Οι δυο άντρες ξεφύγανε το βλέμμα της, μα η Έλσα ορθώθηκε κ' είπε:

— Δεν πρέπει να πεθάνη, θα σας δείξω πως θα ζήση.

Έφυγε και στεκόμαστε κει σιωπηλοί και την είδαμε που μπήκε στην

κάμαρα του αρρώστου. Νοιώσαμε όλοι πόσο βαθιά αιστάνθηκε το πως δεν

είτανε πια ελπίδα και γι' αυτό έδωσε την υπόσκεση πως θα τον σώση από

το θάνατο — στο πείσμα όλων. Χωριστήκαμε χωρίς πολλά λόγια και πήγα

στη γυναίκα μου χωρίς να ξέρω τι να της πω· ήθελα μόνο να είμαι κοντά

της και να δω ίσως εκείνο που φοβόμουνα περσότερο.

Δεν τη βρήκα στην κάμαρα του αρρώστου, μα στη δική μου κάμαρα και το

πρόσωπό της είτανε σαν πετρωμένο. Καθότανε μαζεμένη στον καναπέ,

σφίγγοντας το χέρι στο μάγουλό της, τα μάτια της είτανε στεγνά και

χωρίς λάμψη και κοίταζε στο μέγα σκότος. Η στάση, η όψη της κι αυτά

ακόμα τα χέρια της το μαρτυρούσανε. Δοκίμασα να της μιλήσω, δοκίμασα

να προφέρω τόνομά της, μα δεν απάντησε και τέλος την άφησα στη θλίψη

της, περιμένοντας μ' αγωνία τα λόγια, που θα ερχόντανε άμα θα ξέσπαζε

η θλίψη της.

Πέρασε πολλή ώρα όσο να λυθή η σιγή κι άμα λύθηκε, δε λύθηκε με

λόγια. Η γυναίκα μου άπλωσε μόνο το χέρι της σε μένα και μ' έσυρε

στον καναπέ. Έπεσε στην αγκαλιά μου κ' ένα μακρύ αναφυλλητό, που

φαινότανε πως έβγαινε από το ίδιο στήθος, μας συγκλόνησε και τους

δυο.

— Πόσο σε λυπούμαι! ψιθύρισε. Πόσο σε λυπούμαι!

— Εμένα;

Ξαπολύθηκα από αυτή και την κοίταξα. Γιατί η φωνή της είχε κάτι που

με γέμιζε μ' ένα προαίστημα, που δεν ήθελα να το αφήσω να μου ανεβή

στο νου σα στοχασμός.

Έστρηψε σε μένα με σταυρωμένα χέρια και φώναξε σχεδόν:

— Δεν το πιστεύω ναπαιτής να ζήσω δίχως το Σβεν. Δεν το μπορώ, δεν

το μπορώ.

Αυτό είταν το προαίστημά μου, που αυτή του έδωσε έκφραση με λόγια. Κ'

έστεκα εκεί, χωρίς να ξέρω τι να κάμω, χωρίς να μπορώ να προφέρω

λέξη.

— Κάθησε κοντά μου, είπε. Δε θα ερεθιστώ. Θα μιλήσω ήσυχα. Γιατί δεν

είμαι πια ανήσυχη. Αιστάνουμαι μόνο πως γκρεμίζουνται όλα. Δεν είμαι

πια εδώ, αν και δεν μπορείς να το νοιώσης ακόμα, γιατί ξέρεις τόσα

λίγα και γιατί τόσα λίγα μπορούσα να σου πω και γω. Μα γιατί να σου

το έλεγα, πριν έρθη η ανάγκη να σου το πω; Ήθελα να ζήσω μαζί σου,

Γιώργο, γιατί σ' αγαπούσα περσότερο από καθετίς άλλο σ' όλη τη ζωή.

Τώρα δεν είμαι νέα. Γέρασα τόσο, όσο δε θα γεράσης εσύ ποτέ. Μόνο πως

εσύ δεν το ήξερες, πως δε θέλησες να το δης ποτέ κι αφού σ' έβλεπα

τόσο ευτυχισμένον, δεν ήθελα να σε ταράξω. Μα όσο μπορώ να θυμηθώ, το

γνώριζα πως δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους. Είχα αιστανθεί μέσα

μου την ανάγκη να πεθάνω. Μπορείς να το νοιώσης, τι σου λέω τώρα;

Μόλις μπορώ και το νοιώθω η ίδια. Όταν είμουνα στην ακμή της ευτυχίας

μου και ζούσα για σε και για τα παιδιά και για καθετίς που είταν

ωραίο, και τότε το ήξερα πάντα πως θαρθή μια μέρα, που έπρεπε να τα

χωριστώ όλα και πως τίποτε δε θα μπορούσε να μ' εμποδίση σ' αυτό.

Ήξερα πως θα το ήθελα και δε θα το ήθελα, θα το πιθυμούσα και δε θα

το πιθυμούσα κι όμως θα πήγαινα στο σκότος, όπου ανήκω. Είχα το

συναίστημα πως θα γινότανε κάτι και θα με ανάγκαζε να το κάμω.

