διότι, καθ' ην ημέραν τον είχομεν ιδεί κλαίοντα και ακολουθούντα
το υπερήφανον αρχοντόπουλον, είχε και το πρόσωπον και το σώμα του
καταλασπωμένα, γυμνούς τους πόδας, ενδύματα δε ρυπαρά και
εσχισμένα· ενώ ο μικρός μαθητής του Πέτρου ήτο ήδη καθ' όλα
καθαρώτατος· ούτε ανυπόδητος ήτο πλέον, αλλ' ούτε ρακενδύτης.
Εξήλθομεν εντούτοις εκ της Εκκλησίας και επροχωρήσαμεν προς την
εξοχήν· διαφόρους δε καθ' οδόν ερωτήσεις περί του Κώστα απηύθυνεν
ο Γεροστάθης προς τον Πέτρον· θέλω δε διηγηθή εν περιλήψει το
εξαγόμενον της συνομιλίας των.
Ο ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΠΤΩΧΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ.
Ανέφερα προηγουμένως την μεταξύ του υπερηφάνου Θεοδώρου και του
πτωχού Κώστα σκηνήν, καθ' ην, ενώ ο Θεόδωρος ουχί μόνον εξύβρισε
βαρβαρικώς τον Κώσταν, αλλά και να τον ξυλοκοπήσει ηθέλησεν, ο
Κώστας, άμα ιδών αυτόν πεσόντα και κινδυνεύοντα εντός της λάσπης,
αμέσως έτρεξε προς βοήθειάν του, και να τον σώση κατώρθωσεν.
Η χριστιανική αύτη διαγωγή του μικρού Κώστα, και η αφέλεια, με
την οποίαν εβεβαίωσε τότε τον Γεροστάθην ότι κατά συμβουλήν της
μητρός του _ποτέ δεν λέγει ψεύματα_, επέσυραν την προς αυτόν
συμπάθειαν του αγαθού Πέτρου.
Άμα λοιπόν ακούσας ότι ο πτωχός Κώστας δεν είχεν άλλα ενδύματα,
εκτός των λασπωμένων και εσχισμένων, τα οποία εφόρει, ωδήγησεν
αυτόν ο Πέτρος εις την οικίαν του, και παρεκάλεσε τους καλούς του
γονείς να δώσωσιν εις τον Κώσταν τινά εκ των ιδικών του
ενδυμάτων.
Οι γονείς του ευσπλαχνικού Πέτρου προθύμως εισήκουσαν την
παράκλησίν του. Ο δε Πέτρος, αφού εφρόντισε να νιφθή ο Κώστας,
τον ενέδυσε τα καθαρά του φορέματα, τω εσύστησε στενώς την
καθαριότητα, τω έδωκε και έν ψωμίον με την άδειαν του πατρός του,
και ακολούθως συνώδευσεν αυτόν εις την πτωχικήν του καλύβην.
Η καλή μήτηρ του Κώστα, ιδούσα τον υιόν της ούτω μεταμορφωμένον,
και μαθούσα παρ' αυτού τα διατρέξαντα, έχυσε δάκρυα χαράς και
ευγνωμοσύνης· ευχαρίστησε τον Ύψιστον, και ευχήθη παν αγαθόν και
πάσαν ευτυχίαν εις τον καλόν Πέτρον. Τα δε μικρά της παιδία, άμα
ιδόντα τον Κώσταν κρατούντα το ψωμίον, περιεκύκλωσαν πηδώντα και
χαίροντα τον αδελφόν των, και τω εζήτουν ανά έν τεμάχιον.
— Ποτέ, έλεγεν ο Πέτρος, η καρδία μου δεν ησθάνθη ηδονήν
γλυκυτέραν από το γλυκύτατον και ηδονικώτατον αίσθημα, το οποίον
μοι επροξένησεν η διαγωγή μου της ημέρας εκείνης.
Επιστρέψας ο Πέτρος εις την οικίαν του, διηγήθη εις την μητέρα
και τον πατέρα του την κατανυκτικήν σκηνήν της καλύβης, την
αγαθότητα της πτωχής γυναικός, τας εγκαρδίους ευχάς και ευλογίας
της, τα δάκρυα της ευγνωμοσύνης της, και την ζωηράν χαράν των
πειναλέων τέκνων της, ότε είδον τον Κώσταν φέροντα το ψωμίον.
Ακολούθως δε παρεκάλεσε τους γονείς του να στέλλωσι δι' αυτού
καθ' ημέραν εις την μητέρα του Κώστα έν ψωμίον, υποσχόμενος ότι
αυτός θέλει τρώγει εις το εξής ολιγώτερον, και ότι συγχρόνως
θέλει προσέχει τα ενδύματά του περισσότερον, όπως οικονομώσι
τοιουτοτρόπως οι γονείς του το ψωμίον της πτωχής οικογενείας.
Ο αγαθός ιερεύς και η φιλάνθρωπος σύζυγός του συνεκινήθησαν,
κατεφίλησαν αυτόν, και τω υπεσχέθησαν το ζητηθέν ψωμίον.
