αντί ύβρεως, και την αγάπην και το σέβας του στρατιώτου
προσείλκυσε, και τας κακολογίας αυτού διά παντός κατέπαυσεν.
Ο ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΥΒΡΙΖΟΜΕΝΟΣ.
Ημέραν τινά εις την αγοράν των Αθηνών, ενώ ο Περικλής κατεγίνετο
εις τα έργα του, άνθρωπος κακοήθης ήρχισε να εξυβρίζη αυτόν· αλλ'
ο Περικλής, αταράχως και σιωπηλώς ακούων τας ύβρεις,
εξηκολούθησεν εργαζόμενος.
Ότε δε ενύκτωσε, και ο Περικλής επέστρεφεν εις την οικίαν του, ο
αυθάδης εκείνος παρηκολούθησεν αυτόν υβρίζων και κακολογών. Αλλ'
ο Περικλής δεν εθύμωσεν, ούτε την τιμωρίαν του υβριστού
επροκάλεσεν. Απ' εναντίας, εισελθών εις την οικίαν του,
παρήγγειλεν ένα των υπηρετών του να λάβη φως, και συνοδεύση τον
υβριστήν μέχρι της κατοικίας του, ίνα μη κακοπάθη εις το σκότος
της νυκτός.
«_Συγγνώμη τιμωρίας αμείνων· το μεν γαρ ημέρου φύσεως, το δε
θηριώδους,_» είπεν ορθότατα ο σοφός Πιττακός· η δε φύσις του
Περικλέους, ούσα τω όντι ημερωτάτη και ουχί θηριώδης, επροτίμησε
την συγγνώμην από την εκδίκησιν.
Προσπαθήσατε, επρόσθεσεν ο Γεροστάθης, διά της φιλεργίας, της
τιμιότητος, και της αρετής να κατασταθήτε άτρωτοι από τα βέλη της
κακολογίας, της ύβρεως, και της διαβολής· τότε δε και η
γενναιότης, και η αμνησικακία, και η συγγνώμη, και η ανταπόδοσις
καλού αντί κακού ευκολώτερα θέλουν στολίσει τον βίον σας.
Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΠΡΟΑΠΟΣΤΟΛΟΣ.
Και ο Σωκράτης εδίδασκεν ότι ποτέ δεν πρέπει ν' ανταποδίδωμεν
κακόν αντί κακού, αδικίαν αντί αδικίας, βλάβην αντί βλάβης. —
Όταν κακοποιής τον πλησίον σου είσαι άδικος, έλεγεν ο Σωκράτης,
οποιονδήποτε κακόν ή αδικίαν και αν υπέφερες παρ' αυτού.
Αλλ' ο Σωκράτης, όσα διά των λόγων του εδίδασκε, και διά των
έργων του πάντοτε επεσφράγιζε.
Η κακή τύχη τω έδωκε σύζυγον την Ξανθίππην, γυναίκα εις άκρον
οξύθυμον και διεστραμμένην, πολλάκις αυθαδιάζουσαν και βαναύσως
φερομένην κατά του σεβασμίου εκείνου ανδρός· αλλά μετά πραότητος
υποφέρων τα πάντα ο Σωκράτης, ουδέποτε ηθέλησε να εκδικηθή κατ'
αυτής, και ν' ανταποδώση ύβριν αντί ύβρεως, κακόν αντί κακού.
Ημέραν τινά, ενώ η παράφορος γυνή μανιωδώς εκραύγαζε και
βροντοφώνως εξύβριζε τον αγαθόν σύζυγόν της, αυτός ατάραχος
εξήρχετο της οικίας. Η Ξανθίππη τότε, λαβούσα αγγείον πλήρες,
εκένωσεν αυτό επί της κεφαλής του συζύγου της. Αλλ' ο Σωκράτης,
αντί ν' αγανακτήση, γελών είπε «_μετά τας βροντάς επέρχεται
βροχή,_» διδάσκων ούτω την υπομονήν, την πραότητα, την
αμνησικακίαν.
Άλλοτε κακοήθης τις εκτύπησε σφοδρώς τον Σωκράτην κατά πρόσωπον,
ώστε και κατεπληγώθη και εξωγκώθη το πρόσωπόν του· ο δε Σωκράτης,
αφού αταράχως υπέφερε την προσβολήν, έγραψεν επί του προσώπου του
το όνομα του κακοήθους εκείνου, ως επί των ανδριάντων γράφεται το
όνομα του γλύπτου, και αυτή ήτο η μόνη εκδίκησις του εναρέτου
ανδρός.
Ότε δε ο κωμικός Ποιητής των Αθηνών Αριστοφάνης, θέλων να εμπαίξη
τους σοφιστάς, εισήγαγε το πρόσωπον του Σωκράτους εις την
κωμωδίαν του την επιγραφομένην Νεφέλας, ο Σωκράτης, παρευρεθείς
εις το θέατρον, ουχί μόνον αταράχως εθεώρει το πρόσωπόν του
αδίκως εμπαιζόμενον υπό του κωμικού, αλλ' άμα εννοήσας ότι ξένοι
τινές θεαταί επεθύμουν να γνωρίσωσι προσωπικώς τον επί της σκηνής
κωμωδούμενον Σωκράτην, ηγέρθη εις την θέσιν του, όπως ευκολώτερα
τον ίδωσιν οι περίεργοι ξένοι, αποδείξας τοιουτοτρόπως ότι η
αληθής αρετή είναι ανωτέρα πάσης ύβρεως και παντός εμπαιγμού.
