είπε:
— Δεν μπορείς να πιστέψης πόσες φορές έγινε το ίδιο πράμα. Είναι σα
να με προαιστάνεται στον αέρα πως έρχουμαι. Τα παιδιά δεν μπορούνε να
φτιάσουνε με το νου τέτοια πράματα.
13
Ωστόσο ο Σβεν δεν είταν ο ίδιος αυτό τΟ καλοκαίρι. Χωρίς καμιά αφορμή
έλεγε άξαφνα πως είταν κουρασμένος και τότε ήθελε να μένη ξαπλωμένος
στη χλόη με το κεφάλι ακκουμπημένο στην αγκαλιά της μαμάς. Ή ερχότανε
στον μπαμπά και τον παρακαλούσε να τον πάρη στα χέρια. Τότε τον
έπαιρνε ο μπαμπάς στον ώμο και τον έφερνε όξω στο δάσος και ποτέ άλλη
φορά το βλέμμα του Σβεν δεν είχε δείξει τόση ευγνωμοσύνη και ποτέ
άλλη φορά το μικρό, απαλό του χέρι δεν είτανε τρυφερότερο.
Έπειτα παραπονιότανε πως τον πονούσε το κεφάλι και δεν ήθελε να
σηκωθή το πρωί κ' έλεγε πως είταν κουρασμένος. Μα επειδή ο μικρός
είτανε καλά σε όλα τάλλα, ο μπαμπάς τονέ σήκωνε από το κρεββάτι και
του έλεγε πως έπρεπε να ντυθή και να βγη όξω στον καθαρόν αέρα. Τότε
σηκωνότανε ο Σβεν κι όσο είταν ο μπαμπάς μέσα προσπαθούσε να φορέση
τις κάλτσες του. Μόλις όμως έβγαινε ο μπαμπάς στην πόρτα, πήγαινε στο
κρεββάτι της μαμάς και την παρακαλούσε να τον αφήση να ξαπλωθή εκεί
μαζί της.
Φυσικά η μαμά δεν μπορούσε ναντισταθή. Και ποτέ του δεν είτανε τόσο
ευχαριστημένος ο Σβεν. Έγερνε κει το κεφάλι στο χέρι της μαμάς,
έκλεινε πάλι τα μάτια κ' έμενε ήσυχος και σιωπηλός όσο που άρχιζε να
ξαναβρίσκη τη δύναμη του. Τότε σηκωνότανε πάλι, πριν όμως σηκωθή,
κοίταζε τη μαμά με τα παράξενα μάτια του:
— Μην το πης του μπαμπά.
— Δεν το λέω· μα γιατί; έλεγε η μαμά.
— Γιατί θα θυμώση ο μπαμπάς.
Όλα αυτά φαινόντανε της μαμάς τόσο περίεργα, ώστε έταζε του Σβεν ό,τι
ήθελε· και του έταζε φυσικά και πως δε θα το πη του μπαμπά. Κι ο Σβεν
έβγαινε όξω κ' είταν ήσυχος κ' ευχαριστημένος που η μαμά δεν πρόδινε
την παρακοή του και που έβλεπε πως είτανε συνεννοημένος με τη μαμά.
Όταν όμως είτανε να φύγη η μαμά ή και να βγη, μονάχα έξω χωρίς αυτόν,
τότε τον έπιανε απελπισία. Η θλίψη του δεν είχε όρια και το κλάμα του
είτανε τόσο απαρηγόρητο, ώστε δεν εύρισκε κανένας μέσο να τον
ησυχάση. Ναι, μας έκανε τόση λύπη να τον βλέπουμε έτσι, ώστε δεν το
ξεχνούσαμε εύκολα κ' ένα πρωί μιλούσαμε γι' αυτό. Είχα μόλις
καταφέρει τη γυναίκα μου ναρθή μαζί μου στην πόλη, όπου είχαμε να
φάμε μαζί με μερικούς φίλους. Και το έκανα ίσια ίσια, γιατί εύρισκα
πως έπρεπε να ησυχάση λίγο από το Σβεν.
Κατωρθώσαμε τέλος να λησμονήσουμε την εντύπωση, που μας κάμανε τα
δάκρυα του μικρού, και περάσαμε μιαν ευχάριστη μέρα στην πόλη, όπως
πάντα, όταν ξέραμε πως δεν είμαστε υποχρεωμένοι να μείνουμε κει. Η
διάθεσή μας είχε φτάσει στο κορύφωμα, όταν η γυναίκα μου με ρώτησε
ψιθυριστά αν θα με δυσαρεστούσε πολύ αν έφευγε αυτή πρωτήτερα από μέ.
Πολύ σπάνια κάναμε εκδρομή για να διασκεδάσουμε κ' η πρότασή της δε
μου άρεσε πολύ. Είπα λοιπόν της Έλσας πως ειδοποιήσαμε στο σπίτι πως
θα γυρίσουμε με το τελευταίο βαπόρι κ' έτσι δε μας περίμενε κανείς.
Μ' ένα λόγο — της πρόβαλα όσες πρόφασες μου ήρθανε στο νου. Και τέλος
δοκίμασα και το κυριώτερο επιχείρημα:
— Ο Σβεν θα κοιμάται όταν θα φτάσης.
