— Εάν θέλης να εφαρμόσης επάνω μου ό,τι έχεις να λέγης διά

τους ερωτικούς, σου το συγχωρώ χάριν της συζητήσεως.

— Μα τι; δεν βλέπεις ότι και οι φιλοπόται κάμνουν το ίδιον,

και με οιανδήποτε πρόφασιν ευρίσκουν της αρεσκείας των όλα τα

κρασιά; — Πράγματι.

— Γνωρίζεις ακόμη, υποθέτω, ότι και οι φιλόδοξοι, εάν δεν

ημπορούν να εκλεχθούν στρατηγοί υπό της φυλής των, εκλέγονται

τριττύαρχοι, και αν δεν ημπορούν να τιμώνται από τους μεγάλους

και τους σπουδαίους, αρκούνται εις τας τιμάς των μικροτέρων και

ασημοτέρων, διότι η μόνη των επιθυμία είναι να έχουν οπωσδήποτε

τιμάς και αξιώματα. — Βεβαιότατα. — Εις αυτό λοιπόν θέλω να μου

απαντήσης, ναι ή όχι• όταν λέγωμεν διά κάποιον ότι αγαπά κάτι

τι, εννοούμεν ότι το αγαπά ολόκληρον αυτό το πράγμα, ή μέρος

αγαπά και μέρος όχι; — Ολόκληρον.

— Κατά τον ίδιον λοιπόν τρόπον δεν θα είπωμεν και περί του

φιλοσόφου ότι είναι εραστής της σοφίας, όχι ενός μέρους αυτής

και άλλου όχι, αλλά ολοκλήρου; — Μάλιστα. — Ένα λοιπόν

ανθρωπον, που δεν έχει και μεγάλην ευχαρίστησιν εις την

μάθησιν, αν μάλιστα είναι νέος και δεν έχη ακόμη την

απαιτουμένην κρίσιν να καταλάβη τι είναι ωφέλιμον και τι δεν

είναι, δεν θα τον ονομάσωμεν βέβαια φιλομαθή και φιλόσοφον,

όπως και ένας άνθρωπος, που το ένα του μυρίζει και το άλλο του

βρωμά από τα φαγητά, θα ειπούμεν ότι δεν έχει όρεξιν και δεν

θέλει να φάγη και δεν είναι, ούτως ειπείν, φιλόσιτος αλλά

κακόσιτος. — Και θα έχωμεν δίκαιον να το ειπούμεν. — Ένας όμως

ο οποίος αισθάνεται έμφυτον την αγάπην προς πάσαν μάθησιν και

επιδίδεται με ακόρεστον ζήλον και προθυμίαν εις την σπουδήν,

αυτός βέβαια θα ονομασθή με όλον το δίκαιον φιλόσοφος• ή όχι;

Και ο Γλαύκων απήντησεν. — Ναι, αλλά τοιούτοι θα ευρεθούν

πολλοί, οι οποίοι δεν πιστεύω και να έχουν τον τόπον των μεταξύ

των φιλοσόφων διότι έπρεπε, μου φαίνεται, υπ’ αυτό το όνομα να

περιλαμβάνωνται τότε όλοι οι φίλοι των θεαμάτων, επειδή και

αυτοί ευχαριστούνται πάντα να μανθάνουν κάτι τι, θα ήτο δε

άτοπον να καταλέξωμεν εις τους φιλοσόφους και τους

φιλακολούθους εκείνους, οι οποίοι, εις μίαν μεν τοιαύτην

συζήτησιν, όπως η ιδική μας, δεν θα είχαν καμμίαν διάθεσιν

βέβαια να παρασταθούν, τρέχουν όμως εις όλας τας Διονυσιακάς

εορτάς, χωρίς να παραλείψουν καμμίαν, είτε εις την πόλιν είτε

εις τα χωρία, ως να είχαν ενοικιάση τα αυτιά των, διά να

ακούσουν όλους τους χορούς. Φιλοσόφους λοιπόν θα ονομάσωμεν

όλους αυτούς, που έχουν μέγαν ζήλον να μανθάνουν κάτι τοιαύτα

πράγματα και να καταγίνωνται με τέχνας όλως διόλου ασημάντους;

