Εκεί μανθάνει ότι ταύρος άγριος, Μαραθώνιος καλούμενος, εζημίονε

και κατέστρεφε καθ' ημέραν τους κατοίκους της Αττικής. Εξέρχεται

λοιπόν προς καταδίωξιν αυτού, τον συλλαμβάνει ζώντα, και

υποχείριον τον φέρει εντός των Αθηνών· εν τω μέσω δε των

ανευφημιών του λαού θυσιάζει αυτόν εις τον Απόλλωνα.

Τότε είχον έλθει εις τας Αθήνας και οι απεσταλμένοι της Κρήτης,

διά να λάβωσι τον φόρον των επτά νέων και των επτά παρθένων. Εις

τον σκληρόν αυτόν φόρον είχε καθυποβάλει τους Αθηναίους ο Μίνως,

ο βασιλεύς της Κρήτης, διά να τιμωρήση την εις Αθήνας συμβάσαν

δολοφονίαν του υιού του Ανδρόγεω.

Οι επτά ούτοι νέοι και αι επτά παρθένοι, απαγόμενοι εις Κρήτην,

κατεκλείοντο εντός του εκεί λαβυρίνθου, όπου κατά τας μυθικάς

διηγήσεις κατετρώγοντο υπό του Μινωταύρου, κατοικούντος εντός του

λαβυρίνθου.

Τα δεκατέσσαρα αυτά θύματα προσδιωρίζοντο εις τας Αθήνας διά

κλήρου. Ότε δε ο Θησεύς είδε κατά την κλήρωσιν τα δάκρυα των

δυστυχών τέκνων, και την απελπισίαν των δυστυχεστέρων γονέων,

τόσον συνεκινήθη, ώστε αυθορμήτως εζήτησε να λάβη την θέσιν ενός

των κληρωθέντων, επ' ελπίδι ότι ήθελε κατορθώσει να φονεύση εντός

του λαβυρίνθου τον Μινώταυρον, και ούτω να ελευθερώση τους

συμπολίτας του από τον πικρότατον αυτόν φόρον.

Άπαντες οι Αθηναίοι εθαύμασαν και ηγάπησαν τον νέον Θησέα διά την

γενναίαν αυτήν πρότασίν του· ο δε Αιγεύς, ότε είδε τον υιόν του

σταθερόν εις την επικίνδυνον αλλά φιλάνθρωπον απόφασίν του,

ευχηθείς εις αυτόν επιτυχίαν, τον παρήγγειλεν, αν επανέλθη ζων εκ

της Κρήτης, αντί του μαύρου πανίου, το οποίον είχε πάντοτε το

πλοίον το φέρον τα θύματα, να υψώση πανίον λευκόν, ως σημείον της

σωτηρίας των.

Ο Θησεύς, φθάσας εις Κρήτην, εφόνευσεν ευτυχώς τον Μινώταυρον,

και επανήλθε σώος εις τας Αθήνας μετά των διασωθέντων και

ευγνωμονούντων συντρόφων του. Αλλ' εν τω μέσω της χαράς των

λησμονούν να υψώσωσι το λευκόν αντί του μαύρου πανίου. Ιδών δε

τούτο μακρόθεν ο Αιγεύς, και νομίσας ότι ο υιός του εχάθη, έπεσε

και επνίγη εις την θάλασσαν, ήτις έκτοτε ωνομάσθη _Αιγαίον

Πέλαγος_.

Τον Θησέα και ζώντα και μετά θάνατον ετίμησαν οι Αθηναίοι και

πάντες οι Έλληνες, κατατάξαντες αυτόν μεταξύ των μεγάλων ηρώων

της αρχαίας Ελλάδος.

Ο Κίμων μετά πολλούς χρόνους μετέφερεν εις τας Αθήνας από την

νήσον Σκύρον, όπου ο Θησεύς είχεν αποθάνει, τα οστά και τα όπλα

του.

Οι δε Αθηναίοι μετά λαμπράς πομπής υπεδέχθησαν και έθαψαν αυτά,

καθιερώσαντες και θυσίας και εορτάς προς τιμήν του Θησέως· προς

διαιώνισιν δε της μνήμης του ενδόξου αυτού ήρωος, του ευεργέτου

και βασιλέως των, ανήγειραν εις τας Αθήνας και το μέχρι τούδε

σωζόμενον _Θησείον_.

— Εύγε, είπεν ο Γεροστάθης, προς τον Γεώργιον, δικαίως

εβραβεύθη η σύνθεσίς σου.

Ο Γεώργιος ερυθριάσας απεκρίθη με την συνήθη του ειλικρίνειαν και

μετριοφροσύνην ότι η σύνθεσις, την οποίαν ανέγνωσε, δεν ήτο οποία

αυτός κατά πρώτον την έγραψεν, αλλ' οποία διωρθώθη υπό του

διδασκάλου.

