διαταγής των αρχόντων, θα τολμήση ο νεώτερος να βιαιοπραγήση
εναντίον του πρεσβυτέρου, ούτε να εγείρη, φυσικά, χείρα
εναντίον του• ούτε, νομίζω, να τον προσβάλη καθ' οιονδήποτε
τρόπον• διότι θα υπάρχουν δύο φύλακες ικανοί να τον εμποδίσουν,
ο φόβος και το σέβας• το σέβας, το οποίον θα τους συγκρατήση να
υψώσουν χείρα κατ' εκείνων, που θεωρούνται πατέρες• ο φόβος δε,
διότι γνωρίζουν ότι οι άλλοι θα βοηθήσουν τον προσβληθέντα, οι
μεν ως υιοί, οι δε ως αδελφοί, οι δε ως πατέρες. — Αυτό
πραγματικώς θα συμβαίνη. — Παντοτινή λοιπόν, χάρις εις αυτούς
τους νόμους, θα βασιλεύη ειρήνη μεταξύ των πολεμιστών μας. —
Και μεγάλη μάλιστα. — Αφού λοιπόν αυτοί θα ομονοούν, κανείς
φόβος βέβαια δεν υπάρχει να διχονοήσουν προς αυτούς και αι
λοιπαί τάξεις των πολιτών, είτε και μεταξύ των. — Όχι βέβαια. —
Δεν τολμώ δε, διά την ταπεινότητα του πράγματος, να κατέλθω εις
την απαρίθμησιν των μικροτέρων κακών, από τα οποία θα είναι
απηλλαγμένοι, τας κολακείας παραδείγματος χάριν των πλουσίων,
εις τας οποίας είναι ηναγκασμένοι να καταφεύγουν οι πτωχοί, τας
στενοχωρίας και τας θλίψεις, που υφίστανται, διά την ανατροφήν
των τέκνων, ή διά την απόκτησιν χρημάτων, προς συντήρησιν
πολυαρίθμων δούλων, χάριν των οποίων όλων συνάπτουν πολλάκις
μεγάλα δάνεια, αρνούνται ενίοτε τα χρέη των, και με κάθε τρόπον
εξευρίσκουν οπωσδήποτε τα αναγκαιούντα χρήματα, διά να
επιτρέψουν εις το τέλος την διαχείρισιν αυτών εις τας γυναίκας
και εις δούλους• πόσας, αλήθεια, φίλε μου, και ποίας
ταπεινώσεις δεν υφίστανται, που είναι πολύ γνωσταί, ώστε να μην
αξίζη τον κόπον να τας απαριθμήση κανείς! — Πράγματι, πρέπει να
είναι τυφλός κανείς διά να μη το βλέπη. — Από όλας λοιπόν αυτάς
τας αθλιότητας θα είναι οι ιδικοί μας απηλλαγμένοι, και θα ζουν
πολύ μακαριώτερον και από τον μακαριστόν βίον, που ζουν οι
Ολυμπιονίκαι. — Πώς; — Εκείνοι μακαρίζονται διά μικρόν μέρος
από τα αγαθά, που έχουν οι ιδικοί μας• διότι και η νίκη τούτων
είναι κατά πολύ ενδοξοτέρα, και η εκ του δημοσίου διατροφή των
τελειοτέρα• και η μεν νίκη των είναι η σωτηρία ολοκλήρου της
πόλεως, τροφήν δε και όλα τα άλλα αναγκαία έχουν καθ' όλην την
διάρκειαν της ζωής των και οι ίδιοι και τα τέκνα των, δέχονται
παρά της πόλεως τιμάς και βραβεία εφ' όσον ζώσι, και όταν
αποθάνουν αξιούνται μεγαλοπρεπούς ταφής. — Όπως πράγματι τους
χρειάζεται.
— Ενθυμείσαι όμως, ότι προηγουμένως δεν ηξεύρω ποίος μας
απηύθυνε την κατηγορίαν, πως δεν λαμβάνομεν καμμίαν πρόνοιαν
διά την ευτυχίαν των πολεμιστών μας, οι οποίοι δεν έχουν τίποτε
ιδικόν των, ενώ ημπορούσαν να έχουν όλα όσα ανήκουν εις τους
άλλους πολίτας; ημείς δε του απηντήσαμεν, νομίζω, ότι αυτό μεν
το ζήτημα θα το εξετάσωμεν άλλοτε, αν ήθελε παρουσιασθή
ευκαιρία, τώρα δε ο σκοπός μας είναι να κάμωμεν τους φρουρούς
μας πραγματικώς φρουρούς, την δε πόλιν μας όσον το δυνατόν
ευτυχεστέραν, χωρίς να αποβλέπωμεν εις την ευδαιμονίαν
αποκλειστικώς μιας μόνον τάξεως εν αυτή; — Το ενθυμούμαι. — Τι
λοιπόν; ο βίος τώρα των πολεμιστών μας, αφού απεδείχθη πολύ
καλύτερος και προτιμότερος από των Ολυμπιονικών, μήπως τάχα
επιδέχεται καμμίαν σύγκρισιν με τον βίον των υποδηματοποιών ή
των άλλων τεχνιτών ή των γεωργών; — Δεν μου φαίνεται καθόλου. —
Ώστε λοιπόν είναι δίκαιον να επαναλάβω και εδώ ό,τι έλεγα και
τότε, ότι, αν ο πολεμιστής ζητήση να γίνη ευδαίμων κατά τρόπον,
ώστε να παύση πλέον να είναι φρουρός της πόλεως, και αν δεν του
αρέση αυτός ο μέτριος και εξησφαλισμένος βίος, τον οποίον ημείς
θεωρούμεν άριστον, αλλά τον καταλάβη μία ανόητος και
παιδαριώδης ιδέα περί ευδαιμονίας, η οποία τον εξωθήση να
καταχρασθή την δύναμίν του διά να γίνη κύριος των πάντων εν τη
πόλει, τότε θα μάθη πόσον σοφός ήτο ο Ησίοδος, ο οποίος είπεν
ότι «το ήμισυ είναι πλέον του παντός». — Εάν θέλη να ακούση την
συμβουλήν μου, δεν θα εξέλθη από την συνθήκην της ζωής, που του
ωρίσαμεν.