— Δεν είναι πράγματι αυτοί φιλόσοφοι, ομοιάζουν όμως με

φιλοσόφους. — Και ποίους ονομάζεις πραγματικούς φιλοσόφους; —

Εκείνους που αγαπούν να βλέπουν την αλήθειαν. — Είναι

αναμφιβόλως ορθόν αυτό που λέγεις, αλλά εξήγησέ μου πώς το

εννοείς; — Διά κάθε άλλον δεν θα μου ήτο πολύ εύκολον• εσύ όμως

πιστεύω να συμφωνήσης εις αυτό που θα ειπώ. — Τι; — Επειδή το

ωραίον είναι αντίθετον προς το άσχημον, θα ειπή ότι είναι δύο

πράγματα αυτά. — Πώς όχι; Αφού λοιπόν είναι δύο, είναι το

καθένα των ξεχωριστόν. — Μάλιστα. — Το αυτό ισχύει και περί του

δικαίου και του αδίκου, περί του καλού και του κακού και εν

γένει περί όλων των ιδεών• έκαστον δηλαδή εξ αυτών είναι ένα,

αλλά παρουσιαζόμενα πανταχού υπό την σχέσιν, την οποίαν έχουν

με τας πράξεις μας, με τα σώματα και μεταξύ των, φαίνονται ως

πολλά το καθένα. — Έχεις δίκαιον. — Κατ' αυτόν λοιπόν τον

τρόπον διακρίνω και εγώ, χωριστά μεν εκείνους που αγαπούν τα

θεάματα, τας τέχνας και καταγίνονται με αυτά, και χωριστά

εκείνους, περί των οποίων πρόκειται τώρα ο λόγος, και οι οποίοι

μόνον αξίζουν το όνομα του φιλοσόφου. — Και πώς τους

διακρίνεις; — Οι πρώτοι εκείνοι, που αγαπούν τα θεάματα και τας

ακροάσεις, περιορίζονται μόνον εις τας ωραίας φωνάς, εις τα

ωραία χρώματα και σχήματα και εις όλα τα δημιουργήματα των

τεχνών, τα οποία στηρίζονται επ’ αυτών, ενώ η διάνοιά των είναι

ανίκανος να αντιληφθή αυτήν καθ' εαυτήν την φύσιν του ωραίου

και να την αγαπήση. — Αυτό πραγματικώς συμβαίνει. — Όσοι δε

είναι ικανοί να ανυψωθούν μέχρι του ωραίου και να το βλέπουν

αυτό καθ' εαυτό, δεν είναι βέβαια αρκετά σπάνιοι; — Και πολύ

μάλιστα.

— Και τι σου φαίνεται πως είναι η ζωή ενός ανθρώπου, που

γνωρίζει μεν τα ωραία πράγματα, δεν γνωρίζει όμως αυτό καθ'

εαυτό το ωραίον, ούτε είναι ικανός να παρακολουθήση εκείνους,

που θα ημπορούσαν να τον κάμουν να το γνωρίση; όνειρον τάχα ή

πραγματικότης; και σκέψου• τι άλλο σημαίνει να ονειρεύεται

κανείς, παρά ένα πράγμα όμοιον με κάτι, να μη το θεωρή όμοιον,

αλλά να το παίρνη δι’ αυτό το ίδιον πράγμα, με το οποίον

ομοιάζει; — Βέβαια, και εγώ θα έλεγα πως ονειρεύεται αυτός.

