— Διά να επανέλθωμεν λοιπόν εις το ζήτημά μας, πρέπει να

εξετάσωμεν ποίοι θα είναι ικανοί να φυλάξουν απαρεγκλίτως το

δόγμα αυτό• ότι οφείλουν να πράττουν πάντοτε εκείνο που θεωρούν

συμφέρον της πόλεως• και να τους παρακολουθήσωμεν από της

παιδικής των ηλικίας, δοκιμάζοντες αυτούς εις τοιαύτας

περιστάσεις, εις τας οποίας κυρίως θα ήτο δυνατόν να το

λησμονήσουν ή να εξαπατηθούν• και όσοι μεν ευρεθούν ικανοί να

το φυλάττουν πάντα εις την μνήμην των, και να μη εξαπατώνται

ευκόλως, θα τους εγκρίνωμεν, τους δε λοιπούς θα τους

απορρίπτωμεν• δεν είναι έτσι; — Μάλιστα. — Ακόμη θα τους

υποβάλωμεν εις κόπους και εις πόνους και αγώνας, εις τα οποία

όλα οφείλουν να φυλάξουν αυτά που είπαμεν. — Πολύ σωστά. —

Τέλος να τους υποβάλωμεν και εις την δοκιμασίαν ενός τρίτου

είδους επιδράσεων. Όπως δηλαδή εκθέτουν τους νεαρούς ίππους εις

κρότους και θορύβους, διά να ιδούν κατά πόσον επηρεάζονται από

τον φόβον, τοιουτοτρόπως και αυτούς, όταν είναι ακόμη νέοι, να

τους οδηγούμεν έξαφνα εμπρός εις πράγματα φοβερά, ή να τους

ρίπτωμεν εν μέσω ηδονών, διά να εξακριβώσωμεν πολύ

ασφαλέστερον, παρ' όταν δοκιμάζωμεν τον χρυσόν εις το πυρ, εάν

εις όλας αυτάς τας περιστάσεις η φυσική των ευσχημοσύνη φανή

ανωτέρα παντός πειρασμού, εάν είναι εις θέσιν να συγκρατήσουν

τους εαυτούς των όπως τους εδίδαξεν η μουσική που έμαθαν, και

αν εν γένει αποδείξουν ότι όλη των η διαγωγή είναι σύμφωνος με

τους νόμους του ρυθμού και της αρμονίας, ούτως ώστε να είναι

χρησιμώτατοι και διά τον εαυτόν τους και διά την πόλιν. Και

όστις εξέλθη καθαρός από όλας αυτάς τας δοκιμασίας, και κατά

την παιδικήν και την νεανικήν και την ανδρικήν ηλικίαν, θα τον

διορίζωμεν άρχοντα και φρουρόν της πόλεως, θα του παρέχωμεν

πάσας τας τιμάς εφ' όσον ζη, και αφού αποθάνη θα τύχη τάφου

μεγαλοπρεπούς και πάσης ενδείξεως του οφειλομένου εις την

μνήμην του σεβασμού• πάντας δε τους μη τοιούτους θ'

απορρίπτωμεν. Τοιαύτη λοιπόν θα είναι, όχι βέβαια με όλας τας

λεπτομερείας, αλλ' ως εν σχεδίω, η εκλογή και ο διορισμός των

αρχόντων και φρουρών μας. — Και εγώ είμαι σύμφωνος μαζί σου. —

Δεν θα είχαμεν άραγε πληρέστατον δίκαιον αυτούς κυρίως να

ονομάσωμεν αληθινούς και πραγματικούς φρουρούς της πόλεως,

τόσον ως προς τους εξωτερικούς εχθρούς όσον και προς τους

ιδίους πολίτας, διά να αφαιρούν από αυτούς μεν την θέλησιν, από

εκείνους δε την δύναμιν να την βλάπτουν; τους δε άλλους τους

νέους, τους οποίους μέχρι τούδε ωνομάζαμεν φρουρούς, βοηθούς

και εκτελεστάς των αποφάσεων των αρχόντων; — Έτσι λέγω και εγώ.

