Ο Κυβερνήτης ηδυνήθη να πεισθή εν τω εν Ελλάδι γαλλικώ

στρατοπέδω, εν ώ παρευρέθη κατά τας επί τη ιουλιανή επαναστάσει

γενομένας εορτάς, πόσον βαθέως ήσαν εν αυτώ ερριζωμέναι αι

δημοκρατικαί ιδέαι, και πόσον ευμαθείς είχον καταστή αι γαλλικαί

λόγχαι. Ούτω εφοβείτο ευλόγως, ότι οι μέλλοντες να φρουρήσωσι το

Ναύπλιον Γάλλοι στρατιώται ήθελον συναδελφωθή προς τους

επαναστάτας, και καλόν ενόμισε να υποδείξη μετ' αξιοπρεπείας,

«ότι η ημέρα, καθ' ήν ξένος στρατός ήθελε καταλάβει την

πρωτεύουσαν της Ελλάδος και εις τας λόγχας αυτού μόνας ήθελεν

οφείλει την ασφάλειάν της η κυβέρνησις, ήθελεν είναι η τελευταία

ημέρα του προσωρινού Κυβερνήτου! και ότι, αν αι σκευωρίαι

αναπτυχθώσιν επί τοσούτον, ώστε η ελληνική κυβέρνησις μόνον διά

ξένων επικουρικών στρατευμάτων να δύνηται να επιβάλη υπακοήν εν

Ναυπλίω και Άργει, εστέ πεπεισμένος — είπε προς τον Ρουάν — ότι

εγώ δεν θα είμαι πλέον κυβέρνησις!» Ούτω δε ο Καποδίστριας

απεφάσισε να ακούση. Ίνα επιφέρη δ' οριστικόν τινα και κρίσιμον

κτύπον κατά της Ύδρας, ηρνήθη τοις νησιώταις τα ναυτιλιακά

έγγραφα, ισχυριζόμενος, ότι δεν υπήκουον πλέον τοις παλαοίς αυτών

δημογέρουσιν, αλλά τη αυτοκλήτω συνταγματική δημοτική επιτροπή.

Παρεκάλεσε δε συνάμα τους κυβερνήτας των τριών συμμάχων στόλων να

παρακωλύσωσιν εκπλέοντα τα πλοία των επαναστατών. Αλλά δυστυχώς

ήκουσεν ως προς τούτο τον _Λαλάνδ_ και τον _Λάιονς_

προφασιζομένους έλλειψιν οδηγιών εκ μέρους των οικείων

κυβερνήσεων. Η διαγωγή αύτη των κυβερνητών Αγγλίας και Γαλλίας,

καθ' ά έγραφεν ο Ρίκορδ τη 30 Ιουλίου προς τον Νέσσελροδ:

«_κατέδειξεν, ότι οι ναύαρχοι της Γαλλίας και Αγγλίας υπήρξαν οι

κύριοι αίτιοι των ταραχών και της καταστροφής εν Πόρω_». Ο

Κυβερνήτης δεν εταράχθη βεβαίως εκ της «_δειλίας των Άγγλων και

Γάλλων_», ως απεκάλει το πράγμα. Το σπουδαίον νυν ήτο να

κατασταλή δι' ενός μόνου κτύπου η επανάστασις. Ούτω δε εν τω

ναυστάθμω του Πόρου διετάχθη εν κρυπτώ ζωηροτάτη δραστηριότης. Ο

Καποδίστριας διέταξε τον εξοπλισμόν και την πλήρωσιν του

ελληνικού στόλου· ήθελε δε να προσβάλη την Σύρον, ίνα τιμωρήση

αυτήν ότι συμμετέσχε της επαναστάσεως, και επαναγάγη ούτως υπό το

κράτος αυτού την εμπορικώς και πολιτικώς σπουδαιοτάτην νήσον του

Αιγαίου.

Κατά την σπουδαιοτάτην εκείνην διά την Ελλάδα στιγμήν, η κοινότης

της Ύδρας προέβη εις αξιόμεμπον απόφασιν. Επεφόρτισε τον

δαφνοστεφή ναύαρχον Α. Μιαούλην να ματαιώση διά πραξικοπήματος τα

σχέδια του Κυβερνήτου, και μεταβαίνων κατεσπευσμένως εις Πόρον

μετά 200 νησιωτών να καταλάβη τον ελληνικόν στόλον και τον

ναύσταθμον. Ο Μιαούλης κατά την νύκτα της 14 προς την 15 Ιουλίου

1831 ηγούμενος πεντήκοντα μόνον ανδρών και συνοδευόμενος υπό του

σημαιοφόρου αυτού Α. Κριεζή και του Α. Μαυροκορδάτου ως πολιτικού

συμβούλου, μετέβη εις Πόρον και κατώρθωσε, διαρκούσης έτι της

νυκτός, να καταλάβη αιφνιδίως, τη βοηθεία των κατοίκων, τον

ναύσταθμον τον στόλον, και να αναπετάση την σημαίαν αυτού επί της

φρεγάτας «_Ελλάδος_».

