Αλλά καίπερ φυγόντος του Αυγουστίνου, η ειρήνη εν τη επιτροπή

ουδαμώς αποκατέστη. Ο Κωλέττης απεστρέφετο τα δύο αυτώ εχθρά

μέλη, τον Μεταξάν και τον Κολοκοτρώνην· διό τα της πενταμελούς

διοικητικής επιτροπής μέλη πριν άρξωνται των διοικητικών έργων

εφιλονείκουν προς άλληλα· το κόμμα των Καποδιστριακών ηγωνίζετο,

εκ παντός τρόπου, να υποσκελίση τον Κωλέττην· αλλ' ούτος είχε

δύναμιν κραταιάν εν τω περί το Ναύπλιον στρατώ και υπεστηρίζετο

υπό του Θηρσίου, οι δε αντίπαλοι ηρείδοντο επί μόνον τον Ρίκορδ.

Τέλος μετά μακράς συζητήσεις, παραιτηθέντος τη 30 Μαρτίου 1832

του Κολοκοτρώνη, συνεφώνησαν προφορικώς ο τε Μεταξάς και

Κωλλέττης, όπως ιδρυθή _επταμελής_ επιτροπή εκ του _Κωλέττη,

Μεταξά, Ζαΐμη, Κουντουριώτη, Κολιοπούλου, Δημητρίου Υψηλάντου_

και _Ζωγράφου_. Αλλ' ό,τι συνέβη εν τη καταρτίσει της πενταμελούς

επιτροπής, τούτ' αυτό συνέβη και εν τη της επταμελούς. Όπως η

συγκρότησις εκείνης γενομένη υπό της Γερουσίας απήρεσε τω

Κωλέττη, ούτω και η της πρώτης επταμελούς γενομένη υπό του

Κωλέττη απήρεσε τη Γερουσία. Τοιαύτη ήτο η αναρχία. Και λοιπόν

εσχηματίζοντο επιτροπαί και υποεπιτροπαί και διελύοντο προς

ζημίαν του έθνους!

Η Γερουσία γινώσκουσα ότι ο Ζωγράφος και ο Υψηλάντης ήσαν

υποχείριοι τω Κωλέττη, και ότι επομένως ο πολυμήχανος εκείνος

ανήρ έμελλε να έχη την πλειονοψηφίαν, αντί των δύο εκείνων

εξελέξατο τη 2 Απριλίου 1832, δύο ομόφρονας αυτή και τοις

Καποδιστριακοίς: τον _Πλαπούταν_ και τον _Τρικούπην_ μενόντων των

άλλων και αυτού του εχθίστου αυτή Κωλέττη, άτε μη τολμώση ν'

αποκλείση αυτόν ως ισχυρότατον. Αλλ' η εκλογή της Γερουσίας

απεδοκιμάζετο, ως εικός, υπό των περί τον Κωλέττην συνταγματικών·

απεδοκίμαζον τον Τρικούπην ως μεταστάντα από της αντιπολιτεύσεως

και εργασθέντα υπέρ της διατηρήσεως των Καποδιστριακών, οι δε

Ρουμελιώται στρατιώται ηπείλουν ότι, εάν μη η Γερουσία ανεκάλει

τον διορισμόν του Τρικούπη, έμελλον να ανατρέψωσι τα πάντα και

κατακρεουργήσωσι τους γερουσιαστάς και άλλα τοιαύτα διαπράξωσι.

Προς δε τούτοις, οι Ρουμελιώται απήτουν ίνα η εν Άργει συνέλευσις

εξακολουθήση· αλλ' η Γερουσία αντέλεγε. Μάτην ο Θήρσιος

συνεβούλευε, παρεκάλει, εξώρκιζε τους Γερουσιαστάς ίνα χάριν της

πατρίδος πληρωθώσιν αι απαιτήσεις των επικινδύνων Ρουμελιωτών, οι

Γερουσιασταί έμενον άκαμπτοι. Αποτυχών παρά τη Γερουσία ο Θήρσιος

εστράφη προς τους δημογέροντας του Ναυπλίου παρ' οίς και

επέτυχεν· ούτοι συναγείραντες τα πλήθη, περιεκύκλωσαν την

Γερουσίαν, ηπείλησαν τους γερουσιαστάς και μάλιστα αναφανδόν ο

Γάλλος αντιπρέσβυς _Ρουάν_ είπε προς τον Γερουσιαστήν _Γ.