Αλλ' η αγαθή καρδία του Πέτρου δεν υπέφερε να βλέπη τον Κώσταν
αργόν και αγράμματον. Όθεν επρότεινεν εις αυτόν ότι αναδέχεται
ευχαρίστως να τον μάθη ν' αναγινώσκη και να γράφη, αν και εκείνος
ανεδέχετο να βοηθή τακτικώς τον κανδυλανάπτην εις την καθαριότητα
της Εκκλησίας και εις τα λοιπά έργα αυτού.
Ο Κώστας προθύμως εδέχθη και επραγματοποίησε την πρότασιν ταύτην.
Έκτοτε δε τακτικώτατα και μετά του κανδυλανάπτου ειργάζετο εις τα
της Εκκλησίας, και εις τον νάρθηκα καθ' εκάστην αυγήν υπό του
Πέτρου εδιδάσκετο. Ουδείς δ' εγνώριζε την μυστικήν ταύτην
ελεημοσύνην του Πέτρου, μέχρις ου τυχαίως μετά του Γεροστάθου
ανεκαλύψαμεν αυτήν κατά την ημέραν εκείνην.
Η τοιαύτη προς τον Κώσταν και την οικογένειάν του διαγωγή του
Πέτρου εις άκρον ευχαρίστησε τον φιλάνθρωπον Γεροστάθην και ημείς
δε έκτοτε εδιπλασιάσαμεν την προς τον αγαθόν Πέτρον αγάπην μας·
επεριμένομεν δε ανυπομόνως να παρουσιασθή περίστασις κατάλληλος,
όπως μιμηθώμεν το καλόν παράδειγμα, το οποίον ο Πέτρος μας
έδωκεν.
Ο Γεροστάθης εν τούτοις επήνεσε τον Πέτρον διά τα ελεήμονα
αισθήματά του, και τον εβεβαίωσεν ότι, αν εξακολουθήση να έχη
πάντοτε την αυτήν προς τους πτωχούς ευσπλαχνικήν διάθεσιν, θέλει
αποκατασταθή άνθρωπος τέλειος.
Ιδού δε, μας είπε, ποίον ο Ιησούς θεωρεί άνθρωπον τέλειον.
— Ο ΚΑΤΑ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΤΕΛΕΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.
Ημέραν τινά, κατά τον ευαγγελιστήν Ματθαίον, παιδία ωδηγήθησαν
εις τον Ιησούν, όπως ευλογήση αυτά. Ο Ιησούς ευλογήσας αυτά είπεν
«ότι των τοιούτων είναι η βασιλεία των ουρανών,» διότι αι καρδίαι
των παιδίων είναι καθαραί και αμίαντοι από τας κακίας και τα
πάθη, και επομένως άξιαι της θείας αγάπης.
Κατά την αυτήν ημέραν παρουσιάσθη και νεανίσκος, όστις ηρώτησε
τον Ιησούν — _Τι αγαθόν να πράξω διά να έχω ζωήν αιώνιον_;
Ο δε Ιησούς τω απήντησεν — _Εάν θέλης να εισέλθης εις την
αιώνιον ζωήν, φύλαξον τας εντολάς του Θεού._
— Όλας εκ νεότητός μου εφύλαξα, απεκρίθη ο νέος, τι άλλο λοιπόν
μοι μένει;
Και ο Ιησούς απεκρίθη — _Εάν θέλης να γίνης τέλειος, ύπαγε
πώλησον τα υπάρχοντά σον, και δος εις τους πτωχούς, και αντί των
επιγείων αυτών υπαρχόντων θέλεις αποχτήσει θησαυρόν αιώνιον και
άφθαρτον εις τους ουρανούς._
Βοηθούντες λοιπόν τους πτωχούς, ουχί μόνον αισθανόμεθα ηδονήν
γλυκυτάτην, αλλά και τέλειοι γινόμεθα, διότι διά της ελεημοσύνης
αποκτώμεν θησαυρόν αιώνιον, ο δε θησαυρός ούτος είναι η Θεία
αγάπη, το Θείον έλεος.
_Δανείζει Θεώ ο ελεών πτωχόν_ είπεν ο σοφός Σολομών·_ ο δε Ιησούς
μας λέγει _Μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται_. Όλον δε
τον επί της γης βίον του διήλθεν ο Ιησούς ελεών και αγαθοποιών
τους πτωχούς, τους πάσχοντας, τους ασθενείς, όπως και διά του
παραδείγματός του μας διδάξη την προς τον πλησίον αγάπην και
ελεημοσύνην.
Τινές νομίζουν ότι απαιτείται να ήναί τις πλούσιος διά να ήναι
και ελεήμων. Αλλ' η τοιαύτη ιδέα είναι εσφαλμένη. Οι πλούσιοι,
έχοντες περισσότερα μέσα, έπρεπε βεβαίως να ενεργώσι και
περισσοτέρας ελεημοσύνας, ενώ αυτοί συνήθως κάμνουν τας
ολιγωτέρας· διότι ο πλούτος, καθώς και άλλοτε σάς είπον, ως επί
το πλείστον σκληρύνει την καρδίαν. Όσον ολιγώτερον δε πλούσιος
είναι τις, και όσον πλησιέστερα εις την πτωχείαν ευρίσκεται, τόσω
ευκολώτερον αισθάνεται τα δεινά της ενδείας, τόσω δε
επιρρεπεστέρα εις την ελεημοσύνην καθίσταται η καρδία του.
