αίσθημα της ευγνωμοσύνης· οι αγνώμονες λοιπόν είναι θηριωδέστεροι
και αυτών των αγρίων θηρίων.
Τότε δε ο αγαθός γέρων διηγήθη το εξής.
Ο ΛΕΩΝ ΚΑΙ Ο ΑΝΔΡΟΚΛΗΣ.
Ο Ανδροκλής ήτο δούλος πλουσίου Ρωμαίου, διατρίβοντος εις την
Αφρικήν· αλλά, μη δυνάμενος να υποφέρη τας μαστιγώσεις και τα
βασανιστήρια του σκληρού κυρίου του, εδραπέτευσεν εκ της οικίας
του, διά ν' αναπνεύση ελεύθερον αέρα εις τα δάση, εις τα σπήλαια,
και εις τας ερήμους της Αφρικής.
Ενώ δε ημέραν τινά ανεπαύετο ο δραπέτης Ανδροκλής υπό την
δροσεράν σκιάν σπηλαίου τινός, έντρομος βλέπει λέοντα
εισερχόμενον εντός του σπηλαίου. — Τετέλεσται! είπε τότε καθ'
εαυτόν, και απνευστί επερίμενε την στιγμήν, καθ' ην επρόκειτο να
κατασπαραχθη υπό του τρομερού θηρίου.
Αλλ' ο λέων χωλαίνων πλησιάζει ησύχως τον Ανδροκλήν, και υψόνων
τον πόδα του δεικνύει αυτόν, ως να εζήτει βοήθειαν.
Ο Ανδροκλής, παρατηρήσας άκανθαν εμπηγμένην εις τον πόδα του
λέοντος, με τρέμουσαν χείρα αποσπά αυτήν, και ούτως ελευθερόνει
τον λέοντα από τους οποίους υπέφερε πόνους.
Ο δε λέων, διά να εκφράση την προς τον ευεργέτην ευγνωμοσύνην
του, ήρχισε να γλύφη αυτόν ημέρως διά της γλώσσης του. Ο
Ανδροκλής, συνελθών ολίγον κατ' ολίγον, συνοικειώθη βαθμηδόν μετά
του ευγνώμονος θηρίου, και επί τινας ημέρας συνέζησε και
συνετράφη μετ' αυτού εντός του σπηλαίου
Αλλ' αυγήν τινα, εξελθών προς ανεύρεσιν τροφής, συλλαμβάνεται υπό
Ρωμαίων στρατιωτών, και δέσμιος απάγεται εις την Ρώμην, όπου
είχεν ήδη μεταβή ο κύριός του. Εκεί δε καταδικάζεται να γίνη βορά
των θηρίων.
Καθώς η ταυρομαχία διασκεδάζει τους Ισπανούς, τοιουτοτρόπως το
αποτρόπαιον θέαμα της θηριομαχίας διεσκέδαζέ ποτε τον Ρωμαϊκόν
λαόν. Αλλ' η σκληρά αύτη πάλη μεταξύ αγρίων θηρίων και δυστυχών
ανθρώπων, ευαρεστούσα τους Ρωμαίαυς, ουχί μόνον το σκληροκάρδιον
αυτών απεδείκνυεν, αλλά και την θηριωδίαν εδίδασκεν αυτούς.
Ενώπιον λοιπόν του περιεστώτος Ρωμαϊκού λαού ο κατάδικος
Ανδροκλής εκτίθεται εις της θηριομαχίας το αμφιθέατρον· αφ'
ετέρου δε πειναλέος και άγριος λέων απολύεται κατά του τρέμοντος
και ημιθανούς ήδη καταδίκου. Ορμά τότε ο λέων όπως κατασπαράξη το
θύμα του και χορτάση την πείναν του· αλλ' άμα πλησιάσας τον
Ανδροκλήν, παρατηρεί αυτόν μετά προσοχής, οπισθοδρομεί,
καταπραΰνει το άγριον ύφος του, και μετ' ολίγον πλησιάζει πάλιν
αυτόν, ουχί πλέον διά να κατασπαράξη, αλλά διά να ασπασθη τον
παλαιόν του φίλον και ευεργέτην.
Οι θεαταί δικαίως εκπλήττονται ενώπιον του παραδόξου τούτου
θεάματος. Ο δε Ανδροκλής, αναγνωρίζων τον ευγνώμονα της Αφρικής
φίλον του, αφόβως εναγκαλίζεται αυτόν, και διηγείται εις τους
εκπεπληγμένους θεατάς τα μεταξύ αυτού και του λέοντος εν τω
σπηλαίω της Αφρικής διατρέξαντα.
Οι Ρωμαίοι, συμμερισθέντες τότε την ευσπλαγχνίαν του ευγνώμονος
θηρίου, εχάρισαν εις τον Ανδροκλήν την ζωήν, ομού δε με αυτήν τω
εχάρισαν και τον φίλον του λέοντα.
Οποίον αίσχος, εφώναξεν ο Γεροστάθης, θηρίον να διδάσκη
ευσπλαγχνίαν εις λογικούς και πεπολιτισμένους ανθρώπους!
