— Δεν πρέπει λοιπόν, όπως ελέγαμεν εξ αρχής, να υποβάλλωμεν

από της πρώτης στιγμής τα παιγνίδια των παιδιών εις την

αυστηροτέραν πειθαρχίαν του νόμου, διότι όταν αυτή χαλαρωθή και

μάθουν επομένως τα παιδιά εις την παρανομίαν, είναι αδύνατον,

όταν μεγαλώσουν, να γίνουν πολίται χρηστοί και νομιμόφρονες; —

Πώς όχι; — Ενώ απεναντίας, όταν αρχίσουν από τα παιγνίδια των

και δεχθούν από τότε την αγάπην του νόμου και της τάξεως εις

την ψυχήν των, διά της μουσικής, θα τους παρακολουθή πλέον εις

όλα τα άλλα αυξανομένη πάντοτε, ούτως ώστε, αν είχεν επέλθη

καμμία κατάπτωσις εις την πόλιν, να είναι εις θέσιν να την

επανορθώση. — Αυτό είναι αλήθεια. — Θα αποκαταστήσωσιν επομένως

πάλιν και μερικάς νομίμους συνηθείας, όσον και αν θεωρούνται

μικρολογήματα, τας οποίας οι προκάτοχοί των άφησαν να

περιέλθουν εις παντελή αχρηστίαν. — Ποίας δηλαδή; —

Παραδείγματος χάριν αυτάς• να σιωπούν οι νεώτεροι εμπρός εις

τους πρεσβυτέρους, να τους προσηκώνωνται, να τους προσφέρουν

την θέσιν των, να τηρούν τον οφειλόμενον προς τους γονείς

σεβασμόν, να προσέχουν πώς θα ενδύωνται, πώς θα υποδένωνται,

πώς θα κόπτουν τα μαλλιά των, και εν γένει όλον τον σχηματισμόν

του σώματός των, και όλα τα τοιαύτα• ή δεν το παραδέχεσαι; —

Μάλιστα. — Εννοείται ότι θα ήτο μωρόν να τα νομοθετήση κανείς

όλα αυτά• διότι ούτε πουθενά γίνονται, ούτε είναι δυνατόν να

επιβληθούν με καμμίαν προφορικήν ή γραπτήν διάταξιν μονίμως. —

Πώς βέβαια; — Καταντά λοιπόν, φίλε μου Αδείμαντε, όλα αυτά να

είναι φυσική συνέπεια και ακολουθία της πρώτης αρχής που θα

λάβη η ανατροφή• διότι πάντοτε το όμοιον δεν σύρει κατόπιν του

το όμοιον; — Αναμφιβόλως. — Και επομένως δυνάμεθα να είπωμεν

ότι εις το τέλος λαμβάνει αυτό ένα τέλειον και ωρισμένον

χαρακτήρα, είτε καλόν είτε το εναντίον. — Και πώς όχι; Δι’

αυτό λοιπόν και εγώ δεν θα ήθελα ποτέ επιχειρήση να τα καθορίσω

τα τοιαύτα διά νομοθεσίας. — Και έχεις δίκαιον.

— Αλλά μήπως, δι’ όνομα των θεών, θα τολμήσωμεν επίσης να

γράψωμεν νόμους περί συμβολαίων αγοράς ή πωλήσεως μεταξύ

ιδιωτών, ή, εάν θέλης, περί συμφωνητικών εργομισθίας, ή περί

εξυβρίσεων και οικιών και περί συστάσεως δικαστηρίων δι’ αυτά

και διορισμού δικαστών, ή περί καταρτισμού δασμολογίου και

επιβολής εισαγωγικών ή εξαγωγικών φόρων και γενικώς ειπείν περί

παντός ότι αφορά τα αγορανομικά, αστυνομικά, λιμενικά και όλα

τα τοιαύτα; — Βεβαίως δεν είναι ανάγκη να επιβάλλωμεν τίποτε

από αυτά δι’ ανθρώπους τιμίους• διότι οι ίδιοι θα εύρουν εύκολα

μόνοι των τι πρέπει να νομοθετήσουν διά τα περισσότερα. — Ναι,

φίλε μου, εάν ο θεός δώση να διατηρήσουν ακεραίους τους νόμους

που καθιερώσαμεν έμπροσθεν. — Ειδεμή, δεν θα κάμνουν άλλο εις

όλην των την ζωήν, παρά να ψηφίζουν νέους νόμους και να

διορθώνουν τους παλαιούς, με την ιδέαν ότι θα επιτύχουν επί

τέλους το τέλειον. — Τι άλλο δηλαδή, παρά θα περάσουν την ζωήν

των όπως εκείνοι οι άρρωστοι, οι οποίοι δεν έχουν την δύναμιν

της θελήσεως να παραιτήσουν τον τρόπον εκείνον της ζωής, που

κατέστρεφε την υγιείαν των. — Ακριβώς. — Τουλάχιστον, όσον δι’

