τη φτάσω τέλος. Κι όταν μπήκα στην κάμαρά μας, είδα πως τα δικά μου
παράθυρα είχαν την ίδια θέα, που είπα πρωτήτερα, με τη διαφορά πως η
θάλασσα φαινόταν από δω ακόμα σιμότερα. Στάθηκα πάλι εκεί και δεν
ήξερα τι γινότανε μέσα μου εκείνη τη στιγμή. Μα την ίδια ώρα έπεσε η
ματιά μου στη γυναίκα μου. Έστεκε στο παράθυρο και κοίταζε όξω και
μια στιγμή μου φάνηκε πως από την ώρα, που πάτησα το νησί αυτό,
λησμόνησα όλα όσα είχανε τραβήξει τη σκέψη μου τόσον καιρό, όλη τη
νευρικότητα, όλους τους δισταγμούς, τους δόλους, τους υπολογισμούς,
όλον τον αγώνα να βιάσω τη γυναίκα μου να αιστάνεται όπως εγώ. Τώρα
έστεκε κει και δεν ήξερα αν εκείνη τη στιγμή οι στοχασμοί μας
παλεύανε μεταξύ τους ή συναπαντιόνταν.
Τότε έστρηψε το πρόσωπο κ' είδα πως τα μάτια της είτανε δακρυσμένα.
Μου άπλωσε το χέρι της, το έπιασα και σταθήκαμε κει μαζί και
κοιτάζαμε τη θάλασσα. Κάτω από τα παράθυρά μας τα κύματα κυλούσαν
απάνω στις πέτρες κι όσο μακριά έφτανε το μάτι, έβλεπε μόνο τις
λευκές κορφές απάνω στη σκοτεινή επιφάνεια της θάλασσας και τα μικρά
βραχόνησα, που γύρω τους σπάζανε τα κύματα. Σαν καταρράχτες από λευκό
αφρό ορθωνόντανε ψηλά τα κύματα, σπρωγμένα από το βάρος ολάκερης της
θάλασσας, που τα στρύμωχνε από τη δύση. Είτανε μια ταραχή γεμάτη
ήσυχη δύναμη, μια μεγάλη έκρηξη, που είχε κάτι από την αναγάλια της
ζωής.
Εμπρός στην ταραχή αυτή η δική μου ησύχασε κ' ενώ κρατούσα το χέρι
της γυναικός μου αιστάνθηκα πως κ' οι δυο βαδίζαμε προς τη θάλασσα
και φτάσαμε σ' αυτή από χωριστούς δρόμους. Δεν προφέραμε λέξη, μα
στεκόμαστε αυτού πολλή ώρα και μέσα μας πέθαινε ό,τι είχε υπάρξει
εκεί. Όταν αποκοιμηθήκαμε, ακούγαμε ακόμα το θόρυβο του ανέμου και
των κυμάτων κι όταν έπαψε η ταραχή, μας ξύπνησε η γαλήνη.
Εμπρός από τα παράθυρα μας απλωνόταν η θάλασσα ήσυχη και μεγάλη.
8
Την ανάμνηση αυτή την είχα σημειώσει από χρόνια. Δε γνώριζα τότε πως
θα είχα να παλέψω με τη γυναίκα μου έναν άλλο μεγαλήτερον αγώνα, έναν
αγώνα, που ύστερ' από το τέλος του η μοίρα μου είτανε να μείνω μόνος
κι ωστόσο όχι μόνος, με την ψυχή θλιμένη κι ωστόσο όχι χωρίς ελπίδα.
Τώρα βλέπω πως καθόμαστε τότε απάνω στον ψηλότερο βράχο, εμπρός από
το λευκό αναπαυτικό σπίτι μας. Με μια λαμπράδα, που πάντα είναι νέα,
που αλλάζει κάθε βράδι, βυθά ο ήλιος στη θάλασσα κι ανάμεσά μας είναι
ο Σβεν. Είναι ξυπόλυτος και μελαψός κ' επειδή με τα βράδι ψυχραίνει ο
αέρας, χώνει τα μικρά του πόδια κάτω από τα φόρεμα της μαμάς.
Παρακαλεί να τον αφήσουμε να μείνη όσο φαίνεται ακόμα ο ήλιος. Τα
μάτια του κοιτάζουν ξαφνισμένα τις τελευταίες φλογερές αναλαμπές του
ηλιού, που χάνεται στην ήσυχα κυματισμένη θάλασσα. Κάθεται κει με το
σαγόνι ακκουμπημένο στο χέρι του, σα να συλλογίζεται κάτι σοβαρό, που
δεν μπορεί να το εκφράση με λόγια. Κι όταν τέλος ξέρει πως πρέπει να
πάη να κοιμηθή, κρεμιέται στα λαιμό του μπαμπά και παρακαλεί να τον
φέρω στο κρεββάτι του.
Με το αλαφρό μου φόρτωμα στην αγκαλιά κατεβαίνω σιγά τους βράχους κι
όταν γυρίζω βλέπω εκεί απάνω το σκοτεινό ίσκιο της γυναικός μου.