Ο Γεροστάθης έλαβε τότε ανά χείρας την σύνθεσιν του Γεωργίου, διά

να ίδη τας διορθώσεις, αφού δε την διέτρεξε μας είπε·

— Σκληρός τω όντι και αποτρόπαιος ήτο ο φόρος των επτά νέων και

των επτά νεανίδων, τον οποίον επροκάλεσεν η εν Αθήναις συμβάσα

δολοφονία του Ανδρόγεω. Η εγκληματική αρπαγή της Ελένης από του

Πάριδος κατέστρεψε την Τρωάδα, και η εγκληματική δολοφονία του

Ανδρόγεω κατήσχυνε τας Αθήνας, κατεπίκρανε τόσους γονείς,

κατέστρεψε τόσους νέους και τόσας νεανίδας των Αθηνών. Μακράν,

μακράν, παιδία μου, από τας αδικίας και τα εγκλήματα, διότι αι

συνέπειαί των είναι τρομεραί, είναι ακαταλόγιστοι.

— Αλλά ποία ήτο η αιτία, μας ηρώτησεν ο γέρων, διά την οποίαν ο

Θησεύς και ζων και μετά θάνατον ηγαπήθη και εδοξάσθη υπό των

Αθηναίων και όλων των Ελλήνων;

— Η μεγάλη ανδρία του, απήντησεν αμέσως είς εξ ημών, ενώ οι

άλλοι εσυλλογιζόμεθα οποίαν απάντησιν να δώσωμεν.

— Και νομίζεις, φίλε, επρόσθεσεν ο γέρων, ότι δύναταί ποτε μόνη

η σωματική ανδρία, όσον μεγάλη και αν ήναι, να επισύρη αγάπην,

τιμήν, και δόξαν αληθή;

Η σωματική ανδρία είναι, καθώς και ο πλούτος, μέσον, διά του

οποίου εκτελούνται μεγάλα έργα, μεγάλαι ευεργεσίαι· αλλ' οσάκις

έχων τις τα μέσα ταύτα δεν μεταχειρίζηται αυτά πρεπόντως, ουχί

μόνον δεν αγαπάται και δεν τιμάται, αλλά και βδελυκτός πολλάκις

αποκαθίσταται.

Ο Θησεύς λοιπόν ηγαπήθη και ετιμήθη ουχί διά την ανδρίαν του,

αλλά διά την _φιλανθρωπικήν του διάθεσιν_, ήτις, μεταχειρισθείσα

την ανδρίαν του επ' αγαθώ των συμπατριωτών του, και από τα θηρία

και από τους ληστάς και από τον αισχρόν φόρον του Μινωταύρου

γενναίως ηλευθέρωσεν αυτούς.

Καθώς δε το παράδειγμα του Ηρακλέους ανέδειξε τον Θησέα ήρωα και

ευεργέτην των συμπολιτών του· καθώς το Μαραθώνιον τρόπαιον του

Μιλτιάδου ανέδειξεν επίσης ένδοξον εις την Σαλαμίνα τον φιλότιμον

Θεμιστοκλέα· καθώς οι Ομηρικοί έπαινοι του ανδρείου Αχιλλέως

ανέδειξαν μέγαν τον Αλέξανδρον της Μακεδονίας· καθώς τα ένδοξα

στρατηγικά έργα του μεγάλου Αλεξάνδρου εφιλοτίμησαν και μέγαν

στρατηγόν της Ρώμης ανέδειξαν τον Ιούλιον Καίσαρα· τοιουτοτρόπως

τα λαμπρά παραδείγματα των προγόνων μας ας ανάπτωσι και εις τας

ψυχάς ημών τους σπινθήρας της Ελληνικής φιλοτιμίας, όπως και

ημείς, ως εκείνοι, προθύμως ευεργετώμεν τους συμπολίτας και την

πατρίδα διά της ανδρίας, διά της αρετής, διά της παιδείας, διά

των χρημάτων, διά των κόπων, και ιδίως διά του καλού

παραδείγματος, το οποίον πας αγαθός πολίτης οφείλει και εις τους

συγχρόνους και εις τους μεταγενεστέρους αυτού.

Ο Κίμων, ο Σωκράτης, ο Επαμεινώνδας, ο Πελοπίδας, ο μέγας

Αλέξανδρος διά των φιλανθρωπικών αισθημάτων, διά της ευεργετικής

ελευθεριότητός των, διά των αξιεπαίνων αγώνων των ωφέλησαν τους

φίλους, τους συμπολίτας, και την πατρίδα των, και δι' αυτό

εδοξάσθησαν και απηθανατίσθησαν.

Διά της _φιλανθρωπίας_ ηθέλησεν ιδίως να διακριθή και ο μέγας

πολίτης των Αθηνών, ο ένδοξος Περικλής, περί του οποίου ο

Γεροστάθης διηγήθη τα εξής.

ΤΟ ΑΛΗΘΕΣ ΠΡΟΤΕΡΗΜΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ.