Ότε δε οι διεφθαρμένοι συμπολίταί του, μη ανεχόμενοι αυτόν
στηλιτεύοντα την κακίαν και διδάσκοντα την αρετήν, τον
κατεδίκασαν να πίη το κώνειον, «_ουδέν πάθος,_ είπεν ο Σωκράτης,
_ουδέν αίσθημα εκδικήσεως αισθάνομαι κατά των κατηγόρων και
δικαστών μου· ούτε ν' αντιδικώμεν, ούτε να κακοποιώμεν πρέπει
τινά, ό,τι δήποτε και αν πάσχωμεν υπ' αυτών._» Και διά των
χριστιανικωτάτων αυτών λόγων επεσφράγισεν εν τη φυλακή τον
ενάρετον αυτού βίον.
Όρθότατα λοιπόν είπον ότι, αν ο Σωκράτης δεν ευτύχησε να γεννηθή
χριστιανός, ανεφάνη όμως αληθής _προαπόστολος του χριστιανισμού_,
διότι διά της εναρέτου διδασκαλίας και διαγωγής του προητοίμασε
τα πνεύματα προς ευκολωτέραν παραδοχήν των θείων του
χριστιανισμού αρχών.
Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΦΩΚΙΩΝΟΣ.
Το κώνειον του Σωκράτους, μας είπε τότε ο Γεροστάθης, μ'
ενθυμίζει το κώνειον του Φωκίωνος· διότι και αυτός ο χρηστός
πολίτης των Αθηνών διά του κωνείου απέθανεν εις την φυλακήν.
Ποτέ ο Φωκίων δεν εκακοποίησε συμπολίτην του, αλλ' ούτε εθεώρησέ
ποτέ τινα ως εχθρόν του· πολλάκις μάλιστα, ως βεβαιόνει ο
Πλούταρχος, εβοήθησε και γενναίως επροστάτευσεν ανθρώπους,
οίτινες τον είχον βλάψει.
Ότε εις τας Αθήνας έφθασεν η είδησις του θανάτου του Φιλίππου,
βασιλέως της Μακεδονίας, ο λαός των Αθηνών τόσον εχάρη, ώστε
ητοιμάζετο να προσφέρη θυσίας εις τους θεούς. Αλλ' ο έμφρων
Φωκίων τους εμπόδισεν, ειπών ότι είναι αγενές να επιχαίρωσιν εις
τον θάνατον ενός εχθρού.
Πιστός δε οπαδός του Σωκράτους ηγάπα να λέγη εις τους συμπολίτας
του την αλήθειαν, όσον πικρά και αν ήτο αύτη. Ενώπιον δε της
αληθείας και αυτήν την ζωήν του προθύμως εθυσίαζε.
Συμβουλεύων ποτέ τους Αθηναίους και βλέπων αυτούς
δυσαρεστουμένους και θορυβούντας, είπε προς αυτούς «_Δύνασθε μεν,
ω Αθηναίοι, να με βιάσητε να πράξω ό,τι δεν θέλω· αλλά ποτέ δεν
θέλετε δυνηθή να με αναγκάσητε να σας ομιλήσω εναντίον της
πεποιθήσεώς μου._»
Ότε δε ο ρήτωρ των Αθηνών Υπερίδης ηρώτησε δημοσίως τον ειρηνικόν
Φωκίωνα, πότε θέλει αποφασίσει να συμβουλεύση εις τους Αθηναίους
τον πόλεμον, ο Φωκίων μ' όλην την παρρησίαν απήντησεν «_Όταν ίδω
τους μεν νέους ανδρείους και φίλους της πειθαρχίας, τους δε
πλουσίους προθύμως συνεισφέροντας υπέρ πατρίδος, και τους
πολιτικούς μη κλέπτοντας τα δημόσια._»
Ο Φωκίων συνήνονε την γλυκύτητα και ημερότητα του χαρακτήρος με
ύφος αυστηρόν κατά των διεφθαρμένων συμπολιτών του· ευφυώς δε
λέγει ο Πλούταρχος ότι ωμοίαζε γλυκύν αλλά δυνατόν οίνον, όστις
και ευαρεστεί και ωφελεί τους πίνοντας· ενώ οι γλυκείς και
αδύνατοι οίνοι συνήθως είναι επιβλαβείς, ως οι κόλακες και οι
δημαγωγοί.