Ο εν Πόρω ευρισκόμενος στόλος απετέλει τότε το μέγιστον μέρος της

ελληνικής ναυτικής δυνάμεως· συνέκειτο δε εκ της φρεγάτας:

«_Ελλάδος_», 64 τηλεβόλων, των κορβετών «_Σπετσών_» και άλλης

τινός, δύο ατμοπλοίων, του «_Άστιξ_» και της «_Καλαυρίας_»,

πολλών πυρπολικών και άλλων μικροτέρων πλοίων, Ο Μιαούλης διέταξε

την εξόπλισιν των πλοίων τούτων, ίνα απαγάγη αυτά εις Ύδραν,

μετεχειρίσθη δε πάσαν δυνατήν πειστικήν τέχνην, όπως προσηλυτίση

υπέρ της «_συνταγματικής μερίδος_» τον έτερον δαφνοστεφή ήρωα Κ.

Κανάρην, κυβερνήτην της κορβέττας αι «_Σπέτσαι_». Εις μάτην όμως·

ο γενναίος ψαριανός ην φανατικός οπαδός του ρωσικού κόμματος, εις

ό παρέμεινε πιστός καθ' όλον αυτού τον βίον, και προσέκειτο τω

Κυβερνήτη μεθ' όλης της αφοσιώσεως εντίμου ψυχής. Ούτος αρνηθείς

να παραδώση το πλοίον αυτού εις την κοινότητα της Ύδρας,

απεχώρησεν, ότε ο Μιαούλης έτεινεν αυτώ την χείρα. Δακρύων ούτος

επί τη πεισμοσύνη του παλαιού συμμαχητού, διέταξε προς το

θεαθήναι την φυλάκισιν αυτού, και την εξ Υδραίων πλήρωσιν των

«_Σπετσών_», αλλ' απέλυσε πάλιν εντός ολίγου τον γενναίον

πυρπολητήν.

Το παράβολον τούτο πραξικόπημα του Μιαούλη ενεποίησε βαθείαν

εντύπωσιν τω Κυβερνήτη. Εσωτερική δε τις άλλη επανάστασις

εφαίνετο γινομένη εν αυτώ. Αι εκφράσεις και η συμπεριφορά αυτού

ενέφαινον τον άγριον πόθον προσωπικής εκδικήσεως· επεκαλέσατο δε

νόμους και δικαιοσύνην, όπως καταδικασθώσιν εις θάνατον οι

ηγήτορες της αντιπολιτεύσεως. Τους Υδραίους εθεώρει ως στίφος

βαρβάρων και πειρατών, οίτινες προσέβαλλον την αρχήν αυτού, διότι

είχε κλείσει εις αυτούς την οδόν του κακουργήματος και της

ληστεύσεως. Τούτου δ' ένεκα εδήλωσεν, ότι σκοπόν είχε να πλύνη

διά του αίματος των εχθρών την εστίαν εκείνην της αποστασίας.

Εν Ναυπλίω επεκράτει μεγίστη κατάπληξις επί τοις εν Πόρω

γινομένοις. Ουδέν εφαίνετο σαφέστερον, ή ότι δυσκόλως θα κατώρθου

ο Κυβερνήτης να καταστείλη την στάσιν δι' Ελληνικών δυνάμεων.

Ούτω δε ετράπη ούτος προς τους τρεις αντιπρέσβεις, και δι'

επισήμου εγγράφου της 16)28 Ιουλίου, εν ώ καταφαίνεται αμηχανία,

παρέστησε την πράξιν του αρχηγού των Υδραίων. Απήτησε δε παρ'

αυτών να λάβωσι πάραυτα παν δυνατόν μέτρον, όπως πείσωσι τους

Υδραίους, ότι αι σύμμαχοι Δυνάμεις δεν ήθελον ανεχθή, αλλά

παραδειγματικώς τιμωρήσει τοιαύτας άφρονας και εγκληματικάς

πράξεις. Εκ τυχαίας συμπτώσεως, ήτις παρέχει ημίν ύποπτον λαβήν,

ο τε γάλλος αντιπρεσβευτής και οι κυβερνήται _Λαλάνδ_ και

_Λάιονς_ ευρέθησαν απόντες του Ναυπλίου κατά την κρίσιμον εκείνην

ώραν. «_Λυπούμαι πολύ_, έγραφεν ένεκα τούτου ο Κυβερνήτης προς

τον βαρώνον Ρούκμαν, «ότι ο βαρώνος Ρουάν είνε απών, ότι ο κύριος

Λαλάνδ ευρίσκεται εν Ναβαρίνω, και ότι ο κύριος Λάιονς απέπλευσε

χθες εντεύθεν. Ελπίζω όμως ότι υμείς, απέναντι της σοβαρότητος

των πραγμάτων, θέλετε παρακινήσει τον ναύαρχον Ρίκορδ να μεταβή

εις Πόρον, όπως κωλύση τους πειρατάς της Ύδρας από της εκτελέσεως

των σχεδίων αυτών.»