Κάθεται, όπως καθότανε ο Σβεν πρωτήτερα, και τα μάτια της κοιτάζουνε
στο σημείο, όπου βασιλεύει ο ήλιος κι όπου έχουνε σβήσει οι
τελευταίες ρόδινες φλόγες.
9
Ποτέ δε θαυμάστηκε τόσο ο Σβεν, δε χαδεύτηκε, δεν κρατήθηκε από όλους
στα χέρια και δεν αποθεώθηκε, όπως αυτό το καλοκαίρι. Οι ναυτικοί τον
πέρνανε στον ώμο και του φτιάνανε βαρκίτσες, οι γερόντισσες
σταματούσανε και χαμογελούσαν, μόλις τον βλέπανε.
Οι νέες γυναίκες λησμονούσαν τα δικά τους παιδιά και λέγανε πως ποτέ
δεν είδαν τόσο ωραίο αγόρι, τα κορίτσια τον περνούσαν από τους
βράχους χωρίς να τα παρακαλέση και παίζανε μαζί του. Ο Σβεν γύριζε
αδιάκοπα στον ήλιο και μαύρισε και δυνάμωσε στον αέρα αυτόν, όπως
ποτέ άλλη φορά.
Μ' ένα λόγο ο Σβεν είτανε το κέντρο όλων των στοχασμών μας κι ο ήλιος
του μόνου αυτού καλοκαιριού, που περάσαμε στα δυτικά ακρογιάλια.
Ωστόσο είτανε παράξενο πως ίσια ίσια τον καιρό αυτό βρήκε ένα νέο
θέμα ομιλίας και πάντα γύριζε σ' αυτό. Είτανε χαραχτηριστικό του Σβεν
πως μιλούσε για όλα όσα του ερχόντανε στο νου και το έκανε περσότερο
απροσποίητα παρόσο το συνηθίζουν τα παιδιά, χωρίς να τον μέλη για την
εντύπωση που έκανε στους μεγάλους. Ο Σβεν από τη στιγμή που άνοιξε τα
μάτια δεν αιστάνθηκε γύρω του άλλο από θερμότητα κι αγάπη. Όταν
έφτασε στην ηλικία, που οι γονείς μπορούνε να καταγίνουνται με τα
τέκνα τους, τον ακολουθούσανε πάντα δυο μάτια, δυο μάτια που
χαιρόντανε στο κάθε κίνημά του, εννοούσανε και του δίνανε θάρρος σε
κάθε λόγο του, καθρεφτίζανε κάθε κίνημα της τρυφερής κι αθώας ψυχής
του καθαρότερα και καλήτερα παρότι θα το έκανε ο ίδιος. Με το μέσο
της αγάπης της μητέρας του γνώρισε ο μικρός Σβεν όλον τον κόσμο γύρω
του κ' επειδή αυτή η αγάπη ταίριαζε με τη δική του φύση, τη γεμάτη
τρυφερή αφοσίωση, όπως κι αυτός ταίριαζε με κείνη, που κάθε μέρα του
έδινε κάτι νέο, όλο και κάτι περσότερο — έτσι ο Σβεν δεν μπορούσε να
σκεφτή διαφορετικά παρά να εκφράζη φυσικά κι απλά, όπως του ερχότανε,
καθετί που σάλευε, μεγάλωνε και ρωτούσε μέσα του.
Να υπήρχε τάχα μέσα και σε κείνον, αν και δεν μπορούσε να το εκφράση,
κάτι σαν προαίστηση πως δεν είτανε γι' αυτόν τον κόσμο; Να τον έδενε
τάχα και κείνον αυτή η προαίστηση περσότερο με τη μητέρα του, που
έκρυβε κάτω από την ευτυχία της το ίδιο αίστημα; Ποιος μπορεί να
δώση μιαν απάντηση σ' αυτό; Ή ποιος μπορεί να δοκιμάση να τη δώση;
Κανείς. Μόνο η σιωπή σαλεύει απάνω από ανθοφορτωμένους τάφους.
Το βέβαιο είναι όμως πως ο μικρός Σβεν ανακάλυψε μια μέρα μιαν εικόνα
κρεμασμένη στην κάμαρα της μαμάς κι αφού την κοίταξε μερικές στιγμές,
την κατέβασε και την παρατηρούσε σιωπηλός, σα να έβλεπε εκεί κάτι
νέο, που το λογικό του δεν το ένοιωθε.
Δεν είτανε καμιά εικόνα σύμφωνη με το σημερινό αίστημα. Έχει πολύ
λίγη τέχνη και διηγείται μιαν ιστορία. Υπάρχει μια παράδοση, που
λέγεται η πομπή του θανάτου. Ο θάνατος είναι σκεπασμένος με λευκό
μαντύα, το κρανίο του όμως μένει ξέσκεπο. Πίσω του έρχεται μια μακριά
ακολουθία από νέους και γέρους ανάκατα κ' είναι τόσο μακριά ώστε
χάνεται στο απέραντο και κανένας δεν μπορεί να δη το τέλος της. Ο
θάνατος κρατεί στο χέρι ένα κουδούνι και φαίνεται πως μόλις το
σήμανε. Φαίνεται, γιατί στο δρόμο κάθεται μια γυναίκα λυγισμένη από
τα γερατιά κι απλώνει παρακαλεστικά τα χέρια στον ανίλεο, που περνά
μπροστά της χωρίς να την κοιτάξη. Κοντά όμως στο θάνατο στέκει ένα
νέο ζευγάρι ερωτεμένων. Στο αυτί του νέου έχει σημάνει το κουδούνι
του θανάτου και το απελπισμένο αγκάλιασμα της αγαπημένης δεν μπορεί
να τον κρατήση. Η πομπή του θανάτου προχωρεί κι όταν έρχεται η θέση,
που μένει ελεύτερη για το νέο, πρέπει να την πάρη κ' η θέση του στη
γις μένει αδειανή και κανείς πόθος δεν μπορεί να τον καλέση πίσω.