Ο Πέτρος βεβαίως δεν είναι πλούσιος, αλλά κατώρθωσε να περιθάλψη
ολόκληρον πτωχήν οικογένειαν διά της φιλανθρώπου και ελεήμονος
καρδίας του. Η ελεημοσύνη δεν ενεργείται μόνον διά του χρήματος,
του διδομένου εις τον πτωχόν. Πολλάκις μία συμβουλή ωφέλιμος, μία
καλή διάθεσις, μία σύστασις, μία φροντίς φιλάνθρωπος, μία
διδασκαλία, έν εργόχειρον, είναι ελεημοσύναι πολύτιμοι, μη
απαιτούσαι πλούτη και χρηματικάς θυσίας, αλλά μόνον χριστιανικήν
ευαίσθητον καρδίαν.
Αν μόνον οι πλούσιοι ηδύναντο να ελεώσιν, ο Θεός δεν ήθελεν
επιβάλλει την ελεημοσύνην ως γενικόν χρέος παντός χριστιανού,
είτε πλουσίου, είτε πτωχού.
Τότε ο Γεροστάθης διηγήθη το εξής Αγγλικόν ανέκδοτον, διά να μας
δείξη πόσον φιλελεήμων είναι η ψυχή των πτωχών.
Η ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ ΤΗΣ ΤΥΦΛΗΣ.
Είς τινα πόλιν της Αγγλίας, εις την οποίαν ο αριθμός των πτωχών
είχε πλεονάσει, ο ιερεύς ωμίλησεν επ' άμβωνος περί ελεημοσύνης,
και παρεκίνησε τους ακροατάς του να συνεισφέρωσιν έκαστος κατά
δύναμιν προς περίθαλψιν των δυστυχούντων.
Μετά την διδαχήν πολλοί προσήλθον εις τον ιερέα, προσφέροντες τον
οβολόν της ελεημοσύνης των. Μεταξύ αυτών παρετήρησεν ο ιερεύς
νεανίδα τυφλήν, πτωχικώς ενδεδυμένην, οδηγηθείσαν πλησίον του,
και προσφέρουσαν ποσόν ανώτερον παντός άλλου.
— Όχι, κόρη μου, τη είπεν ο ιερεύς, είσαι πτωχή και αόμματος·
η προσφορά σου είναι μεγάλη· δεν δέχομαι παρά το ήμισυ αυτής.
— Είναι αληθές, πάτερ, απήντησεν η νεάνις, είμαι τυφλή εκ
γενετής, αλλά πτωχή τώρα δεν είμαι. Εις το κατάστημα των τυφλών
έμαθον να πλέκω καλάθια, και ήδη διά της εργασίας απολαμβάνω τα
αναγκαία μου. Η προσφορά μου είναι η εκ του λύχνου οικονομία μου.
Παρακαλώ λοιπόν, δέχθητι αυτήν. Γνωρίζω τι εστι πτώχεια. Πριν
έμβω εις το κατάστημα, εγύριζον νυχθημερόν ζητεύουσα· ενθυμούμαι
δε κάλλιστα και τας περιφρονήσεις των διαβατών, και τους πικρούς
των λόγους, και τας ψυχράς νύκτας, τας οποίας ημίγυμνος και
ανυπόδητος, τρέμουσα και πεινώσα, διήλθον άυπνος εις τας
δημοσίους οδούς. Η καρδία μου κλαίει οσάκις περί πτωχών ακούω,
παρηγορείται δε και ευφραίνεται οσάκις δύναμαι να τοις προσφέρω
μικράν βοήθειαν.
Άπαντες εθαύμασαν την χριστιανικήν αρετήν της τυφλής νεανίδος, ο
δε ιερεύς εν τω μέσω του γενικού θαυμασμού εφώναξεν — Ιδού,
φίλτατοι αδελφοί, διατί ο Ιησούς μας είπεν ότι των πτωχών εστίν η
βασιλεία των Ουρανών!
Το παράδειγμα της αομμάτου κόρης, και οι κατανυκτικοί προς τον
ιερέα λόγοι της διήγειραν τα συμπαθητικά αισθήματα των
παρευρεθέντων, ώστε αμέσως αι συνεισφοραί επολλαπλασιάσθησαν, και
οι πτωχοί της πόλεως εξοικονομηθέντες ηυλόγουν τους ευεργέτας
των, επί κεφαλής δε αυτών την τυφλήν νεανίδα.
Αι εφημερίδες εξύμνησαν την φιλελεήμονα καλαθοποιόν. Πανταχόθεν
δε συνέρρεον εις την κατοικίαν της όπως την γνωρίσωσι και
προσωπικώς, αγοράσωσι δε και καλάθιόν τι εκ των χειρών της.
