Ο χώρος επιτρέπει μόνον απλάς νύξεις περί του άλλου

χρονολογικού τεκμηρίου, όπερ ήδη χρησιμοποιείται μεγάλως εν τη

«υψηλοτέρα κριτική», λέγω την ανάλυσιν του μύθου. Αλλ'

αξιοσημείωτον είναι π. χ. ότι το περί τα πλοία τείχος εν τη

_Ιλιάδι_ είναι μεταγενεστέρα προσθήκη· διότι κτίζεται κατά

περίστασιν αδύνατον, πότε υπάρχει και πότε δεν υπάρχει και

πάλιν αναφαίνεται μυστηριωδώς, αφού ο Απόλλων κατηδάφισεν αυτό.

Ο δε Αχιλλεύς εν τω Π της _Ιλιάδος_ λαλεί ως εάν μη συνέβησαν

τα εν τω I. Του Οδυσσέως αι πλάναι εν τω κ και τω μ και ίσως εν

τω ι φαίνεται κατ αρχάς ότι συνετέθησαν εις τρίτον πρόσωπον,

όχι πρώτον, αι δε εν τω ξ και τω τ πλασταί αυτού διηγήσεις

φαίνονται προερχόμεναι εκ παλαιοτέρας του μύθου διασκευής. Του

δε τ και των επομένων ραψωδιών οι ποιηταί φαίνονται αγνοούντες

ότι η Αθηνά είχε μεταμορφώσει τον ήρωα εν τω ν εις παλαιόν

γέροντα και ότι ούτος παρέμεινε γέρων μέχρι του τέλους του σ.

Αλλά ψυχή της τοιαύτης κριτικής είναι η λεπτομερής ανάλυσις.

Όθεν εκλέγομεν έν προς διασάφησιν παράδειγμα, την

μνηστηροφονίαν.

Κατά την σωζομένην έκδοσιν ο Οδυσσεύς αρχίζει διά του τόξου,

εξαντλεί όλα του τα βέλη, καταθέτει το τόξον και λαμβάνει δόρυ

και ασπίδα και περικεφαλαίαν, άπερ εν τω μεταξύ εκόμισεν ο

Τηλέμαχος. Αλλ' ενώ αυτός ήλλασσεν όπλα, τι έκαμνον τα ξίφη των

οι 50 εκείνοι απηλπισμένοι άνδρες; Πάντες σχεδόν οι κριτικοί

διακρίνουσιν εδώ συνδυασμόν παλαιοτέρας τοξομαχίας προς

νεωτέραν δοριμαχίαν. Περί της πρώτης ας αρχίσωμεν από των

νίπτρων του τ. Εκεί ο Οδυσσεύς ομιλεί μετά της Πηνελόπης,

παρούσης της Ευρυκλείας και των αμφιπόλων. Ο Οδυσσεύς δεν τολμά

ν' αναγνωρισθή αμέσως, επειδή γνωρίζει ότι αι αμφίπολοι δεν

είναι πισταί. Λαλεί προς την γυναίκα του δι' υπαινιγμών, λέγει

ότι είδε τον Οδυσσέα, ότι ο Οδυσσεύς είναι εν τη Θεσπρωτία και

ότι αναμφιβόλως θα έλθη προ της λήξεως του έτους εκείνου. Θα

ήθελε βεβαίως να αποπέμψη τας αμφιπόλους, αλλά, εννοείται, δεν

ημπορεί. Ενθυμείται την Ευρύκλειαν, την παλαιάν τροφόν του· και

ότε η Πηνελόπη διατάσσει τας αμφιπόλους ν' απονίψωσιν αυτόν,

εκείνος ζητεί όπως η Ευρύκλεια και όχι άλλη πλύνη τους πόδας

του. Τότε η γραία διά μιας (τ 392) τον αναγνωρίζει εκ της

ουλής. Αλλά κατά την σωζομένην διασκευήν ο «πολύμητις»

εκπλήσσεται διά τούτο· απειλεί την Ευρύκλειαν ίνα σιωπήση και

δεν επακολουθεί τίποτε. Το δε σπουδαιότερον, η Πηνελόπη, ενώ

προ μικρού έμαθε παρ' αξιοπίστου ανθρώπου, ότι ο Οδυσσεύς ζη

και τάχιστα θα επανέλθη, αίφνης αποφασίζει ότι δεν ημπορεί

πλέον ν' αναβάλη την μνηστείαν, φέρει κάτω το τόξον του ανδρός

της, και δηλοί ότι θα υπανδρευθή εκείνον, όστις ήθελε περάσει

το βέλος διά μέσου δώδεκα πελέκεων· ο δε Οδυσσεύς ακούει και

ευχαριστείται. Δεν υπήρχεν άρα γε αρχικώς κάποιος λόγος της

προτάσεως της Πηνελόπης και της χαράς του Οδυσσέως; Βεβαίως

υπήρχε δολοπλοκία. Ο Οδυσσεύς ήθελε να τον αναγνωρίση η

Ευρύκλεια, ν' αποπέμψη τας αμφιπόλους και ν' αποκαλύψη την

είδησιν εις την Πηνελόπην. Κατόπιν οι δύο σύζυγοι εξύφαινον το

τέχνασμα του τόξου. Τούτο βεβαίως μέχρι τούδε είναι απλή

εικασία· αλλά παραδόξως πιστοποιεί αυτήν η εν τω ω διήγησις του

φάσματος του Αμφιμέδοντος. Αύτη δεν είναι η της σωζομένης

Οδυσσείας· είναι η παλαιά, η περί φόνου διά του τόξου,

σκευωρηθέντος διά συνεννοήσεως των συζύγων (στ. 167).

Την δε δοριμαχίαν προαγγέλλει χωρίον του π (281-298) αθετηθέν

υπό των αρχαίων γραμματικών, ως ανακόλουθον προς τα λοιπά. Εκεί

ο Οδυσσεύς συνεννοείται μετά του Τηλεμάχου ν' αποκομίση πάντα

τα άλλα όπλα εκ του μεγάρου και ν' αφήση μόνον δύο φάσγανα, δύο

δόρατα και δύο ασπίδας προς ιδικήν των χρήσιν. Τούτο υπήρξεν

αφορμή της διά δοράτων μνηστηροφονίας υπό του Οδυσσέως και του

Τηλεμάχου, ήτις εν τη σωζομένη διασκευή συνεδυάσθη ως δεύτερον

του φόνου μέρος. Τα ίχνη ταύτα της διά τόξου μάχης και της διά

δοράτων (ήτις και πάλιν ετροποποιήθη) ανεζήτησεν ο Otto Seeck

(76) καθ' όλα τα σχετικά της _Οδυσσείας_ μέρη.

Περίεργον δε είναι ότι οσάκις δυνάμεθα να παραβάλωμεν τους

μύθους των ημετέρων επών προς τους υπό άλλων ποιητών

εκφραζομένους και προς την αγγειογραφίαν του πέμπτου π. Χ.

αιώνος, πολλάκις — ίσως πάντοτε — τα ημέτερα έπη φαίνονται

μάλλον επεξειργασμένα και νεωτερίζοντα. Ούτως εν ταις

*_Μεγάλαις Ηοίαις_ ο Αλκίνοος και η Αρήτη δεν είναι σύζυγοι

αλλ' αδελφοί· η δε ημετέρα _Οδύσσεια_ μετά προσοχής προσπαθεί

να δείξη ότι ήσαν απλώς πρώτοι εξάδελφοι. Ότε δε ο ναυαγός

Οδυσσεύς συναντά την Ναυσικάαν, αποσπά κλάδον δένδρου — διά τι;

Προφανώς, διά να δειχθή ικέτης, ως ικέτην δε απεικονίζει αυτόν

αγγείον του πέμπτου αιώνος. Αλλ' η ημετέρα _Οδύσσεια_

παριστάνει αυτόν κρύπτοντα διά του κλάδου το γυμνόν σώμα,

ομοίως δε και ταγγεία του τετάρτου αιώνος. Μία παράδοσις του

φόνου του Έκτορος, ήν ηκολούθει ο Σοφοκλής εν τοις *_Νίπτροις_,

παρίστανε τον Αχιλλέα σύροντα τον αντίπαλον ζωντανόν όπισθεν

του άρματος. Αύτη είναι η ωμοτέρα και σκληροτέρα παραλλαγή. Η

ημετέρα _Ιλιάς_ δεν δύναται μεν ν' αποσιωπήση την αγρίαν ύβριν,

αλλά παραλείπει την βάσανον. Πώς και πότε επήλθεν η φιλάνθρωπος

αυτή τροπή; Δεν δυνάμεθα να είπωμεν, αλλά βεβαίως προεκρίθη

μετά σκέψιν και θα εκανονίσθη ότε τα έπη διεσκευάζοντο χάριν

της ιεράς τελετής των Αθηνών.

Η ηθική αυτή βελτίωσις είναι έν των σημείων της τελικής

επεξεργασίας των επών. Αύτη παρέδωκεν εις ημάς τας εξαισίας

μορφάς της Ελένης και της Ανδρομάχης, όχι ως ευτελών

αντικειμένων αγοράς και αρπαγής οποία ποτε υπήρξαν, αλλ' ως

γυναικών ετοίμων να εμφανισθώσιν επί της τραγικής σκηνής. Αύτη

παρέδωκε τον ευγενή και λαμπρόν των Λυκίων ιπποτισμόν, του

Σαρπηδόνος και του Γλαύκου· τον γλυκύν χαρακτήρα του

χοιροβοσκού Ευμαίου· την πρόθυμον αυτού περιποίησιν προς τον

ξένον, τον δυνάμενον να δώση πληροφορίαν τινά περί του

Οδυσσέως, εφόσον εκείνος κρύπτεται· την μοναδικήν του

τιμιότητα, ότι και αυτός τρώγει και εις τον ξένον και εις αυτόν

τον Τηλέμαχον προσφέρει κρέας χοίρων κατωτέρων, φυλάττων τους

καλυτέρους, καθόσον επιτρέπουσιν οι μνηστήρες, διά τον κύριόν

του (ξ 3,80· π 49)· και την συγκινητικήν παράβασιν της αρχής

του ταύτης, συνοδευομένην υπό πολλών δικαιολογιών, ότ'

εχαροποίησεν αυτόν ο πλαστός του Οδυσσέως λόγος· «άξεθ' υών τον

άριστον.» (ξ 414) {Bring forth the best of the hogs!}. Αλλ'

υπέρ πάντας ο Έκτωρ διεμορφώθη προς το συμπαθέστερον. Η

παλαιοτάτη ποίησις βεβαίως τον εμίσει και έχαιρε διά τον

σπαραγμόν του, αν και αναμφιβόλως εκεί θα ήτο φοβερώτερος και

θ' απεδεικνύετο μάλλον «ανδροφόνος» ή όσον παριστάνει αυτόν η

_Ιλιάς_, όπου όχι μόνον ο Αχιλλεύς, αλλά και ο Διομήδης και ο

Αίας και ο Ιδομενεύς και αυτός ο Μενέλαος πλέον ή άπαξ

αντιτάσσονται προς αυτόν. Εκ της απόψεως ταύτης εζημιώθη ο

Έκτωρ, αλλ' εξάλλου ωφελήθη. Διότι αι τελευταίαι ραψωδίαι

τρέπουσι προς αυτόν την συμπάθειαν ημών. Αι δύο κυριώταται

ηθικαί αποφάσεις του έπους κατακρίνουσι τον Αχιλλέα ότι έσυρεν

αυτόν· οι θεοί φυλάττουσιν άθικτον τον νεκρόν του και

αποδοκιμάζουσι την σκληρότητα του νικητού. Αι δε σκηναί του Ζ,

ο αποχωρισμός αυτού από της Ανδρομάχης, η προς τον μικρόν

Αστυάνακτα τον φοβηθέντα την πατρικήν περικεφαλαίαν συμβουλή, η

ήρεμος αποδοχή πάλης κατ' αυτόν ολεθρίας και αγώνος κατ' αυτόν

απεγνωσμένου, πάντα ταύτα είναι αληθώς πλήρη μεγάλης φαντασίας.

Αλλά το τέλειον αριστοτέχνημα, έν των μεγίστων ποιητικών

κατορθωμάτων, είναι η φυγή του Έκτορος εν τω Χ. Η φυγή εκείνη

είναι καθαρός, απροκάλυπτος φόβος· και όμως όλοι αισθανόμεθα

ότι ο φεύγων είναι ανήρ γενναίος. Μόνον ότι εστάθη έξω των

πυλών είναι αρκετόν και δύναται να εμπνεύση θάρρος. Αλλ' ο

τρόμος του μακρόθεν επερχομένου Αχιλλέως αυξάνεται καθ' όσον

αναμένομεν αυτόν, μέχρις ού καταντά πλέον ακατάσχετος. Ο Έκτωρ

τότε φεύγει κατ' ανάγκην και ουδείς δικαιούται να τον ονειδίση·

διότι η φυγή εκείνη είναι απλώς νέα σταγών εις το ποτήριον της

ειμαρμένης, ήτις απεφάσισεν όπως ο Έκτωρ φονευθή, καή η Τροία,

ο Αστυάναξ κατασφαγή και η Ανδρομάχη συρθή δούλη. Εάν ο παλαιός

ποιητής απέκλινε προς τον θριαμβευτήν και επέχαιρε διά την

καταισχύνην του Έκτορος, ήλθε κατόπιν άλλος, όστις λαμβάνων

πάντα τα περιστατικά, μεταστρέφει αυτά αντιθέτως, διότι

αισθάνεται πόσον οξυτέρα είναι πάντοτε του ηττημένου η συμφορά

και επομένως παθητικωτέρα.

Το δε θαυμαστόν είναι ότι ουδ' ο Αχιλλεύς παραβλάπτεται ενώπιον

ημών. Παραμένει τρόπον τινά μέγας μέχρι τέλους· και θλιβόμεθα

μεν διά τας ωμάς πράξεις, όπου τον εξωθεί η λύπη, αλλά δεν τον

αντιπαθούμεν. Τούτο καταφαίνεται προ πάντων εν τω Ω, όπου ο

Πρίαμος εισέρχεται εις την σκηνήν του Αχιλλέως. Ο είς σέβεται

τον άλλον, και καθείς καταπνίγει τον πόνον του διά προσποιητής

φιλοφροσύνης· αλλά το όνομα του Έκτορος μόλις δύναται να

μνημονευθή και οι θεράποντες φυλάττουσι σκεπασμένον τον νεκρόν,

μήπως εκ της θέας εκραγή η οδύνη του Πριάμου και θυμωθή ο

Αχιλλεύς

και ε κατακτείνειε, Διός δ' αλίτηται εφετμάς

{and Achilles slay him and sin against God}

(Ω 586). Τούτο είναι το αληθινόν πάθος του πολέμου, η όψις των

πραγμάτων εξ αμφοτέρων των μερών η αμέτρητος θλίψις, διά την

οποίαν ουδείς ατομικώς είναι ορθόν να κατακριθή. Ενίοτε ο

Όμηρος, καθό αρχαίος ποιητής, θεωρείται ως μη αβρός και ως μη

βαθύς ακόμη. Αλλά δεν είναι τάχα θαύμα λεπτοτάτης φαντασίας ότι

συμπαθούμεν προς τον φεύγοντα Έκτορα, τον ωμόν Αχιλλέα, την

άπιστον Ελένην, χωρίς μηδ' επί στιγμήν να λησμονήσωμεν τα

ιδανικά της ανδρείας, της φιλανθρωπίας και της αρετής;

Η δύναμις αύτη των Ελλήνων, όπως εισχωρώσι ζωηρώς εις τα

αισθήματα αμφοτέρων των συγκρουομένων, είναι ίσως το κάλλιστον

χάρισμα της ελληνικής μεγαλοφυίας· κατά τούτο συγγενεύουσιν ο

Όμηρος, ο Αισχύλος, ο Ηρόδοτος και ο Θουκυδίδης και τούτο

καθωδήγησε τας Αθήνας όπως εύρωσι το δράμα (77).

Β'

ΜΙΚΡΟΤΕΡΑ ΟΜΗΡΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ. ΟΡΦΕΥΣ. ΗΣΙΟΔΟΣ.

ΤΑ ΑΠΟΡΡΙΦΘΕΝΤΑ ΕΠΗ.

Αφού εκ των περιφερομένων πολυπληθών επών απεχωρίσθησαν και

συνεπήχθησαν δύο πολυσύνθετα ποιήματα, πολλή και πάλιν απέμενεν

ανώνυμος ποίησις, προτού μεν ισότιμος προς τα προτιμηθέντα δύο,

αλλά κατόπιν καταμερισθείσα και εγκαταλειφθείσα. Η απορριφθείσα

αύτη ποίησις δεν συνετάχθη εις σύνολα χωριστά, αλλ' αφέθη εις

πάντα ραψωδόν να τροποποιή αυτήν και να εκλέγη ό,τι θέλει.

Είναι δε σήμερον αναχρονισμός η κατάστρωσις σειράς επών, οία τα

* _Κύπρια_, η _Ιλιάς_, η *_Αιθιοπίς_, η *_Μικρά Ιλιάς_, η

*_Ιλίου Πέρσις_, οι *_Νόστοι_, η _Οδύσσεια_ και η

*_Τηλιγόνεια_, ως ποιημάτων χωριστών και συνεχών, συντεθέντων

υπό διαφόρων ποιητών. Τα * _Κύπρια_ π. χ., μέγας όγκος επών,

εχόντων κέντρον τας προ του πολέμου πράξεις του Πάριδος και της

Κυπρίας θεάς, αποδίδονται εις τον Όμηρον, τον Κρεώφυλον, τον

Κυπρίαν, τον Ηγησίαν και τον Στασίνον· η δε *_Πέρσις_

απονέμεται εις τον Όμηρον, τον Αρκτίνον και τον Λέσχην και εις

άλλον ποιητήν ονομαζόμενον Ηγίαν, Αγίαν ή Αυγίαν, και

καταγόμενον εκ της Τροιζήνος ή της Κολοφώνος. Τινά των ονομάτων

τούτων ανήκον ίσως εις πραγματικούς ραψωδούς, άλλα δ' όμως ήσαν

εντελώς πλαστά. Ο Κυπρίας π. χ. οφείλει την ύπαρξίν του εις την

ανακάλυψιν ότι εν τη φράσει «τα Κύπρια έπη» θα υπήρχεν η δωρική

γενική του ονόματος Κυπρίας, ούτω δ' ελύετο το πρόβλημα της

πατρότητος των επών.

Αφού δε απέθανεν η προφορική ποίησις — ίσως κατά τον τέταρτον

π. Χ. αιώνα — , οι λόγιοι ήρχισαν να συνάγωσι τα λείψανα αυτής.

Αλλ' η συναγωγή εκείνη των αρχαίων επυλλίων ολίγους ηύρεν

αναγνώστας και ταχέως εξηφανίσθη. Ό,τι δε γινώσκομεν περί των

απορριφθέντων επών προέρχεται σχεδόν ολόκληρον εκ των

μυθολογικών εγχειριδίων, όσα κατέγραφον την μυθικήν ιστορίαν

εις κεφάλαια ή «κύκλους». Έχομεν δε λιθίνους πίνακας,

παριστώντας την επικήν ιστορίαν εις σειράν εικόνων. Γνωστοτέρα

τούτων είναι η Tabula Iliaca του Καπιτωλίνου Μουσείου,

χαραχθείσα ολίγον π. Χ. [και φέρουσα την επιγραφήν

[_ω φίλε παι, Θεοδώρειον μάθε τάξιν Ομήρου_]

{ the arrangement of Homer }

ήτοι την κατά τινα Θεόδωρον κατάταξιν (78). Είς των πινάκων

αναφέρει «Τρωικόν κύκλον» και «Θηβαϊκόν κύκλον». Αλλά

μνημονεύεται και ιστορικός κύκλος, όν έγραψε Διονύσιος ο Σάμιος

(79) κατά τον γ' ή τον β' π. Χ. αιώνα. Η φράσις λοιπόν «επικός

κύκλος» σημαίνει κυρίως μέρος επικής ιστορίας περιλαμβανόμενον

εντός μιας επιτομής. Κατά συνήθη δε κατάχρησιν ελέγοντο

«κύκλος» και αυτά τα αρχαία έπη, τα γνωστά μόνον ως πηγαί των

εγχειριδίων. Ούτω σφάλλεται ο Αθηναίος παραπέμπων (εν βιβλ. ΙΑ'

σ. 477 e και 481 e) εις τον ιστορικόν Κύκλον του Διονυσίου διά

των λέξεων «εν τοις περί του Κύκλου», ήτοι εκλαμβάνων τον

κύκλον ως σημαίνοντα τα έπη.

