— Ιδού λοιπόν που επεστρέψαμεν εις το σημείον, από το οποίον

ανεχωρήσαμεν, και ευρέθημεν σύμφωνοι πάλιν, ότι δεν είναι

εναντίον της φύσεως να επιδίδωνται αι γυναίκες των φρουρών μας

εις την μουσικήν και την γυμναστικήν. — Βεβαιότατα. — Ώστε ο

νόμος, τον οποίον ηθέλαμεν να θεσπίσωμεν, αφού είναι σύμφωνος

προς την φύσιν, δεν αποβλέπει εις πράγματα αδύνατα, ουδέ

ομοιάζει με ευσεβή απλώς πόθον• αλλ' απεναντίας, όπως γίνονται

τα πράγματα σήμερον, είναι, καθώς φαίνεται, παρά φύσιν. —

Φαίνεται. — Το ζήτημά μας λοιπόν ήτο να εξετάσωμεν, εάν είναι

δυνατά αυτά τα πράγματα, και αν συγχρόνως είναι και τα

καλύτερα. — Μάλιστα. — Και ότι μεν είναι δυνατά το παρεδέχθημεν

ήδη και εσυμφωνήσαμεν. — Ναι. — Δεν υπολείπεται λοιπόν τώρα να

αποδειχθή, ότι είναι και τα καλύτερα; — Φανερόν. — Λοιπόν, διά

να καταστήσωμεν την γυναίκα ικανήν προς φρούρησιν της πόλεως,

άλλη ανατροφή θα μας χρειασθή, παρά διά τους άνδρας, αφού

μάλιστα πρόκειται να επενεργήση επί της αυτής φυσικής

προδιαθέσεως; — Όχι βέβαια άλλη, — Και τι φρονείς, παρακαλώ,

δι’ αυτό που θα σε ερωτήσω; — Ποίον; — Παραδέχεσαι ότι όλοι οι

άνδρες είναι όμοιοι κατά την αξίαν, ή άλλος είναι καλύτερος και

άλλος χειρότερος; — Αυτό βέβαια. — Εις την πόλιν λοιπόν, που

εθεμελιώσαμεν, φρονείς ότι τους φρουρούς, με την εκπαίδευσιν

που τους εδώσαμεν, τους εκάμαμεν καλυτέρους από τους

υποδηματοποιούς, όπως εξεπαιδεύθησαν και εκείνοι εις την τέχνην

των; — Γελοία είναι η ερώτησίς σου — Εννοώ• και από τους άλλους

πολίτας δεν είναι αυτοί οι καλύτεροι; — Και πολύ μάλιστα. — Και

αι γυναίκες των δεν θα είναι καλύτεραι από τας γυναίκας όλων

των άλλων; — Πολύ καλύτεραι και αυταί. — Και υπάρχει τίποτε

συμφερώτερον διά μίαν πόλιν, παρά να ευρίσκωνται εις αυτήν όσον

το δυνατόν καλύτεροι άνδρες και γυναίκες; — Δεν υπάρχει. Και

εις αυτό το αποτέλεσμα δεν θα φθάσουν καλλιεργούντες την

μουσικήν και την γυμναστικήν, καθ' όν τρόπον ημείς είπομεν; —

Πώς όχι; — Ώστε βλέπεις ότι ο νόμος, που εθέσαμεν, όχι μόνον

δυνατός είναι, αλλά και άριστος διά την πόλιν. — Μάλιστα.

— Οφείλουν λοιπόν αι γυναίκες των φρουρών και να γυμνωθούν,

αφού αντί παντός άλλου φορέματος θα είναι ενδεδυμέναι την

αρετήν, και να λαμβάνουν μέρος εις τον πόλεμον και εις την

φρούρησιν της πόλεως, χωρίς εις τίποτε άλλο να καταγίνωνται•

μόνον, θα αναθέτωμεν εις αυτάς τα ελαφρότερα εκ των έργων

τούτων, διά την αδυναμίαν του φύλου των• εκείνος δε ο οποίος θα

περιγελά διά την γύμνωσιν των γυναικών, αι οποίαι θα

γυμνάζωνται δι’ ένα τόσον καλόν σκοπόν, άμεστον θα τρυγά της

γνώσεως του γελοίου τον καρπόν, και δεν γνωρίζει, καθώς

φαίνεται, διατί γελά, ούτε τι κάμνει• διότι έχει και θα έχη

πάντοτε ισχύν το αξίωμα, ότι το μεν ωφέλιμον είναι καλόν, το δε

βλαβερόν αισχρόν. — Βεβαιότατα.

