υπό του ευγενούς και υψηλού αισθήματος της φιλοπατρίας, και την
αρχαίαν Ελλάδα και το γυναικείον φύλον ετίμησαν και εδόξασαν. Μας
διηγήθη δε τα εξής περί της Τελεσίλλας, της Αρχιδαμίας, και της
Κρατησικλείας.
Η ΑΡΓΕΙΑ ΤΕΛΕΣΙΛΛΑ.
Η Τελέσιλλα, λυρική ποιήτρια εξ Άργους, είχε καρδίαν ευαίσθητον,
εξευγενισθείσαν διά της αρετής και της μαθήσεως· έχουσα δε
τοιαύτην καρδίαν ηγάπα θερμώς την πατρίδα της. Όθεν, ότε οι
Αργείοι είχον πόλεμον κατά των Σπαρτιατών, η Τελέσιλλα κατώρθωσε
να σχηματίση τάγμα εξ Αργείων γυναικών, και τεθείσα επί κεφαλής
αυτού, συνηγωνίσθη ανδρείως μετά των συμπολιτών της, εξάπτουσα
την φιλοπατρίαν και την γενναιότητα αυτών διά τε της ποιητικής
λύρας και διά του ιδίου αυτής παραδείγματος.
Τοιουτοτρόπως οι Σπαρτιάται ενικήθησαν, και εις την Τελέσιλλαν
προσεφέρθη ο στέφανος της νίκης. Εντός δε του ναού της Αφροδίτης
ανήγειραν οι Αργείοι το άγαλμα της ηρωίδος, φέρον τα εμβλήματα
της ποιήσεως και της ηρωικής φιλοπατρίας.
Ορθότατα έλεγεν ο σοφός Σόλων, ότι «_εκείναι αι πόλεις
ευδαιμονούν, εις τας οποίας οι μεν αγαθοί τιμώνται, οι δε κακοί
τιμωρούνται._» Ενόσω οι Έλληνες ετίμων την αρετήν και την
φιλοπατρίαν, απαθανατίζοντες δι' εικόνων και ανδριάντων τας
Τελεσίλλας και τους άλλους ευεργέτας της πατρίδος, η Ελλάς
ηυτύχει και εδοξάζετο· παρήκμασε δε και κατεστράφη ότε οι μεν
μοχθηροί και διεφθαρμένοι, οι αμαθείς και οι άρπαγες Κλέωνες και
Δημάδαι ετιμήθησαν, οι δε ενάρετοι Σωκράται και Φωκίωνες έπινον
εν τω δεσμωτηρίω το κώνειον.
ΑΙ ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΔΕΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΠΥΡΡΟΥ.
Ο Πύρρος, όστις εβασίλευεν εις την Ήπειρον περί τα 300 έτη προ
Χριστού, ανεφάνη ο μεγαλύτερος στρατιωτικός ανήρ της εποχής του.
Δις ενίκησε τους Μακεδόνας, και επί της Μακεδονίας εβασίλευσε.
Μεταβάς δε μετά των στρατών του εις την Ιταλίαν, εις διαφόρους
μάχας κατετρόπωσε τους Ρωμαίους· αλλ' επί τέλους ηναγκάσθη να
επανέλθη εις την Ήπειρον, και τότε εξεστράτευσεν εις την
Πελοπόννησον· πολιορκήσας δε την Σπάρτην, επαπείλει έφοδον κατ'
αυτής.
Τότε αι γυναίκες της Σπάρτης, μαθούσαι ότι η Γερουσία επρόκειτο
να διασώση αυτάς εις την Κρήτην, όλαι μετ' αγανακτήσεως
απέκρουσαν την τοιαύτην απόφασιν. Η δε Αρχιδαμία επί κεφαλής
αυτών, και ξίφος κρατούσα, παρουσιάσθη ενώπιον της Γερουσίας, και
εβεβαίωσεν αυτήν ότι, _εάν η Σπάρτη πρόκηται να χαθή, ουδεμία
Σπαρτιάτις θέλει να επιζήση_. Αμέσως δε μικραί και μεγάλαι,
παρθένοι και σύζυγοι μετέβησαν εις τα προχώματα της Σπάρτης, όπου
οι στρατιώται είχον αρχίσει να κατασκευάζωσι τάφρον μεγάλην προς
αντίκρουσιν της περιμενομένης εφόδου του Πύρρου· εργασθείσαι δε
καθ' όλην την διάρκειαν της νυκτός δραστηρίως, απεπεράτωσαν αυταί
την τάφρον, όπως δώσωσιν εις τους άνδρας καιρόν αναπαύσεως προς
ανάκτησιν των δυνάμεων των κατά την ώραν της εφόδου.