Οποία δε θηριωδία πρέπει να εμφωλεύη εις τας αγνώμονας ψυχάς,
όταν και αυτά τα θηρία της Αφρικής αναφαίνωνται τόσον ευγνώμονα!
Το διήγημα τούτο, ως μας είπεν ο γέρων, δεν είναι μύθος, αλλ'
ιστορική αλήθεια. Ο Πλειστονίκης, μάρτυς αυτόπτης του συμβάντος,
διηγήθη αυτό εις τον Αύλον Γέλλιον, συγγραφέα της Ρώμης.
Αλλ' οι σοφοί προγονοί μας εφρόνουν ότι, αν ο _ευεργετούμενος
πρέπη να ενθυμήται την ευεργεσίαν, ο ευεργετών απ' εναντίας
πρέπει να λησμονή αυτήν._
Όσω ευκολώτερα λησμονεί ο ευεργετών την ευεργεσίαν, τόσω η αξία
αυτής αυξάνει, και τόσω ζωηρότερα συναισθάνεται αυτήν ο
ευεργετούμενος.
Απ' εναντίας, εάν ο ευεργετών ενθυμήται και αναφέρη τας
ευεργεσίας του, καυχώμενος δι' αυτάς, και των ευεργεσιών η αξία
εξαφανίζεται, και της ευγνωμοσύνης το αίσθημα εξασθενεί και
εκπνέει.
Τοιουτοτρόπως ίσως εξηγείται, παιδία μου, μας είπεν ο αγαθός
γέρων, η προς το έθνος ημών αδιαφορία και ψυχρότης, διά να μη
είπω αποστροφή και καταφορά πολλών Ευρωπαίων. Πολλάκις διά να
εξυπνίσωμεν την υπέρ ημών συμπάθειάν των, υπενθυμίζομεν αυτούς
ότι εις τα αθάνατα συγγράμματα των προγόνων μας χρεωστούν τα φώτα
και τον πολιτισμόν των, και ότι διά της ωραίας Ελληνικής γλώσσης
εδιδάχθησαν την θείαν και αληθή του Χριστού θρησκείαν.. Αλλ'
υπενθυμίζοντες τας παρελθούσας ταύτας ευεργεσίας, αντί να
διεγείρωμεν φιλελληνισμόν, προσβάλλομεν την φιλαυτίαν αυτών, και
εξάπτομεν την προς ημάς αποστροφήν των.
Ας αποσιωπώμεν λοιπόν τας παρελθούσας ευεργεσίας, τοσούτω μάλλον
καθόσον ουχί ημείς, αλλ' οι προπάτορες ημών επρόσφεραν αυτάς εις
την Ευρώπην.
Ας προσπαθήσωμεν δε ουχί διά των πατραγαθιών, αλλά διά της ιδίας
ημών διαγωγής να προσελκύσωμεν την αγάπην, την υπόληψιν, το
σέβας, και την ευγενή συνδρομήν των χριστιανικών λαών και
κυβερνήσεων.
Δύσκολον είναι το έργον, επρόσθεσε στενάζων ο Γεροστάθης· αλλ' ο
Δημοσθένης μας εδίδαξεν ότι δεν υπάρχει δυσκολία, την οποίαν η
σταθερά θέλησις και η φιλοπονία δεν δύνανται να υπερνικήσωσιν.
Ας φωτίζωμεν εν τούτοις και ας αυξάνωμεν τας διανοητικάς και
σωματικάς ημών δυνάμεις. Ας αγαπήσωμεν τους κόπους και την
εργασίαν. Ας εξευγενίζωμεν και ας ανυψόνωμεν το αίσθημα διά του
Ελληνισμού. Ας εξημερόνωμεν την ψυχήν διά του Χριστιανισμού, και
ιδίως διά του Θείου Νόμου της αγάπης. Ναι, ας αγαπήσωμεν
αλλήλους, και τότε η ευδαιμονία και ημών αυτών και της φίλης
πατρίδος θέλει είσθαι βεβαία.
Καθώς ο Θεός επέχυσε το θερμαντικόν εις την φύσιν, όπως δι' αυτού
ζωογονήται ο υλικός κόσμος, τοιουτοτρόπως επέβαλε και εις τον
ηθικόν κόσμον την αμοιβαίαν αγάπην, όπως ζωογονούμενοι δι' αυτής
ζώμεν ευδαίμονες. Καθώς δε το παγετώδες ψύχος απονεκρόνει άπασαν
την περί τους πόλους φύσιν, ούτω και ο εγωισμός, αυτός ο ψυχρός
αντίπους της προς τον πλησίον αγάπης, απομονόνει και καταστρέφει
και άτομα και έθνη.
Αλλ' αγαπώντες τον πλησίον, εξ ανάγκης πρέπει ν' αγαπώμεν και τας
δύο σεμνάς θυγατέρας της _Αγάπης_, ήτοι την _Ευεργεσίαν_ και την
_Δικαιοσύνην_.