Αλλά καθώς οι μεθύοντες δεν αισθάνονται εν τη μέθη των την
ποιότητα του οίνου, τον οποίον πίνουν, τοιουτοτρόπως και οι
Αθηναίοι τότε, εν τη μέθη της διαφθοράς των, δεν ηδύναντο να
εκτιμήσωσι την φρόνησιν των συμβουλών του Φωκίωνος. Αι αλήθειαι
μάλιστα, τας οποίας έλεγε προς αυτούς, παρώξυνον κατ' αυτού τους
διεφθαρμένους συμπολίτας του, απαράλλακτα καθώς το μέλι παροξύνει
τας πληγάς, το δε φως τους πάσχοντας οφθαλμούς.
Όθεν οι Αθηναίοι, κακώς διατεθειμένοι κατά του χρηστού Φωκίωνος,
και ραδιουργούμενοι υπό των εγχωρίων και ξένων εχθρών του,
οίτινες ούτε την αρετήν ούτε την φιλαπατρίαν του ανδρός
ανείχοντο, κατεδίκασεν επί τέλους αυτόν εις την ποινήν του
θανάτου.
Ότε δε επρόκειτο να πίη το κώνειον και ν' αποθάνη, ερωτηθείς ποία
ήτο η τελευταία αυτού παραγγελία προς τον υιόν του Φώκον, είπε
«_Να μη μνησικακήση ποτέ κατά των Αθηναίων διά τον άδικον θάνατόν
μου,_» και διά της χρηστής ταύτης παραγγελίας ετελείωσε τον
ένδοξον βίον του.
Τοιαύτη ήτο η χρηστότης και η φιλοπατρία του, ώστε ουχί μόνον
αυτός δεν αγανάκτησε κατά των φονέων του, αλλά και προς τον υιόν
του αποθνήσκων αμνησικακίαν εσύστησε.
Τα αισχρά, τα ολέθρια, τα αντιχριστιανικά πάθη της μνησικακίας,
του μίσους, και της εκδικήσεως, τα οποία ποτέ δεν εμόλυναν την
ωραίαν ψυχήν του Φωκίωνος, ποτέ, παιδία μου, μας είπε ζωηρώς ο
Γεροστάθης, ποτέ ας μη μολύνωσι και τας ιδικάς σας καρδίας, ό,τι
δήποτε και αν υποφέρητε από την κακίαν των ανθρώπων.
Ο ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΟΝΕΙΟΝ ΓΑΛΑ
Μετά τινα διακοπήν ο Γεροστάθης μας είπεν ότι ο Φωκίων τον
ενθύμισε τον σύγχρονόν του Δημοσθένην, τον μέγαν ρήτορα των
Αθηνών, όστις πλήρης ζωηράς φιλοπατρίας, ενδόξως ηγωνίσθη διά της
ανδρικής αυτού ευγλωττίας υπέρ της ελληνικής ελευθερίας κατά των
κατακτητικών σχεδίων του Φιλίππου.
Κατηγορηθείς και ο Δημοσθένης υπό των εχθρών του και
καταδικασθείς, ηναγκάσθη να φύγη από τας Αθήνας και να ζη εις τα
ξένα.
Αλλ' αν και το σώμα του ήτο μακράν της πατρίδος του, ο νους όμως
και η καρδία του ήσαν πάντοτε εις τας Αθήνας. Πολλάκις δε, ως
βεβαιόνει ο Πλούταρχος, εκ της Τροιζήνος και της Αιγίνης, όπου
έζη εξόριστος, έστρεφε τους οφθαλμούς πλήρεις δακρύων προς την
καταδικάσασαν αυτόν πατρίδα.
Ενώ διήρκει η εξορία του, έφθασεν εις τας Αθήνας η είδησις του
θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ενθαρρυνθέντες δε εκ της ειδήσεως
ταύτης οι Αθηναίοι ηθέλησαν ν' αναστατώσωσι τας ελληνικάς πόλεις
κατά της Μακεδονικής δυναστείας, και προς τον σκοπόν τούτον
έστειλαν πρέσβεις εις διαφόρους πόλεις.
Ο δε φιλόπατρις Δημοσθένης, λησμονών την κατ' αυτού καταφοράν των
συμπολιτών του, έτρεξε προθύμως προς ενίσχυσιν των πρέσβεων της
πατρίδος του.
Εις την Αρκαδίαν τότε ο Πυθέας αντικρούων τους πρέσβεις των
Αθηνών είπε μεταξύ άλλων ότι «_καθώς είναι αξιολύπητος οικία τις,
εις την οποίαν βλέπομεν εισαγόμενον το γάλα της όνου, το οποίον
προς τροφήν των φθισιώντων δίδεται, επίσης αξιολύπητοι είναι και
αι πόλεις, εις τας οποίας βλέπομεν εισερχομένους τους πρέσβεις εξ
Αθηνών._»
Ο δε εξόριστος Δημοσθένης, απαντών εις τον Πυθέαν, και
υπερασπιζόμενος τους συμπολίτας του, ευφυώς και πατριωτικώτατα
είπε τα εξής, «_καθώς το όνειον γάλα εισάγεται εις τας οικίας
προς θεραπείαν των ασθενούντων, τοιουτοτρόπως και οι πρέσβεις των
Αθηναίων εισέρχονται εις τας ελληνικάς πόλεις προς σωτηρίαν
αυτών._»
Ότε δε οι Αθηναίοι έμαθον τους πατριωτικούς αυτούς λόγους, αμέσως
απεφάσισαν την ανάκλησίν του, και έστειλαν επίτηδες τριήρη, διά
να επαναφέρη αυτόν εις την πατρίδα του.
