Εκτός των προφορικών ειδήσεων, των ούτως ή άλλως προερχομένων

εξ υπομνημάτων, υπήρχε και η καθαρά παράδοσις πλέον της άλλης

«_ζώσα_» καθώς θα έλεγεν ο Πλάτων, και επομένως μάλλον τείνουσα

προς τον μύθον. Το στοιχείον τούτο είναι πανταχού παρόν εν τω

Ηροδότω. Ούτω μέρος της ιστορίας του δύναται να καταταχθή εις

την ανατολικήν ή ιαπετικήν λαογραφίαν. Ο Πολυκράτης, ο ρίπτων

τον δακτύλιον εις την θάλασσαν και ευρίσκων κατόπιν αυτόν εντός

οψαρίου, είναι παλαιός γνώριμος. Ο δε Άμασις και ο Ραμψίνιτος

είναι καθαρά παραμύθια. Δύο δε περίφημα χωρία — το Γ' 119, όπου

η σύζυγος του Ινταφέρνους προτιμά τον αναντικατάστατον αδελφόν

αντί των αντικαταστατών τέκνων, και το Στ' 126, όπου ο αθάνατος

Ιπποκλείδης, αφού εκέρδισε την νύμφην διά της ανδραγαθίας και

της ευγενείας του, την έχασεν, επειδή εχόρευσε «_την κεφαλήν

ερείσας επί την τράπεζαν_» και είπε κατά την ζέσιν του χορού

«_ου φροντίς Ιπποκλείδη_» { all one to Hippocleides! }— τα δύο

ταύτα πηγάζουσι μακρόθεν, εξ ινδικών βιβλίων! (194) Ο δε Σόλων

ήτο αδύνατον να είχε συναντήσει τον Κροίσον, διότι αι

χρονολογίαι δεν συμβιβάζονται, ουδ' εξεφώνησε τον μέγαν λόγον,

όν ο Ηρόδοτος του αποδίδει, διότι ο λόγος εκείνος έχει

συγκολληθή εξ Αργείων και Δελφικών θρύλων, δηλαδή θρύλων

συσσωρευθέντων περί τάφους τινάς του Άργους και των Δελφών.

Έπειτα τα όνειρα, όσα κατέβησαν όπως απατήσωσι τον Ξέρξην [Ζ'

12], χρειάζονται και όρκους, διά να πιστευθώσιν. Αι δε περί

μοναρχίας, ολιγαρχίας και δημοκρατίας συζητήσεις των επτά

Περσών, καίτοι ο Ηρόδοτος στοιχηματίζει την υπόληψίν του χάριν

αυτών, εφάνησαν αχώνευτοι σχεδόν εις πάντας. Ίσως δε ο Μaass

έχει δίκαιον αποδίδων την αρχήν αυτών εις κάποιον διάλογον του

Πρωταγόρου. Αλλά ματαιοπονία είναι ν' απορρίπτωμεν μόνον ό,τι

φαίνεται χονδροειδώς απίθανον, να δεχώμεθα δε αμάρτυρον ό,τι

είναι δυνατόν ν' αληθεύη. Το πλείστον της ιστορίας του Ηροδότου

είναι ανάμεικτον μετά καθαράς λαϊκής μυθοπλαστίας κατά

διαφόρους δόσεις· ούτως η μεν αρχαία αλλοδαπή ιστορία καταντά

σχεδόν αγνώριστος, η δε προ των μηδικών ελληνική είναι βαθύτατα

χρωματισμένη, τα δε μετά την εν Μαραθώνι μάχην είναι όχι μικρόν

παρηλλαγμένα. Αλλ' εις μίαν μόνον περίπτωσιν ο Ηρόδοτος είναι

προσωπικώς, καίτοι ασυναισθήτως, ένοχος απάτης· αι μεταβάσεις

του, οι τρόποι της προσαρμογής του ενός λόγου προς τον άλλον,

είναι απλά λογοτεχνικά επινοήματα. Ούτως εξευρίσκει μετάβασιν

εις τους Λιβυκούς του λόγους, λέγων (Δ' 167) ότι ο Αρυάνδης

εστράτευσε καθ' όλης της Λιβύης. Αλλ' ουδείς λόγος υπάρχει να

πιστεύσωμεν εις τούτο. Την δε αθηναϊκήν ιστορίαν εισάγει λέγων

(Α' 56) ότι ο Κροίσος ζητών συμμάχους μεταξύ των Ελλήνων,

«_εύρισκε Λακεδαιμονίους και Αθηναίους προέχοντας, τους μεν του

δωρικού γένεος, τους δε τον ιωνικού_» αλλ' ότι οι Αθηναίοι ήσαν

τότε «_διεσπασμένοι_» υπό του Πεισιστράτου. Αλλ' ο μεν τύραννος

δεν «_διέσπασε_» τας Αθήνας και πιθανώς ουδ' ετυράννευε τότε,

αι δε Αθήναι ήσαν τρίτης τάξεως ιωνικόν κράτος. Ο Ηρόδοτος

κατασκευάζων τας μεταβάσεις ταύτας και ζητών αφορμάς προς

παραγεμίσματα ανεκδότου, — αποδίδων π. χ. εις τον Γέλωνα το

περίφημον του Περικλέους απόφθεγμα, ότι εξαιρείται «_εκ τον

ενιαυτού το έαρ_» (Ζ' 162) — δεν προσδοκά ότι θα εξαχθώσι

συμπεράσματα εξ αυτών. Περί τούτων κατά την οργίλην φράσιν του

Πλουτάρχου «_ου φροντίς Ηροδότω_).(195) Τα δε λοιπά ιστορικά

του λάθη είναι ταναπόφευκτα επακολουθήματα των πηγών του·

δηλαδή η πραγματική αναξιοπιστία κείται όχι εις τας σποραδικάς

ανακριβείας, πολύ δε ολιγώτερον εις πρόθεσιν διαστροφής, αλλ'

εις την βαθείαν και ασυνείδητον τάσιν αυτής της μνήμης των

ανθρώπων προς ποιητικήν διακόσμησιν του παρελθόντος και εις την

διαμόρφωσιν της όλης ιστορίας ως παραδείγματος των ενεργειών

ηθικής τινος προνοίας.

Τον ιδικόν του σκοπόν ο Ηρόδοτος επιτυγχάνει πληρέστατα — «_ως

μήτε τα γενόμενα υπ' ανθρώπων εξίτηλα γένηται, μήτε έργα μεγάλα

και θωμαστά τα μεν Έλλησι, τα δε βαρβάροισι αποδεχθέντα ακλεά

γένηται_» { the real deeds of men shall not be forgotten, nor

the wondrous works of Greek and barbarian lose their name }.Ο

δε Πλούταρχος — διότι αναμφιβόλως εκείνος έγραψε το _Περί της

Ηροδότου κακοηθείας_ — δεν αντικρούει αυτόν απλώς χάριν των

Θηβών· όχι· θεωρεί την περίοδον, ήν επραγματεύετο ο Ηρόδοτος,

ως περίοδον γιγάντων, σοφών και ηρώων υπερανθρώπων, εχόντων το

χάρισμα των αποφθεγμάτων και των απαντήσεων, βλέπει δε πάσας

τας πράξεις των, ως προσκυνητής γονατισμένος· δεν θέλει ν'

ακούση, μηδέ να ίδη την άλλην αυτών άποψιν και δεν ανέχεται την

ελαφράν του Ηροδότου καταλαλιάν, ήτις εγκλείει τόσην αλήθειαν.

Αλλ' όμως ακριβώς η τοιαύτη περιγραφική τέχνη του ανδρός, η

συνδυαζομένη προς την δραματικήν αυτού δύναμιν και το ευρύτατον

διαφέρον, ο τρόπος εκείνος, καθ' όν βλέπει τας καρδίας των

ανθρώπων με όλας των τας αρετάς και όλας τας ελλείψεις, έπεισε

νεώτερον κριτικόν, όστις εζύγισε πάσαν αυτού λέξιν, (196) να

εκφράση ότι «ουδείς άλλος Έλλην συγγραφεύς περιέγραψεν

ευρύτερον του Ηροδότου κόσμον, περιέχοντα τόσον πλήθος ζωντανών

και αθανάτων ανδρών και γυναικών» και να θέση «αμετακινήτως» το

έργον αυτού ως αντίστοιχον του έργου του Ομήρου, ως την πρώτην

πηγήν της ευρωπαϊκής πεζογραφίας. (197)

Ζ'

ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ

ΜΕΧΡΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ

ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ.

Τρεπόμενοι αποτόμως από της ιστορίας προς την φιλοσοφίαν,

πρέπει να ενθυμηθώμεν ότι απλώς στρεφόμεθα από της μιας μορφής

της ιωνικής «_ιστορίης_» εις την άλλην και ότι υπήρχον, και

σώζονται ακόμη εκ μεταγενεστέρων χρόνων, πολλά ελληνικά βιβλία,

διδάσκοντα άλλα θέματα φυσικά, ιατρικά, γεωγραφικά,

ανακαλύψεις, ζωγραφικήν, γλυπτικήν, πολιτικά και εμπόριον,

πάντα απασχολούντα πολύ μέρος του ελληνικού πνεύματος, και

πάντα, πλην της γλυπτικής και του εμπορίου, αναφερόμενα υπό

σωζομένων συγγραφέων μετά σεβασμού και εγκωμίων. Αλλά το

διάγραμμα του προκειμένου έργου μας αναγκάζει να παραλείψωμεν

αυτά σχεδόν όλα και να εγγίσωμεν μόνην την φιλοσοφίαν, και

αυτήν τόσον μόνον, όσον είναι απολύτως αναγκαίον προς

κατανόησιν της ιδίως λογοτεχνίας.

Η φιλοσοφία κατά πρώτον απαντά εν Μιλήτω, όπου ο ΘΑΛΗΣ, ο υιός

του Εξαμίου — τούτο είναι όνομα καρικόν — εζήτει ως βάσιν του

επιστημονικού του έργου την «αρχήν» ήτοι γένεσιν του κόσμου.

Απορρίπτων τους μύθους και την κοσμογονίαν, ανεζήτει την

αρχικήν ουσίαν και ηύρεν ότι ήτο το ύδωρ. Ο δε μαθητής του

ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΣ επροτίμησε να περιγράψη αυτήν ως το «_άπειρον_»,

την απεριόριστον ύλην, εξ ής κατάγονται πάντα τα συγκεκριμένα

«_χρήματα_» {things} δι' «_εκκρίσεως_» {separation}· το άπειρον

είναι ο θεός· κατά δε τους νόμους αυτού πάντα τα όντα

φθειρόμενα επιστρέφουσιν εις αυτό, ίνα «_διδώσι δίκην και τίσιν

αλλήλοις της αδικίας_» { they meet with ' retribution' for

their ' unrighteousness,' } δηλαδή διά την μετάβασιν αυτών από

της μιας σφαίρας της υπάρξεως εις την άλλην. Ο τρίτος Μιλήσιος,

ο ΑΝΑΞΙΜΕΝΗΣ, προσπαθών να προςδιορίση ό,τι αφήκεν ασαφές ο

Αναξίμανδρος, εθεώρει το άπειρον ως αέρα, την δ' έκκρισιν των

πραγμάτων γενομένην διά _πυκνώσεως_ προερχομένης εκ μεταβολής

της θερμοκρασίας. Όλη η Μιλησιακή σχολή ενέκυψεν εις το ζήτημα

της παραγωγής του κόσμου — πόθεν _συνέστη_ ο κόσμος; — και

εύρισκεν εξήγησιν κατά το ήμισυ υλικήν· π. χ. ο αήρ είναι

πνεύμα· ούτως η κυρία αυτής ενέργεια ήτο η έρευνα της φύσεως,

συγκατεστράφη δε η σχολή μετά της πόλεως τω 494 π. Χ. Αλλά

παρέμεινεν ως η πρώτη πηγή της μεταγενεστέρας φιλοσοφίας.(198)

Όλως αντίθετος κατά το πνεύμα ήτο ο μέγας _θίασος_ της Δύσεως,

όν ίδρυσε κατά τα 530 π. Χ. Σάμιος ολιγαρχικός εξόριστος,

ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ ο Μνησάρχου. Αι αρχαί αυτού φαίνεται ότι

περιελάμβανον θρησκευτικήν αναμόρφωσιν, αντικειμένην και προς

την θεολογίαν των ποιητών και προς τας τοπικάς λατρείας, ηθικήν

αναμόρφωσιν, αντενεργούσαν κατά της τότε εκλύτου ελευθέρας ζωής

και των πολυπλόκων κοινωνικών σχέσεων, και πολιτικήν αντίδρασιν

υπέρ των αριστοκρατικών αρχών, αίτινες εκινδύνευον να

εξαφανισθώσιν υπό των δημοκρατιών και των τυραννίδων. Αλλά κατά

τους χρόνους του ιδρυτού την αίρεσιν εκηλίδωσεν ασυνήθης

δεισιδαιμονία και στυγερόν έγκλημα, η καταστροφή της Συβάρεως·

κατόπιν όμως συνετελέσθησαν υπ' αυτής αξιόλογα μαθηματικά έργα.

Τα Μιλησιακά δόγματα διέδωσεν ανά την Ελλάδα ο ραψωδός

ΞΕΝΟΦΑΝΗΣ (βλ, σελ. 74) ευρίσκων πυκνόν ακροατήριον και

οχυρούμενος όπισθεν της ποιητικής θρησκείας. Εκ του ευνοϊκού

τούτου βάθρου κατήγγελλε τα «_ψεύδη_» του Ομήρου και του

Ησιόδου και εκήρυσσε μεταφυσικήν μονοθεΐαν. Ο θεός είναι είς,

«ούτε δέμας θνητοίσιν ομοίιος ούτε νόημα» . . .

{ not man-shaped, not having parts, }

«αλλ' απάνευθε πόνοιο νόου φρενί πάντα κραδαίνει»

{ and all of him conscious. }

Ο θεός ούτος είναι ίσως αυτό το _άπειρον_ του Αναξιμάνδρου άνευ

της κινήσεως· ομοιάζει δε το _Έν_ του Παρμενίδου, όθεν η

παράδοσις παρίστανε τον Ξενοφάνη διδάσκαλον εκείνου και ιδρυτήν

της Ελεατικής σχολής.(199)

Εν Εφέσω (παρά την Μίλητον) κατά την γενεάν την μετά τον

Αναξιμένη το πρόβλημα των Μιλησίων δέχεται διάφορον λύσιν,

εξαγγελλομένην μετά πομπής και όγκου, άμα δε φέρουσαν και τον

τύπον της μεγαλοφυίας. Ο ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ έλεγε «_πάντα ρειν, είναι

δε παγίως ουδέν_»· { All things move and nothing stays} η

κίνησις αύτη είναι το αληθινόν μυστήριον του κόσμου, η _αρχή_,

όχι ουσία αυθαιρέτως λαμβανομένη, αλλά η πρόοδος αυτής της

μεταβολής, ήν ο Ηράκλειτος ωνόμαζε _πυρ_. Έγραφε δε ο φιλόσοφος

εις πεζόν λόγον όμοιον προς _χρησμόν_· όθεν ήτο σκοτεινός, και

ένεκα της ελλείψεως φιλοσοφικής γλώσσης προς έκφρασιν των

στοχασμών του, αλλά και ένεκα του προφητικού τόνου της

εκφράσεως, του φυσικού εις αυτόν. Δεν πρέπει δε να λησμονώμεν

ότι προ της κυκλοφορίας των βιβλίων ο διδάσκων έπρεπε ν'

αποτείνεται προς την μνήμην, γράφων είτε στίχους, όπως ο

Ξενοφάνης και ο Παρμενίδης, είτε αποφθέγματα, ως ο Ηράκλειτος

και ο Δημόκριτος. Η πρόοδος της μεταβολής είναι διπλή — προς τα

άνω και τα κάτω — αλλ' είν' αιωνία και αμετάβλητος· υπάρχει

νόμος, ειμαρμένη, διευθύνουσα τα πάντα, δίκη, αποκαθιστώσα την

αρμονίαν μετά πάσαν διαφοράν ή εναντίωσιν· αύται φαίνονται ότι

είναι, καθώς και παρ' Αναξιμάνδρω, αι διάφοροι φάσεις της

μεταμορφώσεως της ουσίας από τινος εις άλλο. Ο Ηράκλειτος

ελάλει μετά διπλής υπερηφανίας, ως ανακαλύψας την αλήθειαν και

ως ευπατρίδης, θα συνεμερίζετο δε ολοψύχως την περιφρόνησιν του

Νείτσε προς «_καταστηματάρχας, χριστιανούς, γυναίκας, Άγγλους

και λοιπούς δημοκρατικούς_». Περιεφρόνει τους συμπολίτας του

τους Μιλησίους και καθόλου τους ανθρώπους. Κατά τον Ηράκλειτον

ο Πυθαγόρας, ο Ξενοφάνης και ο Εκαταίος ήσαν, καθώς ο Ησίοδος,

παραδείγματα του αξιώματος ότι «_πολυμαθίη νόον ου διδάσκει_».

{ learning teaches not wisdom }(200)

ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ ο Ελεάτης απεκρίνετο προς τον Ηράκλειτον απορρίπτων

την θεωρίαν της αενάου μεταβολής· «_νυν έστιν ομού παν έν

ξυνεχές_» και τούτο το νυν όν θέλει να μάθη· π. χ. το 2 x 2 = 4

απολύτως και αιωνίως. Αλλ' ο Παρμενίδης δεν εδέχετο την συνήθη

σήμερον διάκρισιν μεταξύ αφηρημένων και συγκεκριμένων.

Το όν έστι, το δε μη όν ουκ έστι [αποσπ. 33]. Δεν υπάρχει

λοιπόν μεταβολή, διότι αυτή θα ήτο μετάβασις από του μη όντος

εις το όν. Ουδέ κενόν διάστημα υπάρχει· λοιπόν ουδέ κίνησις. Το

δε όν είναι έν αδιαίρετον διότι εάν ήσαν περισσότερα, μεταξύ

αυτών θα υπήρχον μη όντα. Ισχυρίζετο δε ο Παρμενίδης ότι το έν

όν ομοιάζει προς σφαίραν, και είναι τέλειον, είναι δε ύλη

αναλλοίωτος, αλλά και το νοείν είναι όμοιον προς το είναι,

διότι είναι νόησις του όντος.

Αλλά τότε τι είναι ο κόσμος, τον οποίον γνωρίζομεν, ο προφανώς

περιέχων πλείστα όντα; Ο Παρμενίδης απαντά εις τούτο κατά τον

ανατολικόν τρόπον· ο κόσμος είναι φάσμα, απάτη, maya καθώς

λέγουσιν οι Ινδοί. Πώς επέρχεται η απάτη, πώς το αναλλοίωτον Έν

δύναται ν' απατά και ποίος ο απατώμενος, δεν μας λέγει, καίτοι

διά του δευτέρου μέρους του ποιήματός του (βλ. σελ. 75)

ανέπτυσσε «_τας των βροτών δόξας_» { the Way of Falsehood } και

τας αντιφάσεις τας παρακολουθούσας κατ' ανάγκην την εις αυτάς

πίστιν. (201) Την οδόν ταύτην της σκέψεως ηκολούθησεν ιδίως ο

μαθητής του Παρμενίδου ΖΗΝΩΝ, αναπτύσσων τας αντιφάσεις τας

αναγκαίως υπαρχούσας εν τη αντιλήψει του χρόνου, του

διαστήματος και του αριθμού. Εάν το περί του Ενός δόγμα, λέγει,

είναι δύσκολον, τότε πίστις εις το πολλαπλούν είναι προδήλως

αδύνατος. Τοιουτοτρόπως η ελληνική θεωρία έφθασεν εις σημείον,

όπου δύο μάλλον ή ήττον συνεπείς συλλογισμοί ωδήγησαν εις όλως

αντίθετα συμπεράσματα, εις το αμετάβλητον Έν του Παρμενίδου,

εις την αέναον μεταβολήν του Ηρακλείτου. Την δυσκολίαν ταύτην

διείδεν ο ΜΕΛΙΣΣΟΣ, ο Σάμιος ναύαρχος, ο κατά τα 442 νικήσας

τον Περικλή· εδοκίμασεν εκ του Ενός να πλάση Μιλησιακήν τινα

«_αρχήν_», αλλ' ηύρεν ότι αύτη δεν ηδύνατο να ενεργήση· διότι

πόρισμα καθαρού συλλογισμού είναι αδύνατον να ερμηνεύση την

πραγματικότητα του κόσμου. Μετά τον Μέλισσον η ρήξις έγινεν

αισθητοτέρα. Αφ' ενός μεν οι Πυθαγόρειοι αναχωρούντες από του

Ηρακλείτου ζητούσι το πραγματικόν ήτοι το αιωνίως όν κατά τους

αναλλοιώτους νόμους της μεταβολής, ήτοι κατά τα αιώνια δεδομένα

των αριθμών. Η γεωμετρία είναι η αλήθεια, ής τα τετράγωνα,

κυκλικά ή τρίγωνα σχήματα είναι ατελείς και παροδικαί μιμήσεις,

οι νόμοι της αρμονίας είναι η αλήθεια της μουσικής και η

αφηρημένη αστρονομία η αλήθεια των πλανητών. Ούτως εν τω αριθμώ

εύρισκε την αληθινήν ουσίαν του κόσμου, αιώνιόν τι και

αμετάβλητον Έν, όπερ ηδύνατο να ικανοποιήση αρκετά τας αξιώσεις

του Παρμενίδου. (202)

Εκ δε της θεωρίας του Ενός Όντος ανεπτύχθησαν τρία σπουδαία

συστήματα.

ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ ο Ακραγαντίνος, όν είδομεν ανωτέρω (σελ. 75) δέχεται

την ύπαρξιν όχι ενός, αλλά τεσσάρων αρχικών «_ριζωμάτων_, Γης,

Ύδατος, Αέρος και Πυρός μετά κενού χώρου πέριξ. Τα ριζώματα

είναι στοιχεία αμετάβλητα καθ' εαυτά, αλλά κινούμενα και

μειγνυόμενα — αύτη είναι ίσως η σπουδαιοτάτη συμβολή εις την

φιλοσοφίαν — διά δυνάμεων αΰλων, άς ονομάζει _φιλότητα_ ή

_στοργήν_ και _νείκος_ ή _κότον_.