— Αυτό λοιπόν είναι το πρώτον, ούτως ειπείν, κύμα, το οποίον

διεφύγαμεν εις την περί των γυναικών συζήτησίν μας, ούτως ώστε

να μη καταποντισθώμεν υπ’ αυτού νομοθετούντες, ότι πρέπει από

κοινού να πράττουν τα πάντα οι φρουροί μας και αι γυναίκες των,

αφού εξήχθη αφ' εαυτού το λογικόν συμπέρασμα ότι και δυνατά

είναι αυτά και ωφέλιμα. — Και δεν είναι μικρόν το κύμα, που

διέφυγες. — Θα ειπής όμως ότι δεν ήτο και πολύ μεγάλον, όταν θα

ίδης αυτό, που έρχεται τώρα. — Λέγε, να το ιδούμεν. — Συνέπεια

του νόμου τούτου και των άλλων των προηγουμένων, είναι, καθώς

μου φαίνεται, ο εξής. — Ποίος; — Αι γυναίκες των πολεμιστών μας

όλαι θα είναι κοιναί δι’ όλους, και καμμία δεν θα συνοική

ιδιαιτέρως με κανένα• επίσης και τα τέκνα θα είναι κοινά, και

ούτε ο γονεύς θα γνωρίζη το τέκνον του, ούτε το τέκνον τον

γονέα του. — Πολύ δυσκολώτερον πράγματι να πιστευθή αυτός ο

νόμος, κατά πόσον είναι δυνατός και ωφέλιμος. — Νομίζω ότι ως

προς το ωφέλιμον δεν θα γεννηθώσι μεγάλαι αντιρρήσεις, ότι δεν

είναι μέγιστον αγαθόν η κοινότης των γυναικών και των τέκνων,

εάν είναι δυνατή• αλλά φρονώ ότι περί αυτού ακριβώς του δυνατού

θα εγερθώσιν αι μεγαλύτεραι αμφισβητήσεις. — Και τα δύο θα

ημπορούσε κάλλιστα ν' αμφισβητηθούν. — Συνεμάχησαν λοιπόν και

τα δύο εναντίον μου• και εγώ ενόμιζα ότι θα εγλύτωνα

τουλάχιστον από το ένα, εάν ήθελες συμφωνήση ότι είναι

ωφέλιμον, και θα μου υπελείπετο μόνον να συζητήσω περί του

δυνατού ή μη. — Το επήρα είδησιν, ότι ήθελες να μου διαφύγης•

θα δώσης όμως τώρα λόγον και διά τα δύο.

— Θα υποστώ και αυτήν την ποινήν• μόνον μίαν μικράν χάριν θα

σου ζητήσω• άφησέ με να δώσω αυτήν την εορτήν εις τον εαυτόν

μου, όπως τα νωθρά εκείνα πνεύματα που συνηθίζουν να τρέφωνται

με την φαντασίαν των, όταν αφήνουν τον νουν των να τρέχη•

γνωρίζεις βέβαια ότι οι τοιούτοι, πριν να καλοεξετάσουν διά

τινος μέσου θα επιτύχουν κάτι που έχουν εις την κεφαλήν των,

διά να μη κουράζωνται σκεπτόμενοι κατά πόσον είναι τούτο

δυνατόν ή όχι, το λαμβάνουν ως υπάρχον ήδη, σύμφωνα με την

επιθυμίαν των, και αρχίζουν πλέον να τακτοποιούν τα επίλοιπα,

και χαίρουν προκαταβολικώς λογαριάζοντες το τι έχουν να κάμουν

κατόπιν, και — αυξάνουν μόνον ακόμη περισσότερον την φυσικήν

νωθρότητα της ψυχής των. Έτσι και εγώ τώρα αποδειλιώ εμπρός εις

τας δυσκολίας, και θέλω να αναβάλω δι’ άλλοτε να εξετάσω κατά

πόσον είναι δυνατά αυτά που λέγω• τα λαμβάνω όμως επί του

παρόντος ως δυνατά και έρχομαι να ίδω, αν μου το επιτρέπης,

ποία μέτρα θα λάβουν οι άρχοντες διά την εφαρμογήν των, και να

αποδείξω ότι τίποτε δεν θα είναι ωφελιμώτερον και διά τους

φρουρούς και διά την πόλιν• εις αυτήν λοιπόν πρώτον την

εξέτασιν θα προβώ μαζί σου και κατόπιν βλέπομεν και διά τα

άλλα, αν το επιτρέπης. — Το επιτρέπω, μόνον άρχισε.