Ο ρώσος ναύαρχος Ρίκορδ, άμα αγγελθέντων των εν Πόρω γενομένων,

είχε μεταβή εις Ναύπλιον, και εξέφρασε το κατ' αρχάς, δισταγμούς

τινας και ενστάσεις κατά της μονομερούς επεμβάσεως των Ρώσων εις

την ελληνικήν εμφύλιον έριδα, αλλ' ο Κυβερνήτης εγνώριζε τον

άνθρωπον. Ανέλαβεν ενώπιον αυτού το ήθος του πρώην υπουργού του

αυτοκράτορος Αλεξάνδρου και ο ρώσος ναύαρχος ηναγκάσθη να

υπακούση. Ο Ρίκορδ απέπλευσε, συγχρόνως δ' ο Καποδίστριας

απέστελλεν εις Πόρον διά ξηράς έν τάγμα πεζικού, 200 άνδρας

τακτικού ιππικού υπό τον Δημήτριον Καλλέργην και ισχυρόν σώμα

ατάκτων. Ο ρώσος ναύαρχος ηγκυροβόλησε μετά της φρεγάτας και του

βρικίου αυτού, προ μεγάλου στομίου του λιμένος του Πόρου. Μικρόν

δε μετ' αυτόν επεφάνη έξωθεν του Πόρου και η αγγλική φρεγάτα

«_Μαδαγασκάρ_,» ήτις εξηκολούθησεν όμως, μετά μικράν διαμονήν,

πλέουσα προς την Σαλαμίνα, όπερ ηύξησε μεν τας ελπίδας των

επαναστατών, προυκάλεσε δε πικρότατα του Κυβερνήτου παράπονα. Ο

Καποδίστριας υπέμνησε δριμέως προς τον αντιπρεσβευτήν _Δώκινς_,

ότι αι οδηγίαι του Λόρδου Πάλμερστον υπηγόρευον αυτώ να παράσχη

ηθικήν συνδρομήν τη προσωρινή κυβερνήσει και αφήκεν αυτόν να

κρίνη, οποίαν εντύπωσιν ήθελε προξενήσει τοις Έλλησιν η στιγμιαία

εμφάνισις και η παραχρήμα αναχώρησις της «_Μαδαγασκάρ_».

Επειδή δε ο Κυβερνήτης ουδ' επί στιγμήν καν ηδύνατο να αμφιβάλλη

περί των διαθέσεων του λαού, παρεδέξατο ανενδοιάστως, ότι δυνατόν

ήτο να εκραγή εμφύλιος πόλεμος. Το Ναύπλιον ετέθη εις κατάστασιν

πολιορκίας, η αστυνομία ανέπτυξε σωτήριον αυτής ενέργειαν,

έρευναι κατ' οίκον και φυλακίσεις εξετελούντο, και πας ύποπτος

ηναγκάζετο να καταλίπη ανυπερθέτως την πόλιν. Ούτως ηρπάγησαν

νυκτός εκ των οίκων αυτών οι ιατροί _Αλεξόπουλος_ και

_Σπηλιόπουλος_, εσύρθησαν χωρίς τινος ανακρίσεως ή εξετάσεως έξω

των πυλών των τειχών και εξηναγκάσθησαν να φύγωσιν εις Ύδραν.

Ο γενναίος του Κολοκοτρώνη συναγωνιστής ο _Τουρκοφάγος_ Νικήτας

επετράπη και ανέλαβε την διοίκησιν παντός του εις Πόρον

αποσταλέντος σώματος εκ χιλίων περίπου ανδρών, όπερ αποστολήν

είχε να υποστηρίξη εκ της Στερεάς τας κινήσεις των Ρώσων. Οι

προφυλακές αυτού προυχώρησαν αντίπεραν μέχρι της νήσου, αυτός δε

εστρατοπέδευσεν εν τω προαστείω _Γαλατά_, κειμένω επί της Στερεάς

απέναντι του Πόρου.

Ότε αφίκετο εις Πόρον ο ναύαρχος Ρίκορδ, ο Μιαούλης κατεγίνετο

εις εξοπλισμόν των πλοίων, άτινα είχε καταλάβει, όπως απαγάγη

αυτά κατόπιν εις Ύδραν. Προσκληθείς δε να παραιτηθή του σκοπού

αυτού, εδήλωσεν ότι ενήργει τη διαταγή της _συνταγματικής

επιτροπής_. Μάτην ηπείλησε βίαν ο Ρίκορδ. Ο Μιαούλης, διαβεβαιών

την ευπείθειαν αυτού εις τας προστάτιδας Δυνάμεις, υπεδήλωσεν,

ότι δεν ηδύνατο να λάβη διαταγάς παρά του Ρώσου ναυάρχου

ατομικώς, και ότι ήθελεν υπερασπισθή εναντίον αυτού. Παρέπεμψε δε

τον ναύαρχον Ρίκορδ εις τας δημοτικάς της Ύδρας αρχάς, όπερ

εθεωρήθη φυσικώς υπό των Ρώσων ως ειρωνεία. Αι διαπραγματεύσεις

ετραχύνθησαν, και βίαιαι επήλθον σκηναί· Ρώσος δε τις κήρυξ,

σχίσας επιστολή του Μιαούλη και καταπατήσας αυτήν ενώπιον του

ελληνικού πληρώματος, ολίγου δειν εφονεύετο υπό των

αγανακτησάντων Ελλήνων, αν δεν προυστάτευεν αυτόν ο Μιαούλης.