Καθ' ην δε ημέραν ο εξόριστος εφθασεν εις Πειραιά, όλη η πόλις
των Αθηνών κατέβη εις τον λιμένα προς υποδοχήν του Δημοσθένους·
ανατείνας δε τας χείρας εις τον ουρανόν, ανέκραξεν ότι «_η ημέρα
εκείνη ήτο η ευτυχεστέρα της ζωής του._»
Ιδού η αμοιβή, η δόξα, και ο θρίαμβος της αμνησικακίας και της
φιλοπατρίας!
Εν τούτοις η ώρα είχε παρέλθει, και ο Γεροστάθης ηθέλησε να
επανέλθωμεν εις την κωμόπολιν. Ενώ δε επεστρέφομεν μας διηγήθη
και τα εξής περί Αριστείδου και Κίμωνος.
Η ΑΜΝΗΣΙΚΑΚΙΑ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ.
Ωραίον παράδειγμα αμνησικακίας και πραότητος παρουσιάζει, παιδία
μου, και ο βίος του δικαίου Αριστείδου.
Ο Αριστείδης διά της δικαιοσύνης, της αφιλοχρηματίας, της
φρονήσεως, και της φιλοπατρίας του μεγίστην υπόληψιν και επιρροήν
είχεν αποκτήσει εντός των Αθηνών· αλλά τινες παρέστησαν ως
επικίνδυνον εις το δημοκρατικόν πολίτευμα την τοιαύτην του
Αριστείδου υπεροχήν, και ούτω κατέπεισαν τον λαόν να εξοστρακίση
τον δίκαιον αυτόν άνδρα επί δεκαετίαν μακράν των Αθηνών.
Ότε δε οι επιθυμούντες την εξορίαν του έγραφον επί των οστράκων
το όνομά του, διά να δώσωσι την κατ' αυτού ψήφον των, χωρικός τις
αγράμματος επλησίασεν αυτόν, και παρουσιάσας το όστρακόν του, τον
παρεκάλεσε να γράψη επ' αυτού το όνομα _Αριστείδης_.
— Και τι κακόν έπαθες υπό του Αριστείδου ; ηρώτησε τότε τον
χωρικόν ο Αριστείδης·
— Ουδέν, απεκρίθη ο χωρικός, ουδέ γνωρίζω τον άνθρωπον· αλλ'
ενοχλούμαι ακούων απανταχού ονομαζόμενον αυτόν Δίκαιον.
Ο Αριστείδης δεν ηγανάκτησε κατά του χωρικού· ουδέ να μεταβάλη
την γνώμην αυτού κατεδέχθη· αλλά σεβασθείς την ελευθερίαν της
ψήφου, έγραψεν αμέσως επί του οστράκου το όνομά του, και
επέστρεψεν αυτό εις τον χωρικόν.
Εξερχόμενος δε εξόριστος από τας Αθήνας, ύψωσε τας χείρας εις τον
ουρανόν, ουχί διά να επικαλεσθή την οργήν των θεών κατά των
αχαρίστων συμπολιτών του, αλλά διά να ευχηθή διαρκή και μόνιμον
ευτυχίαν εις την εξορίζουσαν αυτόν πατρίδα. « Είθε, είπεν, οι
συμπολίται μου, ευτυχούντες πάντοτε, να μη αναγκασθώσι ποτέ να
ενθυμηθώσι τον Αριστείδην!_»
Τοιαύται χριστιανικαί τωόντι ευχαί μόνον από καρδίας ευγενείς,
αμνησικάκους, και φιλοπάτριδας δύνανται να εξέλθωσιν.
Αν και ημείς, επρόσθεσεν ο Γεροστάθης, δεν μορφώσωμεν τοιαύτας
τας καρδίας, οι μεν εχθροί δικαίως θέλουν μας αποκαλεί αναξίους
απογόνους των ενδόξων προγόνων μας, η δε πατρίς ματαίως θέλει
περιμένει ημέρας νέας δόξης και ευτυχίας.
Ουχί δε μόνον διά των λόγων και των ευχών του, αλλά και δι' έργων
απέδειξεν ο Αριστείδης την αμνησικακίαν της εναρέτου ψυχής του·
Ότε, ευρισκόμενος εξόριστος εις Αίγιναν, είδεν εκείθεν τον
Περσικόν στόλον πλησιάζοντα εις την Σαλαμίνα, φοβηθής μήπως οι
συμπολίται του, κατακλειόμενοι εξαίφνης, καταστραφώσιν,
αποφασίζει αμέσως να διακινδυνεύση και αυτήν την ιδίαν του ζωήν
προς σωτηρίαν των Αθηναίων, και του αντιπάλου του Θεμιστοκλέους.
