— Και τώρα ημπορούμεν να είπωμεν αντιστρόφως• όταν εκάστη των

τριών τάξεων της πολιτείας, οι εργατικοί, οι πολεμισταί και οι

άρχοντες, περιορίζωνται αποκλειστικώς εις τα έργα των και

τίποτε άλλο δεν κάμνουν, αυτό βεβαίως θα ήτο η δικαιοσύνη και

αυτό θα έκαμνε την πόλιν δικαίαν. — Έτσι μου φαίνεται κ’ εμένα

και δεν θα ημπορούσε να είναι αλλέως. — Ας μη το πάρωμεν ακόμη

ως πολύ βέβαιον και αναμφισβήτητον το πράγμα, αλλ' αν

αποδείξωμεν αναντιρρήτως ότι εφαρμοζόμενον και επί ενός εκάστου

ατόμου είναι δικαιοσύνη και εκεί, τότε πλέον το παραδεχόμεθα•

διότι τι άλλο περισσότερον θα ζητήσωμεν; εν εναντία όμως

περιπτώσει, θα στρέψωμεν αλλού τας έρευνάς μας. Προς το παρόν

λοιπόν ας εξακολουθήσωμεν τον συλλογισμόν, που εδέχθημεν, ότι

δηλαδή εάν εδοκιμάζαμεν να εύρωμεν την δικαιοσύνην πρώτα εις

κανένα από τα μεγαλύτερα εκείνα που την έχουν, θα ήτο εύκολον

να ίδωμεν ποία είναι η φύσις της και επί ενός μόνον ανθρώπου•

και ως τοιούτον μεγαλύτερον εθεωρήσαμεν την πόλιν, και

τοιουτοτρόπως ιδρύσαμεν μίαν με όλην την δυνατήν τελειότητα, με

την πεποίθησιν ότι θα ευρίσκετο η δικαιοσύνη μέσα εις μίαν

τόσον τελείαν πόλιν• εκείνο λοιπόν που ευρήκαμεν εκεί, ας το

μεταφέρωμεν και εις τον ένα άνθρωπον• και αν η εφαρμογή είναι

τελεία, το πράγμα θα έχη καλώς• εάν όμως ευρεθή τίποτε άλλο εις

τον ένα, τότε πάλιν επανερχόμεθα εις την πόλιν και αρχίζομεν

νέαν δοκιμήν, επαναλαμβάνοντες την σύγκρισιν μεταξύ των και

τρίβοντες ούτως ειπείν το ένα με το άλλο, έως ότου κάμωμεν να

εκλάμψη η δικαιοσύνη, καθώς ο σπινθήρ εκ του χάλικος, και

τοιουτοτρόπως λάβωμεν πλήρη βεβαιότητα περί της υπάρξεώς της. —

Αυτός αλήθεια είναι ο ίσος δρόμος κ’ έτσι να κάμωμεν. — Λοιπόν,

όταν λέγωμεν διά δύο πράγματα, το ένα μεγαλύτερον και το άλλο

μικρότερον, ότι είναι τα ίδια, είναι τάχα όμοια ως προς εκείνο

που είναι ίδια η ανόμοια; — Όμοια βέβαια. — Ώστε λοιπόν και ο

δίκαιος άνθρωπος, ως προς αυτήν την ιδιότητα της δικαιοσύνης,

δεν θα έχη καμμίαν διαφοράν από την δικαίαν πόλιν, αλλά θα

είναι όμοιος. — Όμοιος, μάλιστα. — Αλλά μία πόλις εδέχθημεν ότι

είναι δικαία, όταν εκάστη εκ των τριών τάξεων, που την

αποτελούν, περιορίζεται εις τα έργα, που της ανήκουν εκ φύσεως•

όπως πάλιν είπαμεν ότι είναι σώφρων, ανδρεία και σοφή, από

άλλας μερικάς ιδιότητας και συνηθείας, που έχουν αι τρεις αύται

τάξεις. — Είναι αληθές. — Ώστε το ίδιον πρέπει να απαιτήσωμεν

και διά τον ένα άνθρωπον, να έχη δηλαδή εις την ψυχήν του τρία

μέρη ανταποκρινόμενα προς τας τρεις εκείνας τάξεις της πόλεως

και έκαστον μέρος να έχη τας αναλόγους ιδιότητας, διά να

αποδώσωμεν δικαίως και εις αυτά τα ίδια ονόματα, που εδώσαμεν

και εις εκείνας τας τάξεις. — Κατ' ανάγκην.

