον Ιησούν, είνε άλλη εκ των πολυαρίθμων

ενδείξεων του φόβου τον οποίον ενέπνεε και εις των ασπονδοτέρων

εχθρών Του τας καρδίας, καθότι, κατά πάσαν πιθανότητα, η απαίτησις

του φόρου εγένετο εν τη επιθυμία του να καταθλίψωσι τον βίον Του και

να παραβλέψωσι το αξίωμά του. Αλλ' ο Πέτρος, με την συνήθη αυτώ

ορμητικήν ετοιμότητα, χωρίς να περιμένη, ως έπρεπε, να συμβουλευθή

τον Διδάσκαλόν του, απήντησε, «Ναι».

Εάν εσκέπτετο ολίγω επί μακρότερον, εάν περισσοτέρα εγνώριζεν, εάν

ανεπόλει τουλάχιστον την ιδίαν του μεγάλην ομολογίαν την προσφάτως

γενομένην, η απάντησίς του δυνατόν να μην ήρχετο μετά τόσης

γοργότητος. Το αργύριον τούτο ήτο, οπωσδήποτε, εν τη πρώτη σημασία

του, λύτρον της ψυχής εκάστου των εισφερόντων· και πώς ηδύνατο ο

Λυτρωτής, όστις απελύτρωσεν όλας τας ψυχάς διά της θυσίας της ζωής

Του, να πληρώσει λύτρα διά την άμωμον ψυχήν Του; Ήτο δε και φόρος διά

τας υπηρεσίας του Ναού. Πώς άρα ηδύνατο να οφείλεται υπ' Εκείνου τον

οποίου το θνητόν σκήνωμα ήτο ο νέος πνευματικός Ναός του ζώντος Θεού;

Ούτος έμελλε να εισέλθη εις τα Άγια των Αγίων διά της θυσίας του

ιδίου αίματός Του. Επλήρωσεν ό,τι δεν ώφειλεν, όπως σώση ημάς απ'

εκείνου το οποίον ωφείλομεν, αλλά δεν ηδυνάμεθα να πληρώσωμεν ποτέ.

Επομένως, όταν ο Πέτρος εισήλθεν εις την οικίαν, συναισθανθείς ίσως

εν τω μεταξύ ότι η απάντησίς του υπήρξε πρόωρος, ίσως δε και

αναλογισθείς ότι κατ' εκείνην την στιγμήν δεν υπήρχον πόροι ούτε προς

απότισιν του ευτελούς τούτου ποσού εις τον πενιχρόν των γλωσσόκομον,

ο Ιησούς, χωρίς να περιμένη έκφρασίν τινα της αμηχανίας του

Αποστόλου, είπεν αυτώ, «Τι φρονείς, Σίμων; οι βασιλείς της γης από

τίνας λαμβάνουσι τους φόρους; από τους υιούς των, ή από όσους δεν

είνε τέκνα των;»

«Από όσους δεν είνε τέκνα των», απήντησεν ο Πέτρος.

«Τότε, είπεν ο Ιησούς, οι υιοί είνε ελεύθεροι». Εγώ, ο Υιός του

Μεγάλου Βασιλέως, και συ δε, όστις είσαι ωσαύτως, υιός Του κατά χάριν

και υιοθεσίαν, δεν είμεθα υπόχρεοι να πληρώσωμεν αυτόν τον φόρον. Εάν

δε τον πληρώσωμεν, η πληρωμή θα είνε πράγμα, όχι θετικής υποχρεώσεως,

όπως έκριναν τελευταίον οι Φαρισαίοι, αλλ' ελευθέρας και προθύμου

δόσεως.