Ο ΑΓΑΘΟΣ ΤΙΤΟΣ
Ο Αυτοκράτωρ της Ρώμης Τίτος τόσην αγαθότητα και φιλανθρωπίαν
είχεν, ώστε, υπάγων εσπέραν τινά εις την κλίνην του, λυπούμενος
έλεγεν — Η σημερινή μου ημέρα εχάθη επί ματαίω· ουδεμίαν αφορμήν
ευεργεσίας τινός έλαβον σήμερον._!!
Ας μη προφασιζώμεθα δε λέγοντες ότι ημείς δεν είμεθα
Αυτοκράτορες, ούτε πλούσιοι, ούτε ισχυροί, και επομένως δεν
δυνάμεθα να ευεργετώμεν.
Εάν η προς τον πλησίον αγάπη και αγαθοποιία δεν ήτο ευκολωτάτη
εις πάντα άνθρωπον, ο δίκαιος και προνοητικός Θεός βεβαίως δεν
ήθελεν επιβάλει αυτήν ως απαραίτητον χρέος _παντός χριστιανού_.
Μέσα ευεργεσίας δεν είναι μόνον ο πλούτος και η δύναμις. Μυρία
άλλα μέσα αγαθοποιίας μας εχάρισεν ο πανάγαθος. Μυρίας δε
ευεργεσίας επιδαψιλεύει καθ' εκάστην εις ημάς, όπως και ημείς,
μιμούμενοι το θείον παράδειγμά του, προθύμως ευεργετώμεν
αλλήλους.
Ήθελε δε είσθαι μωρία ασυγχώρητος εν τω μέσω αυτού του
ευμεταβλήτου κόσμου να είπη τις, όσον πλούσιος, όσον ευτυχής,
όσον μέγας και αν ήναι, ότι δεν έχει ούτε θέλει λάβει ποτέ
ανάγκην βοηθείας, και ότι περιττόν επομένως είναι να βοηθή
άλλους.
Άπειροι είναι αι περιπέτειαι του ανθρωπίνου βίου, και ατελεύτητοι
αι αμοιβαίαι των ανθρώπων ανάγκαι. Αλλά δύο είναι αι μεγάλαι και
διαρκείς ανάγκαι παντός ανθρώπου, η ευάρεστος συναίσθησις της
ιδίας αυτού συνειδήσεως, και η παρά των άλλων αγάπη. Μόνον δε
ευεργετούντες, δυνάμεθα να θεραπεύσωμεν τας δύο ταύτας μεγάλας
ανάγκας.
Ας λυπώμεθα λοιπόν και ημείς, ως ο αγαθός Τίτος, οσάκις,
υπάγοντες εις την κλίνην, ενθυμώμεθα ότι εχάσαμεν την ημέραν άνευ
τινός αγαθοποιίας.
Αλλά διά ν' ασπασθώμεν την αγαθοποιίαν, μας είπεν ο Γεροστάθης,
πρέπει προηγουμένως ν' αγαπήσωμεν την δικαιοσύνην. «_Το μηδέν
αδικείν και φιλανθρώπους ποιεί_ » έλεγον οι αρχαίοι σοφοί μας. Το
πρώτον βήμα της αγάπης είναι βεβαίως η δικαιοσύνη, το δε δεύτερον
η ευεργεσία. Άνθρωπος, όστις δεν σέβεται ως ιερά και απαραβίαστα
το πρόσωπον, την ιδιοκτησίαν, την τιμήν, την υγείαν, και την ζωήν
των ομοίων του, άνθρωπος εν ενί λόγω άδικος και ικανός να
κακοποιήση, βεβαίως ούτε φιλάνθρωπος ούτε ευεργετικός δύναταί
ποτε να ήναι.
Διά τούτο και ο Ιησούς προς μεν τους αδίκους είπεν «Αποχωρείτε
απ' εμού οι εργαζόμενοι την ανομίαν,» περί δε των δικαίων
«_Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην, ότι αυτοί
χορτασθήσονται._»
Άνευ χρηστών ηθών, άνευ αγάπης, άνευ δικαιοσύνης, και αυτή η
ζωογονούσα τα έθνη ελευθερία μεταβάλλεται εις ακολασίαν, ήτις επί
τέλους φέρει την κακοδαιμονίαν ή της εσωτερικής τυραννίας, ή διά
της εξωτερικής υποδουλώσεως.
Ο Γεροστάθης ενθυμήθη τότε τους τριάκοντα τυράννους των Αθηνών,
την αρετήν του Σωκράτους, και την δικαιοσύνην του Αριστείδου.
Ιδού δε όσα περί αυτών μας είπεν.
ΟΙ ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ ΤΥΡΑΝΝΟΙ ΚΑΙ Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ.
Μετά τον δυστυχή Πελοποννησιακόν πόλεμον οι Αθηναίοι, απολέσαντες
την αρχαίαν των αρετήν, συναπώλεσαν και την ελευθερίαν των, υπό
τον ζυγόν τριάκοντα σκληρών τυράννων υποβληθέντες.
Άπας σχεδόν ο λαός των Αθηνών είχε τότε εξαχρειωθή· αλλ' ο
ενάρετος Σωκράτης ανεφάνη διαμαρτύρησις ζώσα και κατά της
διαφθοράς των συγχρόνων του, και κατά της απανθρωπίας των
τριάκοντα.