Θυμάσαι το χειμώνα, που η αναμεταξύ μας σχέση είχε καταντήσει τόσο

δύσκολη και τόσο θλιβερή! Δοκίμασα τότε να σου γράψω τι αιστανόμουνα

μέσα μου, γιατί δεν μπορούσα να μιλήσω. Μα δεν μπορούσα να σου γράψω.

Ό,τι ήθελα να σου πω δε σου το είπα και θυμούμαι πως απορούσα γιατί

δε με ρώτησες και συ έπειτα, κι ας σε παρακάλεσα να μην το κάμης.

Πολλές φορές το ήθελα να με ρωτούσες. Συχνότερα όμως είμουνα

ευχαριστημένη που δε με ρωτούσες. Τι έχω υποφέρει εκείνη την εποχή,

Γιώργο! Να μπορούσες να το υποψιαστής τι υπόφερα! Ήρθες κ' έπιασες

το χέρι μου και κάθησες κοντά μου και δεν αιστάνθηκα πως είμαι

ευτυχισμένη όπως άλλοτε. Γιατί ήξερα πως καθημερινά στοχαζόμουνα πως

μπορούσα να πεθάνω και να χωριστώ από σένα. Ήθελα να το κάμω μόνη

μου, Γιώργο. Μπορείς να το νοιώσης πως ήθελα να το κάμω μόνη μου μέσα

στη ευτυχία μου; Κ' είσουνα τόσο καλός μαζί μου κ' ευγενικός και

χαρούμενος κ' είχα το συναίστημα πως είμουνα μια άπιστη γυναίκα και

σ' απατούσα. Και ξέρεις γιατί ήθελα να χωριστώ από σένα; Ναι, γιατί

το γνώριζα καλά πως θα γινότανε μια μέρα και γι' αυτό ήθελα να γίνη

καλήτερα όσο είσουνα νέος και δυνατός και μπορούσες να με ξεχάσης σε

λίγο και να γίνης ευτυχισμένος με μιαν άλλη.

Σώπασε μια στιγμή και τα μάτια της γεμίσανε δάκρυα. Έπειτα

ξακολούθησε κ' η φωνή της είτανε ξανανιωμένη.

— Ύστερα ήρθε ο μικρός Σβεν, Γιώργο, κι αλλάξαν όλα. Θυμάσαι πως σου

το είπα τότε; Πίστευα τότε πως μου τον έστειλε ο θεός για να με

κρατήση στη ζωή κ' έτσι να μπορέσω να σε κάμω ευτυχισμένο καθώς το

πιθυμούσα και παρακαλούσα κάθε βράδι το θεό γι' αυτό. Πίστευα σταθερά

πως ο θεός με άκουσε και μιλούσα γι' αυτό με το μικρό Σβεν όταν

είμαστε μόνοι και δεν μπορούσε νακούση κανείς τα λόγια μας. Μα τώρα,

Γιώργο, τώρα αυτός μ' αφίνει. Τώρα γνωρίζω πως όλα τάλλα, όλα εκείνα

που δεν τα ήξερες ως τώρα, θα ξαναγυρίσουνε και τώρα θέλω μόνο να μου

συχωρέσης όλον τον πόνο που σου προξενώ. Όμως δεν πρέπει να με

παρακαλέσης να μείνω. Πηγαίνω και γω εκεί που πηγαίνει ο Σβεν.

Έστεκε μπρος μου και μου φάνηκε τη στιγμή αυτή μεγαλήτερη παρότι

είναι οι άνθρωποι. Είμουνα σε τόσο βαθμό απροετοίμαστος νακούσω

εκείνα που είπε, ώστε μου φάνηκε σα να διηγήθηκε ένα ανησυχαστικό

όνειρο, που δεν μπορούσα να το μεταμορφώσω σε πραγματικότητα. Μα

αιστανόμουνα κιόλα πως ενώ μου έδινε τον μεγαλήτερον πόνο, μου

ξεσκέπαζε και τη μεγαλήτερη αγάπη, κ' ήθελα ναπλώσω προς αυτή τα

χέρια για να μη μου αρπαχτή την ίδια στιγμή που έγινε ολότελα δική

μου.

— Δεν μπορώ να το υποφέρω αυτό, φώναξα σχεδόν. Δεν μπορώ να το

υποφέρω. Να χάσω και σε και κείνον. Δεν είναι δυνατό να το θέλης.

Σηκώθηκε άφωνη και στάθηκε μπροστά σα μια Νιόβη, που απλώνει τα χέρια

ναγκαλιάση τα παιδιά της, που χτυπιούνται από τα βέλη των θεών ακόμα

και μες την αγκαλιά της.

— Άφησέ με να πάρω μαζί το Σβεν, είπε. Θα πεθάνη που θα πεθάνη. Θα

τον πάρω κάτω στο ακρογιάλι απόψε το βράδι, όταν θα κοιμούνται όλοι.

Είναι μια μικρή πάλη. Κ' έτσι δε θα σε βασανίζω πια όπως το έκαμα έως

τώρα.