Κυριωτάτη ημών πηγή είναι κάποιος Πρόκλος, πιθανώς Βυζαντινός

(80), εξ ού αντλούμεν περίληψίν τινα του Τρωικού κύκλου,

φερομένην εν τω ενετικώ κώδικι Α και εν τη _Μυριοβίβλω_ του

Φωτίου. Εάν παν ό,τι λέγει ο Πρόκλος ήτο αληθινόν, θα ήτο

σπουδαιότατον. Αλλ' όχι μόνον αναχωρεί από ψευδούς αντιλήψεως

της συστάσεως των επών — ταύτα πιθανώς εξηφανίσθησαν αιώνας

όλους προ του Παυσανίου — αλλά και φαίνεται ότι έγραψε

παραλαβών το κείμενον εξ επιτομής τινος, συμφωνούσης ενίοτε

κατά λέξιν προς την του Απολλοδώρου — έπειτα δε είτ' εξ

εικασίας είτε άλλως πως παρενέβαλε τας φράσεις «_Εξής δε εστιν

Ιλιάδος μικρής βιβλία τέσσαρα Λεσχέω Μυτιληναίου περιέχοντα

τάδε» «Έπεται δε τούτοις Ιλίου Πέρσιδος βιβλία δύο Αρκτίνου

Μιλησίου, περιέχοντα τάδε_». Διότι γνωστόν εκ της μνείας

παλαιοτέρων συγγραφέων είναι ότι τα έπη εκείνα είχον έκτασιν

πολύ περισσοτέραν ή όσην ο Πρόκλος παραχωρεί. Π. χ. η *_Μικρά

Ιλιάς_ αρχίζει κατ' αυτόν εκ της περί των όπλων του Αχιλλέως

φιλονικίας του Αίαντος και του Οδυσσέως και καταλήγει εις την

παραδοχήν του Δουρείου ίππου. Αλλά πολύ απωτέραν αρχήν μηνύει

αυτό το σωθέν προοίμιον του έπους

Ίλιον αείδω και Δαρδανίην εΰπωλον,

ης πέρι πολλά πάθον Δαναοί θεράποντες Άρηος·

{ I sing of Ilion and Dardania, land of chivalry, for which the

Danaoi, henchmen of Ares, suffered many things; }

απώτερον δε τέλος αποδεικνύουσι τα εξ αυτού αποσπάσματα τα

περιγράφοντα την άλωσιν. Εκείθεν πηγάζουσι π. χ. οι στίχοι του

Βεργιλίου [Aen. II 575] περί του Αινείου, όστις εσκόπει να

φονεύση την Ελένην, αλλά συνεκρατήθη υπό της Αφροδίτης· εν τη

_Μικρά Ιλιάδι_ αυτή της Ελένης η καλλονή παρέλυε τον Μενέλαον.

Αλλ' εν γένει ο Βεργίλιος, καθώς και η πηγή του Πρόκλου,

προτιμά την πληρεστέραν παραλλαγήν, την προερχομένην εκ του

κυρίου περί της αλώσεως έπους, του «Αρκτίνου του Μιλησίου», ενώ

ο Θεόδωρος απορρίπτων αμφότερα τα έπη, ακολουθεί την λυρικήν

_Πέρσιν_ του Στησιχόρου.

Επίσης ο Πρόκλος παριστάνει την * _Αιθιοπίδα_ και την *_Πέρσιν_

ως δύο χωριστά έπη, έχοντα μεταξύ μέγα χάσμα. Η κατ' αυτόν

*_Αιθιοπίς_ αρχίζει αμέσως από του τέλους της _Ιλιάδος_,

περιγράφει τους άθλους της Αμαζόνος Πενθεσιλείας και του

Αιθίοπος Μέμνονος και λήγει εις την περί των όπλων του Αχιλλέως

φιλονικίαν. Η δε *_Ιλίου Πέρσις_ αρχίζει από της εισαγωγής του

Δουρείου ίππου. Η *_Αιθιοπίς_ είχε πέντε βιβλία, η δε *_Πέρσις_

δύο, ήτοι εν όλω επτά. Είς όμως των πινάκων παριστά και τα δύο

ποιήματα ως έν συνεχές εξ 9500 στίχων, τόσοι δε θ' απετέλουν

δέκα τουλάχιστον βιβλία. Εξάλλου ο Πρόκλος αναφέρει τους

*_Νόστους_, οι οποίοι θα ήσαν σειρά χωριστών ραψωδιών καθώς

περίπου αι *_Ηοίαι_, (βλ. κατωτέρω), ως έν έπος.

Περί δε της χρονολογίας των επών τούτων λέγομεν ότι την τελικήν

των μορφήν προσέλαβον πολύ βραδύτερον ή τα σωζόμενα Ομηρικά και

τότε, καθώς φαίνεται, μάλλον χάριν της ιστορικής ύλης ή της

ποιητικής αξίας. Περιέχουσι φράσεις της _Ιλιάδος_, της

_Οδυσσείας_ και της _Θεογονίας_· παραμελούσι δε οικτρώς το

δίγαμμα και νεωτερίζουσιν εις την γλώσσαν. Εξ άλλου όμως είναι

σφάλμα να εκλάβωμεν τας περί προγονολατρείας, μαγικής, καθαρμών

και των τοιούτων μαρτυρίας αυτών ως μεταγενέστερα σημεία. Ταύτα

πάντα είναι παμπάλαια έθιμα, άπερ ο Όμηρος αφήκεν αμνημόνευτα,

όπως και άλλα πολλά, εξ οιαςδήποτε είτε φυλετικής, είτε

κοινωνικής, είτε και άλλης αντιπαθείας προς αυτά. Και η ύλη των

απορριφθέντων επών είναι συχνά παλαιοτάτη. Είδομεν ήδη την

σχέσιν του δ της _Οδυσσείας_ προς την *_Μικράν Ιλιάδα_. Εν δε

τοις *_Κυπρίοις_ ο Αλέξανδρος επιφαίνεται εν όλη τη παλαιά του

δόξη, ως κατακτητής της Σιδώνος· υπάρχει δε κατάλογος των

Τρώων, όστις αδύνατον ήτο ν' αντιγραφή εκ του σωζομένου ισχνού

του Β, είναι δε μάλλον πηγή αυτού· υπάρχει μία διήγησις του

Νέστορος φαινομένη μάλλον ως το πρωτότυπον της Νεκυίας· Η δε

φράσις «_Διός δ' ετελείετο βουλή_» είναι βεβαίως ολιγώτερον

φυσική εκεί όπου ευρίσκεται εν τη _Ιλιάδι_ ή εν τοις

*_Κυπρίοις_, όπου αναφέρεται εις το όλον σχέδιον της διά του

Τρωικού πολέμου ανακουφίσεως της γης από του ανθρωπίνου βάρους.

Έχομεν 125 διάφορα των *_Κυπρίων_ αποσπάσματα, εξ ών το έπος

φαίνεται χωριστόν και ανεξάρτητον από της άλλης επικής

παραδόσεως.

Και η *_Τηλεγόνεια_, αν και καθ' ύλην ήτο απλώς συνέχεια της

_Οδυσσείας_, παριστάνουσα τον υιόν του Οδυσσέως και της Κίρκης

Τηλέγονον πλέοντα προς αναζήτησιν του πατρός του, ακριβώς όπως

έπραξε και ο Τηλέμαχος, είναι πλήρης γνησίως αρχαϊκού μύθου. Ο

Οδυσσεύς επαναλαμβάνεται εν τω υιώ, καθώς ο Αχιλλεύς, και καθώς

ο Λανσελώτος και ο Τριστάνος. Υιός του «μακράν περιπλανωμένου»

είναι ο «μακράν μαχόμενος» (Τηλέμαχος) και άλλος εκ της

Καλυψούς ο «μακράν δαμάζων» (Τηλέδαμος). Ο τοξότης είχε τοξότην

υιόν και ο υιός πλανάται, διότι και ο πατήρ επλανήθη. Το δε

τέλος της *_Τηλεγονείας_ φέρει τον απλούστατον μυθικόν τύπον. Ο

Τηλέγονος ακουσίως πληγώνει θανασίμως τον πατέρα του, εκείνος

δε του δίδει την Πηνελόπην ως γυναίκα. Αυτός φέρει πάντας εις

την μαγικήν νήσον της Κίρκης, εκείνη καθαρίζει αυτόν του φόνου

και καθιστά τον Τηλέμαχον και την Πηνελόπην αθανάτους· εντέλει

δε οι δύο υιοί νυμφεύονται τας μητρυιάς των· αλλ' ο Οδυσσεύς

μένει, ως φαίνεται, νεκρός. Τούτο δεν είναι μεταγενέστερον ή

διεσκευασμένον έπος. Ο ποιητής αυτού, ο Κυρηναίος Ευγάμων (ο

καλούς γάμους ποιών) εθεωρείτο ίσως τραχύς υπό των Ελλήνων του

πέμπτου αιώνος· αλλά θα ήτο αγαπητός μεταξύ των παλαιών

μυθοποιών, οίτινες εποίουν τον Ηρακλή αρμόζοντα την Δηιάνειραν

μετά του Ύλλου, και τον Οιδίποδα νυμφευόμενον την χήραν του

αποθανόντος βασιλέως ως μέρος της βασιλείας.

Τα κριτικά ζητήματα, τα γεννώμενα εκ των απορριφθέντων επών,

είναι πολλά. Πώς π.χ. μόνη η *_Μικρά Ιλιάς_ αφέθη φέρουσα το

γλωσσικόν του έπους ένδυμα τόσον λεπτόν, ώστε να διαφαίνεται

πανταχού το αιολικόν ιδίωμα; Ο στίχος

_νυξ μεν έην μέσσα, λαμπρά δ' επέτελλε σελάνα_

παρέχει το μακρόν αιολικόν α και πιθανώς τα διπλά σύμφωνα,

άλλοι δε στίχοι ετροποποιήθησαν μόνον επιπολαίως. Πιθανώς έπη

τινά εξηκολούθησαν να άδωνται μόνον εν τη Λέσβω κατά την

επιχώριον διάλεκτον μέχρι του χρόνου των αρχαϊκών συλλογών του

τετάρτου π. Χ. αιώνος ή και κατόπιν· και ίσως εάν ποτε το

ποίημα τούτο ανεκαλύπτετο εξ αιγυπτιακού τινος τάφου, θα

είχομεν δείγμα του κοινού και δημοτικού έπους, πριν τορνευθή

υπό της ιωνικής ευφυίας. Καθόλου το ύφος αυτού φαίνεται

άκαμπτον, παραβαλλόμενον προς την γλώσσαν, ήν εμφαίνουσιν η

μιλησιακή _Αιθιοπίς_ και η * _Ιλίου Πέρσις_.

Μεταξύ των άλλων απορριφθέντων επών ήσαν καί τινα ανήκοντα εις

«κύκλον» δυνάμενον να ονομασθή κοσμικόν, ως η [υπό του Αθηναίου

μνημονευομένη] *_Τιτανομαχία_. Ο δε Θηβαϊκός κύκλος, ο

θεωρούμενος υπό των γραμματικών ως εισαγωγή εις τον Τρωικόν,

περιελάμβανεν *_Οιδιπόδειαν, *Θηβαΐδα_ και *_Επιγόνους_, έπος

πραγματευόμενον περί των απογόνων των Επτά, οίτινες εκυρίευσαν

τας Θήβας. Παρασιωπώμεν την _*Μινυάδα, την *Οιχαλίας Άλωσιν,

την *Δαναΐδα, την *Ατθίδα και άλλα_(81).

ΥΜΝΟΙ Ή ΠΡΟΟΙΜΙΑ

Έθιμον των ραψωδών ήτο «από θεού άρχεσθαι» ήτοι συνήθως εκ

«Διός» ή από των Μουσών. (82) Τούτο έδωκεν αφορμήν εις

ανάπτυξιν του προοιμίου, ως χωριστού είδους ποιήσεως, ής

δείγματα παρέμειναν οι λεγόμενοι Ομηρικοί ύμνοι· η λέξις

«ύμνος» δεν είχεν ακόμη την έπειτα θρησκευτικήν χροιάν. Τα

βραχύτατα των προοιμίων τούτων απλώς επικαλούνται τον θεόν διά

των οικείων επιθέτων, αναφέρουσί τινα των κατορθωμάτων αυτού

και καταλήγουσι συνήθως εις τον στίχον

_αυτάρ εγώ και σείο και άλλης μνήσομ' αοιδής._

{ Beginning from thee, I will pass to another song }

Οι πέντε μακρότεροι ύμνοι είναι, όπως και οι Πινδαρικοί

επίνικοι, παραδείγματα του πού δύναται να φθάση λογοτεχνικόν

είδος, απομακρυνόμενον του αρχικού σκοπού του, μέχρις κατανοηθή

ότι υπερέβη τα όριά του. Το προοίμιον ανεπτύχθη ως κάτι

χωριστόν, μέχρις ού δεν ήτο πλέον προοίμιον.

Η σωζομένη συλλογή περιλαμβάνει 34 ποιήματα διαφόρων χρόνων και

τόπων, η δε παράδοσις του κειμένου είναι σφόδρα συγκεχυμένη Π.

χ. οι πρώτοι 546 στίχοι φέρονται ως είς ύμνος, εις τον

Απόλλωνα. Αλλά πάντως περιλαμβάνουσι δύο ύμνους, τον μεν πρώτον

(1-178) υπό Ίωνος ποιητού περί της γεννήσεως του ιωνικού θεού

επί της τραχείας Δήλου, τον δε δεύτερον υπό ποιητού της Στερεάς

Ελλάδος περί του φόνου της δρακαίνης [στ. 300] και της εν

Δελφοίς εγκαταστάσεως του δωρικού θεού. Αλλά και πάλιν τα δύο

ταύτα μέρη δεν είναι απλά, αλλ' αποτελούνται υπό χωριστών,

πράγματι δε ο Αθήναιος [Α' σ. 22 β] λέγει «εν τοις εις Απόλλωνα

ύμνοις». Το ιωνικόν μέρος του ύμνου είναι πιθανώτατα το

παλαιότερον μέρος της σωζομένης συλλογής. Και αναφέρεται μεν ως

Ομηρικόν υπό του Θουκυδίδου (Γ' 104,4) και του Αριστοφάνους

(Όρν. 575), αλλ' αποδίδεται εις τον Ομηρίδην Κύναιθον τον Χίον

υπό του γραμματικού Διδύμου· τούτο σημαίνει ότι δεν ήτο

νεώτερον των απορριφθέντων επών. Ο δε εις Ερμήν ύμνος παρέχει

χρονολογικόν τεκμήριον, περιγράφων την επτάχορδον φόρμιγγα ως

αμέσως ευρεθείσαν υπό του θεού, εγράφη δηλαδή αφού η αρχική

τετράχορδος είχεν όχι μόνον παλαιωθή, αλλά και λησμονηθή. Το

ωραίον απόσπασμα (ζ') το περί της συλλήψεως του Διονύσου υπό

Τυρσηνών πειρατών, φαίνεται ως αττικόν έργον του πέμπτου ή και

του τετάρτου π. Χ. αιώνος. Το δε εις Πάνα προοίμιον (ιθ') είναι

πιθανώς των Πτολεμαϊκών χρόνων. Τέλος δε ο εις Άρη (η') ύμνος

φαίνεται μάλλον του τετάρτου μ. Χ. αιώνος.

Όσον εφθαρμένοι και αν είναι οι σωθέντες ύμνοι, αναγινώσκονται

πάντοτε λίαν ευαρέστως. Ο εις Αφροδίτην, περιγράφων μόνον την

επίσκεψιν της Αφροδίτης εις τον Αγχίσην, βόσκοντα τους βους επί

της Ίδης, εκφράζει κάλλιον παντός άλλου ελληνικού έργου την

άνετον εκείνην χαράν του φυσικού βίου, ήτις κοινώς νομίζεται ως

ελληνικόν γνώρισμα. Ο εις Δήμητρα, όστις ανευρέθη [κατά τα

1780] εν Μόσχα (83) «μεταξύ χοίρων και ορνίθων», είναι

πιθανώτατα ο κάλλιστος πάντων. Είναι δε περίεργος καθό πρώιμον

αττικόν ή ελευσινιακόν έργον. Μέρη τινά είναι ίσως υδαρά και

αδύνατα, αλλά το πλείστον είναι άξιον του μεγαλοπρεπούς μύθου,

εξ ού εβλάστησεν, ως λ. χ. το εν αρχή μέρος, το παριστών την

Περσεφόνην

παίζουσαν κούρησι συν Ωκεανού βαθυκόλποις 5

άνθεά τ' αινυμένην, ρόδα και κρόκον ηδ' ία καλά

λειμών' αμ μαλακόν και αγαλλίδας ηδ υάκινθον

νάρκισσόν θ' όν φύσε δόλον καλυκώπιδι κούρη

Γαία, Διός βουλήσι, χαριζομένη Πολυδέκτη,

θαυμαστόν γανόωντα, σέβας δε τε πάσιν ιδέσθαι . . .

Η δ' άρα θαμβήσασ' ωρέξατο χερσίν αμ' άμφω 15

καλόν άθυρμα λαβείν· χάνε δε χθων ευρυάγυια

Νύσιον αμ πεδίον, τη όρουσεν άναξ πολυδέγμων

ίπποις αθανάτοισι, Κρόνου πολυώνυμος υιός.

Αρπάξας δ' αέκουσαν επί χρυσέοισιν όχοισιν

ήγ' ολοφυρομένην . . .

{ Okeanos' 'deep-breasted daughters, and plucking flowers,

roses and crocus and pretty pansies, in a soft meadow, and

flags and hyacinth, and that great narcissus that Earth sent up

for a snare to the rose-face maiden, doing service by Gods will

to Him of the Many Guests. The bloom of it was wonderful, a

marvel for gods undying and mortal men; from the root of it

there grew out a hundred heads, and the incensed smell of it

made all the wide sky laugh above, and all the earth laugh and

the salt swell of the sea. And the girl in wonder reached out

both her hands to take the beautiful thing to play with ; then

yawned the broad-trod ground by the Flat of Nysa, and the

deathless steeds brake forth, and the Cronos-born king, He of

the Many Names, of the Many Guests ; and He swept her away on

his golden chariot.}

Αυτό το επίθετον του Αϊδωνέως «_πολυσημάντωρ Πολυδέγμων_» { Him

of the Many Thralls, of the Many Guests, } απεικονίζει το

μεγαλείον αυτού επαξίως του όλου μύθου (84).

ΚΩΜΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Των εις τον Όμηρον αποδιδομένων κωμικών ποιημάτων το μόνον

σωζόμενον παράδειγμα είναι η _Βατραχομυομαχία_, καλή παρωδία

του πολεμικού έπους. Πρόδηλον μύθευμα, παραδόξως πιστευόμενον

υπό του Α. Ludwig εν τη μεγάλη αυτού εκδόσει, απέδιδεν αυτήν

εις τον Κάρα Πίγρητα, όστις επολέμησε κατά τα Μηδικά. Η μάχη

ήρχισε διότι ο μυς Ψιχάρπαξ, ελθών εις λίμνην, διά να σβήση την

δίψαν του, επείσθη υπό του βασιλέως των βατράχων Φυσιγνάθου,

υιού του Πηλέως (ο ήρως του Πηλίου κατήντησεν εδώ του πηλού!)

να καθίση εις την ράχιν του, διά να ίδη τα βασίλειά του.

Δυστυχώς ύδρος τις — συνήθως σημαίνει νεροφείδι, αλλ' εδώ ίσως

νοείται άλλο είδος υδροβίου ζώου — έδειξε την κεφαλήν του έξω

του νερού και ο βάτραχος αμέσως εχώσθη εις το βάθος. Ο ποντικός

επνίγη, αλλ' όχι ανεκδίκητος. Κάποιος συγγενής τον είδεν εκ της

όχθης, και ήρχισε φοβερός πόλεμος, όπου διέπρεψαν οι ποντικοί.

Τέλος η Αθηνά παρεκάλεσε τον Δία να προλάβη τον όλεθρον των

βατράχων. Ο Ζευς κατέπεμψε πρώτον κεραυνούς, έπειτα δε

καρκίνους, οίτινες έτρεψαν τους ποντικούς, και ούτως έληξεν ο

πόλεμος (85).

Τοιαύτα κωμικά περί μαχών ποιήματα φέρονται πολλά·

_Αραχνομαχία, *Γερανομαχία, *Επάκτιον_. Τινά τούτων ήσαν

ιαμβικά και επομένως ξένα της Ομηρικής ποιήσεως. Ονομαστότατον

δε πάντων των κωμικών επών ήτο ο *_Μαργίτης_, επονομαζόμενος

ούτως εκ του ήρωος, όστις ήτο μάργος, κενοδόξος και ανίκανος

κατά τον αθάνατον στίχον

_Πόλλ' ηπίστατο έργα, κακώς δ' ηπίστατο πάντα_.