— Εκείνος όμως απεναντίας, όστις γνωρίζει το ωραίον καθ' εαυτό

και ημπορεί να το οραματίζεται και αυτό το ίδιον και όσα

μετέχουν από την φύσιν του, χωρίς όμως να συγχέη αυτά με

εκείνο, σου φαίνεται και αυτός πως ζη εν ονείρω, ή εν

εγρηγόρσει; — Και πάρα πολύ μάλιστα εν εγρηγόρσει. — Η γνώσις

επομένως αυτού, επειδή στηρίζεται επί της πραγματικότητος, δεν

είναι δίκαιον να ονομασθή επιστήμη, του δε άλλου απλώς δοξασία,

διότι στηρίζεται μόνον επί της φαντασίας του; — Βεβαιότατα.

— Και αν ο τελευταίος αυτός, ο οποίος καθ' ημάς φαντάζεται

μόνον και δεν γνωρίζει, εθύμωνε μαζί μας και διεμαρτύρετο, ότι

δεν λέγομεν την αλήθειαν, δεν θα είχαμεν να του ειπούμεν

τίποτε, διά να τον καθησυχάσωμεν και να τον πείσωμεν, αλλά

πάντοτε οπωσδήποτε κεκαλυμμένως, ότι δεν είναι καλά; — Πρέπει

τουλάχιστον. — Σκέψου λοιπόν τι θα του ειπούμεν, ή θέλεις

καλύτερα, αφού τον διαβεβαιώσωμεν ότι καθόλου δεν τον

φθονούμεν, εάν ηξεύρη τίποτε, αλλ' απεναντίας θα είμεθα πολύ

ευχαριστημένοι να ιδούμεν ότι ηξεύρει κάτι, να του αποτείνωμεν

την εξής ερώτησιν; ειπέ μας, θα τον ερωτήσωμεν, ένας που

γνωρίζει, γνωρίζει κάτι τι ή όχι; απάντησέ μου λοιπόν εσύ δι’

εκείνον. — Θα σου απαντήσω ότι γνωρίζει κάτι τι. — Και αυτό,

που γνωρίζει, είναι πράγμα υπαρκτόν ή ανύπαρκτον; — Υπαρκτόν•

διότι πώς είναι δυνατόν να γνωρισθή ένα πράγμα, που δεν

υπάρχει;

— Δυνάμεθα λοιπόν να είμεθα βέβαιοι περί αυτού, οπωσδήποτε και

αν το εξετάσωμεν, ότι ένα πράγμα που υπάρχει καθ' όλην του την

υπόστασιν, ημπορεί επίσης και να γνωρισθή, ένα δε πράγμα που

δεν υπάρχει καθόλου, δεν ημπορεί και καθόλου να γνωρισθή. —

Είμεθα βέβαιοι. — Έστω• αλλ' αν ευρίσκετο κάτι τι, το οποίον να

είναι συγχρόνως και να μην είναι, δεν θα έκειτο μεταξύ εκείνου

που υπάρχει καθ' ολοκληρίαν, και εκείνου που δεν υπάρχει

διόλου; — Βεβαίως. — Και αφού επομένως η μεν γνώσις είπομεν ότι

είναι δι’ εκείνα που υπάρχουν, η δε αγνωσία κατ' ανάγκην δι’

εκείνα που δεν υπάρχουν, δεν πρέπει να ζητήσωμεν δι’ αυτά που

κείνται μεταξύ, κάτι τι που να είναι μεταξύ της αγνοίας και της

επιστήμης, εάν υποτεθή ότι υπάρχει τοιούτον τι; — Πρέπει

βέβαια. — Υπάρχει κάτι που το ονομάζομεν δοξασίαν; — Πώς όχι; —

Και είναι διαφορετικόν από την επιστήμην, ή το ίδιον; —

Διαφορετικόν. — Άλλο λοιπόν είναι το αντικείμενον της μιας και

άλλο της άλλης, και καθεμία έχει την ιδικήν της ξεχωριστά

δύναμιν. — Μάλιστα. — Η επιστήμη δεν έχει αντικείμενον να

γνωρίζη τα πράγματα, που υπάρχουν, κατά ποίον τρόπον υπάρχουν;