αυτούς, το πράγμα έχει κάτι τι το νόστιμον• ιατρεύονται διαρκώς

χωρίς κανένα αποτέλεσμα, παρά να αυξάνουν και πολλαπλασιάζουν

τα νοσήματά των, ελπίζουν όμως πάντοτε, εάν κανείς τους

υποδείξη νέον φάρμακον, ότι με αυτό πλέον θα επανακτήσουν την

υγιείαν των. — Αυτό πραγματικώς παθαίνουν. — Και το

νοστιμώτερον με αυτούς δεν είναι, που θεωρούν τον μεγαλύτερον

εχθρόν των εκείνον, που θα τολμήση να τους είπη την αλήθειαν;

πως αν δεν κόψουν το κρασί, αν δεν παύσουν την πολυφαγίαν ή τας

καταχρήσεις ή τον καθιστικόν βίον, ούτε τα φάρμακα, ούτε τα

καυτήρια, ούτε αι εγχειρήσεις, ούτε πάλιν τα μαγικά και τα

φυλακτά και τα διαβάσματα και τα τοιαύτα θα τους ωφελήσουν

τίποτε; — Δεν βλέπω να είναι και πολύ νόστιμον, να θυμώνη

κανείς μ' ένα που θέλει το καλό του. — Εσύ, φαίνεται, δεν τους

πολυνοστιμεύεσαι τους τέτοιους. — Όχι, μα τον Δία.

— Ούτε επομένως, διά να επανέλθωμεν εις το θέμα μας, θα

επιδοκιμάσης, αν κάμνη αυτό το ίδιον ολόκληρος η πόλις• διότι,

πώς σου φαίνεται; δεν κάμνουν το ίδιον και όσαι πόλεις, κακώς

ωργανωμέναι, απαγορεύουσι μεν εις τους πολίτας, επί ποινή

θανάτου, να θίξουν την θεμελιώδη κατάστασιν της πολιτείας• ενώ

αφ' ετέρου εκείνος ο οποίος τους κολακεύει και τους

περιποιείται με τον ερασμιώτερον τρόπον, που γνωρίζει και

προλαμβάνει τας ορέξεις των και έχει την επιτηδειότητα να τας

ικανσποιή, αυτός θεωρείται ο άριστος και ικανώτατος πολιτικός,

και αυτόν θα κρίνουν άξιον δι’ όλας τας τιμάς; — Το ίδιον

πραγματικώς μου φαίνεται πως κάμνουν, και καθόλου δεν το

επιδοκιμάζω. — Και πώς, δεν θαυμάζεις πάλιν το θάρρος και την

ευκολίαν εκείνων που έχουν την θέλησιν και την προθυμίαν να

παρέχουν τας εκδουλεύσεις των εις τοιαύτας πόλεις; — Τους

θαυμάζω βέβαια, εκτός εκείνων τουλάχιστον, οι οποίοι

εξαπατώνται από τους επαίνους των πολλών και φαντάζονται εις το

τέλος ότι είναι πράγματι μεγάλοι πολιτικοί. — Πώς λέγεις; και

δεν τους ευρίσκεις τάχα δικαιολογημένους; ή νομίζεις ότι είναι

εύκολον, ένας άνθρωπος, που δεν γνωρίζει να μετρά, να του

λέγουν οι άλλοι πως είναι υψηλός τέσσαρας πήχεις, και να μη το

πιστεύση και ο ίδιος εις το τέλος; — Όχι βέβαια. — Ώστε μην

αδικής και τους πολιτικούς• διότι είναι αληθινά οι νοστιμώτεροι

απ’ όλους, με τους νόμους εκείνους, που ελέγαμεν, πως σήμερα

τους γράφουν και αύριον τους διορθώνουν, και που νομίζουν ότι

θα εύρουν ποτέ άκρην με τα αδικήματα των ιδιωτικών συναλλαγών

και τα άλλα που ανέφερα πριν, χωρίς να γνωρίζουν ότι κάμνουν

πραγματικώς μια τρύπα εις το νερό (1). — Και αλήθεια, τίποτε

άλλο δεν κάμνουν. — Ώστε είχα δίκαιον λοιπόν εγώ να παραδεχθώ,

ότι εις τοιούτου είδους νόμους και διατάξεις δεν έχει καμμίαν

ανάγκην να κατέλθη ο αληθινός νομοθέτης, εις καμμίαν, είτε

κακώς είτε καλώς ωργανωμένην πολιτείαν• διότι εις την μίαν θα

ήτο το πράγμα ανωφελές και τίποτε παραπάνω δεν θα επρόσθετεν,

εις την άλλην πάλιν, ο πρώτος τυχών θα τα εύρισκεν ευκολώτατα,

ή και αυτομάτως θα απέρρεον από τους προηγουμένους εκείνους

θεσμούς.