Εμβαίνει λοιπόν εις πλοιάριον, και βοηθούμενος υπό του σκότους
της νυκτός, ατρόμητος διαπλέει εν τω μέσω του εχθρικού στόλου·
φθάνων δε εις την Σαλαμίνα ανακοινόνει αμέσως προς τον εχθρόν του
Θεμιστοκλέα την προσέγγισιν του Περσικού στόλου και τον
επικείμενον κίνδυνον, όπως ως ναύαρχος διατάξη τα δέοντα.
Ότε δε ο Θεμιστοκλής εξήγησε προς αυτόν ότι η προσέγγισις των
Περσών ήτο ίδιον αυτού στρατήγημα, όπως αναγκάση αυτούς να
πολεμήσωσιν εντός των στενών, ο Αριστείδης παρεδέχθη ως ορθότατον
το σχέδιον του Θεμιστοκλέως, αν και σχέδιον του αντιζήλου και
αντιπάλου του, και υπεστήριξεν αυτό όλαις δυνάμεσιν ενώπιον των
Ελλήνων. Τα ποταπά και ολέθρια αισθήματα της αντιζηλίας, της
ψευδοφιλοτιμίας, και του φθόνου ήσαν όλως άγνωστα εις την ευγενή
ψυχήν του Αριστείδου.
Τείνας δε τότε την δεξιάν του προς τον Θεμιστοκλέα, είπε τους
εκείνους λόγους, τους οποίους πας αληθής Έλλην πρέπει να διατηρή
ζωηρούς εις την μνήμην του, οσάκις περί πατρίδος πρόκηται· «_Ας
αφήσωμεν κατά μέρος, ω Θεμιστόκλεις, τας ματαίας και νεανικάς
αντιζηλίας· ας σωφρονισθώμεν· ας θυσιάσωμεν προθύμως τα πάθη μας
ενώπιον της πατρίδος, και ας φιλοτιμηθώμεν να συντελέσωμεν
αμφότεροι εις την σωτηρίαν αυτής, συ μεν στρατηγών εγώ δε
προθύμως υπακούων και συμβουλεύων._»
Ο Θεμιστοκλής συγκινηθείς ησπάσθη τον αντίπαλόν του, και
ωφεληθείς από την ανδρίαν, από την ειλικρινή συνδρομήν, και από
τας φρονίμους συμβουλάς του, κατώρθωσε την λαμπράν εκείνην
ναυμαχίαν της Σαλαμίνος, ήτις και την Ελλάδα έσωσε, και τον
Θεμιστοκλέα απηθανάτισεν.
Ο εξόριστος λοιπόν Αριστείδης, ουχί μόνον κακόν αντί κακού δεν
ανταπέδωκεν, αλλά και αυτήν την ζωήν του διεκινδύνευσε, και
ανδρείως ηγωνίσθη προς σωτηρίαν της πατρίδος του και προς δόξαν
του εχθρού του Θεμιστοκλέους.
Αν δεν αποκτήσωμεν και ημείς, επρόσθεσεν ο γέρων, τοιούτους
εναρέτους, φιλοπάτριδας, και αμνησικάκους άνδρας, θυσιάζοντας
προθύμως τα ιδιαίτερα πάθη των εις τον βωμόν της πατρίδος, ας μη
ελπίζωμεν, παιδία μου, εθνικήν αναγέννησιν και εθνικήν ευημερίαν
Η ΕΚΔΙΚΗΣΙΣ ΤΟΥ ΕΞΟΡΙΣΤΟΥ ΚΙΜΩΝΟΣ.
Καθώς ο Αριστείδης εξωρίσθη υπό των Αθηναίων διά την αρετήν και
την δικαιοσύνην του, τοιουτοτρόπως μετά τινας χρόνους εξωρίσθη
και ο ένδοξος Κίμων επί λόγω ότι ήτο φίλος των Σπαρτιατών, και
επομένως επικίνδυνος εις τας Αθήνας.
Καθώς δε ο Αριστείδης, ουχί μόνον δεν ηγανάκτησε κατά της
πατρίδος του εξορισθείς, αλλ' ηυχήθη, ηγωνίσθη, και διεκινδύνευσε
προς σωτηρίαν αυτής, τοιουτοτρόπως και ο Κίμων, μιμούμενος το
αξιότιμον παράδειγμα του εναρέτου εκείνου ανδρός και προσωπικού
φίλου του, δεν εμνησικάκησε κατά των συμπολιτών του, αλλά και
αυτός καλόν αντί κακού ηθέλησε να τοις ανταποδώση.
Ενώ ήτο εξόριστος, μάχη μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών επρόκειτο
να συγκροτηθή εις την Βοιωτίαν.
Ιδού περίστασις αρμοδία προς εκδίκησιν είπεν ο Κίμων· και
ενδυθείς αμέσως την πανοπλίαν του, τρέχει εις το στρατόπεδον,
ουχί των φίλων του Σπαρτιατών, αλλά των εχθρών του Αθηναίων, όπως
συναγωνισθή και θυσιασθή μετ' αυτών υπέρ πατρίδος.