ΑΝΑΞΑΓΟΡΑΣ ο Κλαζομένιος, ο πρώτος εν Αθήναις αποκατασταθείς

φιλόσοφος, παρεδέχετο πολύ πλειότερα πρώτα και αιώνια _χρήματα_

ή _σπέρματα_, ών η _σύμμειξις_ και _διάκρισις_· αποτελεί τον

κόσμον, εννοών κάτι παρόμοιον προς τα «στοιχεία» της νέας

Χυμικής. Μεταξύ τούτων υπάρχει _νόος_, «χρήμα» και αυτός, αλλά

λεπτότατον και καθαρώτατον, και κινούμενον αφ' εαυτού. Ενεργεί

δ' εντός των διαφόρων συνθέτων μερών του κόσμου ακριβώς όπως

αισθανόμεθα αυτόν ενεργούντα εντός των ημετέρων σωμάτων. Ο νους

ήλθε και διεκόσμησε την ύλην. Ο Αναξαγόρας ενόμιζε τον ήλιον

και την σελήνην ως σφαίρας λίθου, τον δε ήλιον ζέοντα εκ της

ταχύτητος της στροφής και τεράστιον το μέγεθος, σχεδόν τόσον

μεγάλον, ως την Πελοπόννησον! Έδωκε δε την ορθήν εξήγησιν των

εκλείψεων.(203)

Η άλλη λύσις η δοθείσα κατά την περίοδον ταύτην, είναι η

ατομική θεωρία. Φαίνεται δε ότι επήγασεν όχι από επιστημονικής

παρατηρήσεως, αλλά εξ αφηρημένης σκέψεως κατά τας αρχάς του

Παρμενίδου. Το _όν_ είναι τι _πλέον_, δηλαδή το πράγμα είναι τι

πλήρες, και παν μη πλήρες είναι μη _όν_. Αλλ' αντί του ενός

αιωνίου «πλήρους» έχομεν άπειρα αιώνια _άτομα_, ήτοι μη

δυνάμενα να διαιρεθώσι περιπλέον. Η κατά του κενού απόδειξις

του Παρμενίδου δεν υπήρξεν αποδεκτή, ουδέ η αξίωσις αυτού ότι

το όν πρέπει να είναι σφαιρικόν και ακίνητον. Πράγματι τα όντα

έχουσιν απείρως διάφορα σχήματα, κινούνται δε αδιακόπως· σχήμα,

μέγεθος και κίνησις είναι αι ιδιότητες αυτών· ταύτα είναι τα

μόνα φυσικά γεγονότα. Πάντα δε τα λοιπά είναι κατά συνθήκην ή

παράγωγα. Η θεωρία αύτη επενοήθη υπό ΛΕΥΚΙΠΠΟΥ του Αβδηρίτου,

αλλ' ανεπτύχθη κυρίως υπό του μεγάλου μαθητού του, του

Δημοκρίτου, και υπό του Επικούρου.

Η ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ.

Ο Εμπεδοκλής απέθανε περί τα 430 π. Χ., ο δε Αναξαγόρας

εξωρίσθη κατά τα 432. Αλλά ολίγα έτη προτού, είχεν αρχίσει η

αντίδρασις κατά της κοσμολογικής θεωρίας. Ήτο καιρός να

ευρεθώσι μερικαί μικροτέραι αλήθειαι βέβαιαι αντί να ζητώνται

ακάρπως αι μεγάλαι. Αρχομένου δε του πέμπτου αιώνος, γίνονται

θετικώτεραι εργασίαι εις τους επιστημονικούς κλάδους, την

αστρονομίαν, τα μαθηματικά, την ιστορίαν, την ιατρικήν και την

ζωολογίαν.

Την τάσιν ταύτην ενισχύει το μέγα ρεύμα της περιόδου εκείνης.

Το τέλος των μηδικών, όπερ αποκατέστησε την ελληνικήν

ελευθερίαν και διέδωκε την συναίσθησιν κοινής εθνότητος,

εξαπέλυσε πάσας τας λανθανούσας δυνάμεις του έθνους,

στρατιωτικάς, κοινωνικάς και πνευματικάς. Ανεπτύσσοντο τότε

μεγάλαι πόλεις· ο πληθυσμός των Αθηνών και του Πειραιώς έφθανεν

από 20 εις 100 περίπου χιλιάδας· η δε ιδιοκτησία εξετείνετο

ακόμη ταχύτερον. Αι ευκολίαι προς διάθεσιν του χρήματος

εμεγάλωσαν· αι εμπορικαί επιχειρήσεις ηνοίχθησαν και απησχόλουν

πλειοτέρους εργάτας, ελευθέρους και δούλους. Η μεταξύ των

πόλεων συγκοινωνία ήτο κοινοτέρα και οι μέτοικοι, τουλάχιστον

εις τας Αθήνας και τας προοδευτικωτέρας πόλεις, επροστατεύοντο

υπό του νόμου και εφορολογούντο ελαφρά. Οι κατά πόλεις

προστατευτικοί δασμοί πράγματι κατηργήθησαν· τα αθηναϊκά

τελωνεία του Πειραιώς εισέπραττον μόνον 1 % επί της εισαγωγής

και της εξαγωγής. Συγκρινομένη δε προς άλλους χρόνους η

περίοδος της εν Μυκάλη ναυμαχίας ήτο περίοδος μακράς ειρήνης.

Το έθνος κατείχετο υπό ενθουσιώδους πεποιθήσεως εις εαυτό, εις

την πρόοδον, εις την δημοκρατίαν. Αποτέλεσμα δε ταύτης ήτο η

οικονομική πρόοδος, ήτις εξηγεί τόσα πολλά της αθηναϊκής

ιστορίας, τον αγώνα του ελευθέρου εργάτου προς καλοπέρασιν διά

της πολιτικής υπεροχής. Το άλλο αποτέλεσμα ήτο η υπό του Δήμου

ζήτησις πνευματικών ηδονών και η προσφορά τούτων υπό σχήμα

κατάλληλον προς κατανάλωσιν λαϊκήν.

Ανέκαθεν οι Έλληνες βαθέως ησθάνοντο την σημασίαν της

προσωπικής αξίας, της αρετής, και της γνώσεως ή ικανότητος, της

σοφίας. Αλλά πώς ήτο δυνατόν ν' αποκτηθή αύτη; Καθώς ο αγνιστής

ηδύνατο ν' αγνίση τον _εναγή_ και ο _ανδραποδιστής_ να

εξανδραποδίση τον ελεύθερον, δεν ηδύνατο τάχα και κάποιος

_σοφιστής_ να καταστήση τινά σοφόν; Εις την ζήτησιν ταύτην

απήντησαν άνδρες διάφοροι τον χαρακτήρα και κατά διαφόρους

τρόπους εννοούντες την _σοφίαν_. Τινές τούτων απέρριψαν το

όνομα _σοφιστής_, ως υπερβολικόν. Άλλοι υπεστήριζον ότι η σοφία

είναι διδακτή, όχι όμως και η αρετή. Ταύτην δύναται να μάθη τις

μόνον κατά πράξιν. Ο Γοργίας αμφέβαλλεν εάν ηδύνατο να διδάξη

τίποτε· ισχυρίζετο μόνον ότι ήτο καλός _ρήτωρ_. Ο ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ

τολμηρώς εδέχετο το όνομα _σοφιστής_ και επηγγέλλετο να διδάξη

_πολιτικήν αρετήν_· εκήρυσσε δε το χαρακτηριστικόν δόγμα των

περιόδων της γνώσεως, ότι το αμάρτημα προέρχεται εκ της αγνοίας

και ότι η παιδεία δημιουργεί τον χαρακτήρα. Οι σοφισταί

επεβάλλοντο μάλλον διά του βίου και της υπολήψεως αυτών ή διά

των συγγραμμάτων, αλλά και παν ό,τι έγραψαν, εχάθη σχεδόν όλον.

Σήμερον δε μανθάνομεν τα κατ' αυτούς μόνον παρά των αντιπάλων

των· δηλαδή αφ' ενός μεν παρά του Αριστοφάνους και της

αμαθεστέρας μερίδος, αφ' ετέρου δε παρά της παραδόσεως του

τετάρτου αιώνος, αντιθέτου και πολιτικώς και φιλοσοφικώς προς

το πνεύμα του πέμπτου.

Εάν είχομεν ωρισμένην μαρτυρίαν της γνώμης του Πλάτωνος περί

των μεγάλων σοφιστών των Περικλείων χρόνων, αύτη θα ήτο πιθανώς

ομοία της περί Μιλλ και Κόβδεν γνώμης του Ράσκιν. Αλλά τοιαύτην

μαρτυρίαν δεν έχομεν. Διότι ο Πλάτων δεν γράφει ιστορίαν·

γράφει ιδίαν τινά μορφήν πλαστού δράματος, ού τα πρόσωπα πρέπει

να είναι πρώτον μεν ιστορικά, δεύτερον δε σύγχρονα του

πρωταγωνιστού Σωκράτους. Όπου δε πράγματι ζητεί να περιγράψη

τους ανθρώπους του καιρού εκείνου, καθώς εν τω _Πρωταγόρα_,

παρέχει λεπτοτάτην αλλ' αληθινήν σάτιραν. Συχνότατα όμως ουδέ

αποβλέπει εις την γενεάν εκείνην. Εάν π. χ. του απαρέσκη ρήτωρ

τις του 370-360 π. Χ., εκφράζει την γνώμην του διά κριτικής του

Σωκράτους περί του Λυσίου. Εάν πάλιν θέλη ν' αποστομώση τους

ιδικούς του φιλοσοφικούς αντιπάλους, αμέσως ανατρέπει εις βάρος

του αρχαίου Πρωταγόρου πάντα τα παραδοξολογήματα του

Αντισθένους και την φιλοσοφικήν ανακολουθίαν του Αριστίππου.

Και κατά μεν τας περιπτώσεις ταύτας δυνάμεθα ν' ανακαλύψωμεν

τον πραγματικόν εισηγητήν της αναιρουμένης θεωρίας. Αλλά κάποτε

και την θεωρίαν αυτήν φαίνεται ότι επενόει ο Πλάτων. Εάν π. χ.

εζήτει ν' αποδείξη ότι η ηθική έχει βάσιν εν τω λόγω ή ότι οι

πονηροί είναι πάντοτε δυστυχείς, ήτο ηναγκασμένος να επινοήση

κάποιον υποστηρίζοντα τα εναντία. Οσάκις δ' ενόμιζε — καθώς

πολλοί συζητηταί, — ότι η αντίθετος όψις θα εφαίνετο

λογικωτέρα, εάν υπεστηρίζετο κατά την εσχάτην και αναιδή μορφήν

της, τότε μόνος τρόπος υπήρχε να παραστήση το ανδρείκελον

εκείνο έχον ή κυνικήν ψυχρότητα ή τυφλήν μανίαν, φθάνον εις το

αναγκαίον άκρον και εκεί ανατρεπόμενον. Αλλά τις θα ήτο το

νευρόσπαστον; Κάποιος, ει δυνατόν, όχι φανερώς ακατάλληλος, του

οποίου αι υποτιθέμεναι αρχαί αορίστως να νομίζονται κάπως

ανάλογοι προς τανήθικα αισθήματα, όσα επρόκειτο ν' αναπτύξη.

Εν τω α' βιβλίω της _Πολιτείας_ παριστάνεται Θρασύμαχος ο

Καλχηδόνιος συνήγορος της απολύτου αδικίας, ισχυριζόμενος ότι ο

νόμος και η δικαιοσύνη είναι μέσα του αδυνάτου, όπως παραλύση

την ελευθέραν ενέργειαν του ισχυροτέρου. Αλλ' απιθανώτατον

είναι ότι ο τίμιος εκείνος δημοκρατικός υπεστήριξέ ποτε

τοιαύτας δοξασίας, αφού πολιτικώς ετάσσετο υπέρ της μέσης

τάξεως, κατά δε τα 411 ωμίλησε μετριοπαθώς, αμέτρως δ'

επολέμησε μόνον Αρχέλαον τον Μακεδόνα, τον τύπον της ευτυχούσης

αδικίας, σωζόμενον δε απόσπασμα του Θρασυμάχου, όστις ήτο και

δόκιμος αγορητής, λέγει ότι η επιτυχία του αδίκου αρκεί ώστε ο

άνθρωπος ν' αμφιβάλλη περί της υπάρξεως θείας προνοίας. Η

εύρεσις άρα του Πλάτωνος ήτο τω όντι απιθανωτάτη· δεν είναι δε

άπορον ότι παριστά το ανδρείκελον παραφερόμενον πριν ή δράση.

Τούτο είναι το κύριον έγκλημα, όπερ κατέστησε τον Θρασύμαχον

τύπον διεφθαρμένου και πλεονέκτου σοφιστού, το δε άλλο είναι

ότι, ενώ συνήθως έκαμνε δημοσίας «επιδείξεις», ηρνήθη να

διαλεχθή δωρεάν προς τον Σωκράτη και τους νεαρούς του φίλους,

των οποίων γνωστός σκοπός ήτο ν' αντικρούσωσιν ό,τι έμελλε να

είπη.

Όσα δε λέγει ο Αριστοφάνης περί των σοφιστών είναι, εννοείται,

απλαί λοιδορίαι· κατά καλήν δε τύχην λοιδορεί και τον Σωκράτην,

ώστε γνωρίζομεν της πολεμικής του την αξίαν. Όσα δε λέγουσιν οι

Σωκρατικοί — η κυρία πηγή των ειδήσεων ημών — φέρουσι το χρίσμα

εκείνο της πίστεως αυτών περί του ενός ιδεώδους εκείνου

Δικαίου, του φονευθέντος υπό του πλήθους· κατ' αυτούς ουδείς

δύναται να παραβληθή προς τον Σωκράτην. Αλλ' αυτός ο Σωκράτης

έλεγε μόνον ότι δεν ηδύνατο να επικρίνη την φιλοσοφίαν των

σοφιστών μάλλον ή την γλυπτικήν τέχνην του Φειδίου και την

πολιτικήν του Περικλέους. Οι σοφισταί ήσαν «_άνθρωποι του

κόσμου_»· αλλ' ίσως συγκρινόμενοι προς τον Σωκράτην, ήσαν

επίπλαστοι· το δε κατ' εκείνον πραγματικόν αυτών σφάλμα ήτο το

πνεύμα όπερ είχον άπαντες, ήτοι το επιστημονικόν, το

προοδευτικόν, το δημοκρατικόν, το υπερθαρραλέον πνεύμα των

Αθηνών κατά την πρωίαν του μεγαλείου των.

Η κυρία αυτών αποστολή ήτο η διδασκαλία, η διαφώτισις του

πνεύματος της Ελλάδος, η απόρριψις των ταπεινών μύθων και των

αναποδείκτων κοσμογονιών, η τροπή της σκέψεως προς γονίμους

τόπους. Πολλοί τούτων ήσαν έξοχοι και πρωτότυποι στοχασταί. Ο

ΓΟΡΓΙΑΣ απέδειξεν ανόητον την Ελεατικήν σχολήν. Ο δε Πρωταγόρας

εκαθάρισε τον ορίζοντα, διδάξας το σχετικόν της γνώσεως. Πολλοί

σοφισταί νομίζοντες την σοφίαν ως σημαίνουσαν γνώσιν της

φύσεως, είναι γνωστοί εις ημάς κυρίως εκ των Ιπποκρατικών

συγγραμμάτων και των φανερών προόδων των τότε γενομένων εις

ποικίλας επιστήμας, ιδίως την ιατρικήν, την αστρονομίαν, την

γεωμετρίαν και την μηχανικήν. Η Κως, τα Άβδηρα, αι Συράκουσαι

θα ηδύναντο να μας είπωσι πολλά περί αυτών. Αλλ' αι Αθήναι, η

μόνη μας πηγή, εσκέπτοντο τότε περί άλλων, κοινωνικών και

ανθρωπίνων προβλημάτων. Εκεί ο Πρωταγόρας έδειξε φιλοσοφικήν

της δημοκρατίας βάσιν, ισχυριζόμενος ότι οι πλείστοι των

ανθρώπων έχουσι την αίσθησιν του δικαίου και την αίσθησιν της

αιδούς — αι εξαιρέσεις είναι θηρία, τα οποία πρέπει να

εξαλειφθώσιν — αι δύο δε αύται ιδιότητες μάλλον ή αι

διανοητικαί δυνάμεις είναι της κοινωνίας αι ρίζαι. Ο δε μαθητής

του Γοργίου Αλκιδάμας είναι ο μόνος αναφερόμενος ως προτείνας

εν τη πρακτική πολιτική την κατάργησιν της δουλείας — διότι

θεωρητικώς, εννοείται, προέτειναν τούτο πολλοί. Ο δε Αντιφών ο

σοφιστής, αντιπροσωπεύει, ίσως μόνος, την θεωρίαν ότι η σύζυγος

είναι «_άλλο εγώ_» και πολυτιμοτέρα παντός φίλου.

Εν τη ιστορία ο ΙΠΠΙΑΣ έβαλε τα θεμέλια εθνικού χρονολογικού

συστήματος, δημοσιεύσας αναγραφήν των Ολυμπιονικών. Της δε

γλωσσικής επιστήμης τας βάσεις έθεσαν άνδρες, οίοι ο ΠΡΟΔΙΚΟΣ

και ο Πρωταγόρας, ο μεν πρώτος επιμένων εις την ακριβή

διάκρισιν των φαινομένων συνωνύμων, ο δε δεύτερος αποδεικνύων

ότι η γλώσσα δεν είναι τίποτε θείον και αναμάρτητον, αλλ'

ανθρώπινον και μεταβλητόν έχον κανόνας και εξαιρέσεις. Πολλοί

δε των σοφιστών, ως ο Ιππίας και ο Πρόδικος, ήσαν αληθείς

κήρυκες της καθόλου ηθικής· άλλοι δε, καθώς ο Γοργίας, ήσαν

γνήσιοι καλλιτέχναι. Το όλον κίνημα των σοφιστών ήτο ηθικόν άμα

και πνευματικόν, ήτο δε όλως απηλλαγμένον της διαφθοράς και της

ανομίας, ήτις εμόλυνε, λόγου χάριν, την ιταλικήν αναγέννησιν.

Αναμφισβήτητον είναι ότι οι σοφισταί, αναλαβόντες την

εκπαίδευσιν του έθνους, εξεπαίδευσαν αυτό. Ο χαρακτήρ του

συνήθους Έλληνος του τετάρτου αιώνος, — το ανθρώπινον, η

αίσθησις του δικαίου, το θάρρος, και η ηθική φαντασία

ανυψώθησαν τρόπον τινά μέχρι του ύψους των ανωτέρων ανδρών του

πέμπτου αιώνος και πολύ υπεράνω οιουδήποτε λαού μέχρι χιλίων

ετών κατόπιν. Οπωςδήποτε οι σοφισταί είναι οι πνευματικοί και

διανοητικοί αντιπρόσωποι των Περικλείων χρόνων· οι περιφρονηταί

αυτών ας δημιουργήσωσι νέους ομοίους χρόνους. (204)

ΣΠΟΡΑΔΙΚΑ ΕΡΓΑ.

Πραγματική πηγή της αττικής πεζογραφίας δεν πρέπει να θεωρηθή η

ανθηρά τέχνη του Γοργίου, ουδέ η περίτεχνος ρητορική του

Τεισίου, καθά ο Αριστοτέλης, μηχανικώς μάλλον, υποθέτει· είναι

οι πολιτικοί λόγοι και τα πολιτικά φυλλάδια αυτών των Αθηνών.

Εάν δε θέλωμεν στιγμήν τινα ως χρονολογικόν όριον, δυνάμεθα να

ορίσωμεν την κατά τα 454 π. Χ. μεταφοράν του συμμαχικού

θησαυρού εκ Δήλου, το χαρακτηριστικώτατον των γεγονότων, όσα

κατέστησαν τας Αθήνας όχι μόνον ταμείον, νομισματοκοπείον και

ανώτατον δικαστήριον, αλλά και νομικόν και εμπορικόν κέντρον

της Ανατολικής Ελλάδος. Έκτοτε εσωρεύθη μεγίστη νομική και

δικαστική εν Αθήναις εργασία, πληρώσασα τας χείρας των δυνατών

εις το λέγειν και το γράφειν, προσελκύσασα πανταχόθεν του

κράτους άνδρας ικανούς και δώσασα εις την αττικήν διάλεκτον

έξοχον και οικουμενικόν κύρος. Κατά την αρχήν της ηγεμονίας

αυτοί οι Αθηναίοι ολίγα έγραφον· εκυβέρνων· άφησαν δε τους

συμμάχους ν' αφιερώσωσιν εις τα γράμματα όσην ενέργειαν δεν

εδικαιούντο να χρησιμοποιήσωσιν εις την πολιτικήν.

ΙΩΝ ο Χίος (προ του 490-423 π. Χ.) είναι παράδειγμα τούτου. Ήτο

αριστοκρατικός, φίλος του Κίμωνος και του βασιλέως Αρχιδάμου

και πιθανώς επολέμησε μετά των συμμάχων κατά της Ηιόνος τω 470.

Αλλά δεν εύρισκεν άλλο στάδιον εκτός της λογοτεχνίας. Έγραψε

λοιπόν τραγωδίας — εννοείται αττικιστί — και επέτυχε μεγάλως·

ευχαρίστως δε βλέπομεν (εκ του αποσπ. 63) ότι ηδύνατο ελευθέρως

να εκφράζη ενώπιον των Αθηναίων ενθουσιώδη προς την Σπάρτην

θαυμασμόν χωρίς, καθόσον ηξεύρομεν, να πάθη τίποτε δυσάρεστον.

Έγραψε και *_Χίου κτίσιν_ καί τινα βιβλία περί Πυθαγορικής

φιλοσοφίας. Αλλά λυπηρά προ πάντων είναι η απώλεια των

υπομνημάτων αυτού, όπου δι' απερίττου και ευκόλου ύφους

διηγείτο τας εις την νήσον του επισκέψεις, *«_Επιδημίας·_»

πολλών επιφανών ξένων. Το περί Σοφοκλέους μακρόν απόσπασμα

είναι διαφέρον, αν και η εντύπωσις, ήν αφήνει, περί της τότε

αστειολογίας και χάριτος αρέσκει τόσον ολίγον εις την σημερινήν

καλαισθησίαν, όσον και τα χονδρά λογοπαίγνια της αυλής της

βασιλίσσης Ελισάβετ. (205)

Όλως διάφορον πρόσωπον ήτο ΣΤΗΣΙΜΒΡΟΤΟΣ ο Θάσιος, άνθρωπος,

έχων μερικήν ευκολίαν εις το γράφειν και αρκετήν παιδείαν, αντί

δε χαρακτήρος πολιτικόν πάθος κατά της αθηναϊκής ηγεμονίας. Ήτο

(καθώς ο δυσηρεστημένος νησιώτης, προς όν απαντά ο Ισοκράτης εν

τω _Πανηγυρικώ_), αντιπρόσωπος της ολιγαρχικής μερίδος, της

ζητούσης την διάλυσιν της συμμαχίας, ήτοι εκ των αριστοκρατικών

και των εξ αυτών εξηρτημένων, όσοι έχασαν και την δύναμιν και

την ιδιοκτησίαν ένεκα της επικρατήσεως των Αθηνών, και εμίσουν

και την δημοκρατίαν και την συμμαχίαν. Αλλ' όμως ήλθεν εις τας

Αθήνας όπως τόσοι άλλοι των Θασίων, ως λέγει ο Ηγήμων,

ευκούρων βδελυρών, ολλύντων τ' ολλυμένων τε

ανδρών, οι νυν κείθι κακώς κακά ραψωδούσιν.