— Επιδοκιμάζεις λοιπόν να είναι τα πάντα κοινά μεταξύ ανδρών
και γυναικών, καθ' όν τρόπον τα επραγματεύθημεν, όσον αφορά την
ανατροφήν, τα τέκνα, και την φρούρησιν των άλλων πολιτών; να
μένουν δηλαδή και εκείναι εις την πόλιν, να μεταβαίνουν εις τον
πόλεμον, να λαμβάνουν μέρος εις τας φρουράς και εις τα κυνήγια,
όπως τα θηλυκά των σκύλων, και εν γένει να συμμετέχουν πάντοτε
και εις πάντα, κατά το δυνατόν, τα έργα των πολεμιστών, με την
πεποίθησιν, ότι όλα αυτά που θα κάμνουν θα είναι συμφερώτατα
διά την πόλιν, και όχι εναντία προς την φύσιν του ανδρός και
της γυναικός, αφού ο προορισμός των είναι να ζουν ομού βίον
κοινόν; — Επιδοκιμάζω.
— Δεν μένει λοιπόν τώρα να εξετάσωμεν, αν είναι δυνατόν να
υπάρξη και μεταξύ των ανθρώπων, όπως και μεταξύ των άλλων ζώων,
αυτή η κοινότης, και κατά ποίον τρόπον δύναται να κατορθωθή; —
Μου επρόλαβες ακριβώς την ερώτησιν που ήμουν έτοιμος να κάμω. —
Και όσον μεν αφορά τον πόλεμον είναι, νομίζω, φανερόν, πώς θα
πολεμούν. — Πώς; — Θα εκστρατεύουν βέβαια από κοινού, θα
παραλαμβάνουν όμως ακόμη μαζί των και τα πλέον μεστωμένα από τα
παιδιά, διά να βλέπουν, καθώς συμβαίνει και με τα παιδιά των
άλλων τεχνιτών, εκείνα που θα έχουν και αυτοί να κάμνουν μίαν
ημέραν, όταν μεγαλώσουν• εκτός δε τούτου, και να βοηθούν τους
πατέρας των και τας μητέρας των, να περιποιούνται και να
παρέχουν τας δυνατάς εκδουλεύσεις εις όλα του πολέμου• ή δεν
παρετήρησες τι γίνεται και εις τας άλλας τέχνας, παραδείγματος
χάριν τα τέκνα των αγγειοπλαστών, πόσον καιρόν βοηθούν απλώς
και περιορίζονται να παρατηρούν, πριν να καθίσουν και οι ίδιοι
εις τον τροχόν; — Το παρετήρησα. — Ή τάχα πρέπει εκείνοι να
φροντίζουν περισσότερον από τους φρουρούς μας διά τα τέκνα των,
διά να αποκτήσουν με την παρατήρησιν την πείραν, που τους
χρειάζεται διά το έργον των; — Θα ήτο πολύ γελοίον να το
υποθέση κανείς. — Δεν είναι δε ακόμη αληθές, ότι κάθε ζώον
πολεμεί γενναιότερον, όταν έχη εμπρός του και τα τέκνα του; —
Έτσι είναι• υπάρχει όμως, Σωκράτη, όχι μικρός κίνδυνος, αν τύχη
και νικηθούν, όπως συχνά συμβαίνει εις τον πόλεμον, μήπως,
εκτός αυτών, χάσουν και τα τέκνα των την ζωήν, και γίνη
αδύνατον να αναλάβη ποτέ και ολόκληρος η πόλις από αυτήν την
απώλειαν. — Αλήθεια λέγεις• αλλά τάχα νομίζεις, ότι η πρώτη μας
φροντίς θα είναι να μην τους εκθέσωμεν ποτέ εις κανένα
κίνδυνον; — Κάθε άλλο — Και αν γίνη ανάγκη, δεν θα κινδυνεύσουν
ακριβώς εκεί όπου, εν περιπτώσει επιτυχίας, θα γίνουν
καλύτεροι; — Αυτό είναι φανερόν. — Νομίζεις λοιπόν ότι είναι
μικρόν κέρδος και δεν αξίζει τον κίνδυνον, να παρίστανται
θεαταί της μάχης οι παίδες, που θα είναι και αυτοί πολεμισταί
μίαν ημέραν; — Πραγματικώς, θα είναι κέρδος. — Ώστε αυτό πρέπει
να το λάβωμεν κατ' αρχήν, ότι θα παρίστανται θεαταί εις τον
πόλεμον οι παίδες, αλλά και θα λαμβάνωνται προσέτι όλαι αι
δυναταί προφυλάξεις διά την ασφάλειάν των, και όλα θα είναι
καλά, δεν είναι έτσι; — Ναι. — Εν πρώτοις οι πατέρες αυτών,
όσον το ανθρωπίνως δυνατόν, θα είναι εις θέσιν να γνωρίζουν
ποίαι εκστρατείαι θα είναι επικίνδυνοι και ποίαι όχι. — Φυσικά.