Εκεί όμως που φαίνεται πως τελειώνει η πομπή, ροδίζει μια μεγάλη
λάμψη σαν το φως της χαραυγής.
Αυτή είναι η εικόνα κ' η μαμά την είχε πάρει μαζί μ' άλλες εικόνες
και φωτογραφίες και στόλισε την καινούρια καλοκαιρινή κατοικιά μας.
Σε μια φωτογραφία της εικόνας αυτής κάρφωσε το βλέμμα ο Σβεν και
ρώτησε τη μαμά:
— Τι είναι αυτό;
Κ' η μαμά του διηγήθηκε το παραμύθι του σκληρού θανάτου, που έρχεται
και παίρνει εκείνον, που είναι νέος, κι αφίνει τη γερόντισσα, που
παρακαλεί να πάη κοντά του.
Ο Σβεν ξανακρέμασε την εικόνα στη θέση της.
Το άλλο πρωί όμως την πήρε πάλι κι αφού την κοίταξε μια στιγμή,
ζήτησε της μαμάς να του ξαναπή την ιστορία.
Πάλι κάθησε ο Σβεν κι άκουγε και πάλι τέντωσε ξαφνισμένος τα μεγάλα
μάτια του.
— Πιστεύεις, μαμά, πως ο νέος είναι λυπημένος που θα πεθάνη; είπε.
— Ναι, μα η αρρεβωνιαστικιά του είναι περσότερο λυπημένη, απάντησε η
μαμά.
— Μπορεί όμως να γίνη άγγελος και να βγάλη λευκά φτερά στους ώμους,
είπε ο Σβεν.
— Βέβαια θα γίνη, είπε η μαμά.
Μα ο Σβεν αναστέναξε και δεν έμεινε ευχαριστημένος.
— Γιατί δεν μπορεί να πάη μαζί η γερόντισσα αφού το θέλει; είπε.
— Αυτό δεν το ξέρει κανείς, Σβεν, είπε η μαμά, μόνο ο Θεός το ξέρει.
— Το ξέρει αυτός;
— Ναι, το ξέρει.
Ο Σβεν ξαναβγήκε όξω στον ήλιο και στους βράχους. Όμως από τότε η
ιστορία αυτή του έγινε η πιο αγαπημένη και σχεδόν κάθε πρωί, όταν, η
μαμά χτένιζε τα μαλλιά της, ερχόταν ο Σβεν, κατέβαζε την παράξενη
εικόνα και παρακαλούσε τη μαμά να του διηγηθή.
Μα συνέβηκε κάτι άλλο ακόμα του Σβεν κι αυτό έγινε το χειμώνα. Τον
είχαν πάρει μαζί στο θέατρο, σε μιαν απογεματινή παράσταση, που
δινότανε μια Κυριακή. Παίζανε τον «Τυχερό Πέτρο» του Στρίντμπεργ και
βέβαια ο Σβεν δεν ένοιωθε πολλά πράματα από το έργο, ωστόσο
διασκέδαζε με το δικό του τρόπο. Διασκέδαζε τόσο καλά, ώστε η ευθυμία
του μεταδόθηκε και στους καθισμένους τριγύρω του ...
Έπειτα όμως ήρθε η σκηνή, που παρουσιάζεται ο θάνατος στον ήρωα του
έργου, κι ο Σβεν σώπασε. Κανείς δε συλλογίστηκε τη σκηνή αυτή και πως
μπορούσε να του κάμη τόση εντύπωση. Ό,τι όμως έγινε κατόπι δεν το
πρόσεξε ο Σβεν. Κι όταν έπειτα τον ρωτούσε κανείς τι είδε στο θέατρο,
απαντούσε μόνο:
— Είδα το θάνατο. Είταν ένας μεγάλος, ψηλός σκελετός και μπορούσε
και μιλούσε. Και κρατούσε ένα δρεπάνι στο χέρι.
Αυτήν την ανάμνηση ο Σβεν την έδεσε μαζί με την εικόνα της πομπής του
θανάτου. Το μόνο που δεν μπορούσε να νοιώση είτανε πως ο θάνατος, που
είδε στο θέατρο, κρατούσε δρεπάνι, ενώ στην εικόνα χτυπούσε ένα
κουδούνι. Όσο για τάλλα, η εντύπωση από το θέατρο, η εικόνα στην
κάμαρα της μαμάς και το παραμύθι, που του διηγήθηκε αυτή, είτανε σα
να είχαν σμίξει σ' ένα πράμα.