— Ιδού πάλιν, φίλε μου, που επέσαμεν εις ένα πολύ οχληρόν

ζήτημα σχετικώς με την ψυχήν, αν έχη ή όχι αυτά τα τρία μέρη. —

Ημπορεί και να μην είναι τόσον όσον το φανταζόμεθα• διότι ίσως

να είναι αληθινή η παροιμία που λέγει, ότι όλα τα καλά είναι

δύσκολα. — Έτσι φαίνεται• γνώριζέ το όμως καλά, Γλαύκων, ότι

κατά την ιδέαν μου με αυτάς τας μεθόδους, που μεταχειριζόμεθα

τώρα εις την συζήτησίν μας, υπάρχει φόβος μήπως δεν το

ανακαλύψωμεν ποτέ ακριβώς• η οδός, η οποία θα μας έφερεν εις το

τέρμα, είναι άλλη, πολύ περισσότερον μακρά και πολύπλοκος• ίσως

όμως και να αξίζη η μέχρι τούδε μέθοδος, σχετικώς με όσα ως

τώρα είπαμεν και συνεζητήσαμεν. — Και δεν είναι αρκετόν; εμένα

τουλάχιστον μου φαίνεται ότι και με αυτό ημπορούμεν να είμεθα

ευχαριστημένοι. — Τότε λοιπόν πολύ περισσότερον και εμένα. —

Μην αποκάμνης λοιπόν, αλλ' άρχιζε την εξέτασιν.

— Δεν είναι λοιπόν ανάγκη απόλυτος να παραδεχθώμεν ότι εις

έκαστον εξ ημών υπάρχουν αι αυταί ιδιότητες και οι αυτοί

χαρακτήρες, που ευρίσκονται και εις την πόλιν; διότι βέβαια δεν

είναι δυνατόν να ήλθαν από αλλού και εις αυτήν• και θα ήτο, μα

την αλήθειαν, γελοίον να εφαντάζετο κανείς ότι το θυμοειδές

έξαφνα του χαρακτήρος, που αποδίδουν εις μερικά έθνη, όπως τους

Θράκας και τους Σκύθας και εν γένει τους βορείους λαούς, ή το

φιλομαθές, το οποίον θα ηδύνατό τις δικαίως να αποδώση εις το

ημέτερον προ πάντων έθνος, ή το φιλοχρήματον εκείνο, το οποίον

χαρακτηρίζει κυρίως τους Φοίνικας και τους Αιγυπτίους, δεν

έχουν την αρχήν των από τους ιδιώτας διά να αποδίδωνται και εις

τα έθνη. — Βεβαιότατα. — Ώστε έτσι είναι το πράγμα και δεν

παρουσιάζει αυτό τουλάχιστον καμμίαν δυσκολίαν να το εννοήση

κανείς. — Καμμίαν πράγματι.

— Απ’ εδώ όμως αρχίζει η δυσκολία, εάν έχωμεν δηλαδή μίαν και

την αυτήν δύναμιν της ψυχής δι’ όλας αυτής τας ενεργείας, ή δι’

έκαστον των τριών ειδών από μίαν ιδιαιτέραν; άλλη είναι η

δύναμις διά της οποίας μανθάνομεν, άλλη πάλιν η δύναμις εν ημίν

διά της οποίας θυμώνομεν, και άλλη εκείνη η οποία παράγει την

επιθυμίαν της τροφής, τας γεννετησίους ορμάς και όλα τα

τοιαύτα, ή με ολόκληρον την ψυχήν πράττομεν το καθέν' από αυτά,

όταν τα πράττωμεν; αυτά είναι δύσκολον να καθορίσωμεν με την

απαιτουμένην ακρίβειαν. — Το βλέπω και εγώ.

— Ιδού λοιπόν πώς λέγω να δοκιμάσωμεν να εύρωμεν, εάν είναι αι

ίδιαι προς αλλήλας αι τρείς αυταί δυνάμεις, ή διαφορετική

καθεμία. — Πώς; — Είναι φανερόν ότι το ίδιον πρόσωπον δεν είναι

ποτέ δυνατόν κατά τον αυτόν χρόνον και εν σχέσει προς το αυτό

αντικείμενον να ενεργή ή να πάσχη τα εναντία• ώστε εάν εύρωμεν

να συμβαίνη αυτό πουθενά, θα συμπεράνωμεν ότι δεν ήτο έν και το

αυτό, αλλά περισσότερα. — Έστω. — Πρόσεξε λοιπόν τι λέγω. —

Λέγε. — Το αυτό πράγμα, θεωρούμενον υπό την αυτήν έποψιν,

ημπορεί να στέκεται συγχρόνως και να κινήται; — Καθόλου. — Ας

το καθορίσωμεν ακριβέστερον, μήπως γεννηθή παρά πέρα καμμία

αμφισβήτησις• εάν κανείς μας έλεγε δι’ ένα άνθρωπον, ο οποίος

στέκεται, κινεί δε τας χείρας του και την κεφαλήν του, ότι

αυτός ο άνθρωπος κινείται συγχρόνως και στέκεται, θα του

παρατηρήσωμεν, νομίζω, ότι δεν είναι σωστόν όπως το λέγει, αλλ'

ότι ένα μέρος αυτού κινείται και άλλο στέκεται• δεν είναι έτσι;