— Και εις εκείνας μεν θα τους παραλαμβάνουν μαζί των, εις τας
άλλας όμως θα φυλαχθούν να το κάμουν. — Σωστά. — Θα τους δώσουν
δε προσέτι ως αρχηγούς και οδηγούς όχι τους τυχόντας, αλλ'
ανθρώπους ωρίμου ηλικίας και δεδοκιμασμένης πείρας. — κ’ έτσι
πρέπει. — Ναι, αλλά, θα είπη τις• πολλάκις έλαβον διά πολλούς
τα πράγματα παρά πάσαν προσδοκίαν διαφορετικήν τροπήν. —
Πραγματικώς. — Διά κάθε λοιπόν τοιούτον ενδεχόμενον, πρέπει να
δώσωμεν εις τα τέκνα μας από ενωρίς πτερά, ώστε, αν παραστή
ανάγκη, να πετούν και να σώζωνται. — Τι εννοείς δηλαδή; — Να
τους μάθωμεν από την νεαρωτέραν ηλικίαν να ιππεύουν, και έτσι
να τους φέρωμεν εις τον πόλεμον επάνω εις ίππους, όχι
θυμοειδείς και πολεμικούς, αλλ' όσον το δυνατόν ταχείς και
πειθηνίους• διότι κατ' αυτόν τον τρόπον και θα ημπορέσουν να
παρατηρήσουν ό,τι έχουν να ιδούν, και εν περιπτώσει κινδύνου θα
σωθούν ευκολώτατα με τους ηλικιωμένους αρχηγούς των. — Μου
φαίνεται πως πολύ σωστά τα λέγεις. — Τώρα, όσον αφορά τον
πόλεμον των ανδρών, πώς νομίζεις ότι πρέπει να φέρωνται οι
στρατιώται και μεταξύ των και προς τους εχθρούς; σου φαίνονται
τάχα ορθά αυτά που θα είπω; — Λέγε ν' ακούσωμεν. — Όποιος απ’
αυτούς λιποτακτήση, ή ρίξη τα όπλα του, ή κάμη τίποτε άλλο
τοιούτον από δειλίαν, δεν πρέπει να τον υποβιβάζωμεν εις την
τάξιν των τεχνιτών ή των γεωργών; — Και βεβαίως πρέπει. — Και
όποιος πάλιν συλληφθή ζωντανός από τους εχθρούς, δεν αξίζει να
τους τον αφήσωμεν χάρισμα να τον κάμουν ό,τι θέλουν; —
Εννοείται. — Εκείνος δε που ανδραγαθήση και διακριθή δεν
νομίζεις, ότι πρέπει εκεί επί του πεδίου της μάχης να τον
στεφανώνουν καθένας χωριστά από τους νεαρούς πολεμιστάς και τα
παιδιά; — Μάλιστα. — Και να του σφίγγουν το χέρι; — Και αυτό.
— Ίσως όμως να μη παραδέχεσαι και αυτό που θα προσθέσω ακόμη. —
Ποίον; — Να φιλήση και να φιληθή απ’ όλους. — Απεναντίας• και
θα προσθέσω μάλιστα εις τον νόμον, ότι, εφόσον διαρκή αυτή η
εκστρατεία, να μην έχη κανείς το δικαίωμα να του αρνηθή, αν
θέλη να τον φιλήση, ώστε, αν τύχη μάλιστα και αγαπά κανένα ή
καμμίαν, να βάζη όλα τα δυνατά του διά να αξιωθή αυτήν την
αμοιβήν. — Πολύ καλά• καθόσον μάλιστα είπαμεν και προηγουμένως,
ότι ο διακρινόμενος διά την ανδρείαν του, θα έχη το δικαίωμα να
πλησιάζη συχνότερα τας γυναίκας, και να προτιμάται εις την
εκλογήν του από τους άλλους, ώστε να γεννώνται όσον το δυνατόν
περισσότερα τέκνα από ένα τοιούτον άνδρα. — Πραγματικώς το
είπαμεν.
