επιδοκιμάζης βέβαια τα τραπέζια των Συρακουσίων και την
Σικελικήν ποικιλίαν των φαγητών. — Όχι, καθόλου. — Ούτε θα
εγκρίνης, ένας που θέλει να στέκεται καλά εις την υγιείαν του,
να έχη καμμιά φιλενάδα από την Κόρινθον; — Κάθε άλλο. — Ούτε
ακόμη και τα τόσον φημισμένα λιχνεύματα της αττικής μαγειρικής;
— Κατ' ανάγκην. — Διότι νομίζω ότι όλην αυτήν την ποικιλίαν των
απολαύσεων και της διαίτης, δεν θα είχαμεν άδικον να την
παραβάλλωμεν προς την μελοποιίαν εκείνην, που μεταχειρίζεται
όλας τας αρμονίας και όλους τους ρυθμούς. — Και πώς όχι; — Όπως
λοιπόν εκεί η ποικιλία αποτέλεσμα είχε την αταξίαν, δεν θα έχη
και εδώ την ασθένειαν; ενώ απεναντίας η απλότης, όπως εις την
μουσικήν καθιστά σώφρονα την ψυχήν, και εις την γυμναστικήν δεν
θα καθιστά το σώμα υγιές; — Σωστότατα. — Αλλ' όταν πλεονάσουν
εις τας πόλεις η αταξία και αι ασθένειαι, δεν πληθύνονται τα
δικαστήρια και τα νοσοκομεία; και δεν θα έχη τότε μεγάλην
πέρασιν η δικηγορική και η ιατρική, όταν με ζήλον επιδίδωνται
εις αυτά πολλοί και διακεκριμένης τάξεως πολίται; — Πώς όχι
βέβαια;
— Ημπορείς δε να εύρης άλλην μεγαλυτέραν απόδειξιν της κακής
και αισχράς ανατροφής εις μίαν πόλιν, παρά την ανάγκην ικανών
δικαστών και ιατρών, όχι μόνον διά την κατωτέραν τάξιν του λαού
και τους αποζώντας από την εργασίαν των χειρών των, αλλά και
δι’ εκείνους οι οποίοι καυχώνται ότι έτυχον ελευθερίου
ανατροφής; δεν είναι πράγμα αισχρόν και ασφαλής απόδειξις
απαιδευσίας, να είναι κανείς ηναγκασμένος να καταφεύγη εις
δικαιοσύνην επιβαλλομένην εις αυτόν υπ’ άλλων, δίκην δεσποτών
και κριτών, επειδή ο ίδιος δεν έχει δικαιοσύνην; — Πράγματι δεν
υπάρχει άλλο αισχρότερον. — Δεν σου φαίνεται όμως τάχα ακόμη
πολύ αισχρότατον, όταν, όχι μόνον διέρχεται κανείς ολόκληρον
την ζωήν του εις τα δικαστήρια είτε ως ενάγων είτε ως
εναγόμενος, αλλά να είναι και τόσον αναίσθητος, ώστε να πείση
τον εαυτόν του ότι είναι και άξιος θαυμασμού διά τούτο, επειδή
έχει τάχα πάρη δίπλωμα εις την τέχνην της αδικίας και σου είναι
ικανός με όλας τας διαστροφάς, με όλας τας υπεκφυγάς και τα
λυγίσματα να κατορθώση να διεκφύγη την νόμιμον καταδίωξιν; και
ταύτα προκειμένου διά μικρά και όλως διόλου ανάξια λόγου
συμφέροντα, χωρίς να γνωρίζη πόσον καλύτερον και προτιμότερον
είναι να παρασκευάση τοιουτοτρόπως την ζωήν του, ώστε να μην
έχη καμμίαν ανάγκην δικαστού νυσταλέου. — Πραγματικώς αυτό
είναι πολύ ακόμη αισχρότερον.