Τοιουτοτρόπως η ελεήμων τυφλή ουχί μόνον εις την μέλλουσαν, αλλά
και εις την παρούσαν ζωήν πλουσιοπαρόχως ελεήθη παρά του Υψίστου·
διότι τιμωμένη και αγαπωμένη παρά πάντων έζησεν εν ανέσει,
εξακολουθούσα πάντοτε διά της ελεημοσύνης να παρηγορή τους
πτωχούς, να ηδύνη την ψυχήν της, και να ευαρεστή τον πλάστην της.
Μετά την διήγησιν ταύτην ο Αθανάσιος είπε προς τον γέροντα —
Άλλοτε, νομίζω, μας είπετε ότι δίδοντες ελεημοσύνην ενθαρρύνομεν
την αργίαν και την οκνηρίαν.
Ο δε Γεροστάθης απήντησεν — Οσάκις τις καταφεύγη εις την ζητείαν
ως εκ της αργίας και οκνηρίας του, βεβαίως είναι ανάξιος
ελεημοσύνης.
Ο τρέφων τους αργούς και οκνηρούς δεν ελεεί, αλλ' αμαρτάνει,
παραβιάζων την παραγγελίαν του Αποστόλου Παύλου, κατά τον οποίον
«_οι μη βουλόμενοι εργάζεσθαι μη εσθιέτωσαν._»
Ελεημοσύνη διδομένη εις τους οκνηρούς είναι άδικος ζημία των
αληθώς αξίων ελεημοσύνης.
Η μόνη κατάλληλος προς τους αργούς ελεημοσύνη είναι η προς αυτούς
χορήγησις, ουχί χρημάτων ή τροφής, αλλ' εργασίας, όπως δι' αυτής
κερδίζωσι τα προς το ζην.
Αλλ' είναι και πολλοί πτωχοί, οίτινες, αν και εργάζωνται
επιμελώς, δεν επαρκούν οι δυστυχείς εις τα έξοδα των οικογενειών
των. Υπάρχουν και άλλοι, οίτινες ως εκ του γήρατος, ή της
ασθενούς ή αναπήρου σωματικής καταστάσεώς των είναι φυσικώς
ανίκανοι προς εργασίαν. Οι τοιούτοι αναντιρρήτως είναι άξιοι
συμπαθείας και περιθάλψεως.
Αυτά μ' έλεγε φίλος μου ιερεύς της Μόσχας, του οποίου τας
αξιομιμήτους ελεημοσύνας ευχαρίστως θέλω σας διηγηθή.
Ο ΙΕΡΕΥΣ ΤΗΣ ΜΟΣΧΑΣ.
Εις την Μόσχαν της Ρωσσίας εγνώρισα ιερέα σεβάσμιον διά την
χριστιανικήν αρετήν και παιδείαν του, διακρινόμενον δε ιδίως διά
την ελεήμονα ψυχήν του.
Ποτέ πτωχός άξιος ελέους δεν παρουσιάσθη ενώπιον του εναρέτου
εκείνου ιερέως χωρίς να ελεηθή.
Οι παρηγορητικοί μάλιστα λόγοι, αι χριστιανικαί συμβουλαί, μετά
των οποίων συνώδευε τας ελεημοσύνας του, εδιπλασίαζον την αξίαν
αυτών.
Αλλ' οσάκις πτωχός, δυνάμενος οπωσδήποτε να εργασθή, παρουσιάζετο
ζητών ελεημοσύνην, — _Διατί δεν εργάζεσαι_; ήσαν οι πρώτοι λόγοι
του ιερέως. Μετ' αυτούς δε αμέσως επρόσθετεν — _ο δυνάμενος και
μη θέλων να εργασθή είναι ανάξιος ελεημοσύνης_.
— Δεν ευρίσκω εργασίαν, ήτο η πρόχειρος απάντησις των πτωχών. —
Λοιπόν, τοις έλεγε τότε, αντί να σοι δώσω ελεημοσύνην, πρέπει να
σοι εύρω εργασίαν, όπως διά του κόπου και του ιδρώτος του
προσώπου σου κερδήσης και φάγης τον άρτον σου. Επομένως άλλους
μεν παρήγγελλε να σχίζωσι ξύλα, άλλους να σπάνωσι πέτρας, άλλους
να μεταφέρωσιν ύδωρ, άλλους ν' ανοίγωσιν αύλακας, άλλους να
κόπτωσι ξηρά δένδρα, και μετά τας εργασίας των ταύτας
πλουσιοπαρόχως αντήμειβε τους κόπους αυτών.
Ημέραν τινά, ενθυμούμαι, μη έχων πρόχειρον εργασίαν να δώση αντί
ελεημοσύνης εις πτωχόν υγιά και δυνάμενο να εργασθή, παρήγγειλεν
αυτόν να μεταφέρη από την μίαν γωνίαν της αυλής του εις την άλλην
σωρόν καυσίμων ξύλων.
