ελέγαμεν ότι ήτο αμυδρόν εις τας αρχάς• επειδή μόλις αρχίσαμεν
να καταστρώνωμεν το σχέδιον της πόλεώς μας, κάποιος θεός μας
εβοήθησε να επιτύχωμεν κάτι, που είναι ως ο αρχικός τύπος της
δικαιοσύνης. — Είναι αλήθεια. — Και ήτο πράγματι, Γλαύκων, μία
εικών της δικαιοσύνης, η οποία ωφελεί προς τον σκοπόν μας, όταν
ευρίσκαμεν ότι είναι ορθόν, ο υποδηματοποιός, ο ξυλουργός και
κάθε άλλος τοιούτος, τίποτε άλλο να μη κάμνη, παρά το έργον διά
το οποίον τον προώρισεν η φύσις. — Φαίνεται. — Η αλήθεια όμως
είναι, καθώς φαίνεται, ότι τοιούτον μεν πράγμα είναι και η
δικαιοσύνη, δεν αποβλέπει όμως εις τας εξωτερικάς πράξεις του
ανθρώπου, αλλ' εις ό,τι υπάρχει και συμβαίνει πράγματι μέσα του
και με τον εαυτόν του, εις τρόπον ώστε, να μην επιτρέπη εις
κανένα από τα μέρη, που υπάρχουν εις την ψυχήν του, να κάμνη
ό,τι δεν είναι έργον του και να αναμιγνύεται το ένα εις τα
καθήκοντα του άλλου• αλλ' αφού τωόντι τακτοποιήση καλώς ό,τι
ανήκει εις έκαστον, και γίνη κύριος και κοσμήτωρ και φίλος του
εαυτού του, και αποκαταστήση τελείαν συμφωνίαν μεταξύ των τριών
μερών της ψυχής, καθώς μεταξύ των τριών όρων της αρμονίας, και
μεταξύ των άλλων όσα τυχόν υπάρχουν διάμεσα, και συνδέση όλα
αυτά και αποτελέση από τα πολλά ένα όλον ενιαίον καλώς
ρυθμισμένον και αρμονισμένον, τότε μόνον πλέον να αρχίση να
κάμνη εάν έχη να κάμη τίποτε, είτε θέλει να αποκτήση χρήματα,
είτε να περιποιήται το σώμα του, είτε να αναμιχθή εις την
πολιτικήν, είτε να αναλάβη επιχειρήσεις ιδιωτικής φύσεως, να μη
παύη όμως ποτέ εις όλα αυτά να θεωρή και να ονομάζη δικαίαν μεν
και καλήν πράξιν εκείνην, η οποία διατηρεί και προάγει διαρκώς
την αρμονίαν αυτήν, σοφίαν δε την επιστήμην η οποία επιστατεί
και διευθύνει τας τοιαύτας πράξεις, αδικίαν δε εκείνην, η οποία
καταστρέφει πάντοτε την τάξιν αυτήν, και αμάθειαν την ιδέαν η
οποία πάλιν επιστατεί και διευθύνει αυτήν. — Είναι ορθότατα,
Σωκράτη, όλα αυτά που λέγεις.
— Πολύ καλά• ώστε δεν υπάρχει, νομίζω, και πολύς φόβος να
υποτεθή ότι απατώμεθα, εάν είπωμεν ότι ευρήκαμεν πλέον, τι
είναι δίκαιος άνθρωπος, τι είναι δικαία πόλις, και τι είναι
δικαιοσύνη μεταξύ αυτών. — Δεν υπάρχει, μα την αλήθειαν. —
Σύμφωνοι λοιπόν; — Σύμφωνοι.
— Έστω• μένει λοιπόν τώρα, νομίζω, να εξετάσωμεν τι είναι
αδικία. — Βέβαια. — Ημπορεί να είναι άλλο πράγμα αυτή παρά μία
σύγκρουσις μεταξύ των τριών μερών της ψυχής, όταν ταύτα δεν
περιορίζωνται εις τα έργα των, αλλ' επεμβαίνουν εις τα ξένα
καθήκοντα ή όταν επαναστατή το ένα μέρος κατά του συνόλου της
ψυχής, διά να αναλάβη αυτό την ανωτάτην αρχήν αυτής, η οποία
δεν του ανήκει, διότι είναι πλασμένον από την φύσιν να δουλεύη
και να υπακούη εις εκείνο, το οποίον είναι καμωμένον διά να
κυβερνά; αυτά λοιπόν θα είπωμεν, και αυτή ακριβώς η αταξία και
η ταραχή είναι η αδικία και η ακολασία και η δειλία και η
αμάθεια και μ' ένα λόγον όλαι αι κακίαι. — Έτσι είναι πράγματι.