— Και ολιγώτερον τάχα αισχρόν είναι να έχη κανείς αδιαλείπτως
την ανάγκην των ιατρών, εκτός όταν πρόκειται περί τραυμάτων ή
περί άλλων τυχαίων επιδημικών ασθενειών, επειδή από την αργίαν
και από τον τρόπον της διαίτης, που περιεγράψαμεν, γεμίζει το
σώμα του από διάφορα ρεύματα και αέρια, όπως τα έλη από
αναθυμιάσεις, και αναγκάζει τους κομψούς Ασκληπιάδας να
εφευρίσκουν ονόματα, εμφράξεις και κατάρρους και τα τοιαύτα,
διά τα διάφορά του νοσήματα; — Αληθινά είναι της τελευταίας
κατασκευής και παράξενα ονόματα νοσημάτων. — Άγνωστα δε βέβαια
επί της εποχής του Ασκληπιού• και το συμπεραίνω, διότι οι δύο
υιοί του εις την πολιορκίαν της Τροίας δεν ημπόδισαν την
γυναίκα που έδωσεν εις τον πληγωμένον Ευρύπυλον να πίη οίνον
Πράμνειον ανακατωμένον με άλευρα και με τυρόν, τα οποία
θεωρούνται φλεγματώδη, ούτε επέπληξαν τον Πάτροκλον ο οποίος
εθεράπευε την πληγήν του. — Και όμως ήτο βέβαια ακατάλληλον το
ποτόν δι’ ένα άνθρωπον εις αυτήν την κατάστασιν. — Όχι, αν
λάβης υπ’ όψιν ότι οι Ασκληπιάδαι δεν εγνώριζον αυτήν την
σημερινήν παιδαγωγικήν, ούτως ειπείν, ιατρικήν των νοσημάτων,
πριν εμφανισθή ο Ηρόδικος• αυτός ήτο διδάσκαλος της γυμναστικής
και επειδή έγινεν ασθενικός, συνεδύασε την γυμναστικήν με την
ιατρικήν, και με αυτόν τον συνδυασμόν εβασάνισε πρώτον και
περισσότερον τον εαυτόν του, έπειτα πολλούς άλλους κατόπιν. —
Πώς αυτό; — Διότι έκαμε μακρόν και βραδύν τον θάνατόν του• η
ασθένειά του δηλαδή ήτο θανάσιμος και επειδή δεν ημπορούσε να
την θεραπεύση τελείως, επέμενε να την παρακολουθή βήμα προς
βήμα, χωρίς καμμίαν άλλην ασχολίαν να έχη εις την ζωήν του παρά
την φροντίδα της υγιείας, και εζούσε με αυτό το παντοτινόν
βασανιστήριον, να μη παραστρατήση το παραμικρόν από την
συνηθισμένην του δίαιταν• κ’ έτσι με την σοφίαν του αυτήν έσυρε
ως το γήρας μίαν ζωήν κακοθάνατην. — Δεν ήτο, να σου ειπώ,
άσχημη αυτή η αμοιβή της σοφίας του. — Ναι βέβαια, δι’ ένα που
δεν εγνώριζεν ότι ο Ασκληπιός, όχι από άγνοιαν και αμάθειαν δεν
εδίδαξεν αυτό το είδος της ιατρικής εις τους διαδόχους του,
αλλά επειδή ίσα ίσα ήξευρεν, ότι εις όλας τας ευνομουμένας
πόλεις έχει ανατεθή εις έκαστον ένα ωρισμένον έργον, το οποίον
οφείλει να εξασκή και κανείς δεν έχει καιρόν να διέρχεται την
ζωήν του ασθενής και νοσηλευόμενος• και ημείς οι ίδιοι
αισθανόμεθα το γελοίον του πράγματος, όταν πρόκειται διά τους
πτωχούς τεχνίτας, αλλά διά τους πλουσίους και τους θεωρουμένους
ευτυχείς δεν μας κάμνει εντύπωσιν. — Πώς; — Εάν ασθενήση ένας
ξυλουργός, θα ζητήση αμέσως από τον ιατρόν να του δώση εμετικόν
ή καθαρτικόν διά να βγάλη από πάνω του την ασθένειαν, ή, αν
είναι ανάγκη, θα καταφύγη και εις την καυτηρίασιν και εις την
εγχείρισιν διά να απαλλαχθή μίαν ώραν αρχύτερα• εάν όμως κανείς
τον υποβάλη εις μακράν δίαιταν και του διατάξη επιδέσμους εις
την κεφαλήν και τα τοιαύτα, δεν θ' αργήση να του ειπή, ότι δεν
έχει καιρόν να είναι άρρωστος, ούτε τον ωφελεί να ζη έτσι και
να παραμελήση την εργασίαν του, διά να καταγίνεται με την
αρρώστεια του• έπειτα θα στείλη στο καλό τον ιατρόν, θα
επαναλάβη την συνηθισμένην του δίαιταν, θα επανακτήση την
υγιείαν του και θ' αρχίση τη δουλειά του• ή αν επί τέλους το
σώμα του δεν ανθέξη εις την ασθένειαν, πεθαίνει και γλυτώνει
από τα βάσανα. — Και πράγματι αυτό το είδος της ιατρικής
φαίνεται να ταιριάζη εις αυτούς τους ανθρώπους. — Διότι βέβαια
έχει κάποιαν εργασίαν, την οποίαν εάν αναγκασθή να αφήση, δεν
θα του ωφελούσε και να ζη. — Μάλιστα. — Και ο πλούσιος δεν