Θέλοντες οι τύραννοι να συλλάβωσι και να φονεύσωσιν αδίκως μεταξύ
άλλων καί τινα Λέοντα Σαλαμίνιον, διέταξαν τον Σωκράτην και
άλλους τέσσαρας Αθηναίους να μεταβώσιν εις Σαλαμίνα προς
εκτέλεσιν της παρανόμου συλλήψεως του Λέοντος.
Και οι μεν τέσσαρες Αθηναίοι υπείκοντες μετέβησαν αμέσως· αλλ' ο
ενάρετος Σωκράτης δεν ηθέλησε να συνεργήση εις παρανόμους
πράξεις, καταφρονήσας γενναίως και την οργήν και τας απειλάς των
αιμοβόρων τυράννων· επροτίμησε δε να διακινδυνεύση και αυτήν την
ύπαρξίν του παρά να γίνη όργανον αδικίας και παρανομίας.
Τοιαύτην μεγαλοψυχίαν και αυταπάρνησιν εμπνέει εις τας ευγενείς
ψυχάς το ιερόν αίσθημα της δικαιοσύνης!
Την αυτήν δε μεγαλοψυχίαν ανέδειξεν ο φιλοδίκαιος Σωκράτης και
ότε, ων μέλος της Βουλής των Πεντακοσίων, επρόκειτο να δικάση
τους στρατηγούς των Αθηνών, οίτινες είχον κατατροπώσει τον
εχθρικόν στόλον των Λακεδαιμονίων εις τας Αργινούσας πλησίον της
Μυτιλήνης.
Ο παράφορος όχλος, εξαπτόμενος υπό των ραδιούργων και
κακοηθεστάτων δημαγωγών, απήτει την θανατικήν καταδίκην των
στρατηγών, επί τη προφάσει ότι δεν εφρόντισαν να διασώσωσι μετά
την ναυμαχίαν τους πεσόντας εις την θάλασσαν.
Εις μάτην οι στρατηγοί επεκαλούντο την τρομεράν τρικυμίαν, ήτις
είχε καταστήσει αδύνατον την διάσωσιν των πεσόντων. Οι Βουλευταί
έντρομοι υπέκυψαν εις την παραφοράν και εις τας απειλάς του
όχλου. Μόνος ο βουλευτής Σωκράτης ατρόμητος ανέκραξεν ότι ενόσω
ζη βεβαίως δεν θέλει μολύνει διά της αδικίας την συνείδησίν του,
διακινδυνεύσας και πάλιν την ζωήν του χάριν της δικαιοσύνης.
Οι στρατηγοί εντούτοις κατεδικάσθησαν εις την ποινήν του θανάτου·
αλλά μετά τινας χρόνους, μετανοήσαντες οι Αθηναίοι διά την άδικον
καταδίκην, εδικαίωσαν τον Σωκράτην, τιμωρήσαντες τους κατηγόρους
των θανατωθέντων στρατηγών.
Τοιουτοτρόπως μετανοήσαντες κατεδίωξαν και τους κατηγόρους του
Σωκράτους, αφού και αυτόν εν τη φυλακή επότισαν το κώνειον του
θανάτου.
Αλλ' αι τοιαύται παράκαιροι και ανωφελείς μετάνοιαι δεν
αποπλύνουν το αιώνιον αίσχος των πολιτικών αδικημάτων. Το
κυριώτερον χαρακτηριστικόν της φρονήσεως είναι η πρόνοια· η δε
μετάνοια δεν αποδεικνύει ειμή την παρελθούσαν αφροσύνην.
Αλλ' εάν η τότε αφροσύνη, η τότε διαφθορά των Αθηναίων
κατεπίκρανε τα σπλάγχνα της Ελλάδος, η εμφάνισις όμως του
Σωκράτους επί του Ελληνικού ορίζοντος παρηγόρησε την Πατρίδα, και
συνεκάλυψε την αδοξίαν αυτής.
Περί δε του δικαίου Αριστείδου μας διηγήθη τα εξής·
Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ.
Ο Αριστείδης εκ νεαράς ηλικίας ανέδειξε χαρακτήρα σεμνόν και
σταθερόν, αγάπην ένθερμον προς την αρετήν και την δικαιοσύνην,
και αποστροφήν κατά της ψευδολογίας, της απάτης, και της
κολακείας. Ούτε χάριν αστεϊσμού δεν κατεδέχετο, ως λέγει ο
Πλούταρχος, να προσφύγη ποτέ εις τα δυσειδή ταύτα ελαττώματα.
Το πολιτικόν αξίωμα, το οποίον καθ' όλην την διάρκειαν του βίου
του σταθερώς ησπάσθη, ήτο ότι _ο αγαθός πολίτης πρέπει να λέγη
και να πράττη μόνον τα χρηστά και τα δίκαια_. Τοιουτοτρόπως δε
ηξιώθη της θείας επωνυμίας του _Δικαίου_.