Κατά την κρίσιμον εκείνην στιγμήν επεφάνησαν οι της Αγγλίας και

Γαλλίας κυβερνήται _Λάιονς_ και _Λαλάνδ_, τυχαίως ελθόντες και

έτοιμοι να επανακάμψωσιν εις Ναύπλιον. Ίνα διατηρήσωσι δε το

κύρος της τριπλής συμμαχίας, συνετάχθησαν ταις ενεργείας του

πρεσβυτέρου αυτών συναδέλφου, του Ρίκορδ. Προσεκάλεσαν τους

επαναστάτας να αποχωρήσωσι και να αποδώσωσι τη κυβερνήσει τα τε

πλοία και τον ναύσταθμον. Αλλ' ο Μιαούλης ησθάνετο έτι και νυν

ότι ήτο πολίτης της Ύδρας· αντέταξε τας ρητάς διαταγάς της

δημογεροντίας και επιτροπή, σταλείσα εις Ύδραν όπως ερωτήση περί

τούτου, επεβεβαίωσεν αυτάς. Ο Λάιονς και ο Λαλάνδ ούτ' εξουσίαν

ούτε διάθεσιν είχον να ασκήσωσι βίαν τούτου δ' ένεκα απήλθον εις

Ναύπλιον, όπως μάθωσι την γνώμην των αντιπρέσβεων.

Αναντιρρήτως ο ένθεν κακείθεν πλους της «_Μαδαγασκάρ_», η

αιφνίδιος εμφάνισις, η ατελής απειλή και η παραχρήμα αναχώρησις

αμφοτέρων των κυβερνητών του αγγλικού και γαλλικού στόλου, ήσαν

πρόσφορα μόνον όπως αναζωογονήσωσι τας ελπίδας των επαναστατών.

Πριν ή αποπλεύσωσιν όμως συνεφώνησαν προς αμφοτέρους τους

αντιπάλους να γείνη αποφυγή πάσης αιματοχυσίας, έλαβον δε παρά

του Μιαούλη και του ναυάρχου Ρίκορδ την υπόσχεσιν, ότι δεν θα

επιχειρήσωσί τι κατ' αλλήλων ιδιοβούλως, μέχρις ού επιστρέψωσιν

εκ Ναυπλίου ο Λαλάνδ και ο Λάιονς κομίζοντες την απόφασιν των

συμμάχων. Αλλά και διάθεσιν αν είχεν ο ρώσος ναύαρχος να υπομείνη

μέχρι της προθεσμίας ταύτης, τα πράγματα έμελλον να κατισχύσωσι

της υποσχέσεως αυτού. Ο Ρίκορδ έγραψε προς τους δύο συναδέλφους

επιστολήν, αγγέλλουσαν ότι σκοπόν είχε να περιζώση τον Μιαούλην,

να κλείση αυτώ το μεσημβρινόν στόμιον του πορθμού, και να

εξαναγκάση αυτόν εις παράδοσιν· εις τοσούτον δε μάλιστα προυχώρει

ο προς επέμβασιν ζήλος αυτού, ώστε ηξίωσε παρά των κυβερνητών των

δυτικών Δυνάμεων να υποστηρίξωσιν αυτόν εν ταις κατά του Μιαούλη

και των Υδραίων ενεργείαις αυτού. Ούτω δε ευθύς αμέσως μετά τον

απόπλουν των κυβερνητών του γαλλικού και αγγλικού στόλου,

ανεκοίνωσεν ο Ρίκορδ προς τον Έλληνα ναύαρχον, ότι έμελλε να

αποστείλη δύο πλοία εις το μεσημβρινόν στόμιον του στενού, άπερ

και απέστειλε και κατέλαβον εν τω μέσω αυτών την κορβέταν

«_Σπέτσαι_», απεκώλυσαν τον είσπλουν και έκπλουν των πλοιαρίων,

άτινα μετέφερον ύδωρ και τροφάς εις το αντίπεραν κείμενον

Μοναστήριον. Πρόδηλος σκοπός αυτών ήτο να διακοπή εντελώς η προς

την Ύδραν συγκοινωνία, να αποκλεισθή δε και λιμοκτονήση ο

Μιαούλης εν τω στενώ εκείνω πόρω. Τούτου δ' ένεκα κατά την νύκτα

της 24 προς την 25 Ιουλίου επήλθε μάχη μεταξύ των ρώσων και των

επαναστατών. Μικρά τις κορβέτα, φορτίον τροφίμων εξ Ύδρας

κομίζουσα, απεπειράθη να εισχωρήση διά της μικράς εισόδου εις τον

λιμένα. Ο κυβερνήτης του ρωσικού πλοίου ο «_Τηλέμαχος_» εξέπεμψεν

ευθύς λέμβον, προσκαλών αυτήν να οπισθοχωρήση· αποκρουσθείσης δε

της λέμβου διά πυροβολισμών, ήρξατο πυροβολών και αυτός κατά των

επαναστατών. Το φρούριον του Πόρου, και η κορβέτα «_Σπέτσαι_»

