τω «_Πανοράματι της Ελλάδος_» σατυρών επέπιπτε λάβρως κατά του
Κυβερνήτου. Εν τη ανωτέρω ποιητική συλλογή εν Ναυπλίω τω 1833
εκδοθείση, ο Καποδίστριας και η κυβέρνησις αυτού αποτελούσι το
σταθερόν σημείον των προσβολών αυτού. Παρωδεί τα ψηφίσματα,
διακωμωδεί τα σχέδια, τα μέτρα, τους σκοπούς αυτών, προσβάλλει
τους φίλους αυτού. Βραδύτερον δε προχωρεί και μέχρι της
εξυμνήσεως αυτής των δολοφόνων του Κυβερνήτου. Εν μια των
ωραιότερων αυτού ωδών ο Σούτσος, ωσεί νέος Τυρταίος, παριστά
αυτούς ως νέους Αρμοδίους και Αριστογείτονας, ως θέλομεν ιδεί. Η
ιστορία δεν επεκύρωσε την κρίσιν του ποιητού και η νυν Ελλάς
θλίβεται αναγινώσκουσα τους ωραίους εκείνους στίχους.
Υπήρξε πάντοτε αδιάλλακτος. Ο πατριωτισμός αυτού ουδέποτε έλαβεν
υπ' όψιν τας απαιτήσεις των συμφερόντων του Κράτους, ούτε υπέφερε
τας βραδύτητας βαθμιαίας κοινωνικής προόδου. Η πλήρης πάθους
ιδιοσυγκρασία αυτού καθίστα αυτόν αντίπαλον ανένδοτον, τα δε
περιβάλλοντα αυτόν στοιχεία δεν ήσαν τα αρμόδια όπως κατευνάσωσι
τας εξάψεις αυτού. Οι αντιπολιτευόμενοι εύρισκον εν αυτώ ισχυρόν
σύμμαχον, και επειδή τότε η Ελλάς είχεν ολίγας εφημερίδας και
αυτά δε τα βιβλία ήσαν σπάνια, αι σάτυραι του Αλεξάδρου Σούτσου
ήσαν ως άλλαι διακηρύξεις, αίτινες αντιγραφόμεναι απεστηθίζοντο
και ανέφλεγον έτι μάλλον τα πάθη.
Ιδού και ετέρα σάτυρα γραφείσα κατ' Αύγουστον του 1831, εν ή ο
Καποδίστριας εικονίζεται ως δικαιολογών την πολιτείαν αυτού
ενώπιον της Εθνικής Συνελεύσεως:
Πληρεξούσιοι του έθνους, σεβαστόν κριτήριόν μου,
να σας δώσω ήλθα λόγον των νομίμων πράξεών μου.
Η Ελλάς, χάριτι θεία, βλέπετε, δεν εδουλώθη
αν η Σάμος, αν η Κρήτη 'ς τους εχθρούς μας παρεδόθη,
αν τα φρούρια δεν πήρα της Ευρώπης, της Αθήνας,
και αν έπαιξα το πράγμα δεκαπέντε σωστούς μήνας,
είχα λόγους ανωτέρους·
αι Αυλαί . . . Εγώ . . . το έθνος . . . εξ ενός, εξ
άλλου μέρους,
θεωρούντες . . . Είχα κι' άλλα να σας 'πώ . . . 'πλην
τι το κάμεις;
σ' εμποδίζουν να λαλήσης αι συμμαχικαί δυνάμεις.
Αν κατώρθωσα να καύσω τον πολύτιμόν μας στόλον
με την βίαν, με τον δόλον,
και αν έχυσα το αίμα των Ελλήνων εις τον Πόρον,
με το μισθωτό μαχαίρι των πιστών μου δορυφόρων,
αν με σκήπτρον ξένου κράτους θέλησα να σας παιδεύσω,
και με όλην την Ευρώπην την Ελλάδα να μπερδεύσω,
είχα λόγους ανωτέρους·
αι Αυλαί . . . Εγώ . . . το έθνος. . . εξ ενός, εξ
άλλου μέρους
θεωρούντες . . . Είχα κι' άλλα να σας 'πώ . . . πλην
τι το κάμεις;
σ' εμποδίζουν να λαλήσης αι συμμαχικαί δυνάμεις.