— Τώρα πώς θα κάμωμεν να εύρωμεν τρόπον, διά να πείσωμεν προ

πάντων μεν αυτούς τους άρχοντας, ειδεμή τους άλλους τουλάχιστον

πολίτας, να παραδεχθούν ένα από τα γενναία εκείνα ψεύδη, τα

οποία δικαιολογούνται, καθώς ελέγαμεν, από την ανάγκην των

περιστάσεων; — Ποίον είναι αυτό το ψεύδος; — Δεν είναι και

τίποτε νέον, έλκει την καταγωγήν του από την Φοινίκην, καθώς δε

λέγουν μετά πειστικότητος οι ποιηταί, είναι πράγμα που συνέβη

μάλιστα πολλάκις εις παλαιοτέρας εποχάς• επί της εποχής μας,

είναι η αλήθεια, δεν συνέβη, ουδέ γνωρίζω αν ημπορή να συμβή,

και χρειάζεται βέβαια πολύ διά να το πιστεύση κανείς. — Πόσας

περιστροφάς κάμνεις διά να μας το ειπής! — Και θα ιδής που έχω

δίκαιον, όταν το ακούσης. — Έλα, λέγε το και μη φοβάσαι. — Το

λέγω λοιπόν• αν και δεν γνωρίζω πού να εύρω την τόλμην που

χρειάζεται, και ποίας εκφράσεις να μεταχειρισθώ, διά να πείσω

πρώτον μεν αυτούς τους άρχοντας, έπειτα δε και τους στρατιώτας

και τους άλλους πολίτας, ότι η ανατροφή και η εκπαίδευσις, που

τους εδίδαμεν, δεν ήτο τίποτε άλλο παρά ένα όνειρον, που

έβλεπαν, καθώς και όλα όσα συνέβαιναν γύρω τους• ενώ

πραγματικώς, ευρίσκοντο τότε μέσα εις την γην, και εκεί από

κάτω επλάσθησαν και ανετράφησαν και αυτοί οι ίδιοι, και εκεί

επίσης κατεσκευάσθησαν όλα τα πράγματα των, όπλα και λοιπά,

αφού δε συνεπληρώθη η επεξεργασία των, τους έβγαλεν επί τέλους

η μητέρα Γη εις το φως• και επομένως πρέπει να θεωρούν την

χώραν, που κατοικούν, ως μητέρα και τροφόν και να την

υπερασπίζωνται, εάν κανείς επέλθη εναντίον της, επίσης δε και

τους άλλους πολίτας ως αδελφούς και τέκνα της αυτής μητρός Γης.

— Δεν είχες άδικον να διστάζης πριν, να μας ειπής αυτό το

ψεύδος.

— Και πολύ ευλόγως• άκουε όμως τώρα την συνέχειαν του μύθου•

είσθε αδελφοί όλοι οι πολίται, θα τους είπωμεν, αλλ' ο θεός,

όταν σας έπλαττεν, ανέμιξε χρυσόν μέσα εις τα συστατικά εκείνων

που ήσαν ικανοί να κυβερνούν τους άλλους, και διά τούτο είναι

πολυτιμότατοι• άργυρον δε μέσα εις τους βοηθούς των πολεμιστάς•

σίδηρον δε και χαλκόν εις τους γεωργούς και τους άλλους

τεχνίτας• επειδή λοιπόν όλοι είσθε συγγενείς, θα γεννάτε ως επί

το πλείστον τέκνα όμοιά σας, ημπορεί όμως ενίοτε από το χρυσούν

γένος να γεννηθή τέκνον αργυρούν, και από αυτό πάλιν να γεννηθή

χρυσούν, και κατ' αυτόν τον τρόπον και από όλα τα άλλα.