Οι Αθηναίοι όμως απέκρουσαν την αυθόρμητον ταύτην και γενναίαν
συνδρομήν του εξορίστου Κίμωνος, και διέταξαν αυτόν ν'
απομακρυνθή του στρατοπέδου.
Αλλά και τότε ο Κίμων δεν αγανακτεί κατά των δυσπίστων συμπολιτών
του· απ' εναντίας παρακαλεί θερμώς εκατόν πιστούς και
αφοσιωμένους εις αυτόν φίλους του ν' αγωνισθώσι γενναίως, όπως η
πατρίς θριαμβεύση
Οι εκατόν αυτοί φίλοι του, υπακούσαντες εις την φωνήν του
Κίμωνος, και αγωνισθέντες ανδρείως, έπεσαν άπαντες εις την μάχην
θύματα ένδοξα της φιλοπατρίας των.
Οι δε Αθηναίοι αμέσως τότε διέταξαν την εις Αθήνας επάνοδον του
Κίμωνος, εννοήσαντες ότι, αν ο Κίμων ηγάπα την αρετήν και τα
αυστηρά ήθη των Σπαρτιατών, την πατρίδα του όμως ελάτρευεν υπέρ
παν άλλο επίγειον αγαθόν.
Οποία διαφορά μεταξύ Κίμωνος, Αριστείδου, Φωκίωνος, και
Δημοσθένους, καί τινων εκδικητικών ανδραρίων, τα οποία, τυφλωμένα
από φιλαρχίαν, φιλοχρηματίαν, και φθόνον, διά να ευχαριστήσωσι τα
μοχθηρά των πάθη, εξυβρίζουν εν τη παραφορά των, συκοφαντούν,
προδίδουν, ληστεύουν, και δολοφονούν ουχί μόνον τους αντιπάλους,
αλλά και ολόκληρον το έθνος αυτών!
Διά του ακολούθου δε διστίχου μας εκαλονύκτισεν ο γέρων κατά την
εσπέραν εκείνην.
»Έσο γενναίος πάντοτε, μνησίκακος μη είσαι.
» Δίδε καλόν αντί κακόν, και όντως εκδικείσαι.»
~~~~~~~~~~
Ο ΙΕΡΩΤΕΡΟΣ ΕΡΩΣ.
« Και μείζον' όστις αντί της
« αυτού πάτρας φίλον νομίζει,
« τούτον ουδαμού λέγω. »
(Σοφοκλέους.)
ΚΑΤΑ την εικοστήν πέμπτην Μαρτίου 1820, ημέραν του Ευαγγελισμού,
προσεκάλεσεν ο Γεροστάθης μετά την θείαν λειτουργίαν εις το γεύμα
του τους δέκα μεγαλυτέρους μαθητάς του σχολείου· μεταξύ δε αυτών
συνηριθμείτο ευτυχώς και ο γράφων τας παρούσας αναμνήσεις.
Πολλά διηγήθη κατά την ημέραν εκείνην ο αγαθός γέρων, και μάλιστα
περί του ενδόξου παρελθόντος, της παρακμής, και της θλιβεράς
πτώσεως του έθνους ημών.
Η αρετή και η φιλοπατρία, μας είπεν, εδόξασαν και ανύψωσαν την
αρχαίαν Ελλάδα. Η πολυτέλεια, η φιλοπρωτία, και η διαφθορά
επέφεραν την παρακμήν της. Η διχόνοια και οι εμφύλιοι σπαραγμοί
επροκάλεσαν τας εξωτερικάς επεμβάσεις, και επομένως την υπό τους
Ρωμαίους υποδούλωσιν αυτής.
Ο Ελληνισμός όμως κατέκτησε βαθμηδόν τους Ρωμαίους κατακτητάς,
και εξελληνίσας την εν Κωνσταντινουπόλει συσταθείσαν _Ρωμαϊκήν
Αυτοκρατορίαν, Ελληνικήν_ επί τέλους ανέδειξεν αυτήν.
Αλλά δυστυχώς η Ελληνική Αυτοκρατορία, παραμελήσασα και των
εθνικών δυνάμεων την εξάσκησιν, και του εθνικού φρονήματος την
ανύψωσιν, και της φιλοπατρίας τα ζώπυρα, παρήκμασεν, εξησθένησε,
και κατεστράφη.
— Αλλ' η πατρίς, παιδία μου, είπεν ο γέρων, είναι μήτηρ
φιλόστοργος, την οποίαν και δούλην και ελευθέραν και ευτυχούσαν
και δυστυχούσαν οφείλομεν ν' αγαπώμεν, το παν προθύμως υπέρ αυτής
θυσιάζοντες,
«_Αυτήν ας έχωμεν 'ς τον νουν, αυτήν ας αγαπώμεν,
«Και όπου αν υπάγωμεν, ας μη την λησμονώμεν._»
Γλυκύτατον και εκφραστικώτατον είναι τω όντι το όνομα της
_πατρίδος_. Η αρχή της λέξεως ταύτης μας ενθυμίζει τον πατέρα, η
δε κατάληξις, θηλυκή ούσα, μας υπενθυμίζει την μητέρα. Εάν λοιπόν
οφείλωμεν ν' αγαπώμεν και τον πατέρα και την μητέρα μας,
διπλασίαν αγάπην οφείλομεν προς την πατρίδα, ήτις εντός εαυτής
συνενόνει αμφοτέρους τους γονείς, και μετ' αυτών όλους τους
προγόνους, όλους τους συγγενείς, όλους τους φίλους, όλους τους
συμπολίτας, όλον το παρελθόν, και όλον το μέλλον ημών.