Θερμός είμαι δημοκράτης . . . για το σύνταγμα πεθαίνω
αν με είδετε τρεις χρόνους τ' άρθρα του να παραβαίνω
κι' απ' τους όρκους μου να λείπω,
γράμματα να κρυφανοίγω και να κυνηγώ τον τύπο,
σπίτια να πατώ την νύκτα, και πολίτας πριν τους κρίνω,
να 'ξορίζω, να ξυλίζω και τα νύχια τους να χύνω,
είχα λόγους ανωτέρους· κτλ.
Υπερπλούτισα το γένος (μάρτυρες οι αδελφοί μου
και τρεις τέσσαρες πιστοί μου,
όπου τρέχουν πουρνό βράδυ με τα τάλληρα 'ς την τσέπη),
πλην τους πρώτους της Ελλάδος ο καθένας πτωχούς βλέπει
πλην του Μπότζαρη ταις κόραις, τα παιδιά του Καραΐσκου,
άφησα να ζουν μ' ελέη, με μαζώματα του δίσκου
είχα λόγους ανωτέρους κτλ
Ημπορεί να διη ο πλάστης εις των σπλάγχνων μου το βάθος
η αγάπη της πατρίδος, και το μοναχό μου πάθος·
πλην κατέτρεξα τα φώτα πλην διέφθειρα τα ήθη·
πλην εις πλήθος κατασκόπων χρυσός άφθονος εχύθη
πλην ηθέλησα να σβύσω και μεγάλους και μικρούς,
πλην να δω τους πρώτους όλους επεθύμησα νεκρούς.
Είχα λόγους ανωτέρους,
αι αυλαί . . . εγώ . . . το έθνος . . . εξ ενός, εξ
άλλου μέρους,
θεωρούντες . . . Είχα κι' άλλα να σας πω . . . πλην
τι το κάμεις;
σ' εμποδίζουν να λαλήσης αι συμμαχικαί δυνάμεις.
Σας απέδειξα πώς είμαι άμεμπτος . . . Δεν τ'
αμφιβάλλω.
Σύνταγμά σας εγώ είμαι . . . μη ζητήτε σύνταγμ' άλλο.
Δείξατέ με, 'σαν το Άργος αφοσίωσιν τελείαν
Δόσετέ με 'σαν 'στο Άργος εντελή Δικτακτορίαν,
Και ομνύω 'στου Βιάρου την ζωήν πως αν 'μπορέσω,
προκομμένους κι' απροκόπους χέρια πόδια θα σας δώσω.
Έχω λόγους ανωτέρους
Αι αυλαί . . . Εγώ . . . το έθνος . . . εξ ενός, εξ
άλλου μέρους,
Θεωρούντες . . . Είχα κι' άλλα να σας πω . . . πλην
τι το κάμεις;
Σ' εμποδίζουν να λαλήσης αι συμμαχικαί Δυνάμεις!
Ούτω γράφων ο ποιητής κατά του Καποδιστρίου εξηρέθιζε τα πλήθη
κατ' αυτού ως δήθεν ζητούντος να εκτελέση ιδιοτελείς όλως
σκοπούς, και ιδίως τους νησιώτας. Και των μεν Υδραίων και
Σπετσιωτών της κατά του Κυβερνήτου καταφοράς αιτία ήτο όσα
ανωτέρω ανεγράψαμεν, των δε Μανιατών ήδε:
Η Μάνη προ της μεγάλης Ελληνικής επαναστάσεως της παρασχούσης
ημίν την ελευθερίαν, παρουσιάζει ιστορίαν διάφορον της των άνω
νήσων και της άλλης ελληνικής φυλής· διότι, εν ώ μετά την
κατάλυσιν της Βυζαντιακής Αυτοκρατορίας (29 Μαΐου 1453) και την
του Δεσποτάτου της Πελοποννήσου (13 Απριλίου 1460) η πάσα Ελλάς
σχεδόν εδούλευσε τοις Τούρκοις, η Μάνη έχαιρεν είδος ανεξαρτησίας
εν ταις χερσί των _Μουρζινάκων, Ζαννεντάκηδων, Καπετανάκηδων,
Δευτεράκων, Κονμουνδουράκηδων, Διαβολάκων, Μαυρομιχαλαίων,
Πατριαρχέων, Κουκουβαλαίων_, παρουσιάζουσα λαόν μάχιμον, έχοντα