— Μάλιστα. — Και εάν ακόμη ο ίδιος, διά να κάμη επίδειξιν

πνεύματος και ευφυίας, υπεστήριζεν ότι η σβούρα κινείται

ολόκληρη συγχρόνως και στέκεται, όταν περιστρέφεται με ακίνητον

το κέντρον επί του αυτού σημείου, ή και κανένα από τα άλλα που

στρέφονται περί τον άξονά των χωρίς να αλλάζουν θέσιν, δεν θα

το παραδεχθώμεν βέβαια, διότι αυτά δεν μένουν ακίνητα ούτε

περιστρέφονται κατά ίδια αυτών μέρη• αλλά θα είπωμεν ότι πρέπει

να διακρίνωμεν δύο μέρη, τον ευθύν άξονα και την κυκλικήν

περιφέρειαν, και ως προς μεν τον άξονα στέκονται πράγματι

ακίνητα, διότι δεν γέρνει ούτε από το ένα ούτε από το άλλο

μέρος, ενώ ως προς την περιφέρειαν στρέφονται κυκλοτερώς• όταν

δε η ευθεία γραμμή του άξονος κλίνη είτε δεξιά είτε αριστερά

είτε προς τα εμπρός είτε προς τα οπίσω, ενώ συγχρόνως

εξακολουθούν να στρέφωνται, τότε είναι απολύτως αδύνατον να

είπωμεν ότι στέκονται διόλου. — Και πολύ σωστά.

— Ώστε ό,τι και να μας ειπούν από αυτά, δεν θα μας τρομάξη,

ούτε θα μας πείση περισσότερον, ότι είναι ποτέ δυνατόν το ίδιον

πράγμα, θεωρούμενον υπό την αυτήν έποψιν και κατά τον ίδιον

χρόνον, να κάμνη ή να πάσχη τα εναντία. — Ποτέ τουλάχιστον δεν

θα με πείση εμένα. — Αλλ' όμως, διά να μη χρονοτριβώμεν

αναφέροντες και ανασκευάζοντες όλας αυτάς τας αντιρρήσεις, ας

λάβωμεν άπαξ διά παντός ως ορθήν την υπόθεσίν μας και ας

προχωρήσωμεν, αφού μόνον κάμωμεν αυτήν την επιφύλαξιν, ότι εάν

αίφνης κάπου ευρεθή εσφαλμένη, όλα τα συμπεράσματα τα οποία

ηθέλομεν εν τω μεταξύ εξαγάγη από αυτήν την υπόθεσιν, να

θεωρούνται επίσης άκυρα. — Αυτό είναι το καλύτερον που θα

έχωμεν να κάμωμεν.

— Λέγε μου τώρα λοιπόν το να κάμνη κανείς σημείον ότι θέλει

κάτι τι, ή να κάμνη σημείον ότι δεν θέλει, το να επιθυμή να

λάβη ένα πράγμα, ή να το αποστρέφεται, το να το δέχεται ή να το

αποκρούη, είναι πράξεις αυταί ή πάθη (διότι ως προς τούτο δεν

διαφέρει τίποτε) τας οποίας θεωρείς εναντίας, ή όχι; — Αλλά

βέβαια, εναντίας. — Και λοιπόν, την δίψαν και την πείναν και εν

γένει τας επιθυμίας, και πάλιν την θέλησιν και την βούλησιν,

όλα αυτά δεν θα τα κατατάξης εις εκείνο το είδος των πραγμάτων

που είπαμεν τώρα; παραδείγματος χάριν, δεν θα είπης ότι η ψυχή

ενός ανθρώπου, που επιθυμεί κάτι, φέρεται προς εκείνο το οποίον

επιθυμεί, ή ότι επιδιώκει εκείνο το οποίον θέλει να αποκτήση, ή

πάλιν, όταν θέλη να της δοθή κάτι, δεικνύει διά σημείου ότι το

θέλει, ως να την ηρώτα κανείς, και εξωτερικεύει, ούτως ειπείν,

τον πόθον να εκπληρωθή η επιθυμία της; — Μάλιστα. — Τι δε; τα

να μην επιθυμή, να μην ορέγεται, να μη θέλη, δεν είναι το ίδιον

πράγμα και να αποστρέφεται και να απωθή και να αποκρούη; και

αυτάς τας ενεργείας της ψυχής δεν θα τας θεωρήσωμεν εναντίας με

τας προηγουμένας εκείνας; — Πώς όχι;