Αλλ' όταν λέγω πατρίδα, επρόσθεσεν ο γέρων, δεν εννοώ την
κωμόπολιν, ή το χωρίον, ή την πόλιν, ή την επαρχίαν, εις την
οποίαν εγεννήθημεν. Τα μήλα της μηλέας δεν είναι προϊόντα τούτου
ή εκείνου του κλώνου ή του κλάδου αυτής· είναι καρποί ενός και
του αυτού δένδρου, όσον πολλαί και αν ήναι αι ρίζαι, αίτινες τα
τρέφουν, όσον διάφοροι και αν ήναι οι κλάδοι ή οι κλώνοι, οίτινες
τα φέρουν. Τοιουτοτρόπως και άπαντες οι Έλληνες είναι καρποί ενός
και του αυτού δένδρου, τέκνα μιας και της αυτής μεγάλης μητρός,
και επομένως αδελφοί αδιάσπαστοι.
Η προς την κοινήν δε ταύτην μητέρα, η προς την μεγάλην πατρίδα
αφοσίωσις και αγάπη αποτελεί την ευγενή και υψηλήν αρετήν της
φιλοπατρίας.
Αλλά καθώς δεν είναι αληθής χριστιανός όστις, πιστεύων εις
Χριστόν, δεν αποδεικνύει την πίστιν του ταύτην διά των
χριστιανικών του έργων, τοιουτοτρόπως ούτε φιλόπατρις είναι
όστις, λέγων ότι αγαπά την πατρίδα, δεν προσπαθεί διά πατριωτικών
έργων ν' αποδείξη την αγάπην του ταύτην.
Ο αληθώς φιλόπατρις χρεωστεί ουχί μόνον να μη βλάπτη την πατρίδα
του διά της κακοηθείας και των παθών του, αλλά και διά της
αρετής, των κόπων, των αγώνων, και των θυσιών του χρεωστεί ν'
αποκαθίσταται πάντοτε ωφέλιμος εις αυτήν.
Οι ένδοξοι πρόγονοί μας εκληροδότησαν εις ημάς παραδείγματα
αξιοθαύμαστα και αξιομίμητα αληθούς φιλοπατρίας.
Διά να θαυμάσητε δε το ύψος και το κάλλος της φιλοπατρίας των,
θέλω σας διηγηθή τινα εκ των παραδειγμάτων τούτων, εύελπις ότι το
ιερόν πυρ, το οποίον εθέρμανε τας καρδίας των προγόνων μας προς
δόξαν της αρχαίας Ελλάδος, θέλει θερμάνει και τας ιδικάς σας
καρδίας προς παρηγορίαν της φίλης πατρίδος.
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΟΔΡΟΥ.
Κατά τους αρχαίους χρόνους οι Αθηναίοι, πριν ή δημοκρατηθώσιν,
έζων υπό βασιλείς. Ότε δε εβασίλευεν εις Αθήνας ο Κόδρος, οι
Δωριείς, εισβαλόντες εκ της Πελοποννήσου και κυριεύσαντες τα
Μέγαρα, επαπείλουν και τας Αθήνας. Ο δε χρησμός υπέσχετο εις
αυτούς επιτυχίαν και θρίαμβον κατά των Αθηναίων, αν ήθελον
διαφυλάξει την ζωήν του βασιλέως Κόδρου.
Ο Κόδρος, μαθών τον χρησμόν, αποφασίζει αμέσως να θυσιάση και
θρόνον και ζωήν προς σωτηρίαν της φίλης πατρίδος του.
Όθεν ενδυθείς ως χωρικός προσέρχεται άγνωστος εις το στρατόπεδον
των εχθρών· εκεί δε διερεθίζων και προκαλών τους στρατιώτας,
κατορθόνει επί τέλους να πληγωθή καιρίως υπ' αυτών, και ούτω ν'
αποθάνη τον υπέρ πατρίδος θάνατον, τον ενδοξότερον και γλυκύτερον
παντός άλλου θανάτου.
Οι Δωριείς, άμα πληροφορηθέντες ότι ο φονευθείς χωρικός ήτο ο
βασιλεύς Κόδρος, και ότι ο κατά τον χρησμόν όρος της επιτυχίας
των εματαιώθη, απηλπίσθησαν και ανεχώρησαν, αι δε Αθήναι
εσώθησαν.