— Αφού λοιπόν τώρα γνωρίζομεν σαφώς τι είναι αδικία και τι
δικαιοσύνη, γνωρίζομεν επίσης και τι είναι αι άδικοι και αι
δίκαιαι πράξεις. — Πώς αυτό; — Διότι δεν έχουν καμμίαν διαφοράν
από τα υγιεινά και βλαβερά πράγματα, αλλ' είναι διά την ψυχήν,
ό,τι είναι αυτά διά το σώμα. — Τι δηλαδή; — Τα υγιεινά πράγματα
δίδουν την υγιείαν, τα δε βλαβερά προξενούν νόσους. — Ναι. —
Κατά τον ίδιον λόγον και αι δίκαιαι πράξεις δεν κάμνουν την
δικαιοσύνην, αι δε άδικοι την αδικίαν; — Κατ' ανάγκην. — Όταν
δε λέγωμεν ότι τα υγιεινά δίδουν την υγιείαν, εννοούμεν ότι
αποκαθιστούν μεταξύ των διαφόρων στοιχείων του ανθρωπίνου
σώματος την φυσικήν ισορροπίαν, ώστε να επιβάλλεται ή να
υποβάλλεται αμοιβαίως το ένα εις το άλλο• τα δε βλαβερά γεννούν
νοσήματα, σημαίνει ότι ένα στοιχείον επιβάλλεται εις τα άλλα ή
υποβάλλεται εις αυτά, παρά τους νόμους της φύσεως. — Είναι
αληθές. — Κατά τον ίδιον λόγον, κάμνουν την δικαιοσύνην, δεν
σημαίνει ότι αποκαθιστούν μεταξύ των μερών της ψυχής την
ισορροπίαν, την οποίαν απαιτεί η φύσις, παράγουν δε την
αδικίαν, δεν σημαίνει ότι ένα μόνον μέρος της ψυχής επιβάλλεται
εις τα άλλα, ή και το εναντίον, παρά την φύσιν; — Πολύ ωραία.
— Ώστε αρετή μεν, καθώς φαίνεται, είναι, ούτως ειπείν, η υγιεία
και το κάλλος και η ευεξία της ψυχής, κακία δε, η ασθένεια, η
ασχημία και η αδυναμία. — Έτσι είναι. — Λοιπόν και αι καλαί
πράξεις δεν οδηγούν εις την απόκτησιν της αρετής, αι δε αισχραί
της κακίας; — Κατ' ανάγκην.
— Εκείνο πλέον που μας μένει τώρα να εξετάσωμεν είναι, αν
ωφελή να εξασκή κανείς την δικαιοσύνην και να είναι δίκαιος,
είτε τον νομίζουν οι άνθρωποι, είτε και όχι, ως τοιούτον, ή να
αδική και να είναι άδικος, και αν ακόμη δεν είχε κανένα φόβον
να τιμωρηθή και να διορθωθή τιμωρούμενος. — Αλλά τώρα πλέον,
Σώκρατες, μου φαίνεται γελοίον να επιμείνωμεν εις αυτήν την
εξέτασιν• διότι, εάν, όταν καταστραφή η φυσική σύστασις του
σώματος, ο βίος θεωρήται πλέον ανυπόφορος, έστω και εν μέσω
πάσης αφθονίας και πλούτου και τιμών, κατά πολύ μεγαλύτερον
λόγον θα είναι ανυπόφορος, εάν διαταραχθή και καταστραφή η
φύσις εκείνου ακριβώς εις το οποίον οφείλομεν την ζωήν, έστω
και αν έχη κανείς το δικαίωμα να κάμνη κάθε άλλο, παρά εκείνο,
το οποίον θα ηδύνατο να απαλλάξη την ψυχήν του από την κακίαν
και την αδικίαν, να του προμηθεύση δε την δικαιοσύνην και την
αρετήν, αφού μάλιστα ευρέθησαν αυτά όπως ημείς τα απεδείξαμεν.
— Πράγματι γελοίον θα ήτο• αλλ' αφού εφθάσαμεν έως αυτό το
σημείον, που να ημπορή να αποκτήσωμεν την πληρεστάτην
βεβαιότητα περί αυτής της αληθείας, δεν πρέπει να αποφύγωμεν
αυτόν τον κόπον. — Κάθε άλλο βέβαια παρά να τον αποφύγωμεν.
— Έλα λοιπόν τώρα πλησίασε να ιδής, πόσα διάφορα είδη έχει,
καθώς μου φαίνεται, η κακία, όσα τουλάχιστον από αυτά αξίζει
τον κόπον να τα παρατηρήση κανείς. — Σε ακολουθώ• μόνον δείξε
μου τα. — Και λοιπόν, καθώς από υψηλήν σκοπιάν, αφού μας
ανέβασεν εδώ η συζήτησίς μας, βλέπω εγώ ένα μεν είδος μόνον της
αρετής, άπειρα δε της κακίας, μεταξύ δε αυτών τέσσαρα κυρίως,
τα οποία αξίζει κανείς να τα μνημονεύση. — Τι θέλεις να ειπής;
— Όσα είδη πολιτευμάτων υπάρχουν, τόσοι καταντά να υπάρχουν και
τρόποι της ψυχής. — Πόσοι δηλαδή; — Πέντε μεν πολιτευμάτων,
πέντε δε και της ψυχής. — Λέγε τους λοιπόν. — Λέγω λοιπόν ότι
ένας μεν τρόπος πολιτεύματος είναι αυτός, τον οποίον ημείς
διεγράψαμεν, εις τον οποίον όμως ημπορούμεν να δώσωμεν δύο
ονόματα• και αν μεν υπάρχη ένας μόνον ανώτερος άρχων, θα
ονομάσωμεν το πολίτευμα μοναρχίαν, αν δε περισσότεροι,
αριστοκρατίαν. — Είναι αλήθεια. — Αυτό λοιπόν λέγω ότι είναι
ένα απλώς είδος πολιτεύματος• διότι είτε ένας μόνον είναι ο
άρχων, είτε περισσότεροι, αυτό δεν θα ημπορέση να μετακινήση
κανένα από τους θεμελιώδεις νόμους της πόλεως μας, εάν
τηρηθώσιν απαρεγκλίτως αι αρχαί της ανατροφής και της
εκπαιδεύσεως, τας οποίας εθεσπίσαμεν. — Έτσι βέβαια θα είναι.