Υπάρχει τι το ωραίον και τερπνόν μάλιστα εις τον αβρόν τούτον τρόπον

του δείξαι εις τον ορμητικόν Απόστολον το δίλημμα εις ό η εσπευσμένη

απόκρισίς του ενέβαλε τον Κύριόν του. Βλέπομεν εν τούτω, ως

παρετήρησεν είς των νεωτέρων μεταρρυθμιστών, την λεπτοφυά, φιλικήν,

φιλόστοργον ομιλητικότητα, ήτις πρέπει να υπήρχε μεταξύ του Χριστού

και των μαθητών Του. Φαίνεται δε συγχρόνως ν' αποκαθιστά την αιώνιον

αρχήν ότι αι θρησκευτικαί διακονίαι πρέπει να συντηρώνται δι'

εκουσίων εισφορών και όχι δι' αναγκαστικής εισπράξεως. Αλλ' όμως,

εξηκολούθησεν ο Σωτήρ, διά να μη σκανδαλίσωμεν αυτούς, ύπαγε εις την

θάλασσαν, και ρίψον άγκιστρον, και λάβε τον πρώτον ιχθύν όστις θα

έλθη· και ανοίξας το στόμα αυτού, θα εύρης ένα στατήρα (είς στατήρ

ήτο ισοδύναμος με τετράδραχμον)· τούτον λάβε και δος αυτοίς αντί Εμού

και σου».

Εν αυτή τη πράξει της υποταγής, η μεγαλειότης Του απείρως εκλάμπει.

Ηθέλησε να πληρώση την εισφοράν, όπως αποφύγη το να προσβάλη τινός τα

αισθήματα, και μάλιστα, επειδή ο Απόστολος Του είχεν υποσχεθή τούτο

ως εκ μέρους Του· αλλά δεν ηδύνατο να την πληρώση κατά τον συνήθη

τρόπον, διότι τούτο θα ήτο ως να διεκύβευε μίαν αρχήν. Υπείκων εις

τον νόμον της αγάπης και της υποταγής, ήθελεν ωσαύτως να υπείξη και

εις τους νόμους της αξιοπρεπείας και αληθείας. Πληρώνει άρα τον

φόρον, αλλά τον λαμβάνει από το στόμα ενός ιχθύος, όπως το μεγαλείον

Του αναγνωρισθή.

Όταν ο Χριστομάχος Πάουλος, με την συνήθη βάναυσον φιλοπαιγμοσύνην

του, ονομάζη τούτο «θαύμα δι' ήμισυ τάλληρον», αποδεικνύει μόνον την

ιδίαν κακήν αντίληψίν του περί των ωραίων ηθικών μαθημάτων τα οποία

εμπερικλείονται εις την διήγησιν, και τα οποία εις τούτο, ως και εις

πάσαν άλλην περίστασιν, διακρίνουσι τα αληθή θαύματα του Κυρίου από

των εν τοις Αποκρύφοις. Και αν επρόκειτο περί θαυμασίας ευρέσεως

μυρίων ταλάντων ή χιλιάδων λίτρων χρυσού, ουδείς βεβαίως σοβαρός

κριτικός θα έπειθε τον εαυτόν του ή τους άλλους, ότι εις το ποσόν

τούτο θα συνίστατο το μεγαλείον του θαύματος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΘ'.

Η εορτή της Σκηνοπηγίας

Ερωτήσεις και διχογνωμίαι του πλήθους. — Ο Ιησούς εν τω Ναώ. —

«Δαιμόνιον έχεις». — Αγανάκτησις του Συνεδρίου. — «Ποταμοί ύδατος

ζώντος». — «Ουδέποτε ελάλησεν άνθρωπος ως ούτος ο Άνθρωπος». — Δειλή

ερώτησις του Νικοδήμου. — Έλεγχος των Φαρισαίων.

Δεν ήτο πιθανόν ότι ο Ιησούς θα εξηκολούθει διατριβών εις Καπερναούμ

χωρίς η επίσκεψίς Του να γείνη γνωστή είς τινας των κατοίκων.

Αλλ' είνε πρόδηλον ότι η διατριβή Του εν τη πόλει υπήρξε λίαν

βραχεία, και ότι ήτο όλως ιδιωτική. Ο λόγος και το επεισόδιον το

μνημονευόμενον εν το προλαβόντι κεφαλαίω είνε τα μόνα αναγραφόμενα εκ

ταύτης.