— Νομίζω λοιπόν ότι εάν οι άρχοντές μας θα είναι άξιοι του

ονόματος τούτου, κατά τον ίδιον δε λόγον και οι πολεμισταί μας,

θα θέλουν πάντοτε αυτοί μεν να κάμνουν ό,τι τους προστάττουν,

εκείνοι δε να προστάττουν ό,τι επιβάλλει ο νόμος, ή ό,τι

συμφωνεί με το πνεύμα του νόμου, εις τας περιστάσεις που θα

τους επιτρέψωμεν να το κρίνουν μόνοι των. — Φυσικά. — Συ λοιπόν

ο νομοθέτης, όπως εξέλεξες τους άνδρας, τοιουτοτρόπως θα

εκλέξης και τα γυναίκας και θα τας παραδώσης να συμφωνούν όσον

το δυνατόν κατά τους χαρακτήρας των. Επειδή δε θα έχουν και τας

οικίας και τα συσσίτια κοινά, και κανείς δεν θα έχη τίποτε από

αυτά ιδιαιτέρως, θα είναι όλοι μαζί, και επειδή θα είναι

τοιουτοτρόπως ανακατωμένοι και εις τα γυμνάσια και παντού

αλλού, θα οδηγηθούν, νομίζω, από την έμφυτον ανάγκην να

ζευγαρωθούν• ή δεν το παραδέχεσαι ότι κατ' ανάγκην θα συμβή

αυτό; — Κατ' ανάγκην μάλιστα, όχι γεωμετρικήν βέβαια, αλλ'

ερωτικήν, η οποία έχει πολύ μεγαλυτέραν δύναμιν από εκείνην, να

πείθη και να ελκύη τον πολύν λαόν.

— Πολύ σωστά• αλλά, Γλαύκων, να γίνωνται αι ενώσεις αύται

χωρίς καμμίαν τάξιν, ή να κάμνουν οτιδήποτε άλλο, δεν είναι

πράγμα θεμιτόν εις πόλιν ανθρώπων ευτυχών, ούτε θα το

επιτρέψουν οι άρχοντες. — Μάλιστα• διότι δεν είναι δίκαιον. —

Κατόπιν τούτου είναι προφανές, ότι θα κάμωμεν γάμους όσον

ημπορούμεν περισσότερον ιερούς• θα είναι δε ιεροί οι

ωφελιμώτατοι. — Βεβαίως. — Αλλά πώς θα είναι ωφελιμώτατοι; αυτό

θα μας το ειπής συ, Γλαύκων• διότι βλέπω εις την οικίαν σου και

σκύλους κυνηγετικούς και πάμπολλα θηρευτικά πτηνά• άραγε έδωσες

καμμίαν προσοχήν εις τους γάμους των και εις τας παιδοποιίας

των; — Τι δηλαδή; — Πρώτον μεν μεταξύ των ζώων τούτων, αν και

όλα είναι από καλόν γένος, δεν υπάρχουν μερικά τα οποία είναι

και γίνονται καλύτερα από τα άλλα; — Μάλιστα. — Και σου

τεκνοποιούν όλα αδιακρίτως, ή φροντίζεις να αποκτήσης μικρά από

τα καλύτερα ζώα; Από τα καλύτερα. — Από τα νεώτερα, από τα

γεροντότερα, ή από εκείνα που ευρίσκονται εις την ακμήν της

ηλικίας των; — Από αυτά τα τελευταία. — Και αν δεν λάβης αυτήν

την πρόνοιαν, νομίζεις ότι πολύ γρήγορα θα εκφυλισθή το γένος

των σκύλων και των πτηνών σου; — Βεβαίως. — Το ίδιον νομίζεις

και διά τους ίππους και δι’ όλα εν γένει τα ζώα; — Θα ήτο

άτοπον να πιστεύω το εναντίον.

— Πωπώ, αγαπητέ μου φίλε, πόσον μεγάλην ικανότητα λοιπόν

πρέπει να έχουν οι άρχοντές μας, εάν το ίδιον συμβαίνη και με

τους ανθρώπους! — Αλλά το ίδιον βέβαια• διατί όμως; — Διότι θα

γίνη ανάγκη να μεταχειρίζωνται πολλά φάρμακα• ένας ιατρός

κοινός, και ο χειρότερος ακόμη, νομίζομεν ότι αρκεί, όταν

πρόκειται δι’ ασθενείς, που δεν έχουν ανάγκην από φάρμακα, αλλ'