Διατάσσει λοιπόν ο θεός εις τους άρχοντας, ως πρώτιστον και

κυριώτατον αυτών καθήκον, τίποτε άλλο να μη εξετάζουν με

περισσοτέραν φροντίδα και προσοχήν, παρά ποίον εκ των άλλων

μετάλλων ευρίσκεται αναμεμιγμένον εις την ψυχήν των γεννωμένων

τέκνων. Και αν ακόμη εις τα ιδικά των τέκνα ευρεθή κράμα

σιδήρου ή χαλκού, να μη τους κάμουν καμμίαν χάριν, αλλά να τους

απορρίψουν αμέσως εις την τάξιν, που ανήκουν, ως εκ της

κατασκευής των, των γεωργών δηλαδή και των τεχνιτών• και αν

πάλιν ευρεθή κανείς από αυτούς με περισσοτέραν αναλογίαν χρυσού

ή αργύρου, να τον αναβιβάσουν, όπως αξίζει, εις την τάξιν των

φρουρών ή των επικούρων, επειδή υπάρχει χρησμός ότι θα χαθή η

πόλις τότε, όταν την φυλάξη ο χαλκός ή ο σίδηρος. Γνωρίζεις

λοιπόν κανένα τρόπον να τους πείσωμεν ότι είναι αληθινός αυτός

ο μύθος; — Κανένα, όσον αφορά αυτούς τους ιδίους• διά τα τέκνα

των όμως, και διά τους απογόνους των, και διά τους λοιπούς

ανθρώπους κατόπιν, δεν θα ήτο ίσως δύσκολον. — Αλλά και αυτό θα

ήτο αρκετόν, διά να τους εμπνεύση μεγαλύτερον ενδιαφέρον και

προς την πόλιν και προς αλλήλους• διότι εννοώ επάνω κάτω τι

θέλεις να είπης. Και αυτό μεν το επινόημά μας θα το αναβιβάση η

φήμη όπου της αρέση• ημείς δε ας εξοπλίσωμεν τώρα αυτά τα τέκνα

της γης, και με τους αρχηγούς επί κεφαλής ας τους παρουσιάσωμεν

εμπρός• ας πλησιάσουν και ας εκλέξουν το καταλληλότερον μέρος

διά να στρατοπεδεύσουν, ώστε να ημπορούν και τους εντός της

πόλεως να συγκρατούν, αν ήθελον δείξη αντιπειθαρχικάς προς τους

νόμους διαθέσεις, και τον εξωτερικόν εχθρόν να αποκρούσουν, εάν

επήρχετο κατά της πόλεως καθώς λύκος εναντίον της ποίμνης• και

αφού εκλέξουν τον χώρον του στρατοπέδου, και θυσιάσουν εις

εκείνους που πρέπει, ας στήσουν τέλος τας σκηνάς των• δεν είναι

έτσι; — Πώς όχι; — Και βέβαια τοιαύτας, ώστε να ημπορούν να

τους στεγάζουν και χειμώνα και θέρος. — Βεβαίως• διότι

εννοείς, μου φαίνεται, πραγματικάς κατοικίας. — Ναι, αλλά

κατοικίας διά στρατιώτας και όχι έξαφνα διά τραπεζίτας. — Και

ποία είναι η διάκρισις που κάμνεις; — θα προσπαθήσω να σου το

εξηγήσω• δεν θα υπήρχεν, υποθέτω, φοβερώτερον πράγμα διά τους

ποιμένας παρά, τους σκύλους που έχουν προς φύλαξιν των

ποιμνίων, να τους έχουν αναθρέψη κατ' αυτόν τον τρόπον, ώστε να

μην ημπορούν να κρατήσουν τα άγρια φυσικά των και ή από πείναν

ή από άλλην κακήν συνήθειαν, αυτοί οι ίδιοι να προξενούν

καταστροφάς εις τα ποίμνια και από σκύλοι να γίνωνται λύκοι

σωστοί. — Φοβερόν βέβαια θα ήτο• και πως όχι;

— Δεν πρέπει λοιπόν να λάβωμεν όλας μας τας προφυλάξεις μήπως

συμβή το ίδιον και με τους πολεμιστάς απέναντι των πολιτών;

μήπως, επειδή θα έχουν όλην την δύναμιν εις τας χείρας των, από

φρουροί και προστάται καταντήσουν να γίνουν δεσπόται και άγριοι

τύραννοι; — Βέβαια θα το προβλέψωμεν. — Και ποίαν μεγαλυτέραν

εγγύησιν ασφαλείας θα δυνάμεθα να έχωμεν, παρά αν έχουν λάβη

πράγματι την προσήκουσαν ανατροφήν; — Αλλά την έχουν ήδη λάβη.

— Αυτό δεν ημπορώ να το διισχυρισθώ ακόμη, φίλε μου• εκείνο που

επιμένω, είναι, καθώς ελέγαμεν και πριν, ότι πρέπει να λάβουν

την προσήκουσαν ανατροφήν, οποιαδήποτε και αν είναι αύτη, διά

να έχουν το σπουδαιότερον που τους χρειάζεται, ημερότητα δηλαδή

και μεταξύ των και προς εκείνους που ανέλαβον να φυλάττουν. —

Και πολύ σωστά. — Εκτός λοιπόν εκείνης της ανατροφής, κάθε

άνθρωπος με νουν θα παραδεχθή ότι πρέπει να τους παρασκευάζωμεν

και τοιαύτας κατοικίας και τοιαύτην εν γένει περιουσίαν, ώστε

τίποτε να μην τους βιάζη να παύσουν ποτέ να είναι άριστοι

φρουροί και να αρχίσουν να βλάπτουν τους άλλους πολίτας. — Και

πολύ σωστά.