{ Close-shorn, not over nice, whom sheer Want ships on the

packet, Damaged and damaging men, to profess bad verses in

Athens }

Ο Στησίμβροτος εδίδαξεν επιτυχώς ως σοφιστής, έγραψε δε περί

Ομήρου και της τρεχούσης πολιτικής. Τέλος δε ηδυνήθη να χύση

την χολήν του εις τέλειον αριστούργημα πολιτικού λιβέλλου

*_Περί Θεμιστοκλέους, Θουκυδίδου και Περικλέους_. Και ο μεν

Θεμιστοκλής και Περικλής ήσαν οι κυριώτατοι εχθροί του· ο δε

υιός του Μελησίου, ο αντίπαλος του Περικλέους, εύρισκεν ίσως

ολίγην συγγνώμην, όπως ο Κίμων, όν έλεγεν «_ούτε μουσικήν, ούτε

άλλο τι μάθημα των ελευθερίων . . . εκδιδαχθήναι, δεινότητός τε

και στωμυλίας Αττικής όλως απηλλάχθαι, και τω τρόπω πολύ το

γενναίον και αληθές ενυπάρχειν και μάλλον είναι Πελοποννήσιον

το σχήμα της ψυχής του ανδρός_» { although an abject boor,

ignorant of every art and science, had at least the merit of

being no orator and possessing the rudiments of honesty ; he

might almost have been a Peloponnesian!}. Εάν ο Στησίμβροτος

δεν ήτο αηδής ψεύστης, ηδύνατο κανείς να τον συμπαθήση· αλλά

τώρα το μόνον δυνάμενον να λεχθή υπέρ αυτού είναι ότι δεν ήτο,

καθώς συνήθως νομίζεται, και θρησκευτικός υποκριτής· το περί *

_Μυστηρίων_ βιβλίον του φαίνεται μάλλον επίθεσις. Διότι τα

μυστήρια ήσαν καθαρώς και χαρακτηριστικώς αθηναϊκόν κτήμα,

όπου, καθώς λέγει ο Ισοκράτης, οι λοιποί Έλληνες εγίνοντο

δεκτοί μόνον εκ φιλανθρωπίας· ο δε Στησίμβροτος θα ήτο ψεύστης

και προς εαυτόν, εάν τα ετίμα. Ο άνθρωπος ήτο είδος αδιαλλάκτου

και ριζοσπαστικού δημοσιογράφου, μορφή νεωτερίζουσα μεταξύ των

αρχαίων, ευπατρίδης ικανός και πεπαιδευμένος, του οποίου την

φιλοδοξίαν εδέσμευσαν αι πολιτικαί ανάγκαι. (206)

Όμοιος προς τον Στησίμβροτον κατά τας γενικάς πολιτικάς

θεωρίας, αλλ' απείρως απέχων αυτού κατά τας διαθέσεις είναι ο

ανώνυμος εκείνος Ολιγαρχικός, ο γράψας την ανεκτίμητον

πραγματείαν περί της Αθηναίων πολιτείας, ήτις διεσώθη ένεκα

τυχηράς πλάνης του εκδότου, ως έργον του Ξενοφώντος. Και όμως

δεν είναι μόνον ανόμοιον προς το ύφος και τας γνώμας του

Ξενοφώντος, αλλά προφανώς ανήκει εις την περίοδον την προ της

σικελικής καταστροφής. Είναι δε πράγματι το αρχαιότατον των

σωθέντων τεμαχίων της αττικής πεζογραφίας και παριστά, σχεδόν

μόνον, το κοινόν αττικόν ύφος, το προ της επιδράσεως του

Γοργίου και των ρητόρων. Είναι οικείον, απλούν, ζωηρόν,

ακολουθεί την ελευθέραν γραμματικήν του διαλόγου, έχει

προτάσεις ασυνδέτους και συχνάς αλλαγάς αριθμών και προσώπων.

Αφήνει δε, καθώς μέρη τινά του Αριστοτέλους, την εντύπωσιν

γυμνής, αφράστου σκέψεως. Ο Ολιγαρχικός έχει σαφή αντίληψιν της

σημασίας της αθηναϊκής δημοκρατίας και δεχόμενος προς στιγμήν

ότι αυτός και οι φίλοι του είναι οι «_γενναίοι και οι χρηστοί_»

«_εν δε τω δήμω αμαθία τε πλείστη και αταξία και πονηρία_»

βλέπει σαφώς και ορθώς και όχι αδίκως την κατάστασιν, αρχόμενος

ως εξής· «_Περί μεν της Αθηναίων πολιτείας, ότι μεν είλοντο

τούτον τον τρόπον της πολιτείας ουκ επαινώ διά τόδε, ότι ταύθ'

ελόμενοι, είλοντο τους πονηρούς άμεινον πράττειν ή τους

χρηστούς· διά μεν ουν τούτο ουκ επαινώ· επεί δε ταύτα ούτως

έδοξεν αυτοίς, ως ευ διασώζονται την πολιτείαν και τάλλα ευ

διαπράττονται, ά δοκούσιν αμαρτάνειν τοις άλλοις Έλλησι, τούτ'

αποδείξω_». { I dislike the kind of constitution, because in

choosing it they have definitely chosen to make the Vile better

off than the Noble. This I dislike. But granted that this is

their intention, I will show that they consent the spirit of

their constitution well, and manage their affairs in general

well, in points where the Greeks think them most at fault. }

Ευρίσκει δε και αρκετά δίκαιον το καθεστώς, «_ότι ο δήμος εστιν

ο ελαύνων τας ναυς και την δύναμιν περιτιθείς τη πόλει_» [2]. {

for it is the masses that row the ships, and the ships that

have made the Empire } Και είναι μεν αληθές ότι δεν ακολουθούσι

τας οδηγίας των χρηστών, αλλ' «_ο βουλόμενος αναστάς άνθρωπος

πονηρός εξευρίσκει το αγαθόν αυτού τε και τοις ομοίοις_» { the

first Vile man who likes, stands up and speaks to the Assembly

} διότι «_η τούτου αμαθία και πονηρία και έννοια μάλλον

λυσιτελεί ή η τον χρηστού αρετή και σοφία και κακόνοια_» { does

somehow find out what is to his interest and that of the

masses. Ignorance plus Vileness plus Loyalty is a safer

combination in an adviser of the Demos than Wisdom plus Virtue

plus Disaffection. } ήτοι δυσμένεια προς τον δήμον [7]. Και

είναι μεν λυπηρόν ότι «_ισηγορίαν και τοις δούλοις προς τους

ελευθέρους εποιήσαμεν και τοις μετοίκοις προς τους αστούς_,

αλλά τούτο «_διότι δείται η πόλις και δούλων και μετοίκων διά

τε το πλήθος των τεχνών και διά το ναυτικόν_» [12].

Ο συγγραφεύς διεξέρχεται το πολίτευμα, αλλά δεν ευρίσκει

σπουδαίον αυτού ελάττωμα· το παν είναι τοιουτοτρόπως

κατηρτισμένον, αι αρχαί, αι συμμαχίαι, αι χορηγίαι, αι

γυμνασιαρχίαι, ώστε ασφαλίζουσι την παντοδυναμίαν του Δήμου.

Παραδείγματος χάριν, το σύστημα του εξαναγκασμού των συμμάχων

να έρχωνται χάριν της δίκης των εις τας Αθήνας είναι μεν

καταπιεστικόν και ενίοτε κατακρατεί τους διαδίκους και έν

ολόκληρον έτος, μέχρις ού δικασθώσιν αι υποθέσεις, αλλά παρέχει

μισθούς εις τους δικαστάς και καθιστά τον μεν Δήμον ικανόν να

επιβλέπη και τα ιδιαίτερα έργα των συμμάχων και να παρατηρή ότι

οι χρηστοί ουδαμού επικρατούσιν, τους δε συμμάχους να εννοώσιν

ότι ο πραγματικός κύριος αυτών είναι το πλήθος και όχι οι

πλούσιοι ναύαρχοι και τριήραρχοι, ούς βλέπουσιν

αντιπροσωπεύοντας την πάλιν αλλαχού. Έπειτα δε το σύστημα τούτο

αποφέρει και φόρους, ωφελεί τους κήρυκας, τους έχοντας να

διαθέσωσιν οικίας ή ίππους ή ανδράποδον! Αληθώς, εάν είχομεν

εκατόν παρομοίας σελίδας αντί των δεκατριών της πραγματείας

ταύτης, η περί της αθηναϊκής ιστορίας έννοια ημών θα ήτο πολύ

σαφεστέρα ή όσον είναι.

Αλλ' είναι δύσκολον να εξακριβώσωμεν τας βλέψεις του

Ολιγαρχικού. Συζητεί ψυχρώς την πιθανότητα επαναστάσεως, και

θεωρεί τα ημίμετρα ως όλως άχρηστα, τον δε όλεθρον της

δημοκρατίας ως έργον δυσκολώτατον, καθόσον δεν υπάρχουσι πολλοί

δυσηρεστημένοι, ο δε Δήμος δεν υπήρξε λίαν άδικος. Εν γένει δε

μόνον η κατά ξηράν εισβολή είναι δυνατή· εάν δε η πόλις ήτο

νήσος, θα ήτο άτρωτος.

Το έργον φαίνεται ως έκκλησις Αθηναίου αριστοκρατικού προς τους

αριστοκρατικούς των συμμάχων, υπερασπίζουσα τας Αθήνας δι'

εξόδων του Δήμου· «_ημείς οι αριστοκρατικοί σας συμπαθούμεν· τα

παράπονά σας δεν είναι αποτελέσματα κακοβούλου καταπιέσεως ή

εμφύτου κακίας των Αθηναίων, αλλά τα φυσικά επακόλουθα του

σημερινού πολιτεύματος· εάν δοθή ευκαιρία μεταβολής αυτού, θα

την δράξωμεν· επί του παρόντος τούτο θα ήτο παραφροσύνη_».

(207)

ΚΡΙΤΙΑΣ ο «τύραννος» έγραψε *_Πολιτείας_· το δε ύφος του, εάν

κρίνωμεν εκ των αποσπασμάτων, ομοιάζει το του Ολιγαρχικού·

αναφέρεται δε ως μεταχειριζόμενος την ειδικήν λέξιν

_διαδικάζειν_ ακριβώς κατά την έννοιαν, ήν έχει και εδώ. Αλλά

το πνεύμα της πραγματείας ταύτης είναι όλως ξένον του ανησύχου

εκείνου δοξοκόπου, οποίον γνωρίζομεν τον Κριτίαν του 404. Και

όμως ο Κριτίας, ο εμποδίζων τας ταραχάς κατά την επανάστασιν

του 411, ο προτείνας την ανάκλησιν του Αλκιβιάδου και την

υπερορίαν {banishment} του πτώματος του Φρυνίχου, ίσως άγει

προς άλλον μετριοπαθή και όχι πολύ νεαρόν Κριτίαν του 417-414,

όπου τάσσεται το πόνημα του Ολιγαρχικού υπό του Müller-

Strübing και του Bergk. (208)

Μεταξύ των άλλων πολιτικών συγγραφών του καιρού εκείνου ήτο η

περίφημος *_Απολογία_ του Αντιφώντος, οι *_Βίοι_ του Κριτίου, η

* _Πολιτεία_ του Θρασυμάχου και ιστορία τις των συμβάντων του

411, χρησιμεύσασα ως βάσις της εν τη _Αθηναίων Πολιτεία_

αφηγήσεως του Αριστοτέλους. Και περιείχε μεν εγκώμιον της

δράσεως του Θηραμένους και την τολμηράν θεωρίαν ότι η

επανάστασις, ήν εσκόπευεν εκείνος, ήτο πράγματι αποκατάστασις

του γνησίου πολιτεύματος του Δράκοντος, αλλά δεν θα ήτο έργον

αυτού του Θηραμένους, αφού δεν εξέφραζεν εξαιρετικόν μίσος κατά

του Κριτίου και των άκρων ολιγαρχικών. Η αυτή θέρμη προς

πολιτικήν φυλλαδογραφίαν κατέλαβε και τον Παυσανίαν, τον

εξόριστον βασιλέα της Σπάρτης, όστις επολέμησε τον Λύσανδρον

και τους εφόρους διά διατριβής περί του βίου του Λυκούργου.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΩΦΡΟΝΙΣΚΟΥ ΑΛΩΠΕΚΗΘΕΝ.

Μεταξύ των σοφιστών του πέμπτου αιώνος ήτο και είς, εις όν ήτο

ανάρμοστον το όνομα τούτο ή και οιονδήποτε άλλο, κατατάσσον

αυτόν εις τους έπειτα φιλοσόφους· άνθρωπος εκτάκτως

ανεξάρτητος· ζων εντός κόσμου όλως χωριστού βίον αδιακόπου

ηθικής και διανοητικής ερεύνης, εντός χώρας πλουσίας εις

απόδοσιν αγάπης, αλλά και διψώσης αγάπην, εξ άλλου όμως αγόνου

εις τα αισθήματα και τας απαιτήσεις του πλήθους. Τούτο

καθίστανε τον σοβαρώτατον των ανθρώπων κέντρον ευθυμολογίας,

εμπαίζοντα και εκουσίως εμπαιζόμενον. Ο άνθρωπος εκείνος

εξεσκέπαζε την ζωήν τόσον εντελώς και γυμνώς, ώστε πολλάκις

έκαμνε τον κόσμον να γελά, διότι εσυνήθιζεν αφελέστατα να ερωτά

παράξενα ζητήματα, να εκβιάζη επιμόνως απαντήσεις, να χορεύη

μόνος του κατ' οίκον χάριν ασκήσεως και να ομιλή ανυποκρίτως

περί των ενδομύχων του αισθημάτων. Ήτο και άσχημος· χονδρός,

ηλιοκαής, φορών κακά φορέματα, συνήθως ανυπόδητος, εξόφθαλμος,

και σχεδόν αγριωπός την όψιν· υποκείμενος εις συχνούς

παροξυσμούς, ενίοτε σιωπηλός επί ημέρας, συνήθως ακούραστος και

προτρεπτικός ομιλητής, και κάποτε θαυμασίως ευφραδής· βαθύτατος

των ανθρώπων παρατηρητής, αφήνων αυτούς παραλύτους, ως έλεγεν ο

Αλκιβιάδης (209) και αγανακτούντας «_ως ανδραποδωδώς

διακειμένους_»· κάποτε αμίμητος ευθυμολόγος και κάποτε

ανεκφράστως σοβαρός· αλλά πάντοτε πρωτότυπος και όλως

απροσποίητος.

Οι γονείς του Σωκράτους ήσαν άνθρωποι ασήμαντοι· μαία και

λιθοξόος — προφανώς λιθοξόος άσημος, διότι άλλως η σύζυγός του

δεν θα εξηκολούθει το επάγγελμά της. Αυτός δε ο Σωκράτης δεν

κατώρθωνε να οικονομή ουδέ τα ολίγα όσα είχε, και χωρίς να το

εννοή, θα έπιπτεν εις στερήσεις. Επάγγελμα δεν είχε· και αν

έμαθε γλυπτικήν, δεν την εξήσκησε· διδάσκων, δεν εδέχετο μισθόν

και δεν επίστευεν ότι εδίδασκε και τίποτε. Πότε απέρριπτεν άνευ

λόγου, και πότε πάλιν εδέχετο των πλουσίων φίλων του τα δώρα.

Τοιουτοτρόπως έκαμνεν ευλογώτατα την γυναίκα του Ξανθίππην ν'

αδημονή· εσύρετο δε όπου ήθελεν εκείνη. Ζων εντός του κέντρου

της παιδείας, δεν είχε τελείαν αγωγήν, και εντός του πολιτικού

κλιβάνου ήτο ψυχρός προς την πολιτικήν. Ουδέποτ' εταξείδευσε

και παρημέλησε την καλλιτεχνίαν· και εγνώριζε μεν αρκετήν

ποίησιν, αλλά πάντοτ' εξήταζεν αυτήν ως ψιλόν πεζόν λόγον. Εις

τας στρατείας εδεικνύετο ατρόμητος, αλλ' ενίοτ' έπιπτεν εις

βαθείας εκστάσεις επικινδύνους. Κατά τα τελευταία του έτη, ότε

πρώτον ημείς γνωρίζομεν αυτόν, διεκρίνετο διά την άκραν

αδιαφορίαν προς τας σωματικάς απολαύσεις ή τας λύπας. Αλλά

φαίνεται ότι δεν υπήρξε πάντοτε τοιούτος, και ότι ο γέρων, ο μη

αισθανόμενος τους παγετούς και λησμονών αν είχε φάγει, ο

δυνάμενος να πίνη όλην την νύκτα χωρίς να ζαλισθή, είχε περάσει

τρικυμιώδη και περιπαθή νεότητα. Διότι ο Σπίνθαρος, ο πατήρ του

Αριστοξένου, εις των ολίγων μη μαθητών, όσοι εγνώρισαν αυτόν

νέον, έλεγεν ότι ο Σωκράτης ήτο ανήρ σφοδρών παθών, αχαλινώτου

θυμού και ισχυρών επιθυμιών.

Τα θετικά διδάγματα του ανδρός ήσαν ολίγα. Ο Σωκράτης εκολλάτο

εις το παράδοξον δόγμα, ότι αρετή είναι η γνώσις, θεωρίαν, ήν

επολέμησε πρώτον μεν ο Ευριπίδης, έπειτα δε ο Αριστοτέλης —

τουλάχιστον κατά την κοινήν εκδοχήν· αλλ' αυτός θα απέδιδε

βεβαίως άλλην, όχι κοινήν σημασίαν. Δεν είχε δε πολλά επίκτητα

χαρίσματα, ουδ' εφρόντισε ν' αποκτήση, ότε δε ηλικιωμένος ήδη,

απεφάσισε να μάθη μουσικήν, ετράπη κατ' ευθείαν εις το σχολείον

και εδιδάσκετο μεταξύ των παιδίων. Αδιακόπως εμελέτα έν

πρόβλημα, όπερ ουδέποτε κατώρθωσε πράγματι να λύση, και όπερ

ουδείς θνητός έλυσεν. Ησθάνετο ότι η μεγάλη αλήθεια, την οποίαν

ανεζήτει, θα είναι πανταχού ορατή, εάν μόνον γνωρίζωμεν να

παρατηρώμεν· ότι δεν χρειαζόμεθα περισσοτέραν γνώσιν, αλλ'

απλώς συνείδησιν του τι έχομεν εντός μας. Υπαινισσόμενος δε το

επάγγελμα της μητρός του, ωνόμαζε παίζων την μέθοδόν του «_

μαιευτικήν _».

Μετά της πίστεως ταύτης εις ύπαρξιν πραγματικής εντός του

ανθρώπου αληθείας ο Σωκράτης είχε και αληθινήν μεγαλοφυίαν εις

την επίκρισιν. Συχνά υπερβολικός εις την μέθοδόν του, αλλά

πάντοτε βαθυτάτα τίμιος εις τον σκοπόν του, επεζήτει

θεμελιώδεις πεποιθήσεις και αρχάς παρά οιουδήποτε, φιλοσόφου,

πολιτικού, τεχνίτου ή κοινού ανθρώπου, δεχομένου να συζητήση

προς αυτόν, το δε αποτέλεσμα ήτο πάντοτε καταλυτικόν. Αι

συζητήσεις εκείναι ήσαν, εννοείται, προφορικαί· διότι αι μεν

Αθήναι δεν ήσαν ακόμη τόπος ώριμος προς γραπτάς επικρίσεις, ο

δε Σωκράτης δεν κατώρθωνε να γράψη λόγον συνεχή. Απεδοκίμαζε τα

βιβλία καθώς και πάσαν μακρολογίαν, διατεινόμενος ότι δεν

ηδύνατο να τα παρακολουθή και ότι είχεν ανάγκην να ερωτά κατά

πάσαν φράσιν.

Ο Σωκράτης ουδέποτε κατενοήθη· φαίνεται δε ότι παρά πάσαν την

επιμονήν του εις το γνώθι σαυτόν, ουδέ ο ίδιος ενόησε τον

εαυτόν του. Οι όλως αντίθετα φιλοσοφούντες διετείνοντο ότι ήσαν

οπαδοί του. Οι φίλοι του, Ευκλείδης ο Μεγαρεύς και Φαίδων ο

Ηλείος, φαίνεται ότι εμάνθανον παρ' αυτού κυρίως διαλεκτικήν,

λογικήν και μεταφυσικήν, στηριζομένην επί Ελεατικών θεωριών.

Δύο άλλοι, ο Αισχίνης και ο Απολλόδωρος, κύριον δόγμα του

ανδρός ενόμιζον τον εξωτερικόν τρόπον του βίου. Ο Αντισθένης, ο

ιδρυτής της κυνικής σχολής, επίστευεν ότι ηκολούθει τον

Σωκράτη, κηρύσσων εξ ίσου μάταια τα πλούτη, την δόξαν, την

φιλίαν και παν άλλο εν τω κόσμω πλην της αρετής και θεωρών την

αρετήν ως γνώσιν του ορθώς ζην, πάσαν δε άλλην γνώσιν ως

αναξίαν και δη και αδύνατον. Εξίσου περιεφρόνει την θεωρητικήν

γνώσιν και περιωρίζετο εις επιδίωξιν του ορθώς ζην άλλος

Σωκρατικός, Αρίστιππος ο Κυρηναίος, αλλ' εταύτιζε το ορθώς ζην

προς την απόλαυσιν πάσης ηδονής, εθεώρει δε τούτο ως τον μόνον

ψυχολογικώς δυνατόν τρόπον βίου. Εάν δε είναι δυνατόν να είπη

τις συντόμως, ποίαν του Σωκράτους άποψιν απέμαξεν ο Πλάτων,

αύτη πιθανώς ήτο αφ' ενός μεν η αρνητική αυτού κριτική, η

φέρουσα προς την σκέψιν των μεταγενεστέρων Ακαδημεικών, αφ'

ετέρου δε η μυστική αυτού άποψις, η άποψις εκείνη, ήν έπειτα

εξώθησαν εις τόσην υπερβολήν οι Νεοπλατωνικοί του τετάρτου μ.

Χ. αιώνος. Ο Σωκράτης δηλαδή υπέκειτο εις ακουστικήν τινα

παράκρουσιν· ενόμιζεν ότι θείον τι «_σημείον_» φωνάζον τον

απέτρεπεν, οσάκις έμελλε να πράξη σφάλμα.

Αλλ' η βαθυτέρα μεταξύ Πλάτωνος και Σωκράτους συγγένεια υπήρχε,

φαίνεται, εις κάτι άλλο — εις την αντίληψιν του _Έρωτος_. Ο

ισχυρός δεσμός, ο συνδέων τον Σωκράτη μετά των οπαδών του, το

μυστικόν ίσως της αφοσιώσεως και της λατρείας, μεθ' ής άνθρωποι

τόσον διάφοροι απέβλεπον προς αυτόν, ήτο η περιπαθής και

ακόρεστος εκείνη συγκίνησις, ήν ο Σωκράτης δεν ηδύνατο να

ονομάση άλλως. Οι περί τον Περικλή ήσαν _ερασταί_ των Αθηνών. Ο

Σωκράτης ήτο _εραστής_ του καλού και του αληθούς και του αγαθού

και διά ταύτης της απωτάτης αιτίας παντός έρωτος ηγάπα τους

μαθητάς του και πάντας τους προς τον αυτόν σκοπόν εργαζομένους.

Και ο μεν Πλάτων εικονίζει τούτο τελείως· ο δε Σωκράτης ίσως

είχε μόνον εκλάμψεις τινάς έρωτος· αλλ' είναι φανερόν ότι η

σφοδρά εκείνη προσωπική έλξις ανδρός προς άνδρα, η ψυχραίνουσα

πολλούς των νεωτέρων αναγνωστών των Πλατωνικών διαλόγων,

αρχικώς απορρέει εξ αυτού του Σωκράτους. Αξιοσημείωτον όμως

είναι ότι εν τω μέσω των τότε ελληνικών ηθών ο έρως εκείνος

ουδέ κατ' αυτήν την δίκην του Σωκράτους έδωκεν αφορμήν

οιαςδήποτε μομφής. Παρά Πλάτωνι ο έρως εμφανίζεται κάπως

απερίσκεπτος· αλλ' η εξαισία του Αριστοτέλους αντίληψις της

φιλίας ουδέν άλλο φαίνεται ότι είναι ή αυτός ο Πλατωνικός έρως

υπό άλλο, ψυχρότερον και ασφαλέστερον όνομα.