μετέσχον του επακολουθήσαντος κατά των Ρώσων αγώνος. Κατίσχυσαν

όμως τα κάλλιον ωπλισμένα και πεπληρωμένα πλοία, και μετά δίωρον

μάχην, η μεν κορβέτα «_Σπέτσαι_» είχεν απολέσει τους ιστούς

αυτής, η δε άλλη ηναγκάσθη να επιστρέψη εις Ύδραν. Επέτυχον δε

ούτως οι Ρώσοι να αναγκάσωσιν εις υποστροφήν και τους τρόφιμα

κομίζον υδραϊκόν πλοίον. Το γεγονός τούτο βαθείαν ενεποίησεν

εντύπωσιν τω Έλληνι ναυάρχω. Απέστειλε δε τον υπασπιστήν αυτού

_Αργυρόπουλον_ εις την ρωσικήν ναυαρχίδα, όπως εκφράση παράπονα

κατά των παρακεκινδυνευμένων κινημάτων του ρωσικού στόλου. Αλλ' ο

Ρίκορδ, ένθερμος ρώσος πατριώτης, θεωρών πάσαν την κατά του

Κυβερνήτου επανάστασιν ως ειδικήν κατά του Τσάρου προσβολήν,

απήντησε διά τινων τραχειών ναυτικών εκφράσεων, ότι «_οι

επαναστάται δεν ήξιζον τίποτε καλλίτερον_». Επειδή δε ο Μιαούλης,

και μετά τούτο δεν απετρέπετο του παραλόγου σκοπού αυτού, αλλά

διέταξε την νέαν πλήρωσιν των «_Σπετσών_», και εζήτησεν

επικουρίας παρά της κοινότητος της Ύδρας, αναγκαίον ενόμισεν ο

Ρώσος ναύαρχος να προβή εις οριστικόν τινα κατ' αυτού κτύπον, και

να συλλάβη αμφοτέρας τας κατά το μικρόν στόμιον του πορθμού

ευρισκομένας ελληνικάς κορβέτας.

Η 29 Ιουλίου είχεν ορισθή υπό του Ρίκορδ προς εκτέλεσιν οριστικής

τινος επιθέσεως. Ενώ το πυρ των ρωσικών πλοίων ήθελεν απασχολεί

τους επαναστάτας, έμελλον να εξορμήσωσι τα κυβερνητικά

στρατεύματα εκ των υψωμάτων του Γαλατά, να διαβώσι το αβαθές

στενόν και να κυριεύσωσιν εξ εφόδου το φρούριον του Πόρου, όπερ

τοσούτον ζωηρώς είχε μετάσχει του κατά του «_Τηλεμάχου_» αγώνος.

Το σχέδιον όμως τούτο απέτυχε. Καθότι ο του των επιλέκτων

τάγματος διοικητής _Διαμαντινός_, όστις είχε προτείνει να οδηγήση

το σώμα της εφόδου, ελπίζων ότι δεν ήθελε γείνει δεκτή η πρότασις

αυτού, απώλεσε το θάρρος κατά την κρίσιμον στιγμήν· τα δε

στρατεύματα της Κυβερνήσεως δεν εκινήθησαν εκ της θέσεως αυτών.

Εν τούτοις όμως η από της θαλάσσης προσβολή επέτυχε πληρέστατα.

Δύο ρωσικά βρίκια προσέβαλον το φρούριον του Πόρου, δύο δε άλλα

επετέθησαν κατά των ασθενώς πεπληρωμένων και κακώς ωπλισμένων

ελληνικών κορβετών, ών ιδίως την άλωσιν εσκόπει ο Ρίκορδ. Μετά

μιας ώρας μάχην ετινάχθησαν αι «_Σπέτσαι_» εις τον αέρα, ετέρα δε

τις κορβέτα περιήλθεν εις τοσούτον οικτράν κατάστασιν, ώστε το

πλήρωμα αυτής ηναγκάσθη να καταλίπη αυτήν και να καταφύγη εις

Πόρον.

Το άγγελμα της πρώτης ταύτης σπουδαίας συγκρούσεως μεταξύ Ελλήνων

και Ρώσων διέπτη ταχέως εις Ναύπλιον

Ο δε αντιπρεσβευτής της Ρωσίας Ρούκμαν έγραψε·

«Μετά τοσαύτας ευεργεσίας, άς επεδαψίλευσεν η Ρωσία εις την χώραν

ταύτην, μετά την πιστήν προστασίαν, ήν παρέσχεν εις τους Έλληνας,

μεθ' όλας τας εκδουλεύσεις, άς ρώσοι πράκτορα παρέχουσιν έτι και

νυν εις τους Υδραίους καθ' εκάστην, ηδύνατο βεβαίως να φρονή η

Ρωσία, ότι ήτο ασφαλής κατά τοιαύτης προσβολής και τοσούτον

μελανής αχαριστίας. Ευρίσκομαι εν λυπηρά ανάγκη να ανακοινώσω εις

την αυλήν μου τας λεπτομερείας του αξιοθρηνήτου αυτού γεγονότος.