— Πρόσεξε λοιπόν τώρα αν σου φαίνεται κατάλληλος αυτός ο

τρόπος της ζωής και της κατοικίας, διά να είναι πάντοτε

τοιούτοι• πρώτον μεν κανείς να μην έχη καμμίαν ιδιαιτέραν

περιουσίαν ούτε τίποτε αποκλειστικώς διά τον εαυτόν του, εκτός

απολύτου ανάγκης• έπειτα κανείς να μην έχη κατοικίαν καμμίαν ή

αποθήκην, εις την οποίαν να μην ημπορή να εισέρχεται όποιος

θέλη• όσον διά τα τρόφιμα που χρειάζονται άνθρωποι πολεμισταί,

εγκρατείς και ανδρείοι, θα ορίσωμεν να τα λαμβάνουν από τους

άλλους πολίτας ως μισθόν διά τας υπηρεσίας των, τόσα όμως ώστε

μήτε να περισσεύουν μήτε και να τους λειφθούν δι’ ένα χρόνον να

τρώγουν όλοι εις κοινάς τράπεζας και να ζουν μαζί όπως οι

πολεμισταί εις το στρατόπεδον• να διδαχθούν ότι οι θεοί έχουν

βάλη μέσα εις την ψυχήν των θείον χρυσόν και άργυρον, και δεν

έχουν επομένως καμμίαν ανάγκην του χρυσού και του αργύρου των

ανθρώπων, ούτε τους είναι συγχωρημένον να μιαίνουν το θείον

εκείνο δώρον με την ανάμιξιν του γηίνου χρυσού, διότι το εν

χρήσει νόμισμα έχει γίνη πολλών και μεγάλων κακουργημάτων

αφορμή, ενώ το ιδικόν των είναι καθαρόν και αμόλυντον• και

είναι επομένως εις αυτούς μόνους εξ όλων των πολιτών

απηγορευμένον να μεταχειρίζωνται και να εγγίζουν τον χρυσόν και

τον άργυρον, ουδέ υπό την αυτήν στέγην να ευρίσκωνται μαζί,

ουδέ επάνω των να φορούν, ούτε να πίνουν από χρυσά ή αργυρά

ποτήρια• και ότι μόνον τοιουτοτρόπως θα σωθούν και αυτοί και η

πόλις. Όταν όμως αποκτήσουν αυτοί ιδίαν περιουσίαν, είτε εις

κτήματα, είτε εις οικοδομάς, είτε εις χρήματα, θα καταντήσουν,

από φρουροί που είναι, επιχειρηματίαι ή γεωργοί• από

υπερασπισταί των πολιτών, εχθροί και τύραννοι• θα διέρχωνται

την ζωήν των με αμοιβαία μίση και επιβουλάς και πολύ

περισσότερον φόβον θα έχουν από τους εσωτερικούς παρά από τους

εξωτερικούς εχθρούς και ακράτητοι πλέον θα φέρωνται προς τον

όλεθρον και οι ίδιοι και όλη η πόλις. Δι’ όλους λοιπόν τους

λόγους τούτους πρέπει να λάβωμεν, φρονώ, αυτά τα μέτρα όσον

αφορά την κατοικίαν και τα άλλα σχετικά των φρουρών και σύμφωνα

με αυτά να νομοθετήσωμεν• ή όχι; — Είμαι συμφωνότατος, είπεν ο

Γλαύκων.

ΒΙΒΛΙΟΝ Δ'.

Αλλά, διέκοψεν ο Αδείμαντος, τι θα έχης να απολογηθής, Σωκράτη,

εάν κανείς σου παρατηρήση, ότι δεν κάμνεις και πάρα πολύ

ευτυχείς τους πολεμιστάς σου, και τούτο από σφάλμα ιδικόν των,

αφού εις αυτούς ανήκει πραγματικώς η πόλις; και όμως αυτοί δεν

απολαμβάνουν κανένα καλόν από την πόλιν, όπως άλλοι, που έχουν

γαίας, που κτίζουν σπίτια ωραία και μεγάλα, και τα επιπλώνουν

αναλόγως, και είναι εις θέσιν να κάμνουν θυσίας ιδιωτικάς εις

τα μέγαρά των και να φιλεύουν ξένους, και έχουν, αυτά δα που

έλεγες και συ, χρυσόν και άργυρον και όλα εν γένει όσα κοινώς

νομίζονται ότι αποτελούν την ευτυχίαν του ανθρώπου• και με ένα

λόγον, θα έλεγέ τις, δεν φαίνονται να κάθωνται εις την πόλιν

παρά ως επίκουροι μισθωτοί, διά να την φρουρούν.

— Ναι, και πρόσθεσε ακόμη, ότι απέναντι τούτου λαμβάνουν απλώς

και μόνον την τροφήν των, χωρίς καμμίαν άλλην αντιμισθίαν, όπως

τα συνήθη μισθοφορικά στρατεύματα• ώστε και να θελήσουν έξαφνα

να κάμουν κανένα ταξείδι, δεν θα είναι εις θέσιν, ούτε να

διασκεδάσουν με γυναίκας, ούτε κανένα άλλο έξοδον να κάμουν,

όπως οι πλούσιοι και οι θεωρούμενοι ευτυχείς• αυτά λοιπόν και

άλλα τέτοια πολλά παρέλειψες εις το κατηγορητήριόν σου. —

Πρόσθεσέ τα λοιπόν εσύ. — Τώρα λοιπόν με ερωτάς τι θα έχω να

απολογηθώ; — Ναι. — Χωρίς να απομακρυνθώμεν από τον δρόμον, που

ηκολουθήσαμεν μέχρι τούδε, θα εύρωμεν εύκολα, νομίζω, τι πρέπει

να απαντήσωμεν• θα είπωμεν εν πρώτοις ότι δεν θα ήτο διόλου

παράδοξον αν, και μ' όλα ταύτα, ήσαν ευτυχέστατοι οι πολεμισταί

μας ούτοι• ότι επί τέλους, όταν εκτίζαμεν την πόλιν μας, δεν

απεβλέψαμεν εις την αποκλειστικήν ευτυχίαν μιας μόνον τάξεως,

αλλ' ολοκλήρου της πόλεως• διότι ενομίσαμεν ότι εις μίαν

τοιαύτην πόλιν θα κατωρθώναμεν να εύρωμεν την δικαιοσύνην, όπως

πάλιν και εις την κακώς ωργανωμένην την αδικίαν, και

τοιουτοτρόπως θα ημπορούσαμεν να λύσωμεν το ζήτημα που μας

απασχολεί απ’ αρχής• τώρα λοιπόν καταγινόμεθα να ιδρύσωμεν την

ευδαίμονα, όπως τουλάχιστον την φανταζόμεθα, πόλιν, εις την

οποίαν δεν θα έχουν την ευτυχίαν αποκλειστικόν τους προνόμιον

ολίγοι τινές, αλλά όλοι κοινώς οι πολίται• έπειτα κυττάζομεν

και διά την άλλην την αντίθετον όψιν.