— Αλλ' όμως και κατά τον Όμηρον είναι δίκαιον, όσοι νέοι
διακρίνονται διά την ανδρείαν των, να τιμώνται και κατ' άλλους
τρόπους ακόμη• όταν παραδείγματος χάριν ηνδραγάθησεν εις μίαν
μάχην ο Αίας, λέγει ότι του έδωσαν εις το γεύμα &«ολάκερη την
πλάτη»& ως τιμητικήν μερίδα, η οποία ταιριάζει πράγματι δι’ ένα
νέον και ανδρείον πολεμιστήν, διότι, εκτός της διακρίσεως, του
αυξάνει συγχρόνως και την δύναμιν. — Πολύ σωστά. — Ώστε, εις
αυτό τουλάχιστον, θα ακολουθήσωμεν και ημείς τον Όμηρον• διότι
και ημείς εις τας θυσίας και εις όλα αυτά τους ανδρείους,
εφόσον αναδεικνύωνται τοιούτοι, θα τους τιμώμεν και με ύμνους
και με όλα που προαναφέραμεν και με πρωτοκαθεδρίας και με
διακεκριμένας μερίδας και &«με ποτήρια πιότερα»&, ώστε εκτός
της τιμής να δυναμώνωμεν συγχρόνως τους ανδρείους μας, άνδρας
και γυναίκας. — Πολύ ορθά λέγεις. — Έστω• από δε τους
φονευθέντος εις τον πόλεμον, εκείνος που πέση με τιμήν και με
ανδρείαν, δεν θα ανακηρύξωμεν κατά πρώτον ότι ανήκει εις το
χρυσούν γένος; — Παρά κάθε άλλον μάλιστα. — Και δεν θα
συμφωνήσωμεν με τον Ησίοδον, που λέγει, ότι, αφού αποθάνουν
όσοι ανήκουν εις αυτό το γένος,
γίνουνται δαίμονες αγνοί, που ζουν στη γης επάνω,
καλοί και διώχνουν τα κακά μακριά από τους ανθρώπους;
— Βέβαια θα συμφωνήσωμεν. — Και ακολούθως δεν θα ερωτήσωμεν το
μαντείον του θεού, τι οφείλομεν να πράξωμεν απέναντι των θείων
και μακαρίων τούτων ανδρών και να συμμορφωθώμεν με ό,τι μας
παραγγείλη; — Πώς όχι; — Και του λοιπού πλέον δεν θα τους
λατρεύωμεν ως ημιθέους και θα προσκυνούμεν τους τάφους των; και
τας ιδίας τιμάς δεν θα αποδίδωμεν και όταν αποθάνουν εκ
γήρατος, ή όπως αλλέως, εκείνοι που διακριθούν εν τη ζωή διά
την αρετήν των; — Αυτό τουλάχιστον απαιτεί η δικαιοσύνη.
— Τώρα απέναντι των εχθρών, πώς τάχα οφείλουν να φέρωνται οι
στρατιώται μας; — Ως προς τι; — Πρώτα ως προς το ζήτημα του
εξανδραποδισμού, σου φαίνεται δίκαιον έλληνες να
εξανδραποδίζουν πόλεις ελληνικάς, ή θα το απαγορεύσωμεν
ολωσδιόλου και θα τους συνηθίσωμεν απεναντίας να φείδωνται του
ελληνικού γένους, μήπως διαφορετικά περιπέση εις την δουλείαν
των βαρβάρων; — Ούτε λόγος να γίνεται δι’ αυτό. — Και επομένως
μήτε έλληνα δούλον να έχη κανείς των, και τους λοιπούς έλληνας
να συμβουλεύουν το ίδιον; — Αναμφιβόλως• διότι κατ' αυτόν τον
τρόπον θα άφηναν τας μεταξύ των έχθρας και θα έστρεφαν όλας των
τας δυνάμεις κατά των βαρβάρων. — Τι δε; η σύλησις εν
περιπτώσει νίκης των νεκρών, εκτός εννοείται των όπλων των, να
είναι άραγε καλόν πράγμα; ή μήπως δίδη αυτό πρόφασιν εις τους
δειλούς, να αφήνουν εκείνους που αντιστέκονται ακόμη και να
σκύπτουν επάνω εις τους φονευμένους, ως να ήτο τάχα και αυτό
ένα από τα καθήκοντά των, ενώ πραγματικώς αυτό επέφερεν ως τώρα
την καταστροφήν πολλών στρατοπέδων; — Είναι αλήθεια. — Και δεν
είναι ταπεινή φιλοχρηματία αυτή η σύλησις των νεκρών; και δεν
είναι ίδιον μικράς και ανοήτου διανοίας να δεικνύη κανείς την
έχθραν του προς το πτώμα του φονευθέντος, ενώ ο εχθρός επέταξε
πλέον και άφησε μόνον εκείνο με το οποίον επολεμούσε; ή
νομίζεις ότι αυτοί κάμνουν τίποτε διαφορετικώτερον από τους
σκύλους, οι οποίοι δαγκάνουν την πέτραν που τους εκτύπησεν,
χωρίς να κάμνουν τίποτε εκείνου που την έρριψε; — Πραγματικώς
είναι το ίδιον. — Πρέπει λοιπόν να απέχουν οι πολεμισταί μας
από την σύλησιν των νεκρών, και να μην αρνούνται εις τους
εχθρούς την άδειαν της παραλαβής των. — Πρέπει μάλιστα.
— Και άλλο ακόμη• δεν θα φέρωμεν εις τους ναούς των θεών τα
όπλα των νικημένων, και μάλιστα όταν είναι έλληνες, διά να τα
κρεμάσωμεν ως αφιερώματα, εάν εννοείται θέλωμεν να
εξασφαλίσωμεν την εύνοιαν των άλλων ελλήνων• μάλλον δε θα
φοβηθώμεν μήπως είναι βεβήλωσις του ναού αυτή η αφιέρωσις των
όπλων των ομοεθνών μας, εκτός εάν πλέον το μαντείον του θεού
διατάξη το εναντίον. — Ορθότατα.