Ότε δε την αυγήν η έφοδος ήρχισεν, αι Σπαρτιάτιδες, μένουσαι εις
την μάχην πλησίον των στρατιωτών, υπηρέτουν αυτούς, προσφέρουσαι
βέλη, ακόντια, τροφήν, και ύδωρ· συγχρόνως δε επεριποιούντο τους
πληγωμένους, και ενεψύχονον τους μαχομένους, λέγουσαι προς
αυτούς. « Ένδοξος θέλει είσθαι η νίκη σας, εάν μαχόμενοι νικήσητε
ενώπιον της Σπάρτης, υπό τους οφθαλμούς της πατρίδος· γλυκύτατος
δε θέλει είσθαι ο θάνατός σας, εάν μαχόμενοι υπέρ πατρίδος πέσητε
εις τας αγκάλας των μητέρων, των γυναικών, και των θυγατέρων
σας.»
Τοιουτοτρόπως η Σπάρτη εσώθη διά της μεγαλοψυχίας και της
φιλοπατρίας των γυναικών της· ο δε Πύρρος αποκρουσθείς ηναγκάσθη
ν' αναχωρήση.
Τόσον θαυμάσια είναι η δύναμις της φιλοπατρίας, ώστε και αυτάς
τας γυναίκας αναδεικνύει ανδρείας, μεγαλοψύχους, και της πατρίδος
σωτείρας!
Μετά τα ανωτέρω διηγήθη ο γέρων και τα εξής·
Η ΚΡΑΤΗΣΙΚΛΕΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟΝ.
Ότε η Σπάρτη επολέμει κατά της Αχαϊκής συμμαχίας και κατά του
Αντιγόνου, βασιλέως της Μακεδονίας, ο βασιλεύς της Σπάρτης
Κλεομένης ηναγκάσθη να επικαλεσθή την συμμαχίαν του Πτολεμαίου,
βασιλέως της Αιγύπτου.
Ο δε Πτολεμαίος υπεσχέθη μεν βοήθειαν εις τον Κλεομένην, αλλ' υπό
τον όρον του να τω στείλη εις την Αίγυπτον ομήρους τα τέκνα και
την μητέρα του Κρατησίκλειαν.
Εσυστέλλετο επί τινα καιρόν ο Κλεομένης να κοινοποιήση εις την
γραίαν μητέρα του την πρότασιν του Πτολεμαίου. Πολλάκις εισήλθεν
εις το δωμάτιον της Κρατησικλείας διά να τη ανακοινώση οποίαν
θυσίαν απαιτεί παρ' αυτής το συμφέρον της Σπάρτης· αλλ' η προς
την μητέρα του αγάπη τω επέβαλλε σιωπήν.
Επί τέλους όμως ο έρως της πατρίδος υπερίσχυσε, και ο Κλεομένης
εκοινοποίησεν εις την Κρατησίκλειαν την πρότασιν του Πτολεμαίου.
Η δε φιλόπατρις Σπαρτιάτις απήντησεν « Εάν αυτό το σώμα μου,
στελλόμενον εις την Αίγυπτον ή αλλαχού, δύναται να ωφελήση την
Σπάρτην, στείλε το, στείλε το το ταχύτερον, πριν ή διαλυθή υπό
του γήρατος, μένον ενταύθα άχρηστον και ανωφελές εις την πατρίδα
του._»
Ότε δε η Κρατησίκλεια, μεταβάσα εις την Αίγυπτον, επληροφορήθη
ότι ο Κλεομένης δεν ετόλμα να συμβιβασθή μετά των Αχαιών,
φοβούμενος μήπως η μήτηρ και τα τέκνα του κακοποιηθώσιν υπό του
Πτολεμαίου, έγραψεν αμέσως προς τον Κλεομένην τα αξιοθαύμαστα
ταύτα λόγια « Πράξον τα πρέποντα και τα συμφέροντα εις την
Σπάρτην· μη καταδεχθής δε ποτέ να βλαφθή η πατρίς χάριν μιας
γραίας καί τινων παιδαρίων._»
Τοιαύται ήσαν αι αρχαίαι Ελληνίδες! Έχοντες δε οι προπάτορες ημών
τοιαύτας μητέρας, δικαίως διεκρίθησαν υπέρ παν άλλο έθνος διά την
μεγίστην φιλοπατρίαν των.
Αι μητέρες, ουχί μόνον νήπια τρέφουν τα τέκνα των, αλλά και
πρώτοι διδάσκαλοι, και πρώτοι παιδαγωγοί αυτών είναι. Αι δε
πρώται εντυπώσεις, τας οποίας εις την τρυφερωτέραν ηλικίαν λάβωσι
τα παιδία, κανονίζουν ολόκληρον τον βίον αυτών.
Ευτυχείς λοιπόν αι κοινωνίαι, εις τας οποίας αι μητέρες, αφού με
το γλυκύ γάλα του στήθους των θρέψωσι τα τέκνα των, ποτίζουσιν
ακολούθως αυτά και με το έτι γλυκύτερον γάλα της αρετής, της
χριστιανικής αγάπης και της φιλοπατρίας!
Ακολούθως διηγήθη τα εξής περί του Θρασυβούλου και Πελοπίδου.
Ο ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ ΤΥΡΑΝΝΩΝ.
Ενθυμείσθε βεβαίως από το μάθημα της Ελληνικής Ιστορίας πώς
ετελείωσεν ο ολέθριος Πελοποννησιακός πόλεμος.