Ο Περικλής, ο ικανώτερος πολιτικός ανήρ των αρχαίων Αθηνών,

ανετράφη υπό του Ζήνωνος του Ελεάτου, φιλοσόφου φιλοπάτριδος, και

υπό του σοφού Αναξαγόρου, τον οποίον διά την μεγίστην σύνεσίν του

_Νουν_ επωνόμασαν οι Έλληνες. |

Τεσσαράκοντα ολόκληρα έτη κατώρθωσεν ο Περικλής διά της πολιτικής

φρονήσεως και ικανότητός του να διευθύνη τα δημόσια πράγματα της

πατρίδος του, διασώζων τοιουτοτρόπως αυτήν από την καταστροφήν,

εις την οποίαν ανηλεώς ωθείτο υπό των διεφθαρμένων και εμπαθών

δημοκόπων.

Αλλ' ο Περικλής και ως στρατηγός πολλάκις ωδήγησε τους συμπολίτας

του εις διαφόρους μάχας, και πολλάκις νικηφόρος επανήλθεν εις τας

Αθήνας, εννέα τρόπαια στήσας κατά των εχθρών της πατρίδος του.

Αλλ' ούτε εις την πολιτικήν και στρατηγικήν ικανότητά του, ούτε

εις τας νίκας και τα πολλά τρόπαιά του επαίρετο ο έμφρων

Περικλής. Προτέρημα μεγαλήτερον όλων αυτών εθεώρει την

φιλανθρωπίαν της ψυχής του, την προς τους συμπολίτας αγάπην του,

την και προς αυτούς τους εχθρούς του ημερότητα και επιείκειάν

του.

Ότε ήρχισεν ο δυστυχής εμφύλιος Πελοποννησιακός πόλεμος, λοιμός

θανατηφόρος ενέσκηψεν εις τας Αθήνας. Ίσως διά του λοιμού τούτου

ηθέλησεν ο θεός της ειρήνης και της ομονοίας να τιμωρήση την

αδελφικήν εκείνην αλληλοσφαγίαν των Ελλήνων.

Προσβληθείς τότε και ο Περικλής έκειτο κλινήρης και έπνεε τα

λοίσθια· οι δε φίλοι του, παρακαθήμενοι εις την κλίνην του, και

νομίζοντες αυτόν αναισθητούντα, αριθμούντες τας εκστρατείας και

τα τρόπαιά του, συνελυπούντο και εαυτούς και την πατρίδα διά την

στέρησιν τοιούτου ανδρός.

Αλλ' αυτός, ακούσας εντός του βύθους του τα παρά των φίλων του

λεγόμενα, τοις είπεν — _Αι νίκαι και τα τρόπαια είναι πολλάκις

δώρα της τύχης· ουδείς Αθηναίος εφόρεσέ ποτε εξ αιτίας μου μαύρον

ιμάτιον. Ιδού το μόνον αληθές προτέρημά μου!_

Την προς τους συμπολίτας του αγάπην εθεώρει λοιπόν ο Περικλής ως

την μεγίστην των αρετών, και διά των τελευταίων του λόγων, ως διά

διαθήκης, αυτήν εσύστησεν εις τους συγχρόνους και μεταγενεστέρους

αυτού.

Αν και ο Περικλής είχεν εις τας Αθήνας δύναμιν ανωτέραν πολλών

βασιλέων, αν και διεχειρίσθη μεγάλας χρηματικάς ποσότητας διά τε

τας εκστρατείας και τας δημοσίους οικοδομάς της πόλεως, τόσον

τίμιος όμως ανεφάνη, ώστε _ούτε μίαν δραχμήν_, ως βεβαιοί ο

Πλούταρχος, _κατεδέχθη ποτέ να προσθέση εκ του δημοσίου εις την

ιδίαν αυτού περιουσίαν_. Απ' εναντίας ζων μετ' οικονομίας και

αποστρεφόμενος την σπατάλην και την πολυτέλειαν, προθύμως

περιέθαλπεν εξ ιδίων τους πτωχούς αυτού συμπολίτας.

Επιθυμών δε διά της εργασίας να ωφελήση τους συμπολίτας του, και

συγχρόνως να προαγάγη τας κοινάς και τας ωραίας τέχνας,

επεχείρησε και ανήγειρεν εις τας Αθήνας διά των αρίστων

καλλιτεχνών της εποχής του τα αμίμητα έργα του Παρθενώνος, των

Προπυλαίων και του Ωδείου, συστήσας εις το μεγαλοπρεπές αυτό

θέατρον και αγώνας Μουσικής.

Είναι ομολογούμενον ότι η Ζωγραφία, η Γλυπτική, η Αρχιτεκτονική,

η Ποίησις, και η Μουσική, οσάκις διά του αισθήματος του αληθώς

ωραίου και καλού κρούωσι τας υψηλάς και ευγενείς χορδάς της

ψυχής, ανυψόνουν το φρόνημα, εξευγενίζουν την καρδίαν, και

πολιτίζουν τα έθνη. Αλλ' οσάκις αι ωραίαι αύται τέχναι,

λησμονούσαι την ευγενή αποστολήν, την οποίαν προς ηθοποίησιν και

ανύψωσιν των εθνών έχουν, περιορίζωνται εις το να καθηδύνωσι τα

αισθητήρια μόνον, και να υποθάλπωσι την φιληδονίαν και τα αισχρά

πάθη, αντί ωραίων δυσειδείς αποκαθίστανται.