— Όσον δε αφορά την δήωσιν της ελληνικής γης και την
πυρπόλησιν των οικιών, ποίαν ιδέαν, λέγεις, πρέπει να έχουν οι
στρατιώται μας; — Θα ήκουα ευχαρίστως την ιδικήν σου γνώμην. —
Εγώ νομίζω, ότι δεν πρέπει να κάμνουν ούτε το ένα ούτε το άλλο,
αλλ' απλώς μόνον να παίρνουν τον καρπόν της χρονιάς• και θέλεις
να σου ειπώ τον λόγον: — Μάλιστα. — Μου φαίνεται ότι, όπως
είναι δύο διαφορετικά ονόματα ο πόλεμος και η στάσις,
τοιουτοτρόπως σημαίνουν και δύο τινά, που αναφέρονται εις δύο
διαφορετικά αντικείμενα• εκ των δύο τούτων με το ένα μας
συνδέει οικειότης και συγγένεια, με το άλλο καμμίαν σχέσιν δεν
έχομεν και μας είναι όλως διόλου ξένον• και η μεν έχθρα προς
τους οικείους μας τούτους ονομάζεται στάσις, προς δε τους
ξένους πόλεμος. — Είναι πολύ ορθά αυτά που λέγεις. — Πρόσεξε
τώρα, αν είναι και αυτό ορθόν• λέγω δηλαδή ότι πάντες όσοι
ανήκουν εις το ελληνικόν έθνος είναι οικείοι και συγγενείς
μεταξύ των, ξένοι δε και άσχετοι με τους βαρβάρους. — Πολύ
καλά. — Όταν λοιπόν έλθουν εις σύγκρουσιν Έλληνες με βαρβάρους
ή βάρβαροι με Έλληνας, θα λέγωμεν ότι πολεμούν και ότι είναι εκ
φύσεως πολέμιοι και την σύγκρουσιν αυτήν θα ονομάσωμεν πόλεμον•
όταν όμως συμβαίνη τοιούτον τι μεταξύ ελλήνων, θα λέγωμεν ότι
είναι μεν εκ φύσεως φίλοι, αλλ' αυτή η μεταξύ των σύγκρουσις
είναι ούτως ειπείν νόσημα, και πρέπει να την ονομάζωμεν στάσιν.
— Επιδοκιμάζω και εγώ την ιδέαν σου. — Λοιπόν, όταν συμβή και
εκραγή στάσις, όπως την παραδεχόμεθα σήμερα, εις μίαν πόλιν και
διαιρεθούν οι πολίται μεταξύ των, εάν αρχίσουν να καταστρέφουν
ο ένας του άλλου τα κτήματα και πυρπολούν τας οικίας, γνωρίζεις
βέβαια πόσον αποτρόπαιος θεωρείται αυτή και πόσον αφιλοπάτριδες
και αι δύο μερίδες• διότι αλλέως δεν θα ετολμούσαν να προξενούν
τοιαύτην καταστροφήν εις την γην, που πρέπει να θεωρούν ως
μητέρα των και τροφόν• αρκετόν θα ήτο, αν οι νικηταί
περιωρίζοντο να πάρουν από τους νικημένους την εσοδείαν των,
έχοντες υπ’ όψιν ότι δεν θα διαρκέση ο πόλεμος αιωνίως και θα
συμφιλιωθούν επί τέλους. — Βεβαίως αυτή η διάθεσις θα ήτο πολύ
ανθρωπινωτέρα. — Αι λοιπόν, αυτή η πόλις, που θεμελιώνομεν
ημείς, δεν θα είναι ελληνική πόλις; — Αναμφιβόλως. — Επομένως
και οι κάτοικοί της δεν θα είναι καλοί και πολιτισμένοι; — Και
πολύ μάλιστα. — Δεν θα αγαπούν επομένως τους έλληνας; δεν θα
θεωρούν κοινήν πατρίδα την Ελλάδα; δεν θα έχουν την αυτήν
θρησκείαν; — Εννοείται. — Επομένως, ως οικείοι προς τους
λοιπούς έλληνας, πάσαν προς αυτούς διαφοράν και σύγκρουσιν δεν
θα την θεωρούν και δεν θα την ονομάζουν στάσιν, και όχι ποτέ
πόλεμον; — Μάλιστα. — Και επομένως εις τας διενέξεις των δεν θα
φέρωνται ως άνθρωποι, που μίαν ημέραν θα συμφιλιωθούν; —
Βεβαιότατα. — Ώστε θα ζητούν μόνον με καλόν τρόπον να τους
σωφρονίσουν, και όχι να τους εξανδραποδίσουν ή να τους
εξοντώσουν, διά να τους τιμωρήσουν, διότι θα είναι σωφρονισταί
και όχι πολέμιοι. — Μάλιστα.