Μεγίστη είναι, παιδία μου, επρόσθεσεν ο γέρων, η δύναμις του
καλού παραδείγματος! Και διά τούτο πιστεύω ότι την ευγενή
φιλοπατρίαν του Κόδρου και την υπέρ πατρίδος γενναίαν θυσίαν της
ζωής του επροκάλεσεν η προ αυτού πατριωτική θυσία της Αγραύλου.
Τις ήτο η Άγραυλος, και ποία η πατριωτική της θυσία ; ηρωτήσαμεν
τότε τον Γεροστάθην. Αυτός δε μας απεκρίθη τα εξής
Η ΘΥΣΙΑ ΤΗΣ ΑΓΡΑΥΛΟΥ.
Η Άγραυλος ήτο θυγάτηρ του Κέκροπος, του πρώτου θεμελιωτού και
βασιλέως των Αθηνών. Ενώ δε αύτη έζη εις τας Αθήνας, εχθροί
κατεπολέμουν την πόλιν οι δε Αθηναίοι κινδυνεύοντες ηρώτησαν το
μαντείον τι πρέπει να πράξωσιν όπως νικήσωσι και σωθώσι.
Το δε μαντείον απήντησεν ότι τότε μόνον θέλουν νικήσει και σωθή
οι Αθηναίοι, όταν αυθορμήτως θυσιασθή τις εξ αυτών υπέρ πατρίδος.
Η ευγενής βασιλόπαις Άγραυλος, συναισθανομένη σφοδρόν τον έρωτα
της πατρίδος, γενναίως αποφασίζει να εκπληρώση τον ειρημένον
χρησμόν, και να θυσιάση αυθορμήτως την ζωήν της προς σωτηρίαν της
κινδυνευούσης πατρίδος. Αναβαίνει λοιπόν επί της Ακροπόλεως των
Αθηνών, και εκ του ύψους αυτής αφόβως κατακρημνίζεται, όπως διά
του θανάτου της δώση ζωήν και νίκην εις την φίλην πατρίδα της.
Ευγνωμονούντες οι Αθηναίοι διά την ηρωικήν ταύτην θυσίαν της
Αγραύλου, και επιθυμούντες να διαιωνίσωσι την μνήμην της,
εσύστησαν και εώρταζαν έκτοτε εις τας Αθήνας εορτήν δημόσιον,
_Αγραύλια_ καλουμένην. Ανήγειραν δε προς τιμήν της φιλοπάτριδος
ηρωίδος εν τη Ακροπόλει και ναυν, εντός του οποίου όλοι οι νέοι
των Αθηνών ωρκίζοντο ότι θέλουν υπερασπίζει μέχρι τελευταίας
αναπνοής τους συμπολίτας των, την θρησκείαν των, την πατρίδα των,
και τους νόμους αυτής.
Ο ΟΡΚΟΣ ΤΟΝ ΝΕΩΝ.
Ο Γεροστάθης τότε, λαβών εκ της βιβλιοθήκης του βιβλίον, μας
ανέγνωσεν ελληνιστί, και ακολούθως μας εξήγησε τον όρκον, τον
οποίον εις τας Αθήνας οι παίδες, γινόμενοι έφηβοι, ωρκίζοντο.
ιδού δε καθ' όσον ενθυμούμαι τα διαλαμβανόμενα εντός του όρκου
τούτου·
«Δεν θέλω ποτέ καταισχύνει τα όπλα της πατρίδος. Δεν θέλω ποτέ
εγκαταλείψει εις την μάχην την τάξιν και τον παραστάτην μου. Θέλω
αγωνίζεσθαι πάντοτε υπέρ του μεγαλείου και της βελτιώσεως της
πατρίδος. Θέλω τιμά και υπερασπίζει τα ιερά και τα όσια της
πατρίδος. Θέλω υπακούει προθύμως εις τους εμφρόνως κρίνοντας, και
θέλω είσθαι ευπειθής εις της πατρίδος τους νόμους, καταδιώκων
πάντα παραβάτην αυτών. Οι δε Θεοί έστωσαν μάρτυρες τούτων!_»
Τοιούτον όρκον, τοιαύτας ιεράς υποσχέσεις χρεωστείτε εις την
πατρίδα και υμείς, φίλτατοι νέοι, μας είπεν ο Γεροστάθης.
Υποσχέθητε και σεις ενώπιον Θεού και ανθρώπων ότι θέλετε αγαπά
πάντοτε την πατρίδα και την θρησκείαν υμών. Υποσχέθητε ότι προς
υπεράσπισιν αυτών προθύμως θέλετε θυσιάσει και αυτήν την ζωήν
υμών. Ύποσχέθητε ότι προθύμως θέλετε και σεις υπακούει εις τους
ικανωτέρους υμών. Έστε δε βέβαιοι ότι εάν τηρήσητε τας υποσχέσεις
σας ταύτας, δεν θέλει βραδύνει να ευδαιμονήση και να δοξασθή η
σήμερον τεθλιμμένη πατρίς.
Μετά τους λόγους αυτούς μεγαλοφώνως τον όρκον των νέων ωρκίσθημεν
πάντες, και την γενναιότητα της Αγραύλου δεν επαύσαμεν
θαυμάζοντες.