Ουδεμίαν επιζητεί του χαρακτήρος του υπεράσπισιν ΑΝΑΚΡΕΩΝ ο

Τήιος· καίτοι, αφού έζησε μετά καλών συντρόφων μέχρι των 85

ετών, ήτο αδύνατον να ήτο τόσον έκλυτος, όσον αυτός θέλει να

πιστεύσωμεν. Η ποίησίς του επήγαζεν εκ των Λεσβίων ποιητών και

των σκολίων του συμπολίτου του Πυθέρμου. Τω 545 π. Χ. έφυγεν εκ

της πατρίδος του ένεκα της περσικής επιδρομής, και εγκατεστάθη

εις τα Άβδηρα, την εν Θράκη αποικίαν των Τηίων· εκεί είδεν

ολίγην μάχην, όπου, καθώς επιμελώς διηγείτο, έπαθεν ό,τι και ο

Αρχίλοχος και ο Αλκαίος· τέλος εκολλήθη εις πολλούς ηγεμονικούς

φίλους, τον Πολυκράτη εν Σάμω, τον Ίππαρχον εν Αθήναις,

Εχεκράτη τον Αλευάδην εν Θεσσαλία. Των έργων αυτού, ελεγειών,

επιγραμμάτων, ιάμβων και ωδών, εν Αλεξανδρεία υπήρχον πέντε

βιβλία· ημείς έχομεν έν απόσπασμα σαρκαστικόν [το κατά του

πονηρού Αρτέμωνος] και πολλάς βακχικάς και ερωτικάς ωδάς,

αποτεινομένας ιδίως προς τον εταίρον αυτού Βάθυλλον. Πάντα ήσαν

δημοτικώτατα και εγέννησαν πλείστας απομιμήσεις κατά πάσας τας

περιόδους ελληνικής λογοτεχνίας· ούτως έχομεν _Ανακρεόντεια_

ποικίλων χρόνων από του τρίτου αιώνος π. Χ. μέχρι της

αναγεννήσεως. Τα Ανακρεόντεια είναι αθώα πάσης νοθείας· λ. χ.

έν παριστάνει τον Ανακρέοντα φαινόμενον εις το όνειρον του

ποιητού του· άλλων ο ποιητής απλώς λαμβάνει την λύραν του

Ανακρέοντος, ίνα ψάλη τον έρωτά του προς «νεώτερον Βάθυλλον». Η

διάλεκτος, η παράστασις του Έρωτος ως ανησύχου παιδαρίου, αι

προσωποποιίαι, αι περιγραφαί καλλιτεχνημάτων, πάντα είναι

μαρτύρια μεταγενεστέρων χρόνων. Αλλ' όμως αναμφίβολος είναι η

σπανία χάρις των ποιημάτων τούτων, αληθινών και ψευδών. Ο

Ανακρέων διακρίνεται μεταξύ των Ελλήνων διά την ρέουσαν

ευκολίαν του ρυθμού, της σκέψεως και της φράσεως. Τον κατανοεί

και παιδίον, είναι δε μουσικώτατος. Αλλά τα μη γνήσια ποιήματα

είναι πλέον Ανακρεόντεια ή αυτός ο Ανακρέων. Συγκρινόμενος προς

αυτά ο γνήσιος Ανακρέων έχει πολλήν ποικιλίαν θεμάτων και

ρυθμών, ακόμη δε και αρκετήν μεγαλοπρέπειαν και εγκράτειαν της

έκτης εκατονταετηρίδος. Πιθανώτατα δε η όλη περί του ανθρώπου

έννοια ημών θα ήτο υψηλοτέρα, εάν έλειπον αι αδιάκοποι

απομιμήσεις, αίτινες καθώρισαν τον Ανακρέοντα ως τύπον γέροντος

ευθύμου και ερωτύλου (146).

Οι τρεις ούτοι ποιηταί παριστώσι την προσωπικήν λυρικήν ποίησιν

της Ελλάδος. Ο Αλκαίος περικλείει πάσαν εκδήλωσιν ανησύχου και

ίσως πατριωτικού βίου. Η Σαπφώ εκφράζει μετά φλεγούσης αγωνίας

την εσωτερικήν ζωήν, τα συνήθως σιωπηλά πάθη. Ο Ανακρέων

σκορπίζει ελαφρά τεμάχια ωδών, αναφερόμενα εις απλήν

διασκέδασιν των αισθήσεων ή της φαντασίας. Αλλ' η προσωπική ωδή

δεν έφθασε ποτέ το καλλιτεχνικόν μεγαλείον, τα θρησκευτικά και

φιλοσοφικά ύψη του χορικού άσματος. Είναι δε δηλωτικόν της

ημετέρας αδυναμίας προς εντελή κατανόησιν της ελληνικής

ποιήσεως τούτο, ότι συνήθως ημείς προτιμώμεν μάλλον εκείνο το

είδος, όπερ ολόκληρος η αρχαιότης εθεώρει ως ευκολώτερον και

υποδεέστερον.

ΤΟ ΧΟΡΙΚΟΝ ΑΣΜΑ

Πλην της προσωπικής λυρικής υπήρχε βεβαίως εν Ελλάδι κατά

χρόνους αρχαιοτέρους των παλαιοτάτων σωζομένων ποιημάτων η

συνήθεια του εορτασμού σπουδαίων περιστάσεων διά του χορού και

του άσματος ολοκλήρου ομίλου. Η περίστασις ηδύνατο, εννοείται,

να είναι δημοσία ή ιδιωτική, αλλά κατά τους πρώτους χρόνους ήτο

μάλλον ή ήττον θρησκευτική, π. χ. νίκη, θέρος, εορτή, γέννησις,

θάνατος ή γάμος. Κατά δε τους χρόνους, ότε πρώτον ημείς

γνωρίζομεν τα χορικά, ταύτα πάντοτε μηνύουσιν εξ επαγγέλματος

ποιητήν και όμιλον εξ επαγγέλματος χορευτών, και συνήθως κάτι

νέον, — δηλαδή νέον χορόν, νέαν μουσικήν, νέα λόγια — διά πάσαν

νέαν περίστασιν. Είναι δε τούτο καθολικόν. Οι μεγάλοι λυρικοί

είναι Λέσβιοι, Ιταλιώται, Ρηγίνοι, Κείοι, Βοιωτοί, ο δε

αρχαιότατος λέγεται ότι ήτο Λυδός. Ο ποιητής ηδύνατο να στείλη

προς εκτέλεσιν το έργον του και αλλού, βέβαιος ότι εκεί θα

ευρεθώσι δόκιμοι εκτελεσταί, δυνάμενοι να νοήσωσι και τον χορόν

και το άσμα. Και η διάλεκτος είναι τρόπον τινά καθολική. Έχει

δηλαδή αιολικά, «επικά» και δωρικά στοιχεία, και μόνον η

αναλογία τούτων ποικίλλει κατά τους διαφόρους ποιητάς. Τα

γεγονότα ταύτα αρκούσι να δείξωσιν ότι τα χορικά και αυτού του

Αλκμάνος, πολύ δε μάλλον τα του Σιμωνίδου είναι υψηλώς

ανεπτυγμένα έργα. Τα δε άριστα των σωζομένων ειδών, οι επίνικοι

του Πινδάρου, παριστώσι την τελείαν ανάπτυξιν άνθους, όπου

αρχίζει πλέον η παρακμή.

Τι σημαίνει άρα γε η μείξις αύτη των διαλέκτων; Η αιολική είναι

η γλώσσα του άσματος ένεκα της Σαπφούς και του Αλκαίου· διότι

πας ψάλτης, ακολουθών αυτούς, επηρεάζετο υπ' αυτών. Το δε

επικόν στοιχείον απορρέει εκ του Ομήρου, όστις τότε περίπου

διεδόθη ως κοινόν κτήμα της Ελλάδος (147). Αλλά το δωρικόν

είναι ανάγκη να εξηγηθή.

Οι ποιηταί, καθώς είδομεν, δεν ήσαν μόνον Δωριείς· αλλ' οι

προστάται της ποιήσεως ήσαν, δωρικόν δε κατά μέγα μέρος ήτο και

το πνεύμα αυτής. Διότι της μεν ιωνικής και αιολικής παιδείας

σκοπός ήτο η ελευθερία του ατόμου· η δε δωρική υπέτασσεν αυτόν

προκειμένου και περί αυτής της ποιήσεως, εις κοινόν ευρύτερον

και αδιαφορούσα περί των αισθημάτων ενός εκάστου, εζήτει παρ'

αυτού να εκφράση τα αισθήματα του συνόλου. Οι πρώτοι χορικοί

ποιηταί, ο Αλκμάν και ο Στησίχορος, ήσαν πιθανώς δημόσιοι

υπάλληλοι, εργαζόμενοι έκαστος χάριν της ιδίας πόλεως. Τούτο

είναι έν δωρικόν στοιχείον των χορικών ασμάτων. Άλλο δε είναι,

ότι ευθύς ως έπαυσε να εκτελήται υπ' αυτού του κοινού ως

δημόσιον καθήκον, απέβη διασκέδασις κατά παραγγελίαν ενός

προστάτου, δαπανώντος. Οι μη χορικοί ποιηταί, Αλκαίος, Σαπφώ,

Αρχίλοχος, έγραφον προς ιδίαν ευχαρίστησιν και ήσαν κατά την

Αριστοτελικήν φράσιν «_εαυτών_» και ουχί «_άλλου_». Ο Ανακρέων

έζησεν εν αυλαίς και θα συνετηρείτο βεβαίως εκ της αυλικής

προστασίας, αλλά τα ποιήματά του προφανώς εγράφησαν προς ιδίαν

τέρψιν και όχι κατ' εντολήν του Πολυκράτους. Αλλ' η άσκησις

χορού εξ επαγγέλματος σημαίνει δαπάνην, και η δαπάνη σημαίνει

προστάτην δαπανώντα. Όθεν ο Πίνδαρος και ο Σιμωνίδης μετά των

εξησκημένων αυτών χορευτών ηδύναντο να υπάρχωσι μόνον διά της

προστασίας πλουσίων ολιγαρχικών.

Το πλουσιώτατον ιωνικόν κράτος, αι Αθήναι, δυσαρέστως έβλεπον

την ανάπτυξιν ταύτην του χορού. Οι αθηναϊκοί διθύραμβοι και αι

τραγωδίαι δεν εγράφοντο κατ' εντολήν ενός, ουδέ παριστάνοντο

υπό εμμίσθων υποκριτών, αλλ' εδιδάσκοντο πανηγυρικώς υπό

ελευθέρων πολιτών, ως υπηρετών του μεγάλου Δήμου. Και ενίοτε

μεν πλουσιώτατός τις πολίτης ηδύνατο να παρασκευάζη, καθώς

Δωριεύς ευπατρίδης, διδασκαλίαν ιδίου διθυράμβου· αλλά και

αυτός ο Μεγακλής, όστις παρήγγειλε διθύραμβον εις τον Πίνδαρον,

φαίνεται μέτριος και φειδωλός παραβαλλόμενος προς τους

Αιγινήτας και προς τους τυράννους. Ο Αλκιβιάδης παρήγγειλε

διθύραμβον εις τον Ευριπίδην, αλλά τούτο ήτο δείγμα της

επιδεικτικής του σπατάλης. Εν γένει δ' αι ιωνικαί πολιτείαι

ήσαν είτε πτωχοτέραι είτε δημοκρατικώτεραι ή ώστε ν'

αναπτύξωσιν επαγγελματικά χορικά άσματα.

Το χορικόν άσμα απετέλει χωριστόν είδος, έχον ιδίαν ενότητα,

αλλά δεν είχεν έν όνομα. Όθεν ο Αριστοτέλης συχνά

μεταχειρίζεται το ειδικόν όνομα «διθύραμβος» προς δήλωσιν του

όλου γένους· τούτο είναι λαϊκή επέκτασις της εννοίας, επελθούσα

μετά την ανάπτυξιν του νεωτέρου αττικού διθυράμβου υπό του

Τιμοθέου και του Φιλοξένου. Και αυτά δε τα ονόματα των διαφόρων

ειδών των χορικών ασμάτων είναι όλως αόριστα. Δηλαδή ότε οι

γραμματικοί της Αλεξανδρείας συνήθροισαν τα διεσπαρμένα έργα

του Πινδάρου και του Σιμωνίδου εχρειάζοντο βάσιν τινά προς

διαίρεσιν και κατάταξιν. Ούτω κατά τα θέματα έχομεν _συμποτικά,

επιθαλάμια, θρήνους, επινίκια_· κατά δε την σύστασιν του χορού,

_παρθένια, παιδικά_, ή πάλιν εξ άλλης απόψεως, _στάσιμα,

εμβατήρια, χορικά_. Κατόπιν έρχονται ίδια ονόματα, εις ουδεμίαν

υπαγόμενα τάξιν· _παιάν_ είναι ύμνος εις τον Απόλλωνα·

_διθύραμβος_ εις τον Διόνυσον (148) _ιάλεμος_ είναι ίσως θρήνος

δι' ασθένειαν και όχι θάνατον. Η σύγχυσις είναι φανερά· οι κατ'

ιδίαν συλλέκται έκαμνον καθείς άλλην διαίρεσιν· μετεχειρίζοντο

δε και τοπικά ονόματα διά τοπικάς ποικιλίας ασμάτων, αρχικώς

ασχέτων π. χ. εάν _ιάλεμός_ τις πράγματι διέφερε _θρήνου και

θρήνος επικηδείου_, τούτο εσήμαινε μόνον, ότι πάντα ταύτα ήσαν

ονόματα τοπικά και ότι ο ρυθμός αυτών συνέβαινεν ακασταχού { in

the different localities } να διαφέρη.

Ο καθαυτό διθύραμβος ήτο άσμα και χορός εις τιμήν του Διονύσου,

έκπαλαι τελούμενος εν Νάξω, Θάσω, Βοιωτία και Αττική· το όνομα

φαίνεται ως σύνθετον εκ του _Δι_ (=Διο-, θεο-) και _θρίαμβος,

triumphus_. Ήτο δε άγριον και χαροποιόν άσμα, επιφαινόμενον

κατά πρώτον μετά στροφής και αντιστροφής, αλλά κατόπιν

αποβάλλει ταύτας και μένει σχεδόν άμετρον. Συνωδεύετο δε

πιθανώς υπό μεταμφιέσεων· οι χορευταί παρίστανον τους

ακολούθους του Βάκχου, όν ευρίσκομεν εν μέσω τοιούτων θιάσων

επί των παλαιοτέρων αττικών αγγείων. Συνήθως καλούμεν αυτούς

Σατύρους· αλλ' ο Σάτυρος είναι δαίμων τραγογενής, αυτοί δ'

έχουσιν ώτα και ουράν ίππου, καθώς οι Κένταυροι. Η διαφορά του

αισθήματος δεν είναι μεγάλη· οι Κένταυροι είναι πάσαι αι άγριαι

δυνάμεις, όσαι θορυβούσι και σοβούσι και μέλπουσιν εντός των

θεσσαλικών δασών· οι δε Σάτυροι είναι οι αρκαδικοί ορεινοί

τράγοι, η προσωποποιία της αγριότητος, όλα τα ένστικτα, κείμενα

και υπεράνω και υποκάτω του ορθού λόγου· κύριος αντιπρόσωπος

αυτών είναι ο Παν, ο Αρκάς ποιμενικός θεός, όστις λίαν έχει

προς τον Διόνυσον συγγένειαν. Εάν δε λέγεται ότι ο Αρίων ηύρεν,

εδίδαξε και ωνόμασε τον διθύραμβον εν Κορίνθω, τούτο σημαίνει,

πιθανώς ότι πρώτος ήνωσε το παλαιόν Διονυσιακόν άσμα μετά της

ιδέας του Πανός· ότι πρώτος μετημφίεσε τους χορευτάς εις

Σατύρους. Η Κόρινθος, η μετάγουσα εκ της Αρκαδίας εις την

θάλασσαν, θα ήτο ο φυσικός τόπος τοιαύτης μεταβάσεως. Ούτως ο

διθύραμβος ήτο ωδή τράγου, ήτοι «τραγωδία» και πράγματι, εξ

αυτού λέγει ο Αριστοτέλης ότι προήλθεν η τραγωδία. Είναι δε

άξιοσημείωτον ότι ο διθύραμβος, αφού εγέννησε την τραγωδίαν,

συνέζησεν επί πολύ μετ' αυτής και επέζησε. Κατά τους χρόνους

του Αριστοτέλους η τραγωδία ήτο πράγματι νεκρά, ενώ η θυγάτηρ

αυτής, η νέα κωμωδία, και ο πατήρ αυτής, ο αττικός διθύραμβος,

έζων και εβασίλευον ακόμη.

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ. — ΑΛΚΜΑΝ, ΑΡΙΩΝ, ΣΤΗΣΙΧΟΡΟΣ.

Το όνομα ΑΛΚΜΑΝ είναι ο δωρικός τύπος του Αλκμέων, ο δε φέρων

αυτό [κατά τον Σουίδαν] ήτο «Λάκων από Μεσσόας» (περί τα 650 π.

Χ.)· αλλ' η αθηναϊκή φαντασία δεν ηδύνατο να χωνεύση την ιδέαν,

ότι άνθρωπος Σπαρτιάτης υπήρξε ποιητής. Και περί μεν του

Τυρταίου έπλασαν ότι ήτο Αθηναίος· περί δε του Αλκμάνος, εξ

ολίγων τυχαίων λέξεων ενός των ποιημάτων του επενόησαν ότι

αυτός ή οι πρόγονοί του ήλθον εκ της Λυδίας. Εντεύθεν

εδημιουργήθη ολόκληρον μυθιστόρημα, ότι ήτο Λυδός, ότι υπήρξεν

αιχμάλωτος των Κιμμερίων και επωλήθη κατόπιν πέραν της θαλάσσης

εις την Σπάρτην, όπου τα χαριτωμένα του ποιήματα τού απέδωσαν

την ελευθερίαν. Ο Αλκμάν πλησιάζει πολύ τους Λεσβίους ποιητάς·

λαλεί εξ ιδίου ονόματος, μεταχειριζόμενος τον χορόν ως απλούν

όργανον, διά δε τον προσωπικόν των ερωτικών του ασμάτων ήχον ο

Αρχύτας (κατά τον δ' αιώνα π. Χ.) εθεώρει αυτόν ως ευρετήν της

ερωτικής ποιήσεως. Γράφει δε ο Αλκμάν, όπως και η Σαπφώ, την

δροσεράν διάλεκτον της κώμης του, ελευθέραν λογοτεχνικού

ψιμυθίου· ο πολύς του ενθουσιασμός διά το _έτνος_ της Σπάρτης

[17 (23)] ομοιάζει τον του Καρλάιλ διά το σκωτικόν porridge. Τα

δε μέτρα του είναι απλά και καθαρά· το απόσπασμα [8(12)] — όπερ

εμιμήθη ο Τέννυσον εν τω _In Memoriam_ — δεικνύει πού έφθανεν η

ποίησίς του.

_Ου μ' έτι, παρθενικαί μελιγάρυες ιμερόφωνοι,

γυία φέρειν δύναται· βάλε δη βάλε κηρύλος είην,

όςτ' επί κύματος άνθος άμ' αλκυόνεσσι ποτήται

νηδεές ήτορ έχων, αλιπόρφυρος είαρος όρνις_.

{ No more, oh, wild sweet throats, voices of love, will my

limbs bear me; would, would I were a ceryl-bird, that flies on

the flower of the wave amid the halcyons, with never a care in

his heart, the sea-purple bird of the spring! }

Το μακρότατον απόσπασμα του Αλκμάνος είναι το επί αιγυπτιακού

παπύρου, ευρεθέντος υπό του Mariette τω 1855, μέρος ωραίου

παρθενίου, ήτοι χορικού άσματος παρθένων, περιέχον διαλόγους

ημιχορίων. Όπου ακούομεν π. χ. ότι η Αγιδώ μεταξύ του λοιπού

χορού είναι [στ. 46]

_εκπρεπής τως, ώσπερ αίτις

εν βοτοίς στάσειεν ίππον

παγόν αεθλοφόρον

{ a race-horse among cows, }

και ότι [51] α δε χαίτα

τας εμάς ανεψιάς

Αγησιχόρας επανθεί

χρυσός ως ακήρατος,

{ the hair of my cousin Agesichora gleams like pure gold }

τούτο δεν σημαίνει ότι ο ποιητής εκφράζει «αγροίκως» και

αναφανδόν τας ιδικάς του προτιμήσεις — αι αμνάδες του χορού θα

εδέχοντο τότε να ψάλλωσι τοιούτους στίχους; — σημαίνει μόνον τα

δύο ημιχόρια ανταλλάσσουσι _φιλοφρονήματα_. Το ποίημα τούτο,

ανόμοιον προς τα λεσβιακά, έχει στροφικήν διαίρεσιν και είναι

αξιόλογον ότι δεικνύει φανεράν τάσιν προς την ομοιοκαταληξίαν

[στ. 4-5, 79-81]. Τοιαύτα ίχνη σκοπίμου ομοιοκαταληξίας

ευρίσκονται και παρ' Ομήρω και Αισχύλω [_Επτά_, 778 κεξ. 785

κεξ.), ενώ οι ρήτορες και ο Σοφοκλής, παρά πάσαν την άλλην

επιμέλειαν της ευφωνίας, δέχονται και οχληρά και πτωχά

ομοιοκατάληκτα μετά τόσης ελευθερίας, όση σημαίνει απλώς ότι

δεν ησθάνοντο την ιδιαιτέραν ταύτην σχέσιν των ήχων (149).