Αλλά ποία ήτο η πηγή της απείρου του Σωκράτους επιδράσεως επί

όλης της έπειτα φιλοσοφίας, αφού κατά τα θετικά φιλοσοφικά

πορίσματα δεν ήτο υπέρτερος του Πρωταγόρου, ουδέ ηδύνατο να

παραβληθή προς τον Δημόκριτον; Ήτο το δαιμόνιον, η θεία σχεδόν

έμπνευσις του ανδρός. Εξωτερικώς μεν η ανεξαρτησία του από

πάσης εταιρείας ή σχολής, ούτως ώστε μετά την καταστροφήν

εκείνων και την πτώσιν του Πρωταγόρου, του Περικλέους, του

Γοργίου, απέμεινε μόνος ορθός και διετήρησε την δόξαν του.

Έπειτα δε το μέγα γεγονός, ότι επεσφράγισε την αποστολήν του

διά του αίματός του. Ο Σωκράτης ήτο τόσον προφήτης, ώστε να

προαισθανθή ότι του ήτο καλόν να αποθάνη· ότι ήτο αδύνατον ν'

αρνηθή και μίαν λέξιν εξ όσων επίστευεν ή να στέρξη ό,τι

ενδομύχως απέκρουεν. Η Πλατωνική Απολογία βεβαίως είναι πλάσμα·

αλλ' έχομεν μαρτυρίας αποδεικνυούσας ότι η προς την ζωήν ή τον

θάνατον αδιαφορία, ή μάλλον η υπεράνω τούτων έξαρσις του

Σωκράτους, ήτο πραγματική. Τότε δε ο κόσμος ήτο ακόμη

ασυνήθιστος εις θρησκευτικάς καταδιώξεις και δεν εγνώριζε πόσοι

άνθρωποι είναι έτοιμοι να μαρτυρήσωσι χάριν της πίστεώς των.

Αλλά κατά μίαν έποψιν ο Σωκράτης είναι υπέρτερος των μαρτύρων

της θρησκείας· ότι δεν απέθανεν ονειρευόμενος στεφάνους δόξης,

ουδέ πιστεύων τυφλώς εις ωρισμένην αποκάλυψιν. Απέθανεν απλώς

έχων την ήρεμον και άσειστον πεποίθησιν, ότι η αλήθεια είναι

πράγματι πολυτιμοτέρα της ζωής, και όχι μόνον η αλήθεια, αλλά

και αυτή η άκαρπος ζήτησις της αληθείας. Η καταδίκη του

συνεζητήθη πλείστον και σήμερον και το πάλαι· οι Σωκρατικοί, ως

ο Αισχίνης και ο Αντισθένης, εξεδίκησαν λαμπρώς αυτήν διά της

γραφίδος· ο Πλάτων έγραψε την _Απολογίαν_, τον _Ευθύφρονα_ και

τον _Γοργίαν_· Ο Λυσίας συνηγόρησεν υπέρ του Σωκράτους υπό

μορφήν λόγου· Πολυκράτης ο σοφιστής εδοκίμασε να δικαιολογήση —

πιθανώς όχι χάριν απλής σοφιστικής ασκήσεως — την απόφασιν του

δικαστηρίου, κατ' αυτού δ' επέπεσον ο Ισοκράτης, γράψας μετά

κομψής ειρωνείας τον _Βούσιριν_, και ο Ξενοφών μετά

πειστικότητος όχι πολλής τα _Απομνημονεύματά_ του.

Το κύριον σημείον της δίκης, όπερ πρέπει να φέρωμεν κατά νουν,

είναι ότι ούτε οι κατήγοροι του ήσαν ποταποί, ούτε οι δικασταί

πάντες «_φθείρες_», ως ο Μάρκος Αυρήλιος απλώς αποφαίνεται.

Είναι δε αναντίρρητον ότι ο Σωκράτης περιεστοιχίζετο πάντοτε

υπό νέων αργών, ιδίως των πλουσιωτέρων και μάλλον εκλύτων

τάξεων· υπό μίαν δ' έποψιν δεν ωφέλησεν αυτούς· δηλαδή είχον

αισθανθή μόνον την καταλυτικήν ενέργειαν της ηθικής του

διδασκαλίας χωρίς να νοήσωσι και τον πραγματικόν αυτής σκοπόν.

Η δε πολιτική του διδασκαλία ήτο εφεκτική. Ο Σωκράτης δηλαδή

δεν ήτο μεν ολιγαρχικός, — αφού ο πρεσβύτατος μαθητής του, ο

Χαιρεφών, επολέμησε μετά του Θρασυβούλου εν τη Φυλή — αλλά

συνεζήτησε και κατέτριψε την ιεράν ιδέαν της δημοκρατίας, καθώς

και πάσης άλλης κατά συνθήκην αρχής. Η δε πόλις μόλις μεν

ανέρρωσεν εκ της αιματηράς τυραννίας των δύο μαθητών του, του

Κριτίου και του Χαρμίδου, ουδέποτε δε ηδυνήθη ν' αναλάβη εκ της

προδοσίας του εταίρου του Αλκιβιάδου. Η δεισιδαιμονία του λαού

εξηγείρετο και συνεχέετο εξ ολιγαρχικών σκευωριών, θρησκευτικών

προλήψεων και θείας τιμωρίας.

Των κατηγόρων του ο μεν ποιητής Μέλητος ήτο πιθανώς άνθρωπος

φανατικός, αγανακτών διά το _δαιμόνιον_· εξ άλλου δε ασθενής

και δειλός, φυλακισθείς παρανόμως υπό των τριάκοντα την αυτήν

εκείνην φυλακήν, την οποίαν κατά την παράδοσιν των Σωκρατικών

απέστερξεν ο Σωκράτης. Ο δε Λύκων φαίνεται ότι ήτο και

τιμώμενος πολιτευτής, κατά του οποίου οι Σωκρατικοί ουδέν άλλο

λέγουσιν ή ότι υπήρξε ποτε φανερός του διδασκάλου φίλος. Αλλ'

οι δύο εκείνοι άνθρωποι δυσκόλως θα ηδύναντο να επιτύχωσι την

καταδίκην του Σωκράτους κατά την συνήθη κατάστασιν της δημοσίας

γνώμης, αν μη υπεστηρίζοντο υπό του Ανύτου. Διότι ολίγον έπειτα

κατά το αυτό έτος ο Μέλητος κατηγορήσας επί ασεβεία τον

Ανδοκίδην, έχων δε εναντίον τον Άνυτον, δεν έλαβε ουδέ το

πέμπτον μέρος των ψήφων. Ο Άνυτος όμως ήτο είς των ηρώων της

αποκατασταθείσης δημοκρατίας, και μάλιστα είς των επιφανεστέρων

του γενναίου εκείνου ομίλου. Ως φυγάς εν τη Φυλή, έσωσε την

ζωήν των ολιγαρχικών, όσους συνέλαβον οι περί αυτόν, μετά δε

την νίκην ήτο είς των κηρυξάντων την αμνηστίαν και αφήκεν

ανενοχλήτους και αυτούς τους κατόχους των δημευθέντων αυτού

κτημάτων. Μετά του Σωκράτους είχε παλαιάς σχέσεις· και ήτο μεν

αυτός εύπορος βυρσοδέψης, αφιέρωσε δε όλην του την ψυχήν εις

την ανατροφήν του υιού του, έτοιμος να κάμη πάσαν προς χάριν

του θυσίαν εκτός της ζητουμένης. Ο υιός του ήθελε να γίνη

εταίρος του Σωκράτους, να συζή μετά νέων αριστοκρατικών

αμφιβόλων αρχών και υπόπτων πολιτικών φρονημάτων, δεν έστεργε

δε ν' ακολουθήση το πατρικόν επάγγελμα. Ο δε Σωκράτης αφελώς

υπεστήριξε το αίτημά του. Ίσως εάν τότε ο Σωκράτης ηκολούθει

τον δρόμον του ή ο Άνυτος τον ιδικόν του, τα πάντα θα

ευωδούντο. Αλλά κατά δυστυχίαν ο υιός απέμεινεν απειθής και

σκληροκέφαλος· ότε δε ο πατήρ του έφυγεν αντάρτης υπέρ της

ελευθερίας, εκείνος παρέμεινεν εις το άστυ μετά του Σωκράτους

και των τυράννων, τέλος δε κατήντησε και αδιόρθωτος μέθυσος.

Ενώ λοιπόν ο γέρων βυρσοδέψης εμάχετο διά μέσου των αιματωμένων

οδών του Πειραιώς, εσκέπτετο ότι ο σειληνόμορφος εκείνος

σοφιστής εξηκολούθει να ζη εν Αθήναις, ευτυχής επί της

τυραννίας όσον επί της δημοκρατίας, πάντοτε αστεϊζόμενος και

πειράζων και συζητών αμφίβολα ζητήματα προς τον άσωτον υιόν

του. Δεν εχρειάζετο πολλά διά να πεισθή ότι η ρίζα εκείνη της

διαφθοράς έπρεπε να εκλείψη. Τοιουτοτρόπως ο θάνατος του

Σωκράτους είναι αληθινή τραγωδία. Και ο Άνυτος ήτο άνθρωπος

τίμιος και διακινδύνευσε την ζωήν υπέρ των ιδεών του· αλλ' ο

ευγενέστερος και μεγαλύτερος αυτού εθριάμβευσεν εν τέλει.

Η'

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ.

Καθ' όν χρόνον ο γέρων Ηρόδοτος επέθετε τέλος εις την ιστορίαν

του εν Αθήναις, νέα περίοδος πολέμου ήρχιζεν εν Ελλάδι και

εχρειάζετο συγγραφέα. Ο κόσμος του Ηροδότου είχεν

ικανοποιητικώς συντελεσθή. Η μεν Περσία είχε δαμασθή· η δε

θάλασσα εδεσπόζετο υπό μιας αρχής· η ελευθερία και η τάξις

είχον επικρατήσει· ισονομία, ισηγορία, δημοκρατία. Η δε

παιδεία, ήν ο Ηρόδοτος ηγάπα αμέσως μετά την ελευθερίαν, είχεν

ευρύτατα διαδοθή· εν τη μεγάλη πόλει, όπου έζη, πας πολίτης

εγνώριζεν ανάγνωσιν και γραφήν, και πας ήτο δεινός και

_φιλόκαλος_. Ουδέποτε δε, ουδ' εις αυτάς τας πλουσίας αυλάς των

τυράννων, είχον συνέλθει τόσοι ποιηταί και λόγιοι, όσοι εις το

λιτόν και φιλόπονον άστυ. Εκεί υπήρχε νέον είδος ποιήσεως,

φυσικόν μόνον επί εκείνης της γης, τόσον παραδόξως αληθινόν και

βαθύ και εκπληκτικόν, ώστε πάσα άλλη ποίησις εφαίνετο φλυαρία.

Η δε πόλις η κατορθώσασα πάντα ταύτα — η μαχομένη, η

συντάσσουσα, η δημιουργούσα — ήτο η μητρόπολις της ιδικής του

Ιωνίας, η πόλις, ήν και ο Θηβαίος είχεν εγκωμιάσει (Πινδάρου

απόσπ. 76)

_ω ται λιπαραί και ιοστέφανοι και αοίδιμοι,

Ελλάδος έρεισμα, κλειναί Αθάναι,

δαιμόνων πτολίεθρον._

{ O shining, violet-crowned City of Song, great Athens, bulwark

of Hellas, walls divine! }

Ο χαιρετισμός εκείνος του Πινδάρου εγαργάλιζε παραπολύ την

υπερηφάνειαν των Αθηναίων. Η ηχώ αυτού αντήχει μυριάκις· μέχρι

του 424 π. Χ. η λέξις _ιοστέφανος_ ηδύνατο να ορθώση επί των

εδρών προσεκτικούς τους ακροατάς και δεξιά χρήσις του επιθέτου

_λιπαραί_ υπό ξένου πρεσβευτού ηδύνατο να επιτελέση

διπλωματικούς θριάμβους. (210)

Η φιλοπατρία εκείνη ήτο αληθώς περιπαθής αγάπη προς την

προσωποποιουμένην πόλιν. Αλλ' άριστα συνέδεον αυτήν μετ'

αφοσιώσεως εις παν ό,τι εθεώρουν υψηλόν — ήτοι προς την

ελευθερίαν, τον νόμον, την ηθικήν — και προς ό,τι οι Έλληνες

ωνόμαζον καλόν. Αι Αθήναι ήσαν απαράμιλλος πόλις και οι

Αθηναίοι είχον υπέρ αυτής τας υπερβολικάς εκείνας αξιώσεις,

όσας έχει τις μόνον χάριν του ιδανικού του ή χάριν ερωμένης. Τω

όντι ο Περικλής μετεχειρίζετο την λέξιν ταύτην· ωνόμαζε τον

εαυτόν του _εραστήν_ της πόλεως (211) και συνήθροισεν όμιλον

ομοίων ανδρών, συνηνωμένων εραστών μιας αθανάτου ερωμένης. Διά

τούτο την εστόλισαν με τόσην αγάπην. Και άλλαι ελληνικαί πόλεις

είχον μεγάλους ναούς των θεών. Αλλ' οι τότε Αθηναίοι ήσαν οι

πρώτοι σπαταλήσαντες τόσα ποσά χάριν κτισμάτων, οποία τα

Προπύλαια, τα νεώρια, το Ωδείον, δηλαδή χάριν έργων αφιερωμένων

εις μόνας τας Αθήνας. Άρα γε ο Ηρόδοτος ηρέσκετο εις την

σπατάλην ταύτην; Τουλάχιστον δεν ηδύνατο — τις ημπορεί να

μαντεύση τας γνώμας άλλου; — να επιδοκιμάση τον τελικόν αυτής

σκοπόν, τον ρητώς επαναλαμβανόμενον προς τους δυσφορούντας

Έλληνας, ότι η ασύγκριτος πόλις ήτο απόλυτος ηγεμονίς των

συμμάχων της, σοφή και αγαθή τύραννος, μόνον καθήκον έχουσα να

προμαχή και να ηγήται της Ελλάδος και ν' αποκρούη τον βάρβαρον.

(212)

Μεταξύ του Ηροδότου και της νεωτέρας περί τον Περικλή γενεάς

υπήρχε μέγα χάσμα, το χάσμα της σοφιστικής διδασκαλίας. Οι

ακροαταί του Αναξαγόρου, του Πρωταγόρου και του Ιπποκράτους

διέφερον βεβαίως προς τας δοξασίας, τους σκοπούς και τας

κλίσεις· αλλ' είχον κοινήν την σπουδαιοτάτην αρχήν, ότι η

σκέψις πρέπει να είναι σαφής και ότι ο λόγος ανοίγει τα

μυστήρια του κόσμου. Μεταξύ της γενεάς, εφ' ής ενετυπώθη η

διδασκαλία εκείνων, ήτο και κάποιος νέος, όστις ανήκεν εις

οίκον αντίπαλον του Περικλέους, αλλ' εθαύμαζεν από καρδίας τον

Περικλή και εμιμήθη πολλά χαρακτηριστικά εκείνου·

συναισθανόμενος δε την δύναμιν του νου του, ολίγας είχεν

απατηλάς βλέψεις και εμίσει τα νεφελώδη. Ανήκε δε και αυτός εις

την ομάδα των _εραστών_· παρέβαλλε τας Αθήνας του προς τας

Ομηρικάς Μυκήνας ή την Τροίαν, παρέβαλλεν αυτάς προς τας

παλαιάς Αθήνας, αι οποίαι ενίκησαν τους Μήδους· και ερευνών

κατά το πνεύμα της περιόδου εκείνης την αρχαίαν ιστορίαν,

απέξεσε την λάμψιν του αρχαίου μεγαλείου και ηύρεν ότι υπό το

φως της ημέρας η ερωμένη του ήτο μεγαλυτέρα και ωραιοτέρα των

παλαιών. Είδε — καθώς αναμφιβόλως πάντες οι περί τον Περικλή —

ότι επήρχετο πόλεμος, αξιολογώτατος ίσως των μνημονευομένων,

πόλεμος, μέλλων βεβαιότατα να στερεώση ακραδάντως την ηγεμονίαν

των Αθηνών. Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ απεφάσισε λοιπόν να παρακολουθήση τον

πόλεμον τούτον εξ αρχής, να σημειώση παν βήμα, να εξιχνιάση

πάσαν αφορμήν, να μη αποκρύψη το παραμικρόν, να μη εξογκώση

τίποτε — να κάμη ό,τι ο Ηρόδοτος δεν είχε κάμει ή μόνον

εδοκίμασε να κάμη. Ήτο ευπατρίδης και διαπρεπής στρατιωτικός.

Είχεν αίμα θρακικόν, πολεμικόν σθένος βορείου, είχε δε και

συγγένειαν προς τον μέγαν Κίμωνα και τον Μιλτιάδην. Ο λοιμός

του 430 παρ' ολίγον κατέστρεφε ριζηδόν όλας του τας φιλοδοξίας,

αλλ' ήτο εκ των ολίγων όσοι ασθενήσαντες ανέλαβον. Ο πόλεμος

είχεν ήδη διανύσει οκτώ έτη πριν ο Θουκυδίδης εύρη καιρόν να

διακριθή· τω 423 εξελέγη δεύτερος στρατηγός και εστάλη εις την

Χαλκιδικήν. Εκεί ήτο πλησίον των γαιών του, όπου είχε

κληρονομικήν τινα _αρχηγίαν_ των Θρακών, τότε δε υπήρχεν εκεί

το κέντρον του πολέμου. Ο Σπαρτιάτης Βρασίδας, πλήρης δόξης,

κατεπάτει τα σπλάγχνα των αθηναϊκών πόλεων. Μία ήττα θα τον

κατέστρεφεν ολοσχερώς, επειδή δεν θα είχε τόπον υποχωρήσεως, ο

δε νικητής του Βρασίδα θα ετιμάτο ως ο πρώτιστος της Ελλάδος

στρατηγός.

Αλλ' όμως ουδείς δύναται να είπη ακριβώς τι συνέβη τότε. Αι δύο

προ πάντων κινδυνεύουσαι πόλεις ήσαν η Αμφίπολις και η επί

Στρυμόνι Ηιών. Τα πλοία των Αθηναίων θα ηδύναντο μεν να σώσωσι

τας δύο πόλεις, όχι όμως και να βλάψωσι τον Βρασίδαν. Ενώ αν ο

Θουκυδίδης κατώρθωνε να εξεγείρη τας θρακικάς φυλάς, ο Βρασίδας

ήθελε κατατροπωθή. Τούτο δε φαίνεται ανέμενον και οι

Αμφιπολίται και διά τούτο πιθανώς, ενώ ο Βρασίδας, εκκινήσας

απροσδοκήτως και προχωρών ημέρας και νυκτός διά μέσου των

χιόνων, διέβη την γέφυραν του Στρυμόνος και κατά την χειμερινήν

πρωίαν ενεφανίζετο προ των τειχών της Αμφιπόλεως, ο Θουκυδίδης

απείχεν «_ημίσεος ημέρας μάλιστα πλουν_» παραπλέων την Θάσον

απέναντι του κέντρου της επί Θράκης δυνάμεώς του. Ο συστράτηγός

του Ευκλής ήτο εν Αμφιπόλει και η πόλις ευκόλως ηδύνατο ν'

αντισταθή. Αλλ' ο Βρασίδας είχε πράκτορας εντός· οι δε όροι του

ήσαν μέτριοι, υπήρχε δε ανέκαθεν και κόμμα εναντίον των

Αθηναίων. Ότε δε τα πρώτα επτά πλοία κατά την εσπέραν κατέπλεον

εις την Ηιόνα, η Αμφίπολις είχε πέσει. Μετ' αυτής είχε χαθή και

η μεγάλη διά τον Θουκυδίδην ευκαιρία. Έσπευσε τότε προς την

Ηιόνα και είχε την ισχνήν παρηγορίαν ότι απέκρουσε δις τον

Βρασίδαν από των τειχών αυτής. Αλλά κατόπιν παν ό,τι ηξεύρομεν

είναι κατά τας ιδικάς του λέξεις (Ε', 26) τούτο· «_και ξυνέβη

μοι φεύγειν την εμαυτού έτη είκοσι μετά την ες Αμφίπολιν

στρατηγίαν_». { It befell to me to be an exile from my country

for twenty years after my command at Amphipolis! }

Τις δύναται να είπη τα κατά την δίκην; (213) Γνωρίζομεν μόνον

ότι ο δήμος ήτο τραχύς δεσπότης των στρατηγών του. Δεν

ημπορούμεν να είπωμεν ουδέ καν ποία ήτο η απόφασις· ίσως ο

Θουκυδίδης εξωρίσθη· ίσως έφυγε καταδικασθείς εις θάνατον αλλ'

ίσως έφυγε και φοβούμενος την δίκην. Ουδέ γνωρίζομεν πού έζησε

κατόπιν. Ο σωζόμενος βίος λέγει εν Αιγίνη, είτα δ' εν Σκαπτή

ύλη επί της Θράκης. Αλλ' αύτη ήτο γη αθηναϊκή και όχι τόπος

εξορίας. Βέβαιον δε είναι ότι κατήλθεν εις τας Αθήνας μετά το

τέλος του πολέμου. Ο ίδιος λέγει ότι συχνά συνήντα τους

Λακεδαιμονίους αρχηγούς. Φαίνεται δε ότι παρευρέθη εις την

μάχην της Μαντινείας και πιθανώς εις τας Συρακούσας. Αγνοούμεν

εντελώς και πότε απέθανεν, αλλά πιθανώς προ της κατά τα 396

εκρήξεως της Αίτνης. Ο τάφος του ευρίσκετο εν Αθήναις μεταξύ

των του οίκου του Κίμωνος, ελέγετο δε ότι επ' αυτού υπήρχεν

«ίκριον» — τι ήτο τούτο; — σημαίνον ότι ο τάφος ήτο κενός.

Εάν είχομεν περισσοτέρα αποσπάσματα του Κρατίππου, θα ηδυνάμεθα

να προσθέσωμεν πολλά εις τα περί Θουκυδίδου.(214) Αλλ' οι

σωζόμενοι βίοι, ο πρώτος έργον του Μαρκελλίνου (κατά τον ε' μ.

Χ. αιώνα) ο δε άλλος ανώνυμος, είναι σωροί αντιφατικών θρύλων,

εικασιών και πλανών. Κατ' αυτούς ο Θουκυδίδης έκλαιεν ακούων

του Ηροδότου, εδέχθη δε τας ευλογίας του γέροντος· επήρε

γυναίκα «_πλουσίαν σφόδρα_» εκ Θράκης· εξωρίσθη υπό του

Κλέωνος· εκάθητο «_υπό πλατάνω_» γράφων την συγγραφήν του·

«_άπαντας Αιγινήτας κατατοκίζων, αναστάτους εποίησεν_» { he

drove all the Æginetans out of their island by his usury }·

εδολοφονήθη τρις και «_απέθανε νόσω_» { died by disease}.

Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς διά μακρών (σ. 143,144) λέγει ότι ο

Κράτιππος ήτο σύγχρονος του Θουκυδίδου. Εάν τούτο ήτο αληθινόν,

θα αποκαθίστανε το κύρος της παραδόσεως, αλλ' αι αντίθετοι

μαρτυρίαι είναι ακαταγώνιστοι. Η νεωτέρα περί του βίου κριτική

στηρίζεται όλη επί άρθρου εν τω _Ερμή_ XII, όπου ο Βιλαμόβιτς

καταλύει τα παραδιδόμενα μέχρι της βάσεως, δηλαδή μέχρις

εκείνων όσα αυτός ο Θουκυδίδης λέγει εν παρόδω περί εαυτού, και

δέχεται μόνον την ύπαρξιν τάφου «_Θουκιδίδου Ολόρου

Αλιμουσίου_» μεταξύ των Κιμωνείων τάφων των Αθηνών.(215) Έπειτα

δ' εκ των λειψάνων ανοικοδομεί ο Βιλαμόβιτς μικράν καλύβην, ήν

νομίζει ασφαλή, δηλαδή συμπεραίνει ότι ο μαθητής του Θεοφράστου

Πραξιφάνης, πρώτης τάξεως μάρτυς, είχεν ειπεί ότι ο Θουκυδίδης

μετά τινων ποιητών έζησεν εν τη αυλή Αρχελάου του Μακεδόνος. Η

απόδειξις υποστηρίζεται υπ' αυτού του Θουκυδίδου (Β' 100)

αποφαινομένου ότι ο βασιλεύς εκείνος «_και τάλλα διεκόσμησε τα

τε κατά τον πόλεμον ίπποις και όπλοις και τη άλλη παρασκευή

κρείττονι ή ξύμπαντες οι άλλοι βασιλείς οκτώ οι προ αυτού

γενόμενοι_». { king improving the country in the way of

organisation and road-making " more than all the eight kings

before him together. }

Αλλά τούτο άγει ασφαλώς και εις άλλο πόρισμα· ότι πράγματι μεν

είπε τούτο ο Πραξιφάνης, αλλά δυνάμεθα να εύρωμεν και πού το

είπεν — εν τω _περί Ιστορίας_ διαλόγω. (216) Τούτο καταστρέφει

το παν! Διότι αι σκηναί των διαλόγων και αυτού του Πλάτωνος δεν

είναι ιστορικαί, μετά δε τον θάνατον του Πλάτωνος ήσαν όλως

διόλου φαντασιώδεις. Ούτω και η καλύβη κατέπεσε, μόλις

κτισθείσα, απέμεινε δε μόνον μία μικρά γωνία.

Ο διάλογος, συζητών την αξίαν της ιστορίας και της ποιήσεως — ο

Αριστοτέλης ωνόμασε την ποίησιν _φιλοσοφώτερον της ιστορίας_ —

αντιπαραβάλλει τον Θουκυδίδην τον φιλαλήθη ιστορικόν μόνον προς

πέντε διαφόρους ποιητάς· δυνάμεθα δε ίσως να εικάσωμεν την

τελικήν απόφασιν εκ του αποσπάσματος, όπερ λέγει ότι ο

Θουκυδίδης «άδοξος ην ως επί πλείστον . . . ύστερον δε

δαιμονίως εθαυμάσθη». { in his lifetime Thucydides was mostly

unknown, but valued beyond price by posterity! }

Τούτο λοιπόν είναι νέον περί Θουκυδίδου γεγονός, βάσιμον όσον

και τα άλλα. Αι προσωπικαί του ελπίδες διεσκορπίσθησαν κατά τα

423· τα δε πολιτικά και δημόσιά του ιδεώδη συνετρίβησαν

βαθμηδόν από του 414 μέχρι, του 404. Αλλά το μεγαλείον του

ανδρός καταφαίνεται εκ τούτου, ότι παρέμεινε πιστός εις το

ιστορικόν του ιδανικόν. Αναφέρει μετά των αυτών μικρών

λεπτομερειών, της αυτής πειστικής φιλαληθείας όλους τους

θριάμβους και τας συμφοράς — την ιδικήν του αποτυχίαν και

εξορίαν, την φοβεράν εις Σικελίαν εκστρατείαν, την φρίκην των

στάσεων, τον ηθικόν εκ του πολέμου κλονισμόν όλης της Ελλάδος,

και αυτάς τας εσωτερικάς ταπεινώσεις και τας βιαίας τυραννίας

της πόλεως, ήτις έπρεπε να ήτο η φιλόσοφος ηγεμονίς του κόσμου.

Εις τον Θουκυδίδην οφείλομεν την περί του πελοποννησιακού

πολέμου αντίληψιν ημών. Ούτος περιείχε τρεις χωριστούς

πολέμους, και οκτώ έτη ψευδούς ειρήνης. Την μετά τον πρώτον

πόλεμον ειρήνην επηκολούθησε συμμαχία και εφαίνετο πιθανόν ότι

η επερχομένη εν Ελλάδι θύελλα θα εύρισκε τας Αθήνας και την

Σπάρτην ηνωμένας ως συμμάχους κατά τινος συμμαχίας Άργους και

Θηβών. Ο Θουκυδίδης έγραφεν ακόμη τα κατά τον δεκαετή πόλεμον,

ότε νέαι εχθροπραξίαι εξερράγησαν εν τη Σικελία και έστρεψε

προς αυτάς την προσοχήν του. Ο πρώτος πόλεμος είναι πλήρης εν

τω σωζομένω έργω. Και η εις Σικελίαν εκστρατεία είναι

τελειωμένη καθ' εαυτήν, αλλ' όχι και τελείως τοποθετημένη εν τω

συνόλω του έργου. Διότι έχει χωριστήν εισαγωγήν, επεξηγεί δε

ποίος ήτο ο Αλκιβιάδης, ως αν μη είχε προηγουμένως μνημονευθή·

επαναλαμβάνει επεισόδια εκ του περί του δεκαετούς πολέμου

μέρους ή αναφέρεται εις αυτό ως εις χωριστόν έργον. Εφόσον δε ο

σικελικός πόλεμος εξηκολούθει, ο Θουκυδίδης κατείδεν ό,τι ίσως

ολίγοι τότε άνθρωποι ενόησαν, ότι δηλαδή η όλη σειρά των

γεγονότων απετέλει πράγματι ένα πόλεμον. Συνέλεξε γεγονότα περί

του χρόνου της ειρήνης και κατά μέρος διεμόρφωσεν αυτά εις

ιστορίαν, (Γ', 26 μέχρι τέλους) συνέλεξε δε και πλείστα περί

του τελικού Δεκελεικού ή ιωνικού πολέμου (Η'). Εν Ε' 26

προτάσσει δεύτερον πρόλογον «_Γέγραφε δε και ταύτα ο αυτός

Θουκυδίδης Αθηναίος εξής ως έκαστα εγένετο κατά θέρη και

χειμώνας μέχρι ού την τε αρχήν κατέπαυσαν των Αθηναίων

Λακεδαιμόνιοι και οι ξύμμαχοι και τα μακρά τείχη και τον

Πειραιά κατέλαβον_». Πώς έγραφε τας λέξεις ταύτας!

Αλλά δεν έφθασεν εις το τέλος. Χαρακτηριστικόν και του ανδρός

και των αθηναϊκών γραμμάτων είναι ότι εστράφη από της κυρίας

του εργασίας εις το κτένισμα του ύφους του βιβλίου, ως καθαρώς

λογοτεχνικού. Αντί να περατώση το χρονικόν του πολέμου,

επεξειργάζετο τα περί των επιχειρημάτων των δημηγορούντων ή τα

περί της πολιτείας των φατριών σημειώματά του εις τεχνικάς απ'

ευθείας δημηγορίας. Διότι η πεζογραφία τότε είχε μεγάλως

αναπτυχθή ως ρητορική, ισχυροτάτη δε ήτο η κλίσις εκείνη, η

πάντοτε χαρακτηριστική των Ελλήνων, — η αγάπη του ν'

αντιλαμβάνωνται και τας δύο όψεις ενός ζητήματος και η δίψα να

μάθωσι και την απολογίαν οιουδήποτε φερομένου ως αδικούντος. Αι

δημηγορίαι είναι αι μέγισται λογοτεχνικαί προσπάθειαι του

Θουκυδίδου. Ενίοτε φαίνονται κατ' ουσίαν αληθιναί και μέχρι

τινός και κατά την φράσιν· ούτως η επιστολή του Νικίου φαίνεται

ως πιστή, (Ζ', 11) ίσως δε και η δημηγορία του Διοδότου (Γ,

42). Ενίοτε όμως ο μεν λόγος είναι ιστορικός, αλλ' η περίστασις

είναι παρηλλαγμένη· π. χ. ένα μέγαν επιτάφιον είπεν ο Περικλής

μετά την εις Σάμον εκστρατείαν (217)· πιθανώς δε είπε και άλλον

κατά το πρώτον έτος του πολέμου, ότε μόλις ίσως 50 Αθηναίοι

υπήρχον προς ταφήν· αλλά πιθανώτερον είναι ότι ο Θουκυδίδης

έχει μεταφέρει τον μέγαν λόγον εις χρόνον ότε ηδύνατο να τον

χρησιμοποιήση εν τω έργω.(218) Ενίοτε οι δημηγορούντες φέρονται

αορίστως κατά πληθυντικόν — οι Κορίνθιοι έλεγον — δηλαδή η

πολιτική κατάστασις εικονίζεται διά ενός ή πολλών λόγων,

δεικνυόντων ζωηρώς τας σκέψεις των διαφερομένων. Λαμπρόν

τοιούτο παράδειγμα είναι ο φανταστικός διάλογος μεταξύ Αθηναίων

και Μηλίων, ο δεικνύων δραματικώς και διά βαθέων, ίσως δε και

υπερβολικών χρωμάτων, τας διαθέσεις της εν Αθήναις φιλοπολέμου

μερίδος περί των τότε ζητημάτων.

Τούτο εκ πρώτης όψεως φαίνεται ανόητος νεωτερισμός εισαγόμενος

εις την ιστορίαν υπό του μεγάλου φίλου της αληθείας. Αλλ' ο

Θουκυδίδης ομολογεί τούτο απεριφράστως. Ήτο δύσκολον και εις

τον ίδιον και εις τους πληροφορούντας αυτόν να ενθυμώνται

ακριβώς τι είχον ειπεί οι διάφοροι ρήτορες. Έγραψε λοιπόν τους

λόγους όπως ενόμιζεν ότι απήτουν τα εκάστοτε περιστατικά,

εχόμενος «_ότι εγγύτατα της ξυμπάσης γνώμης των αληθώς

λεχθέντων_». { keeping as close as might be to the actual words

used } Τούτο είναι τρόπον τινά γενική περιγραφή. Αυτός ο

Θουκυδίδης θ' απεδοκίμαζεν ομοίαν καινοτομίαν γινομένην υπό του

Ηροδότου, υπήρξε δε αυτή ολέθριον κληροδότημα εις δισχιλιετή

κατόπιν ιστοριογραφίαν. Αλλ' είδομεν διατί εκείνος εφήρμοσεν

αυτήν και είναι βέβαιον ότι την εφήρμοσε μετά εξαιρετικής

επιτυχίας. Ίσως ουδέν λογοτεχνικόν έργον δύναται να παραβληθή

προς την δύναμιν, μεθ' ής ο Θουκυδίδης προσωποποιών τρόπον τινά

ένα λαόν, διαγράφει τας γενικάς γραμμάς του χαρακτήρος του.

Τοιαύται πραγματικαί περιγραφαί είναι εν μεν τω Α' βιβλίω η

αντίθεσις Σπάρτης και Αθηνών, η διαγραφομένη υπό των Κορινθίων,

εν δε τω Β' η απεικόνισις των Αθηνών υπό του Περικλέους· αλλ'

υπάρχει και δραματική προσωποποιία, ούτω δε αισθανόμεθα την

διαφοράν των πατρίδων των αγορητών, όσον και τον προσωπικόν

χαρακτήρα του Νικίου, του Σθενελαΐδου ή του Αλκιβιάδου. Θα ήτο

δε δύσκολον να εύρη κανείς σαφεστέραν και πειστικωτέραν έκθεσιν

συγκρουομένων πολιτικών συμφερόντων παρά την παρεχομένην εν

ταις δημηγορίαις κατά την έναρξιν του πολέμου.

Βεβαίως ηθέλομεν προτιμήσει τους λόγους απαραλλάκτους· και

βεβαίως χρειάζεται Θουκυδίδης, διά να δικαιολογήση τον τρόπον

του Θουκυδίδου. Αλλ' εάν παραβάλωμεν τας δημηγορίας προς τα

χωρία του Η' βιβλίου, όπου παρέχει την αυτήν ύλην ως διήγησιν,

αγόμεθα να πιστεύσωμεν ότι η τεχνητή και πλαστή δημηγορία είναι

σαφεστέρα και προς τον σκοπόν καταλληλοτέρα. Είναι δε βέβαιον

ότι κατά το ιστορικόν του ιδανικόν ο Θουκυδίδης σχεδόν απέχει

τόσον του Πολυβίου, όσον και του Ηροδότου. Η προσοχή και η

αλήθεια βεβαίως επικρατεί και παρ' αυτώ, ως παρά Πολυβίω. «_Τα

δ' έργα των πραχθέντων εν τω πολέμω_ (κατ' αντίθεσιν προς τους

λόγους) _ουκ εκ του παρατυχόντος πυνθανόμενος ηξίωσα γράφειν

ουδ' ως εμοί εδόκει, αλλ' οίς τε αυτός παρήν και παρά των άλλων

όσον δυνατόν ακρίβεια περί εκάστου επεξελθών. Επιπόνως δε

ηυρίσκετο, διότι οι παρόντες τοις έργοις εκάστοις ου ταύτα περί

των αυτών έλεγον, αλλ' ως εκατέρων τις ευνοίας ή μνήμης έχοι.

Και ες μεν ακρόασιν ίσως το μη μυθώδες αυτών ατερπέστερον

φανείται· όσοι δε βουλήσονται των τε γενομένων το σαφές σκοπείν

και των μελλόντων ποτέ αύθις κατά το ανθρώπειον τοιούτων και

παραπλησίων έσεσθαι ωφέλιμα κρίνειν αυτά αρκούντως έξει· κτήμα

τε ες αεί μάλλον ή αγώνισμα ες το παραχρήμα ακούειν

ξύγκειται_». { Of the things done in the war" (as distinguished

from the speeches) "I have not thought fit to write from casual

information nor according to any notion of my own. Parts I saw

myself; for the rest, which I learned from others, I inquired

to the fullness of my power about every detail. The truth was

hard to find, because eye-witnesses of the same events spoke

differently as their memories or their sympathies varied. The

book will perhaps seem dull to listen to, because there is no

myth in it. But if those who wish to look at the truth about

what happened in the war, and the passages like it which are

sure according to man's nature to recur in the future, judge my

work to be useful, I shall be content. What I have written is a

thing to possess and keep always, not a performance for passing

entertainment! } Ο Θουκυδίδης ζητεί την αλήθειαν μετά τόσης

επιμελείας και φιλοπονίας μεθ' όσης και νεώτερος αρχαιολόγος,

όστις δεν έχει λόγον ν' αποκρύψη ή να εξάρη τίποτε. Αλλ' ο

σκοπός του είναι διάφορος. Ο Θουκυδίδης δεν θέλει να προμηθεύση

εις τους αναγνώστας του ιστορικόν υλικόν προς επεξεργασίαν·

εννοεί να επεξεργασθή το σύνολον αυτός — να είναι μόνος αυτός

κριτής της αληθείας και ως κριτής να εκδώση και την απόφασιν

υπό καλλιτεχνικήν και οριστικήν μορφήν, χωρίς μήτε μάρτυρας να

παρουσιάση, μήτε πηγάς να παραθέση. Χαρακτηριστική τούτου

πιθανώς είναι η χρήσις αφ' ενός μεν των κειμένων, αφ' ετέρου δε

των δημηγοριών. Γενικώς δυνάμεθα να είπωμεν ότι τα τελειωμένα

μέρη του έργου δεν έχουσιν επίσημα έγγραφα, τα δε ατελείωτα δεν

έχουσι δημηγορίας. Πάντα δε φέρουσιν ίχνη, ότι εγράφησαν μετά

το τέλος του πολέμου. Το ατελές όγδοον βιβλίον ουδεμίαν έχει

δημηγορίαν· το δε ατελείωτον μέρος του πέμπτου έχει μόνον τον

διάλογον των Μηλίων.

Περί των επισήμων εγγράφων χωρούσι περισσοτέραι αμφιβολίαι·

αλλά το σημείον τούτο έχει πολλήν εσωτερικήν σπουδαιότητα.

Διότι των εννέα εγγράφων όσα παρενείρονται αυτολεξεί εις την

συγγραφήν, τρία μεν ανήκουσιν εις το προδήλως ατελές όγδοον

βιβλίον, τρία δε — _εκεχειρία_ [Δ' 118] _σπονδαί_ [Ε' 18] και

_συμμαχία_ [Ε' 23] μεταξύ Σπάρτης και Αθηνών — ανήκουσιν εις το

τέλος του δεκαετούς πολέμου. Τα τρία τελευταία ταύτα εικάζομεν

ότι προέρχονται εξ αττικών — όχι σπαρτιατικών — πρωτοτύπων και

ότι ήσαν απρόσιτα εις τον εξόριστον μέχρι της κατά τα 403

επιστροφής του, αι δε διά μέσου άλλων πληροφορίαι περί αυτών

δεν ήσαν ακριβείς. Διότι εκεί όπου ευρίσκονται, δεν είναι

οργανικώς ηνωμένα μετά του κειμένου. Η διήγησις εγράφη εν

αγνοία τούτων, και κάπου διαφωνεί. Η εκεχειρία δεικνύει ότι

χωριστή εκεχειρία είχε συναφθή μεταξύ Αθηναίων και Τροιζηνίων,

[Δ' 118,4] αμνημόνευτος εν τω κειμένω. Αι δε σπονδαί διαφέρουσι

των ιστορουμένων περί Πτελεού [Η' 24,2] και της Σερμυλίων

πόλεως και εμφαίνουσιν ότι οι Αθηναίοι είχον ανακτήσει τας εν

τη Χαλκιδική πόλεις. Η δε συμμαχία ουδέν άρθρον περιέχει

δεσμεύον τας Αθήνας ή την Σπάρτην να μη συνάψωσιν ιδιαιτέρας

συμμαχίας άνευ αμοιβαίας συναινέσεως, ενώ η όλη διήγησις και

μηνύει και λέγει τούτο. (Ε' 39, 46) Τοιουτοτρόπως τα έγγραφα

πάντα εισήχθησαν υπό του Θουκυδίδου μετά τα 403 και εμφαίνουσι

νέαν και υψηλοτέραν υπέρ του έργου αξίωσιν. Γράφων τα περί του

δεκαετούς πολέμου, ουδέν έγγραφον είχεν — ούτε την ειρήνην του

445, ούτε τας μετά του Ρηγίου και των Λεοντίνων συνθήκας του

433, ουδ' αυτήν την μετά της Κερκύρας. Το αυτό και περί του

σικελικού πολέμου· ουδέ η μετά των Εγεσταίων συνθήκη υπάρχει.

Ο Θουκυδίδης ήρχισε την ιστορίαν του ως αληθινόν χρονικόν του

πολέμου κατά θέρη και χειμώνας· επεξέτεινε δε αυτήν εις

δοκίμιον πλήρους και φιλοσοφικής ιστορίας των Αθηνών κατά τας

διπλωματικάς και συμμαχικάς των σχέσεις. Ότε δε απεμακρύνθη των

εγγράφων, ενόησε την αξίαν των, και επανευρών την ευκαιρίαν,

συμπεριέλαβεν αυτά εις την ιστορίαν, ως ανεγράφοντο επί των

λίθων. Αι μεγάλαι δημηγορίαι δεν εσώζοντο· αλλά γνωρίζων ότι

εξέφραζον την βαθυτέραν έννοιαν των χρόνων εκείνων, έπραξεν

ό,τι ηδύνατο διά να τας αποδώση ή να τας αναπλάση.

Αλλά και πάλιν το έργον του είναι ατελές. Έχει μόνον εννέα εν

όλω έγγραφα, η δε συλλογή φαίνεται μέχρι τινός τυχαία. Τρία

τούτων, περίεργα μάλλον ή σπουδαία, είναι απλώς ανεπιτυχείς και

προδήλως μυστικαί συνθήκαι μεταξύ της Σπάρτης και της Περσίας.

Φαίνεται ότι παρέλαβεν αυτάς διά ιδιαιτέρου τινός αγωγού, ίσως

δε του αυτού — ο Kirchhoff νομίζει τον Αλκιβιάδην — όστις

εχορήγησε τα εξ Άργους και Σπάρτης έγγραφα του Ε' βιβλίου.

Βεβαίως θα εχρειάζετο πολύ περισσότερα έγγραφα διά ν' ανεγείρη

την ιδεώδη του ιστορίαν και πολύ περισσοτέρας διατριβάς και

παρεκβάσεις και επεξηγήσεις περί της εσωτερικής πολιτικής και

των κοινωνικών μεταβολών, πράγματα, ήδη περιοριζόμενα σχεδόν

μόνον εις τα δύο πρώτα βιβλία και την εισαγωγήν του έκτου. Αλλ'

ουδέ τα ληφθέντα έγγραφα, καθώς είδομεν, μετεχειρίσθη εντελώς.

Η διήγησις είχεν ακόμη μερικά μικρά λάθη, τα οποία διά της

μαρτυρίας των εγγράφων ηδύνατο να διορθώση, υπήρχον δε και

μερικαί σπουδαίαι παραλείψεις. Όσα λέγει περί του φόρου [Α'

96,2 Β' 13,3] είναι σκοτεινά εξ ελλείψεως λεπτομερειών· λέγει

δε ότι η Θήρα δεν περιελαμβάνετο εις τας συμμάχους κατά τα 432,

[Β' 9,4] δεν εξηγεί δε πώς συνέβη κατόπιν να πληρώνη φόρον κατά

τα 426. Ολίγα δε λέγει περί συμβάσεως και προτάσεως ειρήνης,

ολίγα περί οικονομικών, ολίγα περί της πολιτικής αναπτύξεως ή

της στρατιωτικής παρασκευής των Αθηνών, [ουδέν δε περί παιδείας

ή καλλιτεχνίας]. Εις το βάθος της ιστορικής αυτού εικόνος, ίνα

μεταχειρισθώμεν την έκφρασιν του κ. Forbes, δεν υπάρχουσιν όσα

παρέχει ο Ηρόδοτος. Αλλά το Α' βιβλίον, το σχετικώς πλήρες ως

προς τα τοιαύτα, ίσως είναι δείγμα του τι θ' απέβαινε κατόπιν

και το λοιπόν έργον.

Το ύφος του Θουκυδίδου, καθώς δεικνύουσιν αυτό τα σωζόμενα

χειρόγραφα, είναι παράδοξον φαινόμενον. Αναντιρρήτως, είναι

ύφος υψηλόν, έντονον, πυκνόν, ζωηρόν και καταλείπει την

εντύπωσιν ισχυρού νου. Αλλ' αναντίρρητον είν' επίσης ότι είναι

και τεχνητόν, σκοτεινόν παρά την ζωηρότητά του, αρχαϊκόν και

ποιητικόν κατά την λέξιν, κλίνει δε εις εκφράσεις ανθηράς,

φαινομένας σχεδόν κενάς. Τούτο κατά μέρος εξηγείται. Ο

Θουκυδίδης γράφει τεχνητήν και κάπως ιωνίζουσαν διάλεκτον,

_ξυν_ αντί _μετά_, _ήν_ αντί _εάν_, _πράσσω_ αντί _πράττω_.