και πάλιν

_Τον δ' ούτ' αρ σκαπτήρα θεοί θέσαν, ούτ' αροτήρα

ούτ' άλλως τι σοφόν πάσης δ' ημάρτανε τέχνης_.

{ He was not meant by the gods for a digger or a ploughman, nor

generally for anything sensible; he was deficient in all manner

of wisdom. }

Μεταγενέστεροι μετρικοί συγγραφείς λέγουσιν ότι το ποίημα ήτο

μείγμα ηρωικών και ιαμβικών στίχων, τούτο δ' εμφαίνει

μεταγενεστέραν νοθείαν παλαιού έργου, αδύνατον δε ν' αληθεύη

περί του ποιήματος, όπερ ο Αριστοτέλης ενόμιζεν ως Ομηρικόν

(86). Ο Μαργίτης θα ήτο κωμικώτερος του Σχολαστικού του

Ιεροκλέους, του ήρωος των _Αστείων_, βιβλίου, εξ ού ελήφθησαν

και πολλοί αστεϊσμοί του αγγλικού _Joe Millers_. Ο Σχολαστικός

ήτο εντελώς μωρός μετά τινος αγαστής μετριοφροσύνης.

Αλλά τι εννοούσιν οι καλούντες τα ποιήματα ταύτα Ομηρικά; Τούτο

μόνον, ότι προέρχονται εκ χρόνων, ότε το όνομα των ποιητών

ενομίζετο ανάξιον μνείας και ίσως και τούτο, ότι, προκειμένου

περί κωμικής μάχης, αστειότερον ήτο να παρασταθή αυτή ως έργον

του θείου Ομήρου.

ΗΣΙΟΔΟΣ

Ως το περί πολέμων και περιπλανήσεων έπος επροσωποποιήθη,

αποδοθέν εις τον «Όμηρον», τον αοιδόν των βασιλέων, ούτω το

απλώς διδακτικόν έπος επροσωποποιήθη, αποδοθέν εις τον

αγροτικόν ποιητήν «Ησίοδον». Είναι αλήθεια ότι τα Ησιόδεια

ποιήματα περιέχουσι προσωπικάς τινας μνείας και έν αυτών, τα

_Έργα_ συχνότατ' αποτείνεται προς τον «Πέρσην», υποτιθέμενον ως

φίλον του ποιητού, άπαξ δε ως αδελφόν του. Αλλ' είδομεν ότι αι

μνείαι είναι πλασταί, πιθανώς δε και ο Πέρσης είν' επίσης

πλάσμα. Διότι αν πραγματικός άνθρωπος είχεν αρπάσει την

κληρονομίαν του Ησιόδου διά διαφθοράς των «δωροφάγων βασιλέων»,

ο Ησίοδος δεν θ' απέμενε φίλος του. Ο Πέρσης είναι πρόσωπον

πλασθέν, όπως ακούη το διδακτικόν έπος και πράγματι εκτελεί το

καθήκον τούτο. Αφού ο Ησίοδος θέλει να επαινέση την φιλεργίαν

και να ψέξη τας αδικίας των ανθρώπων και ιδίως των δικαστών, ο

«Πέρσης» πρέπει να είναι οκνηρός ως σκύλος, άπειρος του κόσμου

και φιλόδικος. Αφού δε ο Ησίοδος θέλει να εγκωμιάση την

δικαιοσύνην, ο Πέρσης πρέπει να φαίνεται φίλος πάσης

λαθροχειρίας. Δεν έχομεν λοιπόν πληροφορίαν τι ήτο ο Ησίοδος,

αλλά μόνον παράδοσιν ποίος εικάζετο ότι ήτο. Κατ' αυτήν

εγεννήθη εν Κύμη της Αιολίδος· ο πατήρ του μετοικήσας εις

Βοιωτίαν, ήλθεν εις την Άσκραν, κώμην εύμορφον και εύφορον,

ήτις κείται επί των προπόδων του Ελικώνος, αλλ' υπό του ποιητού

περιγράφεται ως

_χείμα κακή, θέρει αργαλέη, ουδέποτ' εσθλή_.

{ bad in winter, insufferable in summer }

Εκεί έβοσκε ποίμνια επί του Ελικώνος, μέχρις ού μίαν ημέραν αι

Μούσαι τον εχαιρέτισαν ως εξής [Θεογ. 26]

«_Ποιμένες άγραυλοι, κάκ' ελέγχεα, γαστέρες οίον,

ίδμεν ψεύδεα πολλά λέγειν ετύμοισιν ομοία

ίδμεν δ' εύτ' εθέλωμεν, αληθέα γηρύσασθαι_»·

{Boors of the wild fields, by-words of shame, nothing but

belly! We know how to tell many false things true-seeming, but

we know how to speak the real truth when we will. }

τούτο έκαμε τον Ησίοδον ποιητήν. Αλλ' ουδέν άλλο πληροφορούμεθα

περί αυτού μέχρι του θανάτου του, πλην μόνον ότι διέβη ποτέ το

μεταξύ Αυλίδος και Χαλκίδος στενόν, όπως αγωνισθή και αυτός εις

τον κατά την ταφήν του βασιλέως της Ευβοίας Αμφιδάμαντος

ποιητικόν αγώνα και ότι ουδέποτε επέρασε θάλασσαν, καίτοι πολλά

συμβουλεύει περί ναυτικών πραγμάτων. Απέφευγε δε την

Πελοπόννησον, διότι χρησμός προείπεν ότι θ' απέθνησκεν εν

Νεμέα· αλλ' εφονεύθη εν τω ιερώ του Νεμείου Διός παρά την

Οινόην και ερρίφθη εις την θάλασσαν υπό των αδελφών της

Κλυμένης ή Κτιμένης, ήτις ελέγετο ότι εγέννησεν υιόν εις τον

ογδοηκοντούτη ποιητήν· αλλ' οι δελφίνες εκόμισαν το σώμα εις

την ξηράν και επίσημος τάφος ανηγέρθη εν Ορχομενώ. Ο υιός ήτο ο

πολύς λυρικός Στησίχορος!

Αλλά τούτο δεν είναι ουδέ μύθος γνήσιος· είναι πλαστόν μύθευμα

των αρχαίων γραμματικών. Αλλ' ίσως εκ των μυθευμάτων τούτων

δυνάμεθα να πορισθώμεν ιστορικήν τινα είδησιν. Τα περί των επών

λεγόμενα μαρτυρούσι πάντα ότι εν Βοιωτία υπήρχε παλαιά αγροτική

ποίησις, πιθανώτατα απότοκος των παλαιών αιολικών ραψωδιών των

Αχαιών, εξ ών ανεπτύχθη ο «Όμηρος»· και ότι η ποίησις εκείνη

επλουτίσθη ποτέ και ενισχύθη διά του υψηλού έπους της Ιωνίας.

Ότι δηλαδή πιθανώς Ίωνες ποιηταί εγκατεστάθησαν εις την

Βοιωτίαν και παρέλαβον την επιχώριον ποίησιν. Εάν δε είς εξ

αυτών ωνομάζετο Ησίοδος, τούτο είναι σχεδόν ασήμαντον· το όνομα

δεν φαίνεται πλαστόν (87). Οπωςδήποτε η βοιωτική ποίησις

ήνθησεν ως χωριστόν επικόν είδος, καταγόμενον μεν εκ του

ιωνικού «Ομήρου», αλλά φέρον και πολλά εντόπια χαρακτηριστικά.

Ο δε θάνατος του Ησιόδου; Γινώσκομεν ότι η Ησιόδειος ποίησις

εξετείνετο εις τε την Λοκρίδα και την Βοιωτίαν, ιδίως δε οι

κατάλογοι των γυναικών ήσαν λοκρικοί. Ο περί Κλυμένης λόγος

επλάσθη βεβαίως εκ της επιθυμίας όπως η καταγωγή του Στησιχόρου

δειχθή ποιητική και ένδοξος. Το επίλοιπον του μύθου σημαίνει

άρα γε ότι η Λοκρίς εθεώρει τον Ησίοδον ως ιδικόν της, ενώ οι

Βοιωτοί έλεγον ότι ήτο Βοιωτός, ως εξήγησιν δε του τάφου

εύρισκον ότι οι Λοκροί εφόνευσαν αυτόν; Η κατά την ταφήν του

Αμφιδάμαντος νίκη του Ησιόδου είναι προςθήκη μεταγενεστέρα,

φαίνεται δε ότι μεταξύ των ανταγωνιστών κατελέγετο και ο

Όμηρος. Ο λόγος όμως περί αγώνος μεταξύ Ομήρου και Ησιόδου, και

νίκης του Ησιόδου δύναται, καθώς είδομεν, να αναχθή μέχρι του

πέμπτου τουλάχιστον αιώνος.

Των ποιημάτων του Ησιόδου έχομεν κατ' όνομα τρία διασωθέντα,

αλλά ταύτα δύνανται να θεωρηθώσι και δώδεκα· τόσον μικράν

ενότητα έχει έκαστον — η _Θεογονία_, τα _Έργα_ και η _Ασπίς του

Ηρακλέους_.

Τα «_Έργα και Ημέραι_» είναι ποίημα περί των έργων, δηλαδή των

γεωργικών, μετά παραρτήματος περί των αισίων και απαισίων

ημερών του μηνός και παρεμβολής ηθικών προς τον Πέρσην

συμβουλών. Είναι δε μονότονον, απέριττον και ταπεινόν, δηλ.

κάπως άξεστον και τραχύ, λαλιά εκείνων των Μουσών, όσαι αγαπώσι

_ταληθέα_· οι στίχοι ουδεμίαν έχουσιν έξαρσιν· φαίνονται τρόπον

τινά λεγόμενοι υπό ανθρώπου κουρασμένου και σκυμμένου κατά το

τέλος του ημερινού καμάτου, ανθρώπου, όστις αγαπά την αγροτικήν

ζωήν, αλλά θα την ηγάπα περισσότερον, αν είχε περισσοτέραν

τροφήν και ολιγωτέραν εργασίαν. Το αίσθημα είναι ολιγοστόν. Το

πικρόχολον της πρώτης γνώμης είναι χαρακτηριστικόν

25] _και κεραμεύς κεραμεί κοτέει και τέκτονι τέκτων

και πτωχός πτωχώ φθονέει και αοιδός αοιδώ_.

{ Potter is wroth with potter, and carpenter with carpenter;

aye, beggar is envious of beggar, and minstrel of minstrel! }

Πικρά είναι και η γνώμη περί των δικαστών, όσοι ληστεύουσι τους

πτωχούς

40] _νήπιοι, ουδέ ίσασιν όσω πλέον ήμισυ παντός

ουδ' όσον εν μαλάχη τε και ασφοδέλω μέγ όνειαρ_.

{ Fools, they know not how the half is more than the whole, nor

the great joy there is in mallow and asphodel. }

Η μολόχα και ο ασφόδελος ήσαν τροφή των πτωχών. Αι ηθικαί

γνώμαι γίνονται βαθύτεραι κατά το μέσον του έργου, και

δεικνύουσιν αληθινήν και αγαστή του καθήκοντος αντίληψιν·

311] Έργον δ' ουδέν όνειδος, αεργίη δε τ' όνειδος.

349] Ευ μεν μετρείσθαι παρά γείτονος, ευ δ' αποδούναι

αυτώ τω μέτρω, και λώιον, αι κε δύνηαι.

356] Δως αγαθή, άρπαξ δε κακή, θανάτοιο δότειρα.

695] Ωραίος δε γυναίκα τεόν ποτί οίκον άγεσθαι

701] πάντα μάλ' αμφίς ιδών, μη γείτοσι χάρματα γήμης.

Ου μεν γαρ τι γηναικός ανήρ ληίζετ' άμεινον

της αγαθής, της δ' ούτε κακής ου ρίγιον άλλο,

δειπνολόχης, ήτ' άνδρα και ίφθιμόν περ εόντα,

εύει άτερ δαλοίο και ωμώ γήραϊ δώκε.

{ " Hard work is no shame ; the shame is idleness." " Help your

neighbour, and he will help you. A neighbour matters more than

a kinsman." " Take fair measure, and give a little over the

measure — if you can." " Give willingly; a willing gift is a

pleasure!' " Give is a good girl, and Snatch is a bad girl, a

bringer of death! " " It is best to marry a wife; but be very

careful, or your neighbours may be merry at your expense. There

is no prize like a good wife: nothing that makes you shudder

like a bad; she roasts you without fire, and brings you to a

raw old age!' “

Αι γνώμαι αύται, κατά το τέλος εκπίπτουσιν εις δημώδεις

δεισιδαιμονίας·

744 _Μη ποτ' οινοχόην τιθέμεν κρατήρος ύπερθεν

πινόντων· ολοή γαρ επ' αυτώ μοίρα τέτυκται_.

{not to put the jug on the mixing-bowl when drinking; that

means death!}

Μία δε συμβουλή

737 Μηδέποτ' αιενάων ποταμών καλλίρροον ύδωρ

ποσσί περάν πριν γ' εύξη ιδών ες καλά ρέεθρα

{ not to cross a river without washing your hands and your sins

}

όζει Ορφισμού.

Τα γεωργικά μέρη των Έργων φαίνονται γνήσια και αληθώς

αγροτικά· δύνανται δε να θεωρηθώσιν ως το κέντρον του έργου, τα

δε λοιπά ως παρεμβολαί και προσθήκαι. Τοιούτος είναι ο μύθος,

42] _κρύψαντες γαρ έχουσι θεοί βίον ανθρώποισι_

{ the gods had "hidden away his life from man" }

μέχρις ού ο Προμηθεύς έκλεψε το «πυρ» και το διέδωκε· τότε ο

Ζευς κατεσκεύασεν είδος ωραίας παρθένου και έκαστος θεός της

εχάρισε χωριστόν χάρισμα, τελευταίος δε ο Ερμής της ενέβαλε

78] _ψεύδεα δ' αιμυλίους τε λόγους και επίκλοπον ήθος_

{ the heart of a clog and the ways of a thief. }

και οι θεοί την ωνόμασαν Πανδώραν και την έδωσαν εις τον

Επιμηθέα, ο οποίος την εδέχθη εκ μέρους των ανθρώπων. Άλλος

μύθος είναι ο περί τεσσάρων γενών — τουλάχιστον έπρεπε να είναι

τέσσαρα, ήτοι χρυσούν, αργυρούν, χαλκούν και σιδηρούν. Αλλά

χάριν του Ομήρου οι πολεμισταί της Τροίας καταλαμβάνουσι θέσιν

τινά τασσόμενοι μετά το χαλκούν γένος και προ του ημετέρου.

Ημείς είμεθα το σιδηρούν και κινδυνεύομεν να καταντήσωμεν και

χειρότεροι. Διότι μας αφήκαν πάντες οι θεοί, εκτός της Αιδούς

και της Νεμέσεως — των δύο ερασμίων ιδεών, άς ο σοφιστής

Πρωταγόρας εθεώρει ως βάσεις της κοινωνικής ηθικής. Αλλ' ο

Ησίοδος φρονεί ότι εν τέλει θαποδιώξωμεν και αυτάς και τότε

θαφανισθώμεν. Δύο δε μόνον χωρία επιτρέπουσι την ελπίδα

αισιωτέρου μέλλοντος·

260] όφρ' αποτείση δήμος

ατασθαλίας βασιλέων, οι λυγρά νοεύντες

άλλη παρκλίνωσι δίκας, σκολιώς ενέποντες (πρβ. 175)

{all may be well when the Demos at last arises and punishes the

sins of the princes}

Αξιοπαρατήρητος είναι η διαφορά της προς τους αρχαίους βασιλείς

νομιμοφροσύνης του ευτυχούς ιωνικού έπους από της πίκρας

εναντίον των ευγενών αδημονίας του αγροτικού έπους της

Βοιωτίας.

Τα _Έργα_ είναι δροσερώτατα εις τας περιγραφάς των ωρών του

έτους — θέματος αγαπητού εις το ελληνικόν αίσθημα μέχρι των

ημερών του Λόγγου. Π. χ.

_Μήνα δε ληναιώνα, κάκ' ήματα, βουδόρα πάντα,

505] τούτον αλεύασθαι και πηγάδας, αίτ' επί γαίαν

πνεύσαντος Βορέαο δυσηλεγέες τελέθουσιν,

όςτε διά Θρήκης ιπποτρόφου ευρέι πόντω

εμπνεύσας ώρινε· μέμυκε δε γαία και ύλη·

πολλάς δε δρυς υψικόμους ελάτας τε παχείας

510] ούρεος εν βήσσης πιλνά χθονί πουλυβοτείρη

εμπίπτων, και πάσα βοά τότε νήριτος ύλη, κτλ._

{ bad days, enough to flay an ox, when the north wind rides

down from Thrace, and earth and the plants shut themselves up ;

and he falls on the forest and brings down great oaks and

pines; and all the wood groans, and the wild beasts shiver and

put their tails between their legs. Their hides are thick

with fur, but the cold blows through them, and through the

bull's hide and the goat's thick hair; but it cannot blow

through to the gentle little girl who sits in the cottage with

her mother, }

Πόσον δε ωραίον είναι το θέρος, διά το οποίον πολλοί έψεξαν την

αισθητικήν του Ησιόδου, ότι αγαπά να κάθηται εις την σκιάν,

τρώγων κρέας τράγου και πίνων γάλα και οίνον.

Η _Θεογονία_ είναι δοκίμιον, εννοείται όλως ασύμμετρον, περί

θεών, της καταγωγής και της συγγενείας αυτών· αλλά μέρη τινά

είναι πλέον ή παλαιά· είναι ωγύγια· διότι απαντώσι διάφοροι

δημώδεις θεοί, ών τα ονόματα ανευρίσκονται εν τη σανσκριτική

και επομένως δύνανται να θεωρηθώσιν ως αναγόμενοι εις τους

ιαπετικούς χρόνους, αν και οι θεοί ούτοι, ως λίαν οικείοι, δεν

μνημονεύονται υπό του ηρωικού έπους· η Εστία, η Ρέα, ο Όρθρος,

ο Κέρβερος. Αλλ' όσον παλαιούς και αν ευρίσκωμεν εν τη

_Θεογονία_ μύθους, η γλώσσα, δηλαδή η παρούσα του έπους μορφή,

και ίσως αυτή η επίνοια της συστηματοποιήσεως των θεών, είναι

σχετικώς μεταγενεστέρα. Μίαν φράσιν των _Έργων_ (στ. 702)

δανείζεται ο Σημωνίδης (περί τα 650 π. Χ.), αλλ' είναι αδύνατον

να ορισθή η χρονολογία των επών. Είδομεν ότι φράσεις της

_Θεογονίας_ περιλαμβάνονται εις την _Ιλιάδα_ — και τανάπαλιν η

_Θεογονία_ παραλαμβάνει φράσεις της _Ιλιάδος_ και της

_Οδυσσείας_, εν τέλει δε αναφέρεται εις την υπόθεσιν πολλών των

απορριφθέντων επών. Η κατάστασις του κειμένου είναι αθλία·

πολλάκις είναι δύσκολον να εύρωμεν τον ειρμόν ή την έννοιαν,

φαίνεται δε σχεδόν ως να ήσαν σημειώσεις ραψωδού, δυνάμεναι να

επεκταθώσι κατά την απαγγελίαν. Υπάρχουσι δε λείψανα

πραγματικής, όχι απλώς ποιητικής θρησκείας. Ο Έρως κατέχει

θέσιν εξέχουσαν (στ. 120) διότι ελατρεύετο εν Θεσπιαίς, ήτις

ήτο η πλησιεστάτη εις την Άσκραν πόλις. Η δ' Εκάτη έχει ύμνον

(στ. 411-452) τόσον περιπαθή, ώστε φαίνεται ότι προέρχεται

πάντως εκ τοπικής τινος λατρείας. Πολλά μέρη του ποιήματος, ο

ακρωτηριασμός του Ουρανού και ο «καννιβαλισμός» του Κρόνου,

τότε μόνον δεν προξενούσιν αηδίαν, όταν μελετηθώσιν ως αληθή

λείψανα θρησκείας αγρίας. Όθεν εις εκείνους των μεταγενεστέρων

Ελλήνων, όσοι σοβαρώτερον εξήταζον αυτά, εφαίνοντο, εννοείται,

ανυπόφορα. Αλλά τα περί της μάχης των Τιτάνων έχουσιν αληθινήν

μεγαλοπρέπειαν, ήτις θα ήτο βεβαίως ευεξήγητος, εάν είχομεν την

Ομηρικήν *_Τιτανομαχίαν_. Αληθινή δε αγάπη της θαλάσσης

χαρακτηρίζει τον κατάλογον των Νηρηίδων (στ. 347 κεξ.).