έχει, λέγουν, καμμίαν εργασίαν τοιαύτην, ώστε αν αναγκασθή να
την παραιτήση, να είναι αβίωτος ο βίος του; — Έτσι λέγουν. —
Φαίνεται, δεν άκουσες που λέγει ο Φωκυλίδης, πως όταν πλέον
απόκτήση κανείς περιουσίαν, πρέπει να καλλιεργή την αρετήν. —
Νομίζω όμως ότι και πρότερον ημπορεί. — Ας μη του
διαφιλονεικήσωμεν τώρα το πράγμα, μόνον ας ίδωμεν οι ίδιοι, αν
πρέπη αληθινά ο πλούσιος να καταγίνεται με την αρετήν, και αν,
χωρίς αυτό, του είναι αδύνατον να ζήση, ή εάν η διαρκής
νοσηλεία τον μεν πτωχόν ξυλουργόν και τους άλλους τεχνίτας
εμποδίζη από την εξάσκησιν του έργου των, δεν εμποδίζη όμως και
τον πλούσιον να εφαρμόζη το παράγγελμα του Φωκυλίδου. — Τον
εμποδίζει, μα τον Δία, και απ’ όλα μάλιστα περισσότερον η
υπερβολική αυτή φροντίς περί του σώματος, η οποία υπερβαίνει
πλέον τα όρια της γυμναστικής• διότι είναι πρόσκομμα και εις
την διαχείρισιν των οικιακών υποθέσεων, και των δημοσίων, είτε
εν ειρήνη είτε εν πολέμω. — Και το σπουδαιότερον, είναι τελείως
ασυμβίβαστος προς πάσαν μάθησιν και σπουδήν και προς οιανδήποτε
συγκέντρωσιν του νου• αιωνίως παραπονούνται ότι θα σπάση η
κεφαλή των από τους πόνους, ότι έχουν ζάλες, και δι’ όλα αυτά
ευρίσκουν αφορμήν την φιλοσοφίαν, ούτως ώστε, παντού όπου δι’
αυτής εξασκείται και δοκιμάζεται η αρετή, παρουσιάζεται
εμπόδιον η περί του σώματος φροντίς• διότι τον κάμνει να
φαντάζεται πάντοτε ότι είναι άρρωστος και να μη παύη ποτέ να
γογγύζη διά την κατάστασιν της υγιείας του. — Φυσικά.
— Αυτής λοιπόν της γνώμης, ας το είπωμεν, δεν ήτο και ο
Ασκληπιός; ο οποίος, όσοι μεν εκ φύσεως και διαίτης είχον γερά
σώματα, συνέβαινε δε να πάθουν κανένα νόσημα εξ άλλης αφορμής,
δι’ αυτούς μόνον και διά τους έχοντας τοιαύτην κράσιν υπέδειξε
τα μέσα της θεραπείας, περιορισθείς εις φάρμακα και εγχειρίσεις
διά τα νοσήματά των, χωρίς να τους διαγράφη άλλην δίαιταν από
την συνηθισμένην, διά να μη παραβλάπτη τα συμφέροντα της
πολιτείας• ενώ διά τα σώματα που αρχικώς ήσαν νοσηρά από μέσα,
δεν ανελάμβανε να παρατείνη την ζωήν των και τα βάσανά των με
διαίτας, και με κενώσεις, και με εγχύσεις, ούτως ώστε να φέρουν
εις την ζωήν και άλλα όμοιά των δυστυχισμένα, φυσικά, πλάσματα•
αλλ' ενόμιζεν ότι δεν ώφειλε να θεραπεύη εκείνον, που δεν
ημπορούσε ως εκ της κατασκευής του να φθάση το φυσικόν όριον
της ζωής, διότι θα ήτο ανωφελές και διά τον ίδιον και διά την
πολιτείαν. — Πολιτικόν, βλέπω, μας τον έκαμες τον Ασκληπιόν. —
Και ήτο βέβαια• και απόδειξις, ότι και τα τέκνα του, δεν
γνωρίζεις πόσον διεκρίθησαν και εις τον πόλεμον κατά την
πολιορκίαν της Τροίας, και την ιατρικήν δε εξήσκουν κατά τον
τρόπον που λέγω εγώ; ή δεν ενθυμείσαι ότι από την πληγήν του
Μενελάου, που του έκαμεν ο Πάνδαρος με το βέλος του,
το αίμα επιπιλίσανε κ’ έπειτα επασπαλίσαν
βοτάνια που γλυκαίνουνε τον πόνο
δεν του παρήγγειλαν δε, όπως και του Ευρυπύλου, τι να φάγη και
τι να πιή κατόπιν; διότι εγνώριζαν ότι τα φάρμακα είχαν την
δύναμιν να θεραπεύουν ανθρώπους, οι οποίοι, πριν από το τραύμα
των, ήσαν γερής κράσεως και εγκρατείς εις την δίαιτάν των, και
αν έτυχε τώρα αυτήν την στιγμήν να ήπιανε τον κυκεώνα• ενώ ένας
εκ φύσεως ασθενικός και επιρρεπής εις τας καταχρήσεις άνθρωπος,
ενόμιζον ότι δεν ωφελούσε τίποτε ούτε διά τον εαυτόν του ούτε
διά τους άλλους να ζη, και ότι δεν έπρεπε να είναι δι’ αυτούς η
ιατρική, ούτε πρέπει να τους θεραπεύουν, και πλουσιώτεροι ακόμη
από τον Μίδαν αν ήσαν. — Πάρα πολύ δα λεπτούς μας τους
παριστάνεις τους υιούς του Ασκληπιού.