Θέλω δ' επίσης εκθέσει το πράγμα εις την εν Κωνσταντινουπόλει

αυτοκρατορικήν πρεσβείαν, όπως λάβη αύτη πάραυτα όσα νομίση

πρόσφορα μέτρα κατά των εν τοις λιμέσι του Ευξείνου ευρισκομένων

σήμερον υδραϊκών πλοίων».

Προς ταύτα δ' απήντησεν ο Κυβερνήτης:

«Η Ελλάς εκ του προτέρου ήδη εστηλίτευσε τους εργάτας του κατά

της αυτοκρατορικής ρωσικής σημαίας εγκλήματος, και καθιστά

επομένως αυτούς μόνους υπευθύνους επί τη ζημία, ήν δύνανται να

υποστώσι τα σπουδαιότατα Ελληνικά συμφέροντα, όταν η υμετέρα

έκθεσις και η του ναυάρχου Ρίκορδ φθάσωσιν εις Ρωσίαν. Η Ελλάς

και η κυβέρνησις αυτής ευελπιστούσιν, ότι ο Τσάρος εν τη

δικαιοσύνη και τη αγαθότητι αυτού δεν θέλει συγχύσει την μεγάλην

του έθνους ομάδα, ήν εμπνέει ευγνωμοσύνη προς τον αυτοκρατορικόν

της ευεργέτην, τους ολίγους εκείνους ανθρώπους, οίτινες

σκληροτραχήλως επιδιώκουσι παράφρονα και εγκληματικά σχέδια,

καταδηλούντες ούτως ικανώς την τύφλωσιν αυτών.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

Τα εν Πόρω. — Η ανατίναξις της φρεγάτας «Ελλάδος» και της

κορβέττας «Ύδρας». — Η λεηλασία του Πόρου. — Τα μετά τα εν Πόρω —

Αναβολή της Εθνοσυνελεύσεως. — Η αντιπολίτευσις μαίνεται —

Μελετάται η του Καποδιστρίου δολοφονία. — Σύλληψις του Πετρόμπεη

υπό του ναυάρχου Κανάρη και φυλάκισις αυτού εν τω Ιτς-Καλέ —

Αποτυχία της συνεντεύξεως Πετρόμπεη προς τον Κυβερνήτην —

Διάλογος Πετρόμπεη Γεωργίου και Κωνσταντίνου Μαυρομιχαλών. —

Απόφασις της δολοφονίας. — Η δολοφονία. — Φόνος του δολοφόνου

Κωνσταντίνου. — Καταφυγή του Γεωργίου Μαυρομιχάλη εις το μέγαρον

της Γαλλικής πρεσβείας. — Παράδοσις αυτού. — Καταδίκη εις

θάνατον. — Η Γερουσία εκλέγει τριμελή επιτροπήν εκ των

Αυγουστίνου Καποδιστρίου, Θεοδώρου Κολοκοτρώνη και Ιωάννου

Κωλέττη. — Τα μετά την δολοφονίαν — Κρίσεις

Εν τω μεταξύ οι των δυτικών Δυνάμεων διπλωμάται υπέβαλον τω

Κυβερνήτη εγγράφους διαβεβαιώσεις των εντολοδόχων αυτών, καθ' άς

αι αυλαί θερμώς επεθύμουν να αποκατασταθή εν Ελλάδι η ησυχία υπό

την κρατούσαν των πραγμάτων τάξιν. Συνεβούλευσαν δε τούτου ένεκα

μέτρα συνδιαλλακτικά και σύγκλησιν Εθνοσυνελεύσεως, και ηρνήθησαν

οριστικώς να διατάξωσι την σύμπραξιν των στόλων αυτών μετά του

ρωσικού και την από κοινού μετά του Ρίκορδ επίθεσιν κατά του

Μιαούλη. Ο Δώκινς ελάλει επιμονώτερον εί περ ποτε περί εθνικής

συνελεύσεως και συντάγματος, και ο Ρουάν δ' αυτός συνίστα

παραχωρήσεις υπέρ της συνταγματικής μερίδος. Ούτω δε ο

Κυβερνήτης, δυσχεραίνων προφανώς και ενδόμυχον έχων πρόθεσιν να

διακωλύση την εκτέλεσιν του αποφασισθέντος, συγκατένευσε τέλος

εις συμβιβασμόν τινα: Ο Μιαούλης έμελλε να προσκληθή, εν ονόματι

της τριπλής συμμαχίας, εις απόδοσιν της εθνικής ιδιοκτησίας·

υπεσχέθη δ' αφ' ετέρου ο Καποδίστριας να παράσχη αμνηστίαν τοις

μετασχούσι των εν Πόρω συμβάντων και να συγκαλέση ό,τι τάχιον

εθνικήν συνέλευσιν.