Η _Θεογονία_ λήγει διά καταλόγου των θεαινών, όσαι «_θνητοίσι

παρ' ανδράσιν ευνηθείσαι_» εγέννησαν ανθρώπους ομοίους προς

θεούς. Κατά δε τους τελευταίους στίχους ο ποιητής αλλάσσει

θέμα·

_Νυν δε γυναικών φύλον αείσατε, ηδυέπειαι Μούσαι,_

{ Now, sweet Muses, sing the race of mortal women!}

εννοείται δε ότι αι Μούσαι υπήκουσαν, αλλά το ποίημα εχάθη· υπό

αρχαίων μνημονεύεται διά διαφόρων ονομάτων, _Γυναικών

κατάλογος, Γυναικών ηρωινών κατάλογος_, μέρη δε αυτού

μνημονεύονται ως _Ηοίαι_, (εκτενέστερα δε και χωριστά _Μεγάλαι

Ηοίαι_].

Αλλά διατί εγράφοντο κατάλογοι γυναικών; Διά δύο λόγους. Πρώτον

μεν λέγεται ότι οι Λοκροί εμέτρουν τας γενεαλογίας αυτών από

των γυναικών αλλά και αν τούτο, τοιουτοτρόπως λεγόμενον,

θεωρηθή απαράδεκτον, υπάρχει αξιόπιστος μαρτυρία, εκτός της

Νοσσίδος και των άλλων ποιητριών, περί της εν Λοκρίδι μεγάλης

σημασίας των γυναικών. Έπειτα δε πλείστα βασιλικά γένη της

Ελλάδος ελέγοντο καταγόμενα εκ θεών· τούτο δε κατά τους χρόνους

της τοπικής τρόπον τινά μονοθεϊστικής θρησκείας εξοικονομείτο

ως εξής· ο τοπικός βασιλεύς εγίνετο απόγονος του τοπικού θεού.

Ότε όμως οι γεωγραφικοί φραγμοί κατερρίφθησαν και επομένως

επληθύνθησαν οι γνωστοί θεοί, αι γενεαλογίαι εκείναι έπρεπε να

συστηματοποιηθώσι και πολλαχού να διορθωθώσι. Παραδείγματος

χάριν, θεσσαλικοί τινες βασιλείς κατήγοντο εκ της Τυρούς και

του ποταμού Ενιπέως· τούτο βεβαίως εντός της πεδιάδος αυτών ήτο

αρκετόν· αλλ' όμως ότ' εξήλθον πέραν αυτής, ανεκάλυψαν ότι τα

γένη των ανήγοντο εις τον Ποσειδώνα, τον βασιλέα του «ευρέος

πόντου» και ίσως πάντων των υδάτων, και δεν ηρκούντο πλέον εις

τον τοπικόν ποταμόν. Εν δε τη Νεκυία της _Οδυσσείας_ ευρίσκομεν

τον δεύτερον του μύθου σταθμόν· πραγματικός πρόγονος ήτο ο

Ποσειδών αλλ' επλησίασε την Τυρώ μεταμορφωθείς εις ποταμόν!

Όθεν αι σχετικώς μόνιμοι πρόγονοι, αι θνηταί γυναίκες,

απετέλουν την ασφαλεστέραν βάσιν προς απαρίθμησιν των

μεταβαλλομένων θείων προπατόρων. Η εν Αλεξανδρεία έκδοσις είχε

πέντε βιβλία *_Γυναικών καταλόγου_, τα δε δύο τελευταία ήσαν αι

καλούμεναι *_Ηοίαι_. Η περίεργος αύτη επιγραφή είναι νόστιμος

πληθυντικός της φράσεως _ή οίη_, «ή καθώς η . . . .», ήτο δε

τρόπος μεταβάσεως εις νέαν ηρωίνην.

_Η οίη Φθίη, Χαρίτων από κάλλος έχουσα

Πηνειού παρ' ύδωρ καλή ναίεσκε Κυρήνη.

Or like her who dwelt in Phthia, with the Charites' own

loveliness, by the waters of Pênêus, Cyrene the fair.

Υπάρχουσιν 124 αποσπάσματα του *_Καταλόγου_ και 26 των

*_Ηοιών_. Εάν δε κάποτε αντιφάσκουσιν, τούτο δεν είναι

παράδοξον, ουδέ δύναται να βεβαιωθή ότι τα πέντε βιβλία της εν

Αλεξανδρεία εκδόσεως περιείχον πάσας τας γυναίκας των Ησιοδείων

καταλόγων. Αφού άπαξ ο τύπος _ή οίη_ καθιερώθη, ευκολώτατον ήτο

να παρεντεθή εις τον κατάλογον και άλλη πρόγονος. Εξίσου δ'

εύκολον ήτο να επεκταθή μία _ηοίη_ εις επύλλιον, και πράγματι

τοιαύτη είναι η γένεσις του τρίτου σωθέντος Ησιοδείου

ποιήματος, της _Ασπίδος του Ηρακλέους_, όπου πρόγονος,

εννοείται, είναι η μήτηρ του ήρωος, η Αλκμήνη.

Η _Ασπίς_ αρχίζει

. . . ή οίη, προλιπούσα δόμους και πατρίδα γαίαν

ήλυθεν εις Θήβας μετ' Αρήιον Αμφιτρύωνα | Αλκμήνη

{ Or like Alcmênê, when she fled her home and fatherland, and

came to Thebes }

προχωρεί δε εις την γέννησιν του Ηρακλέους, όστις, λέγει,

εφόνευσε τον Κύκνον, έπειτα δε διηγείται τον φόνον τούτον.

Προκειμένου δε περί του οπλισμού του Ηρακλέους, ακολουθεί μακρά

της ασπίδος περιγραφή (88).

Υπήρχον και Ησιόδεια έπη αποδοκιμασθέντα. Γνωστότατα τούτων

ήσαν τα *_Ναυπάκτια_, σειρά μακρών γενεαλογιών αλλά και αι

αργείαι και κορινθιακαί συλλογαί, αι αποδιδόμεναι εις τον

«Εύμηλον» περιείχον Ησιόδεια στοιχεία. Ο δε κύριος αυτού

αντίζηλος έφερε κωμικώς το πλαστόν όνομα Κέρκωψ (πιθηκοειδής)

Μιλήσιος. Τα _Έργα_ είναι η _Ιλιάς_ του Ησιόδου, ήτοι το μόνον

ομοφώνως εις αυτόν αποδιδόμενον έπος. Οι περί τον Ελικώνα

οικούντες έδειξαν εις τον Παυσανίαν (ή τον υπ' αυτού

αντιγραφόμενον Θ' 31,4) μολίβινον πίνακα των _Έργων_ άνευ του

προοιμίου και του είπον ότι ουδέν άλλο εποίησεν ο Ησίοδος παρά

τα _Έργα_.

Ο *_Κήυκος γάμος_ αναφερόμενος εις Τραχίνιον ηγεμόνα, όστις

εφιλοξένησε τον Ηρακλή, ήτο πιθανώς εκτεταμένη _Ηοίη_ όπως η

_Ασπίς_· το αυτό ήτο πιθανώς και ο *_Αιγίμιος_, επύλλιον δύο

βιβλίων διηγούμενον την μάχην του προγόνου εκείνου των Δωριέων

εναντίον των Λαπιθών. Η *_εις Άδου κατάβασις_ είχεν ήρωα τον

Θησέα. Η δε * _Μελαμπόδεια_ ήτο πιθανώς αφήγησις περί ονομαστών

μάντεων. Περιεργότερα φαίνονται τα ολιγοστά λείψανα των

*_Χείρωνος υποθηκών_ προς τον μαθητήν του Αχιλλέα. Ο σοφός

Κένταυρος παρήγγελλε θυσίας εις τους θεούς κατά την πρώτην

είσοδον εις οικίαν και διώριζεν αρχήν της παιδείας την επτά

ετών ηλικίαν.

Των _Έργων_ ήτο γνωστή και μακροτέρα έκδοσις, τα *_Μεγάλα

Έργα_. Yπήρχον δε και έπη περί *_Αστρονομίας_ και

*_Οιωνοσκοπίας_ και *_Γης περίοδος_ και *_Ιδαίοι Δάκτυλοι_, —

οι εν Κρήτη αναθρέψαντες τον Δία. Τα ονόματα ταύτα δεικνύουσιν

οπόσος όγκος βοιωτικής ποιήσεως υπήρχε το πάλαι. Καθώς πας

ηρωικός μύθος έτεινε να διαμορφωθή εις έπος, ούτω και παν

μόριον τέχνης ή γνώσεως ή ηθικής αρχής, όπερ εξήγειρεν είτε την

περιεργίαν του λαού είτε του ποιητού την φαντασίαν (89).

ΟΡΦΕΥΣ. — ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ

Εξετάζοντες την κοινωνικήν και την λογοτεχνικήν ιστορίαν της

Ελλάδος, παρατηρούμεν μεγίστην μεταξύ αυτών αντίθεσιν. Η μεν

κοινωνική ιστορία δεικνύει τους Ελληνας κατ' εξοχήν ευσεβείς,

ως οι Αθηναίοι ενόμιζον εαυτούς, ή κατά την φράσιν του

αποστόλου Παύλου «_δεισιδαιμονεστέρους_» [Πράξ. 17, 22], η δε

σωθείσα λογοτεχνία είναι εντελώς άθρησκος. Ο Όμηρος και ο

Ησίοδος έχουσιν ανά στόμα τους θεούς, αλλ' ο μεν Όμηρος

μεταχειρίζεται αυτούς ως στοιχεία διηγήσεως, ο δε Ησίοδος ως

άρθρα προς κατάταξιν. Πού λοιπόν είναι τα θρησκευτικά

συγγράμματα των Ελλήνων, τα ποιήματα τα πραγματευόμενα περί

θεών ως θεών; Βεβαίως υπήρχον. Το έθνος, όπερ είχε βωμόν εις

εκάστην καμπήν των ορεινών ατραπών, και είχε θρησκευτικήν

τελετήν διά πάσαν πράξιν του καθημερινού βίου, θεούς παντός

δάσους και ποταμού και κρήνης και ήρωας παντός μεγάλου

γεγονότος ή μεγάλης ιδέας, αληθινής ή φανταστικής· όπερ

προετίμησε να θυσιάση την άμυναν των Θερμοπυλών παρά την

τέλεσιν μιας εορτής· του οποίου η πρώτη ως προς την παιδείαν

πόλις κατά την ήκιστα ευσεβή περίοδον επέτρεψε ν' αφεθή

ολόκληρος στρατός να καταστραφή ένεκεν εκλείψεως της σελήνης

(90) και εξεμάνη διότι απεκόπησαν τα άσεμνα άκρα ολίγων αρχαίων

αγαλμάτων — το έθνος τούτο δεν αντιπροσωπεύεται επαρκώς διά

μόνης της μη θρησκευτικής λογοτεχνίας. Πράγματι δε δυνάμεθα να

διακρίνωμεν ότι τα θρησκευτικά συγγράμματα των Ελλήνων ήσαν και

παλαιά και πολυάριθμα.

Ανάλογοι προς εκείνα φαίνονται οι Βεδικοί ύμνοι των Ινδών.

Δηλαδή θα υπήρχον όμοιοι προς αυτούς ελληνικοί ύμνοι, καθόσον

τα επίθετα των Ομηρικών θεών «_εκαεργός Απόλλων, πότνια Ήρη,

εκατηβελέταο άνακτος_» είναι προδήλως αρχαία και συνετέθησαν

συμφώνως προς το δακτυλικόν μέτρον. Γινώσκομεν δε ότι οι

παλαιοί χρησμοί ήσαν έμμετροι· ότι υπήρχον ιεροί ύμνοι χάριν

των ναών όλως διόλου διάφοροι των σωζομένων Ομηρικών ύμνων.

Έχομεν δε και μαρτυρίας ότι κατά τα μυστήρια της Ελευσίνος

εψάλλοντο και άσματα ιερά.

Τα μυστήρια ταύτα δεν αναφέρονται υπό του Ομήρου. Αλλά τούτο

δεν σημαίνει βεβαίως ότι ήσαν μεταγενέστερα· σημαίνει μάλλον

ότι ήσαν είτε λίαν ιερά, είτε πάγκοινα. Αι ανθρωπολογικαί

ανακαλύψεις υποδεικνύουσιν ότι τα Ελευσίνια μυστήρια είναι

μορφή της πρωτογόνου εκείνης θρησκείας, της μόλις διακρινομένης

από της λεγομένης «συμπαθητικής μαγείας», ήτις εκράτησε μεταξύ

πολλών και διαφόρων φυλών. Τα Ελευσίνια ήσαν δράμα· δηλαδή ο

μύθος της Μητρός (του σίτου) και της Κόρης (του νέου σίτου),

ήτις αναβαίνει εκ των μυχών της γης και σκορπίζει τον πλούτον,

παριστάνετο δραματικώς. Κατά τους πρώτους γνωστούς εις ημάς

χρόνους το δράμα περιελάμβανε τον θεόν των αμπέλων ή

γενικώτερον των δένδρων, τον Διόνυσον. Τούτο είναι σιτολατρεία

και βλαστολατρεία, δεν είναι δε απλώς αρχαϊκή, είναι

πρωτόγονος.

Πλην των Ελευσινίων υπήρχον και άλλα μυστήρια, Ορφικά ή

Βακχικά. Κοινή δε των αρχαίων και των σημερινών γνώμη είναι ότι

τα Βακχικά όργια ήσαν επείσακτα, δηλαδή ότι ο θεός των Θρακών

παρά πάσαν αντίστασιν κατήλθεν εις την Ελλάδα. Αν αληθεύη

τούτο, θα ήλθεν ενωρίτατα. Αλλά φαίνεται πιθανώτερον ότι ο

Διόνυσος ήτο μάλλον «νέηλυς» {new-comer} ή αλλοδαπός· ομοιάζει

τον νέον ενιαυτόν, την άνοιξιν, το θέρος, τον τρυγητόν. Είναι

παν έτος εν πάση χώρα, ξένος ερχόμενος και γινόμενος δεκτός ως

ξένος κατά δε το τέλος του ωρισμένου χρόνου εξορίζεται,

εξορκίζεται κατακόπτεται εις μικρά ή αποδιώκεται. Οπωςδήποτε

είναι παλαιότατος και διά την πραγματικήν θρησκείαν της Ελλάδος

εξαιρέτως σημαντικός. Πραγματική δε θρησκεία είναι η λαϊκή

θρησκεία. Ο πολυπλόκως συνδυαζόμενος Διόνυσος και Βάκχος ήτο

κοινός λαϊκός θεός ή μάλλον είχεν εντός εαυτού συνηνωμένου

αναριθμήτους ομοίους θεούς, λατρευομένους υπό του κοινού λαού

καθ' όλην την Ελλάδα. Περί αυτού μανθάνομεν κυρίως εξ

αλεξανδρεωτικών και ρωμαϊκών πηγών, όλως αθρήσκων, όπου

φαίνεται απλώς ως θεός του οίνου και των δένδρων, αλλά προ

πάντων είναι προσωποποιία του πνεύματος της εκστάσεως, της έξω

φρενών ορμής, ήτις εξαίρει τον άνθρωπον υπεράνω εαυτού, παρέχει

εις αυτόν δύναμιν και «χάριν» και αφήνει την ψυχήν ελευθέραν

των δεσμών του σώματος. Το αυτό πνεύμα κατά τρόπον ημερώτερον,

υγιέστερον και καλλιτεχνικώτερον διεπλάσθη εις την όλως αλλοίαν

ιδέαν του Απόλλωνος. Η θρησκεία αύτη είχε βεβαίως μορφάς

ποικιλωτάτας, διότι οι θεοί ούς ελάτρευεν, είχον ποικίλα

ονόματα και ιδιότητας, καθόσον διέφερον εν ταις χώραις της

καταγωγής αυτών. Αλλά αι σπουδαιόταται αυτής απόψεις φαίνεται

ότι περιελαμβάνοντο κατά το μάλλον ή ήττον εις τας αποκαλύψεις

του «Ορφέως».

Πλείστα των παλαιών θρησκευτικών ποιημάτων ανήγοντο εις τον

Ορφέα ή τον συγγενή αυτού Μουσαίον, όπως τα ηρωικά εις Όμηρον

και τα διδακτικά εις τον Ησίοδον. Αλλά δεν είναι τίποτε γνωστόν

περί της τύχης αυτών προ της μεγάλης θρησκευτικής αναγεννήσεως

του έκτου αιώνος, της συνδεομένης προς το όνομα του

Ονομακρίτου. Αι παλαιαί χωρισταί λατρείαι της φυλής και της

οικογενείας διεταράχθησαν υπό της αυξανομένης επικοινωνίας των

ανθρώπων. Χωνευθείσαι δε εις την Ομηρικήν θεολογίαν, απέβαλον

την αγιότητα αυτών· ουδέ ηδύναντο να επιζήσωσι μετά τον Ησίοδον

και τους καταλόγους αυτού. Κατόπιν ήλθεν αφ' ενός μεν η απιστία

της ιωνικής φιλοσοφίας και η εξήγησις του κόσμου διά της

φυσικής, αφ' ετέρου δε άλλη, βαθυτέρα και περιπαθεστέρα πίστις.

Ο Θαλής ηδύνατο κάλλιστα να ελπίζη εις την γνώσιν, αλλ' ο

κοινός άνθρωπος επίστευεν εις άλλα. Μεταξύ των ατυχημάτων του

έκτου αιώνος, της παρακμής των αποικιών, των εμφυλίων πολέμων,

της πτώσεως της Συβάρεως και της ιεράς Νινευί επήλθε και η

μεταστροφή από της παρούσης εις την μέλλουσαν ζωήν, η

πεποίθησις εις ευτυχίαν υπερφυσικήν, κειμένην πέρα των ατυχιών

και των πολέμων.

Έκτοτε υψώθη μέγα θρησκευτικόν κύμα, μόλις μεν διακρινόμενον

εντός των σωθέντων έργων, αλλά συγκινήσαν πάντα τα μαντεία και

τους δημώδεις ναούς από της Καρίας μέχρι της Iταλίας. Η κυρία

εκδήλωσις του κινήματος εκείνου ήτο η Ορφική. Αύτη επιφαίνεται

κατά πρώτον ως προσωπική θαυματοποιός θρησκεία, σχετιζομένη

προς την λατρείαν του Διονύσου. Πολλά δε των κυριωτέρων αυτής

δογμάτων είν' ευδιάκριτα. Επίστευεν εις την αμαρτίαν και εις

τον θρησκευτικόν καθαρμόν αυτής, εις την αθανασίαν και την

θεότητα της ψυχής, εις αιωνίαν πέραν του τάφου ανταμοιβήν των

αγνών και των εναγών, — εννοείται δε ότι ουδείς εκτός των

μεμυημένων ήτο εντελώς αγνός — και τέλος εις την ενσάρκωσιν και

τα πάθη του Διονύσου του Ζαγρέως. Ο Ζαγρεύς ήτο υιός του Διός

και της Κόρης· κατεσπαράχθη δε υπό των Τιτάνων, οίτινες

εκεραυνώθησαν διά τούτο. Και από μεν της νεκράς τέφρας αυτών

επλάσθη το άνθρώπινον σώμα, εκ δε του ζώντος αίματος του

Ζαγρέως η ψυχή. Ο Ζαγρεύς εγεννήθη και πάλιν εκ του Διός και

της θνητής Σεμέλης και έζησε μεν ως άνθρωπος, αλλ' ήτο θεός·

ανέβη δε εις τον ουρανόν και κατέστη ο μέγιστος και υπό μίαν

έποψιν ο μόνος θεός. Έκαστος λάτρις του Βάκχου ηδύνατο να

επαυξήση το αθάνατόν του κεφάλαιον μέχρις ού γίνη «Βάκχος» και

αυτός, πραγματοποιών την δυνάμει θεότητά του.

Τοιουτοτρόπως λάτρις της εν Φρυγία Κυβήβης έγινε Κύβηβος και

πολλοί Ορφικοί μάντεις κατήντησαν Ορφείς. Τα μυθικά όργια των

Μαινάδων ουδέποτ' ενεφανίσθησαν πράγματι εν Ελλάδι. Η προς τον

οίνον σχέσις απεκρούετο υπό των εκλεκτών, και ήτο δευτερεύουσα.