απλώς από δίαιταν• όταν όμως είναι ανάγκη να ορίση και φάρμακα,

γνωρίζομεν ότι χρειάζεται μεγαλυτέρας αξίας ιατρός. — Είναι

αλήθεια• αλλά διατί τα λέγεις αυτά; — Ιδού διατί• φαίνεται ότι

θα γίνη ανάγκη να καταφεύγουν συχνά εις το ψεύδος και την

απάτην οι άρχοντές μας, προς ωφέλειαν των πολιτών• είπομεν δε

ότι ενίοτε είναι χρήσιμα και αυτά, ως είδος φαρμάκου. — Και

πολύ ορθά. — Αυτό λοιπόν το ορθόν, που λέγεις, φαίνεται ότι

έχει όχι μικράν πέρασιν εις τους γάμους και εις τας

παιδοποιίας. — Πώς δηλαδή; — Είναι ανάγκη, συμφώνως με όσα

παρεδέχθημεν, αι ερωτικαί συναντήσεις μεταξύ των αρίστων εκ των

δύο φύλων να γίνωνται όσον το δυνατόν συχνότεροι, το εναντίον

δε μεταξύ των κατωτέρων• και να ανατρέφωνται μεν τα τέκνα των

πρώτων, όχι όμως και των άλλων, εάν δεν θέλωμεν να εκφυλισθή το

ποίμνιόν μας• και όλα αυτά πρέπει να γίνωνται χωρίς να γνωρίζη

κανείς άλλος τίποτε, εκτός μόνον των αρχόντων, εάν εννοούμεν

πάλιν να μείνη αδιατάρακτος η ειρήνη μεταξύ της αγέλης των

πολεμιστών. — Ορθότατα.

— Θα γίνη λοιπόν ανάγκη να νομοθετήσωμεν μερικάς εορτάς, εις

τας οποίας θα συναθροίζωμεν τους γαμβρούς και τας νύμφας• θα

τας συνοδεύωμεν με θυσίας και ύμνους, τους οποίους θα συνθέτουν

οι ποιηταί, εμπρέποντας εις την ιερότητα των τελουμένων γάμων•

θα αφήσωμεν εις τους άρχοντας το δικαίωμα να κανονίζουν τον

αριθμόν των γάμων, διά να διατηρούν πάντοτε τον αυτόν αριθμόν

των ανδρών, αποβλέποντες εις τους πολέμους και εις τας

ασθενείας και εις τα άλλα τα τοιαύτα, διά να μη γίνεται, όσον

το δυνατόν, ούτε πολύ μεγάλη η πόλις μας, ούτε πολύ μικρά. —

Σωστά. — Θα προετοιμάζωνται δε επιτηδείως κάποιοι κλήροι, ώστε

οι χειρότεροι εκείνοι να μην έχουν να παραπονούνται με τους

άρχοντας διά την γυναίκα, που θα τους λάχη, αλλά με την τύχην.

— Πολύ ωραίον και τούτο.

— Και εις τους νέους, οι οποίοι θα διεκρίνοντο εις τον πόλεμον

ή όπου αλλού, εκτός των άλλων βραβείων και αμοιβών, θα

παραχωρηθή και το δικαίωμα να πλησιάζωσι συχνότερον τας

γυναίκας, ίνα, με αυτήν συγχρόνως την πρόφασιν, γεννώνται όσον

το δυνατόν περισσότερα τέκνα από τους τοιούτους. — Ορθότατα.

— Τα δε εκάστοτε γεννώμενα τέκνα θα παραλαμβάνουν ιδιαίτεροι

προς τον σκοπόν τούτον αρχαί, τας οποίας θα αποτελούν είτε

άνδρες, είτε γυναίκες, είτε άνδρες ομού και γυναίκες• διότι

είπομεν ότι όλοι οι αρχαί θα είναι κοινοί και διά τα δύο φύλα.

— Μάλιστα. — Και τα μεν τέκνα των καλυτέρων θα τα φέρουν εις το

κοινόν τροφείον και θα τα παραδίδουν εις τας χείρας των τροφών,

αι οποίαι θα κατοικούν εις ένα χωριστόν μέρος της πόλεως• των

δε χειροτέρων, και όσα και των άλλων τύχη να γεννηθούν

ελαττωματικά, θα τα κρύψουν, όπως είναι πρέπον, εις ένα μέρος

μυστικόν και απόρρητον. Εάν βέβαια θέλωμεν να διατηρηθή καθαρά

η γενεά των πολεμιστών. — Αυτοί οι ίδιοι θα έχουν και την

φροντίδα της τροφής των νεογνών, και θα οδηγούν τας μητέρας εις

το τροφείον, όταν τας στενοχωρή το γάλα των, λαμβάνοντες όμως

όλας τας δυνατάς προφυλάξεις διά να μην αναγνωρίση καμμία το

τέκνον της• και αν αυταί δεν αρκούν, θα φροντίσουν να εύρουν

και άλλας, που να έχουν άφθονον γάλα, θα προσέχουν όμως να μη

θηλάζουν και αύται περισσότερον του δέοντος, τας δε αγρυπνίας

και τους άλλους κόπους θα αναθέσουν εις τας τροφούς και εις

άλλας γυναίκας. — Τοιουτοτρόπως καθιστάς πολύ εύκολον την

παιδοποιίαν διά τας γυναίκας των πολεμιστών. — Διότι αυτό είναι

το πρέπον• αλλ' ας εξακολουθήσωμεν εκείνο που ηρχίσαμεν

ελέγαμεν ότι η τεκνοποίησις οφείλει να γίνεται εις την ακμήν

της ηλικίας. — Μάλιστα. — Δεν σου φαίνεται αρκετόν να ορίσωμεν

είκοσιν έτη ακμής διά την γυναίκα και τριάκοντα διά τον άνδρα;