Ο στρατηγός της Σπάρτης Λύσανδρος, αφού κατέστρεψε τον Αθηναϊκόν
στόλον, εκυρίευσε τον Πειραιά, κατηδάφισε τα μακρά τείχη, και
καταλύσας το ελεύθερον πολίτευμα των Αθηναίων, καθυπέταξεν αυτούς
υπό τον σκληρόν ζυγόν των Τριάκοντα Τυράννων.
Αλλ' ο Θρασύβουλος, μη ανεχόμενος να έχη πατρίδα δούλην και υπό
αιμοβόρων τυράννων κατασπαραττομένην, αποφασίζει γενναίως την
απελευθέρωσιν αυτής.
Όθεν συνεννοείται μυστικώς μετ' άλλων φυγάδων, και συγχρόνως μετά
των εν Αθήναις συμπολιτών του· προσελκύσας δε και την αγάπην και
την συνδρομήν Θηβαίων τινών, κυριεύει εξαίφνης την Φυλήν, χωρίον
οχυρόν της Αττικής. Αποκρούων δε γενναίως τους μισθωτούς
στρατιώτας των Τριάκοντα, μεταβαίνει εις τον Πειραιά και
οχυρόνεται εις την Μουνυχίαν, επαπειλών εκείθεν τους Τριάκοντα
Τυράννους. Αλλ' οι Τύραννοι, ως επί το πλείστον θρασύδειλοι,
φεύγουν τότε έντρομοι μακράν των Αθηνών, και ούτως ο Θρασύβουλος
επαναφέρει την αυτονομίαν και την ελευθερίαν εις την πατρίδα του,
απαλλάττων αυτήν από τα δεινά και τα βάσανα της τυραννίας.
Ο ΠΕΛΟΠΙΔΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝΩΝ ΤΑΣ ΘΗΒΑΣ.
Το αξιομίμητον παράδειγμα του φιλοπάτριδος Θρασυβούλου εμιμήθη
και ο μέγας πολίτης των Θηβών Πελοπίδας.
Δοξομανής, αλλ' αφιλότιμος, ο Θηβαίος Λεοντίδας εθυσίασεν ενώπιον
της φιλαρχίας του την τιμήν της πατρίδος του και δια προδοσίας
αισχράς παρέδωκε το φρούριον των Θηβών, την Καδμίαν, εις
Σπαρτιατικήν φρουράν.
Στηριζόμενος δε επί της Σπαρτιατικής ταύτης κατοχής, εκυβέρνα
ατίμως και παρανόμως την πατρίδα του.
Ο Πελοπίδας καί τινες άλλοι φιλοπάτριδες Θηβαίοι, μη υποφέροντες
το αίσχος τούτο της Σπαρτιατικής κατοχής, εγκατέλιπον τας Θήβας
και προσέφυγον εις τας Αθήνας.
Αν και νέος τότε ο Πελοπίδας, φλεγόμενος όμως υπό του ιερού της
πατρίδος έρωτος, απεφάσισε το παν να διακινδυνεύση προς
απελευθέρωσιν των Θηβών.
Όθεν, ποτέ μεν υπενθυμίζων εις τους συμπολίτας του το ένδοξον του
Θρασυβούλου ανδραγάθημα, ποτέ δε λέγων προς αυτούς _ότι αισχρόν
και ανόσιον είναι να παραμελή ο πολίτης την πατρίδα του
ατιμαζομένην υπό ξένων όπλων_, και άλλοτε ότι _προτιμότερος ο
έντιμος θάνατος παρά την άτιμον ζωήν_, δεν έπαυε προετοιμάζων και
εξάπτων καθ' ημέραν τους Θηβαίους προς απελευθέρωσιν της δούλης
πατρίδος των.
Ότε δε τα πατριωτικά του σχέδια ωρίμασαν, μεταβάς μετά των φίλων
του εις τας Θήβας, κατώρθωσε και τον αισχρόν προδότην Λεοντίδαν
να καταστρέψη, και την Σπαρτιατικήν φρουράν ν' αποδιώξη, και την
τιμήν και την ελευθερίαν να επαναφέρη εις την φίλην πατρίδα του.
Δικαίως λοιπόν οι Έλληνες ωνόμαζον την λαμπράν ταύτην και
πατριωτικήν πράξιν του Πελοπίδου _αδελφήν της του Θρασυβούλου_.
Έκτοτε ο Πελοπίδας δεν έπαυσεν αγωνιζόμενος και διακινδυνεύων
μετά του επιστηθίου φίλου του Επαμεινώνδου υπέρ της δόξης και της
ευδαιμονίας της φιλτάτης πατρίδος του.