Ο Διόνυσος ήτο κυρίως ο έσω θεός, το πνεύμα της λατρείας και

της ανεξηγήτου χαράς· εμφανίζεται δε κάλλιστα επικοινωνών προς

τας αγνάς ψυχάς και προς τα άγρια πλάσματα της φύσεως, επί των

αβάτων βουνών κάτωθεν των άστρων.

Οι Ορφικοί ύμνοι εκχειλίζουσιν εκ της χαράς ταύτης· είναι

πλήρεις επαναλήψεων και μεγαληγορίας και διεγείρουσι την

συγκίνησιν. Ο πρώτος ύμνος — πολύ μεταγενέστερος, αλλά

χαρακτηριστικός — λέγει·

Εινοδίην Εκάτην κλήζω, τριοδίτιν εραννήν,

ουρανίην, χθονίην τε και ειναλίην κροκόπεπλον,

τυμβιδίην, ψυχαίς νεκύων μέτα βακχεύουσαν —

λισομένοις κούρην τελεταίς οσίησι παρείναι.

{ I call Hecatê of the Ways, of the Cross-ways, of the

darkness, of the Heaven and the Earth and the Sea; saffron-clad

goddess of the grave, exalting amid the spirits of the dead,

Perseia, lover of loneliness, Queen who holdest the Keys of the

World, . . . be present at our pure service with the fulness of

joy in thine heart! }

Ο ύμνος ούτος είναι του τετάρτου μετά Χριστόν αιώνος όπως και

τα πλείστα των σωθέντων ακεραίων Ορφικών ποιημάτων.

Τοιουτοτρόπιος έχομεν αυτά μόνον υπό την εσχάτην αυτών μορφήν,

ότε η θρησκεία εξέπνεε (91) Αλλά σπουδαίον είναι το γεγονός ότι

κατά πάντας τους αιώνας τους από του τετάρτου μ. Χ. μέχρι του

έκτου π. Χ. υπάρχουσιν Ορφικοί διδάσκαλοι, μάλλον ή ήττον

επιφανείς. Κατά τους ενδοξοτάτους χρόνους, λόγου χάριν, πολλά

παρέχουσιν Ορφικά σημεία ο Πίνδαρος, ο Εμπεδοκλής, Ίων ο Χίος,

Κρατίνος ο κωμικός, Πρόδικος ο σοφιστής, ίσως δε και ο

Ευριπίδης. Ο δε Πλάτων (92) παραπονείται ότι _βίβλων όμαδον

παρέχονται Μουσαίου και Ορφέως, Σελήνης τε και Μουσών εκγόνων_.

{ crowd of books by Orpheus and Musaeus }. Εκτός του πλήθους

τούτου — τα του Μουσαίου ήσαν τουλάχιστον ένδεκα σειραί

ποιημάτων και πολυάριθμοι χρησμοί — υπήρχον έργα παντοδαπών

άλλων ολιγώτερον επισήμων μάντεων και καθαρτών. Υπήρχεν ο

καλούμενος «Βάκις» — πας οπωςδήποτε αγνός ηδύνατο πιθανώς να

γίνη Βάκις — ού οι χρησμοί ήσαν εμπόρευμα της αθηναϊκής αγοράς

(93). Ο Επιμενίδης, ο εκ Κρήτης ιατρός, ο καθαρίσας τας Αθήνας

από του Κυλωνείου άγους, ήτο διάσημος ποιητής *_Αργούς

ναυπηγίας, *Καθαρμών_ και *_Χρησμών_. Αν και εκοιμήθη 57 έτη

εντός σπηλαίου, δύναται να θεωρηθή πραγματικώτερος παρά κάποιον

άλλον όμοιον, τον Υπερβόρειον Άβαριν, όστις περιήλθε τον κόσμον

μετά χρυσού — ή κατ' άλλους επί χρυσού — οϊστού { golden arrow

}(94), όν έδωκεν εις αυτόν ο Απόλλων. Ο Άβαρις ενομίζετο ως

προομηρικός· αλλά τα περίφημα αυτού ποιήματα εστηρίζοντο εις

έργον ανθρώπου ιστορικού, Αριστέου του Προκοννησίου, το περί

Αριμασπών έπος, το περιέχον αποκαλύψεις περί των Υπερβορείων

και των γρυπών, γενομένας εν εκστάσει. Ο Αριστέας ενεφανίσθη εν

Μεταποντίω, ενώ δις είχεν αποθάνει εν Προκοννήσω (95).

Και αυτοί μεν ήσαν οι παράσιτοι των Ορφικών· κύριον δε πρόσωπον

φαίνεται ότι υπήρξεν ο Ονομάκριτος. Ούτος αφιερώθη εις την

διεύθυνσιν της θρησκευτικής πολιτικής του Πεισιστράτου και του

Ιππάρχου και την παραποίησιν ή έκδοσιν αρχαίων Ορφικών

ποιημάτων. Και ουδέποτε μεν μνημονεύεται ως ποιητής αυτός, ουδ'

ετιμάτο υπό των μεταγενεστέρων, ελέγετο δε ότι εφωράθη

πλαστογραφών χρησμούς του Μουσαίου και εξωρίσθη κακός κακώς υπό

του Ιππάρχου. Αλλ' όμως ο Ηρόδοτος (Ζ, 6) μαρτυρεί και τούτο,

ότι κατόπιν ήτο φίλος [των Πεισιστρατιδών] κατά την εξορίαν

των, ουδείς δε αρνείται ότι υπήρξε των σημαντικωτάτων ανδρών

του έκτου π. Χ. αιώνος.

Προ του έκτου αιώνος ουδέν έχομεν καθαρώς Ορφικόν ποίημα, αλλά

νομίζομεν ότι ανευρίσκομεν ίχνη της επιδράσεως ή ίσως του

πνεύματος, εξ ού επήγασαν αυτά. Ο περίεργος εις την Εκάτην την

_μοννογενή_ ύμνος της _Θεογονίας_ (στ. 411 κεξ.) δεν δύναται να

ονομασθή ασφαλώς Ορφικός, αλλ' είναι αλλότριος της θρησκείας

των Ησιοδείων επών. Αι παρ' Ομήρω μνείαι του Διονύσου φαίνονται

νόθαι ή ουχί Ομηρικαί και τα περί αμαρτήματος και της τιμωρίας

του Λυκούργου λεγόμενα μηνύουσι την ύπαρξιν Ορφικών θρύλων

(96). Η αιωνία ποινή των αμαρτωλών εν τη Νεκυία φαίνεται

Ορφική. Τοιούτο φαίνεται και το άλλο, ότι ο ήρως ουδένα των

μακάρων είδε· και τούτο διότι δεν ήτο μεμυημένος. Ο εις τον Άρη

και ο εις την Αθηνάν Ομηρικός ύμνος, ίσως δε και ο εις τον

Ποσειδώνα, ενέχουσιν ίχνη μυστηρίων. Εκ δε των παλαιών επών η *

_Αλκμεωνίς_ έλεγε πολλά περί καθαρμών και περιείχε και

επίκλησιν εις τον Ζαγρέα (97). Τα δε *_Κορινθιακά_ του Ευμήλου

δεικνύουσιν ομοίας τάσεις. Ο Εύμηλος ήτο των Βακχιαδών, η δε

*_Ευρωπία_ αυτού ανεφέρετο εις τον Διόνυσον, και επραγματεύετο

τα Ορφικά θέματα της Μηδείας και της Τιτανομαχίας. Άλλα δε έπη,

καθώς η *_Μινυάς_, είχον αποκαλύψεις περί του Άδου (98). Το

σπουδαίον γεγονός είναι ότι η μυστική και «οργιαστική» του

κόσμου ερμηνεία είχε πάντοτε υποφήτας εν Ελλάδι, καίτοι το

κύριον ρεύμα της απιστίας, το διευθυνόμενον εξ Αθηνών, εχώρει

πάντοτε αντιθέτως, τείνον να καταλάβη την έννοιαν των πραγμάτων

διά μόνης της σκέψεως.

Γ'

ΟΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ, ΤΟΥ ΗΣΙΟΔΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΡΦΕΩΣ.

ΕΠΟΣ.

Το τέλος του παλαιού έπους επήλθεν ότ' εγεννήθη η ιδέα της

συγγραφικής ιδιοκτησίας. Ραψωδός ως ο Κύναιθος θα ηδύνατο να

διασκευάζη τον Όμηρον, όν απήγγελλε, χωρίς να έχη ανάγκην να

δημοσιεύση τα έπη ως ιδικά του. Ο δε Ονομάκριτος ηδύνατο να

καταλογίζη την ιδικήν του θεολογίαν εις τον Ορφέα χωρίς να

διανοήται μήτε ν' απατήση κανένα, μήτε ν' αρνηθή τα εαυτού.

Τοιαύτη συνιδιοκτησία των λογοτεχνημάτων διήρκεσε μακρότερον

επί του έπους ή του μέλους. Αλλά κατά τον έκτον και πέμπτον

αιώνα ο Όμηρος, ο Ησίοδος και ο Ορφεύς παρεμερίσθησαν υπό

ζώντων αυθυπάρκτων ποιητών.

Πρώτος επικός ποιητής εν τη πραγματική ιστορία φέρεται

ΠΕΙΣΑΝΔΡΟΣ ο εκ Καμείρου της Ρόδου, ο γράψας την * _Ηράκλειαν_.

Η παράδοσις αναβιβάζει αυτόν εις παμπαλαίους χρόνους, αλλά

πράγματι φαίνεται ότι ήτο ο «Όμηρος» της Ρόδου. Αυτά

ταποσπάσματα φέρουσι την σφραγίδα του έκτου αιώνος, δηλαδή την

ομολογίαν της αμαρτίας και την επίκλησιν του καθαρμού. Ο

Πείσανδρος δεν μνημονεύεται κατά τους ενδόξους χρόνους· ίσως

«ανεκαλύφθη» κατά την αρχαΐζουσαν τάσιν του τρίτου αιώνος, ως η

παλαιοτάτη πηγή των δώδεκα του Ηρακλέους άθλων, της λεοντής και

του ροπάλου (99). Τον Ηρακλή έλαβεν επίσης ως ήρωα και ο μάντις

και ποιητής ΠΑΝΥΑΣ(Σ)ΙΣ ο Αλικαρνασσεύς. Το όνομα τούτο ήτο

καρικόν, αλλ' ο Πανύασις ήτο θείος του Ηροδότου, εφονεύθη δε

κατά τινα στάσιν εναντίον του Λυγδάμιδος, του Καρός τυράννου

της πατρίδος του. Κατά τινα των Αλεξανδρέων κριτικών ο Πανύασις

ήρχετο αμέσως μετά τον Όμηρον ως επικός ποιητής· κατ' άλλους δε

τέταρτος, ήτοι μετά τον Ησίοδον και τον Αντίμαχον. Παρά

Κοϊντιλιανώ [Χ, 1,56] φέρεται μεταξύ των δύο τούτων ποιητών —

υπερτερών του μεν Ησιόδου κατά την υπόθεσιν, του δε Αντιμάχου

κατά την πλοκήν. Τα αποσπάσματα δεν ομοιάζουσι προς Ομηρικά,

αλλ' είναι δυνατά και εύμορφα. Κατά τύχην διεσώθησαν τρία

τεμάχια, φέροντα κάπως τον τόνον της τότε συμποτικής ελεγείας.

Κατά το έν τούτων το πρώτον κύπελλον ανήκει εις τας Χάριτας και

τας Ώρας και τον Διόνυσον, το δεύτερον εις την Αφροδίτην και το

τρίτον εις την Ύβριν και την Άτην.

6,10] _Αλλά, πέπον, μέτρον γαρ έχεις γλυκεροίο ποτοίο,

στείχε παρά μνηστήν άλοχον, κοίμιζε δ' εταίρους_.

{ and so you had better go home to your wedded wife!}

Μερικοί στίχοι δυσκόλως διαφεύγουσι την μνήμην του αναγνώστου

15] _Τλη μεν Δημήτηρ, τλη δε κλυτός Αμφιγυήεις,

τλη δε Ποσειδάων, τλη δ' αργυρότοξος Απόλλων

ανδρί παρά θνητώ θητευέμεν εις ενιαυτόν._

{ Demeter bare, and the great Craftsman bare, Silver Apollo and

Poseidon bare, To serve a year, a mortal master's thrall. }

ΧΟΙΡΙΛΟΣ ο Σάμιος ήτο επίσης φίλος του Ηροδότου και εμιμήθη

αυτόν και τον Αισχύλον [ποιήσας *_Περσηίδα_ ή Περσικά] ήτοι

λαβών θέμα την περσικήν επιδρομήν και εγκωμιάσας τας Αθήνας.

Μανθάνομεν δε ότι ηκολούθησε τον Λύσανδρον τον Σπαρτιάτην

στρατηγόν — πιθανώς ως οικιακός ποιητής — και κατόπιν ότι

μετέβη εις την αυλήν Αρχελάου του Μακεδόνος. Το έπος του

Χοιρίλου ήτο το πρώτον «ιστορικόν», ως ημείς εννοούμεν την

λέξιν ταύτην· σωζόμενον αυτού απόσπασμα παραπονείται ότι πάντα

τα μυθικά θέματα είχον εξαντληθή (100). Ο δε νεώτερος Χοιρίλος,

ο εγκωμιάσας τον Αλέξανδρον δι' αθλίων στίχων και διαβοηθείς

ότι έλαβεν ένα χρυσούν Φίλιππον δι' έκαστον αυτών (101) — το

αυτό ανέκδοτον λέγεται και περί άλλων — θα ήτο εγγονός εκείνου.

Εάν δε πράγματι εποίησε το επιτύμβιον του Σαρδαναπάλλου, δεν

ήτο κακός ποιητής, αν και το πρωτότυπον πεζόν ήτο καλύτερον.

Αντίζηλος Χοιρίλου του πρεσβυτέρου ήτο ΑΝΤΙΜΑΧΟΣ ο Κολοφώνιος,

ο λόγιος ποιητής της *_Θηβαΐδος_, ο προςποιούμενος ότι

περιφρονεί την δημοτικότητα και υπό πολλάς επόψεις Αλεξανδρεύς

γεννηθείς προώρως. Εννοείται ότι η Αλεξάνδρεια τον εθαύμαζε,

θεωρούσα αυτόν, όπως και τον Εμπεδοκλή, διδάσκαλον της

«_αυστηράς αρμονίας_» { the austere style, } και γενικώς

έτασσεν αυτόν παρά τον Όμηρον, αν και ο Κοϊντιλιανός [Χ, Ι,53]

αναφέρων την κρίσιν ταύτην παρατηρεί ότι άλλο σημαίνει να είναι

τις εγγύς και άλλο δεύτερος. Τον Αντίμαχον συνδέει προς τον

Πλάτωνα το ακόλουθον αόριστον ανέκδοτον. Ο Πλάτων έπεμψε τον

μαθητήν του Ηρακλείδην να συλλέξη τα έργα του Αντιμάχου ή κατ'

άλλους αυτός παρέμεινεν ακούων του Αντιμάχου, ενώ οι λοιποί

ακροαταί αφήκαν το δωμάτιον κενόν· τότε ο Αντίμαχος είπε

«Πλάτων είς εμοί χίλιοι» (102). { Plato to me is worth a

thousand.} Περί τούτου συνέβησαν κατόπιν πολλαί φιλολογικαί

συζητήσεις. Οι μεν φίλοι του σοφού έπους, όπως ο Απολλώνιος,

εθεώρουν αυτό ως εγκώμιον του Αντιμάχου, ο δε Καλλίμαχος και ο

Δούρις ως απλήν απόδειξιν του ισχυρισμού των, ότι ο Πλάτων ήτο

αναρμόδιος της ποιήσεως κριτής. Τα πλείστα των αποσπασμάτων του

Αντιμάχου είναι τόσον μικρά, ώστε δεν έχουσι διαφέρον, τα δε

μακρότερα ή είναι γραμματικά ή αναφέρονται υπό του Αθηναίου

μόνον εξ αφορμής διαφόρων αγγείων. Το ύφος εις ημάς τους

νεωτέρους φαίνεται πενιχρόν και άκαμπτον, αλλά η ακαμψία αυτή

και αι παράδοξοι λέξεις είναι τεχνηταί. Ο Αντίμαχος την

αληθινήν του δόξαν ώφειλε μάλλον εις την ελεγείαν *_Λύδην_ παρά

την *_Θηβαΐδα_ (103).

Ο Παυσανίας εν τέλει του έργου του [Ι' 38, 13] διηγείται, ότι

ενώ Φαλύσιός τις εκινδύνευε να τυφλωθή, «ο εν Επιδαύρω πέμπει

θεός Ανύτην την ποιήσασαν τα έπη, φέρουσαν σεσημασμένην δέλτον»

προς αυτόν { the god sent to him Anyte, the epic poetess, with

a sealed tablet }. Ο Φαλύσιος αναγνώσας την δέλτον, ανέλαβεν,

αλλ' ημείς ουδέν άλλο γνωρίζομεν περί της ΑΝΥΤΗΣ ει μη μόνον

ότι ήτο Τεγεάτις, και ότι ωνομάσθη θήλυς Όμηρος υπό του

Αντιπάτρου του Θεσσαλονικέως (104) όστις παρέδωκε πολλά των

επιγραμμάτων αυτής, αλλά πιθανόν και να μη ανέγνωσε τα έπη της.

Και ούτοι μεν είναι οι απόγονοι του Ομήρου. Οι δε του Ησιόδου

είναι ποικιλώτεροι και αφανέστεροι. Το γενεαλογικόν έπος

αναπτυσσόμενον εδιχάσθη· και ο μεν συνήθης αυτού τύπος

εξηκολούθησε να ζη πολλαχού της Ελλάδος· τοιαύτα ελέγοντο τα

Ναυπάκτια έπη, τα Κορινθιακά, τα Σαμιακά, τα Φωκαϊκά· αλλ' είτε

φέρονται ανωνύμως, είτε αποδίδονται εις τοπικούς μυθώδεις

ποιητάς, παραλλήλους του Ησιόδου, «Καρκίνον» τον Ναυπάκτιον,

«Εύμηλον» τον Κορίνθιον, «Άσιον» τον Σάμιον (105). Ο δε τύπος

_Ηοίη_ εδημιούργησε την «ρωμαντικήν» ή ερωτικήν ελεγείαν. Η

τοιαύτη ποίησις διαπλασσομένη υπό καλλιτεχνών ως ο Μίμνερμος, ο

Αντίμαχος και ο Ερμησιάναξ, λαμβάνει την μορφήν καταλόγων

παλαιών εραστών, ών τα τέκνα άλλοτε μεν αναφέρονται, άλλοτε δε

όχι. Τα ποιήματα ταύτα είναι _Ηοίαι_ άλλης απόψεως. Η δε

διδακτική ποίησις του Ησιόδου αφ' ενός μεν ανεπτύχθη εις το

ηθικόν ή γνωμικόν έπος του Φωκυλίδου, τα αποφθέγματα των Επτά

σοφών και τας ελεγείας του Σόλωνος και του Θεόγνιδος, έπειτα δε

τους ιάμβους Σημωνίδου του Αμοργίνου, του Αρχιλόχου και του

Ιππώνακτος (βλ. κατωτ.). Αφ' ετέρου δ' έδωκεν αφορμήν εις την

λογίαν περί φυσικής και γεωγραφίας ποίησιν. Αυτός ο Ησίοδος

ελέγετο ποιήσας _Αστρονομίαν_ και *_Γης Περίοδον_· αλλά τοιαύτα

επικά θέματα δεν αποδίδονται εις ωρισμένους ποιητάς προ του

τετάρτου αιώνος και δεν ήσαν αρεστά προ του Αράτου του Σολέως

(περί τα 276 π. Χ.). Ο πρώτος αναφερόμενος αστρονομικός ποιητής

Κλεόστρατος ο Τενέδιος, όστις παρετήρει τα άστρα εκ της Ίδης,

φέρεται ότι έζη κατά την έκτην εκατονταετηρίδα. Πρώτον δε

ιατρικόν ποίημα είναι ίσως το του Περιάνδρου κατά την τετάρτην.

Τα δε περί μαγειρικής έπη, όσα αναφέρει ο Αθήναιος, ήσαν μάλλον

παρωδίαι. Ο φοβερός γαστρίμαργος Αρχέστρατος ο εκ Γέλας ήτο

σύγχρονος του Αριστοτέλους· επίσης δε ο Μάτρων. Ήτο τότε ο

καιρός της μέσης κωμωδίας, ότε τα όψα και η μαγειρική ήσαν

ανεγνωρισμένα ως θέματα τερπνά.