Μπήκα μπροστά της και με όση δύναμη είχανε τα χέρια μου την κάθησα με

βία στον καναπέ.

— Περίμενε, είπα, περίμενε! Δεν το ξέρεις και συ τι κάνεις.

Μα εκείνη μου απάντησε μονάχα:

— Θα είναι δυστυχία και των δυο μας, αν μ' εμποδίσης. Μη μου

παραπονεθής έπειτα για ό,τι γίνη.

Στρηφογυρνούσε το κορμί με πόνο εκεί που την κρατούσα κ' έπειτα από

μια στιγμή έπεσε σε μακρή λιποθυμία. Την ξάπλωσα στον καναπέ κι όλα

όσα είπε μου φαινόντανε σαν όνειρο παράλογο. Έστεκα ώρα εκεί και την

κοίταζα, όσο που άκουσα πως η αναπνοή της έγινε κανονική και

βεβαιώθηκα πως κοιμάται. Τότε της έβαλα ένα μαξιλάρι κάτω από το

κεφάλι και τη σκέπασα.

Τρέμοντας από το ψυχικό συγκλόνισμα πήγα στην κάμαρα, όπου είταν ο

Σβεν. Το δεξί του μάτι είτανε σβησμένο και το αριστερό είχε γίνει

τόσο παράξενα καθαρό και μεγάλο. Έσκυψα απάνω του, πήρα το μικρό αθώο

του χέρι και το έφερα στα χείλη.

«Αγαπημένο παιδί», συλλογίστηκα. «Εμείς οι δυο δεν μπορούμε να

βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον.»

18

Φέραμε το κρεββάτι του Σβεν στην κάμαρα με τη βεράντα για να μπορή

νακούη από το ανοιχτό παράθυρο τα πουλιά που κελαδούσαν και τους

ανέμους που σφυρίζανε. Εκεί είταν ξαπλωμένος στο λευκό κρεββατάκι του

κι όταν σήκωνε τα μάτια, το έκανε περιμένοντας να τον φιλήσουν ή

κινούσε ήσυχα τα μικρά, αδυνατισμένα χέρια και τότε σκύβαμε απάνω του

γιατί ξέραμε πως ήθελε να μας χαδέψη.

Ο Σβάντε περπατούσε στα δάχτυλα μέσα στην κάμαρα του αρρώστου κ' η

καρδιά του είταν γεμάτη από το αφάνταστο: πως θα πέθαινε ο μικρός

αδερφός. Έστεκε ακίνητος πολλή ώρα και τον κοίταζε ή έσκυβε και του

φιλούσε το μάγουλο. Κι όταν η μαμά συνήρθε από τη λιποθυμία της και

μπήκε μέσα, πήγε και της αγκάλιασε το λαιμό με τα δυο του χέρια.

Ποτέ δε θα λησμονήσω με τι βλέμμα άρρητης απελπισίας αγκάλιασε και

κείνη το παιδί και το κοίταζε στα μάτια.

— Τηλεγράφησες του Ούλοφ; μου είπε.

Της είπα ναι με το νέμα και την είδα πως έσκυψε πάλι στο Σβάντε και

τον έσφιξε στο στήθος της. Σπρωγμένος από ένα ξαφνικό ένστιχτο,

σηκώθηκα και βγήκα όξω κι άφησα τη γυναίκα μου μόνη με το γερό παιδί

της και με το ετοιμοθάνατο. Όταν έφτασα στην πόρτα κ' έστριψα το

κεφάλι, είδα τη γυναίκα μου να φέρνη το Σβάντε στο κρεββάτι του Σβεν.

Κάθησε στο ένα πλευρό κ' έβαλε το Σβάντε να καθήση στα άλλο. Έπειτα

έσκυψε στο Σβεν. Όλην την ώρα όμως κρατούσε το χέρι του Σβάντε κ'

είδα πως χάδευε και τα δυο παιδιά, χωρίς διάκριση.

Όταν τέλος βγήκε όξω ο Σβάντε, πήγα μέσα και κάθησα στη θέση του,

αντίκρυ στη γυναίκα μου. Μου άπλωσε το χέρι της απάνω από το

ετοιμοθάνατο παιδί κ' είπε:

— Δεν το ξέρω αν θα είναι για καλό ή για κακό, όμως θα μείνω μαζί

σου. Γιατί τώρα πιστεύω πως έτσι το θέλει ο θεός.

Κ' έπειτα από μια στιγμή πρόστεσε:

— Κι ο Σβεν το θέλει. Μίλησα μαζί του.

Χωρίς να μπορέσω να της απαντήσω, έσκυψα και της φίλησα το χέρι. Και

τη στιγμή αυτή δε γνώριζε κανείς μας τι είταν ευτυχία και τι

δυστυχία.

19

Μάταια γυρεύω να χωρίσω τις μέρες που ακολουθήσανε. Ναι, θα μου είταν

κιόλας αδύνατο να πω πόσες είταν. Η νύχτα έγινε μέρα κ' η μέρα νύχτα

κ' η ζωή μας είχε ένα σημείο μόνο, που γύρω του τριγύριζε: τη μικρή

κάμαρα, όπου είτανε ξαπλωμένος και πάλευε με το θάνατο ο μικρός μας

Σβεν, η κάμαρα με τη βεράντα, τη σκεπασμένη από το αγιόκλημα, που

γέμιζε τον αέρα με τη μυρουδιά του.