— κ’ έτσι ταιριάζει• αν και οι τραγικοί ποιηταί και ο Πίνδαρος
δεν είναι φαίνεται της γνώμης μας• διότι λέγουν ότι ο Ασκληπιός
ήτο μεν υιός του Απόλλωνος, επείσθη όμως με χρήματα να
θεραπεύση ένα πλούσιον άνθρωπον, που ήτο πλέον ετοιμοθάνατος
και διά τούτο δα εκεραυνώθη υπό του Διός• ημείς όμως, συμφώνως
με όσα είπαμεν πριν, δεν θα πιστεύσωμεν ούτε το ένα ούτε το
άλλο, αλλά θα υποστηρίζωμεν ότι, αν μεν ήτο υιός θεού, δεν θα
ήτο αισχροκερδής, αν δε ήτο αισχροκερδής, δεν θα ήτο υιός θεού.
— Πολύ ορθά αυτά που λέγεις, Σώκρατες• αλλά δεν πρέπει τάχα,
νομίζεις, να υπάρχουν καλοί ιατροί εις τας πόλεις; και τοιούτοι
βέβαια θα εγίνοντο, μόνον εάν επερνούσαν από τα χέρια των όσον
το δυνατόν περισσότεροι άρρωστοι, είτε καλής, είτε κακής
κράσεως, όπως και δικασταί πάλιν, μόνον εάν ήρχοντο εις
συνάφειαν με πολλούς και διαφόρους χαρακτήρας.
— Και πάρα πολύ μάλιστα τους θέλω καλούς• αλλά ηξεύρεις ποίους
θεωρώ τοιούτους; — Αν μου το ειπής• — Θα δοκιμάσω• εσύ όμως
περιέλαβες εις την ερώτησίν σου δύο πράγματα όχι όμοια. — Πώς;
— Τότε μόνον ημπορεί να γίνη ένας ικανώτατος ιατρός, εάν από
την παιδικήν ηλικίαν του, αφού μάθη θεωρητικώς την επιστήμην
του, περάσουν από τα χέρια του όσον το δυνατόν περισσότερα και
της χειροτέρας κράσεως σώματα, και αν μάλιστα ακόμη και ο ίδιος
υποστή όλας τας ασθενείας και δεν είναι εκ φύσεως πάρα πολύ
γερής κράσεως• διότι, νομίζω, δεν θεραπεύουν οι ιατροί το σώμα
διά του σώματός των• διότι δεν θα εχωρούσε να ήσαν ποτέ αυτά
νοσηρά ή και να γίνουν τοιαύτα• αλλά διά της ψυχής, η οποία δεν
θα ημπορούσε ποτέ να θεραπεύση καλώς οτιδήποτε, εάν είναι η εάν
υπήρξε ποτέ κακή η ιδία. — Πολύ σωστά.
— Ενώ απεναντίας ο δικαστής κυβερνά την ψυχήν των άλλων διά
της ψυχής του• εις την οποίαν δεν είναι συγχωρημένον να έχη από
τρυφεράν ηλικίαν ανατραφή και σχετισθή με ψυχάς διεφθαρμένας,
ούτε να έχη και η ιδία περάση από όλα τα αδικήματα, ώστε να
ημπορή μ' ένα βλέμμα να κρίνη αμέσως εξ ιδίων και τα αδικήματα
των άλλων, όπως ο ιατρός από τα ιδικά του κρίνει και των άλλων
τα νοσήματα• αλλά πρέπει από την νεότητά της να είναι καθαρά
και απηλλαγμένη πάσης κακοηθείας, διά να ημπορή να κρίνη
ασφαλώς τα δίκαια• διά τούτο και οι χρηστοί άνθρωποι κατά την
νεότητά των φαίνονται ευήθεις και ευκόλως εξαπατώνται υπό των
αδίκων, επειδή δεν έχουν όμοια παραδείγματα να γνωρίζουν εξ
ιδίων τι συμβαίνει μέσα εις την ψυχήν των πονηρών. — Και
πράγματι συχνά το παθαίνουν αυτό.