— Από ποίας ηλικίας; — Διά μεν την γυναίκα από το εικοστόν

μέχρι του τεσσαρακοστού έτους της ηλικίας της• διά δε τον

άνδρα, αφού περάση η θερμοτέρα περίοδος της νεότητος, μέχρι του

πεντηκοστού πέμπτου. — Πραγματικώς αυτός είναι και δια τους δύο

ο χρόνος της ακμής και του σώματος και του πνεύματος. — Εάν

λοιπόν κανείς πολίτης, είτε πριν, είτε πέραν της ηλικίας αυτής,

παραβή τους περί των κοινών γάμων νόμους της πόλεως, θα τον

κηρύξωμεν ένοχον της εσχάτης αδικίας και καθοσιώσεως, διότι

έσπειρε τέκνον, το οποίον αν γεννηθή, θα είναι ο λαθραίος

καρπός του σκότους και της παρανόμου ακολασίας, και διότι της

γεννήσεώς του δεν προηγήθησαν ούτε θυσίαι ούτε ευχαί, τας

οποίας οι ιερείς και αι ιέρειαι και ολόκληρος η πόλις

απευθύνουν εις έκαστον γάμον προς τους θεούς, διά να γεννηθούν

από καλούς γονείς καλύτερα τέκνα και από ωφελίμους ωφελιμώτερα.

— Πολύ σωστά.

— Ο αυτός δε νόμος θα ισχύη, και εάν κανείς από τους έχοντας

την νόμιμον ηλικίαν γάμου, πλησιάση γυναίκα έχουσαν επίσης την

νόμιμον ηλικίαν, αλλά χωρίς την άδειαν του άρχοντος• διότι ο

καρπός των σχέσεων τούτων θα είναι παράνομος και, ούτως ειπείν,

αφερέγγυος και ανίερος. — Ορθότατα.

— Όταν δε πλέον αι γυναίκες και οι άνδρες υπερβώσι την υπό των

νόμων ωρισμένην ηλικίαν του γάμου, θα αφήσωμεν εις μεν τους

άνδρας απόλυτον ελευθερίαν να συνέρχωνται με οιανδήποτε γυναίκα

θέλουν, εκτός θυγατρός, μητρός, εγγονής και μάμμης, επίσης και

εις τας γυναίκας, εκτός υιού, πατρός, εγγόνου και πάππου• θα

τους δώσωμεν όμως πάλιν την άδειαν αυτήν, αφού προηγουμένως

τους συστήσωμεν ρητώς, μάλιστα μεν να αποφύγουν οπωσδήποτε να

φέρουν εις φως καρπόν των σχέσεών των, εν εναντία δε

περιπτώσει, να έχωσι προ οφθαλμών, ότι η πόλις δεν είναι

δυνατόν να επιβαρυνθή με την ανατροφήν του. — Και αυτά μεν όλα

είναι λογικώτατα, αλλά πώς θα διακρίνουν τους πατέρας και τας

θυγατέρας και τους άλλους συγγενείς που ανέφερες;

— Καθόλου δεν θα τους διακρίνουν• αλλ' αφ' ής ημέρας γίνη ο

γάμος ενός πολεμιστού, όσα τέκνα θα γεννηθούν μεταξύ του

εβδόμου και του δεκάτου μηνός από τότε, θα τα θεωρή τα μεν

αρσενικά υιούς του, τα δε θηλυκά θυγατέρας του, και τα τέκνα

αυτών εγγονούς του, και εκείνα πάλιν θα τον ονομάζουν πατέρα

και πάππον• όλα δε τα τέκνα, τα οποία θα γεννηθούν κατά το

διάστημα, κατά το οποίον αι μητέρες των και οι πατέρες είχον

την νόμιμον ηλικίαν διά να τεκνοποιούν, θα ονομάζωνται αδελφοί

και αδελφαί• ούτως ώστε να μη συνάπτωνται γάμοι μεταξύ των

βαθμών της συγγενείας, που ανεφέραμεν μεταξύ όμως αδελφού και

αδελφής δεν θα ισχύη αυτή η απαγόρευσις του νόμου, εάν

τοιουτοτρόπως το αποφασίση ο κλήρος και ο χρησμός της Πυθίας το

προσεπικυρώση. — Πολύ καλά.