Κι αδιάκοπα μιλούσε γι' αυτό το θέμα. Η εικόνα εκείνη του τυπώθηκε
τόσο ζωηρά στη φαντασία, ώστε τίποτε δεν μπορούσε να τη σβήση. Και
διηγότανε στον καθέναν, που ήθελε νακούση, πως ήρθε ο θάνατος στον
Πέτρο και τονέ φοβέριξε πως θα τον πάρη και πως έφυγε πάλι, όταν ο
Πέτρος τον παρακάλεσε τόσο θερμά. Το διηγότανε με τέτοιον τρόπο, που
ανατρίχιαζε μόνο με την ανάμνηση κι ο ίδιος. Και να του είχε
παρουσιαστεί μπροστά του ολοζώντανος ο θάνατος, δε θα τονέ συγκινούσε
δυνατότερα.
Οι φίλοι του όμως εκεί όξω στο νησί το βρίσκανε παράξενο πώς μπορούσε
ένα τόσο μικρό παιδί να μιλή για τέτοιο πράμα. Δεν αστειευόντανε μαζί
του, μα εκείνο που τους διηγότανε τους δυνάμωνε στα αίστημα πως
είχανε μπροστά τους ένα πλάσμα παράξενα λεπτό και τρυφερό και το
παίρνανε στα χέρια τους και τα ανεβάζανε στους βράχους.
Κι ο Σβεν δεν άφινε την ευτυχία του να συγχυστή από αυτούς τους
μύθους. Είτανε τόσο συνειθισμένος μ' αυτούς, ώστε του φαινότανε πως
τον ακολουθούσανε σαν ο ίσκιος τον ήλιο. Κ' έπλασε το δικό του κόσμο
έξω στο νησί, Όταν η θαλασσοταραχή έβραζε κι ο άνεμος βογγούσε,
έστεκε στο παράθυρο και κοίταζε όξω τη θάλασσα, που βούιζε, και
μπορούσε να μένη ώρες εκεί.
Όταν ο ουρανός είτανε γαλανός κι ο άνεμος φυσούσε στο νησί ψυχρός και
σιγανός, κατέβαινε μόνος στο αγιάλι, ψάρευε θαλασσινά άστρα και
μάθαινε να παίζη με βαρκούλες.
Μα περσότερο του άρεσε να μένη ψηλά στο βράχο, στη βίγλα των πιλότων,
και παρακαλούσε τη μαμά, που καθότανε κει με την εργασία της, να του
διηγιέται ό,τι γνώριζε για τη θάλασσα. Είτανε κάτι περσότερο από
ευτυχισμένος όταν έτρεχε με γυμνά πόδια στους βράχους και μάζευε
απάνω τα μικρά του πανταλόνια και σκαρφάλωνε τόσο προσεχτικά με τα
λεπτά του πόδια, σα μικρή βασιλοπούλα. Μα όταν ήθελε να πάη
μακρήτερα, τότε παρακαλούσε να τον πάρουνε στα χέρια. Κ' επειδή δεν
μπορούσε κανείς ναρνηθή τίποτε του Σβεν, βρισκότανε πάντα κάποιος που
τον έπαιρνε στα χέρια ή στον ώμο. Και τότε κοίταζε με καμάρι γύρω του
και χαμογελούσε με τη συναίστηση της δύναμής του και της ευδαιμονίας
πως τον αγαπούσαν όλοι.
Όταν όμως μένανε μόνοι η μαμά κι ο μπαμπάς, έλεγε ο τελευταίος συχνά:
— Είναι γερός και χαρούμενος όσο δεν είτανε ποτέ. Γιατί μιλεί πάντα
για το θάνατο;
Και κείνη απαντούσε:
— Δεν του μιλώ εγώ γι' αυτόν. Οι στοχασμοί του έρχουνται και φεύγουν
όπως θέλουν. — Βλέπεις;
Έδειξε κάτω στο ακρογιάλι. Εκεί καθότανε ο Σβεν μόνος και φαινότανε
υπερβολικά ευτυχισμένος και χαρούμενος. Κρατούσε ένα σκοινί στα χέρι
και στο σκοινί είτανε δεμένο ένα ξύλο, που έμοιαζε με βάρκα. Ο Σβεν
την έσερνε στο ακρογιάλι, τη φόρτωνε πετραδάκια και την τραβούσε
πάλι.
— Ακούς; είπε η Έλσα.
Και για νακούσουμε καλήτερα, πλησιάσαμε σιγά σιγά χωρίς να μας δη ο
μικρός.
Είτανε καθισμένος ακούνητος, άφησε τη βαρκούλα να σέρνεται απάνω κάτω
στα κύματα και με σιγανή φωνή τραγουδούσε μόνος του.
Έλεγε ένα ναυτικό τραγούδι, που το είχε μάθει από τα παιδιά στο νησί.
Τραγουδεί λαρά, τραλαλαρά, λαρά
και θωρεί το μνήμα του στη θάλασσα βαθιά.