ΒΙΒΛΙΟΝ Ε'.
Αυτό λοιπόν το είδος του πολιτεύματος, είτε εις τας πόλεις είτε
εις τα άτομα, ονομάζω εγώ καλόν• και αν επομένως αυτό είναι το
μόνον ορθόν είδος, πάντα τα άλλα θα είναι κακά, είτε περί
διοικήσεως πόλεων πρόκειται είτε περί χαρακτήρος της ψυχής
ιδιωτών• είναι δε τέσσαρα τον αριθμόν αυτά. — Και ποία είναι;
Και εγώ έμελλον να τα απαριθμήσω κατά σειράν, όπως μου εφαίνετο
ότι παρουσιάζονται το ένα κατόπιν του άλλου, ότε ο Πολέμαρχος,
ο οποίος εκάθητο ολίγον παραπέρα από τον Αδείμαντον ήπλωσε το
χέρι του εις τον ώμον του και τον έσυρε από το φόρεμα; έγυρε
και ο ίδιος εμπρός και έτσι σκυμμένος ήρχισε κάτι να του
ψιθυρίζη από τα οποία δεν ακούσαμεν άλλο, παρά τούτο μόνον: Θα
τον αφήσωμεν λοιπόν να προχωρήση ή θα κάμωμεν τίποτε; — Διόλου
μάλιστα, απεκρίθη ο Αδείμαντος, μεγαλοφώνως πλέον. — Τι λοιπόν
δεν θα αφήσετε; τον ηρώτησα εγώ τότε. — Εσένα. — Εμένα; και
διατί παρακαλώ; — Μας φαίνεται ότι αρχίζεις και χάνεις την
διάθεσίν σου και θέλεις να μας στερήσης ολόκληρον τμήμα της
συζητήσεως και όχι το ολιγώτερον ενδιαφέρον• ενόμισες φαίνεται
ότι θα μας διαφύγης, λέγων απλώς ότι, όσον διά τας γυναίκας και
τα τέκνα φανερόν ότι θα είναι κοινά μεταξύ των φίλων. — Και
πώς; δεν σου φαίνεται τάχα πως έχω δίκαιον; — Βεβαίως• αλλ'
αυτό το δίκαιον όπως και τα άλλα, έχει ανάγκην επεξηγήσεως•
διότι αυτή η κοινότης δύναται να εννοηθή κατά πολλούς και
διαφόρους τρόπους• δεν πρέπει λοιπόν να παραλείψης να μας είπης
ποίον παραδέχεσαι συ• είναι ώρα τώρα που περιμένομεν με την
ελπίδα ότι πάντα θα μας ανέφερες κάπου περί αυτού του
ζητήματος, πώς θα γίνεται η τεκνοποίησις, πώς θανατρέφωνται τα
παιδιά άμα γεννηθούν και εν γένει περί της κοινότητος αυτής των
γυναικών και των τέκνων, που λέγεις• διότι νομίζομεν ότι έχει
πολύ να κάμη, ή μάλλον ότι το παν εξαρτάται από αυτό εις την
πολιτείαν• τώρα λοιπόν, επειδή συ μεταβαίνεις εις άλλο είδος
πολιτεύματος, πριν να διευκρινήσης επαρκώς αυτό το ζήτημα,
ελάβαμεν αυτήν την απόφασιν, που ήκουσες, να μη σε αφήσωμεν να
προχωρήσης πριν να αναπτύξης και αυτό όπως όλα τα άλλα. — Και
εγώ συμμερίζομαι την απόφασίν σας αυτήν, είπεν ο Γλαύκων. — Και
όλοι μας εδώ να γνωρίζης ότι είμεθα σύμφωνοι, Σωκράτη, είπε και
ο Θρασύμαχος.
— Τι μου εκάμετε, που με εσταματήσετε! τι λόγους και
συζητήσεις περί πολιτείας κινείτε πάλιν εξ αρχής! Και εγώ
ενόμιζα πως το είχα πλέον διαφύγη και ήμουν πολύ ευχαριστημένος
που το παραδεχθήκατε έτσι όπως το είπα τότε• αλλά τώρα με αυτάς
σας τας παρακλήσεις δεν ηξεύρετε τι πλήθος συζητήσεων
ανακινείτε! και αυτό ακριβώς προέβλεπα εγώ και εζήτησα να το
αποφύγω τότε, διά να μη καταντήση πολύ κουραστικόν το πράγμα. —
Και τι, είπεν ο Θρασύμαχος, νομίζεις τάχα πως όλοι αυτοί εδώ
ήλθαν να λυώσουν μάλαμα, και όχι να ακούσουν λόγους; — Ναι
βέβαια, αλλά με το μέτρον. — Δι’ ανθρώπους που έχουν νουν,
είπεν ο Γλαύκων, και ολόκληρος η ζωή δεν θα ήτο αρκετή,
Σώκρατες, διά να ακούουν τοιούτους λόγους• ώστε μη σε μέλη δι’
ημάς, μόνον μην αποφεύγης εσύ αυτά που σε ερωτώμεν και ανάπτυξέ
μας την ιδέαν σου, πώς εννοείς ότι θα γίνεται αυτή η κοινότης
των γυναικών και των τέκνων μεταξύ των φρουρών μας, και πώς θα
τρέφωνται τα τέκνα από την στιγμήν που θα γεννηθούν, έως να
αρχίση η εκπαίδευσίς των, καθ' ην εποχήν ακριβώς έχουν ανάγκην
και των επιπονωτέρων φροντίδων^ αυτά λοιπόν προσπάθησε τώρα να
μας εξηγήσης.