Τούτο ερμηνεύει η λογοτεχνική παράδοσις· δηλ. οι Έλληνες

συγγραφείς έτεινον πάντοτε εις διαμόρφωσιν ιδίας γλώσσης. Ο

Θουκυδίδης είναι κατάφορτος αντιθέσεων, εξ εμφύτου δε βλέπει τα

πράγματα κατά ζεύγη· ομοίως έβλεπε και ο Γοργίας και ο Αντιφών.

Αγαπά δε να διακρίνη τα συνώνυμα· τούτο ήτο δίδαγμα του

Προδίκου. Μεταστρέφει την τάξιν των λέξεων χαράσσων ειδικάς

λεπτομερείας επί ζωηρού αναγλύφου. Τούτο δυσκολεύει την

αντίληψιν του συνόλου της εννοίας. Αλλά προφανώς ήτο απόρροια

της φύσεως του ανδρός· διότι συνηθίζει τούτο πολύ περισσότερον

ή ο Αντιφών και ο Γοργίας, ή αυτός ο Σοφοκλής. Εκ της φύσεώς

του επίσης απέρρεεν η συμπύκνωσις εκείνη της ύλης και της

εννοίας, ήν αισθανόμεθα, αναγινώσκοντες αυτόν — η νέα ιδέα, η

νέα λογική διάκρισις, η πιέζουσα την παλαιάν, πριν εκείνη

καταστρωθή ανέτως. Ο Θουκυδίδης είναι φύσει semper instans

sibi, ως λέγει ο Κοϊντιλιανός. Γραμματική τις ελευθερία βεβαίως

είναι συνήθης εις τους Έλληνας, πιθανώς δε και εις πάντας τους

πράγματι βαθείς και ζωηρούς συγγραφείς· π. χ. ενικά ονόματα

μετά πληθυντικών ρημάτων, ελαφρά ανακόλουθα, καταληπταί

βραχυλογίαι. Αλλά το ανεξήγητον είναι πως ο Θουκυδίδης έπεσεν

αφ' ενός μεν εις αληθινά όργια στρυφνής γλώσσης, αφ' ετέρου δε

εις παράφωνα σχόλια και επεξηγήσεις, απαντώσας ανά πάσαν σχεδόν

σελίδα.

Ανεξήγητον, εάν αληθεύη· αλλ' αληθεύει πράγματι; Αι απαντήσεις

εις τούτο πίπτουσι βροχηδόν. «Όχι το σωζόμενον κείμενον είναι

διεφθαρμένον». «Αποδεικνύεται σφαλερώτατον διά των τότε

επιγραφών. Είναι κατάμεστον γλωσσών. Παρεπληρώθη διά σχολίων

και ερμηνευτικών σημειωμάτων κατά την μακράν χρήσιν του ως

σχολικού βιβλίου». «Μεταγενέστεροι παραχαράκται διέφθειραν

επίτηδες αυτό» (Cobet, Rutherford). «Είς τούτων ήτο αιμόδιψας

και άλλος ελάλει ως ηλίθιος». (Μüller-Stübing).

«Επειδή το έργον ήτο προφανώς ατελείωτον, εξεδόθη μετά τον

θάνατον του συγγραφέως υπό άλλου» (Wilamowitz) ή υπό πολλών

άλλων, οίτινες διέφθειραν αυτό, ευρόντες τα χειρόγραφα τόσον

συγκεχυμένα, ώστε «η συγγραφική ενότης του Θουκυδιδείου έργου

είναι ζήτημα τόσον σκοτεινόν, όσον και του Ομηρικού»

(Schwartz).

Προς τας επιθέσεις ταύτας δεν είναι παράδοξον ότι οι κοινοί

λόγιοι κωφεύουσιν ή αποβλέπουσι συμπαθώς, ενώ ο Herbst

αντιτάσσει το θαυμάσιον πολεμικόν του έργον προς υπεράσπισιν

παντός ό,τι αυτός επίστευε κατά τους μακαρίους εκείνους

χρόνους, τους περί τα 1860, ότε, καθώς λέγει συγκινητικώς,

ησθάνετο ανοίγων τον Θουκυδίδην του, ότι «ανεπαύετο εις τους

κόλπους του Αβραάμ». Επίσης δεν είναι παράδοξον ότι

συντηρητικοί εκδόται ασπάζονται την άτοπον θεωρίαν — απλώς προς

απόκρουσιν των περί επεκτάσεως του έργου θεωριών του Ullrich,

του Kirchhoff και του Cwiklinski, — ότι ο Θουκυδίδης ουδέ λέξιν

έγραψεν από του 432 μέχρι του 404, έπειτα δε συνέγραψε το όλον

βιβλίον διά μιας.

Ενταύθα δεν είναι τόπος αρμόδιος προς έλεγχον του κειμένου,

πλην μόνον κεφαλαιωδώς και χάριν της σημασίας, ήν έχει διά την

λογοτεχνικήν ιστορίαν και προς κατανόησιν του Θουκυδίδου. Και

πρώτον το γενικόν διάγραμμα του Cobet, όν ακολουθεί και ο

Rutherford, ότι το κείμενον παρεμορφώθη διά σημειωμάτων και

γλωσσών και ότι ο Θουκυδίδης, δεινός περί το ύφος, καθ' ούς

χρόνους το ύφος εσπουδάζετο επιμελώς, δεν ανέμειξε μακράς

προτάσεις θαυμασίως εκφραστικάς μετά μικρών φρασειδίων

φαινομένων ως διαλεκτικών, — τούτο φαίνεται ασφαλές. Απλή

σύγκρισις των σωζομένων χειρογράφων και παρατήρησις του

Θουκυδιδείου ύφους εμφαίνουσι τούτο. Αλλά τοιουτοτρόπως

ελάχιστα προχωρούμεν. Η δε πολύτιμος έκδοσις του Δ' βιβλίου υπό

του Rutherford, πειρωμένου να εφαρμόση λογικώς τα ανωτέρω

πορίσματα, παρήγαγε κείμενον, όπερ ουδέ δέκα εν Ευρώπη

φιλόλογοι ήθελον αποδεχθή. Διακρίνομεν ότι η γνησία λέξις

παρεχαράχθη· διακρίνομεν οπωσούν τας γραμμάς. Αλλ' αδυνατούμεν

εξ αυτών ν' αποκαταστήσωμεν το κείμενον. (219)

Έχομεν όμως ωρισμένα τινά γεγονότα, ώστε να ελέγξωμεν την

παράδοσιν του κειμένου. Έχομεν επί αττικού λίθου το πρωτότυπον

μιας των παρά Θουκυδίδη συνθηκών. (220) Έχομεν δε και σπουδαίας

τινάς περικοπάς εν τω έργω μεταγενεστέρου γεωγράφου, Στεφάνου

του Βυζαντίου.

Εάν λάβωμεν, ως ο Kirchhoff, μόνον τους 25 στίχους και λάβωμεν

υπ' όψιν τας αποκαταστάσεις της επιγραφής, το σωζόμενον

κείμενον του Θουκυδίδου φαίνεται σφαλερόν εις 32 σημεία· ή, μη,

υπολογιζομένων των επαναλήψεων, εις 20, μη υπολογιζομένων δε

των εξ εικασίας αποκαταστάσεων της επιγραφής, εις 13. Αι

διαφοραί είναι ποικίλαι, εις την ορθογραφίαν, την τάξιν των

λέξεων, την χρήσιν άλλων προθέσεων, ή ρηματικών τύπων, ή την

παράλειψιν τυπικών φράσεων. Αλλά δεν υπάρχουσι διαφοραί

εννοίας. Μαρτυρείται ότι ο Θουκυδίδης αντέγραψεν από γνησίου

αθηναϊκού αντιγράφου του πρωτοτύπου — είναι δε σχεδόν βέβαιον

ότι αντέγραψεν εξ αυτού του σωζομένου λίθου.

Εάν ήδη απορρίψωμεν την αστήρικτον θεωρίαν ότι ο Θουκυδίδης

σκοπίμως εκαλλώπισε το ύφος της συνθήκης, τα σφάλματα του

ημετέρου κειμένου πρέπει φυσικά ν' αποδοθώσιν εις τους

ποικίλους αντιγραφείς, τους από Θουκυδίδου μέχρις ημών. Τότε το

κείμενον πρέπει να θεωρηθή ότι έπαθε σοβαράς ζημίας. Άλλοι διά

να σώσωσι την παράδοσιν, θυσιάζουσι τον Θουκυδίδην. «Ο

ιστορικός δεν εφρόντιζε περί λέξεων. Έζη προ των χρόνων της

φιλολογικής ακριβείας». Τούτο είναι επιχείρημα πιθανόν, αλλά

και δίκοπον. Διότι, αν Θουκυδίδης, ο μαθητής των σοφιστών, δεν

εφρόντιζε περί της ακριβολογίας των κειμένων, άρα γε οι τότε

μισθωτοί γραφείς αντέγραφον προσεκτικώτερον τον Θουκυδίδην;

Η μαρτυρία του Στεφάνου του Βυζαντίου είναι διάφορος, αλλά

καταλήγει εις το αυτό. Το σωζόμενον κείμενον του Θουκυδίδου

παρέχει ξένα κύρια ονόματα υπό σταθεράν οπωςδήποτε και αττικήν

μορφήν, ενομίζετο δε ως σχολαστικώτατον ν' αμφιβάλλωμεν περί

αυτών. Αλλ' ο Στέφανος, έχων πέντε περικοπάς του Θουκυδίδου

γράφει τα ονόματα κατά τον ορθόν και παλαιόν τύπον, τον οποίον,

εννοείται, δεν ηδύνατο αυθαιρέτως να επινοήση. Εν άλλω τόπω

(Γ', 105) όπου το ημέτερον κείμενον λέγει ότι τας Όλπας, χωρίον

κείμενον επί των προς την Αμφιλοχίαν ορίων της Ακαρνανίας,

«_Ακαρνάνες τειχισάμενοι κοινώ δικαστηρίω εχρώντο_» { the

common tribunal of the Acarnanians } ο Στέφανος παραπέμπων

λέγει «_Ακαρνάνες και Αμφίλοχοι_» όπερ είναι πράγματι ό,τι

απαιτεί η θέσις των Ολπών.

Το πόρισμα των ανωτέρω είναι ότι πάσα περί Θουκυδίδου κριτική

πρέπει ν' αναγνωρίση αποδεδειγμένην την ατέλειαν του υπάρχοντος

κειμένου. Παραδείγματος χάριν, κατά την γνωστήν των Μυτιληναίων

καταδίκην, ότε η εκκλησία του δήμου επέβαλεν εν ώρα παραφοράς

την ποινήν του θανάτου εις άπαντας τους στρατευομένους, τη δε

υστεραία μετενόησε και διά μεγίστης σπουδής των ερετών της

δευτέρας τριήρους έσωσεν αυτούς, προστίθεται ότι τους «_

αιτιωτάτους όντας της αποστάσεως . . . διέφθειραν οι Αθηναίοι·

ήσαν δε ολίγω πλείους χιλίων_» (Γ' 50). Είναι ο αριθμός ούτος

και μακρόθεν πιστευτός; Εις ουδέν άλλο τα χειρόγραφα είναι

τόσον αναξιόπιστα, όσον εις τους αριθμούς, διότι το ελληνικόν

αριθμητικόν σύστημα ευκολώτατα παρείχε λαβήν εις χονδρά λάθη.

Οι αιτιώτατοι ήσαν τότε εν Αθήναις, εγίνετο δε εσκεμμένη

τιμωρία αιχμαλώτων και όχι παράφορος σφαγή. Και όμως ουδείς

ούτε παρά Θουκυδίδη, ούτε επί πολλούς μετ' αυτόν αιώνας

σχολιάζει τοιούτο πράγμα! Ο Διόδωρος, [ΙΓ' 30,4] έχων ανοικτόν

ενώπιόν του τον Θουκυδίδην, παριστά τον [Γύλιππον] δημηγορούντα

περί των εγκλημάτων των Αθηνών, λαλούντα περί πολλών μικροτέρων

αμαρτημάτων, περί του σκληρού ψηφίσματος της πρώτης εκκλησίας,

ότι «_εψηφίσαντο τους εν τη πόλει κατασφάξαι_», ουδέ γρυ δε

λέγει ότι ψυχραίμως εθανάτωσαν χίλιους. Είναι φανερόν ότι ο

Διόδωρος δεν είχεν αναγνώσει τούτο. Το όλον έγκειται εις την

ορθότητα του αριθμού _α_. Και όμως οι ημέτεροι εκδόται

φωνασκούσι μεν και διαπληκτίζονται, αλλά δεν παραδέχονται ότι

πιθανόν το _α_ να είναι λάθος. (221)

Κατά τον αυτόν τρόπον εν Α' 51,4 το ημέτερον κείμενον δύναται

να εξελεγχθή υπό συγχρόνου επιγραφής (C. I. Α. 179). Ο λίθος

συμφωνεί ακριβώς μετά του Θουκυδίδου εις τα ονόματα της πρώτης

σειράς των αναφερομένων στρατηγών εν δε τη δευτέρα λέγει·

Γλαύκων [Μεταγέ]νης και Δρακοντίδης. Αλλά το κείμενον λέγει

«_Γλαύκων τε ο Λεάγρου και Ανδοκίδης ο Λεωγόρου_», δηλαδή

Ανδοκίδης ο ρήτωρ. Είναι τάχα τούτο σφάλμα του ιστορικού;

Πιθανώς όχι. Δυνατόν να υποτεθή ότι ο κάτοχος αντιγράφου τινός,

φέροντος κηλίδα ή και τρύπαν, αμφιβάλλων περί του τύπου

Λέαγρος, εσκέφθη ότι «Λεωγόρας ήτο πραγματικόν όνομα· ο

Ανδοκίδης ήτο υίός του Λεωγόρου». Ούτω δε παρεισήλθεν

απρόσκλητος ο ρήτωρ και εφυγάδευσε τα δύο πραγματικά, αλλ'

αδιάγνωστα ονόματα. Κάτι τοιούτο είναι πολύ πιθανώτερον ή ότι ο

Θουκυδίδης έπεσεν εις τοιαύτην παραδρομήν.

Σχολιαστής χωρίου τινός περί το τέλος του Α' βιβλίου, όπου η

διήγησις είναι ομαλή και το ύφος εύκολον, παρατηρεί ότι ενταύθα

ο λέων γελά. Ο λέων θα εγέλα συχνότερα και γλυκύτερα, εάν μόνον

ηδυνάμεθα να ίδωμεν την αληθινήν του έκφρασιν, αδιάστροφον υπό

των περιπετειών της παραδόσεως.

Επανερχόμενοι εκ της αναποφεύκτου ταύτης παρεκβάσεως,

παρατηρούμεν ευκόλως πόση φυσική αντίθεσις υπάρχει μεταξύ του

Θουκυδίδου και της όλης μεθόδου του Ηροδότου. Ο Θουκυδίδης δεν

εισάγει υπερφυσικά πρόσωπα εις την ιστορίαν του. Δεν βλέπει

κανέν δείγμα — και πώς ηδύνατο να ίδη εν μέσω της τότε

δυστυχίας; — δείγμα δράσεως θείας τινός προνοίας. Το πνεύμα του

είναι _θετικόν_· δεν ομιλεί περί πραγμάτων όσα δεν ηξεύρει.

Μειδιά κάπως ειρωνικώς, αναφέρων χρησμούς, οι οποίοι εννοείται

ότι τότε ήσαν μυριόλεκτοι. Φέρει παραδείγματα της επιτηδείως

διφορουμένης εννοίας ενός (Β' 17,54) και μνημονεύει ως

περίεργον τον μόνον χρησμόν, όν είδεν επί τέλους αληθεύσαντα.

(222) Περί προσώπων ολίγα λέγει. Αισθάνεται την επίδρασιν

μεγάλου ανδρός, οίος ο Περικλής, αναισχύντου δημαγωγού, οίος ο

Κλέων, ατασθάλου μεγαλοφυούς, οίος ο Αλκιβιάδης. Ζων επί

περιόδου ψυχολογικής, διαγράφει των ανθρώπων τούτων τους

χαρακτήρας και τον τρόπον του σκέπτεσθαι, διαγράφει δε αυτούς

ενίοτε μετά ζωηράς δραματικής προσωποποιίας εν ταις δημηγορίαις

και αλλαχού· αλλά φροντίζει μόνον περί του πνεύματος, ουδέποτε

περί του τρόπου ή της ύλης, και ουδέποτε καταβαίνει εις

λοιδορίαν. Αγαπά τα μεγάλα γεγονότα και τας ωργανωμένας

δυνάμεις, πιστεύει δε προ παντός εις τον λόγον, την διανοητικήν

δύναμιν, την ευφυίαν.

Έχει και άλλην από του Ηροδότου διαφοράν. Ο Θουκυδίδης ήτο

έμπειρος και δόκιμος στρατιωτικός, ο δε Ηρόδοτος ήτο

λογογράφος, έχων πείραν μόνον μικρών ιωνικών αψιμαχιών, τας

οποίας είδε νέος. Ο Ηρόδοτος [Θ' 53] λαλεί περί «_του Πιτανήτεω

λόχου_», δεικνύων ότι ενόμιζεν ότι οι σπαρτιατικοί λόχοι

συνεκροτούντο κατά δήμους· τούτο παροργίζει τον Θουκυδίδην (Α'

20) ότι εξ επαγγέλματος ιστοριογράφος δέχεται λόχον «_ός ουδ'

εγένετο πώποτε_» [και επιφέρει το περιλάλητον εκείνο «_Ούτως

αταλαίπωρος τοις πολλοίς η ζήτησις της αληθείας· και επί τα

ετοίμα μάλλον τρέπονται_» ]. Πλην της τοπογραφίας, η οποία

πάντοτε ήτο δύσκολος προ της κατασκευής χαρτών, ο Θουκυδίδης

καθόλου είναι σαφέστατος και ακριβέστατος εις στρατιωτικά

ζητήματα· είναι δε αξιοσημείωτον ότι κατανοεί σχεδόν όλην της

ελληνικής στρατιωτικής οργανώσεως την αδυναμίαν, ήτις κατόπιν

απεκαλύφθη βαθμηδόν διά της πείρας. Κατά τον πελοποννησιακόν

πόλεμον η όλη δύναμις του στρατού ενέκειτο εις το βαρύ πεζικόν.

Ο Θουκυδίδης (Γ' 102, Δ' 39) δεικνύει την αχρηστίαν τοιούτου

στρατού εναντίον ίσου πεζικού ελαφρού. Το δίδαγμα τούτο

εφήρμοσαν ο Ιφικράτης και ο Ξενοφών. Δεικνύει προσέτι το

αποτέλεσμα της υπεροχής του ιππικού των Συρακοσίων, προς

ανίχνευσιν, επισιτισμόν και προς καταδίωξιν. Ομοίως εν

Χαιρωνεία ενίκησε το ιππικόν του Φιλίππου, και το ιππικόν του

Αλεξάνδρου κατέκτησε το κράτος του Δαρείου. Επίσης καταδεικνύει

ο Θουκυδίδης το ασθενέστατον σημείον της ελληνικής στρατηγικής,

την παρακώλυσιν της εν τω πεδίω της μάχης δράσεως του στρατηγού

υπό του υπερβολικού κατ' οίκον ελέγχου. Η σικελική εκστρατεία

εχάθη όχι εξ αιτίας του Νικίου, αλλά ένεκα της εκκλησίας του

δήμου· ή και αν ο Νικίας διέπραξε σπουδαία λάθη, ταύτα ήσαν

αποτελέσματα της παραλυτικής καταστάσεως, εις ήν εκράτει αυτόν

το απόν εκείνο επιτελείον. Η ρωμαϊκή σύγκλητος, συγκειμένη κατά

μέγα μέρος εξ ανδρών στρατιωτικών, συνεπάθει και προς τας

ατυχίας των στρατηγών και προς τας υπερβάσεις αυτών. Αλλ' η

εκκλησία των Αθηναίων εξηρτάτο μεγάλως εκ των απλών στρατιωτών

και των ανδρών, οίτινες καίπερ υπόχρεοι εις στρατείαν, πράγματι

ουδόλως ήσαν στρατιώται. Και εν Σπάρτη τα πράγματα δεν ήσαν

καλύτερα δι' άλλην τινά αιτίαν. Δηλαδή μόνον εξαιρετική θέσις,

όπως η του Βρασίδα εν τη Χαλκιδική ή του Άγιδος εν Δεκελεία,

παρείχον εις τον στρατηγόν το δικαίωμα να δράση ελευθέρως,

καίτοι πράγματι ο Άγις εδεσμεύετο και υπό του φθόνου. Και εδώ

διακρίνομεν ένα των λόγων της κατόπιν επιτυχίας του Φιλίππου

και του Αλεξάνδρου.

Όπως πλείστοι μελετηροί στρατιωτικοί, — ο Βauer αναφέρει το

παράδειγμα του Μόλτκε και άλλων — και ο Θουκυδίδης διαρκώς έχει

κατά νουν την αβεβαιότητα του πολέμου, το αδύνατον του να

προβλέψη κανείς τα πάντα ή να εννοήση κατά την διάρκειαν της

μάχης ακριβώς το τι συμβαίνει. Δεν κρίνει, όπως οι μωροί, τους

ανθρώπους εκ της επιτυχίας. Βεβαίως ως προς τούτο, προκειμένου

περί ζητημάτων πολεμικών, είχεν οικείας αφορμάς· αλλ' η αρχή

αύτη, μία των γνησιωτάτων σφραγίδων του αληθώς σκεπτομένου

ανθρώπου, είναι αχώριστος απ' αυτού δι' όλου του έργου. Ο

Περικλής ήτο πεπεισμένος εκ των ενώπιόν του πραγμάτων ότι η

πόλις θα ενίκα· και όμως αι Αθήναι ηττήθησαν. Ο Περικλής ήτο

βαθύς και ακριβής εις τους υπολογισμούς του, αλλά δεν ηδύνατο

να προΐδη τον λοιμόν, ουδέ ήτο υπεύθυνος διά την μετά τον

θάνατόν του εγκατάλειψιν της πολιτικής του. Άξιον δε προσοχής

είναι ότι ο Θουκυδίδης ουδέποτε εκφράζει προσωπικήν κρίσιν,

οσάκις αύτη δύναται να εξαχθή εκ των ιστορουμένων γεγονότων.

Ομιλεί μόνον όταν νομίζη ότι τα γεγονότα δύνανται να

παρερμηνευθώσιν. Η υπόσχεσις του Κλέωνος (Β 28) ότι θα εκυρίευε

την Σφακτηρίαν εντός είκοσιν ημερών εξεπληρώθη. Αλλ' όμως ο

Κλέων ήτο «_μανιώδης_», λέγει ο Θουκυδίδης. Κατά το τέλος της

σικελικής εκστρατείας θαυμάζομεν ολοψύχως τον Δημοσθένη, προς

δε τον Νικίαν αισθανόμεθα κάποιον οίκτον ανάμεικτον προς οργήν

ή και περιφρόνησιν. Αλλ' ο Θουκυδίδης (Ζ' 86) μας διδάσκει,

ότι ο Νικίας εφονεύθη «_ήκιστα δη άξιος ών των γε επ' εμού

Ελλήνων ες τούτο δυστυχίας αφικέσθαι διά την πάσαν ες αρετήν

νενομισμένην επιτήδευσιν_». { Of all the Greeks of my time, he

least deserved so miserable an end, for he lived in the

performance of all that was counted virtue } Ουδέποτε θ'

ανεκαλύπτομεν τούτο περί του Νικίου εκ μόνων των γεγονότων.