ΑΡΙΩΝ ο Μηθυμναίος είναι πολυθρύλητος ως ευρετής του διθυράμβου

και διά την θαυμαστήν διάσωσίν του εκ της θαλάσσης· οι πειραταί

του επέτρεψαν να παίξη τελευταίαν φοράν πριν τον ρίψωσιν εις

την θάλασσαν· αλλ' οι δελφίνες, όσοι συναχθέντες ήκουον, τον

εκόμισαν βαστακτόν εις το Ταίναρον. Τούτο είναι μύθος παλαιός,

λεγόμενος περί [του Τάραντος] του υιού του Ποσειδώνος, του

Ενάλου εν Λέσβω και των θαλασσίων δαιμόνων Παλαίμονος,

Μελικέρτου, και Γλαύκου αλλαχού. Τα έργα του Αρίονος εχάθησαν

ενωρίς· ήδη κατά τον β' π. Χ. αιώνα Αριστοφάνης ο Βυζάντιος δεν

ηδύνατο να εύρη ουδέ έν· αλλ' αξιόλογον απόσπασμα διθυράμβου

του τετάρτου αιώνος, όπου ο ποιητής παριστά τον Αρίονα,

περιήλθεν εις ημάς ως ιδικόν του κατά παραδρομήν του Αιλιανού,

[του διηγουμένου τον μύθον της διασώσεως του ποιητού. (_Ζώων

ιδιότ._ ΙΒ' 45)] (150).

Μέγιστος της παλαιοτέρας χορικής ποιήσεως αντιπρόσωπος είναι

ΤΕΙΣΙΑΣ, ο επονομαζόμενος ΣΤΗΣΙΧΟΡΟΣ, ο Ιμεραίος. Κυρίως ήτο

Επιζεφύριος Λοκρός εκ Ματαύρου, εγράφη δε πολίτης της Ιμέρας

κατά τους μακρούς εναντίον του εξακουστού τυράννου Φαλάριδος

αγώνας. Μία των κατ' αυτού παρορμήσεων του Στησιχόρου ήτο ο

μύθος ο περί του ίππου, όστις έγινε δούλος του ανθρώπου, διά να

εκδικηθή την έλαφον. Ότε δε ο Φάλαρις κατίσχυσεν οριστικώς, ο

Στησίχορος απεσύρθη εις την Κατάνην, όπου ο έξω της πύλης της

πόλεως οκτάγωνος αυτού τάφος ήτο κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους έν

των αξιοθεάτων της Σικελίας. Περί δε του ιδιωτικού του βίου

πλην των κόκκων της γνησίας παραδόσεως, όσοι είναι δυνατόν να

επιζώσιν εντός των πασιγνώστων εκείνων πλαστογραφιών, των

Επιστολών του Φαλάριδος (151), γινώσκομεν έν μόνον γεγονός· ο

ποιητής έπαθεν οφθαλμίαν, του εκολλήθη δε η ιδέα, ότι τούτο ήτο

θεία οργή της Ελένης, την οποίαν είχε παραστήσει κατά τον

συνήθη τρόπον πιθανώς εν τη _Ελένη_ ή τη _Ιλίου Πέρσει_. Τας δε

τύψεις της συνειδήσεως επέτεινον και ιστορικαί απορίαι· ο

ποιητής δεν ηδύνατο να πιστεύση ότι όλη η Τροία αφέθη να

καταστραφή απλώς διά να τέρπεται ο Πάρις. Εάν οι Τρώες δεν

ηθέλησαν να παραδώσωσι την Ελένην, σημαίνει ότι ουδέποτε θα την

είχον. Ο Στησίχορος λοιπόν εποίησε την διαβόητον εκείνην

_Παλινωδίαν_·

_Ουκ έστ' έτυμος λόγος ούτος,

ουδ' έβας εν ναυσίν ευσέλμοις,

ουδ' ίκεο πέργαμα Τροίας_.

{ That tale was never true! Thy foot never stepped on the

benched galley, nor crossed to the towers of Troy! }

Αγνοούμεν ακριβώς ποία ήτο η παραλλαγή του Στησιχόρου· ίσως ήτο

η παρά Ηροδότω και Ευριπίδη, η παριστάνουσα την Ελένην ως

διαφυγούσαν εις την Αίγυπτον, και όχι την Τροίαν. Αλλ'

όπωςδήποτε ο ποιητής ικανοποίησε την Ελένην και ανέκτησε την

όρασιν· κάτι τοιούτο λέγεται και περί του Ισλανδικού Skald

Thormod.

Η προς την ελληνικήν ποίησιν υπηρεσία του Στησιχόρου ήτο

τριττή· εισήγαγε τον επικόν μύθον εις την Δύσιν· ηύρε το

σοβαρόν διηγηματικόν ύφος της λυρικής ποιήσεως· εζωογόνησε και

μετεμόρφωσε μετά της αυτής τόλμης και καλής πίστεως, όπως τον

μύθον της Ελένης, πλείστους των μεγάλων κανονικών μύθων. Όθεν

αποκαλείται λυρικός Όμηρος και περιγράφεται υπό του

Κοϊντιλιανού (Χ 1,62), ως «βαστάσας επί της λύρας τα βάρη του

έπους».

Τα μέτρα, τα συνήθως ονομαζόμενα Στησιχόρεια — αν και είχον

μεταχειρισθή αυτά προ του Στησιχόρου και άλλοι — δεικνύουσι τον

κατά το ήμισυ επικόν χαρακτήρα. Σύγκεινται εξ ημιστιχίων

εξαμέτρου, κατεσπαρμένων διά συντόμων ποικίλων στίχων, —

επιτρίτων, αναπαίστων, ή απλώς καταληκτικών — όσοι ακριβώς

αρκούσι διά να συντρίψωσι την μονοτονίαν και να καταστήσωσι τον

στίχον λυρικόν. Και η λέξις συμφωνεί προς το σοβαρόν τούτο

διάγραμμα· δεν είναι παθητική ουδέ λίαν ασματική, αλλά

παρακολουθείται ευκόλως και είναι μάλλον αφηγηματική. Τούτο

εξηγεί διατί τοιούτος ποιητής αφήκε τόσον ολίγα λείψανα· διότι

διά μεν τους γραμματικούς δεν ήτο αρκετά δύσκολος, διά δε τους

έπειτα φιλομούσους δεν είχε στίχους λαξευτούς. Οι αρχαίοι

κριτικοί επαινούντες κατά τάλλα τον Στησίχορον, παραπονούνται

ότι ήτο διεξοδικός· μόνη η _Ορέστεια_ εξετείνετο εις δύο

βιβλία, και βεβαίως η _Ιλίου Πέρσις_ δεν ήτο βραχυτέρα· τα δε

άπαντα αυτού κατά τους Πτολεμαϊκούς χρόνους κατελάμβανον 26

βιβλία. Ο Στησίχορος είχε την αφθονίαν επικού ποιητού, όχι την

λαμπρότητα, την οποίαν ο Πίνδαρος εσυνήθισε την Ελλάδα να

προσδοκά παρά λυρικού· αλλ' όμως κατέλαβε θέσιν όλως εξαίρετον.

(152) Ο Σιμωνίδης, όστις δεν θα υπερύψωνε ποιητήν, όν ήλπιζε να

υπερβάλη, τον παρέζευξε μετά του Ομήρου·

_ούτω γαρ Όμηρος ηδέ Στησίχορος άεισε λαοίς_.

{ So sang to the nations Homer and St4esichorus. }

Εν Αθήναις κατά τον πέμπτον αιώνα ήτο πασίγνωστος· ο Σωκράτης

τον επαινεί εν τω _Φαίδρω_, [243 Α] κωμωδεί δε αυτόν ο

Αριστοφάνης. «_Ουδέ τα τρία των Στησιχόρου γινώσκει_» { Not to

know three lines of Stesichorus } ήτο παροιμιώδης περιγραφή

αγραμμάτου. Ουδείς δε σχεδόν υπήρχε τότε ποιητής, όστις έμεινεν

ανεπηρέαστος υπό του Στησιχόρου, ουδέ ζωγράφος ή αγγειογράφος,

όστις δεν παρέστησε, συνειδητώς ή μη, τας ποιητικάς αυτού

αναπλάσεις των αρχαίων μύθων. Ο παρακολουθών την ιστορικήν

ανάπτυξιν εκάστου μύθου πάντοτε σχεδόν ευρίσκει παρά Στησιχόρω

την κυρίαν φάσιν, την μετάγουσαν από των παλαιοτέρων του μύθου

λειψάνων εις την μορφήν ήν δεικνύει κατόπιν εν τη τραγωδία.

Λόγου χάριν εν τω μύθω του Αγαμέμνονος η συγκέντρωσις της

δράσεως εις την Κλυταιμήστραν, η δημιουργούσα αληθινήν

τραγωδίαν εκ κοινού «φεουδαλικού» παραμυθίου, είναι ιδική του·

το όνειρον της Κλυταιμήστρας, ότι εθήλαζεν όφιν, είναι ιδικόν

του (153)· η προςποιητή παραφροσύνη του Ορέστου είναι πιθανώς

ιδική του· ιδικά του είναι και πολλά επεισόδια της αλώσεως της

Τροίας, μεταξύ δε τούτων, αν η παράδοσις αληθεύη, ήτο και η

φυγή του Αινείου εις την Ιταλίαν.

Ταύτα αρκούσι προς απόδειξιν ότι ο Στησίχορος ήτο πρώτης τάξεως

δημιουργική φαντασία — καίτοι, εννοείται, κανείς των μύθων

εκείνων δεν ήτο εντελώς ιδικόν του εύρημα. Πλήρης μυθοπλαστία

δεν ήτο δυνατή ειμή πολύ κατόπιν. Διά τους συγχρόνους του

Στησιχόρου πας μύθος ήτο αληθινή ιστορία· ειδεμή, τι το όφελος

της διηγήσεως αυτού; Η πρωτοτυπία έγκειται κατά μέγα μέρος εις

την τόλμην, μεθ' ής ο αρχαίος εκείνος νους εξήταζε τους μύθους

επικρίνων και μεταβάλλων ελευθέρως τας λεπτομερείας, αλλ' ουδ'

επί στιγμήν υποπτεύων ότι ο όλος μύθος ήτο πλάσμα ή ότι αυτός

έπλαττε. Και ο Πίνδαρος ήτο όμοιος· δεν ηδύνατο π. χ. να

παραδεχθή ότι ο Τάνταλος παρέθεσε τον υιόν του ως δείπνον εις

τους θεούς και ότι η Δημήτηρ έφαγε μέρος του ώμου του·

αποδεικνύει λοιπόν, όχι ότι το όλον είναι μύθος, ουδέ ότι

κείται πέρα των γνώσεων ημών — τοιούτος πυρρωνισμός δεν του

ήρεσκεν — αποδεικνύει ότι ο Ποσειδών θα είχεν αναβιβάσει τον

Πέλοπα εις τον ουρανόν ως οινοχόον, και ότι εν τω μεταξύ

κάποιος «των φθονερών γειτόνων» [_Ολυμπ_. α', 75] επενόησε τον

καννιβαλικόν μύθον. Τούτο είναι ακριβώς το πνεύμα της

«παλινωδίας».

Αλλά πλην τούτου, και οσάκις ο Στησίχορος δεν μετέβαλλε την

μυθικήν ύλην, υπεδείκνυε γόνιμον ευφυίαν, επεκτείνων τον

ποιητικόν αγρόν· πρώτος ενόησε πόσον εύμορφοι ήσαν μερικοί

θρύλοι, περιφερόμενοι μεταξύ του ταπεινού λαού, ο θάνατος του

εντροπαλού Δάφνιδος από λύπην, ότι κάποτε δεν εφάνη πιστός εις

την αγάπην του — το ανεξάντλητον τούτο θέμα πάσης βουκολικής

ποιήσεως κατόπιν· το διήγημα της ωραίας Καλύκης, η οποία

λησμονηθείσα, ηυτοκτόνησε, της πιστής Ραδίνης, ήτις επέμενε ν'

αγαπά τον εξάδελφόν της και όχι τον τύραννον της Κορίνθου.

Τούτο είναι μέγιστον κατόρθωμα· είναι ό,τι έκαμε διά τον κόσμον

ο Ευριπίδης ολίγον έπειτα, ότε το πνεύμα της Ελλάδος

ελευθερωθέν από της αυστηράς αττικής παραδόσεως, ήτο έτοιμον

πλέον να εννοή (154).

Η ΜΕΣΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ. — ΙΒΥΚΟΣ.

ΙΒΥΚΟΣ ο Ρηγίνος, δύο περίπου γενεάς μετά τον Στησίχορον,

επέρασε βίον οδοιπόρου, διελθών και διά των αυλών του

Πολυκράτους και του Περιάνδρου. Ως ο Αρίων, και αυτός ήτο

γνωστός εις τους μεταγενεστέρους μάλλον εξ ενός μύθου, ότι ο

φόνος του εξεδικήθη υπό των γερανών «ιβύκων» (155). Των δε

μελών αυτού επαινούνται ιδίως τα χάριν παιδικών χορών. Ο Ίβυκος

λέγεται ότι επέδειξεν αιολικόν και ιωνικόν πνεύμα διά δωρικής

διαλέκτου και μουσικής, τα δε χαριτωμένα του αποσπάσματα, τα

πλήρη γυναικείων θελγήτρων και ανθέων και πτηνών εξωτικών (156)

τάμος άυπνος κλυτός όρθρος εγείρησιν αηδόνας

{ bright sleepless dawn awaking the nightingales }

μαρτυρούσι τι σημαίνει τούτο. Περίεργον δε είναι ότι έργα του

Στησιχόρου απεδίδοντο κάποτε εις αυτόν, λόγου χάριν τα *_Άθλα

επί Πελία_. Αλλά τα σωζόμενα λείψανα των δύο ποιητών ολίγην

έχουσιν ομοιότητα, πλην του μέτρου (157).

ΣΙΜΩΝΙΔΗΣ

Κατά την αυτήν ημέραν, έλεγον, καθ' ήν απέθανεν ο Στησίχορος,

εγεννήθη εν Κέω ο μετ' αυτόν μέγας της όλης Ελλάδος λυρικός, ο

Σιμωνίδης (556-468 π. Χ.). Έχων πολλήν παιδείαν και πολλάς

συμπαθείας, ταχέως έγινε περίφημος και εκτός του κύκλου των

ιωνικών νήσων. Ο γέρων Ξενοφάνης, ο ζων εν Ιταλία και αποθανών

πριν ο Σιμωνίδης συμπληρώση τα 30, έφθασε να εξαγγείλη αυτόν ως

ένδοξον. Ο Σιμωνίδης εταξείδευσε πολύ, πρώτον μεν, ως λέγεται,

εις την Ελλάδα της Δύσεως κατά πρόςκλησιν των συμπολιτών του

Στησιχόρου, έπειτα δε εις τας Αθήνας, εις την αυλήν του

Ιππάρχου, μετά δε την δολοφονίαν του προστάτου του, εις την

Θεσσαλίαν παρά τους Αλευάδας, και μίαν φοράν εις την Ασίαν κατά

δε τα μηδικά ετάχθη όπου ώφειλε να ταχθή, δηλαδή μετά των

εθνικών. Επέρασε δε τα γηρατεία του, καθώς και ο Αισχύλος, ο

Πίνδαρος, ο Βακχυλίδης, ο Επίχαρμος και άλλοι, εν τη αυλή του

Ιέρωνος των Συρακουσών. Αφού δε ήτο ήδη εξακουστός κατά το

τριακοστόν της ηλικίας έτος, ηλικιωμένος είχεν οικουμενικήν

υπόληψιν, ανάλογον περίπου προς την του Βολταίρου. Ήτο ο

τέλειος «σοφός», ο έξυπνος, ο ποιητής, ο φίλος των ισχυρών της

γης, ο εξισούμενος προς αυτούς διά μόνης της δυνάμεως του

πνεύματός του. Ταποφθέγματά του απεθησαυρίζοντο, τα δε ποιήματά

του εσπουδάζοντο μετ' ακριβολογίας, εμφαινούσης είδος

ειδωλολατρείας. Η φήμη ηγάπα να επαναλέγη την θαυμαστήν αυτού

διάσωσιν εκ ναυαγίου και εκ της πτώσεως της στέγης του εν

Κραννώνι μεγάρου, ότ' εφονεύθησαν οι πλείστοι του Σκόπα ξένοι.

Ο Σιμωνίδης είχε βεβαίως πολύμορφον και πολύτροπον χαρακτήρα·

ήτο ο εξ απορρήτων πολλών τυράννων, αλλά συγχρόνως και του

αθηναϊκού δήμου· επήνεσε τον Ίππαρχον, αλλ' ύμνησε και τον

Αρμόδιον και Αριστογείτονα· γέρων δε [τω 476] προσεκλήθη εις

την Σικελίαν διά να διαλλάξη τους δύο ισχυροτάτους τυράννους

της Ελλάδος, [τον Θήρωνα του Ακράγαντος] και τον Ιέρωνα των

Συρακουσών (158). Ο περί φιλαργυρίας ψόγος, ο επισκιάζων το

όνομά του, προήρχετο πιθανώς εκ της συνηθείας του να γράφη κατά

συμφωνίαν — όχι χάριν αορίστου και γενικής προστασίας, καθώς οι

προγενέστεροι ποιηταί. Βεβαίως το παλαιόν σύστημα ήτο

φιλικώτερον και ρωμαντικώτερον, αλλά κάπως δουλικόν. Ο Πίνδαρος

εθρήνησε μεν την κατάργησιν αυτού, αλλά δεν εδοκίμασε να το

επαναφέρη. Και πράγματι η αρχή του Σιμωνίδου ήτο η πλησιεστάτη

προςέγγισις, η τότε δυνατή, προς τον ημέτερον τρόπον της

ελευθέρας πωλήσεως της διανοητικής εργασίας εις το κοινόν. Ο

Σιμωνίδης καθώς οι παλαιοτέροι λυρικοί, εποίει προ πάντων χάριν

διαφόρων ευκαιριών — η ευκαιρία ήτο πότε εορτή, πότε νεογνόν,

πότε η μάχη των Θερμοπυλών — και φαίνεται ότι πρώτος ηύρε τον

επίνικον, το σοβαρόν καλλιτεχνικόν ποίημα προς τιμήν των κατά

τους αγώνας νικητών. Βεβαίως ο επίνικος δεν είναι απλή ωδή επί

νίκη — επί τη νίκη, λόγου χάριν, των ημιόνων του Σκόπα. Τοιαύτη

ωδή μικράν θα είχε δύναμιν να χαρίση την αθανασίαν. Είναι

ποίημα καθ' εαυτό εύμορφον και περίεργον, όπου ο ποιητής, —

πληρωμένος, — παρενείρει μνείαν τινά των ημιόνων και του κυρίου

αυτών.

Ο Σιμωνίδης έγραψε πολλά και ποικίλα· φέρονται διθύραμβοι,

υπορχήματα, θρήνοι — πάντα ταύτα ιδίως θαυμαζόμενα — παρθένια,

προςόδια, παιάνες, εγκώμια, επιγράμματα· αλλά τα θρησκευτικά

του έργα δεν επαινούνται πολύ. Εάν όμως είναι δυνατόν να

μεταχειρισθώμεν την λέξιν «τέλειον» περί οιουδήποτε

καλλιτεχνήματος, αύτη πρέπει να εφαρμοσθή κυρίως εις τα περί

του μεγάλου αγώνος έργα του Σιμωνίδου — την περί της εν

Αρτεμισίω ναυμαχίας ωδήν, και το εις τους νεκρούς των

Θερμοπυλών επίγραμμα. Ταύτα παριστώσι το άκρον άωτον της

ελληνικής _σωφροσύνης_, δηλαδή της εγκρατείας και της

νηφαλιότητος, το αυστηρόν κάλλος, το απηλλαγμένον πάσης

υπερβολής ή επιτηδεύσεως· είναι κοινός λόγος λεγόμενος περί

απλών και αιωνίων πραγμάτων.

_Ω ξείν' αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ότι τήδε

κείμεθα, τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι_ (159).

{ Stranger, bear word to the Spartans that we lie here obedient

to their charge! }

Ο Σιμωνίδης είναι δεινός επίσης, όταν εκφράζη τον ανθρώπινον

έλεον. Το μακρόν εκείνο απόσπασμα [Hiller 22] το παριστάνον την

Δανάην, φερομένην εντός λάρνακος [επί των κυμάτων και

κοιμίζουσαν το βρέφος] δικαιολογεί τον θαυμασμόν των αρχαίων

κριτικών διά το ανυπέρβλητον πάθος. Εξ άλλου δ' όμως ο

Σιμωνίδης είναι κατ' ουσίαν Ίων, «άνθρωπος του κόσμου» και είς

των πατέρων της μαθήσεως. Δεν έχει δε ούτε λαμπρότητα, ούτε

δύναμιν, ούτε θρησκευτικόν βάθος. Ο άλλος ποιητής, ο έχων πάντα

ταύτα, έδειξε στάσιν όχι πρέπουσαν κατά τον ιερόν της πατρίδος

του αγώνα. Όθεν η Ελλάς εστράφη προς τον Σιμωνίδην, όχι τον

Πίνδαρον, όπως γράψη τα επιτύμβια των ηρωικών νεκρών της (160).

ΤΙΜΟΚΡΕΩΝ.

Ο «οίκος των μεγαλοφυών» όπως κατήντησεν η αυλή του Ιέρωνος,

φαίνεται ότι δεν ήτο και καταφύγιον της ειρήνης. Ιδίως ο

Πίνδαρος ήτο γεννημένος διά να παρεξηγή και να μισή τον

Σιμωνίδην. Ο δε Σιμωνίδης, αν και μεταξύ των ελαττωμάτων του

δεν αναφέρεται και ο φθόνος, ήτο δηκτικός και ήξευρε να

εκδικήται. Ότε, παραδείγματος χάριν, επείραξεν αυτόν άσημος

ποιητής, ΤΙΜΟΚΡΕΩΝ ο Ρόδιος, γνωστός κυρίως εκ της απρεπούς

ωδής διά την καταδίκην του Θεμιστοκλέους, ως προδότου,

«_Ουκ άρα Τιμοκρέων μούνος

Μήδεσσιν ορκιατομεί·

αλλ' εντί κάλλοι δη πονηροί·

ουκ εγώ μόνα κόλουρις·

εντί και άλλαι αλώπεκες_»

{ " Not Timocreon alone makes compacts with the Medes ; I am

not the only dock-tail ; there are other foxes too! }

Ο Σιμωνίδης απήντησεν απλώς γράψας το επιτύμβιόν του ως εξής·

_Πολλά φαγών και πολλά πιών και πολλά κακ ειπών

ανθρώπους, κείμαι Τιμοκρέων Ρόδιος_.