Εδώ περπατούσαμε, εδώ καθόμαστε πλάι πλάι, κοιμόμαστε, τρώγαμε,

αγρυπνούσαμε. Εδώ κατασταλάξανε σ' έναν εξαντλητικό πόνο όλα όσα

ζήσαμε κι ονειρευτήκαμε μαζί. Εδώ βούλωσε η γυναίκα μου το μπουκαλάκι

με το μόσκο όταν έσβησε πια η τελευταία ελπίδα. Αυτή, που ήθελε να

πεθάνη μαζί του, παραμέρισε το τελευταίο διαγερτικό για να μην μπορή

να κατηγορή έπειτα τον εαυτό της πως τάραξε τις τελευταίες ώρες του

μικρού, μόνο για να έχη εκείνη τη χαρά να βλέπη να μας λάμπη το

μεγάλο μάτι του.

Γιατί το δεξί του μάτι είτανε σβησμένο πια. Το βλέφαρο είταν

κλεισμένο απάνω του, σα να είτανε πια νεκρό το μισό κορμί του, όταν

όμως άνοιγε το αρι —

[λείπει η σελίδα 132 — 133]

ίδιο μέρος, όπου ακκουμπούσε πριν η Έλσα το δικό της.

Έτσι περάσανε δυο τρεiς ώρες κι ο ήλιος ανέβαινε πάντα ψηλότερα στον

καλοκαιρινό ουρανό. Ξύπνησα από ένα αλαφρό σκούντημα της γυναικός

μου.

— Ξύπνα, είπε. Ο Σβεν πεθαίνει τώρα.

Δεν μπορούσα να μείνω εκεί μέσα. Βγήκα όξω στον κήπο· και με την ιδέα

να του δώσω μια τελευταία χαρά — αυτού, που αγαπούσε πάντα τάνθη —

έκοψα ένα μισοανοιγμένο ρόδο, το ωραιότερο που μπορούσα να βρω,

γύρισα μέσα και το έβαλα στο μαξιλάρι του παιδιού μου, κοντά στο μάτι

που μπορούσε κ' έβλεπε ακόμα. Ανίκανος να το υποφέρω περσότερο, βγήκα

πάλι όξω στη βεράντα. Αποκεί άκουσα πως μπήκε μέσα ο Σβάντε και

κάθησε στο κρεββάτι. Μα δε γύρισα να δω. Πήγαινα μόνο πέρα δώθε κι

άκουγα την κρατητή, φοβερή αναπνοή, που φαινότανε σα να έβγαινε από

μεγάλον και μου ξέσχιζε την ψυχή. Τότε άκουσα μια κραυγή της γυναικός

μου κ' έστριψα εκείθε.

Ο Σβεν είχε ανοίξει το μάτι κ' είδε το ρόδο. Κι άπλωσε το χέρι προς

το άνθος, το πήρε, σα να ήθελε να δη το ρόδο για τελευταία φορά, μα

το άφησε να πέση πάλι στο μαξιλάρι.

Άξαφνα κλονίστηκε όλο το μικρό του σώμα από φοβερούς, συγκρατητούς

σπασμούς. Αρχίζανε από το κεφάλι, που είχε γυρίσει πλάγια, και

φαινόντανε πως κλαδώνανε στα μέλη, που είχανε γίνει αλύγιστα και

γαλανωπά. Τότε έγειρε η γυναίκα μου το κεφάλι για να μη βλέπη πια.

Όταν όμως πάψανε οι σπασμοί, έκλαιγε σιγά και μου άπλωσε πάλι το χέρι

της απάνω από το μικρό κρεββάτι.

Έτσι καθόμαστε κει μέσα όσο που έπαψε η αναπνοή,..ξαναήρθε...έγινε

πιο κρατητή, δυνάμωσε...κ' έπαψε. Τότε ησυχάσανε όλα. Βασίλεψε η σιγή

του θανάτου. Σκυμένοι και κλαίοντας ακολουθήσαμε το φτερούγισμα της

ψυχής, που έφευγε.

Του κρατούσαμε κ' οι δύο τα χέρια και μεμιάς ταφήσαμε να πέσουν

παγωμένα απάνω στο σκέπασμα.

Έπειτα βγήκε η γυναίκα μου από την κάμαρα και πήγε να ησυχάση. Εγώ

όμως κάθησα εκεί κ' αιστανόμουνα με τρόμο πως όλα είχανε σιγάσει.

Το απόγεμα έφτασε ο Ούλοφ, και μαζί με τον πατέρα και τη μητέρα ήρθε

από το πρώτο ταξίδι του στον κόσμο κοντά στο κρεββάτι, όπου είτανε

ξαπλωμένος νεκρός ο μικρός αδερφός. Έκλαψε κει αντρικά κ' ήσυχα κι

άμα γύρισε στην τραπεζαρία του έδειξε ο Σβάντε το δάχτυλό του.