Αλλά το κύριον ρεύμα του διδακτικού έπους ενωρίς ήδη απέβη

θρησκευτικόν. Ο Ησίοδος έπεσεν υπό την επήρειαν του Ορφέως· και

αυτά δε τα παραδεδομένα έπη επηρεάσθησαν. Ο Κέρκωψ, ο λεγόμενος

ως ο πραγματικός ποιητής Ησιοδείων τινών επών, έγραψε

θρησκευτικόν βιβλίον και εκαλείτο Πυθαγόρειος· τούτο δε κατ'

εκείνους τους χρόνους, ότε ο Πυθαγόρας ήτο αγέννητος, εσήμαινεν

Ορφικός. Ο δε Εύμηλος εγίνωσκε τόσα περί του κόσμου, όσα θα

ηδύνατο να μάθη μόνον παρά του Ονομακρίτου. Και αυτό δε το έπος

του Αριστέου, όπερ ηδύνατο να λογισθή ως γεωγραφικόν, πρόδρομος

των ποικίλων «_Περιηγήσεων_», είλκυε βεβαίως την προσοχήν διά

των θαυμάτων και της θεολογίας.

Η Ορφική θεοσέβεια συνεκίνει κυρίως τον κοινόν λαόν και δεν

επιφαίνεται εν τη λογοτεχνία· αλλά διακρίνομεν αυτήν οσάκις

υποκινεί την φιλοσοφίαν. Αύτη εξηγεί τον Πυθαγόραν, τον σοφόν

και ευσεβή άνδρα, όστις αποχαιρετίσας τον κόσμον, έγινεν ιερεύς

ασκητικής αδελφότητος, πιστευούσης εις καθαρμόν και εις

μυστήρια.

Η ανάδειξις χωριστού φιλοσοφικού έπους οφείλεται αμέσως εις την

περίεργον πνευματικήν επανάστασιν του ΞΕΝΟΦΑΝΟΥΣ του

Κολοφωνίου, μαθητού του Αναξιμάνδρου. Ο Ξενοφάνης διωχθείς υπό

της περσικής επιδρομής του 546 π. Χ., ηναγκάζετο να πορίζεται

τον άρτον ως ραψωδός· αλλά παρά του Αναξιμάνδρου είχε διδαχθή

ότι όσα ερραψώδει ήσαν ψεύδη.

7] _Πάντα θεοίσ' ανέθηκαν Όμηρος θ' Ησίοδός τε

όσσα παρ' ανθρώποισιν ονείδεα και ψόγος εστίν,

κλέπτειν μοιχεύειν τε και αλλήλους απατεύειν._

{ Homer and Hesiod fastened on the gods all that is a shame and

a rebuke to man, thieving and adultery and the cheating one of

another. }

Μετέβαλε το «άπειρον» του διδασκάλου του εις θεόν·

1] είς θεός εν τε θεοίσι και ανθρώποισι μέγιστος . . .

{ there is one God most high over men and gods }

2] ούλος ορά, ούλος δε νοεί, ούλος δε τ' ακούει.

{ all of him sees, thinks, and hears }

Έγραψε λοιπόν αληθινήν ποίησιν ιδικήν του — το μέγα διδακτικόν

έπος *_Περί φύσεως_, ιστορικόν έπος *_Κολοφώνος κτίσιν_ και

_Αποικισμόν εις Ελέαν_ εαυτού και των συνεξορίστων. Οι δ' 67

ενιαυτοί, ούς αναφέρει ότι παρήλθον,

24] _βληστρίζοντες εμήν φροντίδ' αν' Ελλάδα γην_,

{ tossed his troubled thoughts up and down Hellas }

φαίνεται ότι περιελάμβανον πολλούς χαλεπούς αγώνας κατά

ωργανωμένης αντιδράσεως, της οποίας ηχώ έχομεν εν τοις

*_Σίλλοις_. Ο Ξενοφάνης ούτε μέγας φιλόσοφος, ούτε μέγας

ποιητής ήτο· αλλά το γεγονός, ότι κατ' αυτήν την επικράτησιν

της επικής παραδόσεως εκήρυξε το ευαγγέλιον της ελευθέρας

φιλοσοφίας και διελάλησε τολμηρώς όσα καθείς ησθάνετο κρυφίως,

ανέδειξεν αυτόν μεγάλην δύναμιν εν τη ζωή και τη λογοτεχνία της

Ελλάδος. Κίναι ίσως ο μόνος απροκάλυπτος θρησκευτικός επικριτής

ο σωθείς εκ των αρχαίων χρόνων. Οι κατόπιν σκεπτικοί ή

αδιάφοροι επροσποιούντο ότι εθεώρουν την περί θρησκείας

ελευθεροστομίαν ως σκιαμαχίαν ή και ακαλαισθησίαν.

Το παράδειγμα του Ξενοφάνους ωδήγησε τον μέγαν εν τη φιλοσοφία

μαθητήν αυτού να στιχουργήση τας αφηρημένας του δοξασίας. Το

*_Περί φύσεως_ έπος του ΠΑΡΜΕΝΙΔΟΥ ήτο διηρημένον εις δύο

βιβλία, το μεν πρώτον περί αληθείας, το δε δεύτερον περί

ψεύδους· είχε δε μυθολογικόν τέλος· η ανάβασις του ποιητού μετά

των θυγατέρων του Ηλίου, αίτινες οδηγούσιν αυτόν διά των πυλών

της Νυκτός και της Ημέρας εις το ιερόν της Σοφίας, προξενεί

δυνατήν εντύπωσιν· το όλον όμως έργον θα ήτο προτιμότερον αν

εγράφετο εις πεζόν λόγον.

Αλλ' αληθής ποιητής ήτο ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ ο Ακραγαντίνος, ίσως τόσον

μέγας, όσον ο θαυμαστής αυτού Λουκρήτιος (106), ειργάζετο δε

και ωραιοτέραν ύλην. Διέπρεψε και ως πολίτης, πρωταγωνιστήσας

υπέρ ελευθερίας κατά των τυράννων Θήρωνος και Θρασυδαίου. Αλλ'

ο βίος του, καθώς και των συγγενών αυτού πνευμάτων, του

Πυθαγόρου και κατόπιν Απολλωνίου του Τυανέως, εκαλύφθη διά

θαυμάτων· εσταμάτησε τους ανέμους· απεξήρανε τεράστιον έλος·

ανέστησε γυναίκα νεκράν· προείπε την ώραν ότε θ' ανεκαλείτο υπό

των θεών και εξηφανίσθη χωρίς ν' αποθάνη. Οι αντίζηλοί του

έλεγον ότι εξ απλής κενοδοξίας ερρίφθη εις την Αίτναν, όπως

αφανίση παν ίχνος του και πιστευθή ως αθάνατος (107). Αλλά πώς

λοιπόν εγνώσθη τούτο; Εφόρει χαλκάς «κρηπίδας» και το

ηφαίστειον έρριψεν έξω μίαν! Υγιεστέρα παράδοσις έλεγεν ότι

απέθανεν εξόριστος εν Πελοποννήσω· ο δε χαρακτήρ αυτού αφήκε

βαθείαν εντύπωσιν εις το πνεύμα των Ελλήνων και των Αράβων.

Περί του συστήματος αυτού λαλούμεν κατόπιν· αλλ' αληθής της

ποιήσεως αυτού ζωή είναι η θαυματουργία· ιδού τι λέγει

εξόριστος θεός [εν τω *_Περί φύσεως_ 1]·

_Έστιν ανάγκης χρήμα, θεών ψήφισμα παλαιόν

αΐδιον, πλατέεσσι κατεσφραγισμένον όρκοις

εύτε τις αμπλακίησι φόνω φίλα γυία μιήνη

αύτως ή επίορκον αμαρτήσας επομόσση

(δαίμων οίτε βίοιο λελόγχασι μακραίωνος)

τρις μεν μυρίας ώρας από μακάρων αλάλησθαι

γεινόμενον παντοία διά χρόνου είδεα θνητών._

{ There is an utterance of Fate, an ancient decree of the gods,

everlasting, sealed with broad oaths ; when any being stains

his hand with sin of heart or swears an oath of deceiving, aye,

though he be a Spirit, whose life is for ever, for thrice ten

thousand years he wanders away from the Blessed, growing, as

the ages pass, through all the shapes of mortal things, passing

from one to another of the weary ways of life.}

32] _Αιθέριον γαρ σφε μένος πόντονδε διώκει

πόντος δ' ες χθονός ούδας απέπτυσε, γαία δ' ες αυγάς

ηελίου ακάμαντος, ο δ' αιθέρος έμβαλε δίναις,

άλλος δ' εξ άλλου δέχεται, στυγέονσι δε πάντες._

{The might of the Æther hunts him to the Sea, the Sea vomits

him back to the floor of Earth, and Earth flings him to the

fires of Helios the unwearied, and he to the whirlwinds of

Æther. He is received of one after another, and abhorred of

all. }

Ο Εμπεδοκλής ενεθυμείτο προηγουμένους βίους·

11] Ήδη γαρ ποτ' εγώ γενόμην κουρός τε κόρη τε

θάμνος τ' οιωνός τε και είν' αλί έλλοπος ιχθύς·

{I have been a youth and a maiden and a bush and a bird and a

gleaming fish in the sea.}

απεστρέφετο δε την σφαγήν των ζώων προς τροφήν των ανθρώπων·

440] _Ου παύσεσθε φόνοιο δυσηχέος; ουκ εσοράτε

αλλήλους δάπτοντες ακηδείησι νόοιο_;

{Will ye never cease from the horror of bloodshedding? See ye

not that ye devour your brethren, and your hearts reck not of

it ?}

Αλλά κατ' αυτόν και η κυαμοφαγία είναι επίσης φοβερά·

451] _δειλοί, πάνδειλοι, κυάμων από χείρας έχεσθε_.

{Wretched, thrice-wretched, keep your hands from beans. }

Όχι διότι τα «κουκκιά» είναι τροφή ερεθιστική, αλλά διότι

θρησκευτικώς ενομίζοντο ως ακάθαρτα (108).

ΕΛΕΓΕΙΑ ΚΑΙ ΙΑΜΒΟΣ

Η χρήσις της λέξεως «λυρική» προς δήλωσιν πάσης ποιήσεως μη

επικής και δραματικής, είναι νέα και ανακριβής. Η λέξις

σημαίνει ότι η ποίησις εψάλλετο προς λύραν ή κατά μικράν

επέκτασιν προς άλλο τι όργανον. Αλλά και το έπος κατ' αρχάς

εψάλλετο· ο «Όμηρος» εκράτει φόρμιγγα, ο δε «Ησίοδος» φόρμιγγα

ή ράβδον. Εξ άλλου δε η «λυρική» ελεγεία και ο ίαμβος ενωρίτατα

ήρχισαν να παραλείπωσι την μουσικήν. Πάσα ελληνική ποίησις

επήγαζεν έκ τινος μορφής του μέλους, δηλαδή λέξεων αρμοζομένων

προς μουσικήν· αλλά βαθμηδόν τα ποικίλα είδη της ποιήσεως ή

απέρριψαν την μουσικήν, εφόσον εχρειάζοντο προσοχήν και

σαφήνειαν ιδεών, ή έπεσον έτι μάλλον υπό το κράτος της

μουσικής, εφόσον απέβλεπον εις την έκφρασιν αισθήματος

αορίστου. Ώστε σπανίως δυνάμεθα να είπωμεν, εάν ωρισμένοι

στίχοι απηγγέλλοντο ή εψάλλοντο. Αι ελεγείαι του Θεόγνιδος

φαίνεται ότι εψάλλοντο κατά τα συμπόσια προς αυλόν. Αλλ' ο

Πλάτων, λαλών περί του Σόλωνος, μεταχειρίζεται οτέ μεν το

άδειν, οτέ δε το ραψωδείν· τα δύο κύρια διακριτικά του μέλους

και του λόγου είναι η καλουμένη «στροφή» και η επί μιας

συλλαβής παράτασις της φωνής. Λόγου χάριν, ο πεντάμετρος, όστις

προήλθεν εκ του εξαμέτρου, λογιζομένης μιας μακράς συλλαβής ως

δύο κατά το τέλος εκάστου ημιστιχίου, είναι «λυρικώτερος» του

απλού εξαμέτρου· και η ελεγεία, ήν αποτελούσι ζεύγη εξαμέτρων

και πενταμέτρων, είναι «λυρικωτέρα» του ομοιομόρφου εξαμέτρου

έπους. Αι ιαμβικαί στροφαί παράγουσιν μεγαλοπρεπέστατον μέλος

του Αισχύλου (109), ενώ ο κοινός ιαμβικός τρίμετρος είναι η

εγγυτάτη προς τον πεζόν λόγον ποιητική μορφή.

Περί των αρχαίων ελληνικών μελών υπάρχουσιν όλως ανακόλουθοι

και αόριστοι ειδήσεις. Τα «σκόλια» ή συμποτικά άσματα είχον εκ

παραδόσεως ωραιότατον μέλος, αλλά είναι άδηλον τίνος ποιητού.

Ποικίλα δε αθλητικά μέλη, καλούμενα «νόμοι», καθώς ο

«πολυκέφαλος νόμος», ο «αρμάτειος νόμος» (110) αποδίδονται εις

«Όλυμπον» τον Φρύγα, όστις ελέγετο υιός Μαρσύου του Σατύρου,

[ζων επί Μίδα του β', ήτοι περί τα 700 π. Χ.] δύσκολον δε είναι

να πιστοποιηθή ως ιστορικόν πρόσωπον, απλώς επειδή επικαλείται

«Όλυμπος ο νεώτερος». Τα δε λυρικά μέλη κατά μέγα μέρος

ανάγονται εις τον ΤΕΡΠΑΝΔΡΟΝ τον εξ Αντίσσης της Λέσβου. Περί

τούτου φέρονται δύο θρύλοι, διδακτικοί· ελέγετο δηλ. ότι αφού ο

Ορφεύς κατεσπαράχθη — καθό Βακχική ενσάρκωσις — υπό των

γυναικών της Θράκης, η κεφαλή του και η λύρα του ερρίφθησαν υπό

των κυμάτων εις την πατρίδα του Τερπάνδρου. Ούτως ο Τέρπανδρος

είναι ο αναπτύξας την αιολικήν ή εγχώριον ελληνικήν μουσικήν.

Επίσης όμως ελέγετο ότι διδάσκαλον είχε Χρυσόθεμιν τον Κρήτα.

Αλλ' η Κρήτη ήτο μία των πρώτων δωρικών αποικιών. Ούτως ο

Τέρπανδρος συνενώνει την ιθαγενή έγχορδον μουσικήν μετά της

μουσικής των Δωριέων κατακτητών. Παν ό,τι παραδίδεται περί

αυτού, και αυτό το όνομά του (ο τέρπων τους άνδρας) φέρει

μυθικήν χροιάν (111). Ούτω π. χ. ηύξησε τας χορδάς της λύρας

από τεσσάρων εις επτά· εποίησεν επτά κιθαρωδικούς νόμους· είς

ιδίως, καλούμενος «Τερπάνδρειος νόμος» είχεν επτά μέρη (112)

αντί των τριών απλών, αρχής, μέσου και τέλους. Ενίκησε δε

τετράκις εν Δελφοίς, πριν ακόμη ιδρυθή οιοσδήποτε αγών! Ήτο και

ο πρώτος νικητής κατά τα Κάρνεια της Σπάρτης. Αλλά πάντες οι

τοιούτοι αγώνες δεν κατεγράφοντο κατ' αρχάς, ο δε πρώτος

νικητής συνήθως ήτο μυθώδης (113).

Το πόρισμα είναι ότι καθώς υπήρχον έπη, ούτως υπήρχον και μέλη

πολλαχού της Ελλάδος προ των αρχαιοτάτων ημών μνημείων. Οι

τοπικοί ρυθμοί ήσαν ποικίλοι και η αρμονία γενικώς εταξινομείτο

γεωγραφικώς, η δωριστί, η φρυγιστί, η λυδιστί, η αιολιστί, η

ιαστί αρμονία και ούτω καθεξής. Η τοιαύτη διαίρεσις φαίνεται

εις ημάς άτεχνος, εξ άλλου όμως δεικνύει ότι ωρμήθη εξ

ωρισμένης γνώσεως εκάστου είδους. Οι μαθηταί του Σωκράτους,

οίτινες έβλεπον τα πάντα ως ηθικολόγοι, εφιλοσόφησαν πολλά περί

της ηθικής αξίας εκάστης αρμονίας. Κατ' αυτούς η δωριστί το

ανδρώδες εμφαίνει και μεγαλοπρεπές, η φρυγιστί ήτο αγρία και

διεγερτική, η λυδιστί θηλυπρεπής, η δε αιολίς είχε «το γαύρον

και ογκώδες» { turbulent chivalry}. Αλλά ταύτα φαίνονται

αυθαίρετα· διότι ενώ ο Πλάτων περιλαμβάνει την ιαστί αρμονίαν

εις τας «_μαλάκας τε και συμποτικάς_» { effeminate and bibulous

} (114) ο μαθητής αυτού Ηρακλείδης ο Ποντικός λέγει «_το της

ιαστί γένος αρμονίας . . . . . αυστηρόν και σκληρόν_» { austere

and proud. } (115). Η Σωκρατική παράδοσις ανεύρισκεν ιδίως

ηθικήν έννοιαν εις τας διαφοράς εγχόρδων και εμπνευστών

οργάνων, ενώ δε η λύρα και η κιθάρα εθεωρούντο χρήσιμοι εις

τους αγαθούς πολίτας, ο αυλός ή ο πλαγίαυλος ή ό,τι άλλο

αντιστοιχεί προς τα διάφορα του αρχαίου «αυλού» είδη, ενομίζετο

αρμόζων εις γυναίκας ή βαρβάρους. Και όμως ο αυλός ήτο το

αγαπητόν όργανον των Σπαρτιατών, των Βοιωτών και των Δελφών·

όσον και αν ετάρασσε τους ευαισθήτους Αθηναίους, ήρεσκεν εις

τους Δωριείς· αλλ' ίσως εις ημάς θα εφαίνετο εντελώς ανούσιος.

Τα τοπικά γένη της μουσικής είχον και αντίστοιχα μετρικά γένη.

Λόγου χάριν τα μέλη της Λέσβου και της Τέω παρέμειναν απλά· η

μουσική δηλαδή εκείνη έθελγε και αγύμναστα ωτία. Οι δε συνήθεις

ιωνικοί ρυθμοί και άπαξ ακουόμενοι, εφαίνοντο εξαίσιοι, αλλ' οι

δωρικοί κάπως ήσαν τραχύτεροι, οι δε πολλοί των αιολικών ήσαν

αισθητοί μόνον εις ολίγους μουσικωτέρους. Καθόλου οι σταθεροί

κανόνες, η υπήχησις της ρυθμικής κινήσεως και η συνεχής αλλ'

υποτεταγμένη μουσική, κατέστησε τους Έλληνας ικανούς να

παράγωσι διά του μέτρου εντυπώσεις, τας οποίας ουδέ ο

τολμηρότατος και μελωδικώτατος των Άγγλων ποιητών ουδέποτε θα

ωνειρεύετο να πλησιάση. Κανέν ίσως άλλο των αρχαίων

κατορθωμάτων δεν ευρίσκεται τόσον μακράν ημών, όσον το

υψηλότερον λυρικόν ποίημα. Ανεπτύξαμεν αληθώς οι νεώτεροι την

μουσικήν ως χωριστήν τέχνην και υπερέβημεν κατά πολύ τους

Έλληνας εις τούτο, αλλ' αντί ποίας φοβεράς θυσίας!

Η ετυμολογία της λέξεως «έλεγος» είναι σκοτεινή. Ίσως αρχικώς

ήτο μέτρον πένθιμον, συνοδευόμενον, οπότ' εψάλλετο, υπό αυλού.

Αλλ' απαντά πρώτον επί πολεμικών ωδών και συν τω χρόνω

κατήντησεν ο ειδικός του έρωτος στίχος.

Ο πρώτος γνωστός ελεγειακός, ο ΚΑΛΛΙΝΟΣ, ήτο Εφέσιος και έγραψε

διάλεκτον μικρόν απέχουσαν των ιωνικών μερών του Ομήρου.

Επολέμησε κατά των εισβαλόντων Κιμμερίων (περί τα 650 π. Χ.)