{ Here lies Timocreon of Rhodes, who ate much, drank much, and

said many evil things. }

Περί των ποιημάτων του Τιμοκρέοντος σιωπή (161).

ΒΑΚΧΥΛΙΔΗΣ.

Και ο ανεψιός του Σιμωνίδου, ο Βακχυλίδης, έζη εν τη αυλή του

Ιέρωνος και έγραφε κατά τα παραδείγματα του θείου του και του

Πινδάρου. Κατόπιν ηύρε μιμητήν τον Οράτιον και θαυμαστήν τον

αυτοκράτορα Ιουλιανόν, — αν και γενικώς εθεωρείτο δευτέρας

τάξεως ποιητής (162). Το μέγιστον των τέως γνωστών αυτού

αποσπασμάτων ήσαν 12 στίχοι παιάνος εις την Ειρήνην [Hiller].

(163) Αλλ' ο νέος πάπυρος του Βρεττανικού Μουσείου — ωραιότατον

χειρόγραφον των μέσων του πρώτου π. Χ. αιώνος — περιέχει

είκοσιν ωδάς του Βακχυλίδου, έξ αθίκτους, τας δε λοιπάς

ευρισκομένας εις τα διάφορα στάδια της φθοράς. Τούτων έξ δεν

είν' επίνικοι. Το ιδ' και ιε' φαίνονται ως μύθοι άνευ «θέσεως»,

ήτοι μεσαία μέρη, έτοιμα να προςαρμοσθώσιν εις ωδήν, όταν ήθελε

παρουσιασθή ευκαιρία και πελάτης. Η τοιαύτη συνήθεια

διασαφείται εκ πολλών ποιημάτων του Πινδάρου και του ε' αυτού

του Βακχυλίδου, όπου ο μύθος αποτελεί χωριστόν σύνολον,

δυνάμενον να παρεντεθή αλλαχού (αντιστροφή β' — αντιστρ. ε').

Ταύτα δηλαδή είναι ως οι loci communes, ούς έχουσι συντάξει οι

εξ επαγγέλματος ρήτορες, ευρίσκονται δε και συνημμένοι εις

λόγους και χωριστοί.

Ο Βακχυλίδης μας συγκινεί κυρίως ως ανήκων εις θαυμαστήν ομάδα,

ως αναπνεύσας τον αυτόν αέρα και ο Πίνδαρος, ο Αισχύλος και ο

Σοφοκλής. Αλλ' όμως και αυτός είναι πραγματικός και θελκτικός

ποιητής. Η παλαιά κρίσις του Λογγίνου, ήν απεδέχοντο πάντες και

καθ' ούς χρόνους ουδείς ηδύνατο να την πιστοποιήση,

αποδεικνύεται σήμερον αληθινή και ακριβής. Ο Βακχυλίδης

πράγματι δεν είναι Πίνδαρος, αλλ' όμως είναι «αδιάπτωτος»

ποιητής και «πάντη κεκαλλιγραφημένος». Αυτό δ' επαυξάνει την

αξίαν του νέου ερμαίου, διότι τώρα πρώτον μανθάνομεν τι ήτο

κανονικός λυρικός ποιητής του πέμπτου π. Χ. αιώνος.

Μέχρι τούδε είχομεν μόνον τον Πίνδαρον, αλλ' ο Πίνδαρος ήτο

όλως ακανόνιστος και αμίμητος. Ο Βακχυλίδης δεν είναι. Πιθανώς,

οσάκις Αθηναίος τις ανελογίζετο λυρικήν ποίησιν, ενόει την

ιδιάζουσαν ταύτην τέχνην του να κατεργάζεται κανείς και να

σφυρηλατή τόσην γλώσσαν, όπως τόσον μέταλλον, κόπτων παράδοξα

και ωραία σύνθετα, και καλλιτεχνών λεπτουργήματα γλωσσικά και

μουσικά. Τοιαύτα περίπου είναι το _χάος_ και αι _πτέρυγες_ και

η _νυξ_ και το _έαρ_ του χορικού των _Ορνίθων_ του

Αριστοφάνους. Αληθώς ο Αριστοφάνης λαμβανόμενος ως λυρικός και

απαλλασσόμενος του κωμικού φαίνεται αρκετά όμοιος προς τον

ανευρεθέντα Βακχυλίδην.

Εξετάζοντες λεπτομερέστερον, παρατηρούμεν ότι η διάλεκτος, τα

μέτρα, και τα θέματα του Βακχυλίδου είναι Πινδαρικά. Έχει δε

προς τούτοις και Πινδαρικάς τινας αρχάς, την αντιπάθειαν προς

την δημοκρατίαν, την θρησκευτικήν γαλήνην, την ελαφράν

ηθικολογίαν, ήτις ίσως ήτο συνήθεια των ποιητών, των

προσκολλωμένων εις δωρικούς τυράννους. Αλλ' αντί του ισχυρού

και σκοτεινού μεγαλείου, όπερ είναι το κύριον του Πινδάρου

χαρακτηριστικόν, ευρίσκομεν εδώ εύκολον διαφάνειαν, μαρτυρούσαν

την ιωνικήν καταγωγήν και την Σιμωνίδειον διδασκαλίαν. Ο ρυθμός

και ο τρόπος του Βακχυλίδου ομοιάζει τόσον συχνά προς τα

νεώτερα επύλλια (ballades), ώστε ευκόλως ημπορούμεν να

πιστεύσωμεν ότι τους στίχους του έψαλλον και ναύται, όπως λέγει

μεν, αλλ' είναι σχεδόν απίστευτον, περί των ιδικών του στόχων ο

Θηβαίος. [βλ. σ. 123]. Η μίμησις του Πινδάρου είναι συχνά

καταφανεστάτη. Ιδίως εν τη ωραία ε' ωδή, όπου διηγείται τον εν

τω Άδη διάλογον του Ηρακλέους και του Μιλεάγρου, η περιγραφή

του αετού [στ. 24-26]

_ου νιν κορυφαί μεγάλας ίσχουσι γαίας

ουδ' αλός ακαμάτας

δυοπαίπαλα κύματα_

ενθυμίζει τον Πίνδαρον αμέσως· επίσης η αστραπιαία και ζωηρά

εικών [στ. 63-67]

_ένθα δυστάνων βροτών

ψυχάς εδάη παρά Κωκυτού ρεέθροις,

οία τε φύλλ' άνεμος

Ίδας ανά μηλοβότους

πρώνας αργηστάς δονεί_.

Κατά το τέλος της ωδής ταύτης διερωτώμεθα, μήπως ευρέθημεν

ενώπιον νέου τινός Πινδάρου. Αλλ' η ωδή εγράφη διά την αυτήν

και ο α' _Ολυμπιόνικος_ του Θηβαίου νίκην και κατά το μέτρον

είναι ομοιοτάτη προς τον β'. Στρεφόμενοι δε και πάλιν προς τα

ποιήματα εκείνα, επανερχόμεθα εις το συμπέρασμα, ότι ο Πίνδαρος

είναι απαράμιλλος και μόνος.

Πράγματι το ήκιστα Πινδαρικόν ποίημα του Βακχυλίδου είναι και

το κάλλιστον. Η ις' ωδή, _Ηίθεοι ή Θησεύς_, διηγείται τον μέχρι

τούδε σχεδόν άγνωστον μύθον, ότι ο Μίνως κομίζων εις την Κρήτην

τους επτά νέους και τας επτά κόρας, επείραξεν εντός του πλοίου

μίαν εξ αυτών και συνεκρατήθη υπό του Θησέως· ο θυμωθείς ήρως

επεκαλέσθη τον πατέρα του, τον Δία, και προεκάλεσε τον Θησέα ν'

αποδείξη ότι και αυτός ήτο υιός του Ποσειδώνος· τότε ο Θησεύς

επήδησεν εις την θάλασσαν και έγινεν ευμενέστατα δεκτός [υπό

της Αμφιτρίτης] και εστεφανώθη και περιεβλήθη πορφύραν εντός

των _ερατών_ ανακτόρων, [όπου εχόρευον αι Νηρηίδες]. Ίσως ο

Πίνδαρος και πολλοί άλλοι αρχαίοι θα εδίσταζον να παραστήσωσι

τον Μίνωα τόσον χονδροειδή ή τον Δία αναγνωρίζοντα αυτόν ως

υιόν του κατά τοιαύτην ώραν· αλλ' ουδ' ο Πίνδαρος ηδύνατο να

φθάση την χαριτωμένην και διαυγή δροσερότητα, το πνεύμα εκείνο

το νεουργόν και την θαλασσινήν πνοήν, ήτις αγλαΐζει την εκ του

τάφου αναστηθείσαν ταύτην ωδήν του Βακχυλίδου.

Ο ιζ' διθύραμβος είναι μοναδικός μεταξύ των σωζομένων λειψάνων

της αρχαίας ελληνικής ποιήσεως, — πλην εάν συγκρίνωμεν αυτόν

κατά την μορφήν προς το μακρόν απόσπασμα του Αλκμάνος (σ. 102),

— διότι παρέχει τον εκ της ιστορίας του δράματος λείποντα

κρίκον, ήτοι παράδειγμα δραματικής προσωποποιίας του χορικού

άσματος. Επιγράφεται Θησεύς και αποτελείται εκ διαλόγου δύο

ημιχορίων, εξ ών το μεν έν παριστάνει τον βασιλέα των Αθηνών

Αιγέα και τους ακολούθους του, το δε άλλο όμιλον Αθηναίων.

Είναι λαμπρόν έργον ομοιάζον προς επύλλιον και πλην της

τεχνικής αξίας έχει και περισσήν ποιητικήν χάριν (164).

Η ΠΛΗΡΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΙΣ. — ΠΙΝΔΑΡΟΣ.

Ο ΠΙΝΔΑΡΟΣ, ο ύπατος των εννέα λυρικών, ως ονομάζει αυτόν ο

Κοϊντιλιανός, (165) εγεννήθη 34 μετά τον Σιμωνίδην έτη και

επέζησεν 20 περίπου μετ' αυτόν (522-448 π. Χ.). Είναι δε ο

πρώτος Έλλην ποιητής, περί ού έχομεν στερεάς βάσεις βιογραφίας.

Διότι όχι μόνον τα πλείστα των σωζομένων ποιημάτων του δύνανται

να χρονολογηθώσιν, αλλά και η παράδοσις, η αγαπώσα αυτόν διά

τας γραμματικάς του δυσκολίας και διά την μεγαλοφυίαν, διέσωσε

και αρκετά πιστήν ανάμνησιν των άλλων αυτού περιστατικών.

Εγεννήθη εν τη κώμη Κυνός Κεφαλαίς της Βοιωτίας, κατήγετο δε

από των Αιγειδών, οίκου κατακτητών, πιθανώς «Καδμείων», επειδή

το όνομα Πίνδαρος ευρίσκεται και εν Θήρα και εν Εφέσω. Αλλά ο

μικρός Βοιωτός χωρικός έδειξεν ενωρίς μουσικήν ιδιοφυίαν. Την

λύραν, εννοείται, εδιδάχθη πολύ μικρός· είχε κατ' οίκον κάποιον

Σκοπελίνον, θείον ή πατρυιόν, όστις ηδύνατο να τον διδάξη. Αλλά

προς σπουδήν της διδασκαλίας του χορού έπρεπε να έλθη εις τας

Αθήνας εις του Αγαθοκλέους και Απολλοδώρου. Εκεί πολλά

διηγούντο περί των σχέσεων αυτού προς τους λοιπούς των χρόνων

εκείνων «μεγάλους» .

Κατά την παράδοσιν ήτο μαθητής του Λάσου του Ερμιονέως, και

ηγωνίσθη προς την συμπολίτιδά του Κόρινναν και ηττήθη, αν και η

Κόριννα μέμφεται την Μυρτίδα ότι γυνή αυτή, εφιλονίκησε προς

τον Πίνδαρον [Hiller 12 σ. 271]

_μέμφομαι δε

και λιγυράν Μυρτίδ' ιώνγα

ότι βανά φύσ' έβα

Πινδάροιο ποτ' έριν_.

{I praise not the gracious Myrtis, not I, for coming to contest

with Pindar, a woman born! }

Άλλο ανέκδοτον παριστά την Κόρινναν απλώς συμβουλεύουσαν τον

ποιητήν «_τη χειρί σπείρειν, αλλά μη όλω τω θυλάκω_», { to sow

with the hand, not with the whole sack } διότι εκείνος

εσκόρπιζεν αφειδέστατα τους μυθικούς διακόσμους. (166)

Το πρώτον σωζόμενον ποίημα, [_Πύθιον_. ι'] γραφέν ότε ο

Πίνδαρος ήτο είκοσι ή ίσως είκοσι τεσσάρων ετών, ήτο παραγγελία

των Αλευαδών, των τυράννων της εν Θεσσαλία Φαρσάλου. Τούτο

σημαίνει ότι η φήμη του εξηπλώθη μετά θαυμαστής ταχύτητος.

Αμέσως δ' έπειτα ευρίσκομεν αυτόν γράφοντα χάριν των μεγάλων

της Αιγίνης αριστοκρατικών, προστατών, οποίους επόθει η ψυχή

του· δηλαδή εμπόρων αρχαιοτάτης δωρικής καταγωγής. Κατόπιν

ανοίγεται στάδιον πανελληνίου δόξης· ο Πίνδαρος γίνεται ξένος

των μεγάλων οίκων της Ρόδου, της Τενέδου, της Κορίνθου, των

Αθηνών των μεγάλων βασιλέων, Αλεξάνδρου του Μακεδόνος, του

Αρκεσιλάου της Κυρήνης, του Θήρωνος του Ακράγαντος, του Ιέρωνος

των Συρακουσών· αποκτά όσην και ο Σιμωνίδης δόξαν, αν και ίσως

όχι τόσον οικουμενικήν. Διότι κατά βάθος ο Πίνδαρος ηγάπα να

γράφη χάριν των αληθώς ευπατριδών, των απογόνων του Αιακού και

του Ηρακλέους· οι εν Σικελία βασιλείς δεν ήσαν ευπατρίδαι, αλλά

ποίος ηδύνατο ν' αποκρούση φιλικήν περί ευγενείας αίτησιν ενός

τυράννου; Το αρχαίον δωρικόν αίμα προδήλως έχει πολλήν σχέσιν

προς την περί ζωής αντίληψιν του Πινδάρου, τούτο δε αποδεικνύει

και ο τρόπος καθ' όν εξαγγέλλει ότι είναι ίσος προς τους

προστάτας του. Ο μεν Σιμωνίδης αρέσκεται να δεικνύεται ως μέγας

ποιητής, ο δε Πίνδαρος καυχάται μεν διά την ποιητικήν του

ευφυίαν, αλλ' αφήνει την εντύπωσιν, ότι περισσότερον

συλλογίζεται την αρχαίαν καταγωγήν του. Αλλά και κατ' άλλο

είναι ανόμοιος προς τον Σιμωνίδην· ο Πίνδαρος δηλαδή ήτο το

«σκεύος εκλογής» παντός ιερατείου, αφωσιωμένος εις την Ρέαν και

τον Πάνα, και προ πάντων εις τον δωρικόν Απόλλωνα. Εκήρυσσε δε

τας ιδέας των Δελφών, την αναμόρφωσιν της παραδεδομένης

θρησκείας. Και ζων μεν είχεν ιδιαίτερα προνόμια εν Δελφοίς,

μετά δε τον θάνατον η σκιά του εκαλείτο κατ' έτος εις τα

Θεοξένια να δειπνήση μετά του θεού. Οι δε ιερείς του Διός

Άμμωνος εν τη ερήμω είχον εν τω ιερώ τον ζ' _Ολυμπιόνικον_

χαραγμένον διά χρυσών γραμμάτων.

Τα γεγονότα ταύτα εξηγούσι, καθ' όσον είναι δυνατόν να εξηγηθή,

την μεγάλην κηλίδα του βίου του Πινδάρου. Έζη κατά τα μηδικά

και είδε την αρχομένην μεγάλην περίοδον της ελληνικής γνώσεως

και προόδου· αλλ' όμως και κατά τας δύο βαρβαρικάς επιδρομάς

ετάχθη μετά της Βοιωτίας και των Δελφών, παράλογος υπηρέτης της

θρησκευτικής παραδόσεως και της φυλετικής μισαλληλίας. Αφού δ'

αι Θήβαι συνεμάχησαν μετά των Περσών, θα ηδύνατο κανείς να

προσδοκά τουλάχιστον ότι ο ποιητής, ο φίλος τόσων αρχόντων και

τυράννων, ο μαθητεύσας εν Αθήναις, ήθελε διαμαρτυρηθή. Απ'

εναντίας, ενώ μετά την νίκην δεν εδίστασε να γράψη τον δ'

_Νεμεόνικον_ και τον διθύραμβον των Αθηνών, τότε, κατά τον

αγώνα, έπραξεν ό,τι ο Πολύβιος (Δ' 31) ονομάζει «_αισχίστην και

βλαβερωτάτην απόφασιν_»· έγραψε παράλογον ποίημα, του οποίου

σώζονται δύο μεγάλοι στίχοι, λαλούντες περί ουδετερότητος και

ησυχίας! Τοιούτος ήτο ως άνθρωπος. Πολλάκις θαυμάζοντες τας

καλλίστας απόψεις του Πινδάρου — την μεγαλοπρεπή μουσικήν

οργάνωσιν, την σοβαρότητα της γλώσσης, τας αστραπάς του μόλις

αποκαλυπτομένου μυστηρίου, — απορούμεν πώς δεν ανεγνωρίσθη ως ο

μέγιστος του κόσμου ποιητής, πώς δεν έδρασε περισσότερον, πώς

δεν ανεδείχθη έτι μάλλον. Ο λόγος είναι πιθανώς ότι ο Πίνδαρος

ήτο ποιητής και ουδέν άλλο. Εσκέπτετο μουσικώς· ηγάπα να ζη

μεταξύ μεγάλων και περικαλλών εικόνων — του Ηρακλέους, του

Αχιλλέως, του Περσέως, του Ιάσονος, των κορών του Κάδμου.

Οσάκις δ' οιονδήποτε μέρος αγαπητού του μύθου ετάρασσε την

ηθικήν του ευαισθησίαν, απεμακρύνετο αθορύβως, προσέχων μήπως

εκφράση καμμίαν δυσπιστίαν, μήπως πειράξη κανένα θεόν. Ηγάπα

την ποίησιν και την μουσικήν, ιδίως δε την ιδικήν του· ουδενός

άλλου ποιήματα ωμοίαζον τα ιδικά του, και οσάκις άλλοι έψαλλον,

του εφαίνοντο — και το λέγει — «_κολοιοί_»).

Ο Πίνδαρος ηγάπα την θρησκείαν και κατά το υποβλητικόν μέρος

είναι μέγας θρησκευτικός ποιητής. Η αρχή του ζ' _Νεμεονίκου_

είναι χαρακτηριστική· επίσης δε το τέλος του τελευταίου

χρονολογουμένου επινίκου, ήτοι του η' _Πυθιονίκου_ [στ. 135-

145]

_Επάμεροι· τι δε τις; τι δ' ου τις; σκιάς όναρ

άνθρωπος· αλλ' όταν αίγλα διόσδοτος έλθη,

λαμπρόν φέγγος έπεστιν ανδρών και μείλιχος αιών.

Αίγινα, φίλα μάτερ, ελευθέρω στόλω

πάλιν τάνδε κόμιζε Δι και κρέοντι συν Αιακώ

Πηλεί τε καγαθώ Τελαμώνι συν τ' Αχιλλεί_.

{ Things of a day! what are we and what not? A dream about a

shadow is man; yet when some god-given splendour falls, a glory

of light comes over him and his life is sweet. Oh, Blessed

Mother Ægina, guard thou this city in the ways of freedom, with

Zeus and Prince Æacus and Peleus and good Telamon and Achilles!

}

— λαμπρόν βάθος συγκινήσεως, αλλά και παιδαριώδης λιτανεία

πατροπαραδότων αγίων. Αι θρησκευτικαί του καινοτομίαι συνήθως

είναι πολύ ολίγον επιτυχείς, ως αι του α' _Ολυμπιονίκου_, και

σπανίως βελτιώνουσι τους μύθους. Παραδείγματος χάριν, ο μεν

παλαιός μύθος έλεγεν ότι η νύμφη Κορωνίς, την οποίαν ηγάπα ο

Απόλλων, κρυφίως τον ηπάτα· αλλά κόραξ την είδε και το είπεν

εις τον θεόν. Ο δε Πίνδαρος διώρθωσεν ως εξής, [_Πυθ_. Γ', 50]

ότι

_πάντα Fίσαντι νόω_

{ the god's all-seeing mind }

ο Απόλλων το ενόησε χωρίς της βοηθείας του κόρακος. Η τοιαύτη

κατά την λογικήν υπεράσπισις συνάδει τελείως προς το πνεύμα της

Δελφικής θρησκευτικής αναμορφώσεως. (167) Ο Πίνδαρος είναι

ηθικολόγος· αγαπά πολύ το παρεκβατικόν κήρυγμα· είναι το

αγαπητόν του στόλισμα· το εισάγει σιγά σιγά, καθώς τα

λογοπαίγνια και τας παρηχήσεις ο Σαιξπήρος. Αλλ' η ουσία της

ηθικής του δεν έχει προχωρήσει πολύ πέραν του Ησιόδου· η

διαφορά είναι ότι ο μεν Ησίοδος παραγγέλλει εις τον χωρικόν του

να εργάζεται και να οικονομή, ο δε Πίνδαρος προτρέπει τον

ευπατρίδην του να επιζητή δόξαν και να είναι ελευθέριος. Το

ιδανικόν του πηγάζει κατ' ευθείαν εκ της δωρικής αριστοκρατικής

παραδόσεως· δηλαδή πρώτον πρέπει να είσαι ευγενής και ανδρείος

και δυνατός· έπειτα να κάμνης δύο πράγματα, να εργάζεσαι και να

δαπανάς· να εργάζεσαι ψυχή και σώματι· να δαπανάς χρόνον και

χρήματα και δυνάμεις, επιδιώκων _αρετάν_. Αλλά τι είναι αρετή;

Το άθροισμα των πλεονεκτημάτων του γνησίου Δωριέως, του

καταγομένου εκ του ήρωος, του φιλοπόνου, του ατρομήτου, του

ακαταπονήτου εξολοθρευτού των εχθρών των θεών και των ανθρώπων

— του Ηρακλέους. Δεν είναι απαραίτητον να είσαι πλούσιος —

υπήρχον και άποροι Σπαρτιάται — ουδέ ωραίος — μερικοί πυγμάχοι

θα ήσαν άσχημοι — αλλά τιμήν και δόξαν πρέπει εξ άπαντος να

έχης. Παραδοξολόγοι σχολιασταί μετέφρασαν το _αρετά_ ως «νίκη

κατά τους αγώνας»· αλλά τούτο περιλαμβάνεται, καθώς εις το

ιδανικόν των μεσαιωνικών ιπποτών περιελαμβάνετο και η νίκη εις

την «τζώστρα».