Εάν λοιπόν, ενώ ησχολούμεθα να ζωγραφίζωμεν ένα άγαλμα, μας

επλησίαζε κάποιος και ήρχιζε να μας κάμνη παρατηρήσεις, ότι

τάχα δεν μεταχειριζόμεθα τα ωραιότερα χρώματα διά τα ωραιότερα

μέρη του σώματος• ότι έξαφνα τους οφθαλμούς, που είναι το

ωραιότερον απ’ όλα, δεν τους ζωγραφίζομεν με πορφυρούν χρώμα,

αλλά με μαύρον• νομίζω ότι θα του απαντούσαμεν όπως θα

εχρειάζετο, αν του ελέγαμεν• Μη φαντάζεσαι, καλέ μας άνθρωπε,

ότι είναι ανάγκη να ζωγραφίζωμεν τόσον εύμορφα τα μάτια, ώστε

να μη μοιάζουν ούτε μάτια πλέον, καθώς και τα άλλα μέρη• μόνον

βλέπε αν βάζωμεν το χρώμα που ταιριάζει εις το καθένα, ώστε να

φαίνεται ωραίον το σύνολον και συ λοιπόν τώρα μην έχης την

απαίτησιν να περιβάλλωμεν τους φρουρούς με τοιαύτην ευτυχίαν, η

οποία αποτέλεσμα θα έχη να τους κάμη κάθε άλλο πλέον να είναι

παρά φρουροί• ημπορούσαμεν βέβαια, αν ηθέλαμεν, να ενδύσωμεν

και τους γεωργούς με ποδήρη χιτώνα και να τους τον κεντήσωμεν

μάλιστα με χρυσά γαλόνια και να τους αναθέσωμεν να καλλιεργούν

την γην προς ευχαρίστησίν των• ημπορούσαμεν επίσης να

ξαπλώσωμεν και τους αγγειοπλάστας κοντά στη φωτιά βολικά, να

τρώγουν και να πίνουν, και πλάγι των να βάλωμεν τον τροχόν, να

τον γυρνούν οπόταν τους έρχεται η όρεξις• και όλους τους άλλους

τεχνίτας με τον ίδιον τρόπον να τους κάμωμεν ευτυχείς, διά να

είναι ευτυχής και όλη η πόλις. Μη μας δίδης όμως, εμάς, αυτήν

την συμβουλήν• διότι, αν σε ακούσωμεν, ούτε ο γεωργός θα μείνη

πλέον γεωργός, ούτε ο αγγειοπλάστης, ούτε κανείς άλλος θα μείνη

εις την σειράν και την θέσιν που έχει εις την οικονομίαν της

πόλεως• και όσον μεν αφορά τους άλλους δεν έχει και μεγάλην

σημασίαν το πράγμα• διότι αν ο υποδηματοποιός δεν κάμνη καλά

την εργασίαν του και διαφθαρή και προσποιήται τον τεχνίτην

χωρίς να είναι, δεν έχει να πάθη και μεγάλον κακόν η πόλις• αν

όμως οι φύλακες των νόμων και της πόλεως δεν είναι παρά μόνον

με το όνομα, βλέπεις ότι θα παρασύρουν εις την καταστροφήν και

ολόκληρον την πόλιν, καθόσον μάλιστα από αυτούς αποκλειστικώς

εξαρτάται η καλή της διοίκησις και η ευδαιμονία. Εάν λοιπόν

ημείς θέλωμεν να παρασκευάσωμεν αληθινούς φρουρούς, δεν πρέπει

να τους κάμωμεν τοιούτους, ώστε να ημπορούν να βλάψουν και κατ'

ελάχιστον την πόλιν• όστις δε πάλιν εννοεί να τους κάμη

γεωργούς ή φαιδρούς πανηγυριστάς εις καμμίαν δημοσίαν

πανήγυριν, κάθε άλλο βέβαια έχει υπ’ όψιν του παρά πόλιν• ημείς

αυτό έχομεν να κυττάξωμεν, αν ο σκοπός μας είναι, όταν

μορφώνωμεν τους πολεμιστάς, να τους καταστήσωμεν όσον το

δυνατόν ευτυχεστέρους, ή εάν οφείλωμεν μάλλον να αποβλέψωμεν

εις την ευτυχίαν ολοκλήρου της πόλεως και να αναγκάσωμεν

επομένως τους επικούρους αυτούς και τους φύλακας, καθώς και

όλους τους άλλους εν γένει, να κάμνη ο καθένας την εργασίαν,

που του ανετέθη, όσον ημπορεί καλύτερα• ούτως ώστε, όταν η

πόλις αναπτυχθή και ευημερή με την καλήν της διοίκησιν, να

αφήνωμεν τον καθένα να απολαμβάνη το μερίδιόν του της κοινής

ευτυχίας, όπως το επιτρέπει η φύσις της τάξεως και του

επαγγέλματός του.