Είχε ένα βαθύ σημάδι κι ο Σβάντε του περίγραψε πως ο μικρός αδερφός

είχε μπήξει εκεί το νύχι του, πριν ξεψυχήση. Το σημάδι αυτό έμεινε

πολλές μέρες και του φάνηκε κακά σα χάθηκε.

20

Μια μικρή κίτρινη κάσα είναι στη μέση της κάμαρας στην ίδια θέση,

όπου πρωτήτερα είταν ένα κρεββάτι μ' ένα ζωντανό παιδί. Τώρα η κάμαρα

είναι στολισμένη με ρόδα. Δε φαίνεται σχεδόν άλλο τίποτε από ρόδα κι

από την πόρτα μπαίνει μια γυναίκα μόνη.

Κρατεί στα χέρια ένα παιδί και το παιδί είναι νεκρό. Δε θέλει ναγγίση

άλλος κανείς το αγαπημένο της και με τα ίδια της τα χέρια, που δεν

τρέμουν, το τοποθετεί στην κάσα. Του βάζει στην αγκαλιά ένα μικρό

ξύλινο μαλλιαρό σκυλάκι, που αγαπούσε να κοιμάται μαζί του όταν

είτανε γερό και κανείς δε στοχαζότανε το θάνατο. Είναι ο Φλόκι, που

θέλει να συνοδέψη τον αφέντη του. Είναι ήσυχος σύντροφος στον ύπνο

και δεν ενοχλεί κανέναν. Έπειτα κοιτάζει αν το αγόρι της είναι

ξαπλωμένο καλά και του ισιάζει το κρεββάτι, σα να θέλη να της ραγιστή

η καρδιά, και του φιλεί τα παγωμένα χείλη.

Έπειτα φεύγει και γω στέκω μόνος με το σκέπασμα, που, όπως της έταξα,

πρέπει να το καρφώσω μόνος. Βιδώνω, βιδώνω κι ο κρότος της σμίλης

απάνω στις βίδες που τρυπούν το ξύλο, αχεί διαπεραστικά και μου

φαίνεται σα να έτριζα ο ίδιος εγώ τα δόντια από τον πόνο.

Όταν όμως τελειώνω, δεν αιστάνουμαι πόνο πια. Είναι σα να μου είχε

νεκρώσει η αγωνία του τελευταίου καιρού κάθε ικανότητα να

αιστάνουμαι, όπου κι αν κοιτάζω το βλέμμα μου απαντά παντού μόνο

άνθη.

Βγαίνω όξω στη βεράντα κ' η μυρουδιά, που χύνει το αγιόκλημα, με

χτυπά από το σκοτάδι στο πρόσωπο, η ίδια μυρουδιά που είτανε

σκορπισμένη γύρω μου την ώρα που αιστανόμουνα να με σφίγγουνε τα

δάχτυλα του παιδιού μου μ' όλη τη δύναμη του θανάτου. Όλα σβήσανε

μέσα μου, όλα περάσανε. Συλλογίζουμαι κείνη που μόλις βγήκε αποδώ κι

όλα όσα μέλλουνε να γίνουν. Αιστάνουμαι πως δε θα λάβω ποτέ καιρό να

θρηνήσω όπως ήθελα το μικρό αγόρι μου με ταγγελικά μάτια κι

ολομόναχος γονατίζω εμπρός στην κάσα του, εγώ, που δε γνωρίζω μπροστά

σε ποιόνε γονατίζω και σε ποιον προσεύχουμαι.

Μα όξω στο νεκροταφείο είναι ένα μικρό μνήμα. Είναι καμωμένο σαν

κήπος με φράχτη από πυξάρι, με μια τριανταφυλλιά και μια ραχούλα

νωποχλοϊσμένη και σκεπασμένη με πυκνούς πυκνούς πανσέδες στην κορφή.

Είναι διαφορετικό απ' όλα τάλλα μνήματα κι απάνωθέ του πρασινίζει μια

φλαμουριά ερημική.

Απάνω στη ραχούλα είναι μια πέτρα και στην πέτρα είναι γραμμένα τα

λόγια: « Ο μικρός μας Σβεν.»

Εκεί κοιμάται η ευτυχία μας, που μια φορά είτανε μεγαλήτερη από την

ευτυχία άλλων. Εκεί κάτω από το χώμα είναι σκλαβωμένη η ψυχή της

γυναικός μου, δεμένη με μαγικά δεσμά και καμιά αγάπη δεν μπορεί να

την ξαναφέρη πάλι απάνω στη γις.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

Έχουμε αιώνια μόνο το χαμένο

Ένρικ Ίψεν

1

Τίποτες απ' όσα περίμενα και φοβόμουνα δεν άργησε ναρθή. Η μόνη

διαφορά είτανε πως ενώ η δυστυχία μεγάλωνε πάντα, εγώ δεν ήθελα να

την πιστεύω, αν και την προαιστανόμουνα και γνώριζα πως θαρθή. Γιατί

εμείς οι άνθρωποι το γνωρίζουμε πως θαρθή ο πόνος. Μόνο με ποια μορφή

θαρθή δεν το γνωρίζουμε ποτέ.