Αυτός ο Πίνδαρος δεν φαίνεται άπιστος εις το ιδανικόν τούτο. Το

παράδοξον ύφος του «ανθρώπου του κόσμου», όπερ ενίοτε

αναλαμβάνει, δεν σημαίνει ότι εγκαταλείπει το ιδανικόν, αλλ'

ότι δεν έχει την αίσθησιν των πραγμάτων. Ηγάπα παν ηρωικόν,

αλλά δεν ηδύνατο να ίδη αυτό έξω του αρχαίου χώρου· οσάκις δε

είχε τον χώρον εκείνον, η φαντασία του έφθανε να δημιουργήση

και τον ήρωα. Εθαύμαζε βαθύτατα την ιεράν λάμψιν των Δελφών και

της Ολυμπίας· ηγάπα την διάκρισιν και την από του όχλου

απόστασιν της αυλής μεγάλου τινός τυράννου και εξιδανίκευε τον

ισχυρόν Ιέρωνα, καθώς και τον γενναίον Χρόμιον [_Νέμ. α'_].

Αλλά δεν έκλινε πάντοτε να ταυτίση την επιτυχίαν προς την

αξίαν· απεναντίας μάλιστα αισθάνεται βαθείαν αποστροφήν προς

την επιτυχίαν των φθονερών και των πανούργων — προς την νίκην

του επιτηδείου Ίωνος, του Οδυσσέως, εναντίον του γνησίου

Αιακίδου, του Αίαντος. Ίσως η αρχή του αυτή τον εβοήθησε να

εννοήση πώς απέκτησε τόσην δόξαν ο Σιμωνίδης και πώς ο ναυτικός

όχλος των Αθηνών άνευ μυώνων και άνευ αγρών ηδύνατο να εξεγείρη

τόσον πάταγον εν τω κόσμω.

Είναι περίεργος ιδιοτροπία της ιστορίας, ότι διεσώθησαν μόνον

οι _Επίνικοι_ — ωδαί εις τους νικητάς των ιερών αγώνων της

Ολυμπίας, των Δελφών, της Νεμέας και του Ισθμού. (168) Των δέκα

επτά βιβλίων του (υπήρχον δύο βιβλία ύμνων, παιάνων και

διθυράμβων, δύο προσοδίων, τρία παρθενίων, δύο υπορχημάτων,

τέσσαρα εγκωμίων, θρήνων και επινίκων) τα σωζόμενα τέσσαρα δεν

είναι βεβαίως τα τέσσαρα, τα οποία ημείς ηθέλομεν εκλέξει. Και

όμως έχουσι κάτι, το οποίον ιδιάζει εις το πνεύμα του Πινδάρου.

Υπό μίαν έποψιν, ελάχιστα σημαίνει το περί τίνος γράφει· π. χ.

δύο των υψηλοτάτων αυτού ποιημάτων αναφέρονται εις αγώνας

ημιόνων. Το δε γεγονός ότι κατά τον πέμπτον π. Χ. αιώνα Ξενοφών

ο Κορίνθιος ενίκησε το στάδιον και το πένταθλον, είναι τόσον

αδιάφορον δι' ημάς, όσον και αν ο νεαρός Εδουάρδος Κιγκ επνίγη

κατά τον δέκατον έβδομον μ. Χ. Ποιήματα, όπως ο ιγ'

_Ολυμπιόνικος_ είναι ανεξάρτητα των γεγονότων, εξ ών

εβλάστησαν. Εξ άλλου δύσκολον είναι να μη αισθανθώμεν ότι ο

Πίνδαρος ειλικρινώς αγαπά τους ίππους, τους ημιόνους και τους

αναβάτας. Εάν έτυχε να νικήση ποτέ κατά τινας τοπικούς αγώνας

ίππος των Κυνός κεφαλών, ο μικρός Πίνδαρος και τα λοιπά παιδία

του χωρίου θα είχον συζητήσει μετά πραγματικής θέρμης πώς ήτο

το άλογον εκείνο και τι έκαμνεν ο αναβάτης. Είτε δε ήτο

ιδιαιτέρως πληρωμένος ο ποιητής, είτε μη, όπως μνημονεύση και

τον Μελησίαν και τους διαφόρους θείους και πάππους των νικητών,

βέβαιον είναι ότι παρεισάγει αυτούς ως εάν ειλικρινώς τους

αγαπά. Διότι ο Πίνδαρος ήτο, φαίνεται, εκ των μη συνειδητών

εκείνων φύσεων, αίτινες δεν διακρίνουσι καλά καλά διά τι

συγκινούνται· αισθάνεται ρίγος βλέπων την «_μάκαιραν Ιέρωνος

εστίαν_» [_Ολυμπ_. α', 17] { Hiero's full-dress banquet board

} ή μίαν πυγμαχίαν, ή ιππικόν αγώνα, ακριβώς όπως και όταν

μελετά τους άθλους και την δόξαν του Ηρακλέους· και έκαστον

ρίγος αυτού παράγει μελωδίαν.

Ο Πίνδαρος ήτο πράγματι νεώτερος του Αισχύλου κατά τρία έτη·

και όμως φαίνεται μίαν γενεάν πρεσβύτερος του Σιμωνίδου. Διότι

ο χαρακτήρ και αι σκέψεις του ήσαν αρχαϊκαί· τοιούτον είναι και

το ύφος του. Καθώς πλείστοι άλλοι κλάδοι της ελληνικής

λογοτεχνίας, και η λυρική ποίησις προέβαινεν εκ του σκότους

προς το φως, έφθασε δε εις αυτό διά του Σιμωνίδου και του

Βακχυλίδου. Αλλά ο Πίνδαρος μας ρίπτει και πάλιν οπίσω, σχεδόν

εις τον Αλκμάνα. Και αναγινωσκόμενος είναι δύσκολος· ηδύνατο

άρα γε να εννοή κανείς αδομένους τους στίχους του; Εκείνος

λέγει, αποτεινόμενος προς την ωδήν του [_Νεμ_. ε' 4]

επί πάσας ολκάδος εν τ' ακάτω, γλυκεί αοιδά,

στείχ' απ' Αιγίνης,

{ sail off from Ægina in the big ships and the little fishing-

boats }

ήτοι ότι οι ναύται πάντων των ακατίων θα ψάλλωσι την ωδήν αφού

μετά την πανήγυριν της Αιγίνης χωρισθώσιν επιστρέφοντες καθείς

εις την πατρίδα. Αλλ' απίστευτον είναι ότι οι Δωριείς ναύται

ηδύναντο μετά το πρώτον άκουσμα να δράξωσι τόσον δύσκολον ωδήν.

Ίσως ήρπαζον μόνον το μέλος, και την είδησιν της νίκης. Διότι ο

Πίνδαρος ήτο κυρίως υπερήφανος διά την μουσικήν του, την οποίαν

ο άριστος των σωζομένων κριτών, ο Αριστόξενος, δεν ευρίσκει

λέξεις, ίνα εγκωμιάση. Ακόμη και σήμερον, αν και παν μουσικόν

ίχνος εξηλείφθη, — το εκ Μεσσήνης μουσικόν απόσπασμα του α'

_Πυθιονίκου_ είναι νόθον — αισθανόμεθα ότι αι λέξεις

χρειάζονται μουσικήν, όπως εννοηθώσιν. Αυτή η έννοια και το

πάθος του δ' _Πυθιονίκου_ ή του β' _Ολυμπιονίκου_ — διά να

λάβωμεν δύο τύπους αντιθέτους — φέρουσι τας λέξεις προς άσμα

ποικιλλόμενον, ταχύ ή βραδύ, μεγαλόφωνον ή σιγαλόν. Τα τέλη των

στροφών έχουσιν ήχον μουσικόν π. χ. _παλίγκοτον δαμασθέν_ {

angry and overborne }[_Ολυμπ_. β' 35]. Ο βασιλεύς των Επειών,

[_Ολυμπ_. ι' 45] όστις

_ίδε πατρίδα πολυκτέανον υπό στερεώ πυρί

πλαγαίς τε σιδάρου βαθύν εις οχετόν άτας

ίζοισαν εάν πόλιν_,

{ into the deep channel running deathwards, he watched his own

city sink }

απομένει εν τη μνήμη του αναγνώστου απηχών το «_εάν πόλιν_». {

his own city sink }. Επίσης ο Πέλοψ, ο προσευχόμενος μόνος εις

το σκότος, «_οίος εν όρφνα_» { alone in the darkness }

[_Ολυμπ_. α' 115]. Τοιούτο δε είναι και το θαυμάσιον εκείνο

σάλπισμα του δ' _Πυθιονίκου_, το καταλήγον εις την αδράν λέξιν

_τιμάν_. Διά τούτο πολλοί του Πινδάρου θαυμασταί συμφωνούσιν

ότι παν ό,τι απομένει εξ αυτού, απομένει εν τη μνήμη όχι ως

ιδέα, αλλ' ως μουσική.

Αλλά οι άξιοι αυτού ερασταί είναι ολίγοι. Διότι εις το

πρωτότυπον είναι δύσκολος — η διάλεκτος, ο λογικός ειρμός, η

πνευματική διάθεσις είναι δυσπρόσιτα, τον δε κοινόν αναγνώστην

ζαλίζει το ανακάτωμα των ημιόνων και της σελήνης και των

ηνιόχων και των Αιακιδών. Μεταφραζόμενος δε — και υπό δεξιών

μεταφραστών — είναι πιθανώς ο ατεχνοτέρον παντός άλλου

απογυμνούμενος ποιητής· και τούτο, καθώς είδομεν ανωτέρω,

πάντοτε διά τον λόγον, ότι είναι μόνον ποιητής. Ολίγην έχει

ρητορικήν, ουδεμίαν φιλοσοφίαν, μικρόν ανθρώπινον διαφέρον·

έχει μόνον την λεπτήν εκείνην δρόσον — ό,τι ονομάζει _άωτον_ —

η οποία γεννάται οσάκις η παθητικωτάτη γλώσσα συγκιρνάται προς

τον αβρότατον στοχασμόν, και την οποίαν ουδέ θεός «_και πολλά

μογήσας_» { though he worked hard } θα ηδύνατο να διαφυλάξη

άθικτον εν άλλη γλώσση.

Ο Πίνδαρος ολίγον επηρεάσθη υπό του πνεύματος του καιρού του ή

των παλαιοτέρων ποιητών. Ο Στησίχορος και ο Όμηρος βεβαίως

επέδρασαν επ' αυτόν. Αλλά μόλις ολίγαι λέξεις φαίνονται

απηχήσεις του Αισχύλου. Την έκρηξιν της Αίτνης αναφέρουσι και

οι δύο· αλλά του Πινδάρου η εξαισία περιγραφή [_Πυθ._. α'40-58]

φαίνεται όλως διόλου χωριστή· είναι όμως πιθανόν ότι ο μέγας

αυτού στίχος

_λύσε δε Ζευς άφθιτος Τιτάνας_

{ Everlasting Zeus set free the Titans }

είχεν αφορμήν την τριλογίαν του Προμηθέως, ής τούτο είναι το

συμπέρασμα, ότι ο αιώνιος Ζευς εξαπέλυσε τους Τιτάνας. (169)

Ε'

ΑΙ ΑΡΧΑΙ ΤΟΥ ΠΕΖΟΥ ΛΟΓΟΥ

ΕΠΙΓΡΑΦΑΙ.

Εάν τα πρωιμώτατα δείγματα του ελληνικού πεζού λόγου είναι

χαραγμένα επί λίθου και χαλκού, τούτο σημαίνει μόνον ότι ταύτα

ως διαρκέστερα υλικά, επέζησαν μετά το ξύλον, τον κηρόν και τα

δέρματα. Κατά τους χρόνους της μεταξύ Ήλιδος και Hραίας

συνθήκης (170) κατά τον έκτον δηλαδή αιώνα, βεβαίως υπήρχε

πολλή εμπορική και πολιτική αλληλογραφία, πολύ δε προ της

μεταγενεστέρας συνθήκης ηδύνατο να έγινεν άλλη μεταξύ Οιανθέων

και Χαλαίων, κανονίζουσα το δικαίωμα των αυλών και ορίζουσα το

ελαφρόν πρόστιμον των τεσσάρων δραχμών διά πάσαν υπέρβασιν του

είδους εκείνου της πειρατείας. Αλλά φαίνεται ότι ο παλαιοτάτος

πεζός λόγος ήτο κατ' ουσίαν όμοιος προς τας επιγραφάς εκείνας,

ήτοι σαφές και ακριβές υπόμνημα δημοσίων πράξεων, μη δυναμένων

να εμπιστευθώσιν εις τα πηδήματα της φαντασίας ποιητού και εις

του μέτρου τας απαιτήσεις. Ιδίως οι ναοί έγεμον τοιαύτης

πεζογραφίας. Ούτως υπήρχον κανονισμοί περί ασεβείας· π. χ. εν

Ιαλυσώ της Ρόδου η θεά Αλεκτρώνα απηγόρευε την εις τον

περίβολόν της είσοδον ίππων, όνων, ημιόνων και ανθρώπων

φορούντων υποδήματα ή «_ύειον μηθέν_» { pig-skin shoes }.(171)

Yπήρχον πλήρεις δημόσιοι απολογισμοί. Υπήρχον υπομνήματα των

ευχών, όσας εξεπλήρωσεν ο θεός, χαραγμένα δι' εξόδων των

προσκυνητών, και των παραπτωμάτων, όσα παραδειγματικώς

ετιμώρησε, χαραγμένα πιθανώς υπό των επιτρόπων του ναού. Τα δε

ιερά θεραπευτήρια της Κω, της Ρόδου και της Κνίδου περιείχον

ήδη από του έκτου π. Χ. αιώνος πλήρη σημειώματα σπουδαίων

ασθενειών μετά των συμπτωμάτων, της θεραπείας και των

αποτελεσμάτων. Αναμφιβόλως δε υπήρχον σημειώματα μαγγανειών και

επωδών. Επίσης δε κατάλογοι των ιερέων και ιερειών,

εκτεινόμενοι ενίοτε εις είδος χρονικών.

Ταύτα ήσαν δημόσια, υποκείμενα εις μικρούς περιορισμούς. Αλλά

υπήρχον και εσώτερα βιβλία, μη εκτεθειμένα εις ελέγχους των

βεβήλων. Ούτως οι κανόνες των τελετών δεν εδημοσιεύοντο

πάντοτε. Οι δε χρησμολόγοι των Αθηνών είχον μυστικά υπομνήματα

χρησμών και αποφάσεων περί νομικών ή ηθικών ζητημάτων. Οι δε

Δελφοί και τάλλα κέντρα, όπου η παράδοσις ήτο μακροτέρα, είχον

γραπτά υπομνήματα των θρύλων, όσους οι υπηρέται του θεού

επεθύμουν να διατηρήσωσι. Εννοείται δε ότι πλην των επισήμων

ναών σημειώματα είχον και οι ιδιωτικοί και ανεπίσημοι

χρησμολόγοι, οι μάντεις, οι κάτοχοι μυστηρίων, οι πωληταί

χρησμών, οι λύται παραπτωμάτων, άνθρωποι καθώς ο Ονομάκριτος, ο

Τισαμενός ο Ιαμίδης, ο Λάμπων και οι διάφοροι Βάκιδες, των

οποίων τους αορίστους και ρωμαντικούς θρύλους συχνά βλέπομεν

εις τα αφηγήματα του Ηροδότου [Η' 20, 77, 96. Θ' 43]. Πλην

τούτων υπήρχον αι γενεαλογίαι των ευγενών οίκων. Και συνήθως

μεν αύται ήσαν έμμετροι εις τρόπον ώστε να προβάλλωνται αμέσως

και ν' απομνημονεύωνται ευκόλως υπό του κοινού. Αλλ' επειδή και

περί τούτων άλλοι του οίκου κλάδοι προχείρως ηδύναντο να

αντιπροβάλλωσιν άλλας των στίχων παραλλαγάς, έπειτα δε βίοι και

πράξεις ηδύναντο να λησμονηθώσιν ή κακώς να παρασταθώσιν, αι

οικογένειαι εφρόντιζον, να κρατώσιν αυθεντικά και αρμοδίως

ελεγχόμενα υπομνήματα.

«ΛΟΓΟΣ»

Εδώ συναντώμεν την άλλην κλίσιν, την τείνουσαν εις παραγωγήν

πεζογραφίας, την παλαιάν κατά το ρήμα του Γκαίτε Lust sum

Fabuliren, ποθούσαν να γνωρίση τους χαρακτήρας των προσώπων και

τους περί αυτών θρύλους. Ο «Λόγος» είναι νεώτερος και

μικροτέρος αδελφός του Μύθου, και κατά τινας απόψεις δεν

διακρίνεται απ' αυτού. Ούτως αδύνατον είναι ν' αναγνώσωμεν τα

περί Σόλωνος, Κροίσου, Δημοκήδους, Πολυκράτους, Αμάσιος χωρίς

να αισθανθώμεν ότι εισαγόμεθα εις τα βασίλεια της φαντασίας.

Εντεύθεν βεβαίως είμεθα πλησιέστερον εις τα γεγονότα ή από του

έπους· και η κρυπτομένη πράξις είναι πλέον ανθρωπίνη. Οι δε

χαρακτήρες δεν είναι θεοί ή ήρωες, αλλά περιπλανώμενοι μάγοι

και σοφοί και έκπτωτοι βασιλείς, ο δε πρώτος εξάγγελος δεν

είναι η Μούσα, αλλά ο Ίων έμπορος. Δύναται επίσης να υποτεθή

ότι υπάρχει και ολίγη αλήθεια εις τους χαρακτήρας, ή και εις

άλλα. Αλλά έως εκεί δεν έχομεν δικαίωμα να προχωρήσωμεν π. χ. Ο

σερ Τζων Φάλσταφ του Σαιξπήρου δεν είναι πιστή ψυχολογία του

Oldcastle the Lollard, δεν υπάρχει δε λόγος να υποθέσωμεν ότι ο

κωμικός βασιλεύς Άμασις ομοιάζει προς οιονδήποτε Αιγύπτιον

Aahmes ή ν' αποδώσωμεν την όψιμον σύνεσιν του Κροίσου εις τον

αληθινόν κατακτητήν της Ιωνίας. Είναι αλήθεια, ότι αφού άπας

σχηματισθή ο χαρακτήρ, καθόλου παραμένει· αλλά τούτο συμβαίνει

και περί των επικών προσώπων.

Ο θρύλος ενωρίς απέβη λογοτέχνημα. Οι περίφημοι *_Μιλήσιοι_ και

*_Συβαριτικοί λόγοι_ βεβαίως ήσαν του έκτου π. Χ. αιώνος, πριν

η Σύβαρις καταστραφή και ερειπωθή η Μίλητος. Τοιαύτα δε

δείγματα, οποία διεσώθησαν υπό μεταγενεστέρων λογογράφων — η

Χήρα της Εφέσου του Πετρωνίου και πολλά μέρη του Απουληίου —

είναι καθαρά μυθοπλαστία, διηγήματα κατά το είδος του Βοκκακίου

μετά πλαστών χαρακτήρων. Αλλά τα πάντα μηνύουσιν ότι αρχικώς

απεδίδοντο εις ωρισμένα ονόματα, καθώς τα ανέκδοτα του

Ηροδότου· πράγματι δε το πρώτον απόσπασμα γνωστού ελληνιστί

πεζού μυθιστορήματος έχει ως ήρωα και ηρωίνην τον Νίνον και την

Σεμίραμιν. (172)

ΟΡΟΙ

Αι πρώται κατά την στενωτέραν έννοιαν πεζαί ιστορίαι είναι οι

«ώροι», τα χρονικά των ιωνικών πόλεων, μεθ' ούς αμέσως έπονται

οι της Σικελίας. Τοιούτων ώρων ουδεμία σειρά σώζεται, εκτός εάν

θεωρήσωμεν το Πάριον μάρμαρον ως επιτομήν των ώρων όλης της

Ελλάδος. Αλλ' ο σπουδαστής της αρχαιότητος έχει ακόμη να

εξετάση ποίαι των σωζομένων ειδήσεων πηγάζουσιν εκ των χρονικών

εκάστης πόλεως. Τοπικαί τινες γενεαλογίαι — πολλαί, λόγου

χάριν, των εν τοις σχολίοις του Απολλωνίου — προφανώς ήσαν

ώροι. Επίσης υπό ώρου θα ανεφέρετο και ο αερόλιθος, ο πεσών εις

τους Αιγός ποταμούς κατά την 78ην Ολυμπιάδα, και η λευκή εκείνη

χελιδών, της οποίας την εν Σάμω εμφάνισιν μαρτυρεί στρατιά

μαρτύρων (173). Συρακόσιον χρονικόν φαίνεται ότι ήτο η πηγή των

ειδήσεων, όσας παρέχει ο Θουκυδίδης (ΣΤ' 1-5) περί της ιδρύσεως

των ιταλικών και σικελικών πόλεων διότι χρονολογούνται από της

ιδρύσεως των Συρακουσών, ήτις θεωρείται ως η μεγάλη χρονολογία

του κόσμου, η μη έχουσα ανάγκην άλλου προσδιορισμού. Η καταγωγή

παντός χρονικού, εννοείται, είναι σκοτεινή. Καθώς κατ' αρχάς

μεν το έπος, έπειτα δε αι ιστορίαι και τα σχόλια και τα

φιλοσοφικά κείμενα των σχολών της αρχαιότητος και καθώς οι

κώδικες των μητροπόλεων των μέσων χρόνων, ούτω και ταρχαία

χρονικά εσυνεχίζοντο, μετεβάλλοντο και επεξετείνοντο υπό

αλληλοδιαδόχων εκδοτών.