Όταν ο θρησκευτικός ύμνος και το ηρωικόν άσμα μεταβάλλονται εις

βακχικάς ή ερωτικάς ωδάς, η δε υψηλή τραγωδία και ηθοποιός

κωμωδία εις κακοήθη δράματα, εις φθοροποιά μυθιστορήματα και εις

θηλυπρεπή μελοδράματα· όταν το σεμνόν άγαλμα της παρθένου Αθηνάς

αντικαθίσταται υπό τινος ασέμνου Αφροδίτης, η δε εικών του

ακολάστου Πάριδος αντικαθιστά τας εικόνας του Μιλτιάδου και του

Λεωνίδου, τότε βεβαίως και τα φρονήματα εκφαυλίζονται, και αι

καρδίαι αποχαυνούνται, και τα ήθη φθείρονται, και τα έθνη

παρακμάζουν, παραλύουν, και καταπίπτουν.

Αλλ' ο έμφρων Περικλής διά του σεμνού και μεγαλοπρεπούς αγάλματος

της Αθηνάς, διά του σεβαστού Παρθενώνος, και διά των επί των

μετώπων αυτού αμιμήτων _θρησκευτικών_ και _ηρωικών_ αναγλύφων του

Φειδίου, ηθέλησε και των συγχρόνων του το φρόνημα και το αίσθημα

προς τον Θεόν και την Πατρίδα ν' ανυψώση, και των μεταγενεστέρων

το σέβας και την αγάπην προς τον Ελληνισμόν να διαιωνίση.

Ο Περικλής προσέτι εθαυμάσθη και διά την έξοχον αυτού ευγλωττίαν.

Εκφωνών ποτε επιτάφιον λόγον προς έπαινον των υπέρ πατρίδος

πεσόντων, ωνόμασεν αυτούς _αθανάτους_, ως τους θεούς, διότι,

πεσόντες επ' αγαθώ της πατρίδος, κατέστησαν άξιοι να τιμώνται ως

οι ευεργετούντες την ανθρωπότητα αθάνατοι θεοί.

Ενώ δε ο Γεροστάθης ετελείονε τα ανωτέρω περί Περικλέους, εισήλθε

προς επίσκεψίν του ο ιερεύς της κωμοπόλεως, τον οποίον με σέβας

και με φιλοφροσύνην υπεδέχθη ο γέρων· άπαντες δε επροσηκώθημεν

αμέσως προς χαιρετισμόν του αγαθού διδασκάλου μας.

Ο ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ ΤΗΣ ΚΩΜΟΠΟΛΕΩΣ.

Ήτο ο ιερεύς ούτος ανήρ αγαθός, ενάρετος, σεβάσμιος, και κατά

πάντα άξιος της εκλογής του Γεροστάθου, όστις ως εφημέριον και

συγχρόνως ως διδάσκαλον είχε προσκαλέσει αυτόν εις την κωμόπολιν.

Ήτο πάντοτε καθαρός και κόσμιος κατά τε το σώμα και τα ενδύματα,

γλυκύς και ευπροσήγορος, μετριόφρων και ταπεινός, ολιγαρκής και

λιτότατος, φιλάνθρωπος και αφιλοχρήματος, ελεήμων και

ευεργετικός, παρήγορος των δυστυχούντων, συνδιαλλακτής των

διχονοούντων, σύμβουλος δε και οδηγός παντός παρεκτρεπομένου από

την οδόν, την οποίαν επί της γης μας εχάραξεν ο θεάνθρωπος

Ιησούς· εν ενί λόγω συνησθάνετο πληρέστατα την θείαν και υψηλήν

αποστολήν, την οποίαν πας ιερεύς του Υψίστου εν τω μέσω του

λογικού ποιμνίου του έχει.

Καθ' εκάστην Κυριακήν απήγγελλεν εις την Εκκλησίαν συντόμους,

καθαρούς, και γλυκυτάτους λόγους, δι' ων ανέπτυσσε και εσύσταινε

τας ωραιότητας των χριστιανικών αρετών, εκθέτων συγχρόνως και τας

ασχημίας των αντιθέτων κακιών. Επροσπάθει δε πάντοτε να ενσπείρη

εντός του πρακτικού βίου τας θείας αρχάς του χριστιανισμού, όπως

οι ακροαταί του διάγωσι χριστιανικώς και εν τω μέσω των

καθημερινών ασχολιών του βίου των.

Και εις το σχολείον δε διά των παραδόσεων του υπέρ της ηθικής

βελτιώσεως ημών ηγωνίζετο, προσπαθών να εγχαράξη τας θείας

εντολάς και την χριστιανικήν ηθικήν εις τας νεανικάς ημών

καρδίας.