— Δεν είναι γι' αυτό, απάντησε. Έχω διάθεση να γυρίσω σπίτι.
Με κοίταξε τόσο ικετευτικά και φυσικά το αποτέλεσμα είτανε πως έφυγε.
Στο μεταξύ ο Σβεν έπαιζε όλο το απόγεμα γύρω στο σπίτι. Όταν όμως
πλησίασε η ώρα που έπρεπε να κοιμηθή, έγινε άφαντος. Οι υπερέτριές
μας δεν είταν από κείνες που σκοτίζουνται πολύ· κι όταν τονέ φωνάξανε
μερικές φορές και δεν πήραν απάντηση, ησυχάσανε με την ιδέα πως
θαρθή, άμα πάρη να σκοτεινιάζη. Ο Σβεν λοιπόν βρήκε περίσταση να φύγη
και πήγε και κάθησε μόνος του στην αποβάθρα. Δεν ήξερε σωστά την ώρα
που θαρχότανε το βαπόρι κ' έτσι έπρεπε να περιμένη εκεί πολύ. Καθόταν
ήσυχα κ' υπομονετικά κ' η μαμά τον ξεχώρισε από μακριά, ενώ το βαπόρι
σταματούσε δω και κει στις αποβάθρες. Καθότανε μικρός μικρός και
μαζεμένος και το πράσινο καπελάκι του έλαμπε απάνω από το γαλανό
νερό.
Της φάνηκε τόσο παράξενο, σχεδόν σα να το γνώριζε από πριν πως θα
περίμενε κει κι όλη την ώρα τα μάτια της δε φεύγανε από τη μικρή
μορφή, που καθότανε στον μπάγκο της αποβάθρας με σκυφτό κεφάλι κι
ώμους, σα να συλλογιζότανε. Όταν όμως άραξε το βαπόρι κ' η μαμά
ετοιμαζότανε να βγη, ο μικρός Σβεν έστεκε ορθός στην αποβάθρα με τη
μεγαλήτερη ανυπομονησία και τα μάτια του ψάχνανε γύρω σα να κιντύνευε
η ζωή του όλη. Κι όταν παρουσιάστηκε η μαμά, είτανε δύσκολο να πη
κανείς ποιος είτανε πιο ευτυχισμένος, εκείνος που δεν περίμενε του
κάκου εκεί ή η μητέρα που βρήκε το παιδί της να την περιμένη.
— Μα πως ήρθες εδώ, Σβεν; είπε η μαμά μέσα σ' όλη τη χαρά της. Η
μαμά είτανε να γυρίση αργά τη νύχτα.
— Το ήξερα πως θαρθής, είπε ο Σβεν.
Η φωνή του και τα μάτια του είτανε γεμάτα ξάφνισμα, πώς η μαμά δεν
μπορούσε να φανταστή ένα πράμα τόσο απλό.
— Ήξερα πως θαρθής και γι' αυτό κάθησα εδώ και περίμενα.
Κι όταν η μαμά ρώτησε αν περίμενε πολλή ώρα εκεί, απάντησε:
— Βέβαια, αλλιώς θα μ' εύρισκε η Άννα. Και τότε θα έπρεπε να πάω να
κοιμηθώ.
Η μαμά δεν απάντησε τίποτε σ' αυτό. Της είτανε δύσκολο να του πη πως
δεν έκαμε καλά. Η αθώα του αγάπη, που είταν αφορμή της ανυπακοής του,
τον υπεράσπιζε από κάθε μάλλωμα κι ο Σβεν το γνώριζε αυτό καλά.
Κοίταξε λοξά τη μαμά και χαμογέλασε:
— Την έφτιαξα της Άννας. Κρύφτηκα πίσω από τα χαμόκλαδα και δεν
μπορούσε να με δη.
— Αλήθεια! το έκαμες αυτό; είπε η μαμά.
Προχωρήσανε κι οι δυο στο σπίτι, σα δυο συνένοχοι ευχαριστημένοι που
πετύχανε το κόλπο τους και φυσικά το αποτέλεσμα είτανε πως αυτό το
βράδι έπρεπε να βάλη μόνη της η μαμά το μικρόν να κοιμηθή.
Αυτό κιόλας το έκανε συχνά, αν κι ο Σβεν θα έκλεινε σε λίγο τα έξι
χρόνια και σε σοβαρότερες περίστασες τονέ λέγαμε μεγάλο αγόρι.
Πόση ώρα περνούσε όταν τον έβαζε μόνη της να κοιμηθή! Πόσο αλαφρά κι
απαλά τον έγδυνε, πόσο προφυλαχτικά του έπλενε το μικρό κορμάκι, πόσο
μαλακά το σκούπιζε κι όταν έπειτα έπρεπε να φορεθή το μακρύ νυχτικό,
άρχιζε το παιγνίδι. Έπειτα καθότανε με τα μικρόν στην αγκαλιά κι
ονειρευότανε τον καιρό που είταν ακόμα πολύ μικρός και τονέ βύζαινε.