Τα ονόματα των παλαιοτάτων χρονογράφων έχουσιν ήχον μυθικόν.

Ούτω το μεν χρονικόν της Κορίνθου έγραψεν αυτός ο «Εύμηλος», ο

Κορίνθιος Όμηρος· το δε Εφέσιον ο «Κρεώφυλος», το δε Κρητικόν ο

«Επιμενίδης», το δε της Μιλήτου, το γενικώς αναγνωριζόμενον ως

το παλαιότατον, ήτο το πρώτον σύγγραμμα του «Κάδμου» αφού ηύρε

το αλφάβητον. Όθεν ονομάζεται ΚΑΔΜΟΣ ο Μιλήσιος, καίτοι εκ

γενετής ήτο Φοίνιξ. Ομοίως και ο χρονογράφος του Άργους

ονομάζεται «ΑΚΟΥΣΙΛΑΟΣ ο Αργείος», γεννηθείς, ως ο Ησίοδος, εν

μικρώ χωρίω της Βοιωτίας. Το χρονικόν αυτού ελέγετο έργον του

Ησιόδου, μεταφρασμένον εις πεζόν λόγον και «διωρθωμένον». Αλλά

και αυτός ο Ακουσίλαος δεν ενομίζετο αρκετά μυθικός, ώστε να

θεωρηθή πραγματικός αυτού συγγραφεύς· το είχε μόνον αντιγράψει

από χαλκών πινάκων, ούς ο πατήρ αυτού ανέσκαψεν εκ της γης! Το

δε χρονικόν των Αθηνών, όπερ κατόπιν επεξειργάσθησαν πολλοί

ευδόκιμοι άνδρες, ως ο Κλείδημος, ο Ανδροτίων, ο Φιλόχορος δεν

αναφέρεται πόθεν επήγαζεν. Κάποιος Μελησαγόρας [Ελευσίνιος]

όστις έλεγεν ότι ποτέ δεν πετά κορώνη προς την Ακρόπολιν,

φαίνεται ως αντιπρόσωπος του ιερού χρονικού της Ελευσίνος και

επομένως κατά μέρος και των Αθηνών. (174)

Πολλά δε σπουδαία αποσπάσματα αναφέρονται εις τον ΦΕΡΕΚΥΔΗ· και

ο μεν Σουίδας διακρίνει τρεις ομωνύμους, Σύριον, Λέριον και

Αθηναίον, οι δε νεώτεροι λόγιοι παραδέχονται δύο μόνους — ένα

φιλόσοφον εκ Σύρου κατά τον έβδομον αιώνα, και ένα Αθηναίον

ιστορικόν γεννηθέντα εν Λέρω κατά τον πέμπτον, (175) αλλ' ίσως

κριτικωτέρα μελέτη των πηγών δύναται να ελαττώση τον αριθμόν

εις ένα Φερεκύδη — του οποίου το χρονικόν ήρχιζεν από της

γενέσεως των θεών και περιείχε τα Ορφικά λόγια, δηλαδή άνθρωπον

κατά το ήμισυ μυθικόν, «φέροντα κύδος» και παράλληλον προς τον

Αργείον εκείνον Ακουσίλαον, τον «ακουστήν των λαών». (176)

Οι πρώτοι πραγματικοί χρονογράφοι κατάγονται εξ Ιωνίας και των

νήσων, είναι δε άνθρωποι σοβαροί και πεπαιδευμένοι,

καταγράψαντες εις βιβλία και τα υπομνήματα και την προφορικήν

παράδοσιν — ΒIΩΝ ο Προκοννήσιος, ο επεξεργασθείς τον Κάδμον·

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ο Μιλήσιος, ο πρώτος ίσως συνδυάσας τας πράξεις της

απολέμου Ιωνίας προς τα μεγαλουργήματα της Περσίας και γράψας

*_Περσικά_ εν Ιάδι διαλέκτω]· ΧΑΡΩΝ ο Λαμψακηνός, ο γράψας

[*_Λαμψακηνών ώρους_ και *_Περσικά_] έργον ως φαίνεται,

παρόμοιον προς το του Ηροδότου, περιλαμβάνον την περσικήν και

αιθιοπικήν ιστορίαν, ειδήσεις περί του βίου του Θεμιστοκλέους

και ταξείδια πέραν των Ηρακλείων στηλών ΕΥΓΑΙΩΝ ο Σάμιος,

ΞΑΝΘΟΣ ο Λυδός και πολλοί άλλοι, φέροντες προς την μεγάλην

τριάδα τον Εκαταίον, τον Ηρόδοτον και τον Ελλάνικον. (177)

Αλλά εις την Μεγάλην Ελλάδα τα πράγματα ήσαν διάφορα. Εκεί αι

ελληνικαί αποικίαι είχον μακράν και δραματικήν ιστορίαν,

μεγάλην δε δημιουργικήν λογοτεχνίαν, αλλ' η λογοτεχνία ουδέποτε

περιέλαβε την ιστορίαν· λοιπόν ιστοριογράφοι δεν υπήρχον προ

του χρόνου, ότε ο γηραιός Ηρόδοτος απήλθεν εις τους Θουρίους,

όπου και έκλεισε τους οφθαλμούς. Τότε Αντίοχος ο Συρακόσιος

εδημοσίευσεν ιστορίαν της Δύσεως, καταβαίνουσαν τουλάχιστον

μέχρι του 424 π. Χ. Ο δε προβληματώδης ΙΠΠΥΣ ο Ρηγίνος,

φαίνεται γράψας περί τους αυτούς χρόνους! Οι εν τη Δύσει

βεβαίως είχον χρονικά των ναών και ανέδειξαν πολλούς ιστορικούς

κατά την μετά τον Θουκυδίδην γενεάν. Αλλά κατά την αρχήν της

πεζογραφίας σπουδαίον είναι ότι προ της ιστορίας εκαλλιέργουν

την γραμματολογίαν. ΘΕΑΓΕΝΗΣ o Ρηγίνος (520 π. Χ.) λογίζεται

ως ο πρώτος Ομηριστής· περί αυτού γνωρίζομεν μόνον ότι

ηρμήνευεν αλληγορικώς και ανέφερε την Γιγαντομαχίαν. Ο δε

ΓΛΑΥΚΟΣ ο Ρηγίνος έγραψεν αναγραφήν «_περί των αρχαίων ποιητών

τε και μουσικών_» (178) αναφέρων όχι μόνον ονόματα και χρόνους,

αλλά και περί ύφους και μιμήσεως, διηγούμενος δε και τίνας

έκαστος ποιητής «_εμιμήσατο_», αρχόμενος από Ορφέως

[Τερπάνδρου, Αρχιλόχου, Θαλήτα]. Η τοιαύτη τάσις, η προς την

καθαράν λογοτεχνίαν κλίσις, ερμηνεύει την εκεί γένεσιν του

Γοργίου.

Εν τη ανατολική Ελλάδι κριτικούς του Ομήρου θα εύρωμεν μόνον

τους χρονογράφους εκείνων των πόλεων, όσαι ειδικώς σχετίζονται

προς αυτόν, ως ΑΝΤΙΔΩΡΟΝ τον Κυμαίον και ΔΑΜΑΣΤΗΝ τον εκ

Σιγείου. Αλλ' η υψηλοτέρα λογογραφία εγεννήθη εν τη Ανατολή εκ

της ζητήσεως της γνώσεως κατά την ευρυτάτην έννοιαν, ήν οι μεν

Ίωνες ωνόμαζον _ιστορίην_, οι δε Αθηναίοι _φιλοσοφίαν_. Ημείς

εφαρμόζοντες εις τον έκτον αιώνα τους όρους του τετάρτου,

σπεύδομεν να διακρίνωμεν την ιστορίαν από της φιλοσοφίας. Αλλ'

ότε ο Σόλων ο φιλόσοφος «_απεδήμησε έτεα δέκα_» χάριν «_της

θεωρίης_», έπραττεν ακριβώς ό,τι και οι ιστορικοί, ο Ηρόδοτος

και ο Εκαταίος. Ότε δε ο Εκαταίος έγραψε Πίνακα του κόσμου

γεωγραφικόν και ανθρωπολογικόν, έπραττεν ό,τι και ο

Αναξίμανδρος και ο Δημόκριτος. _Ιστορία_ σημαίνει έρευνα,(179)

φιλοσοφία δε αγάπη της γνώσεως. Και αι δύο καταλαμβάνουσι

περίπου την αυτήν έκτασιν, αν και καθόλου η φιλοσοφία αποβλέπει

περισσότερον εις την τελικήν αλήθειαν και ολιγώτερον εις τα

ειδικά γεγονότα· το δε σπουδαιοτέρον, η φιλοσοφία γενικώς είν'

έργον ωργανωμένης σχολής μετά καθωρισμένων ή συγγενών θεωριών —

της Μιλησίας, της Πυθαγορικής, της Ελεατικής — ενώ ο

_ιστορικός_ είναι προ πάντων εξερευνητής και αφηγητής.

Πεζόν βιβλίον κατά τον έκτον αιώνα, οσάκις δεν ήτο βιβλίον

φιλοσοφικής σχολής, ήτο αποτέλεσμα μεν της «ιστορίης» του

συγγραφέως, ωνομάζετο δε «_λόγος_» αυτού — δηλαδή ό,τι είχε να

είπη. Αλλ' ούτε το βιβλίον αυτό, ούτε το λογοτεχνικόν είδος,

όπου ανήκεν, είχεν ακόμη όνομα. Η πρώτη φράσις εχρησίμευεν αντί

τίτλου· η απλουστάτη δηλαδή φράσις ήτο «Αλκμέων ο Κροτωνιάτης

λέγει τάδε» «_Ηροδότου Αλικαρνησσέος ιστορίης απόδεξις ήδε_».

Εν ειδικωτέρα δε _ιστορία_, φέρεται «_Αντίοχος Ξενοφάνους

συντίθησι περί Ιταλίας_» { Antiochus, Xenophanes' son, put

these things together about Italy } ή άνευ του ονόματος του

συγγραφέως, «_Περί μεν της ιερής νούσου καλεομένης ώδ' έχει_» {

Touching the disease called Holy, thus it is }(Ιπποκράτης) . Τι

δε ήτο ο γράφων; Βεβαίως λογογράφος ή λογοποιός, αφού έγραφε

λόγον. Ηδύνατο δε να είναι γεωγράφος ή ιδεολόγος, πιθανώτερον

δε _φιλόσοφος_ και κατά τους θαυμαστάς αυτού _σοφός ανήρ_. Ο δε

θέλων να ονομάση το ανώνυμον και αδιαίρετον εις κεφάλαια έργον

έπρεπε να μεταχειρισθή μίαν περιγραφικήν φράσιν. Καθώς έλεγε

κανείς π. χ. περί του μέσου του τ της _Οδυσσείας «Όμηρος εν

νίπτροις_» {Homer in the Foot-washing }, ούτως έλεγεν

«_Εκαταίος Ασία» ή «Εκαταίος εν τοις περί Ασίας», «Χάρων εν

τοις Περσικοίς», Αναξίμανδρος εν τοις περί των απλανών ή εν γης

περιόδω_ { Anaximander about Fixed Stars," or "in the

Description of the World. } [πρβ. τον Σουίδαν]. Οι δε

μεταγενέστεροι πολλάκις εξέλαβον τας παραπομπάς εκείνας ως

επιγραφάς χωριστών έργων και παρέστησαν πολλούς των αρχαίων

λογογράφων ως γράψαντας δωδεκάδας συγγραμμάτων.

Το παλαιόν έπος ελήφθη ως παράδειγμα· καθώς εκείνο ήτο ή

ανώνυμον ή έργον φανταστικού ή ημιθέου ποιητού, ούτω και ο

«λόγος» και το χρονικόν, βεβαίως δε και αι απαρχαί των φυσικών

παρατηρήσεων και της κοσμολογίας. Κατά την επομένην περίοδον το

βιβλίον ήτο έργον σωματείου τινός· φυλής ποιητών, σχολής

φιλοσόφων, θρησκευτικής αιρέσεως, ή επισήμου επιτροπής· δηλαδή

πρώτον μεν «Όμηρος» «Αίσωπος» «Ησίοδος» «Ορφεύς» «Κάδμος»,

έπειτα δε «Ομηρίδαι» «Πυθαγόρειοι» «Ορφικοί» και «Ώροι

Μιλησίων». Έπρεπε πρώτον ο στενός δεσμός του ελληνικού αστικού

βίου να κατακοπή, πριν είς ανήρ δυνηθή να προέλθη και εκφράση

τας γνώμας και τα αισθήματά του διά του ιερού μεγαλείου του

βιβλίου. Και ποιηταί μεν ως ο Αρχίλοχος και άλλοι είχον ήδη

πράξει τούτο. Αλλά της πεζογραφίας την οδόν ήνοιξε βιβλίον, του

οποίου αι πρώται λέξεις θ' αντήχησαν ως σάλπισμα εις τα ώτα των

ανθρώπων· «_Εκαταίος Μιλήσιος ώδε μυθείται· τάδε γράφω ως μοι

αλήθεια δοκέει είναι· οι γαρ Ελλήνων λόγοι πολλοί τε και

γελοίοι, ως εμοί φαίνονται, εισίν._» { Hecatoeus of Miletus

thus speaks. I write as I deem true, for the traditions of the

Greeks seem to me manifold and laughable. }

ΙΣΤΟΡΙΗ. — ΕΚΑΤΑΙΟΣ.

Ο ΕΚΑΤΑΙΟΣ ήτο ευπατρίδης γενεαλογών εαυτόν ως απόγονον θεού εν

δεκάτη έκτη γενεά, (Ηροδότου Β' 143) μέχρις ού οι ιερείς των

αιγυπτιακών Θηβών διέψευσαν αυτόν· εξερευνητής δε σπάνιος,

καθώς ο σύγχρονος αυτού Σκύλαξ, ο καταπλεύσας τον Ινδόν μέχρι

της Ερυθράς θαλάσσης, καθώς επί του β' Πτολεμαίου Εύδοξος ο

Κυζικηνός και μέχρι τινός καθώς ο Κολώμπος, δηλαδή άνθρωποι,

των οποίων η μεγάλη τόλμη ήτο όργανον μεγαλυτέρου νου.

Περιήλθεν όλας τας ακτάς της Μεσογείου, το περσικόν κράτος, την

Αίγυπτον, ίσως τον Πόντον, την Λιβύην και την Ιβηρίαν,

αδιακόπως «_ιστορέων_», ήτοι ζητών γνώσιν. Ημείς γινώσκομεν

αυτόν προ πάντων εκ των επικρίσεων και των ανεκδότων του

Ηροδότου, όστις διχογνωμεί προς αυτόν περί των πηγών του Νείλου

(Β' 21) και της υπάρξεως του ποταμού Ωκεανού (Β' 23) αναφέρει

δε μετά δισταγμού όσα έγραφεν ο Εκαταίος περί της εξώσεως των

Πελασγών εκ της Αττικής (Στ' 137), αλλά καθόλου τον παριστά

σχεδόν ως μέγαν.

Κατά την προπαρασκευήν της ιωνικής επαναστάσεως η Μίλητος

εζήτησε την συμβουλήν του σοφού της, αλλά δεν την ηκολούθησεν.

Εκείνος τους απέτρεπε, «_καταλέγων τα τε έθνεα πάντα των ήρχε

Δαρείος και την δύναμιν αυτού_» { telling them all the nations

that Darius ruled and the power of him. }(Ηροδότου Ε' 36). Αλλ'

ο σοφός ήτο ψυχρός και ελάλησεν εις μάτην! Έπειτα τους

προέτρεψεν, εάν επέμενον να επαναστατήσωσι, να καταλάβωσιν

αμέσως τους θησαυρούς του εν Βραγχίδαις Απόλλωνος — ειδεμή θα

τους εσύλων οι Πέρσαι — και να ναυπηγήσωσι στόλον, δεσπόζοντα

του Αιγαίου. Αλλ' ο σοφός υβρίσθη ως ασεβής! Ο Αρισταγόρας και

ο λαός επροτίμησαν τον ιδικόν των δρόμον, ετράπησαν παντού, και

βεβαίως είδον τον θησαυρόν πεσόντα εις τας χείρας των βαρβάρων.

Και άλλην συμβουλήν έδωκεν ο Εκαταίος ότε τα πράγματα ήσαν

απεγνωσμένα, παρακαλών τον Αρισταγόραν να μη φύγη διά παντός,

αλλά να οχυρώση την νήσον Λέρον, και κρατών της θαλάσσης, να

επιχειρήση την ανάκτησιν της Μιλήτου. Δηλαδή πάντα, όσα κατόπιν

αναλογιζομένη την πικράν της συμφοράν, επόθει να είχε πράξει η

Ιωνία, κατήντησαν επαναλεγόμενα συμβουλαί του μεγάλου της

Εκαταίου. Εκείνος τέλος είχε μεσολαβήσει προς τον Αρταφέρνη —

την φοράν ταύτην επιτυχώς — όπως φεισθή των ηττημένων.

Ο Εκαταίος δεν ήτο λογοτέχνης όπως ο Ηρόδοτος· ήτο στοχαστής

και εργάτης. Κατά τον Ερμογένη [τον Ταρσέα] όστις ηγάπα τον

αρχαϊσμόν, «_καθαρός μεν έστι και σαφής, εν δε τισι και ηδύς ου

μετρίως_» { pure and clear, and in some ways singularly

pleasant } και όμως «_ταις ηδοναίς ελαττούται πολλώ του

Ηροδότου· αλλά πάνυ πολλώ, καίτοι γε μύθους τα πάντα σχεδόν και

τοιαύτην τινά ιστορίαν συγγραψάμενος_». { much less charm than

Herodotus — ever so much, though it was mostly myths and the

like }(180) Αλλ' εις την τελευταίαν ταύτην φράσιν δεν πρέπει

να δώσωμεν μεγάλην προσοχήν. Ο Εκαταίος ιστορίαν εθεώρει την

περίοδον, ήν ημείς σήμερον παραλείπομεν ως μυθικήν, ενώ δε

απέρριπτε τας ελληνικάς παραδόσεις, συχνά επίστευεν εις τας

αιγυπτιακάς· ενθυμούμενοι δε τας πρώτας του βιβλίου του λέξεις,

δεν δυνάμεθα να του προσάψωμεν «ευπιστίαν» ή να θεωρήσωμεν

αυτόν υπεύθυνον διά τον μύθον ότι η σκύλα του Οινέως εγέννησε

στέλεχος και εξ αυτού «_έφυ άμπελος πολυστάφυλος_» (απόσπ.

341), διότι είναι πιθανόν ν' ανέφερε τούτο μόνον ως γελοίον.

Επί πολλούς αιώνας ως γεωγράφος εθεωρείτο αυθεντία· καίτοι δε

φαίνεται ότι δεν υπήρξε σταθερώς άθρησκος, παραμένει μεγάλη

μορφή της ιστορίας της λογοτεχνίας και της προόδου του

ανθρωπίνου νου. Ο Εκαταίος αντιπροσωπεύει το πνεύμα του καιρού

του ως σύνολον, ήτοι την έρευναν, την σκέψιν, την προς την

λογοτεχνίαν κλίσιν. Και ταύτης μεν έξοχος τύπος είναι ο

Ηρόδοτος, ως αντιπροσώπους δε των άλλων εκλέγομεν δύο των μη

σωθέντων συγγραφέων, τον Ηρόδωρον και τον Eλλάνικον. (181)

ΗΡΟΔΩΡΟΣ.

ΗΡΟΔΩΡΟΣ ο Ηρακλεώτης, (εξ Ηρακλείας του Πόντου) πατήρ του

σοφιστού Βρύσωνος, του οποίου οι διάλογοι λέγεται ότι ήσαν το

υπόδειγμα του Πλάτωνος, είναι ο τύπος των πρώτων αθρήσκων. Το

έργον του ήτο κριτική ιστορία των αρχαίων υπομνημάτων,

διαλαμβάνον κατ' αρχάς περί της πατρίδος του και του ιδρυτού

αυτής Ηρακλέους, [*_Λόγος καθ' Ηρακλέα_], αλλ' εγγίζον π. χ.