— Ποίος λοιπόν νόμος θα μας υπελείπετο ακόμη; — Κανείς δι’

ημάς• εις τον Απόλλωνα όμως των Δελφών θα αφήσωμεν την φροντίδα

διά τα μέγιστα, τα κάλλιστα και σπουδαιότατα νομοθετήματα. — Τα

ποία; — Διά την ανέγερσιν των ναών, τας θυσίας, την λατρείαν

των θεών, ημιθέων και ηρώων, την ταφήν των νεκρών, και τας

τιμάς που οφείλομεν εις αυτούς διά να εξευμενίζωμεν τας ψυχάς

των• περί αυτών όλων τίποτε ημείς, οι οικισταί της πόλεως, δεν

γνωρίζομεν, ουδέ θα ακούσωμεν κανένα άλλον, εάν έχωμεν νουν,

ουδέ θα συμβουλευθώμεν άλλον από τον πάτριον ερμηνευτήν• διότι

ο θεός ούτος, ως γνωστόν, είναι ο πάτριος δι’ όλους τους

ανθρώπους ερμηνευτής των τοιούτων και καθήμενος εις το μέσον

της γης, επί του Ομφαλού, χρησμοδοτεί όσα πρέπει. — Καλά λέγεις

κ’ έτσι θα κάμωμεν.

— Ιδού λοιπόν τέλος, υιέ του Αρίστωνος, σου είναι πλέον έτοιμη

εις την εντέλειαν η πόλις μας. Τώρα φρόντισε, πού θα εύρης φως

αρκετόν, προσκάλεσε μάλιστα και τον αδελφόν σου και τον

Πολέμαρχον και όλους τους άλλους, διά να ιδούμεν μήπως

ανακαλύψωμεν, πού ευρίσκεται εις αυτήν η δικαιοσύνη και πού η

αδικία, τι διαφέρουν η μία από την άλλην, και ποίαν πρέπει να

εγκολπωθή εκείνος που θέλει να είναι ευτυχής, αδιάφορον εάν του

το αναγνωρίζουν όλοι οι θεοί και οι άνθρωποι. — Τίποτε δεν μας

λέγεις τώρα, απεκρίθη ο Γλαύκων• διότι συ μόνος σου υπεσχέθης

να αναλάβης αυτήν την έρευναν και μας έλεγες πως θα ήτο ασέβεια

εκ μέρους σου να μη βοηθήσης με όλας σου τας δυνάμεις και με

κάθε τρόπον την δικαιοσύνην.

— Είναι πράγματι αληθινά αυτά που μου υπενθυμίζεις, κ’ έτσι

πρέπει να κάμω, αλλά και σεις χρεωστείτε να με βοηθήσετε. — Δεν

θα λείψωμεν. — Έχω λοιπόν την ιδέαν ότι θα το εύρωμεν κατ'

αυτόν τον τρόπον. Νομίζω ότι, εάν αι βάσεις επί των οποίων

εθεμελιώσαμεν την πόλιν μας είναι ορθαί, και αυτή η πόλις θα

είναι τελείως καλή. — Κατ' ανάγκην. — Δηλαδή, σοφή, ανδρεία,

σώφρων και δικαία. — Μάλιστα. — Ό,τι τώρα από αυτά θα εύρωμεν

εις αυτήν, εκείνο που θα μείνη θα είναι εκείνο που δεν έχομεν

εύρη. — Βεβαίως. — Όπως, αν από τέσσαρα άλλα πράγματα

εζητούσαμεν το ένα εξ αυτών, όταν θα ετύχαινε να το εύρωμεν

αυτό πρώτον, δεν θα είχαμεν ανάγκην να ζητήσωμεν άλλο παρά

πέρα• εάν δε ευρίσκαμεν πρώτα τα τρία τα άλλα, θα

καταλαβαίναμεν απ’ αυτό πως μένει ακριβώς εκείνο που ζητούμεν,

αφού βέβαια δεν μένει κανένα άλλο. — Πολύ σωστά. — Αφού λοιπόν

και αυτά, που είπαμεν διά την πόλιν, είναι τέσσαρα, δεν πρέπει

να εφαρμόσωμεν την ιδίαν μέθοδον. — Πώς όχι;

— Το πρώτον λοιπόν που νομίζω πως είναι ολοφάνερον εις αυτήν,

είναι η σοφία• και συμβαίνει σχετικώς με αυτήν κάτι τι

περίεργον. — Τι δηλαδή; — Είναι σοφή τωόντι η πόλις, που

περιεγράψαμεν, διά τον λόγον ότι επικρατεί εν αυτή η

ορθοφροσύνη• ή όχι; — Ναι. — Αλλ' αυτό τούτο το πράγμα, η

ορθοφροσύνη, είναι αναμφιβόλως κάποια επιστήμη• διότι όχι

βέβαια η άγνοια, αλλ' η επιστήμη είναι εκείνη που κάμνει τους

ανθρώπους να σκέπτονται ορθώς. — Λογικώτατον. — Αλλά υπάρχουν

εις την πόλιν μας πολλαί και παντοειδείς επιστήμαι. — Πώς όχι;