Κι όταν τέλος τον έβαζε στο κρεββάτι, δεν ήθελε ποτέ να κάμη την
προσευχή του. Εύρισκε χίλια μέσα να μην αφίνη τη μαμά να φύγη. Όταν
όμως τέλειωνε την προσευκή, αγκάλιαζε τη μαμά και της ψιθύριζε:
— Είναι τόσο ωραία, σα με βάζης εσύ στο κρεββάτι. Γιατί εσύ δε με
πιάνεις ποτέ τραχιά.
Η Έλσα έσκυβε ακόμα περσότερο και του απαντούσε:
— θα σε βάζω πάντα εγώ. Όσο να μεγαλώσης, και να το κάνης μόνος σου.
Όταν γύρισα τη νύχτα με το τελευταίο βαπόρι, τη βρήκα που περίμενε να
μου διηγηθή όλα όσα είπε ο Σβεν.
Έπειτα από την ευχάριστη μέρα, που είχα περάσει με τους συναδέρφους
μου, όλα αυτά τα συγκινητικά χαραχτηριστικά του παιδιού μου κάμανε
μεγαλήτερη εντύπωση παρότι θα μου κάνανε σε συνειθισμένη περίσταση.
— Ξέρεις, είπα, πως ένας μεγάλος και καλός άνθρωπος μεταχειρίστηκε
κάποτε τα ίδια λόγια, όταν μου διηγήθηκε την πρώτη του εντύπωση από
το θάνατο της μητέρας του. Και κείνος είτανε τότε πέντε ως έξι χρονών
και το ζήτημα είτανε το ίδιο — ναλλάξη το πουκάμισο. Μεταχειρίστηκε
απαράλλαχτα τα ίδια λόγια: Πρώτη φορά, είπε, έννοιωσα πως με πιάνανε
τραχιά.
Στάθηκα κοντά στο κρεββατάκι του Σβεν και τον κοίταζα πολλή ώρα. Τα
μελίγγια του είχαν κάνει μικρούς λάκκους. Μα κοιμότανε βαθιά κ' ήσυχα
κ' έσκυψα και τονέ φίλησα στο μέτωπο.
Δοκιμάσαμε να μιλήσουμε γι' άλλα πράματα, όμως είμουνα τόσο
κυριεμένος από τη σκέψη για το παιδί αυτό, ώστε δεν είχα διάθεση γι'
άλλο τίποτε.
— Δε συλλογίστηκες ποτέ ένα πράμα, είπα. Τον Ούλοφ μπορώ και τον
φαντάζουμαι μεγάλον, ηλικιωμένον άντρα. Και το Σβάντε το ίδιο. Είναι
τόσο διαφορετικοί! Ωστόσο μπορώ και τους βλέπω και τους δυο
μεγαλωμένους. Μα το Σβεν; Μπορείς να τον φανταστής εσύ μεγάλον; Τι
τον θέλεις να κάμη στον κόσμο; Νομίζεις πως είναι γι' άλλο τίποτε
παρά για να τον έχουμε μεις;
Η γυναίκα μου χαμογέλασε μ' έναν τόνο θλιβερό, που σχημάτισε ψιλές,
αλαφρές δίπλες γύρω στα χείλη της.
— Το συλλογίστηκα συχνά, είπε. Κι ακολουθώντας τη σειρά των
στοχασμών της πρόστεσε:
— Αυτό θα είναι ίσως γιατί τον αγαπώ περσότερο από άλλο καθετί στον
κόσμο. Περσότερο από τάλλα δυο παιδιά, περσότερο από σένα. Το
σκέφτηκα συχνά και γνωρίζω πως αν πέθαινε ένα από τα μεγάλα παιδιά,
δε θα έπαυα ποτέ να λυπούμαι. Μου φαίνεται όμως πως θα μπορούσα να
υποφέρω τη λύπη για χάρη σας των άλλων, που θα ζούσατε. Αν πέθαινες
εσύ — δεν μπορώ να το στοχαστώ. Μα αν πέθαινε ο Σβεν, δε θα μπορούσα
να ζήσω πια. Πολλές φορές σκέφτηκα να σου το πω. Γιατί ήθελα να το
ξέρης.
Μου άπλωσε το χέρι και τα μάτια της γυρέψανε τα δικά μου, σα να ήθελε
να μου ζητήση να τη συχωρέσω γιατί πίστευε πως μπορούσε να ζήση χωρίς
εμέ. Κι άμα σβήσαμε το φως, έμεινα πολλή ώρα άγρυπνος και
στοχαζόμουνα τα λόγια της. Αποκοιμήθηκα με την πίστη πως ποτέ δε θα
λάβαινα την πείρα, αν είπε την αλήθεια ή όχι.
14
Ο Σβεν αρρώστησε τόσο, που έπρεπε να τον φέρουμε στο κρεββάτι. Μα αν
και γνωρίζαμε πως το πράμα είταν αρκετά σοβαρό, ο πυρετός ωστόσο
είτανε τόσο μικρός, ώστε δε φοβηθήκαμε πραματικό κίντυνο. Ξακολούθησα
να γράφω ακούραστα κ' η γυναίκα μου καθότανε κοντά στο κρεββάτι του
παιδιού, του κρατούσε το χέρι και του διηγότανε παραμύθια όταν είτανε
σε κατάσταση νακούη.