και κατά της πόλεως Μαγνησίας. Συνεχρόνησε δε περίπου μετά του

μεγάλου Αρχιλόχου, αλλ' ο μεν Καλλίνος ελάλει περί της

Μαγνησίας ως μαχομένης, ο δε Αρχίλοχος εγίνωσκε την άλωσιν

αυτής (116). Ο δε ΤΥΡΤΑΙΟΣ ο Αφιδναίος έγραψε χάριν των

Σπαρτιατών επί του δευτέρου μεσσηνιακού πολέμου πολεμικάς

ελεγείας, όπου λαλεί ως Δωριεύς ευπατρίδης, ως Σπαρτιάτης. Αλλ'

επειδή υπήρχεν Άφιδνα και εν τη Αττική, καθώς εν τη Λακωνική, η

αθηναϊκή κακολογία, τροποποιούσα παλαιόν ανέκδοτον, έπλασεν ότι

δήθεν η Σπάρτη, στενοχωρουμένη δεινώς εκ του πολέμου, εζήτησεν

εξ Αθηνών αρχηγόν και ότι οι Αθηναίοι απέστειλαν ένα χωλόν

γραμματοδιδάσκαλον, όστις έδωκε τόσον θάρρος εις τους

απηλπισμένους, ώστ' ενίκησαν (117). Ομοίως οι Σάμιοι διηγούντο

ότι εδάνεισαν εις τους Πριηνείς μίαν μάντιδα προς βοήθειαν

εναντίον των Καρών· ότι δηλαδή και μία γραία της Σάμου έφθανε

να διδάξη τους Πριηνείς το πολεμείν! Ο Τυρταίος κατά την

μεταγενεστέραν παράδοσιν την μη σπαρτιατικήν, καταντά πρόσωπον

σχεδόν κωμικόν — λόγου χάριν κατά τα Μεσσηνιακά του Ριανού (του

τρίτου π. Χ. αιώνος). Αλλά το δωρικόν αυτού όνομα, το γεγονός

ότι αι ελεγείαι του εψάλλοντο εν Κρήτη ως και εν Πελοποννήσω

και αι προς αυτόν απονεμόμεναι κατά τας λακωνικάς εορτάς τιμαί

υπεμφαίνουσιν ότι ήτο προσωποποιία του δωρικού πολεμικού

_ελέγου_ και ότι παν ανώνυμον δωρικόν πολεμικόν άσμα εγίνετο

ιδικόν του — λόγου χάριν οι ολίγον αρχαϊκοί στίχοι, ούς

διέσωσεν ο Λυκούργος (118). Τα ποιήματα πιθανώς ήσαν κατ' αρχάς

δωρικά· αλλά τα σωθέντα αποσπάσματα φέρουσιν ιωνικόν ένδυμα και

μάλιστα νεώτερον. Η συλλογή περιέχει και έν αναπαιστικόν

εμβατήριον, προέρχεται ο εξ Αλεξανδρείας και επιγράφεται

«_Ευνομία_». (119)

Μέγιστος των ελεγειακών ποιητών είναι ΜΙΜΝΕΡΜΟΣ ο Κολοφώνιος.

Εδοξάσθη κυρίως διά την *_Ναννώ_, μακρόν ποίημα ή ποιητικήν

συλλογήν περί έρωτος ή παλαιών ερωτικών μύθων, φέρουσαν το

όνομα της ερωμένης του, ήτις ήτο αυλητρίς, όπως και αυτός ήτο

αυλητής. Αλλά και οι πολεμικοί του στίχοι είναι τεχνικώτεροι

των του Τυρταίου και του Καλλίνου (120). Ο Μίμνερμος πλην του

έρωτος και της μάχης αισθάνεται βαθύτατα και την φύσιν. Ωραίον

είναι λόγου χάριν το απόσπασμα [11]

_Ηέλιος μεν γαρ πόνον έλλαχεν ήματα πάντα·

ουδέ κοτ' άμπαυσις γίγνεται ουδεμία

ίπποίσίν τε και αυτώ, επεί ροδοδάκτυλος Ηώς

Ωκεανόν προλιπούσ' ουρανόν εισαναβή.

Τον μεν γαρ διά κύμα φέρει πολυήρατος ευνή

κοιίλη, Ηφαίστου χερσίν εληλαμένη

χρυσού τιμήεντος υπόπτερος, άκρον εφ' ύδωρ

εύδονθ' αρπαλέως χώρου αφ' Εσπερίδων

γαίαν ες Αιθιόπων, ίνα δη θοόν άρμα και ίπποι

εκτάσ', όφρ' Ηώς ηριγένεια μόλη_.

{ Surely the Sun has labour all his days, And never any

respite, steeds nor god, Since Êos first, whose hands are rosy

rays, Ocean forsook, and Heaven's high pathway trod; At night

across the sea that wondrous bed Shell-hollow, beaten by

Hephaistos' hand, Of winged gold and gorgeous, bears his head

Half-waking on the wave, from eve's red strand To the Ethiop

shore, where steeds and chariot are, Keen-mettled, waiting for

the morning star» }

Η επίδρασις του Μιμνέρμου εμεγαλύνετο συν τω χρόνω και το

σχέδιον της *_Ναννούς_ παρέμεινεν ως δημιουργόν σπέρμα της

μεγάλης ελεγειακής ποιήσεως της Αλεξανδρείας και των Ρωμαϊκών

αυτής απομιμήσεων (121). Παν ό,τι έγραψεν ο Μίμνερμος έχει

χρώμα και μελωδίαν, αλλά και πνεύμα όπου χρειάζεται, καθώς εν

τη περιγραφή της αλώσεως της Σμύρνης (122).

Μετά τους μη αττικούς τούτους ποιητάς, ούς μόλις βλέπομεν ως

σκιάς, θαυμάζομεν ακούοντες όσα διηγείτο η Αττική παράδοσις

περί του ΣΟΛΩΝΟΣ, του υιού του Εξηκεστίβου (639-559 π. Χ.). Η

παράδοσις είναι θρύλος μάλλον ή ιστορία, και αναφέρεται εις τα

εξής· τας περιηγήσεις, την μανίαν του, και τας προς τον

Πεισίστρατον συμφωνίας. Αι περιηγήσεις ήσαν πιθανώς κοινά

εμπορικά ταξείδια, αλλ' απετέλουν ωραίον πλαίσιον διά την

ελληνικήν αντίληψιν του περιπλανωμένου σοφού. Ακούομεν,

εναντίον πάσης χρονολογίας, πώς συνήντησε τον πλουσιώτατον των

βασιλέων, τον Κροίσον, όστις του επέδειξε τους θησαυρούς του

και κατόπιν τον ηρώτησεν αν είδε κανένα «_πάντων ολβιώτατον_» {

most fortunate } (123). Ο Σόλων ωνόμασε μερικούς αφανείς

ανθρώπους, οίτινες αφού έπραξαν το καθήκον των, αγαπώμενοι υπό

των πολιτών απέθανον άριστα. Και τότε μεν τα λόγια εκείνα

εφάνησαν ανόητα, αλλά κατόπιν ωμολογήθη όλη των η αλήθεια υπ'

αυτού του Κροίσου, ότε ο Κύρος ητοιμάζετο να τον καύση, και του

Κύρου, όστις ακούσας το πράγμα, δεν εξετέλεσε την καταδίκην. Ο

Σόλων ήτο στρατιωτικός και πολιτικός ανήρ, όστις νέος μεν

έγραψεν ερωτικά ποιήματα, έπειτα δ' έστρεψε την στιχουργικήν

του τέχνην εις πρακτικούς σκοπούς, κυκλοφορών πολιτικά

ποιήματα, καθώς και οι μετά δύο αιώνας διάδοχοί του

εκυκλοφόρουν πολιτικά φυλλάδια και λόγους. Άγνωστον είναι κατά

πόσον το σύστημα τούτο ήτο δάνειον εκ των μεγάλων πόλεων της

Ιωνίας ή ανεπτύχθη εκ της ιδίας αττικής πολιτικής ροπής. Του

Σόλωνος σώζονται πολλά εκτενή αποσπάσματα ελεγειακά, ιαμβικά,

και τροχαϊκά· πάντα βεβαίως έχουσι μεγάλην ιστορικήν σημασίαν,

αλλά ως ποιήματα έχουσι την ακαμψίαν και την πεζότητα του

πρακτικού ανθρώπου (124). Τούτων περιεργότατα είναι τα

αναφερόμενα εις τον κατά των Μεγαρέων πόλεμον περί της κατοχής

της Σαλαμίνος και εις την «σεισάχθειαν», την μεγάλην

νομοθετικήν του Σόλωνος καινοτομίαν. Ως μεταρρυθμιστής ο Σόλων

ηττήθη υπό των εκτάκτων του καιρού εκείνου δυσχερειών· επιζήσας

είδε την πτώσιν του πολιτεύματος, όπερ ενομοθέτησεν, και την

αύξησιν του Πεισιστράτου· αλλ' ο χαρακτήρ αυτού εφυλάχθη ζωηρός

εν τη μνήμη των Αθηναίων, και παρέμεινεν ως τύπος αγαθού και

μεγάλου νομοθέτου, όστις ηδύνατο, αλλ' ως τίμιος άνθρωπος, δεν

ηθέλησε να τυραννεύση (125).

ΘΕΟΓΝΙΣ ο Μεγαρεύς (126), ο κάλλιστα σωζόμενος των ελεγειακών,

χρεωστεί την αθανασίαν εις τα γνωμικά του, τα σύντομα

αποφθέγματα πρακτικής φιλοσοφίας, άπερ οι αρχαίοι Έλληνες

ωνόμαζον «γνώμας», οι δε Ρωμαίοι sententias. Τινά είναι απλώς

ηθικά

255] _Κάλλιστον το δικαιότατον λώστον δ' υγιαίνειν,

πράγμα δε τερπνότατον, την τις ερά, το τυχείν_.

{ " Fairest is righteousness, and best is health, And sweetest

is to win the heart's desire."}

Άλλα είναι πικρά·

575 _οι με φίλοι προδιδούσιν, επεί τον γ' εχθρόν αλεύμαι,

ώστε κυβερνήτης χοιράδας ειναλίας_.

{ " Few men can cheat their haters, Kyrnos mine; Only true love

is easy to betray! " }

Άλλα εκφράζουσι δίψαν προς εκδίκησιν·

361 Ανδρός τοι κραδίη μινύθει μέγα πήμα παθόντος,

Κύρν' αποτινυμένου δ' αύξεται εξοπίσω.

Ευ κώτιλλε τον εχθρόν· όταν δ' υποχείριος έλθη,

τείσαι μιν, πρόφασιν μηδεμίαν θέμενος.

{ " Drink while they drink, and, though thine heart be galled,

Let no man living count the wounds of it: There comes a day for

patience, and a day For deeds and joy, to all men and to thee!

"}

Τα γνωμικά του Θεόγνιδος δεν είναι βρεφική τροφή. Ο Θέογνις

είναι Δωριεύς ευπατρίδης, και σφοδρότατος φατριαστής πολιτείας

ονομαστής διά τα κόμματα· πίνων αλύπητα, μισεί θανασίμως τους

δημοκρατικούς, «_των είη μέλαν αίμα πιείν_» [349] { give him

their black blood to drink } διότι εφόνευσαν τους φίλους του

και τον εξώρισαν, συλήσαντες τα χρήματά του. Έκτοτε ο

υπερήφανος ανήρ ηναγκάσθη να γράφη ποιήματα χάριν των

ξενιζόντων αυτόν. Ούτω λέγεται ότι έγραψεν ελεγείαν «εις τους

σωθέντας των Συρακοσίων εν τη πολιορκία». Τα σωζόμενα

αποσπάσματα είν' εκρήξεις προσωπικού πάθους ή παραινέσεις,

απευθυνόμεναι προ πάντων προς τον εταίρον αυτού Κύρνον. Η προς

αυτόν σχέσις του Θεόγνιδος είναι χαρακτηριστική του Δωριέως

στρατιώτου. Παραλαμβάνει μαζί του παίδα της αυτής κοινωνικής

τάξεως, και τον διδάσκει «_οία τε παιδί πατήρ_» { like a father

} (1049) όλα τα καθήκοντα του δωρικού ιπποτισμού· να πολεμή, να

υπομένη σιωπών, να είναι πιστός εις την φιλίαν, να λέγη την

αλήθειαν και να μη έχη σχέσεις προς κακούς [1164]. Είναι

υπόχρεος να φέρη τον εταίρον οπίσω σώον ή ν' αποθάνη και αυτός·

στενοχωρείται, ότι ο μικρός δεν ήλθεν εις ηλικίαν, ώστε να γίνη

και αυτός καλός και άξιος Δωριεύς. Περί των λοιπών σχέσεων

αυτού προς τον Κύρνον λέγομεν τόσον μόνον, ότι δεν υπήρχον

γυναίκες εν τοις δωρικοίς στρατοπέδοις. Αληθώς, οι Δωριείς

επιδρομείς εκόμισαν εις την Ελλάδα μείγμα τι αγαθού και

πονηρού, όπερ ο γνήσιος Έλλην εθαύμαζεν ενίοτε υπέρ το δέον,

καθόσον ήτο ξένον προς αυτόν — εγκράτειαν, αντοχήν, τραχύτητα,

αλαζονείαν, αφοσίωσιν εις στενόν κύκλον φίλων και απολίτιστον

ιδανικόν. Τα χειρόγραφα του Θεόγνιδος προέρχονται εκ συλλογής

γενομένης χάριν των σχολείων κατά τον τρίτον αιώνα π. Χ. και

φέρουσι παρεμβολάς χαρακτηριστικάς των διδακτικών βιβλίων.

Ολόκληρα δηλαδή χωρία του Σόλωνος, του Μιμνέρμου, του Τυρταίου

και άλλου ελεγειακού, του Ευήνου, κατ' αρχάς φερόμενα εν τη ώα

χάριν παραβολής, παρεισέφρησαν εις το κείμενον· η δε τάξις των

γνωμών συνεχύθη και ενίοτε έχομεν ηνωμένους δύο αρχικώς

διαφόρους τύπους της αυτής γνώμης, ένα πρωτότυπον και ένα

συντομώτερον. Αι γνώμαι πολλάκις έχουσι πολύ το αγέρωχον και

δωρικόν, υπερβολήν μίσους και αγάπης και δόσιν συμβολισμού,

ήτις αποδεικνύει τον Θέογνιν άξιον του ονόματος του ποιητού

(127).

Η προς τας γνώμας τάσις κατέληξεν εις την δημιουργίαν των Επτά

σοφών. Αυτοί ανέλαβον την πατρότητα των περιφερομένων παροιμιών

και γνωμικών, του _Γνώθι σαυτόν_ — όπερ επεγράφη επί του εν

Δελφοίς ναού — του _Μηδέν άγαν_, του _Εγγύη, πάρα δ' άτα_ {

Surety; loss to follow } και των άλλων, όσα εφέροντο εις το

στόμα του λαού. Αλλ' οι «σοφοί» εκείνοι δεν ήσαν πάντοτε και

αγαθοί· το όνομα του τυράννου Περιάνδρου φέρεται επί τινων

καταλόγων, το δε του αισυμνήτου Πιττακού επί πάντων· η δε σοφία

των ήτο κυρίως φρόνησις. Των γνωμών τούτων ελέγετο ότι

κατήρτισεν έκδοσιν _Λόβων_ ο Αργείος, ρήτωρ του τετάρτου ίσως

αιώνος. Αλλά και τα αινίγματα, καθώς αι γνώμαι, είναι είδος

σοφίας· και πολλοί αρχαίοι γρίφοι αποδίδονται εις τον σοφόν

Κλεόβουλον ή άλλως την Κλεοβουλίνην, λεγομένην θυγατέρα του

Κλεοβούλου· ίσως είναι απλώς θηλυκή μορφή της σοφίας (128).

Την «γνώμην» έκαμαν δηκτικήν οι δύο συνηλικιώται, ΦΩΚΥΛΙΔΗΣ ο

Μιλήσιος και ΔΗΜΟΔΟΚΟΣ ο Λέριος (περί τα 550 π. Χ.) Τα μόνα

σωζόμενα τούτων έργα είν' επιγράμματα εν ελεγειακώ μέτρω. Ο

Δημοδόκος αξιοί ότι ανεκάλυψε το εξής γονιμώτατον σκώμμα·

Και το δε Δημοδόκου· Χίοι κακοί· ουχ ο μεν, ός δ' ου,

πάντες πλην Προκλέους· και Προκλέης δε Χίος.

{ This, too, is of Demodocus : The Chians are bad; not this man

good and that bad, but all bad, except Procles. And even

Procles is a Chian! }

Του επιγράμματος τούτου υπάρχουσι πολλαί, ελληνικαί και

λατινικαί απομιμήσεις, τελευταία δε είναι η του Πόρσωνος

καταδίκη των Γερμανών φιλολόγων «πάντων, πλην του Hermann, αλλά

και ο Hermann είναι Γερμανός!» Ο δε τρόπος της εισαγωγής «_και

τόδε Φωκυλίδεω_» ή «_Δημοδόκου_», φαίνεται ότι εχρησίμευεν εις

τους δυο ποιητάς, ως η μνεία του Κύρνου εις τον Θεόγνιν· ήτο

δηλαδή σφραγίς, αποτυπούσα το όνομα του ποιητού. Υπό το όνομα

του Φωκυλίδου έχομεν ποίημα 239 εξαμέτρων, περιέχον ηθικά

παραγγέλματα, αλλ' ο Bernays (129) απέδειξεν αυτό έργον

ελληνίζοντος Ιουδαίου, διότι λαλεί περί αναστάσεως και συμφωνεί

προς το Δευτερονόμιον (κβ', 6) περί μη λήψεως των νεοσσών εκ

των φωλεών (130).

ΣΙΜΩΝΙΔΗΣ ο Αμοργίνος οφείλει την ιδιάζουσαν ορθογραφίαν του

ονόματός του εις τους γραμματικούς, τους θέλοντας να

διακρίνωσιν αυτόν από του ενδοξοτέρου ομωνύμου, Σιμωνίδου του

Κείου (131). Αι ελεγείαι του, μεταξύ των οποίων υπήρχε και

αρχαιολογία των Σαμίων, δεν υπάρχουσι πλέον, αλλ' ο Στοβαίος

διέσωσεν εν τη Ανθολογία του ιαμβικόν ποίημα περί γυναικών —

πιθανώς απάντησιν εις τα εξ αμάξης ποιήματα, όσα κατά τινας

εορτάς αι χωρικαί γυναίκες απέτειναν αφόβως προς τους άνδρας. Ο

Σημωνίδης παραβάλλει την αγαθήν γυναίκα προς την μέλισσαν, την

φιλάρεσκον και σπάταλον προς «_ίππον αβρήν_» { like a mare} και

ούτω καθεξής. Η «_εξ υός τανύτριχος_» { The pig-woman } είναι η

άλουτος και άπλυτος (132).

Τρεις ήσαν οι ιαμβικοί ποιηταί οι καταριθμούμενοι εις τον

Αλεξανδρεωτικόν κανόνα — ο Σημωνίδης, ο Αρχίλοχος και ο

Ιππώναξ. Αλλ' εξαιρουμένου ίσως του Ιππώνακτος, ουδείς ποιητής

έγραψε μόνον ιάμβους. Η δ' εσωτερική συγγένεια, λόγου χάριν,

του Θεόγνιδος και του Αρχιλόχου προς τον Ησίοδον αποδεικνύει

ότι η μετρική κατάταξις δεν είχε μεγάλην σημασίαν. Πολλά δε των

έργων του Σόλωνος εκ της υποθέσεώς των ηδύναντο aδιαφόρως να

γραφώσιν είτε εις ελεγειακούς στίχους είτε εις ιαμβικούς. Το

ιαμβείον φαίνεται συνδεόμενον προς λαϊκούς και οικογενειακούς

θεούς, τον Διόνυσον και την Δήμητρα, καθώς το μεγαλοπρεπές

εξάμετρον προς τον Απόλλωνα και τον Δία. Είναι δε το ιαμβείον

το πλησιέστερον εις τον συνήθη λόγον μέτρον· ελληνικός

ρητορικός λόγος, ως και αγγλική εφημερίς, έχει πολλούς

ιαμβικούς στίχους εν μια στήλη. Τοιουτοτρόπως το ιαμβείον

εξυπηρέτησε τον ελληνικόν δραματικόν διάλογον και άλλον

αδιακόπως ευρυνόμενον κύκλον θεμάτων, όπου βαθμηδόν εισήλθεν. Ο

Ευριπίδης, λόγου χάριν, όστις έβλεπε ποίησιν και έννοιαν υπό

πάσαν πέτραν των οδών, εύρισκε το ιαμβικόν τρίμετρον

ευχερέστερον και αυτού του πεζού λόγου. Αλλ' ότε κατά πρώτον

εστιχουργήθη τούτο, είχε σκωπτικήν χροιάν.

ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ ο Πάριος (περί τα 650 π. Χ;) επεσκίασε πάντας τους

προγενεστέρους ιαμβογράφους και εθεωρείτο κοινώς ως ο άριστος,

τασσόμενος πλησίον του Ομήρου. Η τοιαύτη δόξα είχε δύο λόγους·

πρώτον, ένα φιλολογικόν πόλεμον εν Αλεξανδρεία, και δεύτερον,

ότι ο Αρχίλοχος εν τω κύκλω του δεν είχεν αντιπάλους. Και τα

ολιγοστά του αποσπάσματα (133) δικαιολογούσι την κρίσιν του

Κοϊντιλιανού, [Χ,1,16] «βραχείαι και ισχυραί αι γνώμαι, πλήρεις

αίματος και νεύρων, ώστε τινές νομίζουσιν ότι και οσάκις

ελαττούται, το σφάλμα είναι της ύλης (των ποιημάτων) ουχί της

ευφυίας αυτού». Τούτο έχει, εννοείται, άλλον λόγον. Ο Αρχίλοχος

ήτο των δυνατών εκείνων ανδρών, όσοι δεν ανέχονται την ήτταν.

Δεν αγαπά την μεγαλοπρέπειαν των πραγμάτων, θέλει θέματα

τοιαύτα, ώστε να αισθάνεται την υπεροχήν του. Πλην των

λυσσαλέων ιάμβων, και οι μικρότατοί του στίχοι έχουσιν αγρίαν

καλλονήν·

_κρύπτωμεν δ' ανιηρά Ποσειδάωνος άνακτος δώρα_

{ Oh, hide the bitter gifts of our lord Poseidon! }

λέγει, εννοών «ας θάψωμεν τους πνιγμένους μας συντρόφους»·

_Εν δορί μεν μοι μάζα μεμαγμένη, εν δορί ο οίνος

Ισμαρικός, πίνω ο εν δορί κεκλιμένος·

τούτο είναι καύχημα ληστού._

{ In my spear is kneaded bread, in my spear is wine of Ismarus

; and I lie upon my spear as I drink! }

_Επτά γαρ νεκρών πεσόντων, ούς εμάρψαμεν ποσίν,

χίλιοι φονήες ειμέν._

{ There were seven dead men trampled under foot, and we were a

thousand murderers! }

Τι σημαίνει άρα γε τούτο; δύναται να εικάση τις πολλά. Αλλ' οι

ολίγοι ερωτικοί του στίχοι δεικνύουσι την μεγάλην από της

Σαπφούς διαφοράν. Το φλογερόν και ωχρόν πάθος, όπερ εκφράζεται

σχεδόν όλον εις γλώσσαν φυσικήν, ημπορεί να φαίνεται ωραίον

εντός καρδίας όπως η ιδική της· αλλά τι άγριον και

απροσπέλαστον πράγμα καταντά εντός της ψυχής του πικραμένου

τούτου μισθοφόρου! Η φοβερά έντασις του αισθήματος και του νου

του παριστάνουσιν ενίοτε αυτόν ως τον αθλιώτατον των αθλίων

αυτού συντρόφων. Περί του βίου του ολίγα μανθάνομεν. Ηναγκάσθη

ν' αφήση την Πάρον — δύναται να υποθέση τις και άλλους

σπουδαιοτέρους λόγους εκτός της φερομένης αυτού πενίας — και

αποκατεστάθη εις την Θάσον μετ' άλλων τυχοδιωκτών·

_ως Πανελλήνων οϊζύς ες Θάσον συνέδραμον_

{ a wretched island, bare and rough as a hog's back in the sea}

Κατά τινα μάχην προς τους κατοίκους της απέναντι στερεάς έρριψε

την ασπίδα τρεπόμενος εις φυγήν, και κατόπιν έλεγε κωμικούς

αστεϊσμούς διά το πάθημά του. Είχε μνηστευθή μετά της

Νεοβούλης, θυγατρός σεβαστού πολίτου της Πάρου, του Λυκάμβου.

Αλλ' ο Λυκάμβης διέλυσε την μνηστείαν, ο δε Αρχίλοχος ελύσσα

καθ' όλην του την ζωήν εναντίον του πατρός και της κόρης. Οι

μεταγενέστεροι έλεγον ότι και οι δύο εκρεμάσθησαν. Ο Αρχίλοχος

δεν ηδύνατο να μείνη πλέον εν τη Πάρω· η εν Θάσω αποικία είχεν

αποτύχει· εδίωκε λοιπόν την τύχην, ζων πότε ως στρατιώτης και

πότε ως πειρατής, μέχρις ού εσκοτώθη πολεμών κατά της Νάξου.

_Ειμί δ' εγώ θεράπων μεν Ενυαλίοιο άνακτος

και Μουσέων ερατόν δώρον επιστάμενος._

{ I am a servant of the lord god of war, and I know the lovely

gift of the Muses! }

Ο Αρχίλοχος επολέμει και έγραφε στίχους εξαισίους. Αλλά

φαίνεται ότι ουδέν άλλο καλόν ηδύνατο να κάμη (134).

Πολύ κατώτερος του Αρχιλόχου ήτο ΙΠΠΩΝΑΞ ο Εφέσιος. Η παράδοσις

παρίστανεν αυτόν επαίτην, χωλόν, στρεβλώσαντα εαυτόν και

ευρόντα τον _σκάζοντα ίαμβον_ { halting iambic}, ήτοι τρίμετρον

διάστροφον, έχοντα τον τελευταίον πόδα παρά πάσαν του αναγώστου

προςδοκίαν σπονδείον ή τροχαίον. Πάντα τα έργα του Ιππώνακτος

ήσαν υβριστικά. Εμαστίγωσε δε προ πάντων τους καλλιτέχνας

Βούπαλον και Άθηνιν, επειδή τον είχον γελοιογραφήσει· επετέθη

δ' εννοείται, και κατά των γυναικών.

_Δυ ημέραι γυναικός εισιν ήδισται,

Όταν γαμή τις κακφέρη τεθνηκυίαν_ (135).

{ A woman gives a man two days of pleasure: the day he marries

her, and the day he carries out her corpse! }

Οι αρχαιότεροι ιαμβογράφοι δεν είχον πολύ πνεύμα, έδιδον μόνον

δυνατά κτυπήματα διά λέξεων αντί ράβδων και πετρών (136). Οι δε

των ενδόξων χρόνων, ο Έρμιππος, ο Κερκιδάς και ο Αισχρίων, δεν

εθαυμάζοντο, καθώς φαίνεται, εν Αλεξανδρεία.

Άλλο είδος ιαμβικής ποιήσεως, ο _αίνος_, ο περί ζώων μύθος,

ανεπτύχθη κυρίως υπό το όνομα του Αισώπου. Ο ΑΙΣΩΠΟΣ φαίνεται

μάλλον μυθικός, όπως ο Κέρκωψ και ο Κρεώφυλος, επινοηθείς διά

ν' αποκτήσωσι πατέρα και οι μύθοι. Ήτο ξένος δούλος — εκ της

Θράκης, της Φρυγίας ή της Αιθιοπίας — δουλεύων εις του αυτού

κυρίου τον οίκον, όπου και η Ροδώπις, η εταίρα, η καταστρέψασα

της Σαπφούς τον αδελφόν· εφονεύθη δε ο Αίσωπος εν Δελφοίς. Οι

Δελφοί αναφέρονται συχνά προκειμένου περί τάφων ή θανάτων

επιφανών ανδρών· είχον τους τάφους του Νεοπτολέμου και του

Ησιόδου, οίτινες είλκυον πολλούς θεατάς· διά δε τον φόνον του

εμπνευσμένου του Απόλλωνος λειτουργού, του Αρχιλόχου, εζήτουν

αποζημίωσιν παρά του φονέως. Αλλά, προκειμένου περί του

Αισώπου, κάποιος απόγονος του κυρίου του, Ιάδμων, έλαβε τον

φόνον αυτού ως βάσιν, όπως αξιώση αποζημίωσιν παρά των Δελφών·

είναι λοιπόν δύσκολον να εννοήσωμεν, πώς αντεστράφη το διήγημα.

Κατά την παράδοσιν ο Αίσωπος ωμίλησε μετά του Κροίσου και των

Επτά σοφών· ο δε Αριστοφάνης λέγει κωμικώς [Όρν. 471] «_ουδ'

Αίσωπον πεπάτηκας_». { a jocular reproach, not to have 'trodden

well' your Æsop}. Οπωςδήποτε ο Αίσωπος δεν ήτο ποιητής, αλλ' ο

μυθικός ευρετής ιδίου τύπου διηγήματος, όπερ οιοςδήποτε ηδύνατο

να στιχουργή, καθώς έκαμεν ο Σωκράτης (137), ή να συλλέξη εν

πεζώ λόγω, καθώς ο Δημήτριος ο Φαληρεύς. Αι παλαιοτάται των

ημετέρων συλλογών είναι οι ίαμβοι του Φαίδρου, αι λατινικαί

ελεγείαι του Αβιανού και οι σκάζοντες του Βαβρίου, και οι τρεις

χριστιανικών χρόνων.

Δ'

ΤΟ ΜΕΛΟΣ

ΣΑΠΦΩ, ΑΛΚΑΙΟΣ, ΑΝΑΚΡΕΩΝ.

Το κυρίως άσμα, το μέλος, των αρχαίων διαιρείται εις δύο, α')

το ίδιον του ποιητού άσμα και β') το χορικόν άσμα, δηλαδή των

υπ' αυτού διδαχθέντων χορευτών. Υπάρχουσι λείψανα παλαιών

δημοτικών μελών, όλως αδεσπότων εις ποικίλους ήχους· π. χ. το

άσμα του μύλου — καθαυτό τραγούδι διά να περνά η ώρα —

_Άλει, μύλε, άλει

Και γαρ Πιττακό άλει, μεγάλας

Μυτιλάνας βασιλεύων_

{ Grind, Mill, grind; Even Pittacus grinds; Who is king of the

great Mytilene }

και το _Χελιδόνισμα_ όπερ έψαλλον κατά την άνοιξιν περιερχόμενα

τα παιδία της Ρόδου. Κάπως υψηλότερα τούτων ήσαν τα _Σκόλια_,

άσματα συμποτικά, εξ ών εμορφώθη χωριστή μελωδία εις τέσσαρας

στίχους κατά την Λεσβίαν μετρικήν. Τούτων περιφημότατατον είναι

το εις Αρμόδιον και Αριστογείτονα σκόλιον, αλλά πάντα σχεδόν τα

σωζόμενα λείψανα είναι ωραία έργα, το δε

_Αιαί, Λειψύδριον προδωσέταιρον,

οίους άνδρας απώλεσας, μάχεσθαι

αγαθούς τε και ευπατρίδας

οί τότ' έδειξαν οίων πατέρων έσαν·_

{ Ah, Leipsydrion, false to them who loved thee, . . .}

το άσμα των εξορίστων, οίτινες ήλθον εις τον βράχον εκείνον

φεύγοντες τον Πεισίστρατον, είναι καθαυτό θελκτικόν (138).

Το Λέσβιον μέλος κατά το τέλος του εβδόμου αιώνος εκορυφώθη εις

δύο ονόματα, τον Αλκαίον και την Σαπφώ (139). Αλλ' η γυνή

ενίκησε τον άνδρα, αν μη κατ' αλήθειαν, τουλάχιστον κατά την

αντίληψιν των επιγενομένων. Μετ' αυτήν ολόκληρος εσμός

ποιητριών εξεχύθη εκ διαφόρων της Ελλάδος μερών, η Κόριννα και

η Μυρτίς εκ Βοιωτίας, η Τελέσιλλα εξ Άργους, η Πράξιλλα εκ

Σικυώνος, η δε Ήριννα, [η κατά Σουίδαν «εταίρα Σαπφούς και

ομόχρονος» κατά τον Ευσέβιον ήκμαζε] περί τα μέσα του τετάρτου

αιώνος (140).

Ο ΑΛΚΑΙΟΣ κατέτριψε την ζωήν πολεμών, πρώτον μεν κατά των

Αθηναίων περί της κατοχής του Σιγείου, όπου και αυτός, καθώς ο

Αρχίλοχος, έρριψε την ασπίδα, ήν οι εχθροί αφιέρωσαν εις την

Αθηνάν, έπειτα δε κατά του δημοκρατικού τυράννου Μελάγχρου και

του διαδόχου αυτού Μυρτίλου. Αλλ' εν τέλει οι Μυτιληναίοι

έθεσαν πέρας εις τον εμφύλιον σπαραγμόν, αναδείξαντες

«αισυμνήτην» τον «σοφόν» Πιττακόν, τότε δε ο Αλκαίος εξωρίσθη.

Έκτοτε υπηρέτει ως μισθοφόρος εν Αιγύπτω και αλλαχού, ο δε

αδελφός του Αντιμενίδας εν Βαβυλώνι, οπόθεν και επανήλθε

_λάβαν του ξίφεος χρυσοδέταν έχων_,

αφού παλαίσας εφόνευσεν ένα Ιουδαίον ή Αιγύπτιον γίγαντα.

Κατόπιν ο ποιητής έτυχεν αμνηστίας και ανεκλήθη. Τα έργα του εν

Αλεξανδρεία διηρούντο εις δέκα βιβλία· ήσαν δε πάντα ποιήματα

χάριν ευκαιριών, ύμνοι, στασιωτικά (δηλαδή φατριαστικά),

συμποτικά και ερωτικά. Την κυρίαν του Αλκαίου δύναμιν φαίνεται

ότι απετέλουν αι πολιτικαί και προσωπικαί αναμνήσεις, τα βάσανα

των πλανών της εξορίας και των εκστρατειών, η gravis militia,

καθώς λέγει Ο Οράτιος [_Carm_. Ι,18,5]. Η Σαπφώ και ο Αλκαίος

απεικονίζονται ομού επί πολλών αγγείων και ο θρύλος περί

ειδυλλίου μεταξύ των ήτο αναπόφευκτος. Η παράδοσις εφύλαξεν

ωραίαν αυτού φράσιν εν μέτρω Σαπφικώ «_Ιόπλοκ' άγνα,

μελλιχόμειδε Σάπφοί_», { Thou violet-crowned, pure, softly-

smiling Sappho, } και απάντησιν της Σαπφούς εν Αλκαϊκώ μέτρω —

λεπτόν αμοιβαίον φιλοφρόνημα (141). Πας του Αλκαίου στίχος έχει

χάριν περισσήν, η δ' εξ αυτού ονομασθείσα στροφή είν' εξαίσιον

μετρικόν επινόημα. Ο λόγος του ρέει αυτομάτως και μελωδικώς και

φαίνεται πηγάζων αμέσως από καρδίας εκχειλιζούσης ως η του

Αρχιλόχου, αλλά πολύ ευγενεστέρας. Ο Αλκαίος είναι υπερήφανος

Αιολεύς ευπατρίδης, ελευθέριος, φιλοπότης, ελευθερόστομος,

περιπαθής· καίτοι δ' επολέμησεν αντί μισθού κατά τας ημέρας της

δυστυχίας, ουδέποτε φαίνεται και ότι έγραψεν αντί μισθού (142).

Η νεωτέρα αυτού ΣΑΠΦΩ — το όνομα φέρεται διαφόρως _Ψάπφα_, και

_Ψάπφω_ (143), — γεννηθείσα εν Ερέσω της Λέσβου, διαμένουσα δε

εν Μυτιλήνη, συνεμερίσθη τας πολιτικάς τύχας της φατρίας του

Αλκαίου [κατά το Πάριον χρονικόν φυγούσα εις Σικελίαν].

Μανθάνομεν ότι είχε σύζυγον εξ Άνδρου, — το όνομά του Κερκώλας

δεν είναι βέβαιον, — και θυγατέρα Κληίδα, ής η ύπαρξις ίσως

υπετέθη σφαλερώς εκ των στίχων [84 (76)]

_Έστι μοι κάλα πάις, χρυσίοισιν ανθέμοισιν

εμφέρην έχοισα μόρφαν, Κλήις αγαπάτα_.

{ I have a fair little child, with a shape like a golden

flower, Kle4is, my darling! }

Η Σαπφώ φαίνεται προϊσταμένη ομίλου ποιητριών και μαθητριών,

συνδεομένων διά ισχυράς φιλίας και αγάπης, κύκλου κατά Μάξιμον

τον Τύριον ομοίου προς τους μαθητάς του Σωκράτους. Έγραψε δε

εις ποικιλωτάτους ρυθμούς, αλλά πάντα τα σωζόμενα ολίγα

αποσπάσματά της φέρουσι βαθύν προσωπικόν τύπον. Όταν τεθή

παραπλεύρως του Αλκαίου, αμέσως αισθανόμεθα την γυναίκα. Ο μεν

Αλκαίος παθαίνεται χάριν του πολέμου, του πότου, των κινδύνων,

και της πολιτικής· η δε Σαπφώ χάριν προσωπικής αγάπης τρυφεράς

και ενδομύχου· οι υποβλητικοί στίχοι, όπου διαγράφει την φύσιν,

η θαυμασία σύγκρισις [κόρης, ήτις έμενεν άγαμος, προς το μήλον

το επί της κορυφής του δένδρου]

_οίον το γλυκύμαλον ερεύθεται άκρω επ' ύσδω

άκρον επ' ακροτάτω, λελάθοντο δε μαλοδρόπηες·

ου μάν εκλελάθοντ' αλλ' ουκ εδύναντ' επίεσθαι_·

{ Like the one sweet apple very red, up high on the highest

bough, that the apple-gatherers have forgotten; no, not

forgotten, but could never reach so far }

είναι ίσως ευμορφότερα και αυτών των ερωτικών ασμάτων, όσα

ανέδειξαν αθάνατον το όνομα της Σαπφούς. Και δεν πρέπει μεν να

υπερτιμώμεν τα παραδιδόμενα περισσά προς την Σαπφώ

φιλοφρονήματα — ωνομάζετο κατ' εξοχήν «ποιήτρια», ως ο Όμηρος

«ποιητής», «δεκάτη μούσα», «Πιερία μέλισσα», ο δε σοφός Σόλων

ηύχετο να μάθη έν άσμα της Σαπφούς και κατόπιν ν' αποθάνη —

αλλά βέβαιον είναι ότι η Σαπφώ αμέσως μετά θάνατον εγνωρίζετο

και εθαυμάζετο καθ' όλην την Ελλάδα· πάσα δε απαθής κρίσις

πρέπει να oμολογήση ότι η ερωτική αυτής ποίησις, έστω και

περιωρισμένη, έχει απαράμιλλον λαμπρότητα εις την έκφρασιν του

πάθους, όπερ είναι εντονώτερον ή ώστε να περιέχη και χαράν,

σοβαρώτερον ή ώστε να δεχθή μεταφοράν ή διακόσμησιν (144). Αλλά

δυστυχώς η απαθής κρίσις είναι σπάνιον φυτόν. Ακόρεστος ήτο η

περιεργία των μεταγενεστέρων περί της γυναικός, ήτις, ενώ δεν

ήτο «εταίρα», εν τούτοις εδημοσίευσε περιπαθείς ερωτικούς

στίχους· η Σαπφώ λοιπόν κατήντησε μυθιστορική ηρωίνη· λόγου

χάριν, ανέφερε κάπου τον βράχον της Λευκάδος· τούτο έφθανεν· εκ

του βράχου εκείνου εκρημνίσθησαν άλλοι μυθικοί ήρωες· και αυτή

λοιπόν εκρημνίσθη εξ άπαντος ένεκεν ανεκπληρώτου πάθους!

Κατόπιν επήλθεν η προς τα ερωτικά κλίσις, η απερίσκεπτος

ευθυμία της αττικής κωμωδίας και η διεφθαρμένη της Ρώμης

φαντασία. Αλλά σήμερον ημείς ματαιοπονούμεν συζητούντες περί

της τιμιότητος γυναικός, ήτις έζη προ 2500 ετών εν κοινωνία,

περί της οποίας δεν έχομεν καμμίαν σχεδόν είδησιν. Είναι

φανερόν ότι η Σαπφώ ήτο «σεβαστόν πρόσωπον» εν Λέσβω· δεν

υπάρχει δ' ενωρίς αξιόπιστος μαρτυρία, ότι τα Λεσβία ήθη ήσαν

έκλυτα. Είναι αλήθεια, ότι τα ποιήματά της αποτείνονται προς

τας φίλας λίαν περιπαθώς, αλλά πριν να δεχθώμεν αυτά ως

βασίμους μαρτυρίας, έχομεν να λύσωμεν δωδεκάδας ζητημάτων. Π.

χ. είναι η δείνα λέξις ορθή; η Σαπφώ λαλεί αφ' εαυτής, ή

δραματικώς; χάριν ποίας ευκαιρίας εγράφησαν οι στίχοι και δεν

είναι άρα γε απλά ποιητικά πλάσματα κατά τον τρόπον των προς

τον Λύκον ωδών του Αλκαίου ή, κατόπιν, του Θεόγνιδος προς τον

Κύρνον; (145).

Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας · 第 2 / 52 题