— Τάχα λοιπόν να οφείλη εις την επιστήμην των ξυλουργών την

προσωνυμίαν αυτήν της σοφίας και ορθοφροσύνης; — Όχι βέβαια,

διότι αυτός ο έπαινος θα ήρμοζε τότε εις την ξυλουργικήν. —

Ώστε, δεν δύναται λοιπόν να ονομασθή η πόλις σοφή διά την

επιστήμην που έχει εις τα αντικείμενα της ξυλουργικής, όταν

λαμβάνη τα μέτρα της πώς να γίνουν αυτά καλύτερα; — Όχι,

εννοείται. — Μήπως ίσως διά την επιστήμην της περί των χαλκίνων

σκευών ή δι’ άλλην καμμίαν τοιαύτην; — Διά καμμίαν. — Ούτε

επομένως όταν πρόκειται περί της παραγωγής των προϊόντων της

γης, διότι αυτό αφορά την γεωργικήν. — Μου φαίνεται. — Αλλά

μήπως ίσως υπάρχει εις την πόλιν που ιδρύσαμεν προ μικρού,

καμμία επιστήμη ανήκουσα εις ωρισμένους πολίτας, και της οποίας

έργον είναι να σκέπτεται όχι δι’ έν αντικείμενον της πόλεως,

αλλά δι’ ολόκληρον αυτήν την ιδίαν και να κανονίζη τας σχέσεις

της και τας εσωτερικάς και τας εξωτερικάς; — Υπάρχει πράγματι.