Ο γιατρός μας είπε πως η αρρώστεια θα βαστούσε πολύ, ωστόσο μας
βεβαίωσε πως δεν είτανε κίντυνος κ' επειδή από καιρό είχα στο νου
κάποιο ταξίδι, έφυγα για λίγες μέρες με την ελπίδα πως άμα θα γύριζα,
θα είχε περάσει το δυσκολότερο στάδιο.
Πέρασα λοιπόν τρεις ολάκερες μέρες με καλούς φίλους και χάρηκα τη
φιλία και την ωραία φύση χωρίς να έχω πολλή ανησυχία. Όταν όμως
καθόμουνα στο τραίνο και γύριζα στη Στοκχόλμη για ναρθώ πάλι από κει
στο σπίτι μου, με κυρίεψε τόση αγωνία, που δεν μπορούσα να τη νικήσω.
Λίγο πρι να φύγω, είχα μιλήσει στο τηλέφωνο με τη γυναίκα μου. Άκουσα
από μακριά τη φωνή της να τρέμη από χαρά: Ο Σβεν πηγαίνει καλήτερα!
Κάθησε στο κρεββάτι και γέλασε και φλυάρησε. Έφαγε και παρακάλεσε τη
μαμά να πη χαιρετίσματα του «πατεράκη», όπως τον έλεγε, χαδευτικά
όταν είταν πολύ χαρούμενος. Όλα τάζανε τις καλήτερες ελπίδες κι
ωστόσο δεν μπορούσα να ησυχάσω.
Έφτασα στη Στοκχόλμη στις εφτά το βράδι, τη στιγμή που έφευγε το
τελευταίο βαπόρι, που μπορούσε να με φέρη σπίτι μου. Τράβηξα λοιπόν
ίσια στο ξενοδοχείο, όπου πήγαινα πάντα. Είχε σκοτεινιάσει κ' έβρεχε
δυνατά. Μπήκα μέσα βιαστικά με κείνο το απελπιστικό συναίστημα πως
είμαι ξένος, ένα συναίστημα που με πιάνει πάντα όταν έρχουμαι το
καλοκαίρι στη Στοκχόλμη και γνωρίζω πως θα είμαι μόνος. Δεν είχα
προφτάσει ακόμα να ζητήσω να μου δώσουνε δωμάτιο, όταν ήρθε ο
πορτιέρης και με παρεκάλεσε να πάω στο τηλέφωνο.
Πήγα και κει μου είπαν πως ο γιατρός είχε φύγει για το σπίτι μου και
πως έπρεπε να πάρω αμέσως ένα αμάξι και να τρέξω και γω εκεί.
Το χτύπημα, που μου ήρθε τόσο σφοδρά και ξαφνικά με παράλυσε κ' η
κίνηση, που έβαλα σ' ενέργεια μου φαινότανε και μέ του ίδιου όλως
διόλου αυτόματη. Παράγγειλα να μου φέρουν ένα αμάξι και την ίδια
στιγμή που έκανα αυτό σκέφτηκα πως έπρεπε να φάω. «Ο Σβεν πέθανε»,
συλλογίστηκα. «Δε θα τονέ βρω ζωντανό, άμα φτάσω σπίτι. Άμα όμως
φτάσω δεν πρέπει να είμαι νηστικός και κουρασμένος. Πρέπει να είμαι
σε θέση ναγρυπνήσω και να παρηγορήσω τη γυναίκα μου.» Όλα αυτά
περάσανε στο νου μου εκεί που καθόμουνα και περίμενα το αμάξι. Έβλεπα
τον εαυτό μου σαν άλλο πρόσωπο, έβλεπα πως έβαζα κρέας στο πιάτο μου,
το έκοβα και προσπαθούσα να φάω. Όλη την ώρα στοχαζόμουνα ένα μόνο:
το αμάξι που δεν ερχότανε, Θεέ μου! Το αμάξι δεν ερχότανε και στο
σπίτι πέθαινε το παιδί μου και δεν μπορούσα να το προφτάσω.
Πλήρωσα και βγήκα στην είσοδο του ξενοδοχείου και περπατούσα πέρα
δώθε· μου είταν αδύνατο να σταθώ σε μια θέση, αδύνατο να συγκεντρώσω
τη σκέψη μου. «Το παιδί μου πεθαίνει», είπα του πορτιέρη· «γι' αυτό
είμαι τόσο νευρικός.»
Δοκίμασα να του χαμογελάσω για να του δώσω να εννοήση πως το έβλεπα
κι ο ίδιος πως ο τρόπος μου είταν παράλογος. Μα αιστάνθηκα πως το
χαμόγελό μου μεταμορφώθηκε σε μορφασμό και δεν περίμενα ούτε να μου
απαντήση. Ξακολούθησα να πηγαίνω πέρα δώθε με το ρολόγι στο χέρι, σα
να ήθελα να τρέξω πριν από τον καιρό κι όταν έφτασε τέλος το αμάξι,
είμουνα βέβαιος πως είταν αργά πια. Δεν εννοούσα γιατί καθόμουνα εκεί
και γιατί ήθελα να κάμω αυτόν το δρόμο μέσα στη δυνατή βροχή,
αυτόματα όμως, όπως και πρωτήτερα, είπα του αμαξά:
— Γλήγορα, όσο μπορεί να τρέξη το άλογο. Το μικρό παιδί μου
πεθαίνει.