Μας είδε άξαφνα, σώπασε κ' είπε πως δε θέλει να τραγουδή, όταν τον
ακούει ο μπαμπάς.
10
Παρατήρησα πως στο βιβλίο αυτό μιλώ σχεδόν μονάχα πώς περνούσαμε τα
καλοκαίρια μας.
Ο λόγος είναι μόνο γιατί το καλοκαίρι είχαμε ζωηρότερο το αίστημα πως
ζούμε. Το χειμώνα κατοικούσαμε ή στην πόλη, ή τόσο κοντά στην πόλη,
ώστε μπορούσαμε να είμαστε κει όποτε θέλαμε. Κ' έτσι, γινότανε και με
μας ό,τι και με τον περσότερο κόσμο. Η ζωή της πρωτεύουσας μας
παράσερνε στη ζάλη της, ώστε απομένανε μετρημένες οι ώρες, που
μπορούσαμε να ζούμε όλοι μαζί και να αιστανόμαστε πως είμαστε όλοι
ένα. Λείπανε οι παράμερες ομιλίες με τη γυναίκα μου, έλειπε η φαιδρή
συναναστροφή με τα παιδιά. Ούτε η γιορτή των Χριστουγέννων, αυτή πολύ
λιγότερο, δεν ερχότανε χωρίς το αίστημα της εκνευριστικής βίας, που
αφίνει πίσω κούραση, βαριέστισμα και δυσθυμία. Για τούτο περιμέναμε
το καλοκαίρι σαν απολύτρωση από κάτι πονηρό κι όταν φεύγαμε από την
πρωτεύουσα, είτανε σα να πηγαίναμε να ξανανιώσουμε και να βρούμε την
καθαυτό οικογενειακή ζωή.
Τώρα θέλω να διηγηθώ για το τελευταίο μας καλοκαίρι, που είχαμε
αληθινά το αίστημα πως ζούμε, για το καλοκαίρι, που έγινε όλωςδιόλου
διαφορετικό παρότι ελπίζαμε και στοχαζόμαστε.
Τη φορά αυτή διαλέξαμε ένα άλλο μέρος και το κάναμε για να έχη γύρω
της η γυναίκα μου όλα όσα είχε στερηθεί το περασμένο καλοκαίρι στα
δυτικά ακρογιάλια. Γιατί, όσο κι αν της επιβλήθηκε κι αυτής η
θάλασσα, έκρυβε ωστόσο στο βάθος της ψυχής της μιαν αντιπάθεια γι'
αυτή, γι' αυτή που θέλει να κυριαρχή μ' ερημική μεγαλειότητα και δεν
ανέχεται κοντά της ψηλά δέντρα κι ανθισμένα λιβάδια. Μέσα της
νοσταλγούσε πάντα τα φυλλωμένα δάση και τα περισσά άνθη κ' η νίκη που
κέρδισα στον αγώνα μου για τη θάλασσα είδα πως είτανε μισή νίκη μόνο.
Έτσι συμφωνήσαμε να ορίζη στο εξής πότε ο ένας, πότε ο άλλος μας τον
τόπο που θα μέναμε το καλοκαίρι.
Κ' εξόν από αυτό, θέλαμε το καλοκαίρι τούτο να το περάσουμε με τη
συντροφιά άλλων και να ξαναδοκιμάσουμε κείνο το αίστημα, που μας
γέμιζε τις καρδιές μια φορά, όταν η ευτυχία μας αντανακλούσε σ' έναν
κύκλο φίλων, που μπαινοβγαίνανε στο σπίτι μας, όπως και στο δικό
τους.
Για να κάμουμε όσο το δυνατό μεγαλήτερη την αντίθεση με το περασμένο
καλοκαίρι, διαλέξαμε το «Λύδιγγαι» και στήσαμε την κατοικία μας στο
απάνω πάτωμα ενός μισοερειπωμένου πύργου.
Είτανε μια κατοικία με πολλές μεγάλες κάμαρες, με στραβωμένα
παράθυρα, με λεκιασμένους τοίχους και μεγάλες βεράντες παλαιού
ρυθμού, μια στενόμακρη, που έβγαινε στην αυλή, και μια μικρότερη, που
είχε θέα προς έναν κήπο με χορταριασμένους δρόμους κι ακλάδευτα
φραουλόθαμνα, προς τις βελανιδιές μακριά και τον ήσυχο φωτεινόν
κόλπο, που τριγυρισμένος όπως είταν από την πρασινάδα έμοιαζε μ'
ατάραχη λίμνη. Οι βεράντες είτανε κι από τα δυο πλευρά του σπιτιού
σκεπασμένες μ' αγριοκλήματα και το όλο έκανε την εντύπωση σπιτιού,
που κιντύνευε να σκεπαστή από τα φυτά, να ταφή αποκάτω τους, να χαθή
και να γίνη ένα με τη φύση. Όταν καθότανε κανείς στη μικρότερη
βεράντα και κοίταζε τις βελανιδιές και τον ήσυχο κόλπο πέρα από τον
κήπο, δεν μπορούσε να μη στοχαστή πως όλα, όσα είτανε χτισμένα και
καλλιεργημένα εδώ, θα χανόντανε μια φορά και πως θαρχότανε μια μέρα,
που νέοι άνθρωποι θα βρίσκανε κρυμμένο στη γις ό,τι στέγασε τη χαρά
και τη λύπη κ' έδωσε τροφή στο σώμα ανθρώπων ξεχασμένων από καιρό. Το
αίστημα αυτό κυρίευε μελαγχολικά εκείνον που καθόταν εκεί βυθισμένος
στη διάθεση, που γεννούσε το μέρος αυτό, και του φαινότανε πως όλη η
γήινη ευτυχία περιοριζότανε μόνο στο να ζήση εδώ, όσο να πέση το
σπίτι και το παν να σκεπαστή από τάγρια φυτά και τότε ναποκοιμηθή κι
αυτός με τα συντρίμματα και τα παλιά σαπισμένα δέντρα και να γίνη ένα
με την άκαρπη γις, που φαινότανε σα να κουράστηκε κι αυτή να κρατά
απάνω της εκείνο, που είχε τον προορισμό να συντηρή τη ζωή των
καλλιεργητών της.