Τοιαύτη δε ήτο η φιλοπατρία και η αυταπάρνησίς του, ώστε ότε ποτέ
η σύζυγός του μετά δακρύων παρεκάλει αυτόν, εξερχόμενον εις
εκστρατείαν, να προσέχη την ζωήν του, «_ω γύναι_, είπε προς
αυτήν, _χρέος των αρχηγών είναι να φροντίζωσι περί της ζωής των
άλλων και ουχί περί της ιδικής των._»
Ακολούθως ο Γεροστάθης μας ωμίλησε και περί του θανάτου του
Σωκράτους, τον οποίον τοσούτω μάλλον πατριωτικόν εθεώρει, καθ'
όσον ο ενάρετος ούτος ανήρ δεν απέθανεν εις τον ενθουσιώδη
βρασμόν μάχης τινός, αλλ' ησύχως και εσκεμμένως εντός της φυλακής
επροτίμησε να πίη το κώνειον, παρά να βλάψη την φιλτάτην πατρίδα
του, δίδων παράδειγμα ασεβείας προς τους νόμους αυτής διά της
δραπετεύσεώς του.
Ιδού δε όσα περί αυτού διηγήθη.
Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΕΝ ΤΩ ΔΕΣΜΩΤΗΡΙΩ.
Ενώ ο Σωκράτης, καταδικασμένος εις θάνατον, επερίμενεν αταράχως
εν τω δεσμωτηρίω την ημέραν, καθ' ην επρόκειτο να πίη το
θανατηφόρον κώνειον, οι φίλοι και μαθηταί του, μη υποφέροντες να
ίδωσι τον ενάρετον διδάσκαλόν των αποθνήσκοντα αδίκως,
προητοίμασαν εν αγνοία του όλα τα μέσα της δραπετεύσεώς του, και
της εις την Θεσσαλίαν ασφαλούς διασώσεως αυτού.
Αυγήν τινα εγειρόμενος ο Σωκράτης εν τη φυλακή από τον ήσυχον
ύπνον, τον οποίον μόνον οι ενάρετοι και ευσυνείδητοι άνδρες και
κατ' αυτήν την παραμονήν του θανάτου των δύνανται να κοιμώνται,
βλέπει καθήμενον πλησίον της κλίνης του τον φίλτατον μαθητήν του
Κρίτωνα, όστις από τα χαράγματα είχεν εισέλθει εις το
δεσμωτήριον, διά να κοινοποιήση εις τον διδάσκαλόν του ότι την
επιούσαν επρόκειτο να τω δώσωσι το κώνειον, και συγχρόνως διά να
καταπείση αυτόν να φύγη εκ της φυλακής, καθόσον τα πάντα ήσαν ήδη
προς τούτο έτοιμα.
Αλλ' ο Σωκράτης, ενώ αφ' ενός ακούει με αταραξίαν την αγγελίαν
του επικειμένου θανάτου του, αποκρούει αφ' ετέρου την ιδέαν της
δραπετεύσεως και τας παρακλήσεις του Κρίτωνος.
Η ευπείθεια εις τους νόμους της πατρίδος και εις τας αποφάσεις
των δικαστηρίων ήτο, κατά τον Σωκράτην, το ιερώτερον χρέος παντός
πολίτου, αγαπώντος αληθώς την πατρίδα του· επροτίμησε λοιπόν να
μείνη εν τη φυλακή και να θυσιάση την ζωήν του, παρά να
δραπετεύση παραβιάζων ούτω τους νόμους της πατρίδος και το
καθήκον του αγαθού πολίτου.
Διά να καταπείση δε περί τούτου και τον φίλον του Κρίτωνα, όστις
επέμενεν επιθυμών την διάσωσιν του διδασκάλου του, είπε προς
αυτόν τα εξής·
«Εάν, φίλε Κρίτων, ήθελον αποφασίσει να δρεπετεύσω εκ της
φυλακής, οι _Νόμοι_ και η _Πατρίς_ ήθελον παρουσιασθή ενώπιόν μου
και ήθελον με ειπεί
« Τι κάμνεις, ω Σώκρατες; Απεφάσισας να μας καταστρέψης ; Δεν
γνωρίζεις ότι είναι αδύνατον να υπάρξη πόλις, όταν οι νόμοι της
δεν φυλάττωνται, όταν αι αποφάσεις των δικαστηρίων της δεν
εκτελώνται; Φρονείς ίσως ότι σε ηδικήσαμεν, και δι' αυτό θέλεις
να μας παραβιάσης ; Αλλ' ελησμόνησας την διδασκαλίαν σου _μη
κακόν αντί κακού_; Η Πατρίς, ω Σώκρατες, διά τον νόμων της και
διά των φροντίδων της εγέννησεν, έθρεψεν, εξεπαίδευσε και σε και
τους γονείς σου και τους προγόνους σου. Είσαι τέκνον μου, είσαι
θρέμμα μου· πώς λοιπόν τολμάς να με βλάψης; Εάν ο πατήρ σου ή ο
διδάσκαλός σου σε ραπίσωσιν, ή άλλως πως σε κακοποιήσωσιν, έχεις
ποτέ δικαίωμα να επιστρέψης κατ' αυτών το ράπισμα ή την
κακοποιίαν; Ουχί βεβαίως. _Αλλά δεν γνωρίζεις ότι η Πατρίς είναι
πολύ τιμιώτερον και σεμνότερον και αγιώτερον και από την μητέρα
και από τον πατέρα και από όλους τους προγόνους σου· ότι πρέπει
να σέβησαι και να περιποιήσαι αυτήν, καί τοι θυμωμένην και
άδικον, και ότι ευπειθώς χρεωστείς να πράττης παν ό,τι η Πατρίς
διατάττει, και να πληγωθής εις την μάχην, ή και ν' αποθάνης υπέρ
αυτής ; Δεν γνωρίζεις ότι, εάν δεν ήναι όσιον να παραβιάζη τις
τους γονείς και τας διαταγάς αυτών, πολύ ολιγώτερον όσιον είναι
να παραβιάζη τις την πατρίδα και τους νόμους αυτής ; »
— Τι ηδυνάμην, ω φίλε Κρίτων, ν' απαντήσω εις τας σοβαράς αυτάς
ερωτήσεις της πατρίδος ; επρόσθεσεν επί τέλους ο Σωκράτης. Ο δε
Κρίτων, μη έχων τι ν' απαντήση, παρεδέχθη, αν και λυπούμενος, ως
ορθήν την απόφασιν του διδασκάλου του, και έπαυσε παρακαλών αυτόν
να δραπετεύση.