— Δι’ αυτόν λοιπόν τον λόγον δεν πρέπει να είναι νέος ο καλός
δικαστής, αλλά γέρων, αφού επί τέλους μάθη αργά εις τα
γεράματα, τι είναι η αδικία• και την γνωρίση όχι ως ιδικήν του
και μέσα εις την ιδικήν του ψυχήν, αλλά την μελετήση επί μακρόν
μέσα εις τας ψυχάς των άλλων, διά να κρίνη πλέον κατά βάθος και
επιστημονικώς, και όχι απλώς εξ ιδίας εμπειρίας, τι φοβερόν
κακόν είναι η αδικία. — Αυτός πράγματι θα είναι δικαστής μια
φορά. — Ναι, αλλά θα είναι συγχρόνως και ο καλός δικαστής, διά
τον οποίον με ηρώτησες• διότι εκείνος που έχει καλήν ψυχήν θα
είναι και καλός• ενώ ο άλλος ο τετραπέρατος, που υποπτεύεται
παντού το κακόν, που είναι βουτηγμένος ο ίδιος εις κάθε
αδικίαν, και έχει τον εγωισμόν να θεωρή τον εαυτόν του σοφόν
εις κάθε πονηρίαν, όταν έχη να κάμη με ανθρώπους ομοίους του,
φαίνεται πράγματι τοιούτος, επειδή τα παραδείγματα που έχει ο
ίδιος μέσα του τον κάμνουν προσεκτικόν και διά τους άλλους•
όταν όμως ευρεθή με ανθρώπους χρηστούς και προχωρημένους πλέον
εις την ηλικίαν, τότε φαίνεται όλη του η αβελτηρία, και
δεικνύεται δύσπιστος εκεί που δεν πρέπει, και δεν ημπορεί να
πιστεύση εις το καλόν, διότι δεν έχει ο ίδιος μέσα του
παραδείγματα αυτού• επειδή όμως περισσότερον σχετίζεται τους
πονηρούς παρά τους χρηστούς ανθρώπους, διά τούτο περνά μάλλον
διά σοφός παρά δι’ αμαθής, όπως το πιστεύει και ο ίδιος και
άλλοι πολλοί. — Είναι αληθέστατα όλα αυτά.
— Δεν πρέπει λοιπόν να είναι τοιούτος ο σοφός και αγαθός
δικαστής που ζητούμεν, αλλ' όπως ο πρώτος εκείνος που
περιέγραψα• διότι η πονηρία δεν ημπορεί ποτέ να γνωρίση κατά
βάθος ούτε αυτήν την ιδίαν, ούτε την αρετήν• ενώ η αρετή, όταν
εκτός την φύσεως προσλάβη συν τω χρόνω και την πείραν, θα είναι
εις θέσιν να γνωρίζη επιστημονικώς και εαυτήν και την κακίαν•
ώστε την αληθινήν σοφίαν μόνον ο τοιούτος άνθρωπος θα την έχη,
αλλ' όχι ο κακός. — Είμαι σύμφωνος και εγώ.
— Δεν θα νομοθετήσης λοιπόν εις την πόλιν μας τοιαύτην
ιατρικήν και δικαστικήν, αι οποίαι θα φροντίζουν μόνον δι’
εκείνους τους πολίτας όσοι εκ φύσεως έχουν υγιές σώμα και καλήν
ψυχήν; όσον δ' αφορά τους άλλους, εκείνους μεν που δεν έχουν
τοιούτον σώμα, θα τους αφήνουν ν' αποθνήσκουν, εκείνους δε, των
οποίων η ψυχή είναι εκ φύσεως κακή και αδιόρθωτος, θα τους
καταδικάζουν εις θάνατον; — Αυτό απεδείχθη το καλύτερον που
έχομεν να κάμωμεν και δι’ αυτούς τους ιδίους τους πάσχοντας και
διά την πόλιν.
— Είναι επομένως φανερόν ότι οι νέοι, μεταχειριζόμενοι την
απλήν εκείνην μουσικήν, που γεννά καθώς είπομεν την σωφροσύνην,
θα το θεωρούν βέβαια εντροπήν των να λαμβάνουν ανάγκην των
δικαστών. — Πως όχι; — Εάν λοιπόν ο έχων τοιαύτην μουσικήν
ανατροφήν θελήση να ακολουθήση τα αυτά ίχνη και εις την
γυμναστικήν, δεν θα προτιμήση να μη χρειασθή ποτέ την ιατρικήν,
εκτός απολύτου ανάγκης; — Μου φαίνεται. — Ώστε θα υποβάλλεται
εις τας ασκήσεις αυτάς και τους σωματικούς κόπους όχι τόσον διά
να αυξήση την σωματικήν του δύναμιν, αλλά μάλλον αποβλέπων εις
το θυμοειδές της ψυχής και εις την ανάπτυξιν αυτού, κατ'
αντίθεσιν προς τους άλλους τους κοινούς αθλητάς, οι οποίοι
ακολουθούντες ωρισμένον είδος ασκήσεως και διαίτης αποβλέπουν
μόνον να γίνουν ρωμαλέοι. — Ορθότατα.