— Δεν είναι, καλέ μου, εύκολον το πράγμα• και θα κινήση πολύ
περισσοτέραν απιστίαν, παρά όλα όσα είπαμεν προηγουμένως•
πρώτον κανείς δεν θα πιστεύση, ότι είναι δυνατόν να γίνουν αυτά
τα πράγματα, έπειτα, και αν το πιστεύση, δεν θα παραδεχθή ότι
είναι το καλύτερον που ημπορεί να γίνη. Δι’ αυτό και εγώ
διστάζω να αρχίσω την συζήτησιν, μήπως θεωρηθούν ως ματαία ευχή
όσα έχω να είπω. — Μη διστάζης μολαταύτα• αυτοί που πρόκειται
να σε ακούσουν, ούτε ανόητοι βέβαια είναι, ούτε άπιστοι, ούτε
δα και τόσον κακώς διατεθειμένοι μαζί σου. — Ω καλέ μου, μήπως
τάχα θέλης να μου δώσης θάρρος με αυτά που μου λέγεις; — Και
βέβαια. — Αι λοιπόν, κάθε άλλο κατορθώνεις με αυτό• διότι αν
είχα την πεποίθησιν ότι γνωρίζω αυτά που πρόκειται να ειπώ, θα
είχε τότε τον τόπον της και η ενθάρρυνσίς σου• διότι μεταξύ
ανθρώπων φρονίμων και φίλων ημπορεί κανείς να ομιλή με
βεβαιότητα και θάρρος, όταν έχη να κάμη λόγον περί πραγμάτων
σπουδαιοτάτων και ενδιαφερόντων αυτούς, περί της αληθείας των
οποίων είναι πεπεισμένος• όταν όμως δεν έχη αυτήν την
πεποίθησιν και ζητή να εύρη όσα έχει να είπη, όπως το κάμνω
τώρα εγώ, είναι πράγμα επισφαλές, και κινδυνεύει, όχι βέβαια να
γίνη γελοίος — διότι αυτός ο φόβος θα ήτο παιδαριώδης — αλλά να
παραπλανηθή εις την ζήτησιν της αληθείας και ο ίδιος και να
συμπαρασύρη εις την πτώσιν του και τους φίλους του περί
πραγμάτων, διά τα οποία δεν επιτρέπεται καμμία πλάνη.
Επικαλούμαι δε την Νέμεσιν δι’ όσα πρόκειται να είπω• διότι
πιστεύω ότι είναι μικρότερον έγκλημα να γίνη κανείς φονεύς
ακουσίως, παρά να εξαπατήση άλλον εις τα ζητήματα αυτά περί του
ωραίου, του καλού, του δικαίου και του νομίμου• και να
επρόκειτο να διατρέξη κανείς αυτόν τον κίνδυνον απέναντι
εχθρών, καλά οπωσδήποτε• αλλ' απέναντι φίλων; ώστε βλέπεις,
φίλε Γλαύκων, δεν είναι θάρρος αυτό που μου δίδεις.
Και ο Γλαύκων εμειδίασε και είπεν• — Αλλ' ω Σώκρατες, αν
πάθωμεν τίποτε κακόν από τους λόγους σου, υποσχόμεθα να μη σε
καταδιώξωμεν, όπως επί φόνου, και να μη σε θεωρήσωμεν απατεώνα•
πάρε λοιπόν θάρρος και άρχισε. — Αλλά πράγματι προκειμένου και
περί φόνου θεωρείται αθώος ο συγχωρηθείς, συμφώνως με τον
νόμον• είναι λοιπόν ίσως εύλογον το ίδιον να συμβαίνη και με
την ιδικήν μας περίστασιν. — Λέγε λοιπόν τώρα χωρίς αυτόν τον
φόβον.