πολλάς αρετάς των αρχαίων Σπαρτιατών αναμίκτους μετ' αγρίων παθών
και μεγάλης δεισιδαιμονίας. Ο λαός ούτος ομιλεί υπέρ πάντα άλλον
γλώσσαν ελληνικήν, απηλλαγμένην τουρκικών και λατινικών λέξεων,
αποδεικνυουσών ότι οι διάφοροι κατακτηταί της Ελλάδος δεν
εξετάθησαν μέχρι του μέρους τούτου, ή δεν ηδυνήθησαν επί χρόνον
πολύν να διαμείνωσιν. Επί της επαναστάσεως του 1769-70 ως και εν
τη του 1821, η οικογένεια _Μαυρομιχάλη_ διεκρίθη και εθυσίασε και
χρήματα και άνδρας, οίτινες προσέφερον μεγάλας και ανεκτιμήτους
εκδουλεύσεις εις τον ιερόν της Ελλάδος αγώνα. Ο διατρέχων την
ιστορίαν των χρόνων τούτων θα ίδη εν ταις σκηναίς της
Κωνσταντινουπόλεως τους ομήρους _Μαυρομιχάλη_ ως και την
δραπέτευσιν αυτών. Εκ της εποχής ταύτης το αίμα των
Μαυρομιχαλαίων αφθόνως επότισε το δένδρον της Ελληνικής
ελευθερίας. Αλλ' ότε ο Κυβερνήτης ήρξατο της χρησιμοποιήσεως των
εθνικών γαιών, όπως προσπορισθή τα μέσα της αναπτύξεως της χώρας,
η Μάνη παρουσιάσθη ως πρόβλημα ενώπιον αυτού. Απετέλουν άρα γε τα
άγρια και αδέσποτα όρη, αι βοσκαί και οι βάτοι της Μάνης μέρος
των εθνικών γαιών ή ου; Τίσιν ανήκον; Και διά τινων τίτλων η Μάνη
έπρεπε να μένη εξαιρέσιμος των γενικών μέτρων των άλλων μερών της
Ελλάδος, σχηματίση δε Κράτος εν Κράτει; Ο βραχίων των νόμων της
χώρας δεν έπρεπε να εκταθή μέχρι της Μάνης; Δεν έπρεπε να ληφθώσι
μέτρα, όπως μη η Μάνη γίνη καταφύγιον των νόμων και των γενικών
μεταρρυθμίσεων αντιστρατευομένων;
Της Μάνης παρουσιαζομένης ως το δυσχερέστατον κατά την λύσιν
πρόβλημα τω Καποδίστρια, ο _Πετρόμπεης_ και ο _Ζαννετάκης_
απεφάσισαν εκ συμφώνου ιδίαν αυτών λύσιν.
Ο Πετρόμπεης και ο Ζαννετάκης εψήφισαν, ίνα η Μάνη διαιρεθή εις
δύο, _ανατολικήν_ και _δυτικήν_, και την μεν κυριαρχίαν της
ανατολικής ν' αναλάβη ο Ζαννετάκης, την δε της δυτικής ο
Μαυρομιχάλης.
Εκάτερος αυτών, όπως υποστηριχθή παρά των Μανιατών, υπεσχέθη προς
αυτούς θέσεις, στρατιωτικούς βαθμούς, αποζημιώσεις, συντάξεις,
και τον σχηματισμόν ταγμάτων Μανιατών, τα οποία θα κυβερνώνται εξ
ενός μέλους των δύο οικογενειών. Τοιουτοτρόπως εκυμάτισεν εις
Λιμένι η σημαία του _Λυκούργου_ και του _Λεωνίδα_. Ενεπιστεύθησαν
δε την αρχιστρατηγίαν τω στρατηγώ _Κατσάκω_ (Ηλία) Μαυρομιχάλη
ανεψιώ του Πετρόμπεη, μικρού αποδράσαντι εκ των εν Άργει φυλακών,
συνεπεία αποφάσεως του δικαστηρίου προς ό προσήχθη προδοθείς υπό
του αδελφού αυτού Νικολάου Πικουλάκη Μαυρομιχάλη, όστις, ως
πρώτον συνταγματικόν κατόρθωμα, επέδραμεν, ως άλλος Ιβραχίμ
πασάς, κατά των Καλαμών, άς, καίπερ φρουρουμένας υπό των Γάλλων,
ελεηλάτησεν.