Το πρώτο που αιστάνθηκα κ' εννόησα με τρόμο ανέκφραστο, όταν περάσανε

τουλάχιστο τόσες μέρες, ώστε να μπορέσω να συνέρθω και να σκεφτώ όσα

γίνανε, είτανε πως η γυναίκα μου δεν είχε μιλήσει ποτέ τόσο μέσα από

την ψυχή της, όσο την ώρα που κάθησε μπρος μου στην κάμαρά μου και

μου είπε πως είχε γεννηθεί για κακό και πως τώρα, που χάθηκε ο Σβεν,

ζει μόνο για να πεθάνη. Πάντα ξαναέλεγα τα λόγια της, πάντα τάκουγα

ναντηχούνε σταυτιά μου κι όσο περσότερο τα συλλογιζόμουνα, τόσο

περσότερο βεβαιωνόμουν πως πάλευε αναμεταξύ του πόθου να πεθάνη και

της αγάπης της σε με και τα παιδιά, που της πρόσταζε να ζήση. Ωστόσο

εκείνα που μου είπε για την αγάπη της σε μας αρχίσανε λίγο λίγο να

διώχνουνε μέσα στη σκέψη μου όλα τάλλα, που μαρτυρούσανε τον πόθο να

πεθάνη, έναν πόθο που της είχε καταντήσει σχεδόν απόφαση. Την έβλεπα

ναγωνίζεται μεταξύ εκείνου, που αιστανότανε για μας τους τρεις, που

ζούσαμε ακόμα, και του θολού πόθου, που την έσερνε σε κείνον που

χάθηκε. Είμαστε όλοι ένα σύνολο γι' αυτή κι από αυτού πήγαζε ο πόνος

της· αιστανότανε πως δε θα μπορούσε να φιλιώση ποτέ τις αντίμαχες

δύναμες, που παλεύανε για την ψυχή της.

Τα έβλεπα όλα αυτά. Τα έβλεπα όλον τον καιρό που βάσταξε ένα ταξίδι,

που σχεδόν τη βίασα να κάμουμε, για να τη φέρω έξω στον ήλιο και στη

θάλασσα και να της δώσω νέες εντύπωσες από τη ζωή. Δε θα λησμονήσω

ποτέ αυτό το ταξίδι. Δε θα λησμονήσω ποτέ την απελπισιά, που με

κυρίεψε, όταν κάθε βδομάδα που περνούσε παρατηρούσα ολοένα καθαρότερα

πως όλα όσα έβλεπε γλυστρούσαν εμπρός της, σα να μην είτανε πραματικά

γι' αυτή. Μου έκρυβε πολλά, μου έκρυβε ακόμα και τα δάκρυά της κ'

εννόησα πως το έκανε γιατί είδε πως ζούσα μόνο με την ελπίδα να την

ξαναφέρω στη ζωή κ' ήθελε να κρατήσω όσο το δυνατό περσότερο την

ελπίδα αυτή. Το εννόησα αυτό ένα βράδι, που καθόμαστε σε μια βεράντα

και κοιτάζαμε τα νορβηγικά φιόρδ και τα βραχόβουνα. Η Έλσα τα κοίταζε

όλα πολλή ώρα, έπειτα έκλεισε τα μάτια εμπρός στην αγαπημένη της

εικόνα και μου είπε:

— Γιώργο, γιατί με φέρνεις να δω όλα αυτά; Έπειτα άρχισε να κλαίη

σιγά, μα προσπάθησε πάλι να κρατήση τα δάκρυα και γύρισε και με

κοίταξε.

— Γιατί κάνεις τόσα πολλά για με; Γιατί είσαι τόσο καλός μαζί μου;

Καλήτερα θα είτανε να μ' άφινες να τραβήξω το δικό μου δρόμο.

Αιστάνθηκα πως είχα μπρος μου έναν πόνο, που δεν μπορούσε να μετρηθή

ή να ζυγιστή. Αιστάνθηκα μετάνοια γιατί ήθελα να τη βγάλω έξω από τον

πόνο και γιατί την άφησα να το παρατηρήση. Και τη στιγμή αυτή μου

φάνηκε μικρό κι ανάξιο να δοκιμάσω να οδηγήσω ή να επηρρεάσω τη θλίψη

της. Την έσυρα μόνο κοντά μου κ' είπα:

— Κλάψε κοντά μου! Κλάψε όσο θέλης! Μη βιάζης τον εαυτό σου!

Νομίζεις πως και γω δε λυπούμαι όσο και συ;

Τα δάκρυα της πλημμυρίσανε τα μάτια κι όμως το πρόσωπό της, που

είτανε γυρισμένο σε μένα, έλαμπε τόσο από χαρά, σα να της ήρθε η

μεγαλήτερη ευτυχία.

— Αλήθεια; είπε.