— Δεν μου φαίνεται να έχης άδικον. — Θα σου φανή άραγε και

κάτι ανάλογον, που θα σου ειπώ τώρα, ολιγώτερον ορθόν; — Λέγε

ν' ακούσωμεν. — Σκέψου αν δεν είναι αυτά, που διαφθείρουν και

τους άλλους επίσης τεχνίτας, ώστε να γίνωνται κακοί εις την

εργασίαν των. — Ποία αυτά; — Ο πλούτος και η πτώχεια. — Πώς

τάχα; — Ιδού πώς• αν ένας αγγειοπλάστης γίνη πλούσιος, νομίζεις

ότι θα έχη πλέον ενδιαφέρον διά την τέχνην του; — Καθόλου. —

Δεν θα γίνεται λοιπόν από ημέρας εις ημέραν περισσότερον

οκνηρός και αμελής; — Πολύ μάλιστα. — Και επομένως δεν θα

καταντήση χειρότερος αγγειοπλάστης; — Αυτό ν' ακούεται. — Αλλά,

και αν απεναντίας δεν έχη, ένεκα της πτωχείας του, να

προμηθεύεται τα εργαλεία ή ό,τι άλλο του χρειάζεται διά την

τέχνην του, και η εργασία του θα γίνεται χειροτέρα, και τους

υιούς του, ή τους άλλους μαθητευομένους που έχει, θα τους κάμη

χειροτέρους τεχνίτας. — Πώς όχι; — Ώστε και από τα δύο αυτά,

και από τον πλούτον και από την πτωχείαν, γίνονται χειρότερα

μεν τα έργα των τεχνιτών, χειρότεροι δε και αυτοί οι ίδιοι. —

Φαίνεται. — Ώστε νά που ευρήκαμεν και δύο άλλα πράγματα, που

πρέπει με κάθε τρόπον να προσέξουν οι άρχοντές μας, μήπως τους

γελάσουν και τρυπώσουν κρυφά εις την πόλιν. — Ποία πράγματα; —

Ο πλούτος και η πτωχεία, διότι εκείνος μεν γεννά την

πολυτέλειαν και την οκνηρίαν και διαφόρους καινοτομίας, η δε

πτωχεία πάλιν, εκτός αυτών των καινοτομιών, την ταπεινότητα και

την κακοτεχνίαν.