Τοιουτοτρόπως δε ο φιλόπατρις Σωκράτης έπιε την επιούσαν το
κώνειον, και μετέβη εις την άλλην ζωήν μάρτυς της αρετής, της
φιλονομίας, και της φιλοπατρίας του.
Ακολούθως διηγήθη ο γέρων εκ της Ρωμαϊκής Ιστορίας το εξής
ωραιότατον παράδειγμα πολιτικής αρετής και αληθούς φιλοπατρίας.
Ο ΜΑΡΚΟΣ ΡΗΓΟΥΛΟΣ.
Περί τα 256 προ Χριστού, ότε διήρκει ο πρώτος πόλεμος μεταξύ
Ρωμαίων και Καρχηδονίων, ο Μάρκος Ρήγουλος, ων ύπατος της Ρώμης,
εξεστράτευσεν επί κεφαλής μεγάλων στρατών εις την Αφρικήν κατά
της Καρχηδόνος.
Κατ' αρχάς ενίκησεν εις διαφόρους μάχας τους εχθρούς της Ρώμης·
αλλ' ότε οι Καρχηδόνιοι έκλεξαν ως στρατηγόν των Λακεδαιμόνιόν
τινα, Ξάνθιππον καλούμενον, κατώρθωσαν και τον στρατόν του Μάρκου
να καταστρέψωσι, και αυτόν μετ' άλλων πεντακοσίων Ρωμαίων να
αιχμαλωτίσωσι.
Πέντε ολόκληρα έτη έμεινεν αιχμάλωτος ο Ρήγουλος εντός της
Καρχηδόνος. Ότε δε οι Καρχηδόνιοι, νικηθέντες υπό του Μετέλλου,
έστειλαν πρέσβεις εις την Ρώμην διά να προτείνωσιν ειρήνην και
την ανταλλαγήν των αιχμαλώτων, συναπέστειλαν και τον Ρήγουλον,
λαβόντες παρ' αυτού υπόσχεσιν ότι θέλει επανέλθει εις τα δεσμά
της αιχμαλωσίας του, αν η Ρώμη απορρίψη τας προτάσεις των.
Συναποστέλλοντες δε και τον Ρήγουλον, ήλπιζον ότι ήθελεν
υποστηρίξει τας προτάσεις των πρέσβεών των, όπως ελευθερωθή και
αυτός από τα δεινά της αιχμαλωσίας.
Αλλ' οποία η έκπληξις και των Καρχηδονίων πρέσβεων και αυτών των
Ρωμαίων, ότε, παρουσιασθείς ενώπιον της Ρωμαϊκής Γερουσίας, αντί
να υποστηρίξη τας Καρχηδονικάς προτάσεις, κατεπολέμησεν ενθέρμως
αυτάς, ως αντιβαινούσας εις τα αληθή συμφέροντα της Ρώμης,
θυσιάζων ούτως ενώπιον του ιερού έρωτος της πατρίδος του παν
ατομικόν αυτού συμφέρον.
Η Γερουσία της Ρώμης, πεισθείσα υπό των λόγων του φιλοπάτριδος
Μάρκου, απέρριψεν όλας τας προτάσεις των Καρχηδονίων, και
παρεδέχθη την εξακολούθησιν του πολέμου.
Τότε δε οι φίλοι του Ρηγούλου επροσπάθησαν να κρατήσωσιν αυτόν
εις την Ρώμην, προβλέποντες ότι, αν κατά την υπόσχεσίν του ήθελεν
επανέλθει εις την Καρχηδόνα, ο θάνατός του ήθελεν είσθαι βέβαιος.
Αλλά φιλοπατρία αληθής άνευ μεγάλης αρετής δεν δύναται να υπάρξη.