— Ποία είναι αυτή η επιστήμη και τίνων κτήμα; — Εκείνη η οποία

έργον έχει την φρούρησιν της πόλεως, και είναι κτήμα των

αρχόντων, που ωνομάσαμεν αληθινούς φρουρούς. — Και δι’ αυτήν

την επιστήμην, ποίαν προσωνυμίαν θα δώσης εις την πόλιν; — Θα

την ονομάσω ορθοφρονούσαν και τωόντι σοφήν. — Και δεν μου

λέγεις• νομίζεις ότι σιδηρουργούς θα έχωμεν περισσοτέρους εις

την πόλιν μας, ή από αυτούς τους αληθινούς φρουρούς; — Πολύ

περισσοτέρους σιδηρουργούς. — Και από όλους τους άλλους, όσοι

λαμβάνουν τα διάφορά τους ονόματα από την τέχνην που εξασκούν,

αυτοί θα είναι οι πλέον ολιγώτεροι; — Μαλιστα. — Κατά συνέπειαν

μία πόλις ωργανωμένη φυσικώς θα οφείλη την σοφίαν της εις την

επιστήμην, η οποία ενυπάρχει εις την μικροτέραν τάξιν και εις

το μικρότερον μέρος αυτής, δηλαδή εις τον άρχοντα και τον

προϊστάμενον• και φαίνεται ότι η φύσις παράγει εις ελάχιστον

αριθμόν αυτήν την τάξιν των ανθρώπων, ήτις έχει αποκλειστικόν

της προνόμιον την επιστήμην αυτήν, που μόνη από όλας τας

επιστήμας πρέπει να ονομάζεται, σοφία. — Αυτό είναι

αληθέστατον. — Ιδού λοιπόν που ευρήκαμεν, και εγώ δεν ηξεύρω

πώς, το ένα απ’ αυτά τα τέσσαρα, καθώς και το μέρος της πόλεως

εις το οποίον υπάρχει. — Και νομίζω ότι αρκετά καλά έχει

ευρεθή,

— Αλλά επίσης και την ανδρείαν τώρα, και το μέρος της πόλεως

εις το οποίον εδράζει, ένεκα του οποίου πρέπει να ονομασθή η

πόλις τοιαύτη, δεν είναι πολύ δύσκολον να εύρωμεν. — Πώς

λοιπόν; — Εις τι άλλο δύναταί τις να αποβλέψη, διά να ονομάση

την πόλιν δειλήν ή ανδρείαν, παρά εις την τάξιν εκείνην την

αποτελουμένην από τους στρατιώτας και τους υπερασπιστάς της; —

Εις κανένα άλλο βέβαια. — Διότι, υποθέτω, αν οι άλλοι πολίται

ήσαν δειλοί ή ανδρείοι, δεν θα εξηρτάτο από αυτό να είναι

τοιαύτη ή τοιαύτη και η πόλις. — Όχι πράγματι. — Ώστε και

ανδρεία είναι η πόλις χάρις εις μίαν ωρισμένην τάξιν των

πολιτών της, εις την οποίαν ενυπάρχει τοιαύτη δύναμις που να

ημπορή να διαφυλάττη διά παντός, ως προς τα φοβερά πράγματα,

την ιδέαν που παρήγγειλε να έχωμεν δι’ αυτά ο νομοθέτης• ή δεν

ονομάζεις αυτό ανδρείαν; — «Δεν ενόησα ακριβώς πώς το είπες•

επανάλαβέ το πάλιν. — Λέγω ότι η ανδρεία είναι ένα είδος

διαφυλάξεως. — Τίνος πράγματος; — Διαφύλαξις της ιδέας, την

οποίαν ελάβαμεν διά τον νόμων της ανατροφής, περί των φοβερών

πραγμάτων, ποία δηλαδή και τι είδους είναι αυτά• και έλεγα διά

παντός, το να διαφυλάττη κανείς αυτήν και να μη την αποβάλλη

ποτέ, είτε ευρίσκεται υπό το κράτος της λύπης ή της χαράς, ή

των επιθυμιών, ή του φόβου• θα σου το εξηγήσω δε αυτό με μίαν

παρομοίωσιν, εάν θέλης. — Πώς δεν θέλω; — Γνωρίζεις λοιπόν ότι

οι βαφείς, όταν θέλουν να βάψουν κόκκινα τα μαλλιά, πρώτον

διαλέγουν από τα διάφορα είδη αυτών τα λευκά, τα υποβάλλουν

έπειτα με πολλήν προσοχήν εις μακράν προεξεργασίαν, διά να

ημπορούν να κρατήσουν το χρώμα, και τέλος τα βάφουν• όσα λοιπόν

βαφούν κατ' αυτόν τον τρόπον το στερεώνουν και δεν χύνουν ποτέ

το χρώμα των, όσον και αν τα πλύνης ή τα σαπουνίσης• ενώ

απεναντίας άλλα μαλλιά εκτός από τα λευκά, ή και αυτά τα ίδια

χωρίς να υποβληθούν εις την προετοιμασίαν εκείνην, γνωρίζεις δα

πως γίνονται; — Ναι, ξεύρω, χύνουν το χρώμα των και καταντούν

μια αηδία. — Το ίδιον λοιπόν να φαντασθής ότι εκάμναμεν το κατά

δύναμιν και ημείς, όταν εξελέγαμεν τους στρατιώτας και τους

ανετρέφαμεν με την μουσικήν και την γυμναστικήν• μη νομίσης ότι

ήτο άλλη η πρόθεσίς μας, παρά να τους κάμωμεν να δεχθούν τους

νόμους όσον το δυνατόν καλύτερα, όπως τα έρια την βαφήν, διά να

γίνη στερεά και μόνιμος η ιδέα των περί των φοβερών και περί

των άλλων μέσα εις την ψυχήν των, εις τρόπον ώστε να μην ημπορή

να εκπλύνουν την βαφήν αυτά τα σαπουνίσματα, ούτε η ηδονή, η

οποία ημπορεί να το κάμη ασφαλέστερον από κάθε σαπουνόχωμα και

θολόσταχτη ούτε η λύπη, ούτε ο φόβος και ούτε καμμία επιθυμία•

αυτήν λοιπόν την δύναμιν και την παντοτινήν διατήρησιν της

ορθής και νομίμου ιδέας περί των φοβερών και μη πραγμάτων,

θεωρώ εγώ και ονομάζω ανδρείαν, εκτός εάν έχης συ καμμίαν

αντίρρησιν. — Απολύτως καμμίαν• διότι νομίζω ότι κάθε άλλο παρά

το όνομα της ανδρείας θα έδιδες εις αυτήν ταύτην την ιδέαν,

ούτε θα την ενόμιζες πολύ νόμιμον, εάν δεν ήτο προϊόν της

ανατροφής και της εκπαιδεύσεως, αλλά όπως είναι έξαφνα των ζώων

ή των δούλων. — Έχεις δίκαιον. — Παραδέχομαι λοιπόν και εγώ τον

ορισμόν σου της ανδρείας. — Παραδέξου ακόμη ότι είναι και

πολιτική αρετή, και τότε θα είναι σωστότερος ο ορισμός• περί

αυτού όμως ημπορούμεν να συζητήσωμεν καλύτερα και άλλοτε, εάν

θέλης• διότι τώρα δεν επρόκειτο περί αυτού του ζητήματος, αλλά

περί της δικαιοσύνης• ώστε, νομίζω ότι ημπορούμεν να θεωρήσωμεν

αρκετήν την συζήτησιν. — Καλά λέγεις.

— Μας υπολείπονται λοιπόν δύο πράγματα που πρέπει ακόμη να

αναζητήσωμεν εις την πόλιν, η σωφροσύνη και η δικαιοσύνη, δια

την οποίαν ακριβώς και κάμνομεν όλην αυτήν την έρευναν. — Πολύ

καλά. — Πώς θα ημπορούσαμεν άραγε να ευρούμεν την δικαιοσύνην

κατ' ευθείαν, διά να μη καθήμεθα τώρα να ζητούμεν την

σωφροσύνην; — Εγώ τουλάχιστον δεν γνωρίζω, αλλ' ούτε και θα

ήθελα να ευρεθή αυτό πρώτον, αφού δεν θα μας εχρειάζετο πλέον

κατόπιν να εξετάσωμεν την σωφροσύνην• αλλ' αν θέλης να μ'

ευχαριστήσης, άρχισε πρώτα από αυτήν. — Θα είχα άδικον να μη

θελήσω. — Άρχισε λοιπόν την εξέτασιν. — Αρχίζω• και όσον ημπορώ

να το κρίνω από τώρα, η αρετή αυτή ομοιάζει με κάποιαν αρμονίαν

και συμφωνίαν περισσότερον από τας προηγουμένας εκείνας, που

εξετάσαμεν.