— Πολύ καλά• δεν μου λέγεις όμως, Σωκράτη, πώς θα είναι εις

θέσιν η πόλις μας να κάμη πόλεμον, εάν δεν έχη χρήματα, όταν

μάλιστα αναγκασθή να έλθη εις σύγκρουσιν με πόλιν μεγάλην και

πλουσίαν; — Είναι φανερόν, ότι με μίαν πόλιν μόνον θα είναι

δυσκολώτερον, αν έχη όμως να κάμη με δύο τοιαύτας ομού, το

πράγμα θα είναι πολύ ευκολώτερον. — Τι κάθεσαι και μας λες; —

Πρώτον μεν, εάν παρουσιασθή ανάγκη πολέμου, οι ιδικοί μας,

άνθρωποι εμπειροπόλεμοι, θα έχουν αντιπάλους πλουσίους. — Αυτό

μάλιστα. — Τι λοιπόν, Αδείμαντε; ένας πυγμάχος, γυμνασμένος

όσον ενδέχεται καλύτερα, δεν σου φαίνεται ότι εύκολα θα τα

έβγαζε πέρα με δύο, όχι πυγμάχους, αλλά πλουσίους και ευτραφείς

αντιπάλους; — Δεν το πιστεύω τόσον εύκολα και με τους δύο

συγχρόνως. — Ούτε αν είχε την ελευθερίαν, να υποχωρή εμπρός εις

εκείνον, που κάθε φορά τον έπαιρνε πρώτος από κοντά, και να

γυρίζη έπειτα να τον αρχίζη στις γροθιές, και να έκαμνε το

ίδιον πολλάκις, μέσα εις τον ήλιον και την πλέον πνιγηράν

ζέστην; δεν θα ημπορούσε άραγε να καταφέρη και πολλούς

τοιούτους τον ένα μετά τον άλλον; — Έτσι μάλιστα, δεν θα ήτο

και πολύ παράδοξον το πράγμα. — Αλλά πιστεύεις τάχα ότι οι

πλούσιοι θα έχουν περισσοτέραν τέχνην και εμπειρίαν εις την

πυγμαχίαν, παρά εις τον πόλεμον; — Και βέβαια όχι. — Ώστε,

φυσικώ τω λόγω, οι ιδικοί μας αθληταί ευκόλως θα είναι εις

θέσιν να αντιπαραταχθούν και προς διπλασίους και προς

τριπλασίους ακόμη. — Αναγκάζομαι να συμφωνήσω, διότι μου

φαίνεται πως έχεις δίκαιον. — Τι δε; αν στείλουν και πρεσβείαν

εις μίαν άλλην πόλιν και τους ειπούν, αυτό που θα είναι και η

αλήθεια, ότι: «Ημείς δεν μεταχειριζόμεθα ούτε χρυσίον ούτε

αργύριον ούτε μας είναι επιτετραμμένον να έχωμεν. Εις υμάς όμως

δεν απαγορεύεται• ελάτε λοιπόν να μας βοηθήσετε, και σας

αφήνομεν όλα τα λάφυρα των άλλων»• νομίζεις ότι εκείνοι, εις

τους οποίους θα κάμουν τοιαύτας προτάσεις, θα προτιμήσουν να

έχουν εχθρούς σκύλους ισχνούς αλλά δυνατούς, ή μάλλον να τους

έχουν αυτούς τους σκύλους συμμάχους εναντίων προβάτων τρυφερών

και καλοθρεμμένων; — Δεν μου φαίνεται• αλλά πρόσεξε μήπως, αν

συσσωρευθούν τα χρήματα των άλλων εις μίαν πόλιν, γίνη αυτή

επικίνδυνος και διά την ιδικήν μας την πτωχήν. — Είσαι

μακάριος, που νομίζεις ότι αξίζει να ονομάση κανείς πόλιν

καμμίαν άλλην, έξω από αυτήν την ιδικήν μας, καθώς την

κατεσκευάσαμεν. — Αλλά πώς λοιπόν; — Πρέπει να εύρωμεν κανένα

μεγαλύτερον όνομα διά τας άλλας• διότι κάθε μία από αυτάς είναι

πάμπολλαι πόλεις και όχι πόλις, καθώς λέγουν και εις το γνωστόν

παιγνίδιον^ εν πάση περιπτώσει υπάρχουν τουλάχιστον δύο, εχθραί

μεταξύ των, η μία των πτωχών και η άλλη των πλουσίων• κάθε μία

πάλιν από αυτάς υποδιαιρείται εις πολλάς άλλας• τας οποίας αν

προσβάλης όλας ομού, ως να απετέλουν ένα κράτος, βεβαίως θα

αποτύχης τελείως• εάν όμως θεωρήσης την πόλιν αποτελουμένην από

πολλάς άλλας, και δηλώσης ότι παραχωρείς εις τούτους τα

χρήματα, την δύναμιν και αυτήν την ζωήν των άλλων, θα έχης

πάντοτε συμμάχους μεν πολλούς, ελαχίστους δε εχθρούς. Και

εφόσον μία πόλις κυβερνάται σωφρόνως, όπως ωρίσαμεν

προηγουμένως, θα είναι μεγίστη, δεν εννοώ κατά το φαινόμενον,

αλλά πραγματικώς μεγίστη, και αν μόνον χιλίους πολεμιστάς

ημπορούσε να παρατάξη• μίαν δε τόσον μεγάλην πόλιν δεν θα ήτο

εύκολον να εύρης ούτε μεταξύ των Ελλήνων ούτε μεταξύ των

βαρβάρων, αν και υπάρχουν πολλαί που θεωρούνται και πολύ

μεγαλύτεραι από την τοιαύτην πόλιν μας• ή μήπως έχεις

αντίρρησιν; — Όχι, μα την αλήθειαν.

— Υπάρχει λοιπόν ένα κάλλιστον όριον, συμφώνως με το οποίον να

κανονίζουν οι άρχοντές μας, πόσον μεγάλην επιτρέπεται να κάμουν

την πόλιν, και πόσην, αναλόγως του μεγέθους της, έκτασιν γης θα

χρειασθή να χωρίσουν, δίχως πλέον να ζητούν άλλην κατόπιν. —

Και ποίον είναι αυτό το όριον: — Το εξής, καθώς νομίζω• να την

αφήνουν να αυξάνη μέχρι του σημείου που θα ημπορή να μένη μία,

περαιτέρω όμως όχι. — Πολύ ωραία. — Θα δώσωμεν λοιπόν ακόμη και

αυτήν την άλλην εντολήν εις τους άρχοντας, να προνοούν με κάθε

τρόπον, να μην είναι μήτε μικρά η πόλις, μήτε μεγάλη κατά το

φαινόμενον, αλλά μετρία και μία πάντοτε. — Δεν θα τούς δώσωμεν

και πολύ σπουδαίαν εντολήν. — Ολιγώτερον σπουδαία και από αυτήν

ακόμη είναι η εξής, την οποίαν ανεφέραμεν και προηγουμένως• ότι

δηλαδή πρέπει, εάν και κανενός πολεμιστού το τέκνον γέννηση

έκφυλον, να υποβιβάζεται εις τας κατωτέρας τάξεις, και

απεναντίας να κατατάσσεται εις τους πολεμιστάς, εάν κανενός από

τους άλλους εκρίνετο άξιον• μ' αυτό ηθέλαμεν να δηλώσωμεν, ότι

καθένας και από τους άλλους πολίτας δεν πρέπει να επιδίδεται

παρά εις ένα μονάχα πράγμα, διά το οποίον και εγεννήθη, και

αυτό το ένα πρέπει να εξασκή μόνον, διά να μη γίνεται ο ένας

πολλοί, αλλά να μένη πάντα ένας, και επομένως και ολόκληρος η

πόλις να μένη μία, και να μη γίνωνται πολλαί. — Πράγματι δεν

είναι σπουδαιότερα και αυτή η εντολή από την άλλην.