— Είμαι λοιπόν ηναγκασμένος να γυρίζω τώρα πάλιν οπίσω εις
ζήτημα, το οποίον έπρεπεν ίσως να πραγματευθώ τότε, που
παρουσιάσθη εις την σειράν του. Ημπορεί ίσως να είναι αυτό και
ορθόν, αφού ετελείωσε πλέον όλως διόλου το ανδρικόν δράμα, να
τελειώνωμεν τώρα και το γυναικείον, αφού άλλως τε συ το
προκαλείς. Δι’ ανθρώπους λοιπόν και εκ φύσεως και εξ ανατροφής
τοιούτους, όπως ημείς τους ελάβαμεν, δεν έχομεν κατά την ιδέαν
μου να ορίσωμεν τίποτε άλλο, ως προς την κτήσιν και την χρήσιν
των γυναικών και των τέκνων, παρά να ακολουθήσουν τον ίδιον
δρόμον, που εχαράξαμεν εκ μιας αρχής• επεχειρήσαμεν δε να
παραστήσωμεν τους άνδρας ως φύλακας μιας αγέλης. — Μάλιστα. —
Ας ακολουθήσωμεν λοιπόν αυτήν την ιδέαν και ας παραδεχθώμεν και
διά τας γυναίκας την αυτήν φύσιν και ανατροφήν διά να ίδωμεν αν
θα μας επιτύχη ή όχι. Πώς δηλαδή; — Κατ' αυτόν τον τρόπον• τα
θηλυκά των σκύλων νομίζομεν ότι πρέπει να φυλάττουν τα ποίμνια,
όπως και τα αρσενικά, και να κυνηγούν μαζί και να κάμνουν τα
πάντα από κοινού, ή απεναντίας να μένουν μέσα, διότι προορισμός
των είναι να γεννούν και να τρέφουν τα μικρά τους και δεν έχουν
επομένως την δύναμιν να συμμετέχουν εις τους κόπους, που
απαιτεί η φύλαξίς των ποιμνίων; — Όλα από κοινού• εκτός ότι
μεταχειριζόμεθα πάντα τα θηλυκά ως ασθενέστερα, τα δε αρσενικά
ως ισχυρότερα. — Και είναι δυνατόν να μεταχειρισθώμεν εις την
ιδίαν εργασίαν ένα ζώον, αν δεν το αναθρέψωμεν και το
γυμνάσωμεν κατά τον ίδιον τρόπον; — Δεν είναι δυνατόν. — Εάν
θέλωμεν λοιπόν να μεταχειρισθώμεν και τας γυναίκας, όπως τους
άνδρας, πρέπει να διδάξωμεν τα ίδια και αυτάς. — Ναι. — Τους
άνδρας τους ανεθρέψαμεν διά της μουσικής και της γυμναστικής. —
Ναι. — Πρέπει επομένως και εις τας γυναίκας να εφαρμόσωμεν
αυτάς τας δύο τέχνας, να τας γυμνάσωμεν εις τα πολεμικά και να
τας χρησιμοποιούμεν εις όλα, όπως και τους άνδρας. — Αυτό
τουλάχιστον εξάγεται από όσα λέγεις.
— Ίσως όμως πολλά από αυτά, που λέγομεν τώρα, εις την πράξιν
να εφαίνοντο γελοία, διότι είναι εναντία προς τας συνηθείας
μας. — Πολύ μάλιστα. — Και τι βλέπεις εις όλα αυτά το πλέον
γελοίον; δεν θα είναι βέβαια το να γυμνάζωνται εις τας
παλαίστρας γυμναί μαζί με τους άνδρας αι γυναίκες, όχι μόνον αι
νέαι, αλλά και αι ηλικιωμέναι ακόμη, καθώς οι γέροντες εκείνοι
που ευρίσκουν ακόμη ευχαρίστησιν εις αυτά τα γυμνάσια, αν και
είναι καταζαρωμένοι και όχι πολύ ευχάριστοι να τους βλέπη
κανείς; — Ναι, μα την αλήθειαν πολύ γελοίον θα εφαίνετο με τα
τωρινά μας ήθη. — Αλλ' αφού μίαν φοράν εξεκινήσαμεν, δεν πρέπει
βέβαια να μας σταματήσουν τα σκώμματα των αστείων και των
εξύπνων, όσα και αν έχουν να λέγουν δι’ αυτήν την μεταβολήν,
όταν θα βλέπουν τας γυναίκας να καταγίνωνται με τα γυμνάσια και
την μουσικήν, με τον χειρισμόν των όπλων και με την ιππασίαν. —
Σωστά λέγεις. — Αφού λοιπόν εξεκινήσαμεν, ας μη λαμβάνωμεν υπ’
όψιν την τραχύτητα του νόμου αυτού, αλλ' ας ακολουθήσωμεν τον
δρόμον μας• θα παρακαλέσωμεν μόνον τους κυρίους αυτούς, να
αφήσουν την συνειθισμένην των εργασίαν, διά να σπουδαιολογήσουν
μίαν φοράν, και θα τους υπενθυμίσωμεν, ότι δεν είναι πολύς
καιρός, που εθεώρουν και οι Έλληνες, όπως ακόμη σήμερον οι
περισσότεροι των βαρβάρων, αισχρόν και γελοίον το θέαμα ενός
ανθρώπου γυμνού, και όταν ήρχισαν να ασκούνται γυμνοί, πρώτοι
μεν οι Κρήτες, έπειτα δε οι Λακεδαιμόνιοι, είχον κάποιον
δικαίωμα οι αστείοι της εποχής εκείνης να διακωμωδούν όλα αυτά•
ή δεν το παραδέχεσαι; — Βεβαίως. — Αφού όμως η πείρα κατέδειξεν
ότι ήτο προτιμότερον να ασκούνται γυμνοί παρά να συγκαλύπτουν
όλα εκείνα τα μέρη του σώματος, έπαυσε πλέον να θεωρήται
αισχρόν διά τους οφθαλμούς εκείνο το οποίον ο ορθός λόγος
εφανέρωσεν ως καλύτερον• και τοιουτοτρόπως απέδειξε συνάμα ότι
είναι ανόητος και επιπόλαιος εκείνος, ο οποίος θεωρεί άλλο
τίποτε γελοίον παρά το κακόν, και εκείνος όστις ζητεί να
διακωμωδή τα πράγματα από άλλην όψιν ή την όψιν της κακίας και
ανοησίας, και εκείνος ο οποίος επιδιώκει το καλόν αποβλέπων
προς άλλο τι ή προς αυτό το καλόν. — Έχεις απολύτως δίκαιον.