Ο δε Ρήγουλος, ων φιλόπατρις, αναγκαίως ήτο και ενάρετος, φίλος
της τιμής, και επομένως φύλαξ πιστός των υποσχέσεών του. Όθεν,
αποκρούσας τας παρακλήσεις και προτροπάς των συμπολιτών του,
επανήλθε μετά των πρέσβεων εις την Καρχηδόνα, όπου μαρτυρικός
θάνατος επεσφράγισε τον βίον του ενδόξου τούτου πολίτου της
αρχαίας Ρώμης.
Έθνη, των οποίων οι πολίται δεν είναι άξιοι ν' αποθάνωσι γενναίως
υπέρ πατρίδος, είναι έθνη χαμερπή και χαύνα, ανάξια ελευθερίας,
ανάξια ευγενούς υπάρξεως.
Η ελευθερία και η πολιτική ευδαιμονία δεν δύνανται ν' αποκτηθώσι,
και πολύ ολιγώτερον να διατηρηθώσιν, εάν έκαστος πολίτης δεν ήναι
πάντοτε ικανός και έτοιμος να θυσιασθή υπέρ πατρίδος.
Δεν είναι δε, μας είπεν ο γέρων, ούτε αδύνατον, ούτε δύσκολον να
μορφωθώσι τοιούτοι οι πολίται. Ο Σόλων εις τας Αθήνας, και ο
Λυκούργος εις την Σπάρτην μας απέδειξαν πόσον θαυματουργός είναι
η _παιδιόθεν_ έμφρων και σκόπιμος ανατροφή των πολιτών.
Διατηρήσατε λοιπόν, φίλοι μου, κατά το παράδειγμα των αρχαίων
Ελληνοπαίδων, ζωηράν και ακμαίαν την υγείαν σας διά της
εγκρατείας, της λιτότητος, και της σωφροσύνης.
Ενισχύσατε, ως εκείνοι, διά της τακτικής σωμασκίας και των κόπων
τας σωματικάς σας δυνάμεις.
Ασπάσθητε εκ νεαράς ηλικίας την φιλοτιμίαν, τα γράμματα, την
αρετήν, την σεμνότητα, και την εργασίαν.
Αγαπήσατε, ως τέκνα του χριστιανισμού, την γλυκυτάτην θρησκείαν
των γονέων σας, και εκτελείτε πάντοτε τα θεία αυτής παραγγέλματα.
Εμπνεύσθητε δε, ως οι πρόγονοί σας, υπό ευγενούς φιλοπατρίας. Και
τότε μη αμφιβάλλετε ότι θέλετε αναφανή και υμείς πολίται άξιοι
μεγάλης και ενδόξου πατρίδος.
Βεβαίως το πολυτιμότερον κτήμα του ανθρώπου μετά την τιμήν είναι
η ζωή. Όσοι λοιπόν, εκφωνούντες μετ' ενθουσιασμού
«_Θάνατος υπέρ πατρίδος είν' αθάνατος ζωή,
» Είναι, δόξα αιωνία και ηρωική τιμή,_»
θυσιάζουν την ύπαρξίν των εις τον βωμόν της πατρίδος, είναι
αναντιρρήτως τα πολυτιμότερα τέκνα αυτής· αλλ' ουχ ήττον
φιλοπάτριδες είναι και όσοι δι' αγάπην της πατρίδος υποκύπτουν
προθύμως εις άλλας θυσίας.
Ο ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΕΚΟΥΣΙΩΣ ΕΞΟΡΙΖΟΜΕΝΟΣ.
Ο Λυκούργος, ερωτήσας το μαντείον περί της νομοθεσίας του,
ευχαρίστως ήκουσε παρ' αυτού ότι οι νόμοι του ήσαν καταλληλότατοι
όπως προαγάγωσι την αρετήν και την δόξαν της Σπάρτης, αν οι
Σπαρτιάται εξακολουθήσωσι τηρούντες αυτούς.
Την απόκρισιν ταύτην του μαντείου απέστειλεν αμέσως εις την
Σπάρτην· αποχαιρετίσας δε και συγγενείς και φίλους, απεφάσισε να
μη επανέλθη ποτέ εις την φίλην πατρίδα του, φοβούμενος μη λυθή
διά της επανόδου του ο όρκος των συμπολιτών του, και καταργηθώσιν
οι νόμοι του προς βλάβην της Σπάρτης· διότι οι Σπαρτιάται είχον
ορκισθή ότι θέλουν φυλάξει αυτούς μέχρι της επιστροφής του.
Τοιαύτη ήτο η φιλοπατρία του μεγάλου τούτου ανδρός! Αν και κατά
τον Ευριπίδην _ουδέν φίλτερον της πατρώας γης, μακάριος δε όστις
ευτυχών μένει εν τη ιδία αυτού πατρίδι_, ο Λυκούργος όμως διά την
αγάπην της Σπάρτης εθυσίασε την γλυκυτάτην ταύτην μακαριότητα,
και εκουσίως υπεβλήθη εις όλας τας στερήσεις και τας πικρίας, τας
οποίας η ξενητεία καθ' ημέραν ποτίζει τους ξένους.