Οι κυβερνήται Λαλάνδ και Λάιονς έμελλον να ανακοινώσωσι τοις

_επαναστάταις_ τας σπουδαίας ταύτας αποφάσεις, και ανεχώρησαν

προς τούτο εκ Ναυπλίου την 31 Ιουλίου, αλλά πριν ή φθάσωσιν εις

Πόρον, είχεν ήδη επέλθει εκεί η απαίσιος και από μακρού

επικρεμαμένη καταστροφή.

Η μάχη της 29 Ιουλίου είχε προξενήσει βαθυτάτην εντύπωσιν εις

τους περί τον Μιαούλην. Την εσπέραν της 31 Ιουλίου απεφάσισαν οι

εν Πόρω _πατριώται_, οίτινες τέως είχον υποστηρίξει πιστώς τον

Έλληνα ναύαρχον, να προβώσιν εις διαπραγματεύσεις προς τον

Ρίκορδ, ως στερούμενοι τροφών και πολεμεφοδίων. Συγκατένευσαν δε

να καταληφθή η πόλις αυτών την επαύριον πρωίαν υπό του στρατού

του Κυβερνήτου. Συνήνουν δ' αφ' ετέρου οι Ρώσοι να κλείσωσι τους

οφθαλμούς αυτών, αν, διαρκούσης της νυκτός, μετεφέροντο εις Ύδραν

οι εκτεθειμένοι εκ των κατοίκων και οι φοβούμενοι κρίσιν τινά

Υδραίοι. Επί της φρεγάτας «_Ελλάδος_» απελείφθησαν τριάκοντα

περίπου πρόσωπα μετά του Μιαούλη. Η γενική εν τούτοις

αποθάρρυνσις δεν έκαμψε τον ατρόμητον ναύαρχον. Η αμηχανία

εφαίνετο εκκρούσασα τον σπινθήρα εκ του λίθου και προκαλούσα

πάσαν την πείσμονα αποφαστικότητα του Υδραίου ναυάρχου, όστις

ανεκοίνωσε τω Ρώσω ναυάρχω διά του Σαχίνη, ότι εσκόπει να

αναμείνη την άφιξιν των κυβερνητών του αγγλικού και γαλλικού

στόλου, ίνα διαπραγματευθή προς αυτούς, συνάμα δ' ότι προς το

ελάχιστον εχθρικόν κίνημα ήθελε πυρπολήσει τα υπ' αυτού

κατεχόμενα πλοία. Επειδή δ' ευλόγως υπέθετεν, ότι ξέναι

παραστάσεις ήθελον κάλλιον επιδράσει, διεβίβασε την αυτήν ταύτην

δήλωσιν προς τους Ρώσους διά του κυβερνήτου του γαλλικού βρικίου

«Le Grénadier». Η φοβερά εκείνη απειλή εφάνη το κατ' αρχάς

προξενήσασα εντύπωσίν τινα τω Ρίκορδ, όστις απήντησε δι' αγαθών

λόγων και διεβεβαίωσεν ότι ήθελεν αναμείνει την άφιξιν των

συναδέλφων αυτού. Μετ' ολίγον όμως έλαβε διά ταχυδρόμου,

σταλέντος διά ξηράς, την είδησιν των μεταξύ Καποδιστρίου και των

αντιπρέσβεων των δυτικών Δυνάμεων εκκρεμών διαπραγματεύσεων, δι'

ών επηγγέλλετο τοις επαναστάταις αμνηστία και η ποθητή εθνική

συνέλευσις.