Ο αμαξάς μας είχε φέρει με το αμάξι του πολλές φορές.
— Είναι το μικρό αγοράκι, που είναι τόσο ωραίο; ρώτησε.
Τα απλά αυτά λόγια με ξαναφέρανε στην πραγματικότητα και στο στήθος
μου πέρασε ένα θερμό κύμα ευγνωμοσύνης προς το νέο, που με πήγαινε με
το αμάξι του.
— Ναι, είπα με πνιγμένη φωνή. Αυτό είναι.
Και κάθησα στο αμάξι με το συναίστημα πως βρήκα έναν άνθρωπο, που
έννοιωσε τι έτρεχε κ' ήθελε να με βοηθήση.
Ενώ το αμάξι έτρεχε στους δρόμους, μιλούσα με τον εαυτό μου άφωνα κ'
έκλαιγα από χαρά και πόνο: «Είναι τόσο ωραίο να τονέ θυμάται και να
μου το λέη ένας άνθρωπος που τον πήγε μόνο με το αμάξι. Και να πεθάνη
αυτός; Υπάρχουν εκατομμύρια παιδιά που ζουν. Γιατί πρέπει να πεθάνη
το δικό μου;»
Ποτέ δεν έτρεξα με το αμάξι τόσο γλήγορα και ποτέ δε μου φάνηκε
μακρήτερος ο δρόμος. Έβλεπα να λάμπουνε στο σκοτάδι οι σπίθες από τα
πέταλα των αλόγων, αιστανόμουνα πως έβρεχε λιγότερο τώρα κ' έβλεπα
την τοποθεσία να φεύγη γύρω μου σα σκοτεινή φαντασμαγορία και μιλούσα
όλη την ώρα με τον εαυτό μου ακατανόητα λόγια, που δεν εννοούσα πώς
μου ερχόντανε στα χείλη. Μου φαινότανε πως έτρεχα μέσα στο σκοτάδι
για ναπαντήσω εκείνο που έμελλε να γίνη και παρακαλούσα μόνο ναργήση
να γίνη, παρακαλούσα να τονέ βρω ζωντανόν ακόμα όταν φτάσω κ' έτσι να
μπορούσε να κρεμαστή άλλη μια φορά από το λαιμό μου και νακούσω τη
φωνή του.
Κ' έτρεχε, έτρεχε το αμάξι με δαιμονική βία. Πηδούσε από το ένα
πλευρό του δρόμου στο άλλο, μα δε μου ήρθε ούτε μια στιγμή στο νου
πως μπορούσε να σπάση κάτι, ή ναναποδογυριστούμε. Ο αμαξάς είτανε
λαμπρό παιδί και συλλογιζότανε το μικρό αγόρι μου, που είταν τόσο
ωραίο και χαριτωμένο και δεν έπρεπε να πεθάνη.
«Είναι ο πατέρας με το παιδί του», έλεγα δυνατά μόνος μου. Χωρίς να
το νοιώθω απάγγελνα στίχους κ' ένας σπασμωδικός λυγμός έσφιγγε το
λάρυγγά μου, σα να ήθελε να με πνίξη, και για νανασάνω έσκυψα από το
ανοιχτό παράθυρο και κοίταζα την τοποθεσία, όπου γνώριζα κάθε άποψη,
κάθε καμπή του δρόμου. Από τις πέτρες, όπου σκόνταβε το αμάξι,
ένοιωσα πως είχαμε στρήψει στο μονοπάτι, που έφερνε στην κατοικία
μου. Με μιαν ένταση υπερβολική όλου του είναι μου κοίταξα όξω στο
σκοτάδι κ' είδα τον ίσκιο ενός αμαξιού, που έστεκε στην αυλή. Ο
γιατρός είναι κει ακόμα! Έπειτα άκουσα από τη βεράντα τη φωνή της
γυναικός μου: «Έρχεται, Δόξα σοι ο Θεός. Νάτος!» Κ' έπειτα από λίγες
στιγμές είχα ανεβεί τη σκάλα κ' είμουνα στο σαλόνι.
Έστεκα εκεί κ' η συγκίνηση μου είτανε τόσο μεγάλη, ώστε δεν μπορούσα
να νοιώσω τίποτε από κείνα που έβλεπα. Έβλεπα πως ο γιατρός έστεκε
κει κ' αιστανόμουνα πως η γυναίκα μου με κρατούσε αγκαλιασμένον
σφιχτά. Έβλεπα καθαρά πως φαινότανε χαρούμενη, μάλιστα πιο πολύ από
ευτυχισμένη και πως έπρεπε να είμαι και γω. Άκουσα κάτι για μια
λιποθυμία, που τώρα πέρασε και πως ο γιατρός τη θαρρούσε ασήμαντη.
Αλλά δεν μπορούσα να πω τίποτε ούτε να σκεφτώ τίποτε. Η ευτυχία μού
ήρθε τόσο ανέλπιστα, ώστε να μην μπορώ να συνέρθω από τη φοβερή
νάρκη, που με κυρίευε ακόμα.
Μηχανικά έβγαλα τα γάντια μου και το επανωφόρι μου κ' έστεκα εκεί και
προσπαθούσα να συνηθίσω τα μάτια μου στη λάμψη της φωτισμένης
κάμαρας.