Αλλ' ήτο ήδη φθινόπωρον, και όλη η Γαλιλαία διετέλει εις τον πυρετόν

της ετοιμασίας ήτις προηγείτο της αναχωρήσεως της ενιαυσίου συνοδίας

των προσκυνητών εις μίαν των τριών μεγάλων του έτους εορτών, την

Σκηνοπηγίαν. Η εορτή αύτη εγίνετο εις ανάμνησιν της διόδου των

Ισραηλιτών διά της ερήμου, ήγετο δε μετά πολλής χαράς και ευφροσύνης,

και εκαλείτο μεταξύ των Ιουδαίων «η εορτή» κατ' εξοχήν. Διήρκει επί

επτά ημέρας, από της 15 μέχρι της 21 του μηνός Τισρί, η δε ογδόη

ημέρα επανηγυρίζετο δι' ιεράς συνάξεως. Κατά το εφθήμερον τούτο οι

Ιουδαίοι, εις ανάμνησιν των εν τη ερήμω περιπλανήσεων, κατοικούν εις

μικράς σκηνάς ή καλύβας κατασκευαζομένας εκ κλάβων ελαιών και

φοινίκων και πευκών και μύρτων, και έκαστον άτομον έφερεν εις την

χείρα κλάδους φοινίκων και ιτεών, ή καρπούς κίτρων και ροδακίνων.

Εβδομήκοντα βόες προσεφέροντο εις θυσίαν υπέρ των εβδομήκοντα εθνών

του κόσμου (13 την πρώτην ημέραν της εορτής, 12 την β', 11 την γ', 10

την δ', 9 την ε', 8 την στ', και 7 την ζ' ημέραν)· ο Νόμος

ανεγινώσκετο καθ' ημέραν, και εν εκάστη των ημερών αι σάλπιγγες του

Ναού ήχουν εικοσάκις και άπαξ, μεγαλόφωνον και θριαμβικόν σάλπισμα.

Το χαρμόσυνον της εορτής ηύξανεν αναμφιβόλως εκ της περιστάσεως ότι

αύτη είπετο μόνον τέσσαρας ημέρας μετά τας σεβασμίας και παρηγόρους

τελετάς της μεγάλης ημέρας του Ιλασμού, καθ' ην εγίνετο πάνδημος

αγνισμός υπέρ των αμαρτιών του λαού.

Την προτεραίαν της αναχωρήσεως των διά την εορτήν ταύτην, οι

συγγενείς και οικείοι του Κυρίου ημών (εκείνοι οίτινες εν τοις

Ευαγγελίοις καλούνται αείποτε «οι αδελφοί Αυτού» (8) καί τινες εκ

των απογόνων των οποίων εγνωρίζοντο, εις την αρχαίαν παράδοσιν υπό το

όνομα «Οι Δεσπόσυνοι»), ήλθον προς Αυτόν διά τελευταίαν φοράν επί

σκοπώ ευπροαιρέτου μεν, αλλ' αλγεινής και αδικαιολογήτου επεμβάσεως.

Ούτοι, όπως οι Φαρισαίοι, και όπως το πλήθος, και όπως ο Πέτρος,

εφαντάζοντο ότι εγνώριζον καλλίτερον ή αυτός ο Ιησούς ποίαν διαγωγήν

ώφειλε να τηρήση, όπως εκτελέση το έργον του και επιταχύνη την

καθολικήν αναγνώρισιν των αξιώσεων Του. Ήλθον προς Αυτόν με γλώσσαν

επικρίσεως, δυσφορίας, σχεδόν μομφής και επιπλήξεως. — Διατί αυτή η

παράλογος και ακατάληπτος μυστικότης; Αύτη εναντιούται εις τας

αλώσεις Σου· αποθαρρύνει τους οπαδούς Σου. «Έχεις μαθητάς εν Ιουδαία·

«μετάβηθι εντεύθεν, όπως κακείνοι ίδωσι τα έργα ά ποιείς. Ει ταύτα

ποιείς, φανέρωσον Σεαυτόν τω κόσμω».