και τους Αργοναύτας και τους Πελοπίδας. Η δε μέθοδος αυτού

σήμερον μεν έχασε την χάριν και την πρωτοτυπίαν, αλλά τότε

ήθελε βαθυτάτην σκέψιν και παρείχε πραγματικάς υπηρεσίας προς

τον κόσμον. Κατά τον Ηρόδωρον (απόσπ. 23) ο δεσμώτης Προμηθεύς,

όν εξέσχιζεν ο αετός και ηλευθέρωσεν ο Ηρακλής, αληθώς ήτο

βασιλεύς των Σκυθών πλησίον του πoταμού Αετού, όστις επιφέρει

καταστρεπτικάς πλυμμύρας· οι δε υπήκοοι νομίζοντες, όπως και ο

Ησίοδος, ότι αι πλημμύραι ήσαν τιμωρίαι διά τας αμαρτίας των

ηγεμόνων, έδεσαν, δηλαδή εφυλάκισαν τον Προμηθέα, μέχρις ού ο

Ηρακλής, όστις αναφέρεται ότι ανέλαβε παρά του Άτλαντος τους

στύλους του ουρανού και της γης, δηλαδή τας αρχάς της

αστρονομίας, (απόσπ. 24) και της μηχανικής, απέστρεψε το ρεύμα

προς την θάλασσαν! Τα δε περί των τειχών της Τροίας λεγόμενα,

ότι έκτισαν αυτά ο Απόλλων και ο Ποσειδών, εσήμαινον απλούστατα

ότι ο Λαομέδων εσύλησε χρήματα εκ του ιερού αυτών διά την

κατασκευήν των (απόσπ. 18). Ο Ηρόδωρος εσυνήθιζεν, ως φαίνεται,

να διηγήται τον κοινόν μύθον, πριν τον επικρίνη, διότι

ευρίσκομεν αποσπάσματα και τούτου, όπως του Εκαταίου,

αναφερόμενα ως πηγάς μωροτάτων μύθων, ούς βεβαίως έπειτα θα

επεξήγει. Αλλά δεν εστερείτο πάλιν όλως διόλου φαντασίας·

έφθασε να πιστοποιήση την φερομένην παράδοσιν ότι ο λέων της

Νεμέας είχε πέσει εκ της σελήνης. Και τούτο διότι επίστευεν ότι

η σελήνη δεν ήτο μικρόν φως, αλλά «_ετέρα μετέωρος γη_» και ότι

οι αερόλιθοι και τα όμοια πιθανώς έπιπτον εκείθεν· ότι μερικά

έντομα και το περιεργότερον, οι γύπες, των οποίων τας φωλεάς,

όσον και αν εζήτησεν, ουδέποτε είχεν ιδεί επί της γης ταύτης,

πιθανώτατα προήρχοντο εκείθεν [απόσπ. 10]· εκείθεν είχε καταβή

και ο λέων της Νεμέας [απόσπ. 9] διότι, φαίνεται, εσκέπτετο,

ότι δεν ήτο δυνατόν να εγεννήθη εν Νεμέα και δεν ηδύνατο να

προχωρήση έως εκεί καταβαίνων εκ του Αίμου· και ότι η περιγραφή

αυτού δεν ωμοίαζε προς κανένα γνωστόν λέοντα. Αλλά τούτο δεν

είναι «απλοϊκή ευπιστία»· είναι πλάνη συλλογισμού, συγγνωστή,

καθόσον ενόμιζεν και σχετικώς μικράν την από της σελήνης

απόστασιν ημών. Ο Ηρόδωρος εκοπίασε πολύ να συστηματοποιήση και

την χρονολογίαν — να εκτελέση δηλαδή τον γιγάντειον εκείνον

άθλον, όν ουδείς Έλλην Ηρακλής συνετέλεσεν. Αι δε γεωγραφικαί

αυτού μελέται ήσαν ευρύταται και ακριβείς, (182) εχρησιμοποίει

δε τα πάντα εις κριτικήν της παλαιοτάτης ιστορίας. Πόσον τούτο

είναι διάφορον, αλλ' όχι κατώτερον κατ' είδος, του πνεύματος

του Ηροδότου και του Θουκυδίδου! (183)

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ «ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ». — ΕΛΛΑΝΙΚΟΣ.

ΕΛΛΑΝΙΚΟΣ (184) ο Λέσβιος χρονολογικώς καθορίζεται διά τούτου

ότι το έργον αυτού «Ατθίς» μνημονεύεται μεν υπό του Θουκυδίδου

(Α' 97), εμνημόνευε δε (185) την εν Αργινούσαις ναυμαχίαν —

εδημοσιεύθη δηλαδή μικρόν μετά τα 406 π. Χ. Ο Ελλάνικος είναι

νεώτερος μεν του Ηροδότου, πρεσβύτερος δε του Θουκυδίδου. Η

χρονολογία είναι σπουδαία διά τούτο, ότι η γενική μέθοδος του

έργου του Ελλανίκου, οιαδήποτε και αν ήτο κατά τας

λεπτομερείας, δεν ήτο η του Εκαταίου και του Ηροδώρου, ουδέ η

των σωθέντων ιστορικών, αλλά μόνον μέθοδος στοιχειωδεστέρου

τινός Αριστοτέλους. Ο Ελλάνικος εστράφη κατ' ευθείαν προς τα

τοπικά υπομνήματα, είτ' επιγραφικά, είτε προφορικά, εσώρευσε δε

σωρόν καθωρισμένων και επισήμων μαρτυριών περί γεγονότων και

υπέταξεν αυτά εις καθολικόν χρονολογικόν σύστημα· τοιουτοτρόπως

κατώρθωσεν ώστε εκάστη τοπική ιστορία να ρίπτη φως επί τας

άλλας, κατέγραφε δε τας παρατηρήσεις του κατά τρόπον όλως

πρακτικόν. Αλλά δυστυχώς το υλικόν ήτο ανάξιον της μεθόδου του.

Τα μεν γεγονότα, όσα συνέλεξε, δεν ήσαν γεγονότα, η δε τάξις,

ήν κατέστρωσε, ήτο χειροτέρα του προηγουμένου γνησίου χάους.

Ο Ελλάνικος ήρχισεν, όπως και πολλοί άλλοι, γράφων *_Περσικά_·

ταποσπάσματα τούτων φαίνονται παλαιοτέρα του Ηροδότου και είναι

μεστά ελληνικών θρύλων. Διότι το ήμισυ της δραστηριότητός του

εδαπάνησεν εις την μελέτην των μεγάλων μύθων, ούς ενόμιζε

πολυτίμους, ως περιέχοντας απωτάτην ιστορίαν, κινδυνεύουσαν να

χαθή. Έγραψε δε * _Αιολικά_ και *_Τρωικά_· την εκλογήν δε

ταύτην ερμηνεύει η αιολική του καταγωγή και η προς την Τροίαν

γειτονία. Αι δε αιολικαί παραδόσεις αναποφεύκτως έστρεψαν αυτόν

προς την Θεσσαλίαν, ούτω δ' έγραψε τα *_Δευκαλιώνεια_ ήτοι περί

των απογόνων του Δευκαλίωνος. Δεύτερον εν Ελλάδι πλούσιον μύθων

μεταλλείον ήτο το Άργος· αι παραδόσεις αυτού ήσαν σχεδόν

ανεξάρτητοι από της Θεσσαλίας· ο Ελλάνικος λοιπόν εστράφη προς

το Άργος και όχι μόνον έγραψεν ιστορίαν αυτού, αλλά και

εδημοσίευσε κατά τας απαιτήσεις της αναπτυσσομένης μεθόδου του

κατάλογον των διαδοχικών ιερειών του εν Άργει ναού της Ήρας, ως

βάσιν ομοιομόρφου συστήματος χρονολογίας δι' όλην την ιστορίαν.

Ίσως δ' εκ του Ελλανίκου παρέλαβεν αυτόν ο Θουκυδίδης (Β' 2, Δ'

33) αν και ήτο και προτού εύχρηστος εν Πελοποννήσω· εν τω

μεταξύ, φαίνεται, ο σοφιστής Ιππίας είχεν εκδώσει τους

ρηξικελεύθους καταλόγους των Ολυμπιάδων μετά της σειράς των

νικητών. Ο δ' Ελλάνικος ηκολούθησεν αυτόν δημοσιεύσας

*_Καρνεονίκας_, ήτοι κατάλογον των νικητών των αγώνων του εν

Σπάρτη Καρνείου Απόλλωνος.

Ο Ελλάνικος λοιπόν είχε γράψει πολλά χωριστά βιβλία, παρέχων

αντιθέτως προς τον Ηρόδοτον ακατάσκευον το ποικίλον του υλικόν

και δεν εδοκίμασε να το χωνεύση ολόκληρον εις ένα προσωπικόν

«_λόγον_» ιδικόν του. Φαίνεται δε ότι και ωνόμασε τα βιβλία

του· το όνομα *_Φορωνίς_, όπερ έφερεν η ιστορία του Άργους κατά

τον αρχαίον βασιλέα Φορωνέα, ήτο επιγραφή απλή και σαφής· τα δε

*_Δευκαλιώνεια_ ήτο κάτι μεταξύ περιγραφής και αρχείου. Κατόπιν

ήλθεν εις τας Αθήνας και έγραψε την περίφημον *_Ατθίδα_ ή

Αττικήν συγγραφήν. Οι Αθηναίοι της προηγουμένης γενεάς είχον

εργασθή τόσον εις παραγωγήν της ιστορίας, ώστε δεν ηύραν καιρόν

και να γράψωσιν αυτήν· λοιπόν αντί αυτών την έγραψεν ο

αλλοδαπός σοφός. Αλλά το λυπηρόν είναι ότι διεφέρετο

περισσότερον περί του παρελθόντος ή του παρόντος. Ήρχιζεν από

του Ωγύγου, ο οποίος εβασίλευε 1020 έτη προ της πρώτης

Ολυμπιάδος, και έτρεχεν ανοικτιρμόνως διά μέσου όλων των γενεών

των κενών ονομάτων, των απαιτουμένων προς πλήρωσιν του

χιλιετούς χάσματος. Έχων ως αφετηρίαν τον Αργείον κατάλογον,

όστις ήτο πληρέστατος, ηναγκάζετο να επεκτείνη τον ισχνόν

Αττικόν, φανταζόμενος διπλούς ομωνύμους βασιλείς. Ότε δε

κατέβαινεν εις τους χρόνους, περί ών κυρίως ποθούμεν ημείς να

μάθωμεν — εις τα 50 έτη τα κατόπιν των μηδικών, — η μέθοδος, ήν

μετά κόπου είχε καταρτίσει προς εξιστόρησιν των μύθων,

εγκατέλειπεν όλως αυτόν εις την περιγραφήν των γεγονότων

«_βραχέως τε και τοις χρόνοις ουκ ακριβώς επεμνήσθη_» λέγει

περί αυτού ο Θουκυδίδης. Και όμως αι χρονολογίαι ήσαν όλη η

δόξα του ανδρός. Ο Ελλάνικος υπελόγιζε κατά γενεάς, τρεις εις

έκαστον αιώνα, έπειτα δε κατ' άρχοντας, αφότου κατεστάθησαν. Ο

δε Θουκυδίδης πιθανώτατα εννοεί ότι το σύστημα της χονδρικής

καταστρώσεως των γεγονότων απέναντι του ονόματος του άρχοντος

δεν ήτο τόσον ακριβές, όσον η ιδική του διαίρεσις εις θέρη και

χειμώνας. Ο Ελλάνικος είχε πολλούς αναγνώστας και επέδρασε

πολύ, αλλά δεν ηύρεν ευμενείς κριτάς. Ο μεν Έφορος έλεγεν αυτόν

«_εν τοις πλείστοις ψευδόμενον_», ο δε Στράβων [Θ' 6,3 σ. 508]

ότι «_ράον αν τις Ησιόδω και Ομήρω πιστεύσειεν ηρωολογούσι και

τοις τραγικοίς ποιηταίς ή . . . Ελλανίκω και τοις τοιούτοις_» {

would sooner believe Homer, Hesiod, and the tragedians }.

Τούτο, φαίνεται, σημαίνει μόνον ότι η γενική παράδοσις, ήν

αντεπροσώπευον οι ποιηταί, ήτο ασφαλεστέρα των τοπικών, άς

παρέλαβεν ο Ελλάνικος. Διότι ήτο μεν ικανός, συστηματικός και

ευσυνείδητος ιστορικός, αλλά πιθανώς η ιστορία θα ήτο

ησυχωτέρα, εάν μηδέποτε υπήρχεν. (186)

ΣΤ'

ΗΡΟΔΟΤΟΣ

ΗΡΟΔΟΤΟΣ, ο «πατήρ της ιστορίας», ήτο άνθρωπος εξόριστος και εξ

επαγγέλματος αφηγητής· όχι βεβαίως ως Ιταλός improvisatore,

αλλά πεζογράφος αντίστοιχος προς αοιδόν, διηγούμενος πράξεις

αληθινών ανθρώπων, και περιγράφων ξένους τόπους. Η εργασία του

λοιπόν, καθώς ο Θουκυδίδης αυστηρώς λέγει, ήτο «_αγώνισμα ες το

παραχρήμα_», δηλαδή απέβλεπε μάλλον εις προσωρινήν επιτυχίαν

παρά μόνιμον εύρεσιν της αληθείας. Ο πρώτος του σκοπός ήτο να

εξάπτη την περιέργειαν των ακροατών, φαίνεται δε ότι ο Ηρόδοτος

είχε την χάριν ταύτην οποτεδήποτε ήνοιγε τα χείλη· αλλ' είναι

φανερόν και ότι υψώθη υπεράνω του επαγγέλματός του, ότι

επροχώρησεν από σειράς δημοσίων αναγνωσμάτων εις μεγάλην

ιστορίαν και πιθανώς εις κάτι περισσότερον. Διότι το έργον του

δεν είναι μόνον διήγησις ενός συγκινητικού πολέμου, πολιτικώς

σπουδαίου και πνευματικώς μεγίστου· αλλ' είναι ίσως υπέρ παν

άλλο γνωστόν βιβλίον και η έκφρασις ενός όλου ανθρώπου, η

παράστασις όλου του κόσμου, βλεπομένου διά μέσου ενός νου και

από μιας ιδιαιτέρας απόψεως. Τότε ο κόσμος ήτο εξαιρέτως

διαφέρων, αλλά και ο νους εκείνος αν και λίαν ατομικός, ήτο εκ

των περιεκτικωτάτων, όσους εγνώρισεν η ανθρωπότης.

Η όλη του μέθοδος είναι λίαν υποκειμενική. Ο Ηρόδοτος συμπαθεί

τόσον, ώστε δεν δύναται διαρκώς να επικρίνη ή να μένη ψυχρός

προς τας πέριξ αυτού βαθείας προλήψεις του λαού· λοιπόν ευθύς

εξ αρχής συμμερίζεται την κοινήν πίστιν και διαβλέπει την

ενέργειαν ηθικού θεού επί πάντων των ιστορικών συμβάντων. Είναι

ζωηρός, ευαίσθητος, αγαπά τους ανθρώπους, συγκρατεί τας

λεπτομερείας, όσαι ζωογονούσι την αφήγησίν του, λησμονεί δε

αυτάς, οσάκις είναι μόνον αριθμοί και γεγονότα· αμέσως

αισθάνεται το περιβάλλον της κοινωνίας όπου εμβαίνει, και

διαρκώς επηρεάζεται υπό της γοητείας μεγάλων ανθρωπίνων

ενεργειών, π. χ. της αυστηράς και απροσώπου αιγυπτιακής

ιεραρχίας ή του λαμπρού κύκλου των μεγάλων ανδρών των Αθηνών·

αλλ' όμως είναι πάντοτε έξυπνος, χαριτολόγος, αβρός εις τας

κρίσεις, βαθυτάτα πεπεισμένος περί της ασθενείας της ανθρωπίνης

φύσεως, των σφαλμάτων του ηρωισμού της και της οφειλομένης

συγγνώμης διά την ατέλειαν αυτής. Το βιβλίον του Ηροδότου φέρει

παντού την σφραγίδα του χαρακτήρος τούτου και τούτων των αρχών.

Ο Ηρόδοτος εγεννήθη εν Αλικαρνασσώ, απέναντι της Ρόδου. Η πόλις

αύτη ήτο μεικτή, διότι δωρικόν στρώμα κατέβαλε το εγχώριον

καρικόν, έπειτα δε και αυτό υπέκυψεν εις τον υψηλότερον

πολιτισμόν των Ιώνων γειτόνων, πάντες δε ήσαν υπήκοοι της

Περσίας· ήτο λοιπόν καλόν τροφείον ιστορικού, όστις έμελλε να

διακριθή διά την έλλειψιν πάσης φυλετικής προκαταλήψεως.

Εγεννήθη δε περί τα 484 π. Χ. μεταξύ των απηχήσεων της μεγάλης

πάλης. Η Αρτεμισία, η βασίλισσα της Αλικαρνασσού, επολέμησεν

υπέρ του Ξέρξου εν Σαλαμίνι, ο δε εγγονός αυτής Λύγδαμις

κατείχεν ακόμη τον θρόνον ως τύραννος υπό τον Αρταξέρξην μετά

τα 460. Ο Ηρόδοτος κατέτριψε τα πρώτα νεανικά του έτη πολεμών

υπό την ηγεσίαν συγγενούς του, όστις ήτο ο ποιητής και μάντις

Πανύασις, όπως ελευθερώση την πατρίδα του από του τυράννου και

του περσικού ζυγού· αλλ' εν τη ιστορία του δεν αναφέρει τους

αγώνας εκείνους, οι οποίοι βεβαίως αφήκαν ίχνη εις τον

χαρακτήρα του. Και ο μεν Πανύασις εζωγρήθη και εθανατώθη, ο δε

Ηρόδοτος έφυγεν εις την Σάμον. Τέλος — άγνωστον πώς, — ο

Λύγδαμις έπεσε και ο Ηρόδοτος επανήλθεν· αλλά η άρχουσα μερίς

δεν ήτο φιλική προς αυτόν — ίσως εκείνοι ήσαν θιασώται της

αυτονομίας, αυτός δε της μετά των Αθηναίων συμμαχίας — και

τοιουτοτρόπως ο Ηρόδοτος ήρχισε τας περιηγήσεις του. Εν Αθήναις

ηύρε δευτέραν πατρίδα, και είχε φίλον τον Σοφοκλή, και ίσως τον

Περικλή και τον Λάμπωνα. Τέλος έγινε πολίτης των Θουρίων, της

υποδειγματικής αποικίας, ήν οι Αθηναίοι έκτισαν επί της κάτω

Ιταλίας κατά τα 443 παρά την Σύβαριν, ήτις κατεστράφη δύο

φοράς. Αλλά περί των τελευταίων αυτού χρόνων και των

περιηγήσεων ολίγα βάσιμα γινώσκομεν. Ο Ηροδότος εταξείδευσεν

εις την Αίγυπτον μέχρι της Ελεφαντίνης πόλεως, ότε η χώρα

υπέκειτο εις την Περσίαν και, εννοείται, ότε η Περσία ήγεν

ειρήνην προς τας Αθήνας, δηλαδή μετά τα 447. Τότε είχεν ήδη

συμπληρώσει την μεγάλην ασιατικήν του περιήγησιν (Β' 150) και

διέλθει την Βαβυλωνίαν μέχρι των περιχώρων των Σούσων και των

Εκβατάνων. Εταξείδευσε δε και εις τον Εύξεινον πόντον, εις τας

εκβολάς του Ίστρου, εις την Χερσόνησον και την γην των Κόλχων·

επειδή δε κατά τα 444 ο Περικλής έπλευσεν εις τον Εύξεινον μετά

μεγάλου στόλου, είναι πιθανόν ότι προηγουμένως ο Ηρόδοτος είχε

σταλή προς εξερεύνησιν των χωρών εκείνων. Πλην τούτων, έπλευσεν

εις την Τύρον και φαίνεται ότι κατέβη όλην την ακτήν της Συρίας

μέχρι της Αιγύπτου. Απήλθε δε και εις την Κυρήνην και είδε

μέρος της Λιβύης. Εγνώρισε τας ακτάς της Θράκης και διήλθε την

Ελλάδα κατά πάσαν διεύθυνσιν, ιδών την Δωδώνην, την Ακαρνανίαν,

τους Δελφούς και τας Θήβας και εν Πελοποννήσω την Τεγέαν, την

Σπάρτην και την Ολυμπίαν.

Αλλά ποίος ήτο άρα γε ο σκοπός όλων των ταξειδίων τούτων; και

πώς κατώρθωνεν άνθρωπος εξωρισμένος εκ της πατρίδος και

επομένως μη δυνάμενος να έχη το εισόδημα της περιουσίας του, να

δαπανά τόσα; Τούτο είναι περίεργότατον ερώτημα και η ορθή

απάντησις αυτού θα μας εδίδασκε πολλά, σήμερον άγνωστα, περί

του ελληνικού βίου κατά τον πέμπτον π. Χ. αιώνα. Ο Ηρόδοτος

ίσως εταξείδευεν ως έμπορος· αλλ' όμως περί εμπόρων λαλεί

παροδικώς και όχι μόνον αναφέρει, συμφώνως προς τον σκοπόν του

βιβλίου του, αλλά πράγματι φαίνεται ότι επεσκέφθη κέντρα

μαθήσεως μάλλον ή εμπορίου. Διότι εν Β' 44 λέγει ρητώς ότι

έπλευσεν εις την Τύρον θέλων περί των χρόνων του Ηρακλέους

«_σαφές τι ειδέναι_». Αληθώς λοιπόν φαίνεται ότι ο Ηρόδοτος ήτο

εξ επαγγέλματος _λογοποιός_, δηλαδή έγραφε και ανεγίνωσκε

_λόγους_, ακριβώς όπως ο Κύναιθος και ίσως ο Πανύασις έγραφον

και ανεγίνωσκον έπη. Η ανεκδοτική παράδοσις, η αναφέρουσα

δημόσια αυτού αναγνώσματα εν Αθήναις, Θήβαις, Κορίνθω και

Ολυμπία, είχε βεβαίως αληθινήν βάσιν. Ο Ηρόδοτος δηλαδή

εταξείδευεν, όπως οι αοιδοί και οι σοφισταί· όπως οι Ομηρίδαι,

ο Πίνδαρος, ο Ελλάνικος, ο Γοργίας. Και εν μεν τω ελληνικώ ήτο

βέβαιος ότι θα εύρισκε γενναιοδώρους ακροατάς· μεταξύ δε των

βαρβάρων συνέλεγε τουλάχιστον νέους λόγους. Διαφωτιστική

πιθανώς είναι και η μαρτυρία του Αριστοτελικού Διύλλου (κατά τα

τέλη του δ' π. Χ. αιώνος) ότι ο Ηρόδοτος «_δέκα τάλαντα δωρεάν

έλαβεν εξ Αθηνών, Ανύτου το ψήφισμα γράψαντος_» (187). Αύτη δεν

ήτο πληρωμή διά σειράν αναγνωσμάτων, αλλ' αμοιβή σπουδαίας

δημοσίας υπηρεσίας. Είναι δε προτιμοτέρον να εξηγήσωμεν την

υπηρεσίαν εκείνην ως συλλογήν συστηματικών ειδήσεων περί χωρών

πολιτικώς σπουδαιοτάτων διά τας Αθήνας, — Περσίας, Αιγύπτου,

Θράκης και Σκυθίας, ίνα παραλίπωμεν το Άργος — ή ως ιστορικήν

υπεράσπισιν των Αθηνών κατά τας αρχάς του Πελοποννησιακού

πολέμου, ότι έσωσαν την Ελλάδα. Και αυτό το δημοσιευθέν

βιβλίον, όπως έχομεν αυτό, γέμει πληροφοριών, ανεκτιμήτων δι'

Αθηναίον πολιτικόν των Περικλείων χρόνων· είναι δε πιθανώτατον

ότι ο Ηρόδοτος είχε και σωρούς άλλων πληροφοριών, τας οποίας

ηδύνατο ν' ανακοινώση μεν εις το αθηναϊκόν «_υπουργείον των

εξωτερικών_», αλλά να μη δημοσιεύση προς χρήσιν όλης της

Ελλάδος.