Αινιάνα_ ότι, _εάν μη υπακούσωσι, θα διασυρθώσιν αι κεφαλαί αυτών

διά των οδών_, και ούτως ηνάγκασαν την Γερουσίαν να συνέλθη μετά

της Κυβερνήσεως εις κοινήν συνεδρίαν, καθ' ήν τη 13 Απριλίου 1832

απεφασίσθη ίνα προσληφθή εν τη επιτροπή αντί του Τρικούπη ο

_Λιδωρίκης_, ανθ' ού όμως προσελήφθη ο αγγλόφρων _Κώστας

Μπότσαρης_, και συγκληθή τη 19 Απριλίου η Εθνική Συνέλευσις εν

Άργει. Ούτω διά της βιαίας συμπράξεως της Γερουσίας προς την

Κυβέρνησιν, ηττήθη η Καποδιστριακή μερίς· η δε Κυβέρνησις εξέδωκε

προκήρυξιν τη 18 Απριλίου ότι τάχιστα συγκληθήσεται η συνέλευσις

εν Άργει. Ωρίσθη δε ίνα έκαστον μέλος της Κυβερνήσεως προεδρεύη

αυτής κατά μήνα, ως και παρά τη αρχαία Ελληνική Βουλή· πρώτος δε

πρόεδρος εγένετο ο _Κουντουριώτης_. Αλλά τι ηδύνατο να πράξη

επιτροπή, μεθ' ής βία συνέπραττεν η Γερουσία, τα δε μέλη αυτής

διίσταντο προς άλληλα;

Το ταμείον μόλις περιείχεν 155 τάληρα! Ο Κωλέττης κηδόμενος του

στρατού, δι' ού εμεγαλύνθη, αλλά και φοβούμενος στάσιν, ως εκ της

μη πληρωμής των μισθών, ηβουλήθη να διανείμη αυτόν ανά την

Πελοπόννησον προς διατροφήν· αλλ' ο Ζαΐμης, ο Πλαπούτας και ο

Μεταξάς ανθίσταντο θέλοντες να ταπεινώσωσι τον Κωλέττην και

καταβάλωσι τους Ρουμελιώτας, όπερ προϊδών ο Κωλέττης υπεχώρησε

φρονίμως. Αλλά πλην τούτου διίστατο πάντοτε η Γερουσία προς την

επταμελή κυβέρνησιν, απαιτούσα ίνα συνέρχωνται κοινή εις

εκτάκτους συνεδρίας, συμπράττη τη κυβερνήσει εν τη εκλογή των

πληρεξουσίων, ελέγχη το δημόσιον ταμείον· προς δε τούτοις, ίνα

εντός πέντε ημερών ομόση η κυβέρνησις όρκον πιστής εκτελέσεως των

εαυτής καθηκόντων ενώπιον αυτής, τα δε διατάγματα φέρωσι την

υπογραφήν τουλάχιστον πέντε μελών της κυβερνήσεως. Αι διαφωνίαι

αύται των τε μελών της κυβερνήσεως και προς άλληλα και προς την

Γερουσίαν μετεδίδοντο, ως δήλον, και εις τον λαόν· η διχόνοια των

φατριών υπεξεκαίετο και ο λαός εκλυδωνίζετο εν τω πολυκυμάντω των

παθών πελάγει. Όπως ποτ' αν η, ενίκησαν, επί τέλους, οι

συνταγματικοί και εν τω καταρτισμώ του υπουργείου εγένοντο

υπουργοί: Ο μεν _Μαυροκορδάτος_ επί των Οικονομικών, ο δε

_Τρικούπης_ επί των Εξωτερικών, ο _Ζωγράφος_ επί των

Στρατιωτικών, ο _Κλωνάρης_ επί της Δικαιοσύνης, ο _Βούλγαρης_ επί

των Ναυτικών, ο _Χρηστίδης_ επί των Εσωτερικών, και ο _Ρίζος

Νερουλός_ επί των Εκκλησιαστικών. Το υπουργείον τούτο καίπερ

συνταγματικόν καλούμενον ουδέν σχεδόν συνταγματικόν έπραξεν· ουδ'

αυτήν την προκηρυχθείσαν Εθνοσυνέλευσιν συνεκάλεσεν. Αλλά το

μάλλον κατεπείγον ην η απειλητική κατάστασις του στρατού, όστις

πολλαχώς ερραδιουργείτο υπό των Καποδιστριακών και μάλιστα υπό

του Κολοκοτρώνη διαδίδοντος, μεταξύ άλλων, ότι ο Κωλέττης είχεν

υποσχεθή τοις Ρουμελιώταις ως αμοιβήν την λεηλασίαν της

Πελοποννήσου.