— Δεν πρέπει λοιπόν εις αυτό πρώτον να συμφωνήσωμεν περί των
συζητουμένων, εάν είναι πράγματα δυνατά ή όχι, και να δώσωμεν
ελευθερίαν, όποιος θέλει, είτε άνθρωπος φιλοπαίγμων είτε
σοβαρός, να εξετάση μαζί μας αν η ανθρωπίνη φύσις η γυναικεία
είναι ικανή να λάβη μέρος εις όλα τα έργα του ανδρός, ή εις
κανένα, ή εις μερικά μεν είναι ικανή, εις άλλα δε όχι, και
τέλος εις ποίαν από αυτάς τας δύο κατηγορίας ανήκει και η περί
τα πολεμικά ενασχόλησις και αν κατ' αυτόν τον τρόπον αρχίσωμεν
τόσον καλά την εξέτασιν αυτήν, δεν είναι επόμενον επίσης καλά
και να την τελειώσωμεν; — Και πολύ μάλιστα. — Θέλεις λοιπόν
ημείς μεταξύ μας να αναλάβωμεν και το πρόσωπον των
αντιφρονούντων, διά να μη πολεμούνται τα επιχειρήματά των
ανυπεράσπιστα; — Τίποτε δεν μας εμποδίζει. — Θα ημπορούσαμεν
λοιπόν να είπωμεν ως από μέρους των: ω Σωκράτη και Γλαύκων, δεν
είναι καμμία ανάγκη να αναιρέσουν άλλοι τους ισχυρισμούς σας•
διότι σεις οι ίδιοι εξ αρχής, όταν εθεμελιώνετε την πόλιν σας,
ωρίσατε, ότι συμφώνως έκαστος προς την φύσιν του πρέπει να
περιορίζεται εις ένα και μόνον έργον. — Πράγματι αυτό ωρίσαμεν•
και πώς όχι; — Αλλά δύναται να υπάρξη μεγαλυτέρα διαφορά από
αυτήν που υφίσταται μεταξύ της φύσεως του ανδρός και της
γυναικός; — Υπάρχει πράγματι μεγίστη. — Δεν πρέπει λοιπόν να
τους αναθέσωμεν όλως διόλου διάφορα έργα αναλόγως της φύσεως
αυτών; — Πώς όχι; — Δεν περιπίπτετε λοιπόν εις προφανή
αντίφασιν με τους εαυτούς σας και δεν σφάλλεσθε, όταν
ισχυρίζεσθε τώρα, ότι πρέπει να επιδίδωνται άνδρες και γυναίκες
εις τα ίδια έργα, παρ' όλην την μεγίστην φυσικήν διαφοράν που
τους χωρίζει; θα έχης τίποτε να απαντήσης εις αυτά, αγαπητέ
Γλαύκων; — Έτσι βέβαια εξ απρόοπτου δεν είναι πολύ εύκολον•
αλλά θα σε παρακαλέσω και σε παρακαλώ να αναλάβης συ να
απαντήσης και εκ μέρους μας ό,τι έχεις να απαντήσης.
— Αυτά και άλλα πολλά τοιαύτα είναι που προέβλεπα εγώ εξ αρχής
και εδίσταζα να εγγίσω αυτό το θέμα περί των γυναικών και των
τέκνων. — Και πράγματι, μα την αλήθειαν, δεν ομοιάζει πολύ
εύκολον. — Όχι βέβαια• το πράγμα όμως είναι έτσι• είτε πέση
κανείς μέσα εις μικράν δεξαμενήν είτε μέσα εις το μεγαλύτερον
πέλαγος, ουχ' ήττον όμως κολυμβά και εις την μίαν και εις την
άλλην περίστασιν. — Βεβαίως. — Και ημείς λοιπόν πρέπει να
κολυμβήσωμεν και να δοκιμάσωμεν να σωθούμεν από αυτήν την
συζήτησιν, με την ελπίδα ότι ημπορεί να ευρεθή κανένας δελφίν
να μας πάρη εις την ράχιν του, ή να παρουσιασθή καμμία άλλη
απροσδόκητος σωτηρία. — Πολύ ενδεχόμενον. — Έλα λοιπόν, μήπως
εύρωμεν καμμίαν διέξοδον• είμεθα αληθώς σύμφωνοι, ότι εκάστη
φύσις έχει και ίδιον προορισμόν και ότι άλλη είναι η φύσις του
ανδρός και άλλη της γυναικός• και μολαταύτα λέγομεν τώρα ότι
αυταί αι διαφορετικαί φύσεις πρέπει να επιδίδωνται εις τα ίδια
έργα• αυτά δεν είναι που μας κατηγορείτε; — Μάλιστα.