— Πώς; — Η σωφροσύνη είναι μία ευκοσμία, ένας χαλινός, καθώς

λέγουν, των ηδονών και των επιθυμιών, το να είναι κανείς, δεν

ηξεύρω πώς, κύριος του εαυτού του, και άλλα τοιαύτα, που

φαίνονται ως ίχνη μάλλον αυτής της αρετής• δεν είναι έτσι; —

Βεβαιότατα. — Αυτή η έκφρασις, κύριος εαυτού, δεν φαίνεται

γελοία; διότι ο κύριος του εαυτού του θα ήτο και δούλος του

εαυτού του και επομένως κύριος και δούλος συγχρόνως, αφού

πρόκειται περί του αυτού προσώπου. — Χωρίς αμφιβολίαν. — Αλλά

κατά την ιδέαν μου η έκφρασις αύτη θέλει να σημάνη ότι υπάρχουν

εις την ψυχήν του ανθρώπου δύο, ούτως ειπείν, μέρη, το

καλύτερον και το χειρότερον• και όταν μεν υπερισχύη το πρώτον,

τότε ο άνθρωπος είναι κύριος του εαυτού του, και τούτο λέγεται

προς έπαινόν του• όταν όμως, ή από κακήν ανατροφήν ή από κακήν

συνήθειαν, περισσεύση το χειρότερον και υπερισχύση, τότε

λέγομεν, προς κατηγορίαν αυτού του ανθρώπου, ότι είναι

ακόλαστος και δούλος του εαυτού του. — Και πράγματι έτσι είναι.

— Τώρα παρατήρησε την νέαν μας πόλιν και θα εύρης, ότι υπάρχει

εις αυτήν το πρώτον διότι θα την ονομάσης, δικαίω τω λόγω,

κυρίαν εαυτής, αφού, παντού όπου υπερισχύει το καλύτερον από το

χειρότερον, οφείλομεν να δώσωμεν το όνομα αυτό. — Παρατηρώ

πράγματι και έχεις δίκαιον. — Αλλά τας πολλάς και παντοειδείς

επιθυμίας και ηδονάς και λύπας συναντώμεν προ πάντων μεταξύ των

παιδίων, των γυναικών, των δούλων, ακόμη δε και μεταξύ των

λεγομένων ελευθέρων εις τον κατώτερον και πολυαριθμότερον

όχλον. — Πραγματικώς. — Ενώ τας απλάς και μετρημένας επιθυμίας,

αι οποίαι στηρίζονται επί της ορθής κρίσεως και κυβερνώνται υπό

του λογικού, θα τας εύρης εις πολύ ολίγους• εις εκείνους

ακριβώς που είναι και εκ φύσεως άριστοι και την αρίστην

ανατροφήν έλαβον. — Πολύ σωστά. — Δεν βλέπεις όμως ότι και

τούτο συμβαίνει εις την πόλιν μας; ότι δηλαδή αι επιθυμίαι των

πολλών, των χειροτέρων, υποτάσσονται εις τας επιθυμίας και

κυβερνώνται υπό της φρονήσεως των ολίγων και καλυτέρων; — Το

βλέπω.

— Ώστε αν ημπορούμεν να είπωμεν διά μίαν πόλιν ότι είναι κυρία

εαυτής και των ηδονών και των επιθυμιών της, διά την ιδικήν μας

προ πάντων θα το είπωμεν. — Αναμφιβόλως. — Και αν ακόμη υπάρχη

μία πόλις εις την οποίαν όλοι, άρχοντες και αρχόμενοι, είναι

σύμφωνοι, περί του ποίοι πρέπει να έχουν την διοίκησιν των

κοινών, αυτή βέβαια θα είναι η ιδική μας• ή δεν το παραδέχεσαι;

— Χωρίς καμμίαν μάλιστα αντίρρησην. — Και εν τοιαύτη

περιπτώσει, εις ποίους νομίζεις ότι θα ευρίσκετο η σωφροσύνη,

εις τους άρχοντας ή εις τους αρχομένους: — Μα, και εις τους

δύο, υποθέτω. — Βλέπεις λοιπόν ότι δεν το είχαμεν άδικα

προμαντεύση, όταν ελέγαμεν ότι η σωφροσύνη ομοιάζει με κάποιαν

αρμονίαν. — Πώς τάχα: — Επειδή δεν συμβαίνει τι ίδιον όπως με

την ανδρείαν και με την σοφίαν, αι οποίαι, καθώς ελέγαμεν,

υπάρχουν εις ένα μόνον μέρος της πόλεως και την κάμνουν

ανδρείαν ή σοφήν• αλλά η σωφροσύνη επεκτείνεται εις ολόκληρον

την πόλιν και παράγει μίαν πληρεστάτην συμφωνίαν μεταξύ των

πολιτών και της ανωτάτης και της κατωτάτης και της μεσαίας

τάξεως, είτε ως προς την φρόνησιν, είτε ως προς την δύναμιν,

είτε ως προς τον αριθμόν, είτε ως προς τον πλούτον, είτε εις

ό,τι άλλο τοιούτον θέλεις• ώστε δικαίως θα ημπορούσαμεν να

ονομάσωμεν σωφροσύνην αυτήν την ομόνοιαν, αυτήν την φυσικήν

συμφωνίαν μεταξύ του χειροτέρου και του καλυτέρου μέρους, είτε

πόλεως είτε και ενός ατόμου, περί του ποίου εξ αυτών πρέπει να

έχη την διοίκησιν. — Είμαι πληρέστατα της γνώμης σου.