Και όντως πρώτος ο _Θεόδωρος Γρίβας_ ηγούμενος άλλων τε και

Αλβανών ηργυρολόγησεν εν Άργει, είτα ετράπη προς την Τρίπολιν· ο

δε Τουρκαλβανός _Ταφίλ Πούζης_ ελεηλάτει την Κόρινθον. Κατά των

υπό τον Γρίβαν επήλθε προσκληθείς υπό των πολιτών ο Κολοκοτρώνης,

όστις και κατέλαβε το Βαλτέτσι· ο δε Γενναίος Κολοκοτρώνης

απαλλάξας τον _Ευαγγέλην Κοντογιάννην_ περικυκλωθέντα περί τον

Άγιον Πέτρον υπό των αντιπάλων και των εγχωρίων εστρατοπέδευσε

παρά την Τρίπολιν· ο δε Νικήτας εισβαλών εις Μεσσηνίαν απέκρουσε

τους εισβαλόντας Μανιάτας αιχμαλωτίσας και τον αρχηγόν αυτών τον

_Κατζάκον Μαυρομιχάλην_. Μετά μικράς δ' αψιμαχίας παρά το Ζέλι

και τα Τσιπιανά, ο Γενναίος Κολοκοτρώνης προσβαλών τον Γρίβαν και

Χατζηχρήστον παρά τον Μαντζαγράν ηνάγκασεν αυτούς ναπέλθωσιν εις

Άργος, εξ ού εγένοντο σφοδρότεραι αι έριδες μεταξύ των μελών της

κυβερνήσεως· διότι ο μεν Ζαΐμης, ο Μεταξάς και ο Πλαπούτας

κρυφίως υπέθαλπον τας ενεργείας του Κολοκοτρώνη, ο δε Κωλέττης,

Κουντουριώτης και Μπότσαρης ήθελον ναποκηρύξωσιν αυτόν ως

στασιώτην, όπερ και 48 πρόκριτοι και οπλιτάρχαι διά προκηρύξεως

(18 Ιουνίου 1832) αυτών προύτειναν· αλλ' αρνηθέντος του

Υψηλάντου, ουδέν κατά του δαφνοστεφούς στρατάρχου της

Πελοποννήσου εγένετο, ούτως ώστε εν Πελοποννήσω ελάμβανον την

υπεροχήν οι καποδιστριακοί. Αλλ' η κορύφωσις της αναρχίας εν

Ελλάδι επήλθεν, ότε η επιτροπεία φοβουμένη μη τυχόν οι αυτοί

αντιπολιτευόμενοι καταλάβωσι τα φρούρια επέτρεψε την φρουράν

αυτών τοις Γάλλοις, ών 1200 υπό τον στρατηγόν _Κορβέ_ κατέλαβον

τη 7 Μαΐου 1832 το Ναύπλιον και τα φρούρια.

Αλλά τας Πάτρας πριν ή καταλάβωσιν αυτάς οι Γάλλοι προκατέλαβεν ο

Κίτσος Τσαβέλλας ηγούμενος 500, όστις ην αντίθετος τη επιτροπεία.

Αντίθετοι δε ταύτη ήσαν και τα πολλά της Αχαΐας, Αρκαδίας,

Μεσσηνίας, Ήλιδος και μόνον εν Κορίνθω και Λακωνία υπερίσχυσεν

αύτη. Εν δε τη εκτός του Ισθμού Ελλλάδι τα μεν άλλα ήσαν

αδιάφορα, τα δε της Φωκίδος εφρόνουν τα των Καποδιστριακών.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, εγένοντο εν μυρίαις παρανομίαις και

βία αι εκλογαί των πληρεξουσίων της Εθνικής συνελεύσεως, εφ' ώ

και η Γερουσία και αι επαρχίαι Καρυταίνης, Αμφίσσης και Σπετσών

διεμαρτυρήθησαν επισήμως κατά των τελουμένων εκλογικών οργίων διά

την εν Προνοία Εθνοσυνέλευσιν. Η συνέλευσις αύτη δύναται να

θεωρηθή κυρίως _έκτη_, άτε νέων εκλογών γενομένων· αλλ' ως

συνέχεια της _πέμπτης_ εν Άργει συνελεύσεως της επί Καποδιστρίου

συγκληθείσης θεωρηθείσα αριθμείται ως _πέμπτη_, ούτως ώστε ενέχει

ποιάν τινα σχέσιν προς την _πενθέκτην_ λεγομένην Οικουμενικήν

Σύνοδον. Την συνέλευσιν ταύτην υπέβλεπον οι Καποδιστριακοί, διότι

οι πλείστοι των πληρεξουσίων αυτής ήσαν συνταγματικοί. Τούτου

ένεκα, ενώ οι πληρεξούσιοι συνήρχοντο εν Άργει, ο Δ. Καλλέργης

επήρχετο αναφανδόν προς διάλυσιν αυτής, αλλ' απεστάλη κατ' αυτού

ο Ν. Κριεζώτης και οι ως επικουρία αυτού πεμφθέντες πυροβοληταί

και έν πολεμικόν πλοίον. Ο Καλλέργης ηττηθείς υπεχώρησε τη 8

Ιουνίου 1832 εις τα ενδότερα της Πελοποννήσου, οι δ' εν Άργει

συνελθόντες 180 πληρεξούσιοι, επειδή ηπειλούντο υπό των

Καποδιστριακών, ψυχρώς δε υπεστηρίζοντο υπ' αυτής της

επιτροπείας, απεδοκιμάζοντο δε συγχρόνως υπό τε του Ρώσου και

Άγγλου αντιπρέσβεως, ως συνερχόμενοι καθ' όν χρόνον επέκειτο η

κάθοδος του βασιλέως, απήλθον εις το προάστειον του Ναυπλίου, την

Πρόνοιαν, ασφαλείας ένεκεν (102).