Με συγκίνησε τόσο το πως η γυναίκα μου πίστευε πως είχα λησμονήσει ή

είμουνα στο δρόμο να λησμονήσω, ώστε ο πόνος μου ξέσπασε και δεν

άκουγα και δεν έβλεπα άλλο τίποτε παρά εκείνο που αιστανόμουνα ο

ίδιος και κείνο που με βασάνιζε. Της διηγήθηκα πόσο άχαρο μου

φαίνεται τώρα το σπίτι μας, από τότε που έλειψε ο Σβεν. Της είπα τι

φόβο είχα να ξαναγυρίσω εκεί και ναρχίσω την καθημερινή εργασία τώρα

που ήξερα πως η κρυστάλλινη φωνή του δε θα με προσδεχότανε και δε θα

κρυβότανε ο μικρός να με περιμένη να γυρίσω. Όλα αυτά της τα είπα κ'

αιστάνθηκα πόσο ησυχότερη έγινε κει που ακκουμπούσε στο στήθος μου.

Είμουνα ευτυχισμένος με τη συναίστηση πως μπορούσαμε ακόμα να

αιστανόμαστε απαράλλαχτα κ' οι δυο. Μα ένοιωσα κιόλας πως ο φόβος που

είχε, πως δε μοιράζουμαι τον πόνο της όσο ήθελε, ερχότανε από την

ιδέα που είχε πως όλα όσα έκανα, όλα όσα στοχαζόμουν κ' έλεγα

γινόντανε μόνο και μόνο για να την ξαναφέρω στη ζωή.

Αυτά στοχαζόμουνα τώρα. Μα έπειτα από κείνο το βράδι, καθώς το

παρατήρησα καλά ο ίδιος, άλλαξε ο τρόπος μου προς τη γυναίκα μου.

Έγινα υπομονετικός και δεν περίμενα να γυρίση τόσο γλήγορα τους

στοχασμούς της από κείνον, που χάθηκε, σε μας, που μας είχε ακόμα.

Έτσι μου έδειχνε περσότερη εμπιστοσύνη κ' έγινε ειλικρινέστερη μαζί

μου. Το ταξίδι όμως γλυστρούσε σιμά μας, σα να είτανε μόνο φανταστικά

όλα όσα βλέπαμε. Απαντήσαμε φίλους, μα καμιά συμπάθεια δεν κατώρθωσε

να γεννήση στη γυναίκα μου άλλο αίστημα, παρά μόνο ευγνωμοσύνη· οι

άνθρωποι γλυστρούσανε κοντά μας, σα να στεκόμαστε μέσα σε κάποια

σύνορα, που δεν μπορούσε να τα περάση κανείς.

Και την ησυχία, που είτανε δυνατό να βρούμε, τη βρήκαμε μόνο ένα

βράδι, που μεταφερθήκαμε στο νέο σπίτι μας, στη Στοκχόλμη. Την αλλαγή

αυτή τη σκεδιάσαμε όταν ακόμα δεν υποψιαζόμαστε πως μπορούσε να συμβή

ό,τι μας συνέβηκε τώρα, και πατήσαμε το καινούριο σπίτι μας μ' ένα

αίστημα φόβου για το χειμώνα, που έφτανε.

Ωστόσο γνωρίσαμε δω τις πρώτες μέρες της ανακούφισης και της γαλήνης

μέσα στον πόνο. Μετανοιώσαμε χίλιες φορές που κάμαμε το ταξίδι και

σύραμε μαζί τον πόνο μας για να τον δείξουμε στον ξένον κόσμο.

2

Στο νεκροταφείο είναι μια μικρή πέτρα με την επιγραφή «Ο μικρός μας

Σβεν». Είναι στημένη στο μικρό ύψωμα κάτω από μια φλαμουριά, που τα

φύλλα της είναι τώρα μαδημένα. Πλάι στον κορμό της φλαμουριάς είναι

ένα κάθισμα και στο κάθισμα κάθεται μια ολομόναχη, μαυροντυμένη

γυναίκα με μακρύν πέπλο, όπως μιας χήρας. Κάθεται πολλή ώρα εκεί και

κάτω από το χινοπωριάτικο φως μιλεί με κάποιον, που δεν τον βλέπει

κανείς.

Λέει του αμαξά, που στέκει κοντά στο μνήμα, να φύγη κι αυτή σκύβει

και μαζεύει στο μαντήλι της χώμα από τον τάφο. Έπειτα βγάζει από μια

μικρή τσάντα ένα κομάτι μαύρο μεταξωτό παννί, βελόνα, κλωστή και

ψαλλίδι. Κόβει το παννί και ράβει ένα μικρό σακκουλάκι. Το γεμίζει

χώμα, κολλά σ' αυτό τα χείλη της κ' έπειτα κλείνει με ραφή το

σακκουλάκι. Τη ραφή την κάνει τόσο σφιχτή, που να μην μπορή να φύγη

ούτε σπειρί από το χώμα, και στις άκρες στεριώνει ένα κορδόνι. Έπειτα

μαζεύει πάλι τα πράματά της και κάθεται πολλή ώρα εκεί με το μαύρο

φυλαχτό στο χέρι και συλλογίζεται πως τώρα είναι αφιερωμένη σε κείνον

που κοιμάται στο μνήμα.