— Αλλ' άραγε πιστεύεις και συ, Γλαύκων, όπως το φαντάζονται
και πολλοί άλλοι, ότι εκείνοι που εθέσπισαν εις την εκπαίδευσιν
των νέων την μουσικήν και την γυμναστικήν, τας εθέσπισαν διά να
διαπλάττουν με την μίαν μεν το σώμα, με την άλλην δε την ψυχήν;
— Αλλά διά τι άλλο; — Διότι εμένα μου φαίνεται ότι εθέσπισαν
και τας δύο κυριώτατα διά την ψυχήν. — Και πώς τάχα; — Δεν
παρετήρησες ποτέ ποίαν τροπήν λαμβάνει και ο χαρακτήρ εκείνων,
που επιδοθούν αποκλειστικώς καθ' όλην των την ζωήν εις την
γυμναστικήν, χωρίς να γευθούν διόλου από μουσικήν; ή και
εκείνοι, εις τους οποίους συμβή το εναντίον; — Περί τίνος
λέγεις; — Περί της αγριότητος και σκληρότητος των πρώτων, και
περί της μαλακότητος και ημερότητος των δευτέρων. — Πράγματι το
παρετήρησα και εγώ, ότι όσοι μεν επιδοθούν αποκλειστικώς εις
την γυμναστικήν, γίνονται τραχύτεροι του δέοντος, όσοι δε εις
την μουσικήν, μαλακώτεροι παρ' όσον θα τους ήρμοζε. — Και όμως
αυτή η τραχύτης δεν ημπορεί να προέρχεται παρά από το θυμοειδές
της φύσεως, το οποίον με την ορθήν μεν ανατροφήν μεταβάλλεται
εις ανδρείαν, όταν όμως επιταθή περισσότερον του δέοντος,
καταντά φυσικώ τω λόγω εις την τραχύτητα και την βαναυσότητα. —
Έτσι φαίνεται. — Τι δε; την ημερότητα δεν την έχει έμφυτον η
φιλοσοφική φύσις; η οποία όταν μεν χαλαρωθή ακόμη περισσότερον
καταντά εις την χαυνότητα, όταν όμως καλλιεργηθή όπως πρέπει
γίνεται ημερότης και κοσμιότης; — Και αυτό σωστόν. — Αλλά
είπομεν ότι οι φρουροί μας πρέπει να έχουν και τους δύο τούτους
χαρακτήρας. — Πρέπει μάλιστα. — Ώστε πρέπει να είναι
συνδυασμένοι αρμονικώς μεταξύ των. — Πώς όχι; — Διότι όπου μεν
υπάρχει αυτός ο αρμονικός συνδυασμός καθιστά την ψυχήν και
εγκρατή και ανδρείαν. — Μάλιστα. — Ενώ η μεταξύ των δυσαρμονία
την καθιστά και δειλήν και βάναυσον. — Και πολύ μάλιστα.
— Όταν λοιπόν κανείς παραδίδη εις την μουσικήν την ψυχήν του,
να του την ποτίζη και να την γλυκοπεριχύνη διά μέσου της ακοής,
με τας γλυκάς εκείνας και μαλακάς και θρηνώδεις αρμονίας που
ελέγαμεν, και περνά όλην του την ζωήν με τα τραγούδια και με τα
θέλγητρα του άσματος, αυτός κατ' αρχάς μεν, εάν είχε μέσα του
τίποτε το θυμοειδές, αρχίζει να το μαλακώνη, και όπως ο σίδηρος
εις το πυρ, να το κάμνη χρήσιμον, ενώ πριν ήτο σκληρόν και
άχρηστον• αλλ' αν δεν μετριάση το πράγμα και εξακολουθή να
υφίσταται την αυτήν γοητείαν, τότε το θυμοειδές εκείνο αρχίζει
πλέον να λυώνη και να στάζη σιγά σιγά, έως ότου εξ ολοκλήρου
αναλυθή, και εις το τέλος γίνεται η ψυχή του ως να της έκοψαν
τα νεύρα και ο ίδιος καταντά μαλθακός αιχμητής, καθώς λέγει ο
Όμηρος. — Έτσι είναι. — Και αν μεν εξ αρχής λάβη ψυχήν εκ
φύσεως μαλακήν, το αποτέλεσμα δεν αργεί να επέλθη μίαν ώραν
αρχύτερα• εάν δε απεναντίας θυμοειδή, εξασθενίζει την ψυχήν και
την κάμνει οξύθυμον, η οποία, αρκεί ένα τίποτε, να ερεθισθή
αμέσως και πάλιν αμέσως να κατευνασθή• ώστε γίνονται οι
τοιούτοι ευερέθιστοι και οργίλοι, από ανδρείοι που ήσαν, και
πολύ δυσμεταχείριστοι. — Είναι αληθέστατον.