— Τούτου τεθέντος, θα είπωμεν λοιπόν ότι έχομεν εν πρώτοις ένα

είδος επιθυμιών και μεταξύ αυτών δύο προ πάντων φανερωτέρας από

τας άλλας, τας οποίας ονομάζομεν πείναν και δίψαν. — Μάλιστα. —

Και ότι η μεν μία είναι επιθυμία τροφής, η δε άλλη ποτού. —

Ναι. — Η δε δίψα, εφ' όσον είναι δίψα, είναι άραγε τίποτε άλλο

περισσότερον, παρά απλώς επιθυμία εν τη ψυχή αυτού του

πράγματος, που λέγομεν; παραδείγματος χάριν, η δίψα είναι άραγε

δίψα θερμού ποτού ή ψυχρού, ή πολλού ή ολίγου, ή με ένα λόγον

τοιούτου ή τοιούτου ποτού; ή, εάν μεν προστεθή εις την δίψαν

και η έννοια της θερμότητος, ήθελε παρέχη προσέτι την επιθυμίαν

του θερμού, εάν δε της ψυχρότητος, του ψυχρού; και εάν, διά την

προσθήκην της εννοίας του πολλού, είναι πολλή η δίψα, ήθελε

παρέχη την επιθυμίαν του πολλού, εάν δε είναι ολίγη, του

ολίγου; ενώ αυτή καθ' εαυτήν η δίψα δεν είναι δυνατόν ποτε να

είναι επιθυμία άλλου τινός πράγματος, παρά απλώς εκείνου μόνον,

το οποίον είναι το φυσικόν της αντικείμενον, δηλαδή του ποτού,

όπως και η πείνα πάλιν κανενός άλλου, παρά απλώς του φαγητού; —

Μάλιστα, έτσι είναι• αυτή καθ' εαυτήν εκάστη επιθυμία έχει εκ

φύσεως ένα καθ' εαυτό και μόνον αντικείμενον• το να είναι δε

αυτό τοιούτον ή τοιούτον, οφείλεται εις τας προστιθεμένας

εννοίας.

— Κύτταξε μόνον μήπως μας εύρη κανείς απροσέκτους και μας κάμη

να τα χάσωμεν με την αντίρρησιν, ότι κανείς δεν επιθυμεί απλώς

ποτόν, αλλά καλόν ποτόν και όχι απλώς φαγητόν, αλλά καλόν

φαγητόν• διότι όλοι φυσικά επιθυμούν τα καλά πράγματα• αφού

λοιπόν η δίψα είναι επιθυμία, θα ήτο επιθυμία καλού πράγματος,

είτε ποτόν είναι είτε οτιδήποτε άλλο το αντικείμενόν της. — Μα,

ίσως να είχε κάποιο δίκαιον, όποιος τα έλεγεν αυτά. — Ναι, αλλ'

όμως, όσα πράγματα αναφέρονται εις ένα άλλο πράγμα, είναι

τοιαύτα ή τοιαύτα ακριβώς ένεκα της αναφοράς που υπάρχει μεταξύ

των, ενώ χωριστά και καθ' εαυτά εξεταζόμενα δεν έχουσι καμμίαν

άλλην αναφοράν παρά με τον εαυτόν των. — Δεν εννοώ. — Δεν

εννοείς, ότι το μεγαλύτερον είναι τοιούτον μόνον κατ' αναφοράν

προς κάποιο άλλο; — Μάλιστα. — Δηλαδή κατ' αναφοράν προς άλλο

μικρότερον; — Ναι. — Το δε πολύ μεγαλύτερον κατ' αναφοράν προς

το πολύ μικρότερον; — Μάλιστα. — Και ένα, που ήτο μίαν φοράν ή

θα είναι εις το μέλλον μεγαλύτερον, δεν λέγεται κατ' αναφοράν

ενός, που ήτο μίαν φοράν ή θα είναι εις το μέλλον μικρότερον; —

Πώς όχι; — Το ίδιον επίσης λοιπόν δεν συμβαίνει και με τα

περισσότερα εν σχέσει προς τα ολιγώτερα, και με τα διπλάσια

προς τα ημίσεα και όλα τα τοιαύτα, και πάλιν τα βαρύτερα προς

τα ελαφρότερα, και τα ταχύτερα προς τα βραδύτερα και ακόμη τα

θερμά προς τα ψυχρά και ούτω καθεξής; — Εννοείται. — Τι δε; το

ίδιον πράγμα δεν συμβαίνει και με τας επιστήμας; η επιστήμη

δηλαδή καθ' εαυτήν ως αντικείμενον καθ' εαυτό έχει ό,τι ημπορεί

ή πρέπει να μάθη, ενώ μία τις ωρισμένη επιστήμη έχει ένα και

μόνον ωρισμένον αντικείμενον μαθήσεως• λέγω παραδείγματος

χάριν, όταν έγινεν η επιστήμη της κατασκευής των οικιών, δεν

εξεχώριζεν από τας άλλας επιστήμας, ώστε να την ονομάσουν

αρχιτεκτονικήν; — Πώς όχι; Διά ποίον άλλον λόγον βέβαια, παρά

διότι ήτο τοιαύτη, ώστε να μην ομοιάζη με καμμίαν άλλην; —

Βεβαίως. — Δεν έγινε λοιπόν τοιαύτη, επειδή είχε τοιούτον

ωρισμένον αντικείμενον; και δεν συμβαίνει το ίδιον και με όλας

τας άλλας τέχνας και επιστήμας; — Έτσι είναι, μάλιστα.