— Αυτή λοιπόν, φίλε Γλαύκων, είναι η κοινότης των γυναικών και

των τέκνων διά τους φρουρούς της πόλεως μας• υπολείπεται τώρα

να βεβαιωθή ότι είναι σύμφωνος με όλην την άλλην πολιτειακήν

μας διάταξιν και ότι είναι και κατά πάντα συμφερωτάτη• δεν

είναι αυτό που πρέπει να αποδείξωμεν; — Ναι βέβαια. — Και δεν

είναι αυτή η αρχή της αποδείξεως, να ερωτήσωμεν ημάς αυτούς,

ποίον πρέπει να θεωρήσωμεν το μέγιστον αγαθόν διά την σύστασιν

της πόλεως, το οποίον πρέπει να έχη πάντοτε προ οφθαλμών ο

νομοθέτης όταν νομοθετή, και ποίον είναι το μέγιστον κακόν; και

ακολούθως να εξετάσωμεν, εάν αυτή η διάταξις της κοινότητος των

γυναικών, την οποίαν επραγματεύθημεν τώρα, συμπίπτει τάχα με τα

ίχνη που μας οδηγούν εις αυτό το μέγιστον αγαθόν και μας

απομακρύνουν από το μέγιστον κακόν; — Πολύ σωστά. — Έχομεν

λοιπόν μεγαλύτερον κακόν διά την πόλιν από εκείνο, το οποίον

διασπά την πόλιν και, από μίαν, την κάμνει να είναι πολλαί; ή

μεγαλύτερον αγαθόν από εκείνο, που συσφίγγει τα διάφορα μέρη

της και την κάμνει μίαν; — Δεν έχομεν. — Και δεν είναι η

κοινότης της χαράς και της λύπης εκείνη, η οποία παρά κάθε

άλλο, επιφέρει αυτό το αποτέλεσμα, όταν όλοι γενικώς οι πολίται

δοκιμάζουν όσον το δυνατόν μεγαλυτέραν χαράν διά την αυτήν

ευτυχίαν, και λύπην πάλιν διά την αυτήν απώλειαν, —

Αναμφιβόλως. — Και εκείνο απεναντίας που διαιρεί μίαν πόλιν, θα

είναι, όταν αυτά τα αισθήματα είναι ιδιωτικά, και άλλοι μεν

χαίρουν άλλοι δε λυπούνται διά τα παθήματα ή της πόλεως ή τινών

πολιτών; — Πώς όχι; — Και αυτό δεν συμβαίνει, όταν όλοι οι

πολίται δεν μεταχειρίζωνται επί των ιδίων περιστάσεων τας

φράσεις: αυτό είναι ιδικόν μου, αυτό δεν είναι ιδικόν μου, αυτό

μου είναι αδιάφορον; — Χωρίς αμφιβολίαν. — Άριστα λοιπόν δεν

κυβερνάται εκείνη η πόλις, εις την οποίαν οι περισσότεροι

λέγουν συγχρόνως και επί των αυτών περιστάσεων: αυτό με

ενδιαφέρει και αυτό δεν με ενδιαφέρει; — Και πολύ μάλιστα. —

Και εις την οποίαν επομένως συμβαίνει ό,τι και με ένα πρόσωπον•

όταν δηλαδή κανείς από ημάς κτυπήση εις τον δάκτυλον, όλη

εκείνη η σχέσις η οποία συνδέει το σώμα προς την ψυχήν και

καταντά να αποτελή μίαν κυρίαρχον ενότητα εν αυτή, όλη

συγχρόνως αισθάνεται τον πόνον του ενός μέρους και

τοιουτοτρόπως λέγομεν, ότι άνθρωπος πονεί εις τον δάκτυλον• το

ίδιον, προκειμένου και δι’ άλλα αισθήματα του ανθρώπου, όταν

δοκιμάζη τίποτε δυσάρεστον εις κανένα του μέρος ή απολαμβάνει

καμμίαν ευχαρίστησιν. — Το ίδιον πράγματι και, όπως έλεγες, το

αυτό συμβαίνει και με την πόλιν, η οποία κυβερνάται άριστα. —

Και ένας λοιπόν, νομίζω, μόνον πολίτης, αν υφίσταται οτιδήποτε

καλόν ή κακόν, η τοιαύτη πόλις θα το θεωρήση ιδικόν της το

πάθημα και θα συμμερισθή ολόκληρος ή την χαράν ή την λύπην του.

— Ανάγκη πάσα, αν πράγματι η πόλις είναι ευνομουμένη.