Αλλ' ούτε διά των διδαχών του, ούτε διά των παραδόσεών του ωφέλει

τόσον, όσον διά του καλού παραδείγματός του· διότι, προσελκύων

διά της αμέμπτου και ευεργετικής διαγωγής του το σέβας και την

αγάπην μικρών τε και μεγάλων, εδείκνυεν ούτω και διευκόλυνεν εις

πάντας την οδόν του χριστιανικού βίου.

Ευτυχείς αι κοινωνίαι, εις τας οποίας οι άρχοντες, οι γονείς, οι

ιερείς, οι διδάσκαλοι, οι συγγραφείς, οι ποιηταί, οι καλλιτέχναι

και τα θέατρα δεν παρουσιάζουν ειμή υποδείγματα αρετής και

φρονήσεως!

Αφού δε ο σεβάσμιος ούτος εφημέριος εκάθησεν, ερώτησε τον

Γεροστάθην περί τίνος ήτο ο λόγος.

— Διηγούμην εις τους μικρούς μου φίλους, τω απεκρίθη ο γέρων,

του Περικλέους τας ευεργετικάς πράξεις.

Ο δε ιερεύς επρόσθεσε τα εξής

Η ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ ΑΓΑΠΗ.

Πόσον τω όντι ευτυχέστεροι των άλλων χριστιανών είμεθα ημείς οι

Έλληνες, έχοντες _διπλούν κέντρον_ προς την ηθικήν ημών

βελτίωσιν, τας αρετάς των προγόνων αφ' ενός, και τας θείας

διδασκαλίας του Ιησού αφ' ετέρου.

Πώς να μη γίνωμεν φιλάνθρωποι και ευεργετικοί, εάν αληθώς είμεθα

και Έλληνες και Χριστιανοί;

Οι ένδοξοι πρόγονοί μας, Περικλής, Κίμων, Σωκράτης, Επαμεινώνδας,

την αγαθοποιίαν μας διδάσκουν. Ο δε φιλάνθρωπος Ιησούς και διά

των πράξεών του και διά των θείων του λόγων την _αγάπην του

πλησίον_ κυρίως μας παραγγέλλει, ως τον μέγαν και θείον νόμον, εκ

του οποίου πηγάζουν όλα τα λοιπά χριστιανικά καθήκοντα και

αρεταί· διότι ο αγαπών αληθώς τον πλησίον του αναφαίνεται και

ευπροσήγορος, και αγαθός, και δίκαιος, και ελεήμων, και

ευεργετικός, και φιλόπατρις.

«_Πάντες υμείς αδελφοί εστέ. — Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως

σεαυτόν,_» μας λέγει ο Ιησούς εις το ιερόν Ευαγγέλιον. Ότε δε

επλησίαζε να θυσιασθή επί του σταυρού διά την αγάπην και σωτηρίαν

μας, την αυτήν παραγγελίαν, ως τελευταίαν διαθήκην του,

επανέλαβεν, ειπών εις τους μαθητάς του «_Ταύτα εντέλλομαι υμίν

ίνα αγαπάτε αλλήλους._»

Αλλ' η αγάπη του πλησίον δεν συνίσταται μόνον εις το «_ο συ

μισείς, ετέρω μη ποιήσης_» δηλαδή εις το να μη πράττωμεν προς

τους άλλους ό,τι δεν θέλομεν οι άλλοι να πράττωσι προς ημάς· διά

να ήναι πλήρης και αληθής η προς τον πλησίον αγάπη, απαιτείται

προσέτι και να πράττωμεν προς τους άλλους παν ό,τι θέλομεν να

πράττωσιν οι άλλοι προς ημάς. «_Καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι

άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς_» είπεν ο Ιησούς.

Δεν αρκούν λοιπόν αι αρνητικαί αρεταί διά να μας καταστήσωσιν

αληθείς χριστιανούς. Δεν αρκεί η αποχή από την αδικίαν, την

ψευδολογίαν, την απάτην, και τας λοιπάς κακίας· απαιτείται δι'

_έργων θετικών_ να δεικνύωμεν την προς τον πλησίον αγάπην. «_Ο

ποιών το θέλημα του πατρός μου_, είπεν ο Ιησούς, εισελεύσεται εν

τη βασιλεία των ουρανών. — _Αδελφοί μου δε εισίν_ οι το θέλημα

του Θεού ακούοντες και ποιούντες » ουχί δε οι ακούοντες και μη

ποιούντες, ή οι διδάσκοντες και μη εκτελούντες.

Έργα λοιπόν καλά προς τον πλησίον απαιτεί παρ' ημών ο Ιησούς και

ουχί νεκράν αγάπην. Και διά τούτο λέγει ότι « Παν δένδρον, το

οποίον δεν κάμνει καλούς καρπούς, εκκόπτεται και εις το πυρ

ρίπτεται·» διά τούτο δε αποστέλλων και τους Αποστόλους του εις

τον κόσμον _αγαθοποιίας_ παρήγγειλεν αυτούς.

Ο Γεροστάθης μετά πολλής ευχαριστήσεως ηκροάζετο τον ιερέα. Ότε

δε ο ιερεύς ετελείωσεν, είπε τα εξής.