— Αφού λοιπόν είναι έλληνες, δεν θα θελήσουν ποτέ να ερημώσουν
την Ελλάδα, ούτε να καίουν τας οικίας, ούτε θα θεωρούν ως
εχθρούς όλους τους κατοίκους μιας πόλεως, άνδρας, γυναίκας και
παιδία, αλλά μόνον ολίγους τινάς, τους αιτίους της διαφοράς•
δι’ αυτόν τον λόγον ούτε την γην αυτών θα θελήσουν να βλάπτουν,
αφού οι περισσότεροι θα είναι φίλοι των, ούτε τας οικίας των να
κρημνίζουν, αλλά θα ωθήσουν το πράγμα απλώς μέχρι του σημείου,
ώστε μόνοι των να αναγκασθούν οι αναίτιοι, διά να μην υποφέρουν
αυτοί αδίκως, να τιμωρήσουν τους αιτίους. — Εγώ συμφωνώ
πληρέστατα ότι κατ' αυτόν πράγματι τον τρόπον οφείλουν να
φέρωνται οι πολίται μας προς τους εναντίους των, προς δε τους
βαρβάρους, όπως τώρα οι έλληνες μεταξύ των. — Να θέσωμεν λοιπόν
και αυτόν τον νόμον διά τους πολεμιστάς μας, ούτε να
δενδροτομούν την χώραν, ούτε να καίουν τας οικίας; — Να τον
θέσωμεν βέβαια, αναγνωρίζοντες ότι είναι κάλλιστος όπως και οι
προηγούμενοι. Μου φαίνεται όμως, Σωκράτη, ότι αν σε αφήση
κανείς να εξακολουθής κατ' αυτόν τον τρόπον, θα λησμονήσης
ολότελα το κύριον σημείον, το οποίον άφησες κατά μέρος
προηγουμένως, διά να εισέλθης εις όλας αυτάς τας λεπτομερείας:
αν είναι δηλαδή δυνατόν να υπάρξη τοιαύτη πολιτεία και πώς θα
είναι δυνατόν. Εγώ παραδέχομαι, ότι πάντα τα αγαθά του κόσμου
θα υπήρχον εις μίαν τοιαύτην πόλιν, εάν ήτο δυνατόν να υπάρξη•
προσθέτω μάλιστα και άλλα που παραλείπεις εσύ, ότι,
παραδείγματος χάριν, θα πολεμούν γενναιότατα προς τους εχθρούς,
επειδή θα γνωρίζωνται όλοι, και θα προσκαλούνται μεταξύ των με
αυτά τα ονόματα του αδελφού, του υιού, του πατρός και δεν θα
εγκαταλείπη επομένως αβοήθητον ο ένας τον άλλον• γνωρίζω ακόμη
ότι η παρουσία των γυναικών εις τους πολέμους θα τους καθιστά
τελείως ακατανίκητους, είτε θα συμπολεμούν αύται εις την ιδίαν
γραμμήν, είτε θα παρατάσσωνται όπισθεν του λοιπού στρατού διά
να εμπνέουν φόβον εις τον εχθρόν και να σπεύδουν εν ανάγκη εις
βοήθειαν• βλέπω επίσης και εν ειρήνη πόσα άλλα ακόμη θα έχουν
αγαθά, που τα παραλείπεις εσύ• μην εκτείνεσαι λοιπόν εις
περισσοτέρας λεπτομέρειας, αφού εγώ σου παραδέχομαι ότι θα
έχουν όλα αυτά τα καλά και ένα εκατομμύριον ακόμη άλλα, αν
είναι δυνατόν να υπάρξη αυτή η πολιτεία• ώστε ας αφήσωμεν κατά
μέρος όλα τα άλλα, και έλα να ιδούμεν, πώς θα πείσωμεν τον
εαυτόν μας ότι είναι δυνατόν αυτό το πράγμα και κατά ποίον
τρόπον θα είναι δυνατόν. — Μα εσύ έκαμες μίαν αιφνιδίαν έφοδον
εις τον λόγον μου και δεν εννοείς να μου επιτρέψης ούτε την
αναπνοήν μου να πάρω• δεν θα καταλαβαίνης ίσως, ότι, μόλις
εξέφυγα τα δύο κύματα, σηκώνεις τώρα καταπάνω μου το τρίτον και
χειρότερον που όταν το ιδής και το ακούσης, θα με δικαιολογήσης
πληρέστατα, που εδίσταζα ως τώρα και ετρόμαζα διά να αναλάβω
την εξέτασιν ενός τόσον παραδόξου ζητήματος. — Όσο περισσότερα
τοιαύτα μας λέγεις, τόσον και ημείς ολιγώτερον θα σε αφήσωμεν,
πριν να μας ειπής πώς είναι δυνατόν να υπάρξη τοιαύτη πολιτεία•
εμπρός λοιπόν, να μη χάνωμεν άδικα τον καιρόν μας.
— Λοιπόν είναι ανάγκη να ενθυμηθούμεν πρώτα, ότι εφθάσαμεν εδώ
που εφθάσαμεν, ενώ εζητούσαμεν να εύρωμεν τι είναι δικαιοσύνη
και τι είναι αδικία. — Πολύ καλά• αλλά τι έχει αυτό να κάμη; —
Τίποτε• αλλά, αν εύρωμεν ποία είναι η φύσις της δικαιοσύνης, θα
απαιτήσωμεν άραγε και ο δίκαιος άνθρωπος να μη διαφέρη διόλου,
αλλά να έχη πλήρη με αυτήν ομοιότητα, ή θα είμεθα
ευχαριστημένοι εάν προσεγγίζη όσον το δυνατόν περισσότερον και
μετέχη αυτής περισσότερον από τους άλλους ανθρώπους; — Θα μας
είναι βέβαια αρκετόν και τόσον.