— Πολύ καλά• ώστε ευρήκαμεν ως τώρα, καθώς φαίνεται, τα τρία

από τα τέσσαρα που εζητούσαμεν εις την πόλιν• τι είναι λοιπόν

που μας μένει ακόμη διά να συμπληρωθή η αρετή της; δεν είναι η

δικαιοσύνη; — Φανερόν. — Λοιπόν τώρα, Γλαύκων, πρέπει καθώς

κυνηγοί να σταθούμεν ολόγυρα από τον θάμνον και να προσέχωμεν

μήπως μας διαφύγη από κάπου η δικαιοσύνη, και εξαφανισθή εμπρός

από τα μάτια μας• διότι εδώ κάπου βέβαια θα είναι κρυμμένη•

κύτταξε λοιπόν και βάλε όλην σου την προσοχήν, μήπως την ιδής

εσύ πρώτος, και με ειδοποιήσης και εμένα. — Μακάρι να

ημπορούσα• θα ήτανε και πολύ για μένα, εάν με πάρης από πίσω

σου και ημπορώ να βλέπω όσα θα μου έδειχτες. — Κάμε λοιπόν το

σταυρό σου και έλα. — Έτσι θα κάμω, μόνον προχώρει εσύ. — Ναι,

μα μου φαίνεται άσχημος ο τόπος και πολύ σκεπός• δύσκολα θα

βλέπωμεν να ψάξωμεν• ας προχωρήσωμεν όμως. — Εμπρός λοιπόν.

Και αφού εκύτταξα δεξιά αριστερά, — Α, α, Γλαύκων, μου φαίνεται

πως ευρήκαμεν κάποιο ίχνος, και πιστεύω πως δεν θα μας διαφύγη.

— Δόξα σοι ο θεός! — Μα ξέρεις τι ανοησία εκάναμε τόση ώρα; —

Τι; — Ώρες τώρα απ’ αρχής ήτανε εμπρός στα πόδια μας, και δεν

το εβλέπαμεν, οι γελοίοι• όπως εκείνοι που κρατούν κάτι εις το

χέρι των και το ζητούν αλλού, έτσι και μεις δεν το εβλέπαμεν

εμπρός μας, αλλά το εζητούσαμεν μακρυά, και δι’ αυτό ίσως και

μας διέφευγε. — Τι λέγεις; — Νά, ωμιλούσαμεν τόσον καιρόν και

ακούαμεν διά την δικαιοσύνην, χωρίς να καταλαβαίνωμεν ότι

επρόκειτο τρόπον τινά δι’ αυτήν. — Είναι πολύ μακρόν το

προοίμιόν σου δι’ ένα που διαφλέγεται από την επιθυμίαν να

ακούση.

— Αλλ' άκουσε να ιδής, αν έχω δίκαιον• εκείνο το οποίον εξ

αρχής ωρίσαμεν ως απαραίτητον καθήκον πάντων, ότε εθεμελιώναμεν

την πόλιν μας, ήτο ακριβώς η δικαιοσύνη, ή τουλάχιστον κάτι τι

αυτού του είδους• ωρίσαμεν δηλαδή και πολλάκις το επανελάβαμεν,

εάν ενθυμήσαι, ότι έκαστος πολίτης οφείλει να εξασκή ένα μόνον

επιτήδευμα, και εκείνο ακριβώς διά το οποίον τον προώρισεν η

φύσις του. — Πράγματι το ελέγαμεν. — Αλλά προσέτι το να

ασχολήται έκαστος εις τα εαυτού και να μην αναμιγνύεται εις

άλλα πράγματα, και από άλλους πολλούς έχομεν ακούση και οι

ίδιοι πολλάκις το είπαμεν, ότι αυτό ακριβώς αποτελεί την

δικαιοσύνην. — Το είπαμεν πράγματι. — Αυτό λοιπόν, φίλε μου,

καταντά τρόπον τινά να είναι δικαιοσύνη, το να κάμνη έκαστος

εκείνο που έχει να κάμνη• και γνωρίζεις πόθεν το εξάγω; — Όχι,

αλλά λέγε να ακούσω. — Μου φαίνεται ότι μετά την σωφροσύνην,

την ανδρείαν και την φρόνησιν, μας υπολείπεται να εξετάσωμεν

εκείνο ακριβώς, το οποίον κατέστησε δυνατήν και την ύπαρξιν των

τριών πρώτων και το οποίον χρησιμεύει ακόμη να τα διατηρή, αφού

μίαν φοράν εγεννήθησαν, εφόσον τουλάχιστον υφίσταται και το

ίδιον• είπαμεν δε ότι εκείνο που θα υπολειφθή, αφού θα

ευρίσκαμεν τα άλλα τρία, θα ήτο η δικαιοσύνη. — Κατ' ανάγκην

βέβαια.