Μετά τινας ημέρας ελύετο αισίως, οπωσδήποτε, και το ζήτημα των

Ελληνικών μεθορίων. Η Πύλη υπεχώρησε προς τας αιτήσεις των εν

Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτών των Δυνάμεων, παρεδέξατο την

τροποποίησιν των μεθορίων και υπέγραψε την 27)9 Ιουλίου 1832 την

οριστικήν περί Ελλάδος συνθήκην. Πλην όμως η Πύλη υπογράφουσα την

συνθήκην ταύτην εποιήσατο νέας τινάς προτάσεις, ήτοι να ορισθή

διά πρωτοκόλλου ο αριθμός των στρατιωτικών και ναυτικών δυνάμεων

της Ελλάδος, να υποχρεωθή η Ελλάς να μη παρέχη υπηρεσίαν τινά ή

βοήθειαν προς τας δυνάμεις, κυβερνήσεις, λαούς και έθνη, μεθ' ών

η Υ. Πύλη ήθελε περιέλθει εις πόλεμον, αλλά να τηρή αυστηρώς την

αρχήν της ουδετερότητος, επί πλέον δε και να εκδίδη τους εις

Ελληνικόν έδαφος καταφεύγοντας υπηκόους Οθωμανούς και τέλος να

αποδώση τας _Δαιμονονήσους_ και τα _Ηλιοδρόμια_, άπερ, ως εκ της

προσφόρου θέσεως αυτών, η Τουρκική Κυβέρνησις έκρινεν αναγκαίας

προς εξασφάλισιν των παρακειμένων οθωμανικών επαρχιών. Αλλ'

ευτυχώς πάσας τας αιτήσεις ταύτας, η εν Λονδίνω συνδιάσκεψις

απέρριψε διά του πρωτοκόλλου της 18)30 Αυγούστου, 1832,

επισπεύδουσα εις τον οριστικόν καθορισμόν των Ελληνοτουρκικών

μεθορίων· εφ' ώ και προσεκάλεσε τα δύο ενδιαφερόμενα Κράτη να

ορίσωσιν επιτροπάς· αυταί δε απέστειλαν κατά το 3 άρθρον της

συνθήκης της 27)9 Ιουλίου 1832 τους συνταγματάρχας: _Βάκερ,

Βαρτελεμύ και Σκαλόν_, οίτινες μετά του Έλληνος επιτρόπου

στρατηγού _Σταΐκου_ και του Τούρκου τοιούτου _Χουσεΐν βέη_

ήρξαντο του έργου αυτών εν Πρεβέζη τη 31 Αυγούστου 1832 και

επεράτωσαν αυτό τη 13)25 Νοεμβρίου. Κατά την διαχάραξιν ταύτην

των ορίων εγένοντο μεταβολαί τινες μάλλον υπέρ της Ελλάδος, ένεκα

τεχνικών λόγων. Το έργον όμως της οροθετικής επιτροπής υπήρξε

δυσχερέστατον, ένεκα της ιδιοτροπίας του Τούρκου επιτρόπου

_Χουσεΐν Βέη_, όστις, κατά την ομόφωνον δήλωσιν των οροθετών των

τριών δυνάμεων, «_μετεχειρίσθη παν μέσον παρ' αυτόν εξαρτώμενον,

προς παρεμπόδισιν των εργασιών, απαγορεύων τοις κατοίκοις να

παρέχωσι πληροφορίας και να οδηγώσιν, απαγορεύων την προμήθειαν

των αναγκαίων τροφίμων, διατάσσων τους αγωγιάτας ν' αποποιώνται

όπως προχωρήσωσι κτλ., εις επίμετρον δε και εξέφρασε, κατά την

τελευταίαν συνεδρίασιν, λόγους αναρμόστους και απειλάς._»