— Εάν τώρα πάλιν εις την γυμναστικήν, υπερβολικά γυμνάζεται,
υπερβολικά τρώγη, παραμελή δε τελείως την μουσικήν και την
φιλοσοφίαν, κατ' αρχάς μεν δεν θα δυναμώση το σώμα του, δεν θα
αποκτήση μίαν αυτοπεποίθησιν και τόλμην, και εν γένει δεν θα
γίνη ανδρειότερος από πριν; — Χωρίς άλλο βέβαια. — Αφού όμως θα
εξακολουθή να μη κάμνη τίποτε άλλο και να μην έχη καμμίαν
κοινωνίαν με την Μούσαν, η ψυχή του, και αν είχε και μικράν
φιλομάθειαν πριν, επειδή θα μένη άγευστος πάσης μαθήσεως και
ερεύνης, και αμέτοχος παντός λόγου και άλλης μουσικής
μορφώσεως, δεν θα εξασθενήση τελείως και θα καταντήση τυφλή και
κωφή, όταν παύση κάθε φροντίς να την διεγείρη και την αναπτύσση
και να καθαρίζη, τας αισθήσεις του; — Αυτό μάλιστα θα γίνη.
— Εχθρός λοιπόν των γραμμάτων και των μουσών γίνεται, νομίζω,
ο τοιούτος, ο οποίος δεν γνωρίζει πλέον να μεταχειρίζεται την
πειθώ και τον λόγον, αλλά όλο με το άγριον και με την βίαν έχει
να κάμη, ως θηρίον, και ζη εις την αμάθειαν και την χυδαιότητα
βυθισμένος, χωρίς καμμίαν χάριν και αρμονίαν. — Πράγματι είναι
όπως το λέγεις. — Θα ημπορούσα λοιπόν να ισχυρισθώ εγώ, ότι τας
δύο αυτάς τέχνας, την μουσικήν και την γυμναστικήν, εχάρισε
κάποιος θεός εις τους ανθρώπους, όχι, καθώς κοινώς λέγεται, την
μίαν διά την ψυχήν και την άλλην διά το σώμα (εκτός μόνον εν
παρέργω διά το τελευταίον τούτο), αλλά και τας δύο
αποκλειστικώς διά την ψυχήν, όπως εντός αυτής συνδυάζωνται
αρμονικώς η ανδρεία και η σοφία, εντεινόμεναι ή χαλαρούμεναι
μέχρι του προσήκοντος βαθμού. — Φαίνεται πράγματι. — Εκείνος
λοιπόν ο οποίος συνδυάζει άριστα την γυμναστικήν μετά της
μουσικής και τας εφαρμόζει με το προσήκον μέτρον εις την ψυχήν
του, αυτός θα άξιζε να ονομασθή ορθότατα τελείως μουσικός και
επιστήμων της αρμονικής, πολύ περισσότερον από τον χορδιστήν
των μουσικών οργάνων. — Και πολύ φυσικά. — Δεν θα χρειασθή
λοιπόν, Γλαύκων, και εις την πόλιν μας ένας επιστάτης, ο οποίος
να το έχη αυτό έργον, εάν εννοούμεν να διατηρηθή η πολιτεία; —
Θα χρειασθή και πάρα πολύ μάλιστα.
— Αυτοί λοιπόν περίπου θα είναι οι τύποι της ανατροφής και της
εκπαιδεύσεως των νέων μας• διότι περιτττόν θα ήτο να
εκτεινώμεθα τώρα περί των χορών και των κυνηγίων και των
γυμνικών και ιππικών αγώνων• είναι προφανές ότι και επί τούτων
θα ακολουθήσωμεν τας αρχάς, που καθωρίσαμεν, και δεν είναι
δύσκολον να διαγράψωμεν και αυτών τους κανόνας. — Δεν θα είναι
βέβαια δύσκολον.