Η προς τον πλησίον αγάπη και αγαθοποιία ουχί μόνον τον Θεόν

ευαρεστεί και τον ευεργετούμενον ευφραίνει, αλλά και αυτόν τον

ευεργετούντα καθηδύνει.

Πολλάκις δε η ευγενής ηδονή, την οποίαν η ευεργεσία προξενεί εις

την ψυχήν του ευεργετούντος, είναι τόσον μεγάλη, ώστε χάριν αυτής

και χρήματα θυσιάζει, και αυτήν την ύπαρξίν του προθύμως

διακινδυνεύει επ' αγαθώ του πλησίον του. Διηγήθη δε τότε ο γέρων

το εξής ανέκδοτον.

Ο ΧΩΡΙΚΟΣ, Ο ΕΠΟΝΟΜΑΣΘΕΙΣ ΣΩΤΗΡ.

Επλημμύρησέ ποτε ο ποταμός της Ιταλίας Αδίγης, και διά του

ορμητικού ρεύματός του κατεκρήμνισε τας δύο άκρας της γεφύρας της

πόλεως Βερόνης, κειμένης εις τας όχθας του ποταμού τούτου. Έμενε

δε εν τω μέσω του ποταμού σαλευόμενος ο μέσος θόλος της γεφύρας,

επί του οποίου έκειτο μικρά καλύβη, κατοικουμένη υπό πτωχής

οικογενείας.

Απομονωθείσα ούτως εν τω μέσω του ποταμού η δυστυχής οικογένεια,

επερίμενεν από στιγμής εις στιγμήν αγωνιώσα την κατακρήμνισιν του

θόλου, και επομένως τον όλεθρόν της· όθεν διά κραυγών, οδυρμών,

και απελπιστικών κινημάτων επεκαλείτο βοήθειαν εκ της όχθης.

Πολλοί κάτοικοι της Βερόνης, συναθροισθέντες εις τας όχθας του

ποταμού, έβλεπον περίλυποι την δεινήν αυτήν θέσιν της

οικογενείας. Αλλ' ουδείς ετόλμα να έμβη εις πλοιάριον, και να

τρέξη προς σωτηρίαν των κινδυνευόντων. Η ορμή και τα κύματα του

ποταμού ήσαν τρομερά, και μέγας ο κίνδυνος του πλοιαρίου, το

οποίον ήθελε τολμήσει να πλησιάση τον ήδη κλονιζόμενον και

κινδυνεύοντα θόλον.

Εις μάτην πλούσιος κάτοικος της Βερόνης επροκήρυξεν αμέσως

βραβείον εκατόν φλωρίων εις όντινα ήθελε σώσει την κινδυνεύουσαν

οικογένειαν.

Ούτε το βραβείον αυτό, αλλ' ούτε ο ολονέν αυξάνων κίνδυνος

παρεκίνησάν τινα των περιεστώτων να διακινδυνεύση την ζωήν του

προς διάσωσιν των πτωχών εκείνων.

Αλλ' οι γενναίοι και ευεργετικοί άνδρες, επρόσθεσεν ο Γεροστάθης,

αν και σπάνιοι, ποτέ όμως δεν έλειψαν από την γην· ο πανάγαθος

Θεός τους αποστέλλει εν τω μέσω ημών, όπως μας υπενθυμίζωσι την

θείαν φιλανθρωπίαν του· και δι' αυτών, ως διά φωτεινών λύχνων,

μας οδηγεί εις την οδόν της αγαθοποιίας και της αυταπαρνήσεως.

Χωρικός τις έτυχε διαβαίνων εκείθεν· ιδών δε τον κόσμον

συνηθροισμένον, ερώτησε την αιτίαν της συρροής ταύτης· ότε δε τω

έδειξαν τον κίνδυνον της οικογενείας, και τω είπον το τεθέν υπέρ

της σωτηρίας αυτής βραβείον, πηδά αμέσως εντός πλοιαρίου,

λαμβάνων δε τα κωπία εις τας στιβαράς του χείρας, αρχίζει ν'

αντικρούη τα ορμητικά του ρεύματος κύματα, προσπαθών μετά μεγάλου

αγώνος και κόπου να πλησιάση τον σαλευόμενον θόλον.

Οι θεαταί εν τούτοις εταλάνιζον τον δυστυχή χωρικόν, όστις δι'

εκατόν φλωρία, ως έλεγον, απεφάσισε να διακινδυνεύση την ζωήν

του.

Αλλ' ο γενναίος χωρικός μετά πολύν αγώνα και κίνδυνον κατορθόνει

να παραλάβη εντός του πλοιαρίου την οικογένειαν, και σώαν ν'

αποβιβάση αυτήν εις την όχθην εν τω μέσω της γενικής χαράς των

περιεστώτων.