Ούτω διεκανονίσθησαν τα όρια του νέου Ελληνικού Βασιλείου,

ανεπιτήδεια κατά πάντα και στενά, ουδαμώς αντάξια των μεγάλων

θυσιών του ελληνικού έθνους, αγωνισθέντος υπερανθρώπως επί

οκταετίαν όλην, ένεκα της γλισχρότητος των ευεργετίδων δυνάμεων,

αίτινες πολύ μάλλον ήθελον εξυπηρετήσει και τον πολιτισμόν και

την ειρήνην, εάν ανίδρυον Κράτος Ελληνικόν περιλαμβάνον,

τουλάχιστον, την Ήπειρον μετά της Θεσσαλίας και των νήσων Κρήτης

και Σάμου και παρείχον αυτώ τα μέσα της ευημερίας και της

απροσκόπτου προόδου εν τη σταδιοδρομία του πολιτισμού. Και ούτως

έδει να γίνη, αφ' ού και αυτός ο Αυστριακός αρχικαγκελάριος

Μέττερνιχ, όστις υπήρξεν αληθώς αμείλικτος πολέμιος του Ελληνικού

αγώνος, πρώτος προύτεινε την ανίδρυσιν ανεξαρτήτου βασιλείου και

ουχί υποτελούς ηγεμονίας, ότε δε βραδύτερον το Οθωμανικόν κράτος

διέτρεξε κίνδυνον άλλοθεν, απεφάνθη προς τον Πρόκες, ότι, εν

Κωνσταντινουπόλει εκλιπόντων των Τούρκων, _έπρεπε ν' ανιδρυθή

Κράτος Ελληνικόν_.

Εν τούτοις, ως είπομεν, τη 14η Ιουλίου 1832, υπό την προεδρίαν

του _Πανούτσου Νοταρά_ συνελθούσα η εν Προνοία Εθνική Συνέλευσις

εψήφισε τάδε: «να κηρυχθή γενική αμνηστία χάριν της

ειρηνοποιήσεως των διαφόρων κομμάτων· εκφρασθή ευγνωμοσύνη προς

τε τας τρεις προστάτιδας δυνάμεις και τον βασιλέα Λουδοβίκον επί

τη αποδοχή του ελληνικού στέμματος διά τον υιόν αυτού Όθωνα·

αναθεωρηθώσιν οι συνταγματικοί νόμοι· συνταχθή νέον σύνταγμα προς

ασφάλειαν του τε λαού και του θρόνου· διανεμηθή η εθνική γη·

αμειφθώσιν οι αγωνισταί και οι απόγονοι των φονευθέντων υπέρ της

πατρίδος· συγκροτηθή πρόσκαιρος κυβέρνησις μέχρι της καθόδου του

βασιλέως» κτλ. Εκ τούτων εψηφίσθη τη 19 Ιουλίου το Α' ψήφισμα

περί γενικής αμνηστίας, εν ώ: «παρεδίδοντο εις παντελή λήθην τα

απ' αρχής του εθνικού αγώνος εγκλήματα, τα πηγάσαντα εκ πολιτικών

δοξασιών και αι από έργων πολέμου εις τους ιδιώτας προκύψασαι

υλικαί και αποδεδειγμέναι ζημίαι ήθελον αποδοθή υπό του

δημοσίου». Αλλά πριν ή προβεί περαιτέρω η συνέλευσις, οι τρεις

των δυνάμεων αντιπρέσβεις διεμαρτυρήθησαν αμέσως αντιπροτείναντες

α') ότι η πρόσκαιρος κυβέρνησις έδει να μείνη η αυτή μέχρι της

καθόδου του βασιλέως και ιδρύσεως της αντιβασιλείας· β') ότι

απηγορεύετο η πώλησις των εθνικών γαιών μέχρι της ελεύσεως του

βασιλέως· γ') ότι άνευ του βασιλέως ουδέν σύνταγμα ηδύνατο να

ψηφισθή.

Η συνέλευσις απέστειλε δριμείαν απάντησιν προς τους αντιπρέσβεις

αναιρούσαν τας αξιώσεις αυτών ταύτας ως παρανόμους· αλλ' ο Σ.

Τρικούπης δεν επέδωκεν αυτήν παρά την θέλησιν της

Εθνοσυνελεύσεως. Εάν το Σύνταγμα εψηφίζετο τότε, ίσως δεν θα

εγίνοντο αι πολιτικαί εκείναι κομματικαί έριδες, αι πολλαχώς

παραβλάψασαι τας σχέσεις του Βασιλέως Όθωνος προς το έθνος και

επενεγκούσαι τω 1843 την στάσιν, εξ ής ο Όθων ηναγκάσθη άκων και

μη βουλόμενος να επικυρώση Σύνταγμα, όπερ τελείως απεστρέφετο.