Εν τούτοις εν τω μεταξύ λαμβάνει επιστολήν του Κυβερνήτου

λέγουσαν τάδε: «Φρονώ, ότι η υμετέρα ενεργητικότης θέλει έχει

σωτήρια αποτελέσματα, καθότι οι Υδραίοι ναύται θέλουσι καταλείψει

τα πάντα, άμα ως αισθανθώσιν έλλειψιν τροφών και χρημάτων,

στενοχωρούμενοι μάλιστα υπό του κατέχοντος την πόλιν στρατού. Ο

Μιαούλης μένει τότε μόνος μετ' ολίγων αξιωματικών. Τι μένει πλέον

εις αυτούς να πράξωσι; Δυνατόν να ευρίσκωνται ήδη νυν εις

τοιαύτην θέσιν. Δεν έχω λόγους, κύριε ναύαρχε, όπως εκφράσω υμίν

τι θέλει σας οφείλει η Ελλάς. Μη συγχύσητε, προς Θεού, την χώραν

ταύτην και την σπείραν εκείνην των ουτιδανών και αφρόνων, οίτινες

ουδεμίαν έχουσιν ιδέαν περί εκπληρώσεως καθήκοντος». Η επιστολή

αύτη ήρκεσε να εξεγείρη τον Ρίκορδ, όστις απεφάσισε να δοθή

οριστικός τις κτύπος, προ της αφίξεως των κυβερνητών των δυτικών

Δυνάμεων. Μετά πολλής δε περισκέψεως διέθεσεν ούτος τα της

προσβολής: Τα τηλεβόλα εδέσποζον της πόλεως και της εισόδου του

στενού, επομένως και του εγγυτάτου συνδέσμου προς την Ύδραν. Το

φρούριον _Άιδεκ_, εκκενωθέν υπό της ασθενούς υδραϊκής φρουράς,

κατελήφθη υπό των στρατευμάτων του Κυβερνήτου. Η κορβέττα

«_Σπέτσαι_» και υδραϊκόν τι βρίκιον ηγκυροβολημένον εν τω προ του

Μοναστηρίου όρμω είχον υποκύψει, ως είδομεν, εις την υπέροχον

ρωσικήν δύναμιν (79)· απόσπασμά τι δε τακτικού στρατού

προυχώρησε την πρωίαν της 1 Αυγούστου προς τον Πόρον, όπως

προστατεύση συνάμα την πόλιν κατά της λύσσης των ατάκτων, διότι

οι κάτοικοι του Πόρου είχον λίαν χαλαρωθή και προύτειναν

συνθηκολογίαν. Του Ρίκορδ ούτω παρεσκευασμένου, ο Μιαούλης είχε

μόνον περί τους τριάκοντα μόλις ναύτας επί της «_Ελλάδος_», τάδε

λοιπά αυτού πλοία ασθενέστατα πληρώματα. Ανεμένετο όμως από ώρας

εις ώραν η άφιξις των κυβερνητών των δυτικών Δυνάμεων και των

στόλων αυτών. Εν τούτοις, ούτως έχων ο Μιαούλης, ανεκοίνωσε προς

τον Ρώσον ναύαρχον και προς τον προ μικρού αφικόμενον εις τον

λιμένα μετά του πολεμικού βρικίου Γάλλον πλοίαρχον _Λεβαγιάν_,

ότι απόφασιν είχε να επιχειρήση τα έσχατα.

Είχεν ελπίσει πεποιθότως, ότι ο Ρίκορδ ήθελεν αναμείνει την

επάνοδον του Λαλάνδ και του Λάιονς, ότε η επίθεσις των ρώσων κατά

του όρμου της Μονής εξήγειρεν αυτόν από της ησυχίας. Διά της

ησκημένης οξυδερκείας του εν ναυμαχίαις πεπειραμένου ανδρός

κατανόησε πάραυτα, ότι τα πλοία του Ρίκορδ εκινούντο προς

κατάληψιν καιρίων θέσεων, όθεν να δύνανται, αβλαβή αυτά, να

προσβάλωσι διά του πυρός τον Ελληνικόν στόλον. Ήτο 9 1)2 ώρα, ο

δε Ρίκορδ είχε δώσει ακριβώς την διαταγήν εις προχώρησιν, και

προσεπάθει να καταλάβη διά των πλοίων αυτού νέαν εγγυτέραν θέσιν,

ότε φοβερά έκρηξις ανήγγειλεν, ότι ο Μιαούλης εξετέλεσε την

απειλήν αυτού. Δευτέρα έκρηξις επηκολούθησε, σχεδόν αμέσως. Η

φρεγάτα «_Ελλάς_» και η κορβέττα «_Ύδρα_» είχον ανατιναχθή εις

τον αέρα. Ότε δε τα πυκνά νέφη του καπνού, άτινα είχον περιβάλει

τον Ελληνικόν στόλον, διελύθησαν, εφάνησαν επιπλέοντα των υδάτων

τα συντρίμματα της λαμπράς «_Ελλάδος_» και της πρώην λείας αυτής

«_Ύδρας_.» Ο Έλλην ναύαρχος είχε ριφθή, αμέσως προ του γεγονότος,

εντός λέμβου τινός μετά των περί αυτόν, και διαφυγών ως εκ

θαύματος την από των ρώσων βροχήν σφαιρών, εσώθη εις Ύδραν. Μόλις

μετά πολλού κόπου κατωρθώθη να διασωθή εκ των καταστρεπτικών

φλογών ο μέχρι τούδε σωζόμενος ναύσταθμος και μέρος τι των

επιλοίπων πλοίων καθότι πανταχού είχον θέσει πυρ οι επιδέξιοι της

Ύδρας πυρποληταί. Εν κινδύνω δε ζωής κατωρθώθη να αποκοπώσι και

σβεσθώσιν εγκαίρως τα καίοντα εναύσματα.

«_Το γεγονός τούτο, ην λιπηρότατον διά την Ελλάδα, ηδύνατο δε να

θεωρηθή ως αντίρροπον της εν Ναβαρίνω καταστροφής_,» λέγει

έκθεσίς τις εκ Κωνσταντινουπόλεως, της 14)26 Αυγούστου 1831. Δι'

αυτού κατεστράφησαν δύο λαμπρά πλοία διά πολλών κόπων αγορασθέντα

εν Αμερική και τοσούτον χρησιμεύσαντα κατά τον αγώνα.

Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος · 第 26 / 36 段