Αλλ' ο Θουκυδίδης εγνώριζε τον άνθρωπον· λέγει την καθαράν,

σχεδόν την ωμήν περί αυτού αλήθειαν· και όμως ούτως αποφαίνεται

εν τέλει. Το αυτό και περί Αντιφώντος. Ο Αντιφών ήτο πρόσωπον

απαίσιον ήτο ο υπεύθυνος διά την τρομοκρατίαν. Αλλ' ο

Θουκυδίδης τον εγνώριζε και τον εθαύμαζεν, (Η' 68) ενώ

κατέγραφε πληρέστατα τας ανομίας αυτού. Το εγκώμιον του

Μακκιαβέλλη προς τον Καίσαρα Βοργίαν είναι αυτονόητον. Η αρετή

του Αντιφώντος ήτο πιθανώς ό,τι περίπου η virtu του Βοργία, ο

δε Μακκιαβέλλης έθαλπε μέγα περί της Ιταλίας ιδανικόν, όπως

περί των Αθηνών ο Θουκυδίδης. Ίσως δύναταί τις να ενθυμηθή και

το προς τον ΙΑ' Λουδοβίκον εγκώμιον του Φιλίππου de Commines.

(223) Αλλ' ο Θουκυδίδης καίτοι πνευματικώς συγγενής προς τους

δύο τούτους, είναι ανήρ απείρως μεγαλύτερος του Φιλίππου de

Commines, πολύ ηθικώτερος του Μακκιαβέλλη και πολύ ευγενέστερος

αμφοτέρων. Είναι φειδωλός εις ηθικάς επικρίσεις, αλλά μόνον

τυφλός δεν αντιλαμβάνεται ότι ο Θουκυδίδης εξ αρχής μέχρι

τέλους ακολουθεί υψηλάς ηθικάς αρχάς. Ελέχθη ότι αποδίδει μόνον

ευτελή ελατήρια και εις τους αρίστους των ηρώων του, δίψαν

δόξης εις τον Βρασίδαν και πόθον διαφυγής της ποινής εις τον

Δημοσθένη. Αλλά σπανίως αναφέρει οιονδήποτε προσωπικόν

ελατήριον, οσάκις δε τοιαύται δυνάμεις ειςβάλλουσιν εις την

ιστορίαν, εν γένει δεν είναι ανιδιοτελείς. Βεβαίως προϋποθέτει

μεγάλην δόσιν φιλοπατρίας ως συνήθη· αλλά δεν πρέπει κανείς να

απορήση μανθάνων ότι ο Θουκυδίδης δυσκολεύεται να εννοήση

πράξιν όλως διόλου απηλλαγμένην φιλαυτίας. Εννοείται ότι και ο

Θουκυδίδης ως άνθρωπος σφάλλεται και δεν ανευρίσκει πάντοτε την

αλήθειαν. Π. χ. η εν τω Α' βιβλίω εισαγωγή του εις την αρχαίαν

ιστορίαν είναι έν των θαυμασιωτάτων του έργου του μερών. Λόγω

ιστορικής φαντασίας, και ευρύτητος βλέμματος είναι πιθανώς

απαράμιλλος μέχρι των χρόνων των Εγκυκλοπαιδεικών του ιη'

αιώνος· κατά δε την μέθοδον υπερέχει και τούτων. Αλλ' όμως

είναι φανερόν ότι ο Θουκυδίδης δεν εννοεί τι εστι μύθος.

Πραγματεύεται αυτόν ως παραμορφωθείσαν ιστορίαν και οσάκις

ουδεμίαν έχει σχέσιν προς αυτήν. Αν ο Πέλοψ και ο Ίων και ο

Έλλην υπήρχον, η έκθεσις του Θουκυδίδου θα ήτο ορθή· αλλ' ακόμη

εκλαμβάνει τα φαντάσματα εκείνα ως ανθρώπους.

Εν τω προοιμίω δεν υπάρχει λόγος μεροληψίας· αλλά και όπου

υπάρχει, το πνεύμα του συγγραφέως απομένει αδιαλείπτως δίκαιον

και νηφάλιον. Σήμερον επικρίνεται συχνά. (224) Αλλά τα σαφή

γεγονότα, — ότι οι πλείστοι των παλαιών εθεώρησαν αυτόν ως

τύπον ευθύτητος, ότι άλλοι μεν τον ενόμισαν φιλοσπαρτιάτην,

άλλοι δε φιλαθήναιον, ότι ο μεν Πλάτων και ο Αριστοτέλης έψεξαν

αυτόν ως υπερβολικά δημοκρατικόν, οι δε νεώτεροι επικριταί του

παραπονούνται ότι δεν ήτο αρκετά δημοκρατικός — λαλούσιν όσα

ολόκληροι τόμοι. Η ιδική του πολιτική ήτο φανερά μετριοπαθής.

Ομολογεί ότι τα πράγματα της πόλεως ευηρέστησαν περισσοτέρον

αυτόν — εξαιρουμένης ίσως της «_του πρώτου ανδρός αρχής_» —

κατά τους πρώτους μήνας της παλινορθώσεως του 411, διότι τότε

(Η', 97) μετρία «_ήτε εις τους ολίγους και τους πολλούς

ξύγκρασις εγένετο_» { a fair combination of the rights of the

Few and the Many!}. Ο Θουκυδίδης φαίνεται άνθρωπος αυστηρών

προσωπικών γνωμών, αλλά και πνεύμα δυνάμενον να παραμερίζη

αυτάς ενόσω διηγείται. Η φράσις του (Η' 73) «_Υπέρβολός τις_» —

ότε ο Υπέρβολος ήτο ο δυνατώτατος πολιτευτής των Αθηνών —

ερμηνεύεται όταν ενθυμηθώμεν ότι ο ιστορικός αποτείνεται προς

όλον το ελληνικόν και ότι πολλοί ούτ' εγνώριζον ούτ' εφρόντιζον

περί της εσωτερικής πολιτικής των Αθηνών. Η δ' επακολουθούσα

περιφρονητική κατάκρισις του Υπερβόλου εγράφη συμφώνως προς το

πνεύμα, το κρατούν εν Αθήναις κατά το τέλος του πέμπτου αιώνος.

Περί δε του Κλέωνος γράφει μετά τινος προσωπικού πάθους. Αλλ' η

δευτέρα περί αυτού εισαγωγή (Δ' 21) οφείλεται προδήλως εις

παραδρομήν είτε του συγγραφέως, είτε του αντιγραφέως· και η

καταπλήσσουσα φράσις του Δ' 28,5 δικαιολογείται, αν

αναλογισθώμεν ότι «οι σώφρονες Αθηναίοι» όσοι «_μάλλον

ήλπιζον_» «_Κλέωνος απαλλαγήσεσθαι_» ή «_Λακεδαιμονίους

χειρώσασθαι_» ήσαν οι τότε πλειοψηφούντες εν τη εκκλησία,

δηλαδή οι περί τον Νικίαν. Εν τέλει δε η απεικόνισις του

Κλέωνος είναι η ήκιστα δυσμενής των σωζομένων και αν είναι

δυσάρεστος, πρέπει να ενθυμηθώμεν ότι ο Θουκυδίδης είχεν

υποχρέωσιν να δείξη ότι ο Κλέων δεν ήτο Περικλής.

Δεν πρέπει να λησμονώμεν ότι ο Θουκυδίδης κατήλθεν εις τας

Αθήνας κατά τα 403 ως φάσμα εκ του τάφου, λείψανον του παλαιού

ομίλου του Περικλέους. Έκτοτε εκινείτο μεταξύ ανθρώπων ξένων.

Το ιδανικόν του είχεν εκπνεύσει προ μιας γενεάς μακράν των

Αθηνών και η ανάμνησίς του εξηφανίσθη μεταξύ των στενοχωριών

και των σφαγών και της πενίας της τελευταίας δεκαπενταετίας. Η

πολιτική του Περικλέους, η ιδέα της ηγεμονίας, αυτή η

δημοκρατία είχεν εντελώς, αμετακλήτως εγκαταλειφθή υπό των

ανθρώπων, προς ούς ανεστρέφετο ο Θουκυδίδης. Οι τότε

φιλοσοφούντες έλαβον την οδόν των ολιγαρχικών, την μετέπειτα

οδόν του Αριστοτέλους. Η αθηναϊκή ιστορία εθεωρείτο διαδοχή

δημαγωγών, του Αριστείδου, του Εφιάλτου, του Περικλέους, του

Κλέωνος, του Κλεοφώντος, του Καλλικράτους· «_από δε Κλεοφώντος

ήδη διεδέχοντο συνεχώς την δημαγωγίαν οι μάλιστα βουλόμενοι

θρασύνεσθαι και χαρίζεσθαι τοις πολλοίς_» { and from that time

on in succession all who were ready for the greatest extremes

in general recklessness, and in pandering to the people for

their immediate advantage. } ως λέγει ο Αριστοτέλης (_Αθην.

Πολ. 28,4_). Η δημοκρατία έπρεπε να γίνη δεκτή υπό μετρίαν και

αλλοίαν μορφήν αλλά, καθώς έλεγεν ο Αλκιβιάδης (Θουκ. Στ, 89,6)

ήτο «_ομολογουμένη άνοια_» { folly confessed}, οι δε ηγέται

αυτής ήσαν ανεξαιρέτως ιδιοτελείς αγύρται. Ο Περικλής — κατά

τον Στησίμβροτον και τους κωμικούς — δεν ήτο διάφορος των

χειρίστων εξ αυτών, και αυτός ο Αριστείδης ο δίκαιος είχε τα

τρωτά του! Οι άνθρωποι, οι ζώντες κατά τας αρχάς του δ' π. Χ.

αιώνος, εκινούντο μεταξύ ερειπίων, έχοντες συντρίμματα ελπίδων,

λείψανα ιδανικών και ωχράς τινας αξιώσεις. Ο άριστος αυτών,

«_των πολλών ικανώς ιδών την μανίαν_», εγίνωσκεν «_ότι ουδέν

υγιές, ως έπος ειπείν, περί τα των πόλεων πράττει, ουδ' έστι

σύμμαχος, μεθ' ότου τις ιών επί την τω δικαίω βοήθειαν σώζοιτ'

αν_» { has seen the madness of the multitude. He knows that no

politician is righteous, nor is there any champion of justice

at whose side he may fight and be saved! } αλλά θα ήτο «_ώσπερ

εις θηρία άνθρωπος εμπεσών_» και εθεώρει κάλλιον ο Πλάτων να

ιδιωτεύη «_οίον εν χειμώνι κονιορτού και ζάλης υπό πνεύματος

φερομένου υπό τειχών αποστάς_» { retires under the shelter of a

wall while the hurrying wind and the storm of dust and sleet go

by. } (Πολιτ. 469 D). Τοιουτοτρόπως έζη μονήρης και ο γηραιός

εξόριστος των Περικλείων χρόνων. Η ζωή του είχεν ήδη διαρρεύσει

χωρίς να διακριθή, αι Αθήναι του είχον καταντήσει αγνώριστοι, η

παλαιά του ερωμένη είχεν αποθάνει και ταφή. Αλλ' εφύλαττεν ο

Θουκυδίδης σταθεράν την ανάμνησιν της αληθινής του πόλεως και

του πολιτικού του αρχηγού — του ανδρός, όν ωνόμαζον οι λοιποί

δημαγωγόν, διότι ήτο υπέροχος, ανώτερος της αντιλήψεώς των· εάν

μόνον έζη εκείνος ή εάν αι συμβουλαί του ετηρούντο, θα έσωζε

και θα εμεγάλυνε τας Αθήνας, τας ηττημένας τώρα. Νέοι

αναφαινόμενοι τότε άνδρες έγραφον φυλλάδια και ελέγχους. Αλλ' ο

Θουκυδίδης δεν είχε πλέον όρεξιν να ελέγχη. Εσπούδαζε τους

αρχαίους και τους μυθικούς χρόνους και παρεσκεύαζε το θαυμάσιον

εκείνο προοίμιον της συγγραφής. Εσώρευσεν όλην των χρόνων του

την ιστορίαν, όπως ουδείς άλλος άνθρωπος προτού. Ενώ δ' έμαθε

δεκάκις περισσοτέρα των προγενεστέρων συγγραφέων, επέμενε να

μάθη και άλλα, πριν εκδώση το βιβλίον του εις φως. Προ παντός

ήθελε ν' αφήση την αλήθειαν να λαλήση αφ' εαυτής, ώστε κανείς

να μη τον αντικρούση, μηδέ να τον αποδείξη ποτέ άδικον.

Επεθύμει να περιβάλη την ιστορίαν του διά λέξεων παλαιών, καθώς

του Γοργίου, του Προδίκου, του Αντιφώντος, αυτού του

Περικλέους. Επόθει ν' αφυπνίση τας μεγάλας ηχούς του

παρελθόντος, όπως λαλήσωσιν αύται προς τον αλλοιωθέντα νέον

κόσμον.

Αλλ' ο θάνατος τον επρόλαβε.(225) Το έργον έμεινεν ατελείωτον.

Αλλά και όπως ευρίσκετο, ήτο απηρχαιωμένον πριν ή εκδοθή. Ως

χρονικόν, εξηκολούθησεν αυτό ο Ξενοφών, ως μνημείον δε της

ανθρωπίνης ματαιότητος ο Θεόπομπος. Αλλά το ύφος και το πνεύμα

του βιβλίου ήτο ήδη ακατάληπτον εις τους ανθρώπους του δ' π. Χ.

αιώνος. Και ανεγνωρίσθη μεν ο Θουκυδίδης 300 περίπου έτη

βραδύτερον υπό των λογίων ως ο μέγας φιλαλήθης ιστορικός· αλλά

μόλις 50 μετά τον θάνατόν του έτη ο Έφορος είχε μεταγράψει και

αντικαταστήσει αυτόν και τον αφήκε ν' αναμένη τους χρόνους της

αναζωπυρήσεως των αρχαίων ελληνικών γραμμάτων, της επί των

ημερών του Καίσαρος Αυγούστου. (226)

Θ'

ΤΟ ΔΡΑΜΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Αποβλέποντες εις το Σοφόκλειον δράμα ως τέλειον δημιούργημα,

χωρίς να παρακολουθήσωμεν την ιστορικήν αυτού ανάπτυξιν, συχνά

λυπούμεθα δι' ανεξήγητα εκ πρώτης όψεως κατά συνθήκην μέρη. Και

όμως το αρχαίον δράμα καθαρεύει τελείως πολλών κατά συνθήκην

στοιχείων, υπολείπονται δε μία ή δύο κατά παράδοσιν ficelles —

παραδείγματος χάριν χρησμοί και εκθέσεις παιδίων — αλλά καθόλου

το δράμα των περιπετειών και των χαρακτήρων είναι και αληθινόν

και ανεπιτήδευτον. Δεν έχει ούτε κίβδηλον ηρωισμόν, ούτε

ανύπαρκτον μοχθηρίαν, ούτε ανάλατον αίσθημα, έχει δε μοναδικήν

τόλμην και ποικιλίαν πλοκής και τελείαν έλλειψιν των ερωτικών

εκείνων ζευγαρίων, όσα κατήντησαν τύραννοι ημών αφ' ής εφάνη το

νέον δράμα.

Εν πρώτοις ολόκληρος σειρά νομιζομένων συνθηματικών τύπων

δύναται ν' απορριφθή αμέσως. Επί του παρόντος πρέπει να μη

δίδωμεν πίστιν εις εκείνους όσοι λαλούσι περί προσωπείων και

κοθόρνων και αμφιέσεων ιερατικών (227), επαναλαμβάνοντες τας

αμφιβόλους γνώσεις του Πολυδεύκους και του Λουκιανού,

δεικνύουσι τα χονδροειδή έργα της Νοτίου Ιταλίας και τα

ζωγραφήματα της Πομπηιανής παρακμής, συμπιλούσιν εξ αυτών

σφαλεράς περιγραφάς της αψύχου Μακεδονικής και Ρωμαϊκής σκηνής

— της σκηνής της ανταγωνιζομένης προς το αμφιθέατρον — έπειτα

δε καλούσιν ημάς να σχηματίσωμεν ιδέαν περί του Ευριπιδείου

οράματος εκ του αηδούς τούτου κυκεώνος. Η αρχαιολογική σκαπάνη

οφείλει ανυπερθέτως ν' αναδιδάξη ημάς περί των πλανών όσας

μετέδοσαν τα αρχαιολογικά βιβλία.

Και πάλιν όμως η γνησία παράδοσις περιέχει, αρκετά συνθηματικά

στοιχεία· τα πρόσωπα είναι τα πλείστα μυθικά (228)· πάντα

λαλούσιν εμμέτρως· προσπαθούσι ν' απαντώσι συμμετρικώς και

διακόπτονται συνήθως μετά το τέλος του στίχου. Αλλά το

χειρότερον, αιωνίως είναι παρών εκεί χορός δώδεκα ή δεκαπέντε

ομογενών προσώπων — παρθένων, μητέρων, αιχμαλώτων και των

ομοίων — των οποίων το κυριώτατον καθήκον είναι κατά μεν την

όρασιν να μετριάζωσι την αναρμοστίαν της παρουσίας των, κατά δε

τα διαλείμματα να χορεύωσι και να ψάλλωσιν εις δωρικήν

διάλεκτον όχι φυσικήν. Η ερμηνεία του πράγματος, είναι ιστορική

(229).

Είδομεν ανωτέρω (σελ. 101) ότι ο χορός των Σειληνών, ήτοι των

Κενταυροειδών θιασωτών του Διονύσου ανεμείχθη μετά του

σατυρικού χορού αγρίων τράγων, ακολούθων του Πανός, του θεού

των αρκαδικών βουνών. Τραγικός χορός σημαίνει χορός τράγων και

τραγωδία σημαίνει ωδή τράγου. Αν ήλλαξεν η έννοια της λέξεως,

τούτο συνέβη διότι και το πράγμα σημαντικά μετεβλήθη. Η

τραγωδία ανεπτύχθη εκ των δωρικών τραγικών χορών της βορείας

Πελοποννήσου, των εν Κορίνθω χορών του Αρίονος και των εν

Φλειούντι προδρόμων του Πρατίνα και εκείνων, ούς ο τύραννος

Κλεισθένης κατήργησεν εν Σικυώνι, διότι «_ετίμων τον Άδρηστον

και δη προς τα πάθεα αυτού τραγικοίσι χοροίσι εγέραιρον»_ {

those which the tyrant Cleisthenes suppressed at Sikyon for

"celebrating the sufferings of Adrastus.” }(Ηροδότου Ε' 67).

Βεβαίως και άλλαι επενέργειαι δυνατόν να είχον συντελέσει.

Μιμητικόν στοιχείον είχε και η παλαιοτάτη λαϊκή ποίησις και

_δρώμενα_ (παριστανόμενα) — η λέξις είναι σχεδόν η ιδία με το

_δράμα_, παράστασις — μνημονεύονται κατά πολλάς θρησκευτικάς

τελετάς. Η γέννησις του Διός παριστάνετο εν Κρήτη, ο δε γάμος

του μετά της Ήρας εν Σάμω και Κρήτη και Άργει. Εν Πλαταιαίς

υπήρχον ιερά ξόανα καλούμενα _δαίδαλα_. Εν Δήλω δε χορός

παρίστανε τον Θησέα σώζοντα τους νέους εκ του λαβυρίνθου. Και

αυτά τα μυστήρια της Ελευσίνος και τα άλλα απεκαλύπτοντο μάλλον

προς τα θνητά όμματα παρά τα θνητά ωτία.

Το πρώτον βήμα προς την μεταμόρφωσιν του τραγικού χορού έγινεν

επί αττικής γης, όπου η ψαλλομένη δωρική ποίησις συνήντησε την

απαγγελλομένην ιωνικήν. Ευρεία παράδοσις αναφέρει ότι ο εκ του

δήμου Ικαρίας Θέσπις υπήρξεν ο πρώτος ποιητής, όστις προς

ανάπαυσιν των χορευτών και ποικιλίαν της τελετής εξήρχετο

αυτοπροσώπως και απετείνετο προς τους θεατάς διά τροχαϊκών

τετραμέτρων, όπως απήγγελλεν ο Σόλων εν τη αγορά, τω δε 534

εδίδαξεν εν τω άστει την πρώτην αυτού τραγωδίαν (230). Διάδοχοί

του υπήρξαν ο Χοιρίλος και κάποιος ξένος, ο οποίος παρίστανεν

ανά την Αττικήν, Πρατίνας ο Φλειάσιος.

Οι χορευταί ήσαν τότε σάτυροι· τι ήτο ο ποιητής; Πιθανώτατα

παρίστανε τον ήρωα της υποθέσεως, τον μυθικόν βασιλέα ή Θεόν.

Παλαιός στίχος, ακατάληπτος κατόπιν, έλεγεν «_ηνίκα μεν

βασιλεύς ήν Χοιρίλος εν Σατύροις_» { when Choirilus was a king

among satyrs.}. Αλλ' αφού ο ποιητής παρίστανεν έν πρόσωπον,

διατί να μη παριστάνη και περισσότερα; Αν παρουσιάζετο πρώτον,

άς είπωμεν, ως βασιλεύς Λυκούργος, διατί να μη αλλάξη φόρεμα

κατά το ακόλουθον άσμα και να επανέλθη ως ο ιερεύς, όν είχεν

αποπέμψει ο Λυκούργος; την ερχομένην φοράν ηδύνατο να γίνη

άγγελος διηγούμενος τον θάνατον του τυράννου. Ό,τι χρειάζεται

είναι μόνον έν μέρος προς μεταμφίεσιν. Λοιπόν μέρος του

κυκλικού χορευτικού χώρου, της ορχήστρας, αποχωρίζεται,

κατασκευάζεται υπόστεγον, δηλαδή _σκηνή_ (231), και η πρόσοψις

αυτής καλλωπίζεται. Συνήθως γίνεται ανάκτορον έχον τρεις θύρας,

διά να εισέρχεται και εξέρχεται ο υποκρινόμενος. Εν τω μεταξύ ο

τρόπος του χορού κάπως μεταβάλλεται, διότι δεν υπάρχει πλέον

κύκλος και ο παλαιός _κυκλικός_ χορός γίνεται ο τετράγωνος

χορός της τραγωδίας.