Πάντες θαυμάζουν και συγχαίρουν τότε τον φιλάνθρωπον χωρικόν· ο

δε προτείνας το βραβείον των εκατόν φλωρίων προθύμως προσφέρει

αυτά εις τον σωτήρα της δυστυχούς οικογενείας· αλλ' αυτός — Δεν

πωλώ, λέγει, κύριε, την ζωήν μου διά χρήματα· είμαι χριστιανός,

και ως τοιούτος εξεπλήρωσα το χριστιανικόν καθήκον της προς τον

πλησίον αγάπης. Αρκετή αμοιβή μοι είναι η ευχαρίστησις, την

οποίαν η πράξις μου μοι επροξένησεν. Είμαι μεν πτωχός, αλλά διά

των κόπων και της εργασίας μου εξοικονομώ τας ανάγκας μου. Δος

λοιπόν, παρακαλώ, τα εκατόν φλωρία σου εις αυτήν την πτωχήν

οικογένειαν, ήτις έχει μεγαλητέραν ανάγκην αυτών.

Τα φλωρία εδόθησαν αμέσως εις την πτωχήν οικογένειαν· ο χωρικός

επωνομάσθη έκτοτε _Σωτήρ_, αι δε ευχαί και ευλογίαι της

ευγνωμονούσης οικογενείας συνώδευσαν αυτόν καθ' όλην την

διάρκειαν του βίου του.

Πάντες εθαυμάσαμεν και ηγαπήσαμεν τον Σωτήρα, και πάντες

ηυχήθημεν εις ομοίαν περίστασιν να μιμηθώμεν το ωραίον παράδειγμα

της φιλανθρωπίας, της αυταπαρνήσεως, και της αφιλοχρηματίας

αυτού.

Αλλ' ο μη ευεργετών τον πλησίον του, επρόσθεσεν ο αγαθός γέρων,

ουχί μόνον την γλυκυτάτην ηδονήν της ευεργεσίας στερείται, αλλά

πολλάκις βλάπτει και τον ίδιον εαυτόν του, καθώς μας διδάσκει ο

μύθος του Αισώπου περί του σκληροκαρδίου ίππου, όστις, μη θελήσας

να λάβη εγκαίρως μέρος του φορτίου του συνοδοιπόρου του όνου,

όπως ελαφρώση αυτόν, επροκάλεσε τον θάνατον του όνου, και τότε

ηναγκάσθη παρά του κυρίου των να λάβη, ουχί μόνον ολόκληρον το

βαρύ φορτίον, του όνου, αλλά και το δέρμα αυτού.

Οσάκις λοιπόν δύνασθε να συνδράμητε, να παρηγορήσητε, να

ευεργετήσητέ τινα μη το αμελείτε, διά να μη μετανοήσητε, ως

μετενόησεν ο σκληροκάρδιος ίππος. Έστε δε βέβαιοι ότι, βοηθούντες

τους πάσχοντας, βοηθείτε υμάς αυτούς. Ακούσατε το ακόλουθον

ανέκδοτον, το οποίον μοι διηγήθησαν ότε διέτριβον εις την Μόσχαν.

Ο ΧΩΡΙΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΙΒΑΝ.

Πτωχός, αλλ' αγαθός οικογενειάρχης Ρώσσος, εκατοίκει μικράν

καλύβην χωρίου τινός πλησίον της Μόσχας.

Ενώ δε εσπέραν τινά κατεγίνετο περιποιούμενος την πάσχουσαν

σύζυγόν του και τα έξ μικρά τέκνα του, ακούει κτύπους εις την

θύραν της καλύβης του. Ανοίγει αμέσως· άνθρωπος δε άγνωστος και

πενιχρά ενδεδυμένος παρουσιάζεται ζητών φιλοξενίαν.

— Εις κακήν ώραν ήλθες, φίλε, τω απαντά ο πτωχός χωρικός· η

σύζυγός μου πάσχει βαρέως, η δε καλύβη μου δεν έχει παρά δύο

δωμάτια· εις το έν κοίτεται η σύζυγός μου, το δε άλλο κατέχεται

από τα έξ παιδία μου. Είσελθε όμως, και θέλω προσπαθήσει να σε

εξοικονομήσω. Ο μακαρίτης πατήρ μου μ' έλεγε πάντοτε «_κάμνε

καλόν, και ο Θεός μετά σου_. »

Ο χωρικός ωδήγησε τότε τον ξένον του εις το δωμάτιον, όπου

ητοιμάζοντο να κοιμηθώσι τα τέκνα του· τον παρεκάλεσε δε να

περιμείνη μίαν στιγμήν, και αμέσως έτρεξε να ίδη, πώς είναι η

πάσχουσα σύζυγός του· μετ' ολίγον δε επανήλθε φέρων προς τον

ξένον άρτον και λάχανα ξυνά, μη έχων καλλιτέραν τροφήν να τω

προσφέρη.

Ενώ δε ο ξένος εδείπνει, ο χωρικός έβαλε τα τέκνα του να

προσευχηθώσι, και ακολούθως να κοιμηθώσι πλησιέστερα παρά το

σύνηθες, όπως οικονομήση τόπον και διά τον ξένον του· δείξας δε

προς αυτόν την οποίαν τω ητοίμασε κλίνην, έτρεξε πάλιν προς την

ασθενή σύζυγόν του.