Είτα δε τη 26 Ιουλίου 1832 εψηφίσθη το β' υπό της Συνελεύσεως

ψήφισμα, δι' ού εγένετο η επικύρωσις της _εκλογής_ του Όθωνος ως

Βασιλέως, ήν εψήφισεν ήδη η Γερουσία και είχεν αποστείλει τη 26

Απριλίου προς τον Βασιλέα της Βαυαρίας Λουδοβίκον η _διοικητική

επιτροπή_ (προσωρινή Κυβέρνησις). «Μετά την επίσημον επικύρωσιν

οι πληρεξούσιοι αναστάντες πάντες ανεβόησαν ομοθύμως και

επανειλημμένως: _Ζήτω ο Βασιλεύς της Ελλάδος Όθων ο Α'_. Και το

πλήθος δε των Ελλήνων περικύκλωσαν το παράπηγμα της

Εθνοσυνελεύσεως, ών πολλοί εισώρμησαν εις αυτό, και μετά χαράς

δακρύον, επεβόων επί πολύ έξαλλοι εκ χαράς: _Ζήτω ο Βασιλεύς_ και

πανταχού εν τε τω προαστείω και τω Ναυπλίω φαιδροί περιήρχοντο

καθ' ομάδας οι Έλληνες, αποβαλόντες τον φόβον εκ της αβεβαίου

πολιτικής του έθνους καταστάσεως, άτε ελπίζοντες τα βέλτιστα παρά

του Βασιλέως Όθωνος. Διωρίσθησαν δε (19 Αυγούστου) υπό της

_διοικητικής επιτροπείας_, ήτοι της προσωρινής Κυβερνήσεως, μετά

ψήφισμα της Συνελεύσεως, ο ναύαρχος _Ανδρέας Μιαούλης_, ο

στρατηγός _Κώστας Μπότσαρης_ και ο συνταγματάρχης _Γενναίος

Κολοκοτρώνης_, όπως _συνελθόντες εις επιτροπήν απέλθωσιν εις την

βασιλεύουσαν της Βαυαρίας Μόναχον και προσενέγκωσι την αφοσίωσιν

και υποταγήν τον έθνους προς τον Βασιλέα αυτού Όθωνα_· αντί δε

του Γενναίου μη δυνηθέντος να μεταβή, απήλθεν ο _Δ. Πλαπούτας_.

Εκόμισαν δ' εις Μόναχον το τε ψήφισμα της επικυρώσεως της εκλογής

εν πρωτοτύπω και τας αναφοράς της Συνελεύσεως περί ταχείας

καθόδου του Βασιλέως εις Ελλάδα.

Μετά τινα δε χρόνον (τη 19 Αυγούστου), οι περί τον _Φ. Θήρσιον_,

φιλέλληνα Βαυαρόν, αναλώμασι του Λουδοβίκου την Ελλάδα

περιηγούμενον, αλλ' επί τοσούτον χρόνον μετά των Ελλήνων

συγκρωτισθέντα, ως είδομεν, ώστε να αναμιγνύηται εις τα της

Ελλάδος (103), διέλυσαν την εν Προνοία Εθνοσυνέλευσιν, ής ο

σκοπός είχεν ήδη εκτελεσθή, μετά την επιψήφισιν των ανωτέρω.

Μετά την διάλυσιν της εν Προνοία Εθνοσυνελεύσεως, επήλθε μεγίστη

και αύθις εν Ελλάδι αναρχία· διότι η μεν _Εθνοσυνέλευσις_, ήτις

εν ομονοία ήρξε των εργασιών αυτής και ήτο η μόνη άγκυρα της

τεταραγμένης ελληνικής πολιτείας, δεν υφίστατο πλέον· η δε

_Γερουσία_, καίπερ καθ' ολοκληρίαν Καποδιστριακή, και δυναμένη

ουχ ήττον να είναι σκιά αρχής ως τοσάκις πρότερον, είχε

προδιαλυθή υπό της Εθνοσυνελεύσεως· η δε διοικητική επιτροπεία η

συνισταμένη εκ του _Κουντουριώτου, Υψηλάντου, Ζαΐμη, Κωλέττη,

Πλαπούτα, Μεταξά, Τρικούπη_, και αντ' αυτού του _Αναγνώστου

Λιδωρίκη_ και αντ' αυτού του _Κώστα Μπότσαρη_, ήτις, ει μη τι

έτερον, ηδύνατο τουλάχιστον να συνέχη και συγκρατή τα ταραχώδη

στρατιωτικά, προ πάντων, στοιχεία, ως κεκολοβωμένη και

κατεσπαραγμένη, — διότι ο μεν _Κουντουριώτης_ χολωθείς απήλθεν

εις Ύδραν, ο _Υψηλάντης_ απέθανεν, ο _Κώστας Μπότσαρης_ και ο

_Πλαπούτας ή Κολιόπουλος_ απήλθον εις Μόναχον — ουδ' αύτη πλέον

υφίστατο· η δε γραμματεία, το _υπουργείον_ τουτέστι, συγκείμενον

εκ του _Τρικούπη, Μαυροκορδάτου, Ζωγράφου, Βούλγαρη, Ρίζου,

Κλωνάρη_ και _Χρηστίδου_ διίσταντο προς αλλήλους. Προς δε

τούτοις, ως είρηται, η Εθνοσυνέλευσις αντί του Υψηλάντου και του

Μεταξά διώρισε τον Α. Μαυρομιχάλην και Μ. Μηλαΐτην. Εντεύθεν δε

προήλθε μέγας κυκεών, επαυξηθείς διά των ραδιουργιών των

αντιπρέσβεων Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας ών έκαστος επεζήτει να