Αφού ο πτωχός μετέφερε τα ξύλα και έλαβε παρά του ιερέως ως
ανταμοιβήν του κόπου του έν ρούβλιον, ηρώτησεν αυτόν αν έχη και
άλλην εργασίαν να τω δώση· Ο δε αγαθός ιερεύς μη έχων εργασίαν,
αλλ' επιθυμών να ενισχύση την εργατικήν διάθεσιν του πτωχού,
διέταξεν αυτόν, επί λόγω ότι μετενόησε διά την μεταφοράν των
ξύλων του, να επαναφέρη αυτά εις την προτέραν των θέσιν· και μετά
την δευτέραν αυτήν μεταφοράν έδωκε και δεύτερον ρούβλιον εις τον
πτωχόν.
Αλλά δεν περιωρίζετο ο ενάρετος ιερεύς εις τας τοιαύτας εφημέρους
και διαβατικάς ελεημοσύνας. Ιδίως εφρόντιζε να ευρίσκη μονίμους
και διαρκείς εργασίας προς αποκατάστασιν των πτωχών.
Ο Γεροστάθης τότε επρόσθεσεν ότι, εάν οι κάτοικοι των πόλεων, των
κωμοπόλεων, και των χωρίων εμιμούντο το χριστιανικόν παράδειγμα
του ιερέως της Μόσχας, ο αριθμός των πτωχών, των επαιτών, των
αργών ήθελε βεβαίως σμικρυνθή ουσιωδώς, και το κοινωνικόν σώμα
ήθελεν απαλλαγή από αυτάς τας επικινδύνους πληγάς του.
Προς αποφυγήν δε και θεραπείαν των κοινωνικών αυτών πληγών, μας
είπεν, ότι εις τα πεπολιτισμένα έθνη οι εύποροι πολίται
συνεισφέρουν και συσταίνουν νοσοκομεία προς νοσήλευσιν των
ασθενών, πτωχοκομεία προς περίθαλψιν και ενασχόλησιν των απόρων,
ορφανοτροφεία, καταστήματα διανέμοντα τροφήν εις ενδεείς
οικογενείας, καταστήματα των τυφλών και αλάλων, γεροντοκομεία,
εργοστάσια των πτωχών, και άλλα τοιαύτα θεάρεστα καταστήματα.
Αλλ' επειδή ο λόγος περί ελεημοσύνης, επρόσθεσεν ο γέρων, δεν
πρέπει να λησμονήσωμεν και τον προπάτορα ημών, τον ένδοξον και
ελεήμονα Κίμωνα.
Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΤΗΣ ΤΟΥ ΚΙΜΩΝΟΣ.
Αφού ο Μιλτιάδης εις τον Μαραθώνα, ο Θεμιστοκλής εις την
Σαλαμίνα, και ο Αριστείδης εις τας Πλαταιάς απέκρουσαν τους
εισβαλόντας εις την Ελλάδα βαρβάρους, ανεφάνη εις τας Αθήνας ο
Κίμων, όστις συνήνωσεν εις εαυτόν και την στρατηγικήν ικανότητα
του πατρός του Μιλτιάδου, και την πολιτικήν φρόνησιν του
Θεμιστοκλέους, και την αρετήν του Αριστείδου.
Ο Κίμων, τον οποίον περιγράφουν ευειδή το πρόσωπον, υψηλού
αναστήματος, και με κόμην μακράν και ούλην, είχε χαρακτήρα
γλυκύτατον, διάθεσιν ευεργετικήν, και ένθερμον φιλοπατρίαν.
Εις τας εκβολάς του Ευρυμέδοντος, ποταμού της μικράς Ασίας, μετά
την ναυμαχίαν της Σαλαμίνος εντός μιας και της αυτής ημέρας, και
τα λείψανα του μεγάλου Περσικού στόλου κατέστρεψε, κυριεύσας
διακόσια εχθρικά πλοία, και τα λείψανα του Περσικού στρατού
εξωλόθρευσεν, αποβιβάσας αυθημερόν εις την ξηράν τα στρατεύματά
του.
Η διπλή αύτη νίκη του Κίμωνος δικαίως εθεωρήθη λαμπροτέρα και της
εν Σαλαμίνι ναυμαχίας και της πεζομαχίας των Πλαταιών.
Εκ των αλλεπαλλήλων δε κατά των βαρβάρων νικών του απέκτησεν,
ουχί δι' εαυτόν, αλλ' επ' αγαθώ της πατρίδος και των συμπολιτών
του, χρήματα ικανά, διά των οποίων και το νότιον τείχος της
Ακροπόλεως κατετεφύτευσε, και την Αγοράν φιλοκάλως με πλατάνους
κατεφύτευσε, και την Ακαδημίαν με ύδατα και συσκίους περιπάτους
κατεστόλισε.
Πρώτος δε αυτός εις τας Αθήνας ανεφάνη προστάτης των ωραίων
τεχνών, αίτινες, οσάκις συνειθίζωσι τα αισθητήρια και την ψυχήν
εις το αίσθημα του υψηλού και αληθώς ωραίου, εξημερόνουν και
εξωραΐζουν και τον νουν και την καρδίαν των εθνών.