Διηγούνται ότι ενήγαγε ποτέ τινα ενώπιον του δικαστηρίου. Ο δε
δικαστής, άμα ακούσας τον Αριστείδην, γνωρίζων την φιλαλήθειαν
και το φιλοδίκαιον αυτού, ηθέλησεν αμέσως να καταδικάση τον
αντίδικόν του άνευ τινός απολογίας. Αλλ' ο Αριστείδης θερμώς
παρεκάλεσε τον δικαστήν να μη εκδώση απόφασιν, πριν ή ακούση και
τους λόγους του αντιδίκου του. Τοιαύτη ήτο η προς την δικαιοσύνην
αγάπη του! Δεν ανείχετο να ενεργηθή ούτε παρ' αυτού, ούτε παρ'
άλλων αδικία και κατ' αυτών των εναντίων του· αδικία δε μεγίστη
βεβαίως ήθελεν είσθαι να καταδικάση ο δικαστής άνθρωπον χωρίς
προηγουμένως ν' ακούση αυτόν.
«_Τίμιος μεν και ο μηδέν αδικών,_ είπεν ο Πλάτων, _αλλ' ο μη
επιτρέπων τοις αδικούσιν αδικείν, πλέον ή διπλασίας τιμής άξιος
εκείνου._» Διπλασίας τιμής άξιος ήτο λοιπόν και ο Αριστείδης,
διότι και αυτός δεν ηδίκει, και τους άλλους απέτρεπεν από τας
αδικίας.
Τόσην δε υπόληψιν και σέβας έτρεφον προς αυτόν οι συμπολίταί του
διά τον φιλοδίκαιον χαρακτήρα του, ώςτε, αντί να προσφεύγωσιν εις
τα δικαστήρια, έτρεχον εις τον Αριστείδην προς διάλυσιν των
διαφορών των.
Ενώ δε ημέραν τινά εδίκαζε δύο πολίτας, ο είς εξ αυτών, όπως τον
ερεθίση κατά του αντιδίκου του, ανέφερεν ότι πολλάκις ο αντίδικός
του ηδίκησε και τον Αριστείδην. Αλλ' αυτός, κατασιγάζων ενώπιον
της δικαιοσύνης παν ιδιαίτερον αυτού πάθος, είπε προς τον
δικαζόμενον «_Αντί ν' αναφέρης τας προς εμέ αδικίας του αντιδίκου
σου, ειπέ κάλλιον ποίαν αδικίαν έπραξεν αυτός προς σε, διότι
σήμερον ο αντίδικός σου δεν δικάζεται μετ' εμού, αλλά μετά σου._»
Δικαίως λοιπόν, ότε εις το θέατρον των Αθηνών παριστάνετο η
τραγωδία των επτά επί Θήβας του ποιητού Αισχύλου, και είς των
υποκριτών είπεν ότι ο Αμφιάραος
«_Ου γαρ δοκείν δίκαιος, αλλ' είναι θέλει,_» πάντες έστρεψαν τα
βλέμματα προς τον Αριστείδην, δεικνύοντες ούτως ότι εις αυτόν
μάλιστα ήρμοζεν ο στίχος του Αισχύλου.
Το φιλοδίκαιον του Αριστείδου ανεφάνη και ότε ο Θεμιστοκλής
επρότεινεν εις τους Αθηναίους ότι συνέλαβε σχέδιον, το οποίον, αν
τω επέτρεπον να εκτελέση, ήθελεν αποβή ωφελιμώτατον εις τας
Αθήνας.
Ο Αριστείδης, μαθών παρά του Θεμιστοκλέους ότι το σχέδιον τούτο
συνίστατο εις το να καύσωσιν εξαίφνης τους στόλους όλων των άλλων
Ελληνίδων πόλεων, και ούτω να μείνωσιν οι Αθηναίοι
θαλασσοκράτορες και κύριοι της Ελλάδος όλης, είπε προς τους
Αθηναίους, ότι _το σχέδιον φαίνεται μεν ωφελιμώτατον, αλλ' είναι
αδικώτατον. Οι δε Αθηναίοι, ενάρετοι τότε όντες και φιλοδίκαιοι,
αποστρεφόμενοι δε τας εξ αδικιών ωφελείας και τα επί αδικημάτων
στηριζόμενα μεγαλεία, απέκρουσαν αμέσως το σχέδιον του
Θεμιστοκλέους.
_Η δικαιοσύνη ανυψοί τα έθνη_, είπεν ο σοφός Σολομών, και η
αδικία καταστρέφει αυτά. Είθε η μεγάλη αύτη αλήθεια να οδηγή
πάντοτε και λαούς και κυβερνώντας!
Δι' αδικιών, δι' αρπαγών, διά δολιοτήτων δύνανται βεβαίως να
ωφεληθώσι και να μεγαλυνθώσι προς ώραν και άτομα και έθνη· αλλά
της κακίας η τιμωρία δεν βραδύνει. Η αδικία γεννά τύψεις
συνειδότος, εχθρούς, απομόνωσιν, αντεκδικήσεις, και επί τέλους
καταστροφήν. Μόνα τα διά της φιλοπονίας, της αγαθοεργίας, και της
δικαιοσύνης αποκτώμενα ωφελήματα και μεγαλεία είναι αληθή, διαρκή
και ευάρεστα.