— Δε θέλεις να πας μέσα να τονέ δης; Δεν κοιμάται, είπε η γυναίκα
μου.
Κ' η φωνή της είχε έναν τόνο, σα να ήθελε να με μαλλώση, που δεν την
ένοιωσα.
— Ναι, ναι, είπα.
Και χωρίς να νοιώθω τι έτρεχε μέσα πήγα κ' είδα το Σβεν να με κοιτάζη
από το κρεββάτι μου, όπου είτανε ξαπλωμένος.
— Δε γνωρίζεις τον μπαμπά, Σβεν;
— Ναι, είπε ο μικρός με ξαφνισμένη φωνή.
Δεν μπορούσε να νοιώση γιατί όλοι οι μεγάλοι είτανε τόσο ανήσυχοι.
Άπλωσε το μικρό του χέρι και με χάδεψε και παρατήρησα πόσο αδυνάτησε
και λίγνεψε.
Ενώ έστεκα εκεί σκυμένος απάνω στο παιδί, εννόησα πως όλα αυτά είτανε
πραγματικότατα και πως το παιδί μου ζούσε ακόμα.
Κρατούσα το χέρι του στα μάτια μου κ' αιστάνθηκα να φεύγη το βάρος
από τα στήθη μου κ' η άχνα από τα μάτια μου.
15
Τι παράξενες, γεμάτες ελπίδα, ανησυχία, απελπισία, και φόβους είταν
οι μέρες που ακολουθήσανε! Ο γιατρός μας είπε πως η αρρώστια θα
βαστάξη πολύ, ετοιμαστήκαμε λοιπόν να περιμείνουμε με υπομονή και
προσπαθούσαμε να δείξουμε πως είχαμε κι αυτήν την αρετή. Τις δυο
κατοπινές μακρές βδομάδες η αρρώστια του Σβεν ταιριάστηκε με τις
συνήθιες της καθημερινής ζωής μας, όπως γίνεται πάντα σαν έρχεται η
αρρώστια σ' ένα σπίτι.
Ξακολούθησα λοιπόν να γράφω το βιβλίο μου δίχως να μ' ενοχλή κανείς
κάθε πρωί κ' η γυναίκα μου πηγαινοερχότανε σε μένα και σε κείνον,
καθότανε στην κάμαρα του Σβεν — που είταν ήσυχος, όταν την ένοιωθε
κοντά του — κι όταν ο μικρός κοιμότανε, έβγαινε όξω νανασάνη καθαρόν
αέρα και να μου διηγηθή όλα τα καλά σημεία, που πίστευε πως έβλεπε
πάντα το προσεχτικό της μάτι. Ο Σβάντε γυρνούσε γύρω μόνος και
σιωπηλός, πήγαινε με τη βάρκα στο αντικρυνό ακρογιάλι και διηγότανε
στις μικρές φιλενάδες του εκεί πως ο μικρός αδερφός είτανε βαριά
άρρωστος και πως στο σπίτι βασίλευε ησυχία.
Αναγκαστήκαμε να πάρουμε μια νοσοκόμα, για να μπορή η γυναίκα μου
ναναπαύεται τη νύχτα. Αυτό δεν έγινε χωρίς μεγάλη αντίσταση από μέρος
της Έλσας. Γιατί είτανε τόσο ζηλότυπη για το μικρό, ώστε δε δεχότανε
να τη βοηθά κανείς. Και τέλος όταν παρατήρησε πως δεν είχε πια τη
δύναμη, έδωσε με δάκρυα τη συναίνεσή της κ' υποτάχτηκε στο
αναπόφευχτο.
Ωστόσο έπειτα από λίγες ώρες που έφτασε η νοσοκόμα, ήρθε η γυναίκα
μου και μου διηγήθηκε μ' ολάστραφτα μάτια πως ο Σβεν δέχτηκε με
μεγάλη χαρά τη νέα συντρόφισσά του.
— Εσένα σε θέλω να με περιποιέσαι, γιατί είσαι καλή, της είπε.
Κ' έκλεισε τα μάτια του κ' έμεινε ήσυχος με τον πάγο στο κεφάλι, που
πονούσε πάντα, και με τα μικρά αδυνατισμένα χέρια απάνω στο σκέπασμα.
Ένα πρωί ακούσαμε όξω στην αυλή τους ήχους ενός οργανέτου κ' επειδή
εκείνες τις μέρες ο Σβεν είχε φάει κάτι και μιλούσε και φαινότανε
φαιδρός, τονέ ρωτήσαμε αν ήθελε να τονέ φέρουμε στα χέρια όξω να δη
τη μαϊμού.
Άλλοτε είταν ο Σβεν εκείνος, που έτρεχε πρώτος, όταν ακουγότανε
κανένα οργανέτο. Έτρεχε βιαστικός στον μπαμπά και του ζητούσε
πεντάρες. Χαιρότανε να δίνη κι όταν πλησίαζε με τις πεντάρες του και
φαινότανε τόσο ευτυχισμένος — σα να γνώριζε τί σημασία έχει για ένα
φτωχό μουσικό να του δίνουν χρήματα για να φάη — συχνά έκανε κάποιο
μελαψό πρόσωπο να γελά, δείχνοντας τα λευκά του δόντια, και κάποια
μαύρα ολάστραφτα μάτια να κοιτάζουνε με χαρά τα γαλανά δικά του.