Εδώ ανθούσαν οι πασκαλιές, οι κύτισσοι κρεμιόντανε λαμπροί και βαριοί
απάνω από τις απεριποίητες βραγιές, όπου οι παπαρούνες γερνάνε
μισομαδημένες στη γις κ' οι τριανταφυλλιές βλασταίνανε
παραστρυμωγμένες. Εδώ είταν όλα, όπως αγαπούσε η γυναίκα μου τη φύση.
Εδώ είχαν όλα κατιτίς από μια μελαγχολική αφτονία που πεθαίνει,
κατιτίς που ταίριαζε με ολάκερη την ψυχική διάθεσή της. Εδώ γύριζε
τριγύρω, σα να ένοιωθε από την πρώτη στιγμή πως είτανε στο σπίτι της.
Εδώ λησμονήσαμε πως η ζωή κ' οι άνθρωποι μας είχανε πληγώσει βαριά
και πως και μεις, για να υπερασπιστούμε τον εαυτό μας, ανταποδώσαμε
τα χτυπήματα. Εδώ λησμονήσαμε τη θλίψη του χειμώνα και τις
εκνευριστικές διασκεδάσες του. Και στην άλλη μεριά του κόλπου είχαμε
φίλους κ' οι βάρκες πηγαινοερχόντανε ανάμεσα της δικής τους και της
δικής μας αποβάθρας.
Εμέ όμως η τοποθεσία όλη μου κάθιζε βαριά στο στήθος κ' είχα το
αίστημα πως μ' εμπόδιζε στην εργασία μου. Με βύθιζε σε μια διάθεση
διαφορετική απ' όσες γνώριζα. Μα ο καιρός περνούσε και μ' αυτόν ήρθε
η γαλήνη. Ο δαίμονας της εργασίας με κυρίεψε με τόση δύναμη, όπως
ποτέ άλλη φορά, και δε μ' ενοχλούσε άλλο τίποτε κι άλλος κανείς από
το Σβεν.
Γιατί είταν ο μόνος, που δεν μπορούσαμε να τονέ συνηθίσουμε πως ο
μπαμπάς πρέπει να έχη την ησυχία του, όταν εργάζεται.
Άνοιγε την πόρτα σα να ήθελε να δείξη πως εννοούσε πως έπρεπε να
βασιλεύη ησυχία. Αν τον κοίταζα, έβαζε το δάχτυλο στο στόμα κ' έλεγε
«Σστ!» με μιαν έκφραση στο πρόσωπο, που έδειχνε πως γνώριζε τη
δύναμή της και ταυτόχρονα τόσο αθώα, ώστε άφινα την πέννα χωρίς να
θέλω. Αν όμως δεν τον κοίταζα, τότε ερχότανε σιγά σιγά στο τραπέζι κ'
έστεκε κοντά μου. Μπορούσε να στέκη πολλή ώρα υπομονετικά εκεί· κι
όταν είχα τη δύναμη να κάνω πως δεν τον ένοιωσα, έφευγε πάλι τόσο
σιγά όπως ήρθε. Αυτό όμως δε γινότανε συχνά κι αν έστριβα λιγάκι μόνο
το κεφάλι, έβλεπα αμέσως τα γαλανά μάτια του να ζητούν ανυπόμονα τα
δικά μου. Και τότε είμουνα χαμένος.
— Τι θέλεις, Σβεν; έλεγα.
Και νόμιζα πως έπρεπε να φανώ αυστηρός, ήξερα όμως πως δεν το
μπορούσα.
Τότε μου έδειχνε ένα άνθος ή ένα πετραδάκι ή κατιτίς άλλο σπάνιο
πράμα. Και παράδινα τα όπλα. Παραιτούσα το γράψιμο κι άφινα το Σβεν
να μ' ενοχλήση όσο ήθελε. Και χαίρουμαι τώρα γι' αυτό.
11
Εδώ έξω τραγουδούσε ο μικρός Σβεν, όπως έκανε κι όλον το χειμώνα και
βέβαια η Έλσα για χάρη δική του καθαυτό επίμενε και πήραμε το πιάνο
μαζί μας στην εξοχή.