Αι ιστορίαι του Ηροδότου συνήθως είναι διηρημέναι εις εννέα

βιβλία, φέροντα τα ονόματα των Μουσών. Αλλ' η διαίρεσις αύτη,

εννοείται, είναι πολύ μεταγενεστέρα. Ο Ηρόδοτος δεν είχεν

είδησιν περί των Μουσών του, αλλ' απλώς επέγραψε το βιβλίον του

«_Ηροδότου Θουριέως ιστορίης απόδεξις ήδε_». Αι ημέτεραι

εκδόσεις λέγουσιν «_Ηροδότου Αλικαρνασσέως_», αλλ' εκείνος

φαίνεται κατά πάσαν αναλογίαν ότι έγραψε «_Θουρίου_», _Θουρίου_

δε ανέγνωσε και ο Αριστοτέλης. Αλλ' οι Αθηναίοι ή οι Ίωνες

βιβλιοπώλαι, οι πραγματευόμενοι προς κοινόν, γνωρίζον τον

Ηροδότον ως Αλικαρνασσέα, φυσικά διώρθωσαν τους κυλίνδρους των

συμφώνως προς αυτό. Είναι δηλαδή η αυτή περίπτωσις της

επιγραφής της _Αναβάσεως_, ήτις εδημοσιεύθη ψευδωνύμως, ως

βιβλίον Θεμιστογένους του Συρακοσίου· αλλ' επειδή ήτο γνωστόν

ως έργον του Ξενοφώντος, η βιβλιεμπορία επροτίμησε να επιγράψη

το γνωστοτέρον όνομα.

Τα τρία τελευταία βιβλία του Ηροδότου διηγούνται την ειςβολήν

του Ξέρξου και την απόκρουσιν αυτού, τα δ' έξ πρώτα αποτελούσιν

είδος εισαγωγής εις αυτά, αφήγησιν περί της βαθμιαίας υπαγωγής

των δυνάμεων όλου του κόσμου υπό την Περσίαν, του δυνατού

λακτίσματος της Ιωνίας κατά του ακαταμαχήτου κράτους και την

έκρηξιν της εναντίον της Ελλάδος καταιγίδος. Το νήμα του

συνόλου είναι κατ' αρχάς χαλαρόν και δυσδιάκριτον· μόνον εφ'

όσον προχωρούμεν αρχίζομεν να αισθανώμεθα την αυξανομένην

έντασιν του θέματος, δηλαδή την συγκέντρωσιν όλων των δυνάμεων

και των εθνών, όσα βαθμηδόν εγνωρίσαμεν, εις την μίαν μεγάλην

πάλην.

Ο Ηρόδοτος αρχόμενος από της μυθικής και παλαιοτάτης έχθρας

μεταξύ Ευρώπης και Ασίας αναλαμβάνει την αφήγησιν αφ' ής ο

Κροίσος της Λυδίας υπεδούλωσε, πρώτος Ασιανός, Ελληνίδας

πόλεις. Οι λυδικοί λόγοι πλούσιοι και φαντασιώδεις, περιέχοντες

πολλήν δελφικήν παράδοσιν, άγουσιν εις την κατάκτησιν της

Λυδίας υπό του Κύρου και την ανύψωσιν της Περσίας εις την

κυριαρχίαν της Ασίας. Η προηγουμένη ιστορία και υποταγή της

Μηδίας και της Βαβυλώνος έρχονται ως επεξηγήσεις του μεγαλείου

της Περσίας και η διήγησις προχωρεί εις την κατάκτησιν της

Αιγύπτου υπό του Καμβύσου. Το Β' βιβλίον είναι όλον «Αιγύπτιοι

λόγοι». Το δε Γ' επανέρχεται εις την αφήγησιν, ήτοι την αγρίαν

υπό του Καμβύσου κυβέρνησιν της Αιγύπτου, τον ψευδοσμέρδιν, την

συνωμοσίαν και ενθρόνισιν του Δαρείου και την υπ' αυτού κοπιώδη

οργάνωσιν του κράτους. Εν τω Δ' βιβλίω ο Δαρείος, ορεγόμενος

και άλλων χωρών, εκστρατεύει κατά των Σκυθών και ούτω κατά

πρώτον η Περσία εκτείνει την χείρα επί την Ευρώπην προς βορράν,

— εδώ δε παρεμβάλλονται οι «_σκυθικοί λόγοι_»· αλλ' εν τω

μεταξύ η βασίλισσα της Κυρήνης εκάλεσεν εκ του νότου τον

περσικόν στρατόν κατά της Βάρκης και η τρομερά δύναμις προχωρεί

και εις την Λιβύην — εδώ λοιπόν είναι η θέσις των «_λιβυκών

λόγων_». Εν τω Ε' βιβλίω, ενώ απόσπασμα του σκυθικού στρατού,

αγόμενον υπό του Μεγαβάζου, καταλείπεται όπισθεν, όπως υποτάξη

την Θράκην — εδώ έρχονται οι «_θρακικοί λόγοι_» — ο Αρισταγόρας

ο τύραννος της Μιλήτου, παρορμώμενος υπό του πενθερού του, του

πρώην τυράννου Ιστιαίου, βαρυνόμενος υπό χρεών και φοβούμενος

ταποτελέσματα στρατιωτικών αποτυχιών, βυθίζει όλην την Ιωνίαν

εις απεγνωσμένην εξέγερσιν εναντίον των Περσών, ζητεί βοήθειαν

παρά του ισχυροτάτου κράτους της Ελλάδος και παρά της

μητροπόλεως της Ιωνίας και η μεν Σπάρτη αρνείται, αι δε Αθήναι

δέχονται. Η Ερέτρια, η παλαιά σύμμαχος της Μιλήτου, συμμαχεί

μετά των Αθηνών, κατά δε την πρώτην ορμήν οι σύμμαχοι

ειςχωρούσιν εις τας περσικάς κτήσεις και καίουσι τας Σάρδεις·

αλλ' αμέσως τρέπονται εις αναπόφευκτον υποχώρησιν, καθιστώσι δ'

αναγκαίαν διά την περσικήν τιμήν την καταστροφήν των Ελλήνων,

Το Στ' βιβλίον διηγείται την αδιάκοπον ήτταν της Ιωνίας, το

τέλος του Αρισταγόρου και την περιπετειώδη και φοβεράν φυγήν

ολοκλήρων κοινοτήτων από της περσικής εκδικήσεως. Ήδη ο

βασιλεύς εγείρει την χείρα κατά της Ελλάδος· βορείως μεν ο

Μαρδόνιος προχωρεί διαρκώς επιτυγχάνων, υποτάσσων την Θράκην

και τας νήσους και δεχόμενος την υποταγήν της Μακεδονίας·

νοτίως δε ο Δάτις έρχεται διά θαλάσσης κατ' ευθείαν εναντίον

της Ερετρίας και των Αθηνών. Συγχρόνως πέμπονται κήρυκες ανά

τας Ελληνίδας πόλεις, ζητούντες «_γην και ύδωρ_», τα σημεία της

υποταγής εις το θέλημα του μεγάλου βασιλέως.

Εντός πάντων των βιβλίων τούτων, αλλ' ιδίως του Στ', η ιστορία

των ελληνικών κρατών συνοψίζεται εις παρεκβάσεις και

σημειώσεις, ιστορικώς σπουδαιοτέρας της κυρίας περί της Ασίας

αφηγήσεως. Ο Δάτις αποβιβάζεται εις την Εύβοιαν και εκτελεί το

πρώτον μέρος των διαταγών του, σαρώνων την Ερέτριαν από

προσώπου της γης, έπειτα δε προχωρεί εις τον Μαραθώνα προς

εκτέλεσιν και του υπολοίπου μέρους. Εκεί απαντώσιν αυτόν όχι

πάντες οι Έλληνες ηνωμένοι, ουδέ καν αι μεγάλαι δωρικαί πόλεις,

αλλά μόνον οι Αθηναίοι και οι ανδρείοι Πλαταιείς πανδημεί, —

απαντώσιν αυτόν και τη βοήθεια των θεών και προς έκπληξιν των

ανθρώπων, νικώσι. Μετά τούτο η διήγησις προβαίνει σταθερώς· το

Ζ' βιβλίον προχωρεί βραδύτατα· λέγει τον θάνατον του Δαρείου

και την ενθρόνισιν του Ξέρξου· την μακράν συνάθροισιν αηττήτου

στρατού, τας παρασκευάς, τας σειούσας την Ασίαν επί τρία έτη·

τας συσκέψεις και το αναποφάσιστον των πόλεων, τον τρόμον αυτών

και το μόλις βασταζόμενον θάρρος, τα ζωηρά ερωτήματα των

ανδρών, οίτινες ευρίσκουσιν αυτά τα γεγονότα δεινότερα των

φόβων των. Ακούεται η φοβερά φωνή του εν Δελφοίς Θεού, εις όν

εθάρρουν, συμβουλεύουσα ταχείαν φυγήν (Ζ' 140) «_ω μέλεοι, τι

κάθησθε;_» Αι Αθήναι, αι υβρίσασαι εις τον βασιλέα, επρόκειτο

ν' αφανισθώσι. Το Άργος και άλλαι πόλεις ηδύναντο ν' αγοράσωσι

την ζωήν διά της υποταγής και της αποχής από των μωρών, όσοι

ετόλμησαν να πολεμήσωσιν εναντίον ισχυροτέρων. Αλλ' οι πλείστοι

των Ελλήνων εξαίρονται υπεράνω των θρησκευτικών προλήψεων,

επέρχεται η συνεννόησις των φρονιμωτέρων και τέλος η

ανατριχιαστική διήγησις της μάχης.

Πολλά εγράφησαν περί της συνθέσεως των ιστοριών του Ηροδότου·

ότι ευκόλως λοξοδρομούσιν εις παρεκβάσεις, ότι περιέχουσιν

επαναλήψεις και αντιφάσεις κατά τας λεπτομερείας και ότι αι

μνείαι συμβάντων και τόπων, κειμένων εκτός της κυρίας

αφηγήσεως, σκοτίζουσι τον νουν προσεκτικού αναγνώστου. Και ο

μεν Bauer ήχθη εις την υπόθεσιν ότι το βιβλίον απετελέσθη εκ

χωριστών λόγων, οργανικώς ασυνδέτων. Ο δε Kirchhoff υπεστήριξεν

ότι το έργον εσχεδιάσθη μεν ως σύνολον, συνετέθη δε βαθμηδόν

και το μεν εξ αρχής μέχρι του Γ' 119 μέρος, όπερ ουδεμίαν

δεικνύει προς την Δύσιν αναφοράν, εγράφη προ του 447 και προ

της εις Θουρίους μεταβάσεως του Ηροδότου· ολίγω δε βραδύτερον

συνεγράφη το μέχρι τέλους του Δ' βιβλίου· τέλος δε κατά τας

αρχάς του πελοποννησιακού πολέμου ο Ηρόδοτος επανήλθεν εις τας

Αθήνας και κατά τον ενθουσιαστικόν εκείνον καιρόν έγραψεν όλον

το δεύτερον ήμισυ του έργου, ήτοι τα βιβλία Ε'-Θ', εσκόπει δε

να προχωρήση, αλλά τα συμβάντα του 431 διέκοψαν το έργον, ο δε

θάνατος αφήκεν αυτό ασυμπλήρωτον. Ο δε Macan νομίζει ότι τα

τρία τελευταία βιβλία εγράφησαν πρώτα, και ότι το λοιπόν έργον

είναι προοίμιον «συντεθέν εκ μερών, μάλλον ή ήττον ανεξαρτήτων,

ών το Β' βιβλίον είναι το φανερώτατον, το δε Δ' περιέχει δύο

άλλα μέρη, κατά ένα μόνον βαθμόν ολιγώτερον φανερά»· αλλ' η

εσωτερική αυτή μαρτυρία δεν δύναται να δείξη αν οιονδήποτε των

μερών τούτων συνετέθη ή εδημοσιεύθη ανεξαρτήτως.

Ολίγα λοιπόν είναι περί τούτου βέβαια· και πρώτον, ως τελευταία

γεγονότα μνημονεύει την κατά των Πλαταιών προσβολήν του 431 π.

Χ., την επακολουθήσασαν εισβολήν των Λακεδαιμονίων εις την

Αττικήν και τον φόνον των εις Περσίαν σταλέντων πρεσβευτών της

Σπάρτης κατά τα 430. (188) Γινώσκομεν έπειτα ότι ήτο εν Αθήναις

μετά τα 432, διότι είχεν ιδεί τα Προπύλαια τελειωμένα· το δε

βιβλίον αυτού θα ήτο ήδη νωπόν εν τη μνήμη των Αθηναίων κατά τα

425 π. Χ., ότε ο Αριστοφάνης παρώδησε την αρχήν του Α' βιβλίου.

(189) Τεκμαιρόμενοι δ' εκ των σιωπωμένων, εικάζομεν, ότι δεν

έγραφε μετά τα 424, ότε ο Νικίας κατέλαβε τα Κύθηρα, και σχεδόν

είμεθα βέβαιοι ότι δεν εγίνωσκε την εις Σικελίαν εκστρατείαν

του 415 ή την κατάληψιν της Δεκελείας του 413. Θέμα του

Ηροδότου ήτο η απελευθέρωσις της Ελλάδος και η μετ' αυτήν

αθηναϊκή ηγεμονία, απέθανε δε πριν η ηγεμονία εκείνη αρχίση να

καταρρέη.

Φαίνεται δε μάλλον ότι δεν έζησε να τελειώση το έργον του. Ο

Kirchhoff εικάζει ότι εσκόπευε να εκτείνη την ιστορίαν μέχρι

της επ' Ευρυμέδοντι μάχης, δηλαδή του οριστικού σημείου, ότε οι

ελευθερωθέντες Ίωνες ώμοσαν τον όρκον της ενώσεως υπό την

ηγεμονίαν των Αθηνών· τούτο κατά την γνώμην του Kirchhoff είναι

το πραγματικόν τέλος των μηδικών και όχι η πολιορκία της

Σηστού, το τελευταίον γεγονός της υπαρχούσης διηγήσεως. (190)

Αλλ' άραγε αυτός ο Ηρόδοτος δεν υποδεικνύει ότι ενόει να

καταβή· και παρακάτω, λέγων (Ζ' 213) ότι θα είπη «_εν τοίσι

όπισθε λόγοισι_» την άλλην αιτίαν, δι' ήν εφονεύθη ο προδότης

Εφιάλτης, γεγονός, όπερ συνέβη ολίγον μετά τα 476; Ο Kirchhoff

παραδέχεται τούτο, αλλά δεν θεωρεί το πόρισμα ως πειστικόν·

διότι η αφορμή ηδύνατο να συνέβη πολύ προ του φόνου, είναι δ'

εκ πολλών χωρίων φανερόν ότι ο Ηρόδοτος θεωρεί πάντα τα μετά τα

479-8 γεγονότα ως έξω του ιστορικού του κύκλου. Ούτω φθάνει,

φαίνεται, εις την τελευταίαν του χρονολογίαν, αλλά δεν έχει

αποτελειώσει την αναθεώρησιν και την συναρμογήν, αφήνει

ανεκπλήρωτον την περί του Εφιάλτου υπόσχεσιν, επαναλαμβάνει δις

κατά τρόπον όμοιον, αλλ' όχι τον αυτόν (Α' 175, Η' 104),

γεγονός όχι άξιον τόσης εμφάσεως, ότι οσάκις οι Πηδασείς

έμελλον να πάθωσι κανέν ατύχημα, τότε «_η ιερείη της Αθηναίης

φύει πώγωνα μέγαν_» { the priestess of Athena there, was liable

to grow a beard } το δε περιεργότερον, δις αναφέρεται εις ό,τι

μέλλει να είπη «_εν τοίσι Ασσυρίοισι, λόγοισι_» (Α' 106,184),

όπερ δεν ευρίσκεται. Ποίον δε θα ήτο το πραγματικόν τέλος του

έργου, είναι ζήτημα περιμάχητον. Δύναται απλούν περί Κύρου

ανέκδοτον σχετιζόμενον προς ωχρόν θαύμα του τάφου του

Πρωτεσίλαου να είναι το τέλος του μεγάλου και ισοβίου έργου

ενός καλλιτέχνου του λόγου; Τούτο είναι ζήτημα καλαισθησίας.

Αγάπη προς επεισόδια και ανέκδοτα είναι η πρώτη αδυναμία του

Ηροδότου, η δ' ελληνική τέχνη του λόγου ηγάπα κατά το τέλος του

έργου να χαλαρώνη μάλλον ή να εντείνη την δύναμιν αυτού.

Περί δε των Ασσυρίων λόγων το μάλλον αξιοσημείωτον είναι ότι

ανέγνωσεν αυτούς ο Αριστοτέλης. Διότι εν Η' ιη' [_των περί τα

Ζώα ιστοριών_] λέγει «_ Τα μεν ουν γαμψώνυχα . . . άποτα πάμπαν

εστίν, αλλ' Ηροδότος (191) ηγνόει τούτο· πεποίηκε γαρ τον της

μαντείας πρόεδρον αετόν εν τη διηγήσει τη περί την πολιορκίαν

της Νίνου πίνοντα_». { crook-clawed birds do not drink.

Herodotus1 did not know this, for he has fabled his ominous

eagle drinking in his account of the siege of Nineveh. } Τούτο

συντελεί όπως σχηματίσωμεν περί της συνθέσεως του όλου έργου

θεωρίαν, ρίπτουσαν ολίγον φως εν γένει εις τον τρόπον των

αρχαίων συγγραφών. Εάν ο Ηρόδοτος έλεγε και έγραφε τας

«_ιστορίας_» του κατά το πλείστον του βίου, θα κατείχε πάντως

πολύ περισσοτέραν ύλην ή όσην έδωκεν εις ημάς, και βεβαίως μέρη

της ύλης ταύτης είχον διάφορα σχήματα. Είναι «_αφύσικον_» να

πιστεύσωμεν ότι «λογογράφος» τις εχρησιμοποίει «λόγον» τινά

μίαν μόνον φοράν ή ότι ουδέποτε μετέβαλλε την μορφήν αυτού. Η

περί Πηδασέων διήγησις δεικνύει πως το ανέκδοτον άνευ τοιαύτης

προθέσεως μεταβάλλεται και παρενείρεται εις διάφορον σειράν. Το

δε σωζόμενον έργον προδήλως φαίνεται στηριζόμενον επί ογκώδους

υλικού συλλεχθέντος και καταγραφέντος καθ' όλον τον βίον του

συγγραφέως· εξ άλλου δε υπάρχει βεβαίως ενότης, καθόσον τα

διάφορα υφάδια στερεώς κρατούνται και συγκλώθονται κατόπιν εις

το κύριον νήμα. Τούτο δε πείθει ότι η μνεία μεταγενεστέρων

γεγονότων δεν αποδεικνύει και ότι μέρος τι συνετέθη βραδύτερον.

Το έργον, όπως έχει, είναι σύνθεσις των τελευταίων ετών του

ανδρός, αλλά πολλά μέρη ηδύναντο να ληφθώσιν όλως αμετάβλητα εκ

χειρογράφων ετοίμων προ πολλών ολυμπιάδων.

Κατά τούτο μόνον ο Meyer και ο Busolt φαίνονται ότι έχουσι

δίκαιον, διαφωνούντες προς τον Macan και άλλους Ηροδοτείους,

ότι οι Αιγύπτιοι λόγοι εγράφησαν πολύ κατόπιν, δηλαδή μάλλον

μετά την εκ Θουρίων επιστροφήν του ιστορικού ή προ της πρώτης

αυτού εκεί εγκαταστάσεως. Διότι το Β' βιβλίον απομένει χωριστόν

από του υπολοίπου έργου, δεικνύει δε σημεία βαθείας εις το

πνεύμα του συγγραφέως εντυπώσεως της αιγυπτιακής ιστορίας και

παιδείας· ενώ δ' έχει όλην την ευπιστίαν του αόπλου νου του

Ηροδότου, δεικνύει περισσοτέραν παρά παν άλλο μέρος

ανεξαρτησίαν από της ελληνικής θρησκείας. Αν η εντύπωσις αύτη

ήτο πρωιμωτέρα, θα άφηνε βεβαίως επί του όλου έργου πλειότερα

ίχνη των ήδη ορατών. Αλλ' όμως υπάρχει και άλλη εικασία,

πιθανωτάτη· ίσως ο Ηρόδοτος εχρησιμοποίησε νεανικόν έργον, όπερ

εσκόπευε ν' αναθεωρήση. Ο Diels απονέμει τον ιδιαίτερον τόνον

του Β' βιβλίου εις την άμεσον του συγγραφέως εξάρτησιν από του

Εκαταίου, νομίζει δε ότι η εκείθεν αντιγραφή ήτο αφθονωτέρα ή

όσον εσυνήθιζον το πάλαι, πλην αν υποθέσωμεν ότι οι «Λόγοι»

προωρίζοντο μόνον ως κοινά αναγνώσματα, και δεν έτυχον της

αναγκαίας επεξεργασίας, ως μόνιμα βιβλία.