ή μάλλον μου φαίνεται αναγκαίον προηγουμένως να διευκρινήσωμεν

κάπως αλλέως το ζήτημα. — Πώς;

— Όταν λέγωμεν δυνάμεις, εννοούμεν ένα κάποιον είδος υπάρξεων,

χάρις εις τας οποίας είμεθα εις θέσιν και ημείς, και οτιδήποτε

άλλο πράγμα, να κάμνωμεν εκείνο, που μας προσιδιάζει• δυνάμεις

παραδείγματος χάριν λέγω την ακοήν, την όρασιν, και πιστεύω να

καταλαβαίνης τι θέλω να εννοήσω με αυτό το γενικόν όνομα — Πώς;

καταλαβαίνω. — Άκουσε λοιπόν, ποία είναι η γνώμη μου περί αυτού

του ζητήματος• εγώ δεν βλέπω η δύναμις να έχη ούτε χρώμα, ούτε

σχήμα, ούτε τίποτε όμοιον με εκείνα, που ευρίσκονται εις πολλά

άλλα πράγματα, και τα οποία λαμβάνω υπ’ όψιν μου διά να

διακρίνω τα διάφορα αντικείμενα απ’ αλλήλων• προκειμένου λοιπόν

περί δυνάμεως εις τούτο μόνον αποβλέπω, ποίος είναι ο

προορισμός και ποία τα αποτελέσματά της, και με αυτόν τον

τρόπον διακρίνω την κάθε μίαν των• και θεωρώ ομοίας μεν τας

δυνάμεις, που έχουν το αυτό αντικείμενον και τα αυτά

αποτελέσματα, διαφορετικάς δε, όσαι έχουν διάφορον αντικείμενον

και αποτελέσματα• εσύ δε, πώς τας διακρίνεις; — Και εγώ έτσι.