Γιατί όταν η μαμά ανακάλυψε πως ο Σβεν μπορούσε να τραγουδά, είτανε
φυσικό πως άρχισε να του καλλιεργή το χάρισμα και πως καμάρωνε για τη
φωνή του, όπως και για όλα όσα έλεγε κ' έκανε. Του πήρε μικρά βιβλία
με τραγούδια και του έμαθε τα λόγια απόξω.
Γιατί ο Σβεν μόλις είταν ακόμα πεντέμιση χρονών και δεν ήξερε να
διαβάζη. Η μαμά είχε ορκιστεί να μην τον αφήση τόσο νωρίς να
βασανιστή μ' ένα πράμα τόσο φοβερό. Να τραγουδά όμως μπορούσε κ'
ήξερε πολλά τραγούδια. Πολύ σπάνια του ξέφευγε ψεύτικος τόνος κι όταν
του ξέφευγε κανένας, θύμωνε και ξανάπιανε το τραγούδι από την αρχή.
Δε ντρεπότανε κιόλας να τραγουδά κι όταν είτανε ξένοι μπροστά.
Μπορούσανε ναρθούνε να τον ακούσουν όσοι θέλανε. Ο Σβεν τραγουδούσε
και γελούσε και λάμπανε τα μεγάλα γαλανά μάτια του. Γιατί να
ντρέπεται να τραγουδά, αφού διασκέδαζε ο ίδιος τόσο μ' αυτό κι αφού
κιόλας τραγουδούσε τόσο ωραία; Αυτό το είχε πει η μαμά κι όταν
εκείνη εύρισκε πως τραγουδά ωραία, έπρεπε να το βρίσκουν όλοι ωραίο.
Από όλα τα τραγούδια, που έλεγε ο Σβεν, ωραιότερα τραγουδούσε το
εξής:
Μπε μπε, άσπρο αρνί, έχεις και μαλλί;
Ναι, ναι, μικρό παιδί, γεμάτο το σακκί!
Για τον μπαμπά σακκάκι, για τη μαμά τρικό
και δυο ζευγάρια κάλτσες για το μικρό αδερφό.
Το τέλος του τραγουδιού αυτού είταν η μεγαλήτερη επιτυχία του Σβεν.
Γιατί όταν έφτανε στον τελευταίο στίχο, το πήγαινε πια στα τέσσερα,
τόσο γλήγορα, τόσο γλήγορα, σα να ήθελε να φάη την τελευταία λέξη και
να την κρατήση για τον εαυτό του. Το πιάνο δεν μπορούσε να τον
ακολουθήση και τούτο γιατί τα δυο ζευγάρια κάλτσες τα νόμιζε δικά του
και το στίχο ολάκερο τον έπαιρνε σαν υπαινιγμό. Γιατί να μην είτανε
κι όλο το τραγούδι γραμμένο επίτηδες γι' αυτόν, αφού μπορούσε και το
τραγουδούσε και χαιρότανε τόσο πολύ;
Το τραγούδι αυτό δεν είχε το δικαίωμα να το τραγουδή άλλος από το
Σβεν και δεν μπορούσε αλήθεια να το τραγουδή κανείς άλλος όπως αυτός,
αυτός που στάθηκε ο μικρός αδερφός στη ζωή, ο μικρός αδερφός στο
θάνατο και που έμεινε και θα μείνη πάντα μ' αυτό τόνομα.
— — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — —
Τα παράθυρα της τραπεζαρίας είναι ανοιχτά, η μυρουδιά από τις
πασκαλιές χυμά μέσα με τη βραδινή αύρα, ο ήλιος γέρνει να βασιλέψη
και στον τοίχο απάνω από το πιάνο τρέμουν οι αχτίδες του.
Στο πιάνο είναι καθισμένη η μητέρα ντυμένη λευκό καλοκαιρινό φόρεμα,
γύρω στέκουν οι άλλοι και στη μέση τραγουδά ο μικρός Σβεν.
Για τον μπαμπά σακκάκι, για τη μαμά τρικό
και δυο ζευγάρια κάλτσες για το μικρό αδερφό.
Είναι το βράδι του Άιγιαννιού κι ο Σβεν είναι ευτυχισμένος. Γιατί η
μαμά του είχε τάξει πως αυτό το βράδι μπορεί να πάη να κοιμηθή όποτε
θέλη αυτός. Αυτό εννοείται δεν το θέλει και περπατεί κρατημένος από
το χέρι της μαμάς μαζί με τάλλα αδέρφια και τους μεγάλους όξω στον
κήπο, όσο που τα μάτια του κλείνουνε μόνα τους και τότε τονέ φέρνουν
κοιμισμένον στο κρεββάτι του, χωρίς να εννοή τίποτε από τη δυστυχία
του πως δεν μπορεί ναγρυπνήση περσότερο.
Και κοιμάται κει κρατώντας στην αγκαλιά το φίλο του, το λευκό ξύλινο
σκυλάκι, που έχει μαλλιά σαν αρνί και μάτια από μαύρες χάντρες και
που ο Σβεν το είχε βαφτίσει Φλόκι. Ο Φλόκι είνε ήσυχος σύντροφος στον
ύπνο. Δεν ενοχλεί κανέναν.