Απέναντι τοιαύτης καταστάσεως πραγμάτων της τε Ύδρας και της
Μάνης, τι ώφειλε να πράξη ο Καποδίστριας; Δυοίν θάτερον: ή να
παραιτηθή αμέσως και επιστρέψη εις Γενεύην, όπως διέλθη το γήρας
αυτού μετά του φίλου Έυναρδ, ή η υφισταμένη Κυβέρνησις αυτού
εντός των δικαιωμάτων αυτής να αντιτάξη δραστηρίως βίαν κατά της
Ύδρας και Μάνης, περιορίζουσα την κατ' αυτής ανταρσίαν της
περαιτέρω γενικεύσεως. Κατά μεν την πρώτην περίπτωσιν ώφειλε να
δώση την παραίτησιν προς τας τρεις Δυνάμεις, και να εγκαταλείψη
χάριν των Μανιατών και Υδραίων την πατρίδα και λαόν ολόκληρον,
όστις ευρών πόρους ζωής, εμπόριον, ναυτιλίαν, κατάπαυσιν της
πειρατείας και κιβδηλείας και ευτυχίαν εν τη απελπισία ηυλόγει
και ηγάπα αυτόν υπερβολικώς. Κατά δε την δευτέραν ώφειλε να
αντιτάξη βίαν κατά των ανυποτάκτων, ίνα εξαναγκάση αυτούς εις
υποταγήν· δυστυχώς όμως ο μέγας εκείνος διπλωμάτης, ο τας τύχας
όλης της Ευρώπης κατά τας δύο πρώτας δεκαετηρίδας του ΙΘ' αιώνος
εις χείρας αυτού συγκρατήσας, δεν ηδυνήθη να εννοήση, ως ώφειλε,
χάριν της σωτηρίας της πατρίδος, να προσοικειωθή τους ισχυρούς
του τόπου και διά μέσων, άπερ αυτός οίδε, να καταστήση αυτούς
χειροήθεις, αλλά προσοικειωθείς τον λαόν, εν αυτώ εζήτησεν άπασαν
αυτού την δύναμιν, ήν κατέθραυεν η των ισχυρών επιβολή. Και
εζήτησε μεν νυν, κατά το Ε' Ψήφισμα της εν Άργει Δ'
Εθνοσυνελεύσεως (7 Ιανουαρίου 1830), να παράσχη τας αποζημιώσεις
των τριών νήσων Ύδρας, Σπετσών και Ψαρρών, του στρατού του
Καραϊσκάκη, των σωμάτων του Μεσολογγίου και της φρουράς της
Ακροπόλεως Αθηνών, αλλ' αι νήσοι εζήτουν δύο εκατομμύρια και
εννεακοσίας χιλιάδας ταλλήρων Ισπανικών ως αποζημιώσεις και οι
της ξηράς στρατιωτικοί πεντήκοντα τέσσαρα εκατομμύρια τουρκικών
γροσίων.
Πάντες ούτοι εζήτουν αυτά άνευ τίτλων, αποδείξεων δαπάνης και
βασίμων μαρτυριών. Τεσσαράκοντα πλοιοκτήται ήσαν Υδραίοι
ζητούντες 1,220,000 ταλλήρων, τριάκοντα Σπετσιώται 1,000,000
ταλλήρων και οι Ψαρριανοί 700,000. Προς δε την αποσταλείσαν προς
εξέλεγξιν των παραπόνων αυτών πενταμελή επιτροπήν εκ του Μεταξά,
Γενοβέλη, Μαυρογένη, Μαγγίνα και Αντωνοπούλου, οι ταραχοποιοί
δημοτικοί σύμβουλοι της Ύδρας παρέστησαν και πάλιν
κομπορρημονούντες και αξιούντες ούτε ολίγα ούτε πολλά 18,000,000
φοινίκων!