Διά τούτο και ο μέγας διδάσκαλος της αρετής, ο Σωκράτης,
εδίδασκεν _ότι ποτέ πράξις άδικος δεν δύναται να ήναι και αληθώς
ωφέλιμος, αλλ' ότι μόνον το δίκαιον είναι και πραγματικώς
ωφέλιμον_. Ενόσω οι Αθηναίοι ηκολούθουν τας αναλλοιώτους ταύτας
αρχάς της αρετής, και ως κόρην οφθαλμού εφύλαττον τους νόμους του
Σόλωνος, η ελευθερία συνεβασίλευε μετά της ευνομίας και της
αρετής. Αλλ' ότε η αρετή εξέλιπε, τότε και η ελευθερία εξέκλινεν
εις ακολασίαν, η δε τυραννία διεδέχθη την ελευθερίαν, και η
αδικία την δικαιοσύνην· τότε δε και τους νικηφόρους στρατηγούς
των αδίκως κατεδίκαζον εις θάνατον, και τον ενάρετον Σωκράτην και
τον χρηστόν Φωκίωνα απανθρώπως επότιζον το κώνειον.
Έκτοτε, παιδία μου, επρόσθεσε τεθλιμμένος ο γέρων, ημέραν καλήν
δεν είδε πλέον η δυστυχής Ελλάς, συμποτισθείσα και αυτή μετά των
φιλτάτων της τέκνων Σωκράτους και Φωκίωνος το κώνειον της
κακοδαιμονίας.
Προσπαθήσατε λοιπόν σεις, τα νέα τέκνα της, αι νέαι ελπίδες της,
ανατρεφόμενοι και ζώντες χριστιανικώς και εναρέτως, να φέρητε εις
τους κόλπους αυτής την αρετήν, την δικαιοσύνην, και την αγάπην,
όπως ζήση πάλιν ένδοξος και ευδαίμων η σήμερον τεθλιμμένη πατρίς.
Εγχαράξατε επομένως εις τα βάθη της καρδίας σας τους ακολούθους
στίχους
«_Αγάπα τον πλησίον σου, ποτέ μη αδικήσης,
« Και έσο ευεργετικός, διά να ευτυχήσης._»
~~~~~~~~~~
« Ούτε αντιδικείν δει, ούτε κακώς
ποιείν ουδένα, ουδ' αν οτιούν πά-
σχω υπ' αυτών. »
(Σωκράτους.).
ΕΝΩ ημέραν τινά ήμεθα όλοι συνηγμένοι εις την αυλήν του σχολείου,
και εγυμναζόμεθα, παρόντων των διδασκάλων και του αγαθού
Γεροστάθου, συνέβησαν τα ακόλουθα μεταξύ του συμμαθητού μας
Παύλου και της αδελφής του Ευφροσύνης.
Ο ΠΑΥΛΟΣ ΚΑΙ Η ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ.
Ο οκταετής Παύλος ήτο έξυπνος και ζωηρός, είχε δε καλήν και
ευαίσθητον καρδίαν, αλλ' ενίοτε ως εκ της ζωηρότητός του
παρεξετρέπετο εις πράξεις ατόπους, διά τας οποίας ακολούθως έχυνε
δάκρυα μετανοίας και λύπης.
Η αδελφή του Ευφροσύνη, νεάνις δεκαετής, γλυκεία και φιλάδελφος,
ήρχετο τακτικώτατα κατά την ώραν της γυμναστικής, όπως μετά την
σωμασκίαν του αδελφού της συνοδεύη αυτόν εις την πατρικήν των
οικίαν.
Ενώ δε επερίμενεν ημέραν τινά εις την αυλήν του σχολείου,
θεωρούσα τας διαφόρους γυμνάσεις, ο Παύλος, αποτυχών είς τινα επί
του μονοζύγου στροφήν, έπεσεν επί της άμμου. Η αποτυχία και η
πτώσις του επροκάλεσαν τον γέλωτα όλων ημών, τον οποίον
συνεμερίσθη και η αδελφή του.
Αλλ' ο Παύλος, εντραπείς διά την αποτυχίαν του, και θυμώσας διά
τον γέλωτα, πλησιάζει την Ευφροσύνην εισέτι γελώσαν, και οργίλως
καταφέρει κατά του προσώπου της σφοδρόν γρόνθον, όστις και πόνον
και αιμορραγίαν τη επροξένησεν.
Κρατούσαν τότε το αιμοσταγές πρόσωπόν της, τρέχει κατόπιν του
φεύγοντος Παύλου διά να κτυπήση αυτόν.
Αλλ' ο Γεροστάθης προφθάνει, και συλλαμβάνων αυτήν από την χείρα
λέγει προς αυτήν — Αν θέλης να τιμωρήσης, κόρη μου, τον Παύλον,
και να εκδικηθής, πρέπει να φιλήσης, και ουχί να κτυπήσης αυτόν.