— Αυτό λοιπόν ήθελα να ειπώ, εάν με ενόησες τώρα, όταν έλεγα,

ότι όσα πράγματα είναι πράγματός τινος, αυτά μεν καθ' αυτά

είναι μόνον του εαυτού των, κατ' αναφοράν δε με αυτό ή εκείνο

το αντικείμενον είναι τοιαύτα ή τοιαύτα• και δεν εννοώ με αυτό

απολύτως, ότι ένα πράγμα είναι τοιούτον, οποίον και το

αντικείμενόν του, ότι παραδείγματος χάριν η επιστήμη των

υγιεινών ή βλαβερών πραγμάτων είναι και αυτή υγιεινή και

βλαβερά, ούτε ότι η επιστήμη του καλού ή του κακού είναι και

αυτή καλή και κακή, αλλ' ότι επειδή αυτή η επιστήμη, η ιατρική,

δεν έχει το ίδιον αντικείμενον, που έχει η καθ' εαυτήν

επιστήμη, αλλ' ένα ωρισμένον τοιούτον, δηλαδή το υγιεινόν και

το βλαβερόν, διά τούτο έγινε και αυτή ωρισμένη επιστήμη, και

αυτό την έκαμε να μην ονομάζεται πλέον απλώς επιστήμη, αλλά εκ

του αντικειμένου το οποίον έλαβεν, ιατρική. — Εννοώ τώρα και το

ευρίσκω ορθότατον.

— Την δίψαν λοιπόν δεν καταλέγεις μεταξύ των πραγμάτων, τα

οποία έχουν αναφοράν με ένα πράγμα, που είναι αντικείμενόν των;

— Μάλιστα, με το ποτόν. — Τοιαύτη δε ή τοιαύτη δίψα, δεν

υπάρχει αναλόγως του τοιούτου ή τοιούτου ποτού; ενώ η δίψα καθ'

εαυτήν δεν είναι δίψα πολλού ή ολίγου, καλού ή κακού, ενί λόγω

τοιούτου ή τοιούτου ποτού, αλλ' απλώς και μόνον δίψα ποτού. —

Βεβαιότατα. — Ώστε η ψυχή εκείνου που διψά τίποτε άλλο δεν

επιθυμεί, παρά απλώς να πίη, αυτό ορέγεται και εις αυτό

κινείται. — Φανερόν.

— Ώστε αν κάποτε τύχη και την τραβά, κάτι να μην την αφήση να

πιή, όταν διψά, βεβαίως αυτό δεν θα είναι κάτι άλλο μέσα της

από εκείνο, που διεγείρει την δίψαν και την σύρει ως θηρίον διά

να την κορέση; διότι είπαμεν ότι το ίδιον πράγμα, με το ίδιον

μέρος του εαυτού του δεν είναι δυνατόν να κάμνη συγχρόνως δύο

πράγματα εναντία υπό τον αυτήν έποψιν. — Όχι, βέβαια. — Όπως,

νομίζω, περί του τοξότου δεν θα ήτο ορθόν να λέγωμεν ότι αι

χείρες του συγχρόνως απομακρύνουν και σύρουν το τόξον, αλλ' ότι

άλλο είναι το χέρι που απομακρύνει το τόξον και άλλο που το

πλησιάζει. — Πολύ σωστά. — Τώρα, δεν υπάρχουν άνθρωποι, που ενώ

διψούν, δεν θέλουν να πιούν; — Πώς; πολλοί και πολλές φορές. —

Τι άλλο τάχα πρέπει να υποθέση κανείς δι’ αυτούς, παρά ότι

υπάρχει μεν κάτι μέσα εις την ψυχήν των που τους διατάσσει να

πιούν, υπάρχει όμως και άλλο που τους εμποδίζει, αυτό δε το

άλλο είναι διαφορετικόν από το πρώτον και ισχυρότερόν του εις

αυτήν την περίστασιν; — Και εγώ αυτό νομίζω. — Τώρα μήπως

εκείνη η δύναμις που εμποδίζει και συγκρατεί προέρχεται τάχα

από το λογικόν, ενώ εκείνα που τον ωθούν και τον σύρουν είναι

αποτελέσματα τίποτε παθών και νοσημάτων; — Μου φαίνεται. — Ώστε

δεν θα έχωμεν άδικον να ισχυρισθώμεν ότι είναι δύο πράγματα

χωριστά, και διαφορετικά μεταξύ των, και ονομάζομεν λογικόν μεν

εκείνο διά του οποίου συλλογίζεται η ψυχή, το δε άλλο διά του

οποίου ερωτεύεται και πεινά και διψά και ρίπτεται ακράτητος εις

όλας τας τοιαύτας επιθυμίας, επιθυμητικόν, αμέτοχον λογισμού

και φίλον των απολαύσεων και των ηδονών. — Δεν θα είχαμεν

πράγματι άδικον να κάμωμεν αυτήν την διάκρισιν.