Ο δε ξένος έπεσεν επί της κλίνης, διαλογιζόμενος την προς αυτόν

φιλοφροσύνην του πτωχού οικοδεσπότου, την προς τα τέκνα του

τρυφερότητά του, την ανησυχίαν του διά την πάσχουσαν σύζυγόν του,

την καθαριότητα και τάξιν της πτωχής καλύβης, και τον ήσυχον

ύπνον των έξ πλησίον του αθώων παιδίων.

Εγερθείς δε την αυγήν και ετοιμαζόμενος ν' αναχωρήση, βλέπει

εισερχόμενον τον χωρικόν, κρατούντα βρέφος νεογέννητον, και

λέγοντα προς αυτόν — ιδού, φίλε, νέος υιός, τον οποίον ο Θεός

μοι απέστειλε κατά την νύκτα ταύτην· ευχήθητι υπέρ της ζωής και

της ευτυχίας αυτού.

Ο ξένος, λαβών το βρέφος εις τας χείρας και παρατηρήσας αυτό,

εβεβαίωσε τον πατέρα μετά προφητικής πεποιθήσεως, ότι το

νεογέννητον εντός ολίγου θέλει φέρει ευδαιμονίαν εις την

οικογένειαν. Αναχωρών δε εξέφρασε την ευγνωμοσύνην του προς τον

χωρικόν, και προς αμοιβήν τω υπεσχέθη ότι θέλει τω προμηθεύσει

ανάδοχον.

Αλλά την επιούσαν ο χωρικός, λησμονήσας και τον ξένον, και τας

προφητείας, και τας υποσχέσεις του, ητοιμάζετο να μεταβή εις τον

ναόν του χωρίου, όπως βαπτίση το βρέφος του.

Εξαίφνης όμως η Αυτοκρατορική φρουρά παρουσιάζεται ενώπιον της

καλύβης, και μετ' ολίγον ο Αυτοκράτωρ Ιβάν μετά λαμπράς συνοδείας

εμφανίζεται, ζητών παρά του εκπεπληγμένου χωρικού το βρέφος διά

να βαπτίση αυτό.

— Εγώ είμαι, φίλε, λέγει ο Αυτοκράτωρ προς τον χωρικόν, ο

χθεσινός σου ξένος. Σε υπεσχέθην ανάδοχον, και ιδού εκπληρώ την

υπόσχεσίν μου.

— Όπως γνωρίσω τα αισθήματα των κατοίκων του χωρίου τούτου,

πολλών θύρας έκρουσα ζητών τροφήν και άσυλον, αλλά συ μόνος

εξεπλήρωσας το χριστιανικόν χρέος της προς τον πλησίον αγάπης·

όθεν ανταποδίδων σήμερον την αρετήν σου, εκπληρώ το πλέον

ευάρεστον των ηγεμονικών καθηκόντων μου. Το νεογέννητον τέκνον

σου θέλω βαπτίσει και θέλω αναθρέψει δι' εξόδων μου, και αν, ως

ελπίζω, αναδειχθή άξιος και τίμιος νέος, θέλω τον προβιβάσει εις

τα ανώτερα αξιώματα της αυλής μου. Συ δε θέλεις έχει και οικίαν

ευρυχωροτέραν, και κτήματα και ποίμνια, όπως ευκολώτερον εξασκής

τα φιλάνθρωπα αισθήματα της καλής σου καρδίας. Τοιουτοτρόπως,

επρόσθεσεν ο Αυτοκράτωρ χαμογελών, πραγματοποιείται η χθεσινή μου

προφητεία.

Φαντάσθητε την χαράν και την έκπληξιν του πτωχού χωρικού, όστις

βεβαίως ενόμιζεν ότι ωνειρεύετο. Αλλά το γλυκύ όνειρόν του

προσεχώς επραγματοποιήθη πληρέστατα, διότι και ο υιός του

εβαπτίσθη υπό του Αυτοκράτορος, και κτήματα και ποίμνια πολλά,

και κατοικίαν ευρύχωρον απέκτησε.

Τοιουτοτρόπως και η προς τον πλησίον αγάπη του χωρικού

πλουσιοπάροχον αμοιβήν έλαβε, και προς τους σκληροκαρδίους

χωρικούς διδακτικώτατον μάθημα εδόθη.

Η προς τον πλησίον αγάπη και αγαθοποιία, παρετήρησεν ακολούθως ο

Γεροστάθης, γεννά και άλλο επίσης ευγενές και ωραίον αίσθημα, το

αίσθημα της ευγνωμοσύνης, ήτις και τον ευεργετηθέντα τιμά, και

τον ευεργέτην ευχαριστεί.

Εάν δε η αγάπη και η αγαθοποιία του πλησίον ήναι χρέος ιερόν

παντός ανθρώπου, ασυγκρίτως ιερώτερον χρέος είναι βεβαίως η

αγάπη, το σέβας, η ευγνωμοσύνη των ευεργετουμένων προς τους

ευεργέτας αυτών.

Ο Γεροστάθης; ή Αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας · 第 3 / 8 段