— Τι θαυμασίαν δύναμιν που έχει, Γλαύκων, η τέχνη της
αντιλογίας! — Διατί το λέγεις αυτό; — Διότι, μου φαίνεται,
πολλοί περιπίπτουν εις αυτήν χωρίς να το εννοούν και νομίζουν
ότι συζητούν, ενώ πράγματι απλώς αντιλέγουν ο ένας εις τον
άλλον• και τούτο συμβαίνει διότι δεν ημπορούν να αναλύσουν μίαν
έννοιαν εις τα διάφορα στοιχεία της, αλλά την λαμβάνουν κατά
γράμμα και προσπαθούν να της εύρουν αντιλογίαν, μεταβάλλοντες
τοιουτοτρόπως την συζήτησιν εις έριδα. — Πράγματι πολλοί το
παθαίνουν αυτό• αλλά μήπως συμβαίνει τάχα και με ημάς το ίδιον
τώρα; — Όλως διόλου• και κινδυνεύομεν, χωρίς να το θέλωμεν, να
παρασυρθώμεν εις αυτό το πάθημα. — Πώς; — Την έννοιαν, ότι τα
επιτηδεύματα πρέπει να είναι διάφορα αναλόγως της διαφοράς των
φύσεων, την λαμβάνομεν, ως γενναίοι οπαδοί της αντιλογικής,
κατά γράμμα, χωρίς διόλου να έχωμεν εξετάση προηγουμένως εις τι
έγκειται η διαφορά αύτη, ούτε τι είχαμεν υπ’ όψιν μας όταν
ωρίζαμεν, ότι αι διαφορετικαί φύσεις πρέπει να έχουν
διαφορετικά έργα και αι αύται φύσεις τα αυτά έργα. —
Πραγματικώς δεν το εξετάσαμεν. — Και κατά συνέπειαν έχομεν
πλήρες το δικαίωμα, καθώς φαίνεται, να ερωτήσωμεν, εάν είναι
της αυτής φύσεως οι φαλακροί και οι μαλλιαροί, και αφού
συμφωνήσωμεν, ότι είναι διαφορετικής φύσεως, εάν οι φαλακροί
έξαφνα καταγίνωνται εις την υποδηματοποιίαν, να μην επιτρέπωμεν
αυτήν την ιδίαν εργασίαν εις τους μαλλιαρούς και τανάπαλιν. —
Θα ήτο όμως γελοίον το πράγμα. — Και θα είναι δι’ άλλον λόγον
άραγε γελοίον, παρά διότι δεν ελαμβάναμεν τότε την ιδίαν ή την
διαφορετικήν φύσιν απολύτως, αλλά την περιωρίζαμεν εις εκείνο
μόνον το είδος της διαφοράς και της ομοιότητος, το οποίον
απέβλεπεν εις τα αυτά επαγγέλματα; παραδείγματος χάριν ελέγαμεν
τότε, ότι είναι της αυτής φύσεως ο ιατρός και ο άνθρωπος που
είναι κατάλληλος διά την ιατρικήν ή δεν είναι έτσι; — Μάλιστα.
— Και διαφορετικής φύσεως ο άνθρωπος ο κατάλληλος διά την
ιατρικήν, και ο άνθρωπος ο κατάλληλος διά την ξυλουργικήν; —
Αναμφιβόλως. — Εάν λοιπόν ευρέθη ότι η φύσις του ανδρός και
της γυναικός διαφέρουσιν ως προς τέχνην τινά ή άλλην εργασίαν,
θα συμπεράνωμεν ότι δεν δύνανται να είναι αύται κοιναί και εις
τα δύο φύλα• εάν δε η διαφορά έγκειται απλώς και μόνον εις το
ζήτημα της τεκνοποιήσεως, δεν θα θεωρήσωμεν διά τούτο ως
αποδεδειγμένον πράγμα, ότι η γυναίκα διαφέρει από τον άνδρα ως
προς το σημείον, περί του οποίου τώρα κάμνομεν ημείς εδώ λόγον,
και δεν θα επιμείνωμεν ολιγώτερον εις τον ισχυρισμόν μας, ότι
πρέπει να καταγίνωνται εις τα αυτά και οι πολεμισταί μας και αι
γυναίκες των. — Και πολύ σωστά.