— Ας το θεωρήσωμεν λοιπόν πλέον ωρισμένον ότι υπάρχουσιν αυτά

τα δύο είδη εις την ψυχήν• όσον δε αφορά τώρα τον θυμόν και την

αιτίαν, η οποία τον προξενεί, θα το θεωρήσωμεν ως τρίτον είδος,

ή μήπως να είναι της αυτής φύσεως με το ένα ή με το άλλο από τα

δύο πρώτα; — Ίσως να είναι το αυτό με το επιθυμητικόν. — Αλλ'

εγώ άκουσα κάτι τι μίαν φοράν, που το πιστεύω αληθινόν, ότι

δηλαδή ο Λεόντιος ο υιός του Αγλαίωνος επιστρέφων κάποτε από

τον Πειραιά, από το βόρειον τείχος έξω, παρετήρησ μακρόθεν

πτώματα εξηπλωμένα εις τον τόπον των θανατικών εκτελέσεων και

ησθάνθη την επιθυμίαν να πλησιάση να τα ιδή, αλλά συγχρόνως και

κάποια ενδόμυχος αποστροφή τον απέτρεπε• και κατ' αρχάς μεν

ανθίστατο εις την επιθυμίαν του και εσκέπασε το πρόσωπόν του,

επί τέλους όμως νικηθείς έτρεξε προς τα πτώματα, άνοιξεν εμπρός

των όσον ημπορούσε περισσότερον τα μάτια του και είπεν «ιδού,

πανάθλια, χορτάσετε λοιπόν το ωραίον αυτό θέαμα!» — Ναι, το

ήκουσα και εγώ. — Αυτός λοιπόν ο λόγος σημαίνει, ότι η ορμή της

ψυχής αντιτάσσεται ενίοτε προς τας επιθυμίας, ως πράγμα

διαφορετικόν από αυτάς. — Πράγματι αυτό σημαίνει.

— Αλλά δεν παρατηρούμεν και εις πολλάς άλλας περιστάσεις, όταν

κανείς αισθάνεται να τον παρασύρουν αι επιθυμίαι του παρά τας

υπαγορεύσεις του λογικού, ότι αρχίζει και υβρίζει τον εαυτόν

του και θυμώνει με εκείνο που τον βιάζει μέσα του, και, καθώς

να μαλλώνουν δύο, έρχεται ο θυμός και τάσσεται σύμμαχος με το

μέρος του λογικού; να συμμαχήση όμως αυτός με τας επιθυμίας και

να αντιταχθή κατά του λογικού, όταν αυτό μας απαγορεύη να

κάμωμεν κάτι τι, νομίζω ότι δεν θα μας ειπής ότι ησθάνθης ποτέ

τοιούτον τι να συμβή μέσα εις την ψυχήν σου, ούτε δε και εις

κανένα άλλον. — Όχι μα τον θεόν. — Τι δε; όταν κανείς

αισθάνεται πως έχει άδικον, όσον γενναιότερα αισθήματα έχει,

δεν οργίζεται και ολιγώτερον, εις ότι δήποτε και αν υποβληθή

υπό ενός άλλου, εις πείναν, εις δίψαν, εις ψύχος, εις πάσαν εν

γένει κακομεταχείρισιν, εφόσον θα αναγνωρίζη ότι έχει δίκαιον

εκείνος να τον μεταχειρίζεται κατ' αυτόν τον τρόπον, και, μ'

ένα λόγον, ποτέ δεν θα επιτρέψη να εγερθή ο θυμός του εναντίον

του; — Είναι αληθές. — Όταν όμως νομίζη κανείς ότι αδικήται,

δεν αναβράζει τότε μέσα του ο θυμός και αγριεύει και παίρνει το

μέρος εκείνου που του φαίνεται δίκαιον; και υπομένων πείναν και

κρύον και ό,τι άλλο πάσχη, δεν κατορθώνει να τα υπερνικήση,

και, χωρίς να δαμασθή καθόλου η γενναιότης του, ή ευρίσκει επί

τέλους ικανοποίησιν, ή και αποθνήσκει, ή καθώς ο σκύλος υπό του

βοσκού, τοιουτοτρόπως και αυτός ανακαλείται υπό του εν αυτώ

λογικού και καταπραΰνεται; — Πράγματι συμβαίνει ό,τι και με

αυτό το παράδειγμα που έφερες, καθόσον μάλιστα παρεδέχθημεν,

ότι εις την πόλιν μας πρέπει οι πολεμισταί να υπακούουν εις

τους άρχοντας, όπως οι σκύλοι εις τους βοσκούς.