Η Ευφροσύνη, στρέφουσα με απορίαν και θαυμασμόν τα βλέμματα προς
τον Γεροστάθην — Να τον φιλήσω! λέγει, ενώ αυτός τόσον δυνατά μ'
εκτύπησε!
— Ναι! να τον φιλήσης, επαναλαμβάνει ο γέρων. Αν τον κτυπήσης,
θ' αναφανής και συ κακή ως αυτός· αντί δε να τον διορθώσης διά
του κτυπήματος, θέλεις τον εξάψει έτι μάλλον, και εις την έξαψίν
του ίσως σε κακοποιήση έτι περισσότερον. Αν τον κτυπήσης, αντί να
τον κάμης να σ' αγαπήση και να φέρηται αδελφικώς προς σε, θέλεις
αυξήσει την αποστροφήν του, και θέλεις χειροτερεύσει την κακήν
του διαγωγήν.
Αν όμως, Ευφροσύνη μου, τον φιλήσης, θ' αναφανής συ καλλιτέρα
εκείνου· διά του καλού σου παραδείγματος θέλεις τον σωφρονίσει,
διά της πραότητος και γλυκύτητός σου θέλεις τον κάμει να
συναισθανθή το σφάλμα του, να μετανοήση, και να σε αγαπήση,
γινόμενος και εκείνος γλυκύς και πράος. Ιδέ τον με πόσην λύπην
παρατηρεί το αιματωμένον πρόσωπόν σου! ήρχισεν ήδη να μετανοή!
τρέξε λοιπόν και φίλησέ τον, _δος καλόν αντί κακού, φίλημα αντί
κτυπήματος_, και ούτω θέλεις θριαμβεύσει.
Ενόσω ο Γεροστάθης ωμίλει, ο θυμός της μικράς Ευφροσύνης βαθμηδόν
επραΰνετο· μόλις δε ο γέρων ετελείωσε, και η Ευφροσύνη τρέχει,
εναγκαλίζεται, και καταφιλεί τον αδελφόν της.
Το αγαθόν αυτό φίλημα προκαλεί εις τους οφθαλμούς του Παύλου
δάκρυα μετανοίας, και συγχρόνως αδελφικώτατον αντιφίλημα· η δε
Ευφροσύνη, σπογγίζουσα τα δάκρυά του, παρεκάλει αυτόν να μη
κλαίη, λέγουσα ότι δεν πονεί πλέον.
Ο Γεροστάθης τότε ένιψε το πρόσωπον της Ευφροσύνης διά ψυχρού
ύδατος, όπως παύση το στάζον αίμα· η δε Ευφροσύνη, λαβούσα την
δεξιάν του άδελφού της, διευθύνθη μετ' αυτού εις την οικίαν των.
Άπαντες δε εθαυμάσαμεν, ιδόντες ιδίοις οφθαλμοίς πόσην δύναμιν,
πόσον ύψος, και πόσον ωραία αποτελέσματα έχει η ανταπόδοσις
_καλού αντί κακού._
Ότε δε μετά την γυμναστικήν εξήλθομεν εις περίπατον μετά του
Γεροστάθου, είς εξ ημών τω είπεν ότι πολύ ωραίον ήτο το προς την
Ευφροσύνην μάθημά του· ο δε αγαθός γέρων απήντησε τα εξής.
ΣΩΤΗΡΙΟΝ ΜΑΘΗΜΑ.
— _Το καλόν αντί κακού δεν είναι ιδικόν μου μάθημα· είναι
μάθημα σωτήριον του Σωτήρος ημών, είναι η θειοτέρα παραγγελία αφ'
όσας μας έδωκεν ο θεάνθρωπος Ιησούς. Και όμως πόσοι, ονομαζόμενοι
χριστιανοί, τυφλωμένοι από τα πάθη, λησμονούν και παραβιάζουν την
θείαν ταύτην εντολήν, την οποίαν ο Χριστός μας έδωκεν!
«Εγώ λέγω υμίν αγαπάτε τους εχθρούς υμών, αγαθοποιείτε τους
μισούντας υμάς, και προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων και
καταδιωκόντων υμάς. Εάν αγαπάτε μόνον τους αγαπώντας υμάς, ποίος
θέλει είσθαι ο μισθός υμών; Αγαπάτε και ευεργετείτε τους εχθρούς
υμών, όπως γίνητε τέλειοι ως ο Θεός, ο Πατήρ υμών.»
Τους δε θείους αυτούς λόγους επεσφράγισεν ο Ιησούς και δια του
θείου αυτού παραδείγματος· διότι, ότε ο όχλος των Ιουδαίων εν τη
μανιώδει παραφορά του κατεδίωξε τον Σωτήρα ημών, τον
εσυκοφάντησε, τον ενέπαιξε, και επί του Γολγοθά τον εσταύρωσε,
δεν ηγανάκτησεν ο θεάνθρωπος κατά των θανασίμων αυτών εχθρών του,
δεν επεθύμησεν εκδίκησιν, δεν επεκαλέσθη την τιμωρίαν των φονέων
του παρά του παντοδυνάμου Πατρός του· αλλ' εν τη θεία αυτού
αγαθότητι παρεκάλεσε τον Ύψιστον να συγχωρήση τους φονείς του,
διότι δεν εξεύρουν τι κάμνουν. «_Πάτερ, είπεν, άφες αυτοίς· ου
γαρ οίδασι τι ποιούσιν._»
Ιδού η υπερτάτη αρετή, την οποίαν μας διδάσκει η γλυκυτάτη
θρησκεία μας. Προσπαθήσατε εξ αυτής της τρυφεράς ηλικίας σας να
αισθανθήτε το θείον κάλλος της αρετής ταύτης, και επομένως να
εγκολπωθήτε αυτήν καθ' όλον το στάδιον του βίου σας.