— Κατόπιν λοιπόν τούτων δεν θα ερωτήσωμεν τους αντιλέγοντας να
μας διδάξουν, ποία είναι η τέχνη ή ποίον είναι το επάγγελμα εκ
των εξασκουμένων εις μίαν πόλιν, ως προς το οποίον δεν είναι η
αυτή, αλλά διαφέρει η φύσις του ανδρός και της γυναικός;
Δικαία ερώτησις. — Μήπως όμως ευρεθή και άλλος, όπως έκαμες και
συ προ ολίγου, να μας απαντήση, ότι δεν είναι μεν εύκολον να
δοθή ικανοποιητική απόκρισις εκ του προχείρου, κατόπιν όμως
μικράς σκέψεως δεν θα ήτο καθόλου δύσκολον; — Ίσως. — Θέλεις
όμως να τον παρακαλέσωμεν να μας παρακολουθήση, μήπως
κατορθώσωμεν ημείς να του αποδείξωμεν, ότι δεν υπάρχει κανένα
έργον εις την πόλιν, το οποίον να ανήκη ειδικώς εις την
γυναίκα; — Μάλιστα. — Έλα λοιπόν, θα του ειπούμεν, να μας
απαντήσης• δεν είναι αυτή, κατά την ιδέαν σου, η διαφορά μεταξύ
ενός ευφυούς και ενός αφυούς ανθρώπου, ότι ο μεν πρώτος
μανθάνει εύκολα ένα πράγμα, ο δε άλλος δύσκολα; και ότι ο ένας,
από το μικρόν που έμαθε, είναι ικανός να δημιουργήση ολόκληρον
σειράν σχετικών γνώσεων, ενώ ο άλλος μ' όλην του την μεγάλην
μάθησιν και επιμέλειαν δεν ημπορεί ούτε όσα έμαθε να
συγκρατήση; και ότι ακόμη του μεν πρώτου και αι σωματικαί του
διαθέσεις εξυπηρετούν την διάνοιαν, του δευτέρου δε απεναντίας
της παρεμβάλλουν προσκόμματα; αυτά είναι, ή τίποτε άλλα, που
διακρίνουν, κατά την ιδέαν σου, τον ευφυή άνθρωπον από τον
αφυή; — Κανείς δεν θα έχη να ειπή άλλα. — Γνωρίζεις τώρα τίποτε
από όσα καταγίνονται οι άνθρωποι, εις το οποίον να μην έχουν οι
άνδρες όλας αυτάς τας ιδιότητας εις πολύ ανώτερον βαθμόν από
τας γυναίκας; ή νομίζεις πως θα άξιζε τον κόπον να κάμωμεν
μακρότερον λόγον περί της υφαντουργίας και μερικών ειδών της
μαγειρικής, εις τα οποία κάτι δα φαίνεται πως είναι και αι
γυναίκες, και όπου θα ήτο η μεγαλυτέρα των εντροπή να φαίνωνται
κατώτεραι από τους άνδρας; — Έχεις δίκαιον πράγματι να λέγης
ότι εις όλα, γενικώς ειπείν, υπολείπονται κατά πολύ αι γυναίκες
από τους άνδρας• βεβαίως υπάρχουν πολλαί γυναίκες ανώτεραι εις
πολλά από τους άνδρας• το γενικόν όμως είναι όπως συ λέγεις.
— Δεν υπάρχει επομένως, φίλε μου, κανένα, έργον, από όσα
εξασκούνται εις μίαν πόλιν, το οποίον να προσιδιάζη
αποκλειστικώς εις την γυναίκα, ούτε αποκλειστικώς εις τον
άνδρα, αλλ' αι φυσικαί προδιαθέσεις έχουν εξ ίσου απονεμηθή και
εις τα δύο φύλα, και δι’ όλα μεν τα έργα είναι εκ φύσεως ικανή
η γυναίκα, δι’ όλα δε και ο άνδρας, απλώς μόνον ότι η γυναίκα
είναι εις όλα κατωτέρα και ασθενεστέρα του ανδρός. — Αυτό είναι
βέβαιον. — Τα πάντα λοιπόν θα τα αναθέσωμεν εις τον άνδρα, και
τίποτε δεν θα αφήσωμεν διά την γυναίκα; — Πώς γίνεται; — Δεν
υπάρχουν πράγματι, θα είπωμεν, και γυναίκες κατάλληλοι διά την
ιατρικήν και την μουσικήν, και άλλαι το εναντίον; — Πώς όχι; —
Και άλλαι που έχουν φυσικήν προδιάθεσιν διά την γυμναστικήν,
διά τον πόλεμον, και άλλαι πάλιν που δεν έχουν καμμίαν; — Το
πιστεύω. — Η και φιλόσοφοι και ανδρείαι, και άλλαι όλως διόλου
το εναντίον; — Σωστόν και αυτό. — Υπάρχουν επομένως και
γυναίκες ικαναί εκ φύσεως διά την φρούρησιν της πόλεως, και
άλλαι όχι• διότι η φιλοσοφία και η ανδρεία δεν είναι αι δύο
ιδιότητες επί τη βάσει των οποίων εξελέξαμεν και τους φρουρούς
μας; — Μάλιστα. — Ώστε η φύσις της γυναικός είναι επίσης
κατάλληλος διά την φρούρησιν της πόλεως, όπως και του ανδρός,
και η μόνη διαφορά έγκειται εις τον μεγαλύτερον ή μικρότερον
βαθμόν της ικανότητος. — Φαίνεται.
— Τοιαύτας λοιπόν γυναίκας πρέπει να εκλέγουν οι τοιούτοι
άνδρες διά να συνοικούν μαζί των και να συμμετέχουν εις την
φρούρησιν της πόλεως, αφού είναι ικαναί προς τούτο και έχουν
την αυτήν φυσικήν προδιάθεσιν. — Χωρίς άλλο. — Εις τας αυτάς δε
φυσικάς προδιαθέσεις δεν πρέπει να ορίζωμεν και τας αυτάς
ενασχολήσεις και τα αυτά έργα; — Τα αυτά.