— Ας επανέλθωμεν λοιπόν τώρα εις το θέμα μας• την επιστήμην

την παραδέχεσαι ως δύναμιν, ή την κατατάσσεις εις καμμίαν άλλην

κατηγορίαν; — Ως δύναμιν και μάλιστα την ισχυροτάτην από όλας

τας δυνάμεις. — Η δε δοξασία, είναι και αυτή δύναμις, ή πρέπει

να την κατατάξωμεν εις άλλο είδος; — Διόλου• επειδή και η

δοξασία είναι κάτι, διά του οποίου ημπορούμεν να κρίνωμεν κατά

το φαινόμενον. — Αλλά προ ολίγου ωμολόγησες ότι δεν είναι το

ίδιον πράγμα η δοξασία και η επιστήμη. — Αναμφιβόλως• διότι πώς

είναι δυνατόν ένας άνθρωπος με νουν να θεωρήση το ίδιον ένα

πράγμα που δεν σφάλλεται με ένα που σφάλλεται; — Πολύ καλά•

αναγνωρίζομεν λοιπόν, ότι άλλο πράγμα είναι η γνώσις και άλλο η

δοξασία. — Μάλιστα. — Και επομένως η καθεμία έχει άλλο

αντικείμενον και άλλην ενέργειαν. — Κατ' ανάγκην. — Και η μεν

επιστήμη δεν έχει ως αντικείμενόν της, να γνωρίζη εκείνο που

υπάρχει, κατά ποίον ακριβώς τρόπον υπάρχει; — Ναι. — Η δε

δοξασία, λέγομεν, δεν είναι άλλο παρά η δύναμις να κρίνωμεν

κατά το φαινόμενον. — Μάλιστα. — Το ίδιον τάχα αντικείμενον, το

οποίον και η επιστήμη γνωρίζει, ούτως ώστε το γνωστόν και το

κατά το φαινόμενον να είναι ένα και το αυτό πράγμα; ή είναι

αδύνατον το τοιούτον; — Αδύνατον, σύμφωνα με εκείνα που

παραδέχθημεν, αφού εκάστη δύναμις έχει ωρισμένον αντικείμενον,

η δε επιστήμη και η δοξασία είναι μεν και αι δύο δυνάμεις, άλλα

διαφορετική καθεμία• εκ του οποίου έπεται, ότι δεν ημπορεί το

γνωστόν και το κατά το φαινόμενο να είναι το ίδιον πράγμα. —

Αφού λοιπόν η επιστήμη αντικείμενόν της έχει το ον, άλλο

βεβαίως θα είναι το αντικείμενον της δοξασίας και όχι το ον. —

Άλλο. — Τάχα να είναι λοιπόν το μη ον; ή μήπως είναι αδύνατον

το μη ον να είναι αντικείμενον δοξασίας; και σκέψου, εκείνος ο

οποίος έχει μίαν δοξασίαν, δεν την έχει δι’ ένα πράγμα; ή είναι

δυνατόν να έχη μεν μίαν δοξασίαν, να μην αποβλέπη όμως αυτή εις

κανένα πράγμα; — Αδύνατον. — Ώστε ένας, που έχει μίαν δοξασίαν,

την έχει πάντοτε δι’ ένα ωρισμένον πράγμα. Μάλιστα. Το μη ον

όμως δεν είναι ένα πράγμα, αλλά θα ημπορούσαμεν ορθότατα να το

ονομάσωμεν μηδέν.

Βεβαίως. — Παρεδέχθημεν δε κατ' ανάγκην ότι το μη ον είναι το

αντικείμενον της γνώσεως. — Ορθώς. — Η δοξασία επομένως δεν της

μένει να έχη αντικείμενον ούτε το ον, ούτε το μη ον. — Όχι

βέβαια. — Επομένως δεν είναι ούτε γνώσις, ούτε άγνοια. Καθώς

φαίνεται.

— Είναι λοιπόν έξω και από τα δύο, εις τρόπον τάχα που να

υπερτερή την γνώσιν κατά την σαφήνειαν, ή την άγνοιαν κατά την

ασάφειαν: — Ούτε το ένα, ούτε το άλλο. — Αλλά τότε μήπως άραγε

παραδέχεσαι, ότι η δοξασία είναι σκοτεινοτέρα μεν της γνώσεως,

φωτεινοτέρα δε της αγνοίας. — Και πολύ μάλιστα. — Κείται λοιπόν

μεταξύ των δύο; — Ναι. — Ώστε είναι κάτι διάμεσον η δοξασία

μεταξύ της γνώσεως και της αγνοίας; — Βεβαιότατα. — Είπαμεν

όμως προηγουμένως ότι, αν εύρωμεν κάτι, το οποίον να είναι και

να μην είναι συγχρόνως, θα κείται αυτό μεταξύ του πραγματικώς

όντος και του καθ' ολοκληρίαν μη όντος, και δεν θα είναι

αντικείμενον ούτε της επιστήμης ούτε της αγνοίας, αλλά μιας

δυνάμεως η οποία θα εφαίνετο διάμεσος της επιστήμης και της

αγνοίας. — Σωστά. — Ευρήκαμεν δε τώρα, ότι αυτό το διάμεσον

μεταξύ των δύο είναι εκείνο, που ονομάζομεν δοξασίαν. —

Μάλιστα, το ευρήκαμεν. — Μας υπολείπεται λοιπόν τώρα να

εύρωμεν, καθώς φαίνεται, ποίον είναι εκείνο το πράγμα, που

μετέχει συγχρόνως και του όντος και του μη όντος, χωρίς να

είναι ακριβώς και καθ' εαυτό ούτε το ένα ούτε το άλλο• και εάν

ευρεθή αυτό το αντικείμενον της δοξασίας, θα αποδώσωμεν εις

εκάστην των τριών δυνάμεων τα αντικείμενά των• εις τας άκρας τα

άκρα, και εις την μεταξύ κειμένην τα μεταξύ αντικείμενα• δεν

είναι έτσι;

Έτσι μάλιστα.