Τώρα όμως κρεμότανε τόσο κουρασμένος και μικρός στην αγκαλιά του
πατέρα. Είτανε τυλιγμένος καλά σε μια κουβέρτα και φορούσε κάλτσες
στα πόδια. Έτσι τονέ βγάλαμε όξω κι ο πατέρας τον κρατούσε στα χέρια
στη βεράντα, απ' όπου μπορούσε να κοιτάζη κάτω στην ηλιοφωτισμένη
αυλή και νακούη τους φαιδρούς σκοπούς του οργανέτου. Κουρασμένος,
έβλεπε σαν ξένα τα δέντρα και την αυλή και το σωρό των παιδιών, που
στεκόντανε στον ήλιο· κι όλη την ώρα το βλέμμα του είτανε τόσο
παράξενο, σα να συλλογιζότανε γιατί όλα αυτά δεν είταν τόσο ωραία,
όπως άλλοτε. Δοκίμασε να γελάση όταν αντίκρυσε τη μαϊμού, που είτανε
γι' αυτόν το διασκεδαστικότερο απ' όλα όσα ήξερε και που τώρα πηδούσε
απάνω κάτω στο οργανέτο, βροντώντας τη μικρή αλυσσίδα της, κ' έκανε
κωμικούς μορφασμούς εκεί που προσπαθούσε να σπάση ένα καρύδι.
Μα ο Σβεν δεν είχε δύναμη να τα δη όλα αυτά. Γινότανε μόνο όλο και
σοβαρότερος κι όλο και βαρήτερος καθότανε στην αγκαλιά του μπαμπά.
Είτανε σα να έλειπε μακριά κ' έβλεπε κει κάτω όλα όσα είταν ωραία και
φαιδρά στη γις και τα νοσταλγούσε κ' αιστανότανε πως δεν είτανε πια
γι' αυτόν. Ακκουμπούσε μόνο το κεφάλι του στον ώμο του μπαμπά. Κ'
έπειτα τονέ φέρανε πάλι μέσα στο κρεββάτι του.
Η μαμά τον ξάπλωσε κει και του έσιαξε τα μαξιλάρια.
— Δεν είταν ωραία, Σβεν;
— Ω ναι, μόνο πως δεν μπορούσα ακόμα. Μα γλήγορα θα γίνω πάλι καλά.
Τότε έσκυψε η μαμά και χάδεψε τα μαλλιά του μικρού αδελφού, χωρίς
όμως να το δη εκείνος άπλωσε το άλλο χέρι της και ζήτησε το δικό μου
και το έσφιξε σπασμωδικά.
16
Μια νύχτα καθόμουνα μόνος στην κάμαρά μου κ' ήξερα πως την άλλη μέρα
θα ερχόντανε οι γιατροί και θαποφασίζανε για τη ζωή ή το θάνατο του
μικρού Σβεν. Ήξερα πως θα είτανε δυο, γιατί ο δικός μας γιατρός ήθελε
να συμβουλευτή έναν ειδικό· δεν τολμούσε πια να πάρη απάνω του μόνος
την ευτύνη.
Καθόμουνα μόνος, η λάμπα είταν αναμμένη κ' είχα μπροστά μου το
χειρόγραφο, απ' όπου λείπανε τα τελευταία κεφάλαια.
Είχα καλονυχτίσει τη γυναίκα μου και της είπα πως ήθελα να εργαστώ.
— Να μπορής να γράφης κι αυτό το βράδι! μου είπε:
Κ' είχε κάποια δόση πίκρας ο τόνος της, σα να ήθελε να πη πως εγώ δεν
αιστανόμουνα όπως αυτή.
Μετάνοιωσε όμως αμέσως, ακκούμπησε το κεφάλι της στο δικό μου κ'
είπε:
— Είσαι ευτυχισμένος που μπορείς να γράψης.
Και τώρα καθόμουνα μόνος εδώ και κάθε μου νεύρο έτρεμε σ' ένα ψυχικό
συγκλόνισμα, τόσο σύνθετο και τόσο φοβερό, που μόλις μπορώ να το
περιγράψω. Μολαταύτα έλπιζα πως θα ζήση το παιδί μου, το πίστευα
μάλιστα. Ταυτόχρονα όμως είχα το συναίστημα πως έπρεπε να γράψω τώρα,
τώρα ή ποτέ, Ήξερα σχεδόν κάθε λέξη, που έπρεπε να γραφή στα φύλλα,
που είχα μπρος μου λευκά κι άγραφα. Η ανάγκη μ' έσπρωχνε κ' έγραφα,
γέμιζα το ένα μετά το άλλο τα λευκά φύλλα και τα έβαζα στο σωρό του
χειρογράφου, που μεγάλωνε μπροστά μου απάνω στο τραπέζι. Είτανε σα να
μου ψιθύριζε στο αυτί κάποια αόρατη φωνή την προσταγή της και σα να
χρωστούσα να υπακούσω στη φωνή αυτή, να την υπακούσω τυφλά.
Με είχε πιάσει μια καταπληχτική βία, σα να είτανε ζήτημα ζωής και
θανάτου.