Η Εθνοσυνέλευσις καθώς και ο Καποδίστριας απεφάσισαν να
πληρώσωσιν 1,000,000 ταλλήρων ταις νήσοις εις γαίας, χρήματα και
γραμμάτια, ή το όλον των 2,900,000 ταλλήρων εις μόνον γαίας. Αλλ'
ο μέγας αληθώς πατριώτης Κουντουριώτης εύρε την ευκαιρίαν να θέση
την μάχαιραν εις τον τράχηλον της Ελλάδος, ζητών το όλον ποσόν
2,900,000 ταλλήρων εις χρήματα και τόκον μέχρις ού αποπληρωθή το
ποσόν τούτο (τόκον ετήσιον 1,400,000 φοινίκων). Φυσικώς ούτε η
Κυβέρνησις ούτε η Γερουσία, απεδέξατο την τοκογλυφικήν ταύτην
αίτησιν, ήτις δεν εβασίζετο επί αποδείξεων, αλλ' επί των
παραλόγων φωνασκιών των πλοιοκτητών, τινές των οποίων ελαχίστας
υπέστησαν ζημίας. Διότι, κατά τινας υπολογισμούς, τα μεγαλείτερα
πλοία της εποχής εκείνης των νησιωτών δεν ήσαν μεγαλείτερα των
300 τόννων, έν δε πλοίον των 300 τόννων κατά τας υψηλοτέρας
διατιμήσεις των τότε ναυπηγών της Γαλλίας, δεν ηδύνατο να
στοιχίση εν τη ναυπηγία αυτού περισσότερον των 25,000 φράγκων.
Άρα πάντα τα πλοία, άπερ δεν ήσαν βεβαίως και πάντα των 300
τόννων, και δεν απωλέσθησαν πάντα κατά τον επταετή αγώνα, δεν
ηδύναντο να απαιτήσωσιν αποζημίωσιν ούτε 1,000,000 ταλλήρων.
Εν τούτοις, ο Καποδίστριας, όστις ήλπισεν, ότι ηδύνατο να
ευχαριστήση αυτοίς διά πληρωμής μικρού τινος ποσού απέναντι των
απαιτήσεων απέστειλεν, επί τη γνωμοδοτήσει της πενταμελούς
επιτροπής, προς τας δημοτικάς αρχάς των _τριών νήσων_ 50,000
ισπανικών ταλλήρων συγχρόνως δε εκήρυξε (12)24 Μαρτίου 1830) την
Ύδραν _ελεύθερον λιμένα επί πενταετίαν_, όπως ανορθώση το
καταπεπτωκός εμπόριον. Τα εκ του τελευταίου όμως τούτου μέτρου
πλεονεκτήματα ανηρέθησαν όλως διά της αυξήσεως των επί της
εισαγωγής και εξαγωγής δασμών, οι δε κεχολωμένοι Υδραίοι ούτε διά
του δώρου της ατελείας κατεπραΰνθησαν, ούτε διά της πληρωμής
μέρους τινός των απαιτήσεων αυτών. Ενεκολπώθησαν χωρίς της
ελαχίστης ευγνωμοσύνης τας 25,000 ισπανικών ταλλήρων, άτινα
εδόθησαν τη Ύδρα — 16,000 εδόθησαν ταις Σπέτσαις και 9,000 τοις
Ψαροίς — και εξηκολούθουν έτι μεγαλοφωνότερον απαιτούντες την υπό
του Κράτους πληρωμήν ολοκλήρου του χρέους. Τέλος απεφάσισεν ο
Κυβερνήτης να προτείνη αυτοίς οριστικήν εξόφλησιν δι' 6
εκατομμυρίων φοινίκων, ών έν τρίτον έμελλε να δοθή εις κτήματα,
έτερον εις ομολογίας και το υπολειπόμενον εις μετρητά εκ του
ελπιζομένου δανείου, ή και σύμπασα η ποσότης εις εθνικά κτήματα,
αλλ' οι νησιώται ουδέν ήθελον να ακούσωσι περί του συμβιβασμού
εκείνου, και επέμενον απαιτούντες την υπό του Κράτους αναγνώρισιν
ολοκλήρου του χρέους, και την παρά τη εθνική χρηματιστική τραπέζη
κατάθεσιν του φανταστικού αυτού κεφαλαίου επί τόκω 8 ο)ο, ού οι
ετήσιοι τόκοι ήθελον αναβαίνει, ως είπομεν ανωτέρω, εις 1,440,000
φοινίκων. Την αξίωσιν ταύτην απέκρουσεν εντόνως ο Καποδίστριας
διότι εν τη κακή τότε καταστάσει της τραπέζης δικαίως εφοβείτο ο
Κυβερνήτης, ότι ήθελε παντελώς καταστραφή η πίστις αυτής, αν
επεβαρύνετο διά νέου χρέους. Ούτω το περί αποζημιώσεως ζήτημα
έμεινεν άλυτον, η μεταξύ της κυβερνήσεως και των Υδραίων
διάστασις παρετείνετο, και αι ιδέαι της Ιουλιανής επαναστάσεως
εύρον στήριγμα εν Ύδρα απτά υλικά συμφέροντα.