Τούτου τεθέντος, θα ερωτήσω κατόπιν και ας μου αποκριθή εκείνος

ο καλός μας, ο οποίος δεν παραδέχεται ότι υπάρχει το ωραίον

καθ' εαυτό, ούτε η ιδέα του ωραίου, αμετάβλητος κατά πάντα και

πάντοτε, αλλά μόνον τα πολλά ωραία αναγνωρίζει, ο φίλος εκείνος

των ωραίων θεαμάτων, που δεν ανέχεται να του κάμης λόγον διά το

ένα και απόλυτον ωραίον, διά το ένα και απόλυτον δίκαιον και

ούτω καθ' εξής• απάντησέ μας, θα του είπωμεν, καλέ μας, από τα

πολλά τα ωραία υπάρχει τάχα κανένα, που να μην ημπορή να φανή

ποτε άσχημον, ή από τα δίκαια, που να μη φανή άδικον, και από

τα όσια, ανόσιον; — Όχι, αλλά κατ' ανάγκην το ίδιον πράγμα

δύναται να φανή άλλοτε ωραίον και άλλοτε άσχημον, όπως και τα

άλλα που ερωτάς. — Τι δε; τα πολλά διπλάσια, δεν ημπορούν πολύ

ωραία να είναι και τα μισά ενός άλλου ποσού; — Βεβαιότατα. —

Επίσης και τα μεγάλα και τα μικρά και τα ελαφρά και τα βαρέα

δεν ημπορούν να είναι και τοιαύτα, όπως τα εχαρακτηρίσαμεν,

αλλά και τα εναντία; — Βεβαίως, έκαστον από αυτά είναι πάντοτε

και το ένα και το άλλο. — Και έκαστον από τα πολλά πράγματα

είναι τάχα περισσότερον, ή δεν είναι, εκείνο που το λέγομεν ότι

είναι; — Αυτό μοιάζει εκείνα που λέγουν εις τα τραπέζια, τα

ήξεις αφήξεις, ή με το αίνιγμα των παιδιών διά τον ευνούχον που

επετροβόλησε την νυκτερίδα και με τι και πού επάνω την

επετροβόλησε• το ίδιον και αυτά που λέγεις έχουν διπλόν νόημα,

και είναι και δεν είναι, και δεν ημπορείς να είπης με

βεβαιότητα, αν είναι και τα δύο, ή ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Έχεις λοιπόν τι καλύτερον να κάμης με αυτά, ή πού να τα

τοποθετήσης καλύτερα, παρά μεταξύ του όντος και του μηδενός;

διότι βεβαίως ούτε σκοτεινότερα είναι από το μη ον, ώστε να

έχουν ολιγωτέραν ύπαρξιν από αυτό, ούτε φωτεινότερα από το ον,

ώστε να έχουν περισσοτέραν από αυτό ύπαρξιν. — Είναι αλήθεια.

— Ευρήκαμεν λοιπόν, καθώς φαίνεται, ότι αυτά τα πολλά

πράγματα, εις τα οποία οι πολλοί αποδίδουν την ιδιότητα του

ωραίου και τας άλλας τοιαύτας ιδιότητας κυμαίνονται, ούτως

ειπείν, μεταξύ του καθ' αυτό όντος και του μη όντος. — Μάλιστα.

— Εσυμφωνήσαμεν δε προηγουμένως, ότι, αν ήθελεν ευρεθή τοιούτον

τι, θα το ονομάσωμεν αντικείμενον όχι της επιστήμης αλλά της

δοξασίας, της διαμέσου ταύτης δυνάμεως, εις την οποίαν

υπόκειται το μεταξύ κυμαινόμενον. — Πραγματικώς.