— Πολύ καλά ενόησες ό,τι θέλω να είπω• αλλά δεν συλλογίζεσαι

ακόμη και κάτι άλλο εκτός αυτού; — Τι πράγμα; — Ότι το

θυμοειδές μας παρουσιάζεται τώρα όλως διόλου διαφορετικόν από

ό,τι το ενομίσαμεν κατ' αρχάς• διότι τότε το εθεωρήσαμεν ως ένα

είδος επιθυμητικόν και αυτό, ενώ τώρα πολύ απέχει να μας

φαίνεται τοιούτον, αφού όταν εγερθή καμμία διχόνοια μέσα εις

την ψυχήν, αυτό λαμβάνει τα όπλα πάντοτε υπέρ του λογικού. —

Αυτό είναι αληθές πράγματι. — Είναι λοιπόν διαφορετικόν και από

αυτό, ή έχει τόσον στενήν σχέσιν με το λογικόν, ώστε να μην

είναι τρία τα είδη εντός της ψυχής, αλλά μόνον δύο, το

επιθυμητικόν και το λογικόν; ή μήπως, όπως και εις την πόλιν

μας υπήρχον τρεις τάξεις, των εργατικών, των πολεμιστών και των

αρχόντων, τοιουτοτρόπως και εις την ψυχήν υπάρχει και τρίτον

είδος, αυτό το θυμοειδές, το όποιον εκ φύσεως έρχεται επίκουρος

εις το λογικόν, εάν τουλάχιστον δεν διαφθαρή υπό κακής

ανατροφής; — Κατ' ανάγκην είναι τρίτον αυτό. — Ναι, αλλ' αν

προηγουμένως αποδειχθή ότι είναι διαφορετικόν από το λογικόν,

καθώς απεδείχθη ότι είναι από το επιθυμητικόν. — Αλλά δεν είναι

δύσκολον να αποδειχθή• διότι βλέπομεν ότι τα παιδιά, ευθύς άμα

γεννηθούν, είναι γεμάτα από θυμόν, ενώ το λογικόν εις μερικούς

μεν μου φαίνεται ότι ποτέ δεν έρχεται, εις δε τους

περισσοτέρους πολύ αργά. — Αλήθεια, μα τον Δία, σωστά το είπες•

ακόμη δε ημπορεί κανείς να το παρατηρήση και εις τα ζώα• προς

τούτοις δε και ο στίχος εκείνος του Ομήρου, που ανεφέραμεν

κάπου πριν, δύναται να μας χρησιμεύση ως μαρτύριον:

και χτύπησε το στήθος του κ’ έτσ' είπε της καρδιάς του

διότι εδώ ο Όμηρος παρουσιάζει δύο χωριστά πράγματα, που

επιπλήττει το ένα το άλλο• εκείνο που κρίνει και σκέπτεται περί

του καλυτέρου και χειροτέρου, και εκείνο το οποίον απερισκέπτως

παραφέρεται. — Έχεις πληρέστατον δίκαιον.

— Αυτά λοιπόν τώρα τα ξεκεφαλώσαμεν, αν και με πολύν κόπον,

και απεδείξαμεν αρκετά καλά, ότι υπάρχουν και εις την ψυχήν

εκάστου ανθρώπου τρεις δυνάμεις, που ανταποκρίνονται εις τας

τρεις τάξεις της πολιτείας. — Μάλιστα. — Δεν είναι λοιπόν τώρα

ανάγκη, όπως και με ό,τι ήτο η πόλις σοφή, κατά τον αυτόν

τρόπον και με το ίδιον να είναι σοφός και ο ιδιώτης; — Πώς όχι;

— Και με ό,τι επομένως είναι ανδρείος ο ιδιώτης, με το ίδιο και

κατά τον αυτόν τρόπον να είναι ανδρεία και η πόλις, και μ' ένα

λόγον, όλα όσα συντείνουν προς την αρετήν, κατά τον αυτόν

τρόπον να υπάρχουν και εις το ένα και εις το άλλο; — Κατ'