Τοιαύται ήσαν αι απαιτήσεις των νησιωτών και η αδιάσειστος αυτών
απόφασις, όπως, εάν μη αποζημιωθώσιν αντιστώσι κατά της
Κυβερνήσεως. Και δεν εμιμήθησαν οι γεννάδαι τους απαιτητάς
αποζημιώσεων των κατά ξηράν στρατευμάτων, οίτινες ήσαν ουκ
ολίγοι. Αλλ' αι απαιτήσεις αύται ήσαν δίκαιαι και συγκαταβατικαί.
Ο δε στρατηγός _Ιωάννης Ράγκος_, λέγει φιλέλλην ιστοριογράφος της
εποχής, έδειξε πρώτος το παράδειγμα της αποδοχής των δοθεισών
αποζημιώσεων και τοιουτοτρόπως εξώφλησαν οι πλείστοι απαιτηταί.
Οι Υδραίοι όμως απορρίψαντες τας προτάσεις του Καποδιστρίου
εξέφραζον αγανάκτησιν κατ' αυτού, επιλαθόμενοι, ότι κατέστρεφον
ου μόνον την πατρίδα, αλλά τα ίδια αυτών ανδραγαθήματα, τας ιδίας
αυτών, κατά τον μακρόν αγώνα, θυσίας. Υπάρχουσι χιλιάδες Ελλήνων
τού τε εξωτερικού και εσωτερικού και εκατοστύες φιλελλήνων, εκ
των ευγενεστέρων της Ευρώπης οικογενειών, δουκών, λόρδων και
κομητών, χύσαντες το αίμα αυτών και θυσιάσαντες την ουσίαν υπέρ
της Ελλάδος, και όμως τα τέκνα αυτών ουδέποτε εζήτησαν ούτε
οβολόν.
Την τοιαύτην κατάστασιν της Ελλάδος καθίστων έτι δεινοτέραν, ως
και ανωτέρω είπομεν, αι εφημερίδες της αντιπολιτεύσεως ο εν
Σμύρνη εκδιδόμενος υπό του _Βλακ_ (78) «_Ταχυδρόμος της
Σμύρνης_» η εν Ναυπλίω «_Ηώς_» του Ε. Αντωνιάδου και ο εν Ύδρα
«_Απόλλων_» του Αναστασίου Πολυζωίδου, νέου Θεσσαλού άρτι εκ
Παρισίων επανακάμψαντος και εμπεφορημένου υπό επαναστατικών
ιδεών. Ούτος ζητήσας να εκδώση εν Ναυπλίω την εφημερίδα αυτού
κατεδιώχθη και φυγών μετέβη εις Ύδραν, ένθα έτυχε της αναγκαίας
υποστηρίξεως και εξέδιδε τον «_Απόλλωνα_». Αι κατά του Κυβερνήτου
αδολεσχίαι των εφημερίδων τούτων επί τοσούτον επιθετικότητος
ίκοντο, ώστε ο Αντωνιάδης, συντάκτης της «_Ηούς_» κατεδιώχθη
δικαστικώς, ένεκα της ελευθέρας γλώσσης της εφημερίδος αυτού,
κατηγορήθη επί εγκλήματι εσχάτης προδοσίας και προυφυλακίσθη· η
δε _Ηώς_ επαύθη. Μόλις μετά πολύμηνον κάθειρξιν εξεδόθη απόφασίς
τις, δι' ής ο κατηγορούμενος ηθωώθη. Το δικαστήριον εθεώρησε την
στέρησιν της προσωπικής ελευθερίας, ήν υπέστη ο Αντωνιάδης, ως
προσήκουσαν ανταπόδοσιν της ελευθέρας πολιτικής κρίσεως, ήν είχε
τολμήσει ο συντάκτης της «_Ηούς_». Η προς τον άνδρα τούτον
συμπεριφορά της Κυβερνήσεως ενέπνευσε μεν τρόμον και αγανάκτησιν
τοις δημοσιογραφούσιν, αλλά δεν εφόβισεν ούτε απέτρεψε και άλλους
της οδού, ήν εκείνος εβάδισεν.