Ουδέποτε ο Κίμων ηθέλησε ν' αποκτήση αδίκως χρήματα· όσα δε
απέκτησε, τα απέκτησε διά να τα μεταχειρίζηται· τα μετεχειρίζετο
δε διά να τιμάται, ευεργετών τους συμπολίτας του. «_Κτάσθαι μεν
τα χρήματα ως χρώτο, χρήσθαι δε ως τιμώτο,_» δικαίως έλεγε περί
αυτού Γοργίας ο Λεοντίνος.
Εκ νεότητός του εγεύθη την πικρίαν της πτωχείας, διότι και τον
πατέρα του Μιλτιάδην είδε ν' αποθάνη εν τη φυλακή, μη έχοντα ως
εκ της εντίμου πενίας του να πληρώση πεντήκοντα τάλαντα, εις τα
οποία είχε καταδικασθή, και αυτός, ων ενδεής, ηναγκάσθη να
διαδεχθή εις την φυλακήν τον αποθανόντα πατέρα του, μέχρις ου ο
γαμβρός του Καλλίας τον ηλευθέρωσε, πληρώσας αντ' αυτού το
πατρικόν του χρέος.
Τα παθήματα ταύτα αφ' ενός, και η γλυκύτης της προς αυτόν
ευεργεσίας του Καλλίου αφ' ετέρου ήνοιξαν την θύραν της
ελεημοσύνης εις την ευαίσθητον καρδίαν του νέου Κίμωνος.
Όθεν και τους αγρούς και τους κήπους του είχεν ανοικτούς εις τε
τους συμπολίτας του και τους ξένους, όπως οι πτωχοί ελευθέρως
λαμβάνωσιν εκ των καρπών και οπωρικών του· και καθ' ημέραν εις
τον οίκον του είχε δείπνον λιτόν μεν, αλλ' άφθονον, όστις δε των
πτωχών συνδημοτών του ήθελεν, ελευθέρως εισήρχετο και ανεξόδως
εδείπνει.
Οσάκις δε εξήρχετο της οικίας του συνωδεύετο υπό υπηρετών, δι'
αυτών δε και ενδύματα εχορήγει εις τους ρακενδύτας γέροντας, και
χρήματα σιωπηλώς αλλά γενναίως διένειμεν εις τους αναξιοπαθούντας
συμπολίτας του.
Τοιούτος ήτο ο Κίμων, ώστε δικαίως ο Πλούταρχος, θαυμάζων και
επαινών την ελευθεριότητα του ανδρός, λέγει ότι _διά των
αγαθοεργιών του επανέφερεν εις τας Αθήνας τον μυθολογούμενον
χρυσούν αιώνα του Κρόνου_.
Αλλ' εγώ, επρόσθεσεν ο Γεροστάθης, θαυμάζω τον Κίμωνα και δι'
άλλον λόγον, όστις ίσως σας φανή παράδοξος. Τον θαυμάζω, διότι,
ενώ ήτο υιός ενδόξου πατρός, του Μιλτιάδου, ανεφάνη υιός
ενδοξότερος του πατρός του.
— Αλλά τούτο ήτο πολύ φυσικόν, παρετήρησέ τις εξ ημών.
Παράδοξον ήθελεν είσθαι αν, έχων πατέρα τοιούτον, δεν ανεφαίνετο
υιός άξιος του πατρός του.
— Ούτως έπρεπε να ήναι, απήντησεν ο γέρων, και όμως, εάν
εξαιρέσωμεν τον Κίμωνα του Μιλτιάδου, δεν ενθυμούμαι άλλον υιόν
ενδόξου πατρός, αναφανέντα άξιον του πατρός του.
Ο Φωκίων αποθανών αφήκεν υιόν τον Φώκον, ο Αριστείδης τον
Λυσίμαχον, ο Θεμιστοκλής και ο Σωκράτης αφήκαν επίσης υιούς· αλλ'
ουδείς αυτών διεκρίθη, ουδείς ανεδείχθη ανώτερος ή ίσος του
πατρός του. Θέλετε και άλλο πρόχειρον παράδειγμα ; Ενθυμήθητε
ποίων ενδόξων προγόνων τέκνα είμεθα ημείς οι σημερινοί Έλληνες·
και όμως τοσούτον κατωτέρους και διαφέροντας εκείνων μας
ευρίσκουν τινές, ώστε και αυτήν την γνησιότητα της καταγωγής μας
ετόλμησαν να διαφιλονεικήσωσι.
Τα αναφυόμενα υπό την σκιάν μεγάλων δένδρων φυτά δυσκόλως
ευδοκιμούν, διότι τα μεγάλα δένδρα και την υγρασίαν της γης
απορροφώσι διά των μεγάλων ριζών των, και τας ζωογόνους ακτίνας
του ηλίου εμποδίζουν διά της μεγάλης σκιάς των.
Παρόμοιόν τι συμβαίνει και εις τους υιούς μεγάλων πατέρων.