Διά της θυσίας του δε ταύτης οι Σπαρτιάται, διατηρήσαντες τας
σοφάς αυτού διατάξεις πεντακόσια ολόκληρα έτη, εξηκολούθησαν
ζώντες ευτυχείς και ένδοξοι. Προς ανάμνησιν δε του μεγάλου τούτου
πολίτου ανήγειραν ιερόν, εντός του οποίου κατ' έτος εθυσίαζον,
τιμώντες τον Λυκούργον ως άλλον ευεργέτην θεόν.
Ο ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΡΤΑΞΕΡΞΗΣ.
Ο Ιπποκράτης, μας είπεν ακολούθως ο Γεροστάθης, ο μέγας ιατρός
της αρχαίας Ελλάδος, εγεννήθη εις την νήσον Κω, επωνομάσθη δε
πατήρ της ιατρικής, καθώς ο Όμηρος πατήρ της ποιήσεως, και ο
Ηρόδοτος πατήρ της ιστορίας.
Διηγούνται δε ότι ο Αρταξέρξης, γνωρίζων εκ φήμης την μεγάλην
ιατρικήν ικανότητα του Έλληνος ιατρού Ιπποκράτους, προσεκάλεσεν
αυτόν εις την Ασίαν, προσφέρων πλουσιώτατα δώρα και θησαυρούς
μεγάλους. Αλλ' ο Ιπποκράτης απέβαλε και τα δώρα και τους
θησαυρούς του βασιλέως της Περσίας, και ευχαρίστως εθυσίασε το
ατομικόν του συμφέρον, προτιμήσας να τρέξη εις τας Αθήνας προς
βοήθειαν των ομοεθνών του, καταμαστιζομένων περί τας αρχάς του
Πελοποννησιακού πολέμου υπό θανατηφόρου λοιμού.
Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΤΑΓΕΙΡΑ.
Παρομοίαν ευγενή θυσίαν των ατομικών αυτού συμφερόντων χάριν της
καταστραφείσης πατρίδος του έκαμε και ο εκ Σταγείρων της
Μακεδονίας Φιλόσοφος Αριστοτέλης.
Ότε ο βασιλεύς Φίλιππος, θέλων ν' ανταμείψη αυτόν διά τους υπέρ
του Αλεξάνδρου κόπους του, ηρώτησεν αυτόν ποίον δώρον, ποίαν
χάριν επιθυμεί; «_ουδεμίαν άλλην_, απεκρίθη ο φιλόπατρις
Αριστοτέλης, _παρά την ανάστασιν της πατρίδος μου._»
Κατά το παράδειγμα δε του σοφού Αριστοτέλους, επρόσθεσεν ο
Γεροστάθης, η πρωτίστη των επιθυμιών μας, η μεγίστη των ευτυχιών
μας ας ήναι η ανάστασις, η ευδαιμονία, η δόξα της πατρίδος. Πάσα
δε άλλη επιθυμία ας ήναι δευτερεύουσα και υποτελής εις εκείνην.
ΘΥΣΙΑ ΠΑΘΩΝ.
Αλλά δεν είναι φιλοπάτριδες μόνον οι θυσιάζοντες την ζωήν ή την
περιουσίαν των ή τα συμφέροντά των εις τον βωμόν της πατρίδος.
Φιλοπάτριδες θέλετε ονομασθή, μας είπεν ο γέρων, αν θυσιάζητε και
τα πάθη σας επ' αγαθώ της πατρίδος.
Ψυχή εμπαθής και κακοήθης δεν δύναται να αισθανθή τον ιερόν της
πατρίδος έρωτα. Άνθρωποι υπό παθών κυριευόμενοι, ουχί μόνον
ανωφελείς, αλλά και ολέθριοι εις την πατρίδα αποκαθίστανται·
μόνον μετά της αρετής δύναται να συζήση η φιλοπατρία!
Εάν ο Θεμιστοκλής μετά το Μαραθώνιον τρόπαιον του Μιλτιάδου δεν
εθυσίαζε τα προς τας ηδονάς και τας διασκεδάσεις νεανικά του
πάθη, βεβαίως δεν ήθελεν αναφανή ευεργέτης της Ελλάδος. Εάν εις
την Σαλαμίνα δεν εκυρίευε τον θυμόν του, και δεν εθυσίαζε
γενναίως την κατά του Ευρυβιάδου αγανάκτησίν του, βεβαίως δεν
ήθελεν αναδειχθή σωτήρ της Ελλάδος.
Ο δε Αριστείδης, θυσιάζων ευγενώς παν αίσθημα φιλοπρωτίας και
εγωισμού, εις μεν τον Μαραθώνα εδόξασε τας Αθήνας, παραχωρήσας
την αρχηγίαν εις τον Μιλτιάδην, εις δε την Σαλαμίνα μεγάλως
συνετέλεσεν εις την σωτηρίαν της Ελλάδος, τεθείς αυθορμήτως υπό
τας διαταγάς του αντιζήλου του Θεμιστοκλέους, εις δε τας Πλαταιές
επεσφράγισε την Ελληνικήν ελευθερίαν, παραχωρήσας εις τους
Τεγεάτας την θέσιν της τιμής.