τρέψη τα της Ελλάδος προς εαυτόν. Ο _γέρων του Μωριά_ όμως,

διαλυθείσης ήδη της Εθνοσυνελεύσεως, ανεκτήσατο το κράτος αυτού

εν Πελοποννήσω. Συνεκάλεσε λοιπόν τους οπαδούς αυτού εις

_Αχλαδόκαμπον_ και είτα τους Ρουμελιώτας εις _Τζιβέρι_, ένθα

απεφάσισαν ότι έπρεπε να εξέλθη της Πελοποννήσου ο πολλάς

καταχρήσεις εν αυτή ποιήσας _Θεόδωρος Γρίβας_, όστις και απήλθεν

εις την δυτικήν Ελλάδα, εν ή ο αδελφός αυτού Γαρδικιώτης είχε

κυριεύσει το Μεσολόγγιον. Η απόφασις αύτη ήτο αναγκαία· διότι οι

διάφοροι λησταί και λωποδύται και λιποτάκται στρατιώται, ών

πολλοί ήσαν Ρουμελιώται, πολλάς καταχρήσεις διέπραττον εν

Πελοποννήσω. Ούτοι, κατ' εκθέσεις των χρόνων εκείνων,

«ελεηλάτησαν πόλεις και χωρία, απλώς δ' ειπείν, η χώρα ολόκληρος

υπήρξεν έρμαιον τοιαύτης φοβεράς αναρχίας και παραλυσίας των

αρχών, ώστε επί 20 όλας ημέρας ουδεμία απολύτως υπήρχε

κυβέρνησις. Εκτός του Ναυπλίου, όπερ χάρις εις τας λόγχας των

Γάλλων υπήκουε προς τους τρεις αντιπρέσβεις, πάσα η λοιπή χώρα

ήτο παραδεδομένη εις την διάκρισιν του Κολοκοτρώνη και των λοιπών

συμμοριαρχών, οίτινες, συμφώνως προς την εν Τζιβέρι

συνομολογηθείσαν ανακωχήν, προσεπάθουν να εκμυζήσωσι, κατά

γράμμα, την χώραν προς όφελος των ιδίων στρατιωτών και ίδιον

εαυτών πλουτισμόν διαρκούσης της μεσοβασιλείας εκείνης και μέχρι

της αφίξεως της βαυαρικής αντιβασιλείας».

«Ύστερον δε ο Κολοκοτρώνης, διαλυθείσης της Γερουσίας, ελθών εις

Ναύπλιον επί της φρεγάτας του Ρώσου ναυάρχου _Ρίκορδ_ συνδιελέχθη

μετά των Ρουμελιωτών οπλιταρχών _Φωτομάρα, Μπότσαρη, Κριεζώτη_

και αυτού του εχθρού αυτού _Θεοδώρου Γρίβα_ περί ιδρύσεως

κυβερνήσεως και της ανασυστάσεως πάλιν της διαλυθείσης Γερουσίας.

Εκ της συνεννοήσεως ταύτης του Κολοκοτρώνη, προέκυψεν η ανίδρυσις

αύθις της Γερουσίας· υπό δε ταύτης επεκυρώθη η τριμελής

επιτροπεία συνισταμένη εκ του _Κωλέττη, Ζαΐμη_ και _Μεταξά_, ήτις

έμελλε να κυβερνά μέχρι της καθόδου του βασιλέως τηρούσα τα αυτά

δικαιώματα, άπερ είχε και η επταμελής επιτροπεία. Αλλ' οι οπαδοί

του Κωλέττη βλέποντες ότι εν τη τριμελεί επιτροπεία ο

προϊστάμενος αυτών, ο Κωλέττης, έμελλε να είναι πάντη ανίσχυρος

ως μειονοψηφών, _ανεκήρυξαν τον συμβιβασμόν τούτον και την

ανασύστασιν και τας πράξεις της Γερουσίας ως παρανόμους_. Γάλλοι

δε στρατιώται οπαδοί των συνταγματικών απέσπασαν (18 Οκτωβρίου

1832) την προκήρυξιν της Γερουσίας, δι' ής ερρυθμίζοντο τα της

τριμελούς επιτροπείας, άπερ απεδοκίμαζον, τους δε αντιστάντας

τακτικούς στρατιώτας απέκρουσαν και επέτυχον διά των αντιπρέσβεων

να εκβάλωσιν αυτούς του φρουρίου. Η γαλλική λοιπόν φατρία

υπερίσχυσε και εκ παντός τρόπου, απεδοκίμαζε τας πράξεις της

Γερουσίας. Τω γαλλικώ κόμματι συνέπραττε, συμφέροντος ιδίου

ένεκεν, και η τριανδρία, ήτις κατέλυσε (8 Οκτωβρίου) πάντα τα

ελληνικά δικαστήρια. Τέλος δε και αυτός ο πρόεδρος της Γερουσίας

_Τσαμαδός_ συνελήφθη (19 Οκτωβρίου) υπό του Γάλλου διοικητού.