Επαναπαύονται συνήθως οι τοιούτοι υπό την σκιάν των πατραγαθιών
των· νομίζουν ότι η προσωπική δόξα των πατέρων των είναι ικανή να
λαμπρύνη και την προσωπικήν αυτών αδοξίαν· επομένως γινόμενοι
οιηματίαι και υπερήφανοι, αντί να προσπαθήσωσιν όπως δι' ιδίων
αγώνων και έργων, δι' ιδίων προς την πατρίδα ευεργεσιών και
εκδουλεύσεων διακριθώσι και αυτοί, ως διεκρίθησαν οι πατέρες
αυτών, διάγουν μεν βίον αμελή και άδοξον, αποθνήσκουν δε θάνατον
πολύ αδοξότερον.
Μόνον το λαμπρόν και άφθονον φως του ηλίου δύναται,
αντανακλώμενον επί της σελήνης και των άλλων σκοτεινών ουρανίων
σωμάτων, να φωτίζη και να λαμπρύνη αυτά. Αλλ' η λάμψις των γονέων
δεν δύναται δυστυχώς να λαμπρύνη σκοτεινά και άδοξα τέκνα· απ'
εναντίας έτι μάλλον σκοτεινοτέραν αναδεικνύει την αδοξίαν αυτών.
Ας μη επαναπαυώμεθα λοιπόν και ημείς εις πατραγαθίας· ας μη ζώμεν
μόνον καυχώμενοι εις της αρχαίας Ελληνικής ανδρίας, διανοίας, και
τέχνης τα έξοχα έργα· ας μη ελπίζωμεν ότι η δόξα των προγόνων
θέλει δοξάσει και ημάς, ζώντας αδόξως. Αλλά κατά το ωραίον
παράδειγμα του Κίμωνος, ας προσπαθήσωμεν δι' ιδίων έργων, δι'
ιδίων κόπων, αγώνων, και αρετών, ν' αναφανώμεν ένδοξα τέκνα
ενδόξων προγόνων.
Μετά τινα διακοπήν ο Γεροστάθης μας είπεν
— Αλλά απανταχού και πάντοτε υπήρξαν και υπάρχουν άνθρωποι
κακώς ανατεθραμμένοι, οίτινες μη θέλοντες ή μη δυνάμενοι να
πράξωσιν έργα καλά, φθονούν, διαβάλλουν, εμπαίζουν, κακολογούν
τας αγαθοεργίας των άλλων. Τοιούτοι φθονεροί και κακεντρεχείς
είπον και περί του Κίμωνος ότι κατέφευγεν εις αγαθοεργίας, όπως
δι' αυτών, περιποιούμενος και κολακεύων τον λαών, απολαμβάνη την
εύνοιαν αυτού.
Ο αγαθός όμως Πλούταρχος, διά ν' αποδείξη ότι αι ελεημοσύναι του
Κίμωνος ήσαν απόρροια της φιλανθρώπου ψυχής του, και ουχί μέσον
κολακείας και δημαγωγίας, ορθότατα μας υπενθυμίζει ότι ο Κίμων
δεν ανήκεν εις το δημοκρατικόν, αλλ' εις το αριστοκρατικόν κόμμα
των Αθηνών, ων φανερά κηρυγμένος υπέρ του Σπαρτιατικού
πολιτεύματος, κατά το οποίον ουχί ο άπειρος και αμαθής λαός, αλλά
οι _άριστοι και εκλεκτοί των πολιτών εκυβέρνων την Σπάρτην._
Αλλ' εγώ, είπε τότε τις εξ ημών εις τον Γεροστάθην, αν ήμην
πλούσιος, ήθελον μεν ευχαρίστως δίδει ελεημοσύνας, ουχί όμως
φανερά ως ο Κίμων.
Εύγε, φίλε, απεκρίθη ο γέρων. Συ όμως είσαι Χριστιανός, και ο
Πέτρος, όστις εις τον νάρθηκα _κρυφίως_ εδίδασκε τον πτωχόν
Κώσταν, είναι επίσης Χριστιανός, και μάλιστα υιός σεβασμίου
ιερέως του Χριστού· αλλ' ο Κίμων, γεννηθείς πολλά έτη προ
Χριστού, δεν ηδύνατο να γνωρίζη τας εξής χριστιανικάς παραγγελίας
«_Προσέχετε την ελεημοσύνην υμών μη ποιείν έμπροσθεν των ανθρώπων
προς το θεαθήναι. — Σου δε ποιούντος ελεημοσύνην μη γνώτω η
αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου. — Η ελεημοσύνη σου εν τω
κρυπτώ, και ο Πατήρ σου, ο βλέπων εν τω κρυπτώ, αυτός αποδώσει
σοι εν τω φανερώ._»
Όστις δίδει την ελεημοσύνην του φανερά διά να φαίνηται και
θαυμάζηται ως ελεήμων, αυτός βεβαίως ουδεμίαν αξίαν έχει ούτε
ενώπιον των ανθρώπων ούτε ενώπιον του Θεού. Ο τοιούτος δεν αγαπά
τον πτωχόν, αλλά εαυτόν· δεν αγαπά την ελεημοσύνην ως
χριστιανικήν αρετήν, αλλ' ως μέσον επιδείξεως και κομπασμού. Πάσα
δε καλή πράξις, οσάκις χρησιμεύη ως μέσον ιδιοτελών και
κατακριτέων σκοπών, παύει αμέσως του να ήναι ενάρετος, βεβηλούται
και εις κακίαν μεταμορφόνεται. Αληθής ενάρετος είναι μόνον όστις
ενεργεί σταθερώς την αρετήν διά την αγνήν αγάπην αυτής.