Αλλ' ο _Αλκιβιάδης_ ο Αθηναίος, κυριευόμενος υπό του πάθους της
δοξομανίας, επροκάλεσε την κατά της Σικελίας παράφρονα
εκστρατείαν, και δι' αυτής κατέστρεψε την δόξαν της πατρίδος του.
Ο δε _Παυσανίας_, υποχωρών εις τα αισχρά πάθη της φιλοχρηματίας
και φιλαρχίας, κατήντησεν αισχρός της Ελλάδος προδότης, και
απέθανεν άξιον της προδοσίας του θάνατον.
Ο δε _Άνυτος_ και _Μίλητος_ και _Λύκων_, αυτοί οι τρεις κατήγοροι
του Σωκράτους, όντες πολίται εμπαθείς, φθονεροί, και εκδικητικοί,
επροκάλεσαν την θανατικήν καταδίκην του εναρέτου ανδρός, και
εστέρησαν την πατρίδα των από το πολυτιμότερον και ωφελιμώτερον
τέκνον της.
Εάν λοιπόν τα πάθη ήναι όλως ασυμβίβαστα με την φιλοπατρίαν,
προσπαθήσατε, αγαπητοί μου φίλοι, εξ αυτής της τρυφεράς ηλικίας
σας να ελευθερωθήτε από παν ελάττωμα, από πάσαν κακήν έξιν, από
πάσαν αξιοκατάκριτον διάθεσιν, την οποίαν τυχόν ανακαλύπτετε εις
την ψυχήν σας. Τα παραμικρότερα ελαττώματα παραμελούμενα,
αυξάνουν, προχωρούν, και επί τέλους καταντώσι πάθη τρομερά και
εις την πατρίδα ολέθρια· απαράλλακτα ως τα μικρά και ήσυχα
ρυάκια, τα οποία προχωρούντα αυξάνουν και μεγαλύνονται,
μεταβαλλόμενα επί τέλους εις πλατυτάτους, ορμητικούς, και
επικινδύνους ποταμούς.
Εάν δε, ως τέκνα φιλόστοργα, αισθάνησθε από τούδε πόθον του ν'
αναφανήτε χρήσιμα και ωφέλιμα εις τους γέροντας γονείς σας, τον
αυτόν ευγενή πόθον προσπαθήσατε από τούδε να αισθάνηται η ψυχή
σας και προς την μεγάλην μητέρα, την φίλην πατρίδα σας. Και ο
Θεός τότε θέλει ευλογήσει τους αγώνας, τας σπουδάς, τους κόπους,
και τα έργα σας· ο δε ευγενής πόθος της ψυχής σας θέλει βεβαίως
εκπληρωθή.
Όστις δε αγαπά την πατρίδα του, ας ομονοή, μετά των συμπολιτών
του, ενθυμούμενος τον Αριστείδην εις την Σαλαμίνα, προσφέροντα
φιλικήν την δεξιάν του εις τον εχθρόν του Θεμιστοκλέα.
Ας μη φθονώμεν, ας μη αντιπράττωμεν ποτέ τους ικανωτέρους, τους
εμπειροτέρους, τους εμφρονεστέρους ημών· αλλά προθύμως
συντρέχοντες αυτούς, ας ωφελώμεθα και ημείς και η πατρίς υπό της
ικανότητος και της πείρας αυτών.
Τους δε κατωτέρους ας μη περιφρονώμεν, αλλά φιλικήν και
ενθαρρυντικήν χείρα ας τείνωμεν προς αυτούς.
Καθώς δε πρέπει να ήμεθα πάντοτε πρόθυμοι προς γενναίαν
αντίκρουσιν παντός εξωτερικού εχθρού της πατρίδος, τοιουτοτρόπως
οφείλομεν προθύμως να καταπολεμώμεν και πάντας τους εσωτερικούς
εχθρούς αυτής.
Οι εσωτερικοί δε ούτοι εχθροί είναι, παιδία μου, η οκνηρία, η
κακοήθεια, η πολυτέλεια, η διαφθορά, η αδικία, και το έγκλημα.
Οσάκις δε έργον τι αγαθόν και κοινωφελές προτείνεται ή εκτελείται
υπό τινος των συμπολιτών μας, ας μη ζηλεύωμεν, ας μη φθονώμεν, ας
μη αντενεργώμεν, ας μη συκοφαντώμεν· αλλ' ολοψύχως ας
υποστηρίζωμεν αυτό, και υπ' αυτού του ασπονδοτέρου εχθρού μας αν
έγινεν η πρότασις ή η πράξις. Τοιουτοτρόπως και την πρόοδον της
πατρίδος δεν εμποδίζομεν, και ημείς μετ' αυτής συνωφελούμεθα και
τιμώμεθα.
« Όταν η μήτηρ ευτυχή, όλοι συνευτυχούμεν,
» Και όταν ήναι ένδοξος, όλοι συνευδοξούμεν.
» Αλλ' όταν πέση εις αυτήν σκότος και δυστυχία,
» Φευ! άδοξα και δυστυχή είναι και τα παιδία! »