— Έστω λοιπόν• τι ζήτημα μας υπολείπεται τώρα να
διευκρινήσωμεν; δεν πρέπει τάχα να εξετάσωμεν ποίοι απ’ αυτούς
θα κυβερνούν και ποίοι θα υπακούουν; — Πώς όχι; — Δεν είναι εν
πρώτος φανερόν ότι άρχοντες μεν πρέπει να είναι οι πρεσβύτεροι,
υπήκοοι δε οι νεώτεροι; — Φανερόν. — Και ότι πάλιν μεταξύ των
πρεσβυτέρων οι καλύτεροι; — Και αυτό. — Καλύτεροι μεταξύ των
γεωργών δεν είναι εκείνοι που κατέχουν εις την εντέλειαν την
τέχνην των; — Μάλιστα. — Αφού λοιπόν και εκείνοι πρέπει να
είναι οι καλύτεροι μεταξύ των φρουρών, δεν πρέπει να γνωρίζουν
εις την εντέλειαν το πως φρουρείται μία πόλις; — Βέβαια. — Ώστε
προς τούτο δεν πρέπει να είναι συνετοί και δραστήριοι, ακόμη δε
να έχουν και μέγαν ζήλον υπέρ της πόλεως; — Εννοείται. —
Περισσότερον δε ζήλον έχει, νομίζω, κανείς δι’ ένα πράγμα που
αγαπά. — Κατ' ανάγκην. — Αλλά βέβαια θα αγαπούσε κανείς
περισσότερον εκείνο, μετά του οποίου θα είχε κοινά τα
συμφέροντα, ούτως ώστε την ευτυχίαν αυτού να την θεωρή και
ιδικήν του, και τανάπαλιν. — Έτσι είναι. — Πρέπει λοιπόν να
εκλέξωμεν μεταξύ όλων των φρουρών εκείνους τους οποίους, μετά
μακράν εξέτασιν, θα ευρίσκαμεν προθυμοτάτους καθ' όλην την ζωήν
των να πράττουν μεν ό,τι θα ενόμιζαν συμφέρον της πόλεως, να
αποφεύγουν δε κατά πάντα τρόπον ό,τι θα έκριναν ασύμφορον. —
Αυτοί πράγματι θα μας εχρειάζοντο. — Μου φαίνεται δε ότι πρέπει
να τους παρακολουθήσωμεν καθ' όλας τας ηλικίας, διά να
βεβαιωθούμεν αν πράγματι είναι ικανοί να φυλάττουν απαρεγκλίτως
αυτό το δόγμα, ή μήπως ημπορεί να υποκύψουν εις κανένα
πειρασμόν ή βίαν, ώστε, λησμονούντες, να αποβάλουν την ιδέαν,
που έχουν, ότι πρέπει να εργάζωνται πάντοτε διά το συμφέρον της
πόλεως. — Πώς να την αποβάλουν; — θα σου το εξηγήσω• μου
φαίνεται ότι αποβάλλομεν μίαν ιδέαν από τον νουν μας, είτε
εκουσίως είτε ακουσίως• εκουσίως μεν όταν πεισθώμεν ότι είναι
ψευδής• ενώ τας αληθείς τας παραιτούμεν ακουσίως. — Ενόησα το
πρώτον, θέλω όμως να καταλάβω σαφέστερα πώς παραιτούμεν
ακουσίως τας αληθείς; — Πώς; δεν εννοείς και μόνος σου, ότι οι
άνθρωποι τα αγαθά τα στερούνται όχι με την θέλησίν των, ενώ
απεναντίας τα κακά με όλην των την ευχαρίστησιν; ή δεν είναι
κακόν να απαρνηθή κανείς την αλήθειαν, καλόν δε να την
εγκολπούται; δεν την εγκολπούται δε, όταν έχη μίαν ορθήν ιδέαν
περί παντός πράγματος; — Έχεις δίκαιον, και εννοώ τώρα ότι
ακουσίως οι άνθρωποι αποβάλλουν μίαν ορθήν ιδέαν. — Και δεν το
παθαίνουν αυτο ή δι’ υφαρπαγής, ή διά τινος γοητείας, ή δι’
εξαναγκασμού; — Ούτε τώρα δεν εννοώ. — Φαίνεται πως
μεταχειρίζομαι την γλώσσαν των τραγικών• δι’ υφαρπαγής όταν
λέγω, εννοώ όταν πεισθούν και αλλάξουν ιδέαν, ή όταν
λησμονήσουν• επειδή, ούτως ειπείν, τους υπεξαιρεί την ιδέαν των
εις μεν την πρώτην περίστασιν ο λόγος, εις δε την δευτέραν ο
χρόνος• τώρα βέβαια θα ενόησες. — Ναι. — Δι’ εξαναγκασμού δε
εννοώ, όταν με τα βασανιστήρια, σωματικά ή ηθικά, αναγκασθή
κανείς να αλλάξη γνώμην. — Και αυτό το ενόησα και έχεις
δίκαιον. — Όσον διά την γοητείαν, και εσύ νομίζω καταλαβαίνεις,
ότι πρόκειται δι’ εκείνους που αλλάζουν ιδέαν, ή σαγηνευθέντες
από την ηδονήν, ή και υποκύψαντες εις κάποιον φόβον. —
Πραγματικώς, φαίνεται πως μας σαγηνεύουν όσα μας εξαπατούν.