— Εζητούσαμεν λοιπόν να εύρωμεν τι είναι δικαιοσύνη, τι είναι
ο τελείως δίκαιος, εάν θα υπήρχε, και οποίος τις θα ήτο, τι
είναι αφ' ετέρου αδικία και τι ο τελείως άδικος, διά να έχωμεν
δύο πρότυπα ανθρώπων υπ’ όψιν μας και, όπως τους κρίνωμεν
αυτούς αναλόγως της ευτυχίας ή της δυστυχίας, που θα υπάρχη εις
τον καθένα των, να είμεθα υποχρεωμένοι να παραδεχθώμεν και διά
τους εαυτούς μας, ότι θα έχη την ομοιοτάτην προς εκείνους
μοίραν, όστις τους ομοιάζει κατά το δυνατόν περισσότερον• αυτή
ήτο η πρόθεσίς μας, και όχι να αποδείξωμεν, ότι είναι δυνατόν
και να υπάρξουν αυτά τα πρότυπα. — Αυτή είναι η αλήθεια. —
Νομίζεις λοιπόν ότι θα εμειούτο καθόλου η αξία του ζωγράφου
εκείνου, ο οποίος, αφού εζωγράφισε το ωραιότερον πρότυπον
ανθρώπου, που θα ημπορούσε να ιδή κανείς, και με όλην την
δυνατήν εις τα καθέκαστα τελειότητα, δεν θα ημπορούσε να
αποδείξη ότι είναι δυνατόν να υπάρξη και εις την πραγματικότητα
τοιούτος άνθρωπος; — Βεβαίως όχι. — Τι άλλο λοιπόν εκάμαμεν και
ημείς, παρά να χαράξωμεν διά του λόγου το πρότυπον μιας τελείας
πόλεως: — Πραγματικώς. — Ώστε θα χάσουν καθόλου την αξίαν των
εκείνα που είπαμεν, εάν δεν ημπορούμεν να αποδείξωμεν ότι είναι
δυνατόν να ιδρύσωμεν μίαν πόλιν επάνω εις αυτό το πρότυπον; —
Όχι βέβαια.
— Αυτή λοιπόν είναι η αλήθεια επί του ζητήματος• εάν όμως
οφείλω να αποδείξω και τούτο, πώς και μέχρι ποίου σημείου είναι
δυνατόν να πραγματοποιηθή μία τοιαύτη πόλις, θα το κάμω
προθύμως προς χάριν σου, αφού όμως και συ συμφωνήσης εις αυτά
που μου χρειάζονται δι’ αυτήν την απόδειξιν. — Τα ποία δηλαδή;
— Είναι δυνατόν να εκτελεσθή ένα πράγμα ακριβώς όπως
περιγράφεται, ή έγκειται εις την φύσιν των πραγμάτων, να
πλησιάζη ολιγώτερον η εκτέλεσις από τον λόγον προς την
αλήθειαν; και αν άλλος τις δεν το παραδέχεται αυτό, εσύ όμως τι
φρονείς, πως είναι έτσι, ή όχι; — Συμφωνώ μαζί σου. — Μη με
αναγκάζης λοιπόν να αποδεικνύω, ότι πρέπει και εις την
πραγματικότητα να γίνωνται αυτά απαράλλακτα κατά πάντα, όπως τα
περιεγράψαμεν διά του λόγου• αλλά, αν ημπορέσωμεν να εύρωμεν,
πώς μία πόλις είναι δυνατόν να διοικηθή όσον το δυνατόν
συμφωνότερα με όσα είπαμεν, τότε να ομολογήσης πως ευρήκαμεν,
συμφώνως με την απαίτησίν σου, ότι είναι δυνατά αυτά να γίνουν•
ή δεν θα μείνης ευχαριστημένος, εάν το κατορθώσωμεν αυτό; εγώ
τουλάχιστον θα το εθεώρουν αρκετόν. — Και εγώ επίσης.
— Ας προσπαθήσωμεν λοιπόν τώρα να ζητήσωμεν και να εύρωμεν, τι
ελάττωμα τάχα υπάρχει σήμερον εις τας πόλεις, ώστε να μη
κυβερνώνται καλώς, και ποίαν μικροτάτην μεταβολήν δυνάμεθα να
επιφέρωμεν, διά να φθάση μία πόλις εις αυτήν την τελειότητα του
ιδικού μας πολιτεύματος• μεταβολήν δε μίαν μόνον, αν είναι
δυνατόν, ή δύο, ειδεμή, όσον ημπορεί ολιγωτέρας και μικροτέρας
κατά την σπουδαιότητα. — Πολύ καλά. — Νομίζω λοιπόν πως
ημπορούμεν να αποδείξωμεν, ότι με μίαν μόνον μεταβολήν είναι
δυνατόν να αλλάξη καθ' ολοκληρίαν όψιν η πόλις, αν και η
μεταβολή αυτή δεν θα είναι βέβαια μικράς σπουδαιότητος ούτε
πολύ εύκολος, οπωσδήποτε όμως όχι και αδύνατος. — Και εις τι θα
έγκειται αυτή η μεταβολή; — Ακριβώς εις αυτό έρχομαι τώρα, που
το παρωμοίασα με το τρίτον και μεγαλύτερον κύμα• θα το ειπώ
όμως, και αν ακόμη πρόκειται να μεταβληθή εις κύμα γέλωτος διά
να με σκεπάση και με παρουσιάση ολότελα γελοίον και μωρόν•
άκουσε λοιπόν. — Λέγε. — Εάν δεν βασιλεύσουν οι φιλόσοφοι εις
τας πόλεις, ή εάν αυτοί που ονομάζονται τώρα βασιλείς και
κυβερνήται δεν γίνουν φιλόσοφοι, με όλην την σημασίαν της
λέξεως, ούτως ώστε να συνδυάζεται εις το αυτό πρόσωπον η
πολιτική δύναμις και η φιλοσοφία, και αν δεν αποκλεισθούν
απολύτως της διοικήσεως όλοι όσοι σήμερον διεκδικούν τον ένα ή
τον άλλον τίτλον χωριστά, είναι αδύνατον, φίλε μου Γλαύκων, να
επέλθη καμμία διόρθωσις των κακών, που μαστίζουν τα κράτη και
όλον, καθώς νομίζω, το ανθρώπινον γένος, και ούτε θα εμφανισθή
ποτε και θα ίδη το φως του ηλίου η πολιτεία αυτή, της οποίας
ημείς εχαράξαμεν το σχέδιον. Αυτό λοιπόν είναι, που τόσον πολύ
εδίσταζα ως τώρα να το εκστομίσω, επειδή προέβλεπα, ότι θα
προσκρούση πολύ εις την κοινήν γνώμην και είναι πράγματι
δύσκολον να κατανοηθή, ότι κατ' άλλον τρόπον δεν ημπορεί να
υπάρξη ούτε δημοσία ούτε ιδιωτική ευδαιμονία.