— Και αλήθεια δεν είναι, καλέ μου Αδείμαντε, όπως θα

εφαντάζετο κανείς, ούτε πολλά ούτε μεγάλα αυτά τα καθήκοντα,

που τους επιβάλλομεν, απεναντίας ασήμαντα, φθάνει να φυλάττουν

ένα, που το λέγομεν μεγάλον, ή μάλλον καλύτερα, αρκετόν. — Και

ποίον είναι αυτό; — Η εκπαίδευσις και η ανατροφή• διότι εάν

ανατραφούν όπως πρέπει, και γίνουν τέλειοι άνθρωποι, όλα αυτά

θα τα βλέπουν εύκολα και μόνοι των, και πολλά άλλα ακόμη, που

τα παραλείπομεν τώρα ημείς, όπως το ζήτημα του γάμου, των

γυναικών, της τεκνοποιίας• θα ίδουν έξαφνα ότι όλα αυτά, όπως

λέγει και η παροιμία, πρέπει να είναι κοινά μεταξύ φίλων. — θα

ήτο βέβαια πολύ σωστόν αυτό. — Και πράγματι, η πολιτεία, εάν

εξ αρχής λάβη καλάς βάσεις, προχωρεί πλέον κατόπιν αυξάνουσα,

όπως ένας κύκλος• μία καλή ανατροφή και εκπαίδευσις γεννά

πάντοτε και καλάς φύσεις• και αυταί πάλιν, εάν τύχουν της ιδίας

ανατροφής, γίνονται ακόμη καλύτεραι από τας προτέρας και εις

όλα τα άλλα και εις την τεκνοποίησιν, όπως συμβαίνει και με τα

άλλα ζώα. Πολύ φυσικόν.

— Με ολίγας λοιπόν λέξεις, πρέπει της πόλεως οι επιμεληταί εις

αυτό ειδικώς να επιμείνουν, να μη διαφθαρή χωρίς να το

εννοήσουν η ανατροφή, αλλά να διατηρήται παρά κάθε άλλο καθαρά,

και να μη επιτρέπουν κανένα νεωτερισμόν εις την γυμναστικήν και

μουσικήν, παρά τα διατεταγμένα• ούτως ώστε, όταν λέγη ο ποιητής

ότι οι άνθρωποι προσέχουν εις εκείνο το τραγούδι

που πιο καινούργιο τριγυρνά στο στόμα των ανθρώπων,

να φοβούνται, μήπως φαντασθή κανείς, ότι εννοεί όχι τα νέα

άσματα, αλλά νέον είδος ωδικής, και επιδοκιμάζει τούτο• διότι

δεν πρέπει αυτήν την καινοτομίαν ούτε να την επιδοκιμάζη ούτε

να την εισάγη κανείς• απεναντίας πρέπει μετά μεγάλης ευλαβείας

ν' αποφεύγωμεν πάσαν μεταβολήν εις το είδος της μουσικής, διότι

διατρέχομεν τον κίνδυνον να χάσωμεν το παν• διότι πουθενά δεν

ημπορεί κανείς να κινήση τους τρόπους της μουσικής, χωρίς

συγχρόνως να διασεισθούν και αυτοί οι θεμελιώδεις νόμοι της

πολιτείας, καθώς το λέγει ο Δάμων και πείθομαι και εγώ. —

Πρόσθεσε λοιπόν και εμένα εις τον αριθμόν των πεπεισμένων.

— Η μουσική επομένως θα είναι, καθώς φαίνεται, η ακρόπολις,

την οποίαν πρέπει να οικοδομήσουν οι φύλακες. — Ναι, αλλά η

παρανομία εύκολα εισχωρεί, χωρίς κανείς να την πάρη είδησιν. —

Πράγματι, ως παιγνίδι κατ' αρχάς, που δεν ημπορεί να κάμη και

τίποτε κακόν. — Ουδέ κάμνει τίποτε άλλο, παρά αφού άπαξ

εισχωρήση, αρχίζει σιγά σιγά και εισρέει εις τα ήθη και τας

συνηθείας• έπειτα εισβάλλει, αφού μεγαλώση περισσότερον, και

εις τας μεταξύ των πολιτών σχέσεις, και από αυτάς προχωρεί εις

τους νόμους και τους θεσμούς της πολιτείας, με την μεγαλυτέραν

πλέον ακολασίαν, έως ότου εις το τέλος αναποδογυρίση τα πάντα,

και κράτος και ιδιώτας. — Αυτό, αλήθεια, να συμβαίνη; — Μου

φαίνεται.

Πολιτεία, Τόμος 2 · 第 3 / 9 段