— Αλλ' όμως, θα ήτο πολύ δύσκολον εάν επρόκειτο να αποφανθώμεν

οριστικώς, τι είναι εκείνο το οποίον προ πάντων θα καταστήση

τελείαν την πόλιν μας, εάν δηλαδή είναι η μεταξύ των αρχόντων

και αρχομένων πλήρης ομοφωνία, ή εάν είναι η διατήρησις μεταξύ

των στρατιωτών της νομίμου ιδέας περί των φοβερών ή μη

πραγμάτων, ή εάν είναι η φρόνησις και η επαγρύπνησις των

αρχόντων, η εάν τέλος η αρετή εκείνη διά της οποίας πάντες,

παιδία και γυναίκες, δούλοι, ελεύθεροι, τεχνίται, άρχοντες και

αρχόμενοι, θα περιωρίζοντο έκαστος εις το έργον του χωρίς να

αναμιγνύεται εις τα άλλα. — Πολύ δύσκολον πραγματικώς. — Ώστε,

καθώς φαίνεται, αυτή η αρετή, του να περιορίζεται έκαστος εις

το έργον του, συμβάλλεται προς την τελειότητα της πόλεως όχι

ολιγώτερον από την σοφίαν, την σωφροσύνην και την ανδρείαν. —

Βεβαιότατα. — Την αρετήν λοιπόν αυτήν, η οποία είναι η

δικαιοσύνη, την θεωρείς εφάμιλλον με τας άλλας διά την

τελειότητα της πόλεως; — Κατά πάντα λόγον.

— Ας εξετάσωμεν τώρα το πράγμα κατ' αυτόν τον τρόπον, εάν το

εγκρίνης• την λύσιν των μεταξύ των ιδιωτών διαφορών δεν θα την

αναθέσης βέβαια εις τους άρχοντας; — Αλλά εις ποίους άλλους; —

Και άλλο τίποτε περισσότερον θα επιζητούν ούτοι δικάζοντες,

παρά να μη σφετερίζεται κανείς τα πράγματα του άλλου ή να μη

στερήται τα ιδικά του; — Αυτό και τίποτε άλλο. — Διότι αυτό

είναι το δίκαιον. — Ναι. — Ώστε και αυτό ακόμη είναι μία

απόδειξις ότι η δικαιοσύνη συνίσταται εις το να έχη έκαστος και

να εξασκή εκείνο που του ανήκει αποκλειστικώς. — Έτσι είναι.

— Τώρα πρόσεξε, εάν συμφωνής και συ μαζί μου• εάν ένας

ξυλουργός επιχειρήση να κάμη την εργασίαν του υποδηματοποιού, ή

ο υποδηματοποιός του ξυλουργού, εάν κάμουν ανταλλαγήν των

εργαλείων των και της πληρωμής που λαμβάνει ο καθείς, ή και εάν

ο αυτός άνθρωπος επιχειρήση και τας δύο μαζί εργασίας και συμβή

αυτή η μεταβολή και εις όλα τα άλλα επαγγέλματα, νομίζεις ότι

το τοιούτον θα επροξένει καμμίαν μεγάλην βλάβην εις την πόλιν;

— Όχι και πολύ μεγάλην. — Όταν όμως ένας προωρισμένος εκ φύσεως

να είναι τεχνίτης ή χρηματιστής, έπειτα επαιρόμενος διά τα

πλούτη του ή το κόμμα του, ή την δύναμίν του ή δι’ άλλο

τοιούτον επιχειρήση να εισέλθη εις το είδος του πολεμιστού, ή

πάλιν κανείς πολεμιστής εις το είδος του βουλευτού και του

άρχοντος χωρίς να είναι άξιος, και ανταλλάξουν και αυτοί μεταξύ

των τα εργαλεία και τας απολαβάς του επαγγέλματός των, ή όταν

ένας και ο αυτός επιχειρήση να κάμνη όλα αυτά συγχρόνως, τότε

νομίζω να ομολογήσης και συ, ότι αύτη η μεταβολή και η γενική

σύγχυσις θα επιφέρη την καταστροφήν της πολιτείας. — Εξάπαντος.

— Ώστε η σύγχυσις και η ανάμιξις των έργων των τριών αυτών

τάξεων, που υπάρχουν εις την πόλιν, θα ήτο η μεγαλυτέρα δι’

αυτήν ζημία και ορθότατα θα ημπορούσε να ονομασθή το

μεγαλύτερον κακούργημα. — Και δικαίως. — Αυτό λοιπόν το

μεγαλύτερον κακούργημα που ημπορεί να κάμη κανείς προς την

πόλιν του, δεν θα το ονομάσης αδικίαν; — Και πώς αλλέως βέβαια;

— Αυτό λοιπόν είναι η αδικία. — Μάλιστα.

Πολιτεία, Τόμος 2 · 第 4 / 9 段