— Καιρός λοιπόν τώρα να γυρίσωμεν και εις την ιδικήν μας πόλιν

και να ιδούμεν, αν όλα αυτά που είπαμεν εφαρμόζωνται εις αυτήν

περισσότερον από κάθε άλλην πόλιν. — Πρέπει πράγματι. — Λοιπόν,

και εις τας άλλας πόλεις, όπως εις την ιδικήν μας, υπάρχουν

άρχοντες, υπάρχει και λαός; — Υπάρχουν. — Και όλοι αυτοί

ονομάζονται συμπολίται μεταξύ των; — Πώς όχι; — Αλλά, εκτός

αυτής της κοινής ονομασίας, πώς αλλέως ονομάζει εις τας άλλας

πόλεις ο λαός τους άρχοντας; — Εις μεν τας περισσοτέρας

κυρίους, εις δε τας δημοκρατουμένας τους ονομάζει απλώς κατ'

αυτόν τον τρόπον, άρχοντας. — Εις δε την ιδικήν μας πόλιν,

εκτός που τους ονομάζει πολίτας, τι άλλο λέγει ο λαός διά τους

άρχοντας; — Λέγει ότι είναι σωτήρες και υπερασπισταί του. — Οι

δε άρχοντες πάλιν τους άλλους πολίτας; — Μισθοδότας και

διατροφείς. — Εις δε τας άλλας πόλεις οι άρχοντες τους πολίτας;

— Δούλους. — Μεταξύ των δε οι άρχοντες πώς ονομάζονται; —

Συνάρχοντες. — Εις δε την πόλιν μας; — Συμφύλακες. — Ημπορείς

τώρα να μου είπης, αν εις τας άλλας πολιτείας, οι άρχοντες

μεταξύ των, μερικούς μεν από τους συναδέλφους των ονομάζουν και

θεωρούν ως ιδικούς των, μερικούς δε ως ξένους; — Πλείστους

όσους. — Και δεν θεωρούν ότι με εκείνους μεν τους συνδέουν

κοινά συμφέροντα, με τους άλλους δε όχι; — Αυτό συμβαίνει

πράγματι. — Μεταξύ όμως των φρουρών της ιδικής σου πόλεως,

είναι δυνατόν κανείς να ονομάζη ή να θεωρή κανένα από τους

συναδέλφους του ως ξένον; — Καθόλου, διότι εις το πρόσωπον

αυτών θα νομίζουν ότι βλέπουν ή αδελφόν, ή αδελφήν, ή πατέρα, ή

μητέρα, ή υιόν, ή θυγατέρα, ή γενικώς συγγενή ανιόντος ή

κατιόντος βαθμού. — Πολύ ωραία τα λέγεις• αλλά ειπέ μου ακόμη,

θα περιορίσης την συγγένειαν εις τα ονόματα μόνον, ή θα

νομοθετήσης να συμφωνούν και όλαι των αι πράξεις προς αυτά, και

να έχουν απέναντι εκείνων, που ονομάζουν πατέρας των, όλον τον

σεβασμόν, όλην την αφοσίωσιν, όλην την υπακοήν, που απαιτεί ο

νόμος παρά των τέκνων, διότι, εν εναντία περιπτώσει, θα

εθεωρούντο ανόσιοι και άδικοι και δεν θα εύρισκον χάριν ούτι

ενώπιον των θεών, ούτε ενώπιον των ανθρώπων; αυτά τα

παραγγέλματα, ή άλλα, θα αντηχούν ευθύς εξ αρχής εις τα ώτα των

νέων εκ μέρους όλων των πολιτών, περί της διαγωγής που οφείλουν

να τηρούν απέναντι εκείνων, τους οποίους θα τους υποδείξουν ως

πατέρας και συγγενείς; — Αυτά αναμφιβόλως• διότι θα ήτο γελοίον

να έχουν εις το στόμα των μόνον τα ονόματα της συγγενείας,

χωρίς να εκπληρούν και τα επιβαλλόμενα υπ’ αυτής καθήκοντα.

— Ώστε εξ όλων των πόλεων εις την ιδικήν μας προ πάντων θα

είναι σύμφωνοι, όταν συμβή κανένα καλόν ή κακόν και εις ένα

μόνον, να λέγουν όλοι εκείνο, που είπαμεν παραπάνω, ότι τα

πράγματά μου πηγαίνουν καλά, ή ότι πηγαίνουν κακά. — Πολύ

σωστά. — Δεν είπομεν δε, ότι όπου επικρατεί αυτή η ιδέα και

ακούεται αυτός ο λόγος, αποτέλεσμα θα έχη να είναι κοιναί, αι

λύπαι και αι χαραί• — Και είχομεν πολύ δίκαιον. — Ώστε δεν θα

συμμετέχουν κοινώς όλοι οι πολίται μας από εκείνο, το οποίον θα

ονομάζουν όλοι ιδικόν των; και ένεκα ακριβώς αυτής της

συμμετοχής, δεν θα χαίρουν και δεν θα λυπούνται όλοι διά τα

αυτά πράγματα; — Και πολύ μάλιστα. — Και εκτός της άλλης

συντάξεως της πολιτείας, ποίον άλλο περισσότερον θα επιφέρη

αυτά τα αποτελέσματα, παρά η κοινότης των γυναικών και των

τέκνων μεταξύ των φρουρών μας; — Αυτό βέβαια προ πάντων.