Ο εν Ύδρα εκδιδόμενος «_Απόλλων_» επετίθετο λάβρως κατά του
Κυβερνήτου αποκαλών αυτόν τύραννον, ρωσόφρονα και παροτρύνων τον
λαόν εις ανταρσίαν.
Αφειδώς μετεχειρίσθη παρακλήσεις και απειλάς ο Καποδίστριας, όπως
στερήση τον «_Απόλλωνα_» της προστασίας των νησιωτών. Επίτροπος
της κυβερνήσεως μετέβη εις Σπέτσας και Ύδραν και υπέβαλε προς
τους δημογέροντας τον τύπον αναφοράς, δι' ής παρεκάλουν ούτοι την
κυβέρνησιν να απομακρύνη της νήσου το σκάνδαλον, όπερ κατήσχυνε
τας κοινότητας αυτών, απαλλάττουσα αυτάς του «_Απόλλωνος_». Αλλ'
οι νησιώται έμειναν κωφοί προς τας παρακλήσεις του Κυβερνήτου, οι
Υδραίοι δε μάλιστα διέταξαν την ημέρας και νυκτός ένοπλον
φρούρησιν του τυπογραφείου του Α. Πολυζωίδου, εν ώ εξετυπούτο ο
«_Απόλλων_» , προς αποτροπήν βιαίας τινός από της Στερεάς
επιθέσεως. Η βιαιότης της γλώσσης του «_Απόλλωνος_» ηύξησε μετά
του απειλούντος αυτόν κινδύνου, η χειρίστη δ' αυτού μομφή κατά
του Κυβερνήτου ήν ο φόβος αυτού προς την κοινήν γνώμην. «Ο
ελεύθερος τύπος, επανελάμβανεν αδιακόπως υπό διαφόρους φράσεις το
αντιπολιτευόμενον φύλλον, υπήρξε πάντοτε η αιωνία πέτρα του
σκανδάλου διά τους αυθαιρέτους δεσπότας.»
Αλλά πλην των εφημερίδων οι αντιπολιτευόμενοι, θρασύτεροι
γενόμενοι, ήρξαντο γράφοντες και αναφοράς, άς υπερεπλήρουν διά
πλαστών υπογραφών, εν αίς εξετίθετο η αντεθνική δήθεν πολιτική
του Κυβερνήτου. Τούτο δ' έχων υπ' όψει: «_Ας κατασκευάζωνται_,
έγραφεν ο Καποδίστριας προς τον πρίγκηπα Σούτσον εις Παρισίους,
_αναφοραί εν Ύδρα και άλλοις δήμοις του Αιγαίου, εκ Πελοποννήσου
αφ' ετέρου και εκ της Στερεάς δεν παύει ο λαός γράφων προς εμέ τα
αντίθετα. Επί του παρόντος έχομεν έτι μόνον εμφύλιον πόλεμον διά
του καλάμου· αλλοίμονον αν καταντήση ούτος εις πυροβολισμούς!_»
Οι φόβοι ούτοι εφάνησαν ταχέως δικαιολογούμενοι υπό των
γεγονότων. Η κατά το Αιγαίον στασιαστική κίνησις, ιδίως της
Σύρου, ελάμβανεν οσημέραι σοβαρωτέραν μορφήν. Ο Αλέξανδρος
Μαυροκορδάτος, όστις είχε τέως διαμείνει εν τω βάθει της σκηνής
και συνεδαύλιζε μόνον εκ Τήνου, ένθα είχε καταφύγει, την φλόγα,
ήλθεν εις Ύδραν, ο επίτροπος της κυβερνήσεως έφυγεν εκείθεν, και
οι τω Κυβερνήτη αφωσιωμένοι δημοτικοί σύμβουλοι εδιώχθησαν.