Έξω στις κορφές των δέντρων αντιλαλεί το πρώτο αριό κελάδημα των
πουλιών, που μηνά το ροδοχάραμα.
12
Δεν το πιστεύω να έζησε άλλη φορά ο Σβεν μια τόσο ξεχωριστή ζωή μαζί
με τη μητέρα του, όπως αυτό το καλοκαίρι, ή μπορεί κιόλα να μην έλαβα
εγώ άλλη φορά την ευκαιρία να την παρακολουθήσω τόσο κατά βάθος.
Μπορεί ακόμα να είταν αφορμή και το πως για πρώτη φορά αυτό το
καλοκαίρι δεν είχαμε μαζί το μεγάλο αγόρι μας. Γιατί ο Ούλοφ έπρεπε
να ταξιδέψη στα βορινά μέρη για να συνηθίση να μένη μόνος. Και φυσικά
το αποτέλεσμα είτανε πως εκείνοι που μείνανε πίσω δεθήκανε μεταξύ
τους στενότερα, όπως γίνεται πάντα. Και το βέβαιο είναι πως το
καλοκαίρι αυτό άρχισα ασυναίσθητα να βλέπω το Σβεν με τα ίδια μάτια,
που τον έβλεπε η μητέρα του και πως τότε παρατήρησα περσότερο από
άλλοτε πόσο είτανε διαφορετικός από τάλλα παιδιά, που είχα δει, αν
και δεν του εύρισκε κανείς άλλο τίποτε παρά εκείνο που λέγεται
παιδιάστικο.
Ένα πρωί θυμούμαι πως με ξάφνισε που τον είδα, εκεί που πήγαινα
περίπατο, καθισμένον στο λιβάδι μ' ένα μπουκέτο άνθη στο χέρι. Τονέ
ρώτησα αν ήθελε ναρθή μαζί μου στο πάρκο. Αυτό το δεχότανε πάντα μ'
ευχαρίστηση και γι' αυτό με ξάφνισε όταν αυτή τη φορά το αρνήθηκε
κατηγορηματικά.
— Δε θέλεις ναρθής με τον μπαμπά, Σβεν;
Με πείραξε σχεδόν και νόμισα πως είταν ιδιοτροπία.
Ο Σβεν κούνησε τΟ κεφάλι κ' έμεινε στη θέση του.
— Μα γιατί;
— Περιμένω τη μαμά, είπε ο μικρός αδερφός με μεγάλη σταθερότητα.
— Μα ξέρεις πως η μαμά θα βγη έξω πολύ αργότερα. Η μαμά δεν είναι
τόσο καλά, όπως πριν, και πρέπει να μένη αργά στο κρεββάτι, γιατί δεν
κοιμάται τη νύχτα.
Κι αυτό είταν κ' η αλήθεια· κι αν δε μας εμπόδιζε ναπολαβαίνουμε το
καλοκαίρι, είτανε γιατί είμαστε συνειθισμένοι τόσα χρόνια με το
φιλάστενο της γυναικός μου, κ' έτσι βρίσκαμε το πράμα φυσικό.
Ο Σβεν όμως δεν εννοούσε να πειστή με κανέναν τρόπο κ' έμεινε στη
θέση του.
— Το &ξέρω& πως θαρθή &σήμερα&, είπε.
Χαμογέλασα για τη βεβαιότητα που είχε και προχώρησα. Στοχαζόμουνα
λιγότερο την προφητεία του παρόσο την υπερβολική αγάπη ενός παιδιού,
μιαν αγάπη που ξεπερνούσε την ηλικία του και το έκανε να κάθεται κει
με λίγα άνθη στο χέρι, μόνο και μόνο για να μη χάση τη στιγμή, που θα
έβγαινε η μητέρα του.
Μα ενώ περπατούσα, γύρισα άξαφνα πίσω και κει είδα το άσπρο καπέλο
της γυναικός μου και το παρδαλό φόρεμά της να παρουσιάζουνται ανάμεσα
από τα θάμνα των γιασεμιών. Και την ίδια στιγμή άκουσα, τη φωνή του
Σβεν.
Χαμογελώντας γύρισα και τον είδα κρεμασμένον στο λαιμό της μητέρας
του μ' ένα ξέσπασμα τρυφερότητας. Της φώναξα, μα ο μικρός αδερφός δεν
την άφινε. Έμενε κρεμασμένος στη μητέρα του και μου φώναζε από
μακριά, θριαμβευτικά γιατί βγήκε αληθινή η προαίστηση του και με
κάποια δόση δυσαρέσκειας γιατί έδειξα δυσπιστία στην προαίστηση:
— Βλέπεις που ήρθε! Βλέπεις που το ήξερα!
— Είσουνα μέσα και κοίταξες, είπα.
Δεν μπορώ να περιγράψω με ποια περιφρόνηση μου απάντησε ο Σβεν, μια
περιφρόνηση για κάθε λογική εξήγηση εκείνου που αιστανότανε και
γνώριζε:
— Όχι, δεν κοίταξα. Κοίταξα, μαμά;