Αύριο, άκουγα μέσα μου, αύριο! Ποιος ξέρει τι θα γίνη αύριο! Μπορεί
να πεθάνη το παιδί σου και τότε να μην μπορής να γράψης. Έπειτα σου
γυρεύουνε χρήματα και πάλι χρήματα. Μπορείς να ξαναδουλέψης το βιβλίο
σου, να το διορθώσης, μα δε θα μπορέσης να το τελειώσης ποτέ, αν
πεθάνη το παιδί σου.
Σα χτυπήματα με σπρώχναν εμπρός οι στοχασμοί και στη χλωμή λάμψη της
λάμπας είδα το πρωινό φως να πέφτη από την κουρτίνα απάνω στο χαρτί
μου. «Χρήματα, χρήματα! Σου χρειάζουνται χρήματα, αν πεθάνη το παιδί
σου και θέλης να σώσης τη γυναίκα σου.»
Κι ανάμεσα στις φωνές, που με σπρώχνανε στην εργασία, άκουγα έναν
ήχο, που νόμιζα πως τον αναγνώριζα: «Είναι ο πατέρας με το παιδί
του!» Ο πατέρας με το παιδί του! Πού το είχα ακούσει; Πότε είχα
νοιώσει αυτή τη δαιμονισμένη βία; Είτανε σα να σφυρίζανε καμουτσίκια,
σα να πετούσανε σπίθες τα πέταλα σε πέτρινους δρόμους, σα να
αιστανόμουνα το νυχτερινό αέρα να δροσίζη το φλογισμένο δέρμα μου.
Έγραφα, έγραφα. Και θυμήθηκα πως είχα τρέξει σα δαιμονισμένος με το
αμάξι, με την ιδέα πως το παιδί μου είτανε πεθαμένο.
Μα δε συλλογιζόμουνα πια το παιδί μου. Συλλογιζόμουνα εκείνη, εκείνη
που έπρεπε να είμαι όλος δικός της αν είτανε δυνατό να έμενε μαζί
μου, αν το αφάνταστο γινότανε πραγματικότητα, αν πέθαινε ο Σβεν.
Έγραφα, έγραφα, έγραφα, όπως δεν έγραψε ποτέ κανείς για χρήματα, κ'
έγραψα τις καλήτερες σελίδες, που χυθήκανε από την πένα μου.
Κι όταν δεν είχα πια άλλη δύναμη, έπινα, έπινα πολύ για να συγκρατηθώ
στη ζωή.
Άμα ανέβηκε πια ο ήλιος ένα διάστημα στον ουρανό, έγραψα τις
τελευταίες γραμμές. Και κάθησα σαν αναίστητος.
Μάζεψα τα γραμμένα φύλλα και τα έβαλα στο συρτάρι μου, έπειτα βγήκα
σιγά και πήγα κι ακροάστηκα στην πόρτα της κάμαρας του Σβεν. Η
γυναίκα μου την άνοιξε και κοίταξε όξω. Έσκυψα σιμά της και της είπα:
— Είναι έτοιμο.
Μου χαμογέλασε κ' η φωνή της έκλεινε έναν κόσμο ευτυχίας, όταν
απάντησε:
— Κοιμάται τόσο ήσυχα. Δεν το πιστεύω να υπάρχη κίντυνος.
Την άφησα κ' έπειτα από μια στιγμή βυθίστηκα σ' έναν ύπνο, όμοιο με
θάνατο.
17
Πριν περάση η άλλη μέρα, γνωρίζαμε πως δεν υπήρχε σωτηρία και πως ο
μικρός Σβεν θα πέθαινε. Η βεβαιότητα έπεσε απάνω μας σα βαρύ χτύπημα,
γιατί όλον τον καιρό πρωτήτερα δεν πάψαμε να ελπίζουμε. Στεκόμαστε
στο διάδρομο, οι δυο γιατροί άφωνοι και σοβαροί, η γυναίκα μου με τα
μάτια καρφωμένα στο πρόσωπό τους, σα να νόμιζε πως δεν είχανε
προφέρει ακόμα την τελευταία λέξη. Τους κοίταζα όλους, κ' ενώ
αγκάλιασα τη μέση της γυναίκας μου και θέλησα να τη σύρω κοντά μου,
παρατήρησα πως η συμπονετική όψη του φίλου μας, του γιατρού του
σπιτιού μας, έτρεμε σπασμωδικά. Ο καθηγητής μιλούσε σιγά σα να
δυσκολευότανε να προφέρη κάθε λέξη. Δεν αιστανόμουν άλλο τίποτε παρά
πως ήρθε το αναπόφευχτο και πως έπρεπε να γκαρδιωθώ για να μπορέσω να
το υποφέρω. Μα η γυναίκα μου μ' ένα σφίξιμο του χεριού μου, όπου
αιστάνθηκα όλον τον πόνο της, ξαπολύθηκε από το μπράτσο μου που της
είχε αγκαλιασμένη τη μέση και μπλέκοντας τα χέρια της, σε τρόπο που
νακουστούνε κυριολεχτικά τα κόκκαλα που τρίξανε, φώναξε:
— Πέτε πως υπάρχει ακόμα ελπίδα. Πέτε το.