Εάν τοιαύτην ηδύναντο να μετέρχωνται γλώσσαν προς τον Κύριον και

Διδάσκαλόν των, εάν ηδύναντο οιονεί ούτω να προκαλώσι την δύναμίν Του

εις δοκιμασίαν είνε προδηλότατον ότι η γνώσις των περί Αυτού ήτο

τόσον στενή και ανεπαρκής, ώστε να δικαιολογή την θλιβεράν παρένθεσιν

του Ευαγγελιστού του ηγαπημένου: «Ουδέ γαρ οι αδελφοί Αυτού επίστευον

εις Αυτόν». «Απηλλοτριωμενος εγεννήθη τοις αδελφοίς Αυτού, και ξένος

τοις υιοίς της μητρός Αυτού».

Τοιαύτη υπαγόρευσις εκ μέρους των, ο πικρός καρπός της ανυπομόνου

κενοδοξίας και της περί τα πνευματικά αγνοίας, απεδείκνυε τω όντι

αξιόμεμπτον οίησιν· αλλ' όμως ο Κύριος απήντησεν αυτοίς μετά ηρεμίας:

«Ουχί, ο καιρός Μου όπως φανερωθώ τω κόσμω (όστις είνε και ο κόσμος

σας προσέτι, και άρα δεν δύναται να σας μισή καθώς μισεί εμέ) ούπω

ελήλυθε. Ανάβητε υμείς εις την εορτήν. Εγώ! ούπω αναβαίνω, ότι ο

καιρός μου ούπω πεπλήρωται». Ούτως απήντησεν αυτοίς, και έμεινεν εν

Γαλιλαία.

Ήτο ουσιώδες διά την ασφάλειαν της θεσπεσίας ζωής Του, ήτις έπρεπε να

περατωθή επί έξ μήνας εισέτι, ήτο ουσιώδες διά την εκτέλεσιν των

θείων σκοπών Του, οίτινες ήσαν στενώς συνυφασμένοι με τα συμβησόμενα

κατά τας ημέρας τας επιούσας, ώστε οι αδελφοί Του να μη γνωρίζωσι

περί των σχεδίων Του. Και διά τούτο αφήκεν αυτούς ν' αναχωρήσωσι εν

πληρεστάτη αβεβαιότητι αν προυτίθετο ν' ακολουθήση μετ' αυτούς.

Επειδή ούτοι ήσαν βέβαιοι ότι πλήθη ανθρώπων θα τους ηρώτων καθ' οδόν

αν ο Ιησούς έρχεται εις την εορτήν, αναγκαίον ήτο όπως δύνανται ν'

απαντώσι μετά φιλαληθείας, ότι τουλάχιστον ομού μετ' αυτών δεν

έρχεται, και ότι, αν θα έλθη πριν λήξη η εορτή αδυνατούσι να είπωσι.

Και ότι τούτο πρέπει να συνέβη, και ότι αύτη πρέπει να ήτο η

απάντησίς των, είνε προφανές εκ του γεγονότος ότι η μόνη ερώτησις

ήτις περιίπτατο από στόμα εις στόμα ανά τας οδούς εκείνας τας

πολυθορύβους και πλήρεις κόσμου ήτο: «Πού είνε; Ήλθεν ήδη; Έρχεται;»

Κ' επειδή δεν εφαίνετο, όλος ο χαρακτήρ Του, και η αποστολή Του,

συνεζητούντο. Αι φράσεις της επιδοκιμασίας ήσαν αόριστοι και δειλαί:

«Είνε καλός άνθρωπος». Αι λέξεις της καταδίκης ήταν πικραί και

εμφατικαί! «Είνε πλάνος· απατά τον λαόν». Αλλ' ουδείς ετόλμα να

εκστομίση φανερά την όλην γνώμην του περί Αυτού. Έκαστος εφαίνετο

δυσπιστών εις τον πλησίον του· και όλοι εφοβούντο να εκτεθώσι πολύ,

ενόσω η γνώμη των «Ιουδαίων» (το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον Ιουδαίους

εννοεί τους άρχοντας του Ιουδαϊκού λαού) και των αρχιερέων και

Φαρισαίων δεν είχεν οριστικώς εκδηλωθή.