Αλλ' όμως παρεδέχθημεν αυτό ως το μεγαλύτερον αγαθόν διά την

πόλιν, και παρωμοιάσαμεν μίαν καλώς κυβερνωμένην πόλιν προς το

σώμα, το οποίον ολόκληρον αισθάνεται τον πόνον ή την ηδονήν

ενός μέλους αυτού. — Και ορθώς το παρεδέχθημεν. — Ώστε του

μεγίστου αγαθού αιτία απεδείχθη ότι είναι διά την πόλιν μας η

μεταξύ των φρουρών κοινότης γυναικών και τέκνων. — Μάλιστα. —

Ακόμη δε το συμπέρασμα αυτό συμφωνεί και με όσα προηγουμένως

ωρίσαμεν• διότι είπαμεν, καθώς ενθυμείσθε, ότι δεν πρέπει να

έχουν οι πολεμισταί μας ούτε ιδίας οικίας, ούτε γαίας, ούτε

καμμίαν άλλην κτήσιν, αλλ' ότι θα λαμβάνουν από τους άλλους την

τροφήν των, ως μισθόν διά την φρούρησιν της πόλεως, και ότι θα

έχουν όλοι ένα κοινόν έξοδον, αν θέλουν να είναι πράγματι

φρουροί. — Σωστά. — Λοιπόν, όπως είπα, και εκείνα που ωρίσαμεν

προηγουμένως και αυτά που λέγομεν τώρα, δεν συντείνουν να τους

κάμουν ακόμη περισσοτέρων αληθινούς φρουρούς και να εμποδίζουν

πάσαν διάσπασιν της πόλεως; πράγμα το οποίον δεν θα συνέβαινεν,

όταν δεν θα ωνόμαζον όλοι το αυτό πράγμα «ιδικόν μου», αλλ'

άλλος άλλο, και όταν ο ένας θα απεκόμιζε εις την ιδικήν του

οικίαν ό,τι θα ημπορούσε να αποκτήση χωριστά από τους άλλους,

και ο άλλος πάλιν θα έκαμνε το ίδιον εκ μέρους του, και θα

είχον τας ιδιαιτέρας των γυναίκας και τέκνα έκαστος, που θα

τους παρείχον ιδιαιτέρας ηδονάς και λύπας, διά να τας

αισθάνωνται μόνοι των; ενώ απεναντίας, όταν έκαστος θα έχη ως

αξίωμα, ότι το συμφέρον του άλλου δεν είναι διαφορετικόν από το

ιδικόν του, δεν θα αποβλέπουν πάντες με όλας των τας δυνάμεις

εις τον αυτόν σκοπόν, και δεν θα έχουν κοινάς μεταξύ των όλας

τας ευτυχίας και τας δυστυχίας; — Αυτό είναι αναμφισβήτητον. —

Και δεν θα εκλείψουν τότε αι δίκαι και αι αντεγκλήσεις εκ του

μέσου, αφού κανένα άλλο δεν θα έχη κανείς αποκλειστικόν του

κτήμα, έξω από το σώμα του, όλα δε τα άλλα θα είναι κοινά; του

οποίου φυσικόν αποτέλεσμα θα είναι να μην αναπτύσσωνται ποτέ

μεταξύ των πάθη και διχόνοιαι, όσαι τουλάχιστον συνήθως

προέρχονται από κτηματικάς διαφοράς, ή εξ αφορμής των γυναικών

και των τέκνων, ή εξ άλλων οικογενειακών λόγων; — Θα είναι

βέβαια κατ' ανάγκην απηλλαγμένοι από όλα αυτά. — Ακόμη δε ούτε

βιαιοπραγίαι και χειροδικίαι θα συμβαίνουν φυσικά μεταξύ των

διότι θα τους διδάξωμεν, ότι είναι καλόν και δίκαιον οι

συνομήλικες να παρέχουν ο ένας εις τον άλλον την συνδρομήν του,

και ότι καθήκον έχουν να φροντίζουν διά την αμοιβαίαν

ασφάλειαν. — Πολύ σωστά. — Και τούτο το ορθόν θα έχη αυτός ο

νόμος, ότι, εάν κανείς εις στιγμιαίαν παραφοράν οργής

ικανοποιήση κατ' αυτόν τον τρόπον τον θυμόν του, το πράγμα δεν

θα είναι δυνατόν να λάβη μεγαλυτέρας διαστάσεις. — Αναμφιβόλως.

— Διότι θα είναι ανατεθειμένη εις τον πρεσβύτερον εξουσία επί

πάντων των νεωτέρων, με το δικαίωμα να επιβάλλη και ποινάς. —

Εννοείται.

Πολιτεία, Τόμος 2 · 第 7 / 9 段