Τας περί Ηροδότου κρίσεις ημών αναποδράστως παραβλάπτει

παραβολή τις όχι προς τους προδρόμους και συγχρόνους αυτού,

ουδέ καν προς τους κοινούς αυτού διαδόχους, όπερ θα ήτο

εύλογον, αλλά προς μεταγενέστερον συγγραφέα μεγαλοφυή, τον

Θουκυδίδην. Τοιουτοτρόπως δε ο Ηρόδοτος θεωρείται κάποτε ως

τύπος απλοϊκής ευσεβείας, ή και ευπιστίας. Παράδοξος κρίσις!

Είναι αλήθεια, ότι ο Ηρόδοτος σπανίως εκφράζει αμφιβολίαν περί

οιουδήποτε σχετικού προς τους θεούς, ενώ πολλάκις αμφιβάλλει

περί ζητημάτων της ανθρωπίνης ιστορίας· αμέσως λοξοδρομεί από

θεμάτων επικινδύνων, πάντοτε σέβεται τα ονόματα των θεών, και

αποφεύγει να διηγηθή ιστορίας, άς ωνόμαζεν ιεράς. Αλλά τούτο,

εννοείται, ήτο όρος του επαγγέλματός του· διότι ο ραψωδός ή ο

λογοποιός ο πράττων άλλως, θα εσωφρονίζετο αμέσως. Ο Ηρόδοτος

δεν ήτο θρησκευτικός φιλόσοφος, ουδέ είχε θεωρίας να κηρύξη·

εις πάντα τα μεταφυσικά είναι απροκατάληπτος, τούτο δε αποτελεί

μέρος του μεγαλείου του. Αλλ' όμως ολίγοι ίσως Έλληνες ήσαν

περισσότερον αυτού ελεύθεροι από των πεδών της τοπικής λατρείας

και της πατροπαραδότου πολυθεΐας. Όθεν ωνομάσθη

«_μονοθεϊστής_». Μονοθεϊστής βεβαίως δεν ήτο. Αλλά το ύφος του

εμφαίνει είδος τι «μονοθεϊσμού», ήτοι ηθικόν τινα θεόν όπισθεν

των φυσικών δυνάμεων και των ηρώων, σχεδόν τόσον σαφώς, όσον

και το ύφος του Αισχύλου και αυτού του Πλάτωνος.

Αι περιηγήσεις ήσαν μεγάλα ρήγματα των φραγμών της πίστεως,

οσάκις τα θρησκεύματα των ανθρώπων ήσαν εθνικά ή επαρχιακά ή

και ενοριακά. Ήτο δε βεβαίως υπέρτερος της πολυθεΐας της

πατρίδος του ο ανήρ, ο λέγων (Β' 53) ότι μόλις προ τετρακοσίων

ετών ο Όμηρος και ο Ησίοδος ήσαν «_οι ποιήσαντες θεογονίην

Έλλησι και τοίσι θεοίσι τας επωνυμίας δόντες και τιμάς τε και

τέχνας διελόντες και είδεα αυτών σημήναντες_». { invented the

Greek theology, and gave the gods their names,} Επικίνδυνος

φράσις διά το κοινόν· αλλ' όμως ο Ηρόδοτος αδιαφορεί περί των

ακροατών. Και βεβαίως δυνάμεθα να συνδυάσωμεν τούτο προς την

παροδικήν αυτού παρατήρησιν περί της αιγυπτιακής θεολογίας (Β'

3) ότι νομίζει «_πάντας ανθρώπους ίσον περί αυτών (των θεών)

επίστασθαι_» { about the gods one man knows as much as another}

· φανερά δε συμπαθεί προς την περσικήν θρησκείαν κατ' αντίθεσιν

προς την ελληνικήν, λέγων ότι γινώσκει τους Πέρσας «_αγάλματα

μεν και ναούς και βωμούς ουκ εν νόμω ποιευμένους ιδρύεσθαι,

αλλά και τοίσι ποιεύσι μωρίαν επιφέρουσι, ως εμοί δοκέειν, ότι

ουκ ανθρωποφυέας ενόμισαν τους θεούς κατά περ οι Έλληνες είναι,

οι δε νομίζουσι Διί μεν επί τα υψηλότατα των ορέων αναβαίνοντες

θυσίας έρδειν, τον κύκλον πάντα του ουρανού Δία καλέοντες,

θύουσι δε ηλίω τε και σελήνη και γη και πυρί και ύδατι και

ανέμοισιν_». { Images and temples and altars it is not in their

law to set up — nay, they count them fools who make such, as I

judge, because they do not hold the gods to be man-shaped, as

the Greeks do. Their habit is to sacrifice to Zeus, going up to

the tops of the highest mountains, holding all the round of the

sky to be Zeus!' " They sacrifice" he Goes on, "to sun, moon,

earth, fire, water, and the winds. } Το αίσθημα του χωρίου

τούτου (Α' 131) εκφράζει την αληθινήν ελληνικήν πολυθεΐαν,

ελευθέραν των τοπικών παραδόσεων και της ανθρωπομορφίας.

Βεβαίως ο Ηρόδοτος ή και ο κοινός μη δεισιδαίμων Έλλην

πιεζόμενος θα ωμολόγει ένα θεόν υπάρχοντα όπισθεν της

μεταβαλλομένης φύσεως και της ιστορίας· αλλ' εσυνήθισε να

αισθάνεται κάποιον θείον στοιχείον εδώ, εκεί, παντού, εις τους

ανέμους και τα νερά και το φως και εις ό,τι συγκινεί την

καρδίαν του, έπειτα δε ν' απομονώνη εκάστην αυτού εκδήλωσιν και

να λατρεύη αυτήν οπότε θέλει.

Είναι δίκαιον να επιμείνωμεν εις ταύτα μάλλον τα χωρία ή εις

εκείνα, όπου ο Ηρόδοτος ταυτίζει ποικίλους αλλοδαπούς θεούς

προς γνωστούς ελληνικούς υπό τα πατροπαράδοτα ονόματα, Αλιλάτ-

Αφροδίτη [Α' 132] Μένδης-Παν [Β' 46] Ίσις-Δημήτηρ [Β' 59] ή

όπου μετά μικράν παρέκβασιν περί του βίου του Ηρακλέους και

μετά το συμπέρασμα ότι υπήρχον δύο ομώνυμοι, εύχεται «_τοσαύτα

ημίν ειπούσι και παρά των θεών και παρά των ηρώων ευμενείη

είη_» {the gods and heroes " to take no offence } (Β' 45). Εκεί

λαλεί την γλώσσαν των ακροατών του, ίσως δε και η «ασφαλής»

επαγγελματική συμπεριφορά κατήντησε δευτέρα αυτού φύσις.

Αλλά προκειμένου περί μαντείων και οιωνών και των θαυμάτων της

Προνοίας, το πράγμα διαφέρει. Ο Ηρόδοτος συμπαθεί πολύ προς

τους μάντεις και τούτο διά δύο τουλάχιστον λόγους. Τω καιρώ

εκείνω ο κόσμος ηγάπα τους μάντεις, όπως κατόπιν τους ήρωας των

μυθιστοριών, τους περιπλανωμένους ιππότας και τους

τρουβαδούρους. Περί περισσοτέρων του ενός μάντεων,

παρακολουθούντων τα ελληνικά στρατεύματα, ηδύνατο να είπη ο

Ηρόδοτος [ό,τι λέγει περί Τιμησιθέου του Δελφού] «_του έργα

χειρών τε και λήματος έχοιμ' αν μέγιστα καταλέξαι_» (Ε' 72) {

might tell deeds most wonderful of might and courage }. Έπειτα

δε η ιδιαιτέρα του αγάπη προς τον Ηρακλή, τον ήρωα του

Πανυάσιδος, εμφαίνει ότι ο Ηρόδοτος δεν ηδύνατο να λησμονήση

[τον θείον του εκείνον] τον μάντιν και τον εν τη μάχη

παραστάτην, τον αποθανόντα υπέρ της ελευθερίας της

Αλικαρνασσού.

Περί των χρησμών και των οιωνών πρέπει πάντοτε να ενθυμώμεθα

την συχνήν αυτού επιφύλαξιν, ότι επαναλαμβάνει ό,τι ήκουσε,

«_πείθεσθαί γε μην ου παντάπασιν οφείλω_». { he does not by any

means profess always to believe it } Περί δε της μεγάλης σειράς

των προ του πολέμου χρησμών (εν τω Ζ' βιβλ.) είναι φανερόν ότι,

όσον και αν ήσαν επιδεκτικοί διαφόρου ερμηνείας, — και ποίος

χρησμός δεν ήτο; — οι δώσαντες αυτούς θα επεθύμουν να είχον

λησμονηθή. Οι δε λοιποί συνεφώνουν προς τα γενόμενα και

επέτεινον το περίεργον της αφηγήσεως, το κύριον μέλημα του

Ηροδότου· αναμφιβόλως δε πάντες οι Έλληνες, αναλογιζόμενοι τας

θαυμασίας αυτών νίκας, θα ησθάνοντο κατά τας επισημοτάτας

στιγμάς ό,τι ο Ηρόδοτος παριστά λέγοντα τον Θεμιστοκλή κατά την

ώραν του θριάμβου· «_τάδε γαρ ουκ ημείς κατεργασάμεθα, αλλά

θεοί τε και ήρωες_» { It is not we who have done this! " " The

gods and heroes } — ήτοι καθόλου το θείον, πράγματι όχι

διάφορον της αγαπητής φράσεως του Ηροδότου «_θεός_» ή «_του

θείου η προνοίη_» [Γ' 108] — _οι εφθόνησαν άνδρα ένα της Ασίης

και της Ευρώπης βασιλεύεσαι, εόντα ανόσιόν τε και ατάσθαλον_»

[Η' 109]. Ποιος Άγγλος δεν ησθάνετο τα ίδια κατά την

καταστροφήν της «_μεγάλης αρμάδας_» ή ποίος Ρώσος μετά την εκ

της Μόσχας υποχώρησιν των Γάλλων; Μάλιστα κατά την περιγραφήν

της τρικυμίας, η οποία διέφθειρε (Ζ' 189, 191) την «_αρμάδαν_»

του Ξέρξου, αν και οι Αθηναίοι πραγματικώς είχον παρακαλέσει

τον Βορέαν να την πέμψη, ο Ηρόδοτος δεν στέργει να την αποδώση

θετικώς εις τας ευχάς των, διά τον λόγον ότι και οι Μάγοι των

Περσών προσηύχοντο επί τρεις ημέρας τα εναντία, τότε δε

κατέπαυσεν η θύελλα. Ο θεός του Ηροδότου είναι φθονερός και

καταρρίπτει, ως κεραυνός, τους υπερηφάνους τους τείνοντας να

εξισωθώσι προς αυτόν. Ο Αριστοτέλης είναι των ολίγων θεολόγων,

όσοι εξήγησαν ότι ο φθόνος είναι ανάρμοστος προς την ιδέαν του

θεού και ότι κατ' αλήθειαν ο άνθρωπος έπρεπε να πλησιάζη προς

τον θεόν όσον είναι δυνατόν. Κατά το σημείον τούτο ο θεός του

Ηροδότου φαίνεται τω όντι ελλιπής· αλλ' αφού είναι ηθικός του

κόσμου δικαστής, είν' έτοιμος, καθώς όλοι οι δικασταί, να

τιμωρήση μάλλον αδίκως παρά ν' ανταμείψη δικαίως, θα ήτο δε

διδακτικόν μεν, αλλ' άτοπον, να παραθέσωμεν ολίγα χωρία

νεωτέρων ιστοριογράφων, οίτινες αποδίδουσιν εις ειδικάς

ενεργείας της Προνοίας τους ανέμους και τα παρόμοια. Περί δε

των χρησμών λέγομεν μόνον ότι την πίστιν του Ηροδότου

επικυρώνει και ο σπουδαιότατος αυτού μεταφράστης και

σχολιαστής, ο Rawlinson, (I, 176 σημ.) όστις φέρει επιχειρήματα

όπως αποδείξη ότι την Πυθίαν ενέπνεεν o διάβολος!

Κατά της καλής πίστεως του Ηροδότου είδος λύσσης κατέλαβε

περιοδικώς πολλούς αξιολόγους άνδρας. Αλλ' ούτε ο Κτησίας, ούτε

ο Μανέθων, ούτε ο Πλούταρχος, ούτε ο Panowsky, ούτε ο Sayce

επέτυχον να πείσωσι πολλούς περί της κακοπιστίας αυτού. Ο

Ηρόδοτος επαγγέλλεται να διηγηθή την παράδοσιν και την

παράδοσιν διηγείται· παραθέτει διαφόρους μαρτυρίας, αφήνων

πλήρη ελευθερίαν εκλογής και πολλαχού επικρίνει ό,τι αναφέρει.

Είναι δ' εντελώς απηλλαγμένος πάσης εθνικής ή τοπικής

προκαταλήψεως. Θαυμάζει την ελευθερίαν και μισεί από καρδίας

τους τυράννους. Αλλά δεν δεικνύει καμμίαν φανεράν προτίμησιν

πραγματευόμενος περί ολιγαρχικής ή δημοκρατικής πολιτείας·

είναι δε δύσκολον ν' αποδείξη τις οιανδήποτε λοξήν υπό του

συγγραφέως παράστασιν τυράννου τινός, αν και είναι πιθανόν ότι

γενικώς ηκολούθει την δυσμενεστέραν προς τους τυράννους

παράδοσιν. Αλλά καθόλου ο Ηρόδοτος δεν είναι προς αυτούς

αυστηρότερος του Θουκυδίδου ή του Πλάτωνος. Περί δε των Περσών

προθυμότατα μαρτυρεί όχι μόνον την ανδρείαν των, αποδειχθείσαν,

παραδείγματος χάριν, ότ' εμάχοντο ακάλυπτοι εναντίον των

Ελλήνων οπλιτών, αλλά και την ελευθεριότητα, την φιλαλήθειαν

και την πολιτικήν οργάνωσιν αυτών. Αντιπαθεί προς το σύστημα

των γυναικωνιτών, προς τας ανατολικάς ωμότητας, τας μαστιγώσεις

των δούλων στρατιωτών, τας συλήσεις των πόλεων, οσάκις οι

Ασιανοί εφέροντο καθώς οι νεώτεροι Τούρκοι ή καθώς και οι

Ευρωπαίοι κατά τους θρησκευτικούς πολέμους. Είναι αυστηρός προς

τους Κορινθίους και τους Θηβαίους, ών άλλως η υπεράσπισις δεν

θα ήτο πειστική. Διά να εκτιμήση δε κανείς πόσον δίκαιος είναι

ο Ηρόδοτος, αρκεί να παρατηρήση ποίαν γλώσσαν μεταχειρίζονται

νεώτεροι [Άγγλοι) συγγραφείς, όπως ο Froude και ο Motlye, περί

οιουδήποτε καθολικού και μάλιστα Ισπανού ή Γάλλου.

Τα δε σφάλματα του Ηροδότου καθόλου μεν απορρέουσιν εκ των

πηγών του, είναι δε κατά πάντα, πλην ενός, αληθέστερος αυτών.

Είχεν αναγνώσει σχεδόν όλα τα τότε υπάρχοντα ελληνικά βιβλία·

διότι όχι μόνον αναφέρει πλείστους συγγραφείς και ιδίως

ποιητάς, αλλά και μεταχειρίζεται φράσεις αποδεικνυούσας γνώσιν

της όλης γραμματείας. Αλλά φαίνεται ότι διά κάποιον λόγον

απέφυγε να κάμη χρήσιν των έργων των συναδέλφων του, του

Χάρωνος και του Ξάνθου, ουδένα δε αναφέρει λογογράφον εκτός του

Εκαταίου. Εις δεκατέσσαρα δε χωρία μνημονεύει μνημεία και

επιγραφάς, αν και βεβαίως δεν έκαμε συστηματικήν αυτών χρήσιν.

Κατά μέγα δε μέρος στηρίζεται εις την προφορικήν διήγησιν,

καλώς πληροφορημένων ανθρώπων και περί της παλαιοτέρας ιστορίας

της Ελλάδος και περί των μηδικών. Περιερχόμενος δε τας

βαρβαρικάς χώρας, εξηρτάτο κυρίως εκ των διερμηνέων και των

αβασανίστων λόγων, των περιφερομένων ανά την ελληνικήν εκάστης

πόλεως συνοικίαν.

Αι συχναί του φράσεις «_ως οι Λίβυες_» ή «_ως οι Κυρηναίοι

έλεγον_», φαίνονται ότι αναφέρονται είτε εις τα πορίσματα των

επιτοπίων ερευνών του, είτε εις την άμεσον πληροφορίαν κανενός

επιχωρίου. Τετράκις δ' έχομεν μνείαν ωρισμένης πηγής. (192) «_

Αρχίη τω Σαμίου του Αρχίεω αυτός εν Πιτάνη συνεγενόμην_» {

Archias whom I met at Pitane } λέγει, είτα δε ιστορεί τα περί

του πάππου του Αρχίου· «_ως δ' εγώ ήκουσα Τύμνεω τον Αριπείθιος

επιτρόπου_» η γενεαλογία είχεν ούτω. Τον δε Θέρσανδρον τον

Ορχομένιον, όστις εδείπνησε μετά του Μαρδονίου εν Θήβαις και

Δίκαιον τον Αθηναίον, όστις έζησεν εξόριστος μεταξύ των Μήδων

μετά του Δημαράτου, του Σπαρτιάτου βασιλέως, επικαλείται

μάρτυρας δύο επεισοδίων, δεικνυόντων, αν μη άλλο, νευρικήν

ταραχήν μεταξύ των ακολούθων του Μαρδονίου. Σπουδαιοτέραν πηγήν

γνώσεως παρείχον ταρχεία πολλών οικογενειών και σωματείων· ίσως

επετρέπετο κάποτε εις τον Ηροδότον ν' αναγινώσκη τα επίσημα

έγγραφα· συχνότερον δε, φαίνεται, ηρώτα τους κατόχους αυτών.

Τούτο, παραδείγματος χάριν, συμβαίνει περί του εν Δελφοίς

μαντείου, εις του οποίου τα υπομνήματα ο Ηρόδοτος οφείλει

πλείστα όσα των πρώτων ιδίως βιβλίων. Αντλεί δ' επίσης εκ των

παραδόσεων των Αλκμεωνιδών (του οίκου του Περικλέους) και των

Φιλαϊδών (του οίκου του Μιλτιάδου), ίσως δε και των του Πέρσου

στρατηγού Αρπάγου.

Η θολότης των πηγών εκείνων είναι ευνόητος. Ούτως εν τη

σπαρτιατική ιστορία [Α' 65,66] ο Ηρόδοτος γινώσκει μεν τα πάντα

περί του Λυκούργου, όστις, εννοείται, ήτο πρόσωπον θρυλικόν,

έπειτα δε αγνοεί το παν περί περιόδου τριών περίπου αιώνων,

μέχρις ού φθάνει εις τον Λέοντα και τον Αγασικλή, όπου

σκορπίζει πλήθος ανεκδότων. Η πραγματική σπαρτιατική παράδοσις

αρχίζει μόνον εκείθεν. Τας δε αθηναϊκάς αυτού πληροφορίας πλην

της σκωρίας, ήν έχουσι και αι λοιπαί, παρέβλαπτον και τα

αισθήματα των χρόνων, ότ' έγραφε τα τελευταία του βιβλία. Αι

διηγήσεις π. χ. πως [μετά την αγγελίαν της καταστροφής του

Λεωνίδου] οι Κορίνθιοι απεχώρησαν εκ Σαλαμίνος και πως επί της

κεφαλής των Θηβαίων απετυπώθη πύρινον το μονόγραμμα του

βασιλέως, είναι απλώς απηχήσεις της καταιγίδος του 432-1 π. Χ.

Κάτι παρόμοιον, δηλαδή παλαιότερος πόλεμος παθών, επιφέρει και

την όλως ανυπεράσπιστον καταδίκην του Θεμιστοκλέους.

Αναμφίβολον ήτο ότι ο Θεμιστοκλής είχε σώσει την Ελλάδα και ότι

ανεδείχθη ο μέγιστος του καιρού εκείνου ανήρ. Αλλ' εν τέλει

έφυγεν εις την Περσίαν! Ποία όμως ήτο η αφορμή, ελησμονήθη· και

τοιουτοτρόπως η κηλίς της προδοσίας ημαύρωσεν εν τη μνήμη της

πατρίδος του την εικόνα του ανδρός. Ο Ηρόδοτος ακολουθεί

τελείως τας διηγήσεις των δύο μεγάλων οίκων, οι οποίοι

κατεδίωξαν τον Θεμιστοκλή, ώστε ν' αποθάνη ως προδότης.(193)

Ούτω δε αφ' ενός μεν εκείνοι, εξάλλου δε ο ταλαντευόμενος λαός

κατώρθωσαν να παραστήσωσι τον άνδρα ως τύπον θριαμβεύσαντος

αγύρτου. Την μνήμην του Θεμιστοκλέους ελύτρωσεν ο Έφορος,

μέχρις ού και ο Έφορος δεν ηδύνατο πλέον να ακουσθή.

Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας · 第 3 / 52 题