ανάγκην. — Ώστε και δίκαιος θα είπωμεν, ω Γλαύκων, ότι είναι

ένας άνθρωπος κατά τον αυτόν τρόπον, κατά τον οποίον ήτο δικαία

και η πόλις. — Και αυτό είναι αναγκαία πράγματι συνέπεια. — Δεν

ελησμονήσαμεν όμως βέβαια, ότι η πόλις είναι δικαία, όταν

εκάστη από τας τρεις τάξεις, που την αποτελούν, περιορίζεται

αποκλειστικώς εις το έργον της. — Δεν πιστεύω να το

ελησμονήσαμεν. — Ας ενθυμούμεθα λοιπόν ότι και έκαστος εξ ημών

θα είναι δίκαιος και θα κάμνη το καθήκον του, όταν έκαστον από

τα τρία μέρη της ψυχής του περιορίζεται αποκλειστικώς εις το

έργον του. — Και πολύ μάλιστα πρέπει να το ενθυμούμεθα. — Το

έργον λοιπόν του λογικού δεν είναι να κυβερνά, αφού εις αυτό

εδρεύει η φρόνησις, και αυτό έχει την ανωτάτην εποπτείαν επί

της ψυχής; του δε θυμοειδούς πάλιν να υπακούη και να βοηθή

εκείνο ως σύμμαχος; — Μάλιστα. — Και δεν θα είναι εκείνη η

ανάμιξις της μουσικής και της γυμναστικής, καθώς ελέγαμεν, που

θα φέρη την τελείαν μεταξύ των αρμονίαν, και η οποία θα

ανατρέφη μεν και θα ενδυναμώνη το ένα με λόγους καλούς και με

μαθήματα, θα ημερώνη δε και θα κατευνάζη το άλλο με το

θέλγητρον της αρμονίας και του ρυθμού; — Χωρίς καμμίαν

αμφιβολίαν. — Και αφού λοιπόν κατ' αυτόν τον τρόπον ανατραφούν

και μάθουν ό,τι έχουν να μάθουν και εκπαιδευθούν, τότε θα

διευθύνουν το επιθυμητικόν, το οποίον είναι το μεγαλύτερον και

το πλέον εκ φύσεως αχόρταγον μέρος της ψυχής εκάστου ανθρώπου•

και θα προσέχουν μήπως αυτό, με την άμετρον απόλαυσιν των

λεγομένων ηδονών του σώματος, αυξήση και ενισχυθή τόσον, ώστε

να μη περιορίζεται πλέον εις το έργον του, αλλά να ζητήση να

υποδουλώση και εξουσιάση εκείνα που δεν έχει δικαίωμα, και

τοιουτοτρόπως φέρη γενικήν ανατροπήν εις τον βίον. —

Βεβαιότατα. — Δεν θα φυλάττουν δε αυτά τα δύο και τους

εξωτερικούς εχθρούς κάλλιστα διά την ασφάλειαν όλης της ψυχής

και του σώματος, διότι το μεν λογικόν θα σκέπτεται και θα

αποφασίζη, το δε θυμοειδές θα πολεμή και υπό την αρχηγίαν

εκείνου θα εκτελή διά της ανδρείας του τας αποφάσεις του; —

Έτσι είναι. — Και ανδρείον λοιπόν, νομίζω, καλούμεν τον

άνθρωπον, όταν το μέρος εκείνο της ψυχής του, όπου εδρεύει το

θυμοειδές, ακολουθή απαρεγκλίτως πάντοτε, διά μέσου των ηδονών

και των πόνων, τας παραγγελίας του λογικού σχετικώς με ό,τι

είναι φοβερόν ή όχι. — Πολύ σωστά. — Σοφόν δε πάλιν ονομάζομεν

τον άνθρωπον, από το μικρόν εκείνο μέρος της ψυχής του, το

οποίον έχει την ανωτάτην εξουσίαν εν αυτή και δίδει τας

παραγγελίας εκείνας, και το οποίον μόνον γνωρίζει ποίον είναι

το συμφέρον και ενός εκάστου των τριών μερών και του συνόλου

αυτών. — Μάλιστα. — Δεν είναι δε σώφρων ο άνθρωπος διά της

φιλίας και αρμονίας η οποία επικρατεί μεταξύ των τριών μερών,

όταν και εκείνο που κυβερνά και τα άλλα που υπακούουν, μένουν

σύμφωνα, ότι η ανωτάτη εξουσία πρέπει να ανήκη εις το λογικόν

και δεν του την διαφιλονεικούν καθόλου; — Πράγματι αυτό είναι η

σωφροσύνη και της πόλεως και του ατόμου. — Τέλος δε, δίκαιος θα

είναι ο άνθρωπος από εκείνο, το οποίον πολλάκις είπαμεν και

επανελάβαμεν. — Κατ' ανάγκην.

— Αλλά μήπως εν τω μεταξύ επήλθε τίποτε που μας εμποδίζει να

παραδεχθώμεν, ότι η δικαιοσύνη και εις ένα έκαστον άνθρωπον

είναι το ίδιον πράγμα, όπως και εις την πόλιν; — Δεν μου

φαίνεται. — Θα ημπορούσαμεν όμως, νομίζω, να αποκτήσωμεν πλήρη

βεβαιότητα, εάν υπάρχη κάποια ακόμη αμφιβολία εις την ψυχήν

μας, μεταχειριζόμενοι τα δραστικά μέσα. — Ποία λοιπόν; —

Παραδείγματος χάριν, εάν επρόκειτο, σχετικώς με την πόλιν μας

και με τον άνθρωπον ο οποίος είναι και εκ φύσεως και εξ

ανατροφής όμοιος με αυτήν, να εξετάσωμεν μεταξύ μας, εάν αυτός

ο άνθρωπος θα ηδύνατό ποτε να καταχρασθή μίαν παρακαταθήκην

χρυσού ή αργύρου που του ενεπιστεύθησαν, νομίζεις ότι θα τον

επίστευε κανείς ικανόν να κάμη αυτό το πράγμα περισσότερον από

κάθε άλλον, που δεν είναι τοιούτος; — Κανείς βέβαια. — Δεν θα

ήτο επίσης ανίκανος αυτός να διαπράξη ιεροσυλίαν, κλοπήν,

προδοσίαν είτε των φίλων του είτε της πόλεως; — Θα ήτο. — Να

παραβή οπωσδήποτε τον όρκον του ή καμμίαν άλλην συμφωνίαν; —

Επίσης. — Μοιχείαι δε και περιφρονήσεις των γονέων και ασέβειαι

προς τους θεούς, είναι βέβαια πράγματα που εις κάθε άλλον

ανήκουν, παρά εις αυτόν. — Βεβαιότατα. — Και αίτιον όλων αυτών

δεν είναι, ότι έκαστον των μερών της ψυχής του περιορίζεται

απλώς εις το έργον που έχει, είτε πρόκειται να άρχη, είτε να

υπακούη; — Αυτό και τίποτε άλλο. — Κάθεσαι λοιπόν και ζητάς

ακόμη, αν είναι άλλο πράγμα η δικαιοσύνη, παρά η δύναμις αυτή

που μας δίδει τους τοιούτους ανθρώπους και τας πόλεις; — Όχι

βέβαια εγώ, μα τον Δία.

Πολιτεία, Τόμος 2 · 第 5 / 9 段