Έπειτα γονατίζει κάτω από τάφυλλα κλαδιά της φλαμουριάς και φιλεί την

πέτρα, όπου είναι γραμμένο τόνομα του αγαπημένου της. Ήσυχα κ'

επίσημα, σα να έκανε κάποια ιερουργία μπροστά σε πολλούς ανθρώπους,

περνά το κορδόνι στο λαιμό, ανοίγει το φόρεμά της και βάζει κοντά στο

στήθος της το ιερό χώμα.

Όλην την ώρα το πρόσωπό της είναι σοβαρό, μα κ' ευτυχισμένο και

φωτεινό και πρι να σηκωθή, φιλεί το χώμα κάτω από τα πόδια της κ'

έπειτα στέκει και ρίχνει μια ματιά στο μνήμα. Ολάκερο δάσος από φυτά

ανθεί σε γλάστρες γύρω στο μνήμα και νωπά λουλούδια είναι απάνω στο

ύψωμα. Κανένα άλλο μνήμα δεν είναι τόσο ωραίο, τόσο περιποιημένο,

τόσο πλούσια στολισμένο ίσια ίσια τώρα που ο χινοπωριάτικος άνεμος

συνταράζει τα δέντρα.

Γελά τότε από χαρά και ξαναμιλεί σιγά και γκαρδικά σε κάποιον, που

δεν τονέ βλέπει κανείς. Έπειτα πηγαίνει στο αμάξι, που περιμένει στην

πύλη του νεκροταφείου, και γυρίζει μ' αυτό στο σπίτι.

Μα όταν μπαίνη μέσα, έρχεται ίσια σε με, βγάζει το φυλαχτό και μου

λέει τι έχει μέσα. Έπειτα μου το φέρνει εμπρός στο στόμα και με

παρακαλεί να το φιλήσω. Το κάνω για να μην της ταράξω τη χαρά και μ'

ένα ευτυχισμένο χαμόγελο το ξανακρύβει στο στήθος της ενώ λέει:

— Αν ήξερες πόσο είμαι ευτυχισμένη όταν είμαι έξω κοντά στο Σβεν, δε

θα σε πείραζε που πηγαίνω τόσο συχνά. Είμαι για πολλές μέρες ήσυχη,

όταν πηγαίνω σε κείνον.

Έπειτα φεύγει πάλι και μ' αφίνει μόνον. Κι όταν ύστερ' από λίγες ώρες

σηκώνουμαι από την εργασία μου και πηγαίνω να τη βρω, είναι μπροστά

στο μικρό κομμό του Σβεν κ' έχει στα χέρια της τα πράματα που μια

φορά είτανε δικά του.

3

Έτσι γυρίζουν πάντα οι στοχασμοί της σε κείνον που είναι νεκρός και

δεν υπάρχει τίποτε που μπορεί να την εμποδίση. Λέει πως θα πάη κοντά

του γλήγορα και το λέει μ' έναν τόσο ήσυχο, εμπιστευτικό, στοχαστικό

τόνο, σα να είτανε και για τους άλλους το φυσικότερο πράμα του

κόσμου, όπως είναι γι' αυτή.

Κάποτε προσθέτει:

— Ήθελα μόνο να ζούσα, όσο να μεγαλώσουνε λιγάκι ακόμα τα παιδιά και

να μη με χρειάζουνται πια.

Έπειτα παίρνει το πρόσωπό της μιαν απελπισμένη έκφραση, σα να ήξερε

καλά πως αυτός ο πόθος είναι κατιτί περσότερο παρότι μπορεί να ελπίζη

ή να ποθή και το μέτωπό της κάνει μια βαθειά δίπλα ανάμεσα στα μάτια,

σα να της προξενούσαν πόνο οι στοχασμοί της. Αιστάνεται πως πρέπει να

διαλέξη ανάμεσα θανάτου και ζωής, τουλάχιστο στους πόθους της και δεν

το μπορεί. Γι' αυτό θέλει να ζήση ένα διάστημα για χάρη αυτών που

ζούνε κ' έπειτα να πεθάνη και να μείνη με κείνον, που αιστάνεται πως

του ανήκει. Γυρεύει ένα συμβιβασμό αναμεταξύ του πόθου να πεθάνη και

της ανάγκης να ζήση και σα να τα φοβάται και τα δυο, γιατί και τα δυο

παλεύουνε να κυριαρχήσουν την ψυχή της και τα δυο την τυραννούν

ατέλειωτα, καθένα με τον τρόπο του.

— Θυμάσαι, λέει, που σου είπα πως δεν πιστεύω να υπάρχη άλλη ζωή

έπειτ' από αυτή; Εσύ μ' έκαμες να το πιστεύω.

Το πρόσωπό της σκοτεινιάζει ενώ το λέει κ' η φωνή της έχει έναν τόνο

οργής που με θλίβει.

Το παρατηρεί και για να μ' εξιλεώση πιάνει το χέρι μου, ενώ

ξακολουθεί:

Το βιβλίο του μικρού αδερφού Μυθιστόρημα ενός Γάμου · 第 7 / 10 段