— Εκείνοι λοιπόν που παρατηρούν τα πολλά ωραία πράγματα, δεν

βλέπουν όμως το ωραίον καθ' εαυτό, ούτε δύνανται να

παρακολουθήσουν εκείνον, που είναι εις θέσιν να τους το δείξη,

επίσης δε και τα πολλά δίκαια, όχι όμως και το έν δίκαιον το

καθ' εαυτό, και τα άλλα ομοίως, αυτοί, θα είπωμεν ότι έχουν

απλώς γνώμας, ουδεμίαν όμως γνώσιν των πραγμάτων. — Κατ'

ανάγκην. — Απεναντίας δε, εκείνοι που παρατηρούν αυτά καθ'

εαυτά τα πράγματα και την πάντοτε αναλλοίωτον αυτών φύσιν,

αυτοί δεν θα είπωμεν ότι γνωρίζουν και όχι απλώς ότι έχουν

γνώμας; Κατ' ανάγκην και τούτο. — Και αυτοί μεν, δεν θα

ειπούμεν, ότι αγαπούν και ασπάζονται τα πράγματα, που είναι

αντικείμενα της επιστήμης, οι άλλοι δε τα πράγματα, που είναι

αντικείμενα της δοξασίας; ή δεν ενθυμείσαι που ελέγαμεν δι’

αυτούς τους τελευταίους, ότι αγαπούν και ευχαριστούνται με τας

ωραίας φωνάς, τα ωραία σχήματα και τα τοιαύτα, αλλά δεν

ανέχονται να ακούσουν διά το απόλυτον ωραίον, ότι υπάρχει; — Το

ενθυμούμαι. — Θα τους αδικήσωμεν λοιπόν τάχα αν τους ονομάσωμεν

φιλοδόξους μάλλον ή φιλοσόφους, και θα μας θυμώσουν πολύ άραγε

δι’ αυτό το όνομα, που θα τους δώσωμεν;

Όχι, αν θέλουν να με πιστεύσουν• διότι δεν είναι σωστόν να

θυμώνη κανείς με την αλήθειαν. — Πρέπει λοιπόν κατά συνέπειαν

να ονομάζωμεν φιλοσόφους μόνον εκείνους, που αφοσιώνονται εις

την εξέτασιν του όντος καθ' εαυτό. — Δίχως αντίρρησιν.

*

**

Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη,

υπήρξαν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά

προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η

αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα,

δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της,

από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη

μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος,

οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο

Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο

Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και

σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή,

Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη,

Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού,

Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σίγουρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια

σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης

γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.

&Πολιτεία.& Το πρωτυπώτερον και πλαστικώτερον των πλατωνικών

έργων, αποτελούμενον εκ 10 βιβλίων. Το πρώτον βιβλίον

πραγματευόμενον περί δικαιοσύνης είναι αφετηρία διατυπώσεως

έπειτα ιδανικού πολιτεύματος. Η οριζομένη ισότης δικαιωμάτων

των πολιτών, η διακανόνισις ίσης εργασίας, η κατανομή των

πολιτών εις τρεις τάξεις, η εξίσωσις ανδρών και γυναικών, η

κοινογαμία και κοινοκτημοσύνη, ο αποκλεισμός των ποιητών, ο

περιορισμός της αυξήσεως του πληθυσμού, αι πρωτόρρυθμοι γενικαί

περί του κοινωνικού και του αστικού δικαίου αρχαί,

συνδυαζόμεναι εις οργανικόν σύστημα εις την «Πολιτείαν» του

Πλάτωνος, υπήρξαν αφετηρίαι πλείστων φιλοσοφικών,

κοινωνιολογικών και πολιτικών θεωριών. Ώστε και από της απόψεως

ταύτης είναι εκ των σημαντικωτέρων δημιουργημάτων της

ανθρωπίνης σκέψεως.

Η μετάφρασις πιστή, σαφής και γλαφυρά υπό του κ. Ι. Ν. Γρυπάρη.

Τόμος Α' 10 δρχ., Τόμος Β΄ 10 δρχ., Τόμος Γ' 10 δρχ. Τόμος Δ'

10 δρχ.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ

ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.

ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 — ΤΗΛ. 614.686, 634.506

ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10

1) Το κείμενον έχει «ύδραν τέμνουσιν».

Πολιτεία, Τόμος 2 · 第 9 / 9 段