Εννοείται ότι και ο χορός ηδύνατο ν' αλλάξη ένδυμα. Ο Πρατίνας

είχε ποτε χορόν παριστώντα Καρυάτιδας κόρας χορευούσας. Αλλά

τούτο ήτο πρόοδος σπουδαιοτέρα και φαίνεται ότι εχρειάσθη πολλά

διάμεσα βήματα. Yπήρχον ονόματα δραμάτων *_Κήρυκες, *Ιχνευταί,

*Παλαισταί_ κ.τ.τ. (232). Δεν αναλογούσι ταύτα κάπως προς τον

βλάκα Μάκκον ή τον γέροντα Πάππον, τα τυπικά πρόσωπα των

οσκικών Ατελλανών δραμάτων, και προς τον αγγλικόν Devil a Monk;

Ο υποκριτής δεν παριστάνει απλώς στρατιώτην· παριστάνει τον

γελωτοποιόν Μάκκον της παλαιάς σκηνής, διατεινόμενον ότι είναι

στρατιώτης. Ο χορός δεν είναι κήρυκες· είναι σάτυροι

μετημφιεσμένοι. Το φυσικόν τέλος του είδους τούτου της τέρψεως

είναι να σχίζεται το κωμικόν ένδυμα και οι σάτυροι, ο Μάκκος ή

ο διάβολος ν' αποκαλύπτωνται όπως είναι. Οι τραγικοί χοροί

επετρέπετο ν' αλλάζωσι τρεις ενδυμασίας, πριν εμφανισθώσιν ως

ανεγνωρισμένοι σάτυροι. Δηλαδή, διά να μεταχειρισθώμεν την

μεταγενεστέραν γλώσσαν, εκάστη παράστασις ήτο τετραλογία

συνέκειτο εκ τριών τραγωδιών (εκ _μικρών μύθων_, ως λέγει ο

Αριστοτέλης εν συγκρίσει προς τα μακρότερα δράματα του καιρού

του) κατόπιν δε ήρχετο σατυρικόν δράμα. Η συνήθεια αύτη

παρέμεινε μέχρι της μέσης περιόδου του Ευριπίδου. Ο Κύκλωψ

αυτού ήτο το μόνον σωζόμενον σατυρικόν δράμα [μέχρι της

ανακαλύψεως των _Ιχνευτών_ του Σοφοκλέους] η δε Άλκηστις είναι

πραγματικόν δράμα, διδασκόμενον ως καταληκτικόν τριών

τραγωδιών.

Η ελληνική λέξις «_υποκριτής_» σημαίνει «_αποκριτής_» (233)· Ο

ποιητής ήτο πράγματι και ο παριστάνων· αλλ' αν ήθελε ν'

αναπτύξη τον μονόλογόν του εις διάλογον, εχρειάζετο άλλον διά

να του απαντά. Ο χορός συνήθως ήτο διηρημένος εις δύο, καθώς

μαρτυρεί το σύστημα της στροφής και αντιστροφής. Ο ποιητής

πιθανώς έλαβε πρώτον ως υποκριτάς τους κορυφαίους των δύο

μερών. Οπωσδήποτε η εντελώς ανεπτυγμένη τραγωδία κανονικώς έχει

τρεις υποκριτάς. Τον παλαιόν κυκλικόν χορόν απετέλουν 50

χορευταί και ο ποιητής· τον όλον τραγικόν θίασον 48 χορευταί, 2

υποκριταί και 1 ποιητής. Τούτο ήτο το όλον όπερ ο καλούμενος

χορηγός — ο πλούσιος πολίτης, ο [κατά το Πάριον χρονικόν από

του 509] αναλαμβάνων την δαπάνην της παραστάσεως — ήτο υπόχρεος

να χορηγήση, καίτοι δε εις το λειτούργημα τούτο συχνάκις

εδαπανώντο γενναία ποσά και εδίδοντο και παραχορηγήματα ήτοι

δώρα, ουδέποτε προσελήφθη και τέταρτος υποκριτής. Ουδ'

εφρόντιζεν ο χορηγός περί αλλαγής ενδυμάτων και των 48

χορευτών· παρουσιάζοντο μόνον 12 διά μιας εις έκαστον των

τεσσάρων δραμάτων της τετραλογίας. Η παράδοσις λέγει αορίστως

ότι ο Θέσπις είχεν ένα υποκριτήν, ο Αισχύλος δύο και ο Σοφοκλής

τρεις, καίτοι ενίοτε ο Αισχύλος εισήγε και τρίτον. Καθόλου δε η

πόλις, και όχι ο ποιητής, παρείχεν ωρισμένα βραβεία εις τους

υποκριτάς και ανελάμβανε την διεξαγωγήν της εορτής του

Διονύσου. Επομένως οσάκις βλέπομεν αρχαίον κριτικόν αποδίδοντα

ωρισμένας σκηνικάς μεταβολάς εις ωρισμένους ποιητάς, τούτο

συνήθως σημαίνει ότι αι μεταβολαί εκείναι εφαίνοντο κατά πρώτον

εις τούτων τα έργα. Ακρωτηριασμένη επιγραφή (C. I. Α. II. 971)

φαίνεται δηλοϋσα το έτος μιας σπουδαίας μεταβολής ή

τακτοποιήσεως των από σκηνής διδασκαλιών. Η κωμωδία γίνεται

δεκτή εις τα μεγάλα Διονύσια· οι υποκριταί αυξάνονται εις

τρεις· οι δε αποτελούντες τον τραγικόν χορόν εις 15 αντί 12,

και πιθανώς η επί της σκηνής πρόσοψις του ανακτόρου γίνεται

μόνιμος. Οι ποιηταί τείνουσι φυσικά ν' αποσυρθώσι της σκηνής. Ο

Αισχύλος έπαυσε να διδάσκη κατά τα τέλη της ζωής του· ο δε

Σοφοκλής λέγεται ότι ηύρε την φωνήν του λίαν αδύνατον. Το

επάγγελμα του υποκριτού κατεστάθη πάντως προ του 456 π. Χ.

διότι τότε ευρίσκομεν τα ονόματα των νικησάντων υποκριτών

μνημονευόμενα μετά του ποιητού και του χορηγού.

Ο χορός ήτο το κύριον στοιχείον της τραγωδίας. Δύο δηλαδή

πράγματα, εχρειάζοντο διά ν' αποτελεσθή διδασκαλία· ο χορηγός

εσχημάτιζε χορόν και ο ποιητής εδίδασκεν αυτόν· αυτά ήσαν τα

δύσκολα (234). Η καθαυτό σύνθεσις ήτο απλή λεπτομέρεια, την

οποίαν οιοσδήποτε καλός ποιητής ήτο έτοιμος να εκτελέση. Όθεν

πάντες οι τεχνικοί όροι εσχηματίσθησαν εκ της σχέσεως προς τον

χορόν. Ο _Πρόλογος_ είναι το προ της εισόδου του χορού·

επεισόδιον ο διάλογος των υποκριτών, οίτινες _επεισήεσαν_ μετά

τον χορόν, το δε τέλος του έργου λέγεται _έξοδος_, διότι τότε

εξέρχεται ο χορός. Αλλ' ο χορός έφθινε καθόσον ανεπτύσσετο η

τραγωδία, διότι ο διάλογος είναι ο παρέχων ζωήν εις το δράμα

και δεν εβράδυνε ν' αποβή κατά την λέξιν του Αριστοτέλους

_πρωταγωνιστής·_ την ανάπτυξιν αυτού δυνάμεθα να

παρακολουθήσωμεν και εις τα ολιγοστά λείψανα της αρχαίας

δραματουργίας· από απαγγελλομένης ποιήσεως τείνει να γίνη λόγος

δραματικός, γίνεται ολιγώτερον πομπώδης και άκαμπτος,

γοργότερος δε και φυσικώτερος, αυξάνει δε κατά την έκτασιν. Των

_Ικετίδων_ του Αισχύλου, του αρχαιοτάτου των σωζομένων

δραμάτων, ο χορός είναι πράγματι αυταί αι ηρωίδες της

τραγωδίας, αίτινες κατά τα δύο τρίτα του έργου ψάλλουσιν, είναι

δε παρούσαι από του πρώτου μέχρι του τελευταίου στίχου. Του δε

_Φιλοκτήτου_ του Σοφοκλέους (409 π. Χ.) ο χορός προσωπικώς

είναι ασήμαντος· δεν εμφανίζεται παρά μόνον αφού το δράμα έχει

αρκετά ήδη προβή, τα δε χορικά αποτελούσι το έν έκτον του

συνόλου. Αυτός δε είναι και ο λόγος, δι' όν τα μεταγενέστερα

δράματα είναι πολύ εκτενέστερα των παλαιοτέρων· διότι

παριστάνοντο ταχύτερον.

Υπήρχεν όμως και άλλος λόγος, περιορίζων το μουσικόν της

τραγωδίας μέρος, εντελώς διάφορος. Βαθμηδόν το μέλος δεν

απέμενεν ολόκληρον εις τον χορόν. Διότι εφ' όσον ανεπτύσσετο η

αθηναϊκή δημοκρατία, ο χορός έπαυε να είναι επαγγελματικός.

Απετελείτο εξ ελευθέρων πολιτών, οίτινες ανέλαβον την εκτέλεσιν

των δημοσίων θρησκευτικών χορών ως μέρος είτε των δικαιωμάτων

των είτε των καθηκόντων. Τούτου αποτέλεσμα ήτο ότι ο χορός

εγίνεν ολιγώτερον περίτεχνος, τα δε μέτρα και τα μέλη έπρεπε να

είναι προσιτά εις την ικανότητα και μετρίου μουσικού. Αλλ' εν

τω μεταξύ το κοινόν μουσικόν διαφέρον ανυψώνετο και η

καλαισθησία των πολιτών είχε περισσοτέρας απαιτήσεις. Κατά τον

πελοποννησιακόν πόλεμον το σύνηθες χορικόν άσμα δεν έθελγε

πλέον τον ανεπτυγμένον Αθηναίον. Προκειμένου ν' ακούση

μουσικήν, ήθελε κάτι λεπτότερον και κινητικώτερον, κάτι

πλησιέστερον προς την ζωντανήν μουσικήν του διθυράμβου, όστις

οσημέραι εγίνετο τεχνικώτερος και δυσκολώτερος. Όθεν ενώ από

του Αισχύλου μέχρι των νεωτέρων έργων του Σοφοκλέους το μέλος

του δράματος εξέπιπτεν, από των αρχαιοτέρων μέχρι των

τελευταίων έργων του Ευριπίδου ανυψώνετο και πάλιν. Αλλ' όμως

δεν ήτο πλέον χορικόν μέλος. Ο Ευριπίδης μετεχειρίζετο

υποκριτάς, οίτινες ήσαν και δόκιμοι αοιδοί· όθεν έχει συχνάς

μονωδίας. Της _Μηδείας_ (431 π. Χ.) το λυρικόν μέρος αποτελεί

περίπου το πέμπτον του όλου· του δε _Ίωνος_ (414 π. Χ.) είναι

περίπου το ήμισυ, αλλ' αι μονωδίαι και τάλλα από σκηνής άσματα

συμποσούνται πάλιν εις το ήμισυ των χορικών· του _Ορέστου_ (408

π. Χ.) αι μονωδίαι είναι τριπλάσιαι των χορικών. Μία φαινομένη

εξαίρεσις διασαφεί την σημασίαν του κανόνος τούτου. Αι _Βάκχαι_

μία των νεωτάτων τραγωδιών έχει πολλά χορικά και καμμίαν

μονωδίαν. Διατί; Διότι ο Ευριπίδης, ότ' έγραφεν αυτάς, είχε

μετοικήσει εις την Μακεδονίαν και πιθανώτατα δεν είχεν εκεί

τους υποκριτάς του. Η Μακεδονία δεν είχε δράμα, αλλ' είχε

ζωντανόν διθύραμβον και εξ επαγγέλματος αοιδούς· εκείνοι λοιπόν

έψαλλον εν ταις _Βάκχαις_.

Η προς τα άνω αυτή φορά του σατυρικού άσματος είχε πολλάς

αιτίας, δηλαδή τας πνευματικάς ορμάς τας εξευγενισάσας τον

Αθηναϊκόν λαόν· τον πόθον νέου είδους τέχνης, όπως

αντικαταστήση το εκπνέον έπος ως φορείον του ηρωικού μύθου· την

εκ της Διονυσιακής λατρείας προερχομένην δίψαν βαθυτέρας

συγκινήσεως, ήτις σχεδόν κατ' ανάγκην είναι τραγική. Οι

παλαιωθέντες σάτυροι περιωρίσθησαν με την παλαιάν των

πρωτότυπον γελωτοποιίαν εις παράμερον γωνίαν κατά το τέλος των

τριών τραγωδιών και το κωμικόν στοιχείον αφείθη ν' αναπτυχθή

εις χωριστόν είδος τέχνης (235).

Όπως συλλογιζόμεθα σήμερον ημείς, κωμωδία και τραγωδία

φαίνονται μόνον δυο όψεις του αυτού πράγματος, το δε μεταξύ των

όριον είναι μόλις αισθητόν· ομοίως εσκέπτοντο και οι Αθηναίοι

του Μενάνδρου. Αλλ' όμως η ιστορική καταγωγή των ήτο διάφορος.

Η μεν τραγωδία προήλθεν εκ του τεχνικού και επαγγελματικού

χορικού άσματος· η δε κωμωδία εκ των χυδαιοτήτων των αγροτών

κατά τας εορτάς του θέρους και του τρυγητού. «_Η μεν από των

εξαρχόντων τον διθύραμβον_ — λέγει ο Αριστοτέλης — _η δε από

των τα φαλλικά_». Ταύτα επανηγυρίζοντο εις τιμήν των θεών της

γονιμοποιήσεως και αυξήσεως ανθρώπων, ζώων και φυτών, θεών

τιμωμένων υπό ποικίλα ονόματα ανά τα διάφορα μέρη της Ελλάδος.

Ήσαν ο Διόνυσος εν Αχαρναίς, Ρόδω και Δήλω, αι αδελφαί Δημία

και Αυξησία εν Αιγίνη, η Δημήτηρ εν δήμοις της Αττικής, ο Παν

εν τη βορεία Πελοποννήσω. Σήμερον βεβαίως εξαφνιζόμεθα

φανταζόμενοι την δημοσίαν τέλεσιν τοιούτων χονδρών ασχημιών

μεταξύ λαού πολύ απλοϊκωτέρου και ολιγώτερον ανεκτικού ημών.

Αλλά, και αν μη λάβωμεν υπ' όψιν την νεωτέραν σεμνοτυφίαν,

πρέπει να έχωμεν κατά νουν πολλά άλλα πράγματα· τα στοιχεία

εκείνα της ανθρωπίνης φύσεως, άπερ είναι αδιόρθωτα και δεν

είναι σεβαστά, οι Έλληνες εσυνήθιζον να ταναγνωρίζωσιν

ελευθέρως και να τα κανονίζωσιν. Περιστελλομένη δύναμις

αποβαίνει επικίνδυνος· λοιπόν πάσαι αι φυσικαί ορμαί αφίνοντο

να εκδηλωθώσιν όσον το δυνατόν αβλαβέστερον. Υπήρχε μεν

αυστηρός νόμος κατά πάσης καταχρήσεως των εορτών τούτων, κατά

της βίας, της απρεπούς συμμετοχής των ανηλίκων αλλά, καθόλου

ειπείν, ούτ' εντροπή υπήρχεν, ούτε μυστικότης. Ατυχώς η περί

κωμωδίας φιλοσοφία του Αριστοτέλους, περιλαμβανομένη εις το

λείπον μέρος της _Ποιητικής_, δεν εσώθη. Αλλ' αφού ορίζει την

ηθικήν βάσιν της τραγωδίας ως κάθαρσιν της ψυχής ημών από του

ελέου και του φόβου διά ισχυράς εκροής των τοιούτων

συγκινήσεων, αφού δικαιολογεί τα _εξοργιάζοντα την ψυχήν μέλη_

ως επιφέροντα κάθαρσιν των εμφύτων εις ημάς αγρίων συγκινήσεων,

αίτινες άλλως ηδύναντο να εκραγώσιν εις ό,τι ονομάζει

_ενθουσιασμόν_, εύκολον είναι να εικάσωμεν ότι και της κωμωδίας

αι ασχημίαι θα ενομίζοντο ως προξενούσαι άλλην προδηλοτέραν και

αναγκαιοτέραν κάθαρσιν. Εξ άλλου δεν πρέπει να λησμονώμεν ότι

πάντοτε υπήρχεν εν Ελλάδι ζωηρά κατά των φαλλικών παραστάσεων

αποδοκιμασία· ότι και αυτός ο απόλυτος ασκητισμός είχε πάντοτε

τους οπαδούς του· τέλος δε ότι όπου η θρησκεία καθιερώνει

ανήθικον έθιμον υποτάσσει και τους υγιεστέρους εγκεφάλους.

Αναμφιβόλως πολλαί εγκρατείς και σεμναί ιέρειαι του Διονύσου θα

επίστευον ότι αι παλαιαί και συμβολικαί εκείναι τελεταί είχον

λαμπράς ανταμοιβάς και επί γης και αλλαχού.

Έν εκ των χαρακτηριστικών των τελετών εκείνων ήτο η παρρησία,

αύτη δε παρέμεινε καύχημα της κωμωδίας. Ηδύνατο δηλαδή κανείς

κατά την ωρισμένην ημέραν να πειράζη και να υβρίζη ελευθέρως

οιονδήποτε πρόσωπον, ενώπιον του οποίου κατά τας λοιπάς ημέρας

ο φόβος ή η ευπρέπεια επέβαλλον σιωπήν. Κατά τινας των τελετών

το προνόμιον τούτο είχον μόνον αι γυναίκες. Αφ' ής η κωμωδία

προπαρεσκευάζετο επιμελώς, κέντρον αυτής ήτο άσμα, γραφόμενον

και εκμανθανόμενον, διά του οποίου ο χορός, ενεργών απλώς ως

στόμα του ποιητού, απετείνετο προς το κοινόν περί «θεμάτων της

ημέρας»· τούτο απέβη η _παράβασις_ της προηγμένης κωμωδίας.

Κατά τάλλα, αρχή της κωμωδίας ήτο κατά τας εορτάς του Διονύσου

ή συγγενούς αυτού θεού θίασος προσωπιδοφόρων, οίτινες

παρήλαυνον ψάλλοντες μετ' αυλών φαλλικόν άσμα και τέρποντες

τους θεατάς διά προχείρων πειραγμάτων. Αλλ' ούτ' επληρώνοντο,

ούτε είχον επισημότητα καμμίαν. Μόνον από του 465 π. Χ περίπου

ανεγνωρίσθησαν επισήμως οι _κώμοι_ και η _κωμωδία_ επετράπη να

σταθή παραπλεύρως της _τραγωδίας_. Παρουσιάσθη πρώτον κατά τα

_Λήναια_, [μηνός Γαμηλιώνος, ήτοι κατά Ιανουάριον ή

Φεβρουάριον] έπειτα δε κατά τας άλλας του Διονύσου εορτάς. Αλλά

μόνον από της αρχής του πελοποννησιακού πολέμου δύο νεαροί

ποιηταί, ο Εύπολις και ο Αριστοφάνης, έδωσαν καλλιτεχνικήν

μορφήν εις την παλαιάν κωμωδίαν, έπλεξαν τα μεμονωμένα κωμικά

κομμάτια εις μίαν πλοκήν, και οπωσδήποτε απέρριψαν ή

συνεκάλυψαν τα φαλλικά. Έκτοτε η κωμωδία ανεπτύχθη γοργοτέρον

και αυτής της τραγωδίας. Ο χορός έλαβεν ενεργότερον και

ζωηροτέρον μέρος εις την δράσιν, η εξ αρχής κενότης αυτού

εδείχθη πολύ ολιγώτερον επιζημία και εξηφανίσθη πολύ ταχύτερον.

Το τελευταίον έργον του Αριστοφάνους, ο _Πλούτος_, δεν έχει

χορόν και είναι όριον της διαμέσου αναπτύξεως της γνωστής υπό

το όνομα Μέση κωμωδία, δειλοτέρας παρά την παλαιάν, όχι τόσον

τελείας όσον η νέα. Κατόπιν η κωμωδία μεταπίπτουσα δυστυχώς εις

ασθενεστέρας χείρας και ολιγώτερον «δαιμονίους» εγκεφάλους,

διώκει την πραγματοποίησιν των προσπαθειών του Ευριπίδου, τον

θρίαμβον της δραματικής ιδέας, την τέχνην την ούτε τραγικήν

ούτε κωμικήν, αλλά συνάμα και τα δύο, ήτις τείνει εσκεμμένως να

γίνη μίμησις της ζωής, κάτοπτρον του καθ' ημέραν λόγου,

έκφρασις του πραγματικού. Η μορφή αύτη της τέχνης διαπλασθείσα

διήρκεσεν έπειτα επί αιώνας· ήρχισεν ολίγον μετά τα 400 π Χ.

ότε η δημοσία πενία συνετέλεσεν όσον και το αίσθημα του καλού

εις την κατάργησιν του πολυδαπάνου χορού και ότε το ονομαστί

κωμωδείν μετά μακρούς αγώνας και αντιδράσεις κατηργήθη. Έφθασε

δε η νέα κωμωδία εις το κατακόρυφον διά του Φιλήμονος και του

Μενάνδρου περί τα 300 π. Χ., επιγραφαί δε ποικίλων περί τα 160

π. Χ. χρονολογιών εδίδαξαν προσφάτως ημάς ότι και τότε ακόμη

κατά τα μεγάλα Διονύσια εδιδάσκοντο πλην των παλαιών και πέντε

κατ' έτος πρωτότυποι κωμωδίαι. Αλλά παράδοξος ειρωνεία της

τύχης εξήλειψεν εκτός μακράς σειράς αποσπασμάτων καί τινων

αδεξίων λατινικών διασκευών, το σύνολον της εξαιρέτως πλουσίας

ταύτης συγκομιδής της αρχαίας λογοτεχνίας.

ΦΡΥΝΙΧΟΣ Ο ΠΟΛΥΦΡΑΔΜΟΝΟΣ (ακμάζων κατά τα 494 π. Χ.)

Ολιγώτερον σκιώδης μεταξύ των προαισχυλείων δραματικών είναι ο

_Φρύνιχος_. Η παράδοσις έσωσε τα ονόματα δέκα του δραμάτων, και

την είδησιν ότι εν τω διαλόγω μετεχειρίζετο το τροχαϊκόν

τετράμετρον και εισήγαγε πρόσωπα γυναικεία. Ο Ηρόδοτος λέγει

ότι έγραψε *_Μιλήτου άλωσιν_, ότι του επεβλήθη πρόστιμον [διότι

υπέμνησεν οικεία κακά] και ότι το θέμα τούτο κατόπιν

απηγορεύθη. Η πτώσις της Μιλήτου ήτο εθνική συμφορά, πάντως δε

το δράμα περιείχε και πολλά δυσάρεστα εις τας φατρίας. Ο

Φρύνιχος επέτυχε περισσότερον εις άλλο συγχρόνου πηγής έργον,

τας *_Φοινίσσας_ εκεί ο χορός παρίστανε τας συζύγους των

Φοινίκων του Ξέρξου ναυτών, η δε σκηνή τον θάλαμον του

συμβουλίου του βασιλέως, όπου οι γέροντες ανέμενον τα νέα του

πολέμου. Ο Φρύνιχος πιθανώτατα τότε έτυχε του άθλου έχων

χορηγόν αυτόν τον Θεμιστοκλή, τον αληθινόν, καίτοι φυσικά μη

ανημονευόμενον, ήρωα του έργου. Λυπηρά προ πάντων είναι η

απώλεια των λυρικών αυτού μερών, των περιέργων απηρχαιωμένων

μελών, τα οποία και κατά τας ημέρας του Πελοποννησιακού πολέμου

εψιθύριζον ακόμη οι τραχείς παλαίμαχοι του Μαραθώνος,

_λύχνους έχοντες και μινυρίζοντες μέλη

αρχαιομελισιδωνοφρυνιχήρατα. (Αριστοφ. Σφήκες 220)_.

{ Lights in their hands, old music on their lips, Wild honey

and the East and loveliness }

Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας · 第 4 / 52 题