Αυτά μας είπε κατά την ημέραν εκείνην ο αγαθός Γεροστάθης,
επιθυμών να εμπνεύση εις τας ψυχάς ημών την χριστιανικήν και
προπατορικήν συγχρόνως αρετήν της ελεημοσύνης.
Ενθυμούμαι δε και τους ακολούθους στίχους του γέροντος περί των
τριών χαρίτων της αρετής ταύτης.
«_Τρεις είν' αι θείαι χάριτες της ελεημοσύνης,
»Κ' αι τρεις ωραίαι ως το φως της ιλαράς σελήνης.
»Παρηγορία του πτωχού, και ηδονή γλυκεία
»Του ελεούντος, και Θεού εξ ύψους ευλογία.»
--------------------
«Τον μηδέν ευ πράττοντα ούτε
χρήσιμον ούτε θεοφιλή είναι,
έφη Σωκράτης.»
(Ξενοφώντος.)
Ήτο ημέρα Σαββάτου ότε, τελειώσαντες ενωρίς τα μαθήματα του
σχολείου, απήλθομεν εις την οικίαν του αγαθού Γεροστάθου.
Αλλά κατά την ημέραν εκείνην, αντί ν' ακροασθώμεν ημείς τον
Γεροστάθην, ηθέλησεν αυτός πρώτος ν' ακροασθή ημάς. Εγνώριζεν ότι
κατά Σάββατον παρουσιάζομεν εις τον διδάσκαλον συνθέσεις, και ότι
η καλλιτέρα κατά τε την καλλιγραφίαν, καλλιέπειαν, ορθογραφίαν
και σύνταξιν εβραβεύετο.
Αφού λοιπόν με τον συνήθη του φιλόφρονα τρόπον μας υπεδέχθη, —
Τίνος σύνθεσης εβραβεύθη σήμερον; μας ηρώτησε.
— Του Γεωργίου, απεκρίθημεν.
— Και περί τίνος εγράψατε; ηρώτησεν ο Γεροστάθης τον Γεώργιον.
— Περί του Θησέως, απεκρίθη αυτός. Κατ' αίτησιν δε του
Γεροστάθου ανέγνωσε μετά συστολής την ακόλουθον σύνθεσίν του, της
οποίας αντίγραφον διετήρησα, διότι άπαντες αντεγράφομεν τας
βραβευομένας συνθέσεις.
Η ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ ΤΟΥ ΘΗΣΕΩΣ.
Ο Θησεύς, υιός της Αίθρας και του Αιγέως, βασιλέως των Αθηνών,
εγεννήθη εις την Τροιζήνα της Πελοποννήσου. Νέος ων έτι ανετράφη
υπό του λογίου πάππου του Πιτθέως. Αλλ' η δόξα του Ηρακλέους
κατέκαιε την φιλότιμον ψυχήν του νέου Θησέως· προθύμως και μετά
προσοχής ηκροάζετο πάντοτε όσους διηγούντο τα περί της αρετής και
των άθλων του Ηρακλέους· νύκτα δε και ημέραν ουδέν άλλο
εσκέπτετο, ειμή πώς να δοξασθή και αυτός, ως εκείνος, δι' έργων
καλών και μεγάλων.
Κατά τους αρχαιοτάτους εκείνους χρόνους το βάρβαρον και αισχρόν
έγκλημα της ληστείας εμόλυνε δυστυχώς και την Πελοπόννησον και
την στερεάν Ελλάδα. Ο δε νέος Θησεύς, αποφασίσας να μεταβή εκ
Τροιζήνος, όπου ανετρέφετο, εις τας Αθήνας, όπου ο πατήρ του
εβασίλευεν, έβαλε κατά νουν να εξολοθρεύση όλους τους καθ' οδόν
ληστάς επ' αγαθώ της Ελλάδος.
Η μήτηρ του και ο πάππος του, φοβούμενοι τους κινδύνους του διά
ξηράς ταξειδίου, παρεκίνουν αυτόν να μεταβή διά θαλάσσης εις
Αθήνας. Αλλ' ο γενναίος Θησεύς, επιθυμών ν' αναφανή εφάμιλλος του
Ηρακλέους, ανεχώρησε διά ξηράς. Εις δε την Επίδαυρον κατέστρεψε
τον ληστήν Περιφήτην· εις τον ισθμόν τον απάνθρωπον Σίνιν, τον
και Πιτυοκάμπτην επονομασθέντα· εις τα Μέγαρα τον άσπλαγχνον
Σκίρωνα· εις την Ελευσίνα τον Κερκύονα· επί τέλους δε
εξολοθρεύσας και τον ληστήν Προκρούστην, ενδόξως εισήλθεν εις τας
Αθήνας.