Επταμελής _συνταγματική επιτροπή_, αποτελουμένη, ως είπομεν, εκ
των: Κουντουριώτου, Μιαούλη, Β. Βουδούρη, Μ. Τομπάζη, Δ.
Βούλγαρη, Α. Κριεζή και Ν. Οικονόμου, ανέλαβεν, ως ηγγέλλετο την
διοίκησιν της νήσου, και διέκοψε πάσαν σχέσιν προς την
καθεστηκυίαν κυβέρνησιν. Το παράδειγμα της Ύδρας παρηκολούθησαν,
εντός ολίγου, και άλλαι νήσοι του Αιγαίου. Ο σκληρότερος όμως
κατά του Κυβερνήτου κτύπος ην η αποστασία της Σύρου, ής η
δυσαρέσκεια οσημέραι αύξουσα από των τελευταίων ταραχών,
εκορυφώθη νυν μετά το δοθέν παράδειγμα της Ύδρας εις εκφανή
στάσιν. Τα τελωνεία Σύρου είχον τέως αποτελέσει τον κυριώτατον
οικονομικόν πόρον της κυβερνήσεως. Διότι επί της Στερεάς δεν
εισεπράττοντο οι φόροι τόσον τακτικώς ως επί των νήσων. «_Η
δυσάρεστος συνέπεια πάντων των σκευωρημάτων_, έγραφεν ο
Κυβερνήτης, _είναι η εξής: αι υπό των δήθεν πατριωτών
υποκινούμεναι ταραχαί παρέχουσιν εις τους ενοικιαστάς την
πρόφασιν να αναβάλωσι την εις το δημόσιον πληρωμήν· οι
φορολογούμενοι αφ' ετέρου ουδεμιάς αμελούσιν ευκαιρίας, όπως
υστερώσι της καταβολής των οφειλομένων. Εκ τούτου εννοείτε την
αξιοθρήνητον θέσιν μου_».
Κατά την εποχήν ταύτην ο Καποδίστριας, εις απελπισίαν περιελθών
ένεκα της καθυστερήσεως των αναγκαιοτάτων χρηματικών πόρων,
κατέφυγεν εις το έσχατον μέτρον κυβερνήσεως παλαιούσης προς την
χρεωκοπίαν· έπλασε νέους φόρους, μη πληρωνομένων των παλαιών·
διέταξε κατ' απομίμησιν του παρά πάσι τοις πεπολιτισμένοις
έθνεσιν υπάρχοντος τέλους χαρτοσήμου, την πληρωμήν τοιούτου φόρου
παρά παντός τίτλου ιδιοκτησίας, παντός συμβολαίου εκμισθώσεως και
πάσης υπό της κυβερνήσεως διδομένης αδείας· ανεβίβασε τους
τελωνειακούς δασμούς, τον μεν της εξαγωγής εις 8, τον δε της
εισαγωγής εις 10 ο)ο, επί προφάσει ανακουφίσεως των εκ Κρήτης
δυστυχών μεταναστών· εψήφισε δε τέλος την έκδοσιν 3,000,000
φοινίκων ατόκου χαρτονομίσματος.
Τω ρώσω ναυάρχω Ρίκορδ τοσούτον κρίσιμος εφαίνετο η των πραγμάτων
κατάστασις, ώστε έγραφε κατ' Ιούλιον του 1831 τον Νέσσελροδ: «Τα
συμβάντα επέρχονται ενταύθα ουχί της ισχύος των πεποιθήσεων, αλλά
διά της δυνάμεως των ταπεινοτάτων ορμών. Πας ο μετασχών της
υπερασπίσεως της πατρίδος, ζητεί νυν αποζημιώσεις και δώρα, και
ζητεί αυτά ανώτερα των εν τω πολέμω ζημιών αυτού. Πάντες
λησμονούσι την πτωχείαν του δημοσίου ταμείου και την αρχήν, ότι