Τα αποτρόπαια πάθη του μίσους και της εκδικήσεως είναι όλως
ασυμβίβαστα με την θρησκείαν του χριστιανού και με την
ευδαιμονίαν του ανθρώπου. Γλυκεία ίσως, αλλά βραχυτάτη είναι η
ηδονή της εκδικήσεως· πικρόταται όμως, διαρκείς, και
ακαταλόγιστοι είναι αι συνέπειαι αυτής.
«_Εάν πεινά ο εχθρός σου ψώμιζε αυτόν· εάν διψά πότιζε αυτόν,_»
μας είπε και ο σοφός Σολομών.
Αλλά και υπό το κράτος της ειδωλολατρείας και της πολυθεΐας
ανεφάνησαν άνδρες γλυκείς, πράοι, και αμνησίκακοι, οίτινες
ανταπέδωκαν καλόν αντί κακού.
Μας διηγήθη δε τότε ο γέρων διάφορα Ελληνικά ανέκδοτα, εξ ων θέλω
εκθέσει ενταύθα όσα διετήρησεν η μνήμη μου.
Ο ΛΥΚΟΥΡΓ0Σ ΚΑΙ Ο ΑΛΚΑΝΔΡΟΣ.
Ενώ ο νομοθέτης της Σπάρτης Λυκούργος ευρίσκετο ημέραν τινά εις
την αγοράν, νεανίας οξύθυμος και αυθάδης, Άλκανδρος καλούμενος,
επιπίπτει κατ' αυτού και διά της βακτηρίας του εξορύττει ένα των
οφθαλμών του.
Δεν εξήφθη ο έμφρων Λυκούργος, δεν ηγανάκτησεν, ουδέ την
βακτηρίαν του ύψωσε διά ν' ανταποδώση κτύπημα αντί κτυπήματος,
οφθαλμόν αντί οφθαλμού· αλλ' ατάραχος, παρουσιασθείς ενώπιον του
λαού, έδειξε το καθημαγμένον πρόσωπόν του και το τυφλωμένον όμμα
του.
Η αταραξία αύτη και η πραότης του Λυκούργου συνεκίνησαν και
αυτούς τους εχθρούς του· όθεν παρεδόθη αμέσως εις τας χείρας του
ο νέος Άλκανδρος, όπως τιμωρήση αυτόν κατ' αρέσκειαν.
Ευχαρίστως ο Λυκούργος παρέλαβεν εις την οικίαν του τον
Άλκανδρον· αλλά, καθώς μας βεβαιόνει ο Πλούταρχος, ουχί μόνον δεν
εκακοποίησεν αυτόν, αλλ' ουδέ λόγον ψυχρόν τω απεύθυνεν. Απ'
εναντίας, καταστήσας τον εχθρόν του φίλον επιστήθιον διά των
περιποιήσεων και συμβουλών του, απέδωκεν αυτόν εις την πατρίδα
πολίτην ενάρετον και σωφρονέστατον.
Ιδού αμνησικακία, ιδού αρετή! Αλλ' αν ο Λυκούργος, ων
εκδικητικός, ηγανάκτει κατά του αυθάδους Αλκάνδρου και εκτύπα
αυτόν, ο Άλκανδρος βεβαίως ήθελε κατασταθή αυθαδέστερος, ο δε
Λυκούργος ίσως έχανε και τον έτερον οφθαλμόν ή και αυτήν την ζωήν
του. Η πραότης όμως, και η ανταπόδοσις καλού αντί κακού και τον
Άλκανδρον εσωφρόνισε, και τον Λυκούργον ανέδειξεν αξιαγάπητον και
αξιοσέβαστον.
Ο ΠΕΛΟΠΙΔΑΣ ΚΑΙ Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ.
Ότε εις τον Πελοπίδαν, τον στρατηγόν των Θηβαίων, κατεμήνυσαν ότι
εχθρός του στρατιώτης εκακολόγει αυτόν, αντί ν' αγανακτήση και να
τιμωρήση τον υβριστήν, ιδού τι απήντησεν.
— « Ούτε τας κακολογίας, ούτε τας κατ' εμού ύβρεις του
στρατιώτου ήκουσά ποτε διά να τιμωρήσω αυτόν· αλλά τας υπέρ της
πατρίδος ανδραγαθίας αυτού είδον ιδίοις οφθαλμοίς εις το πεδίον
της μάχης, και επομένως δεν δύναμαι παρά να θαυμάζω και ν' αγαπώ
τοιούτον στρατιώτην. »