Οι Ρωσόφρονες προς καταπολέμησιν των συνταγματικών προσείλκυσαν

την Γερουσίαν, ής τα μέλη είχον διαφθαρή διά χρημάτων Ρωσικών,

ίνα εκλέξωσι _κυβερνήτην_ της Ελλάδος τον Ρίκορδ, προς τούτο δε

ουδέν ήτο το κωλύον· διότι «η εν Ναυπλίω Εθνοσυνέλευσις είχεν

απονείμει τω Ρώσω ναυάρχω τα δικαιώματα του πολίτου Έλληνος,

ένεκεν των προς την Ελλάδα αγώνων αυτού και του υπέρ της

ευδαιμονίας αυτής φιλογενούς αυτού ζήλου»·

Αλλ' όπως τούτο γένηται, κατεβλήθησαν πολλά χρήματα υπό του

γενικού της Ρωσίας προξένου Βλασσοπούλου, όπως οι Γερουσιασταί,

ίνα ώσιν ασφαλείς και αι πράξεις αυτών έγκυροι, απέλθωσιν εις

Άστρος διά της μεγάλης λέμβου της φρεγάτας «_Πριγκηπίσσης

Λουίζας_». Οι γερουσιασταί έλαβον μεθ' εαυτών τα αρχεία, το

πιεστήριον και την εφημερίδα αυτών τον «_Ελλητικόν καθρέπτην_»,

και εκεί εξέδωκαν (9 Νοεμβρίου), ως η μόνη, δήθεν νόμιμος

εξουσία, διάταγμα, δι' ού ηκυρούντο πάνθ' όσα, ακόντων αυτών,

εγένοντο υπό της εν Ναυπλίω κυβερνήσεως. Τη αυτή ημέρα

παραπλεύσασα και η Ρωσική ναυαρχίς παρέλαβε τους Γερουσιαστάς

Αινιάνα και Περούκαν, τον Καλλέργην και τον Κολοκοτρώνην, όπως

συνδιασκέψωνται μετά του Ρίκορδ περί του τρόπου της ανακηρύξεως

αυτού ως κυβερνήτου της Ελλάδος· Αλλ' επειδή όμως εκτός των

δαπανηθέντων χρημάτων, ο Περούκας εζήτησεν έτι 200,000 φράγκων, ο

Ρίκορδ ηρνήθη. Τότε η Γερουσία φοβηθείσα εξ Άστρους απέπλευσεν

εις Σπέτσας· εδημοσίευσε δε πρότερον ο «_Ελληνικός καθρέπτης_»,

ότι η Γερουσία κατέλιπε το Ναύπλιον, αλλά τούτο έπραξεν ίνα

ελευθέρως ενεργή τα υψηλά αυτής καθήκοντα. Πλην το μυστικόν

εγνώσθη, οι δε ναύαρχοι συνέχαιρον τω Ρίκορδ επανελθόντι εις

Ναύπλιον, επί τη εκλογή αυτού, ως κυβερνήτου της Ελλάδος· ο Ρώσος

όμως αντιπρεσβευτής επέπληξεν αυτόν σφοδρώς επί τη πράξει· ούτος

δε επέρριψε πάσαν την ευθύνην επί του κόμητος Πάλμα και

Βούκοτιτς, ως δήθεν εν αγνοία αυτού διενεργησάντων τα περί

υπόψηφιότητος αυτού ως κυβερνήτου. Αλλ' ει και απέτυχεν η

υποψηφιότης του Ρίκορδ εν Άστρει, εν Σπέτσαις όμως επέτυχε,

διορισθέντος υπό της φυγάδος Γερουσίας _Κυβερνήτου της Ελλάδος_.

Και το μεν αξίωμα ούτε απεδέξατο, ούτε ενήσκησεν ο Ρίκορδ, το

επίσημον όμως έγγραφον του διορισμού αυτού απέστειλεν ο φιλόδοξος

ναύαρχος εις Πετρούπολιν.

Εντεύθεν όσω προσήγγιζεν η κάθοδος του βασιλέως Όθωνος, τόσω αγών

μέγας κατεβάλλετο, όπως, πάση δυνάμει, έκαστος των δυναμένων

ληστεύη τό τε δημόσιον και ιδιώτας, σκεπτόμενος ότι, μετά την

κάθοδον του βασιλέως, έμελλε πλέον να ισχύση ο νόμος· εξ άλλου δε

μέρους και οι σκιάν αρχής έχοντες συνεκράτουν αυτήν, ίνα

παραστώσι κατόπιν προς τον βασιλέα ως περιβεβλημένοι αρχήν του

Κράτους. Επειδή δε οι στρατιωτικοί ήσαν οι έχοντες τα ισχυρότερα

όπλα ως μάλλον ησκημένοι των χωρικών περί το λαφυραγωγείν, αυτοί

μάλιστα διέπρεψαν επί τούτω.

Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος · 第 33 / 36 段