— Πρέπει πράγματι, Σωκράτη, να περιμένης, με αυτόν τον λόγον
που είπες τώρα, να ιδής να σηκώνωνται παρά πολλοί, και όχι οι
πρώτοι τυχόντες, να πετούν τα φορέματά των και γυμνοί να
αρπάζουν ό,τι πρωτοευρεθή εμπρός των και να χυθούν επάνω σου,
έτοιμοι να σε διορθώσουν μια χαρά• που αν δεν κατορθώσης να
τους αποκρούσης με τα όπλα του λόγου και τους ξεφύγης, έχεις να
ακούσης των παθών σου τον τάραχον προς τιμωρίαν σου.
— Δεν είσαι συ η αιτία εις όλα αυτά; — κ’ έκαμα πολύ καλά•
μολαταύτα σου υπόσχομαι να μη σε αφήσω εις την τύχην σου, αλλά
να σε βοηθήσω όπως ημπορώ, με το ενδιαφέρον μου και με την
ενθάρρυνσιν που θα σου δίδω• ίσως δε και να είμαι εις θέσιν να
απαντώ καταλληλότερα από ένα άλλον εις τας ερωτήσεις σου• με
ένα λοιπόν τέτοιον βοηθόν που ευρήκες, προσπάθησε να αποδείξης
εις τους διαμαρτυρομένους, ότι τα πράγματα είναι έτσι όπως εσύ
τα λέγεις.
— Ας δοκιμάσωμεν λοιπόν, αφού μου παρέχεις και συ την τόσον
πολύτιμον συνδρομήν σου• μου φαίνεται όμως αναγκαίον εν
πρώτοις, αν θέλωμεν να γλυτώσωμεν από αυτούς που λέγεις, να
εξηγηθούμεν μαζί των, ποίοι είναι οι φιλόσοφοι, εις τους
οποίους τολμώμεν να λέγωμεν, ότι πρέπει να ανατεθή η κυβέρνησις
των πόλεων, διά να ημπορέση κανείς, αφού διασαφηνισθή το
σημείον αυτό, να υποστηρίξη την ιδέαν του, αποδεικνύων ότι
τοιούτοι άνθρωποι έχουν εκ φύσεως το δικαίωμα να φιλοσοφούν και
να κυβερνούν την πολιτείαν, όλοι δε οι άλλοι οφείλουν να μην
αναμιγνύωνται, αλλά να ακολουθούν τυφλώς εκείνους. — Είναι
καιρός να εξηγηθής. — Εμπρός λοιπόν, ακολούθησέ με, διά να
ιδής, αν σου φανή επαρκής η εξήγησίς μου. — Εμπρός.
— Είναι ανάγκη να σου ενθυμίσω ότι, όταν λέγωμεν διά κάποιον
ότι αγαπά κάτι τι, πρέπει αυτός, εάν εννοούμεν την αληθινήν
αγάπην, να μην αγαπά ένα μόνον μέρος του πράγματος, άλλο δε
όχι, αλλά ολόκληρον εκείνο το πράγμα; — Πρέπει, καθώς φαίνεται,
να μου το ενθυμίσης, διότι δεν σε εννοώ πολύ καλά. — Κάθε άλλος
παρά συ εταίριαζε να το λέγη αυτό• ένας όμως άνθρωπος ερωτικός,
όπως είσαι συ, δεν ταιριάζει να λησμονή, ότι όλοι όσοι είναι
εις το άνθος της ηλικίας που πρέπει, κεντούν την καρδίαν του
παιδεραστού και την φέρουν άνω κάτω και κανένα δεν θεωρεί
ανάξιον της αγάπης και της τρυφερότητός του• δεν παθαίνετε,
αλήθεια, αυτό με τα ωραία τα αγόρια; εάν έχη ένας την μύτη
πλακωτήν, θα τον εγκωμιάσετε χαριτόβρυτον, του άλλου την
αγκυλωτήν μύτην θα την ειπήτε βασιλικήν, έναν που έχη το μέσον
μεταξύ των δύο αυτών, θα τον ονομάσετε συμμετρικώτατον, τους
μαύρους τους λέγετε αρρενωπούς, και τους άσπρους υιούς των
θεών• και το όνομα δε μελίχλωρος, τίνος άλλου κατασκεύασμα
είναι παρά εραστού, που με αυτήν την χαϊδευτικήν λέξιν σκεπάζει
την υποφερτήν δι’ αυτόν ωχρότητα ενός ωραίου παιδιού; και με
ένα λόγον όλας τας προφάσεις μεταχειρίζεσθε και κάθε λόγον
ευρίσκετε, διά να μην απορρίψετε κανένα από εκείνους, που
ευρίσκονται εις το άνθος της ώρας των.