Αίφνης μεσούσης της εορτής, εν μέσω όλων των ψιθυρισμών και των

συζητήσεων τούτων, ασυνόδευτος, ως φαίνεται υπό των οπαδών Του,

ακήρυκτος υπό των φίλων Του, εφάνη εν τω Ναώ και εδίδαξε. Διά ποίας

οδού έφθασεν εις την Αγίαν Πόλιν, πώς διήλθε διά των πολυανθρώπων

οδών απαρατήρητος, αν συμμετέσχε της αθώας ευφροσύνης της εορτής, αν

και Αυτός κατώκησεν εις καλύβην φοινικοστέγαστον κατά το λοιπόν της

εβδομάδος, δεν γνωρίζομεν. Το μόνον το οποίον μας διηγείται ο

Ευαγγελιστής είνε ότι, ρίψας οιονεί Εαυτόν εν πλήρει εμπιστοσύνη εις

την προστασίαν των μαθητών Του των από της Γαλιλαίας και των εν

Ιερουσαλήμ, ευρέθη αίφνης καθήμενος εις μίαν των μεγάλων στοών των

ανοιγομένων προς τας αυλάς του Ναού, και εκεί εδίδαξε.

Προς καιρόν τον ηκροάσθησαν εμβρόντητοι εν σιωπή. Αλλ' ευθύς οι

παλαιοί γογγυσμοί επανήρχισαν. «Δεν είνε ανεγνωρισμένος Ραββί· δεν

ανήκει εις γνωστήν σχολήν, ούτε οι οπαδοί του Ιλλέλ ούτε οι του

Σαμμαΐ τον αντιποιούνται· είνε Ναζωραίος· εμεγάλωσεν εις το

εργαστήριον του Γαλιλαίου τέκτονος. &Πώς ούτος γράμματα οίδε μη

μεμαθηκώς;&»

Παραπλησίω τω τρόπω, η ευπαίδευτος αμάθεια, ήτις φυσιούται επί

γνώσει, πολλάκις ήλεγξε τους αντιπάλους της ως μη όντας «θεολόγους».

Ας ευχαριστήσωμεν τον Θεόν ότι δεν ήσαν. Διότι «θεολογία» πολλάκις

εξέπεσε να σημαίνη επιπόλαιον γνώσιν τεχνικών λεπτολογιών και απλής

ονοματολογίας, της απείρως απέχει πόρρω της γνώσεως του Θεού. Είς

σπινθήρ ειλικρινείας, μία ακτίς εμπνεύσεως, αξίζει δι' ολοκλήρους

βιβλιοθήκας τοιαύτης θεολογίας, και κατώρθωσε πλείονα προς ωφέλειαν

του κόσμου ή όσα οι καθηγηταί του σύμπαντες. «Ούτος, (έλεγον οι

βρενθυόμενοι Φαρισαίοι) γράμματα ου μεμάθηκε!» Ως εάν οι ολίγιστοι

θεοδίδαχτοι άνδρες, ων η ευμάθεια είνε ευμάθεια καθαράς καρδίας και

πεφωτισμένου οφθαλμού και αμέμπτου βίου, δεν υπερέβαλον ανεκλαλήτως

εκείνους, ων η γνώσις εξ ανθρώπων προήλθε. «Πουλυμαθίη νόον ου

ποιέει», ως έλεγεν ο αρχαίος Έλλην φιλόσοφος· η δε θεία φωνή της

Εμπνεύσεως είνε εκείνη, ήτις, εκφράζουσα απλά και απέριττα πράγματα,

διαπερά και καταλάμπει διά χιλιάδων ετών, άτε εκ Θεού.

Ο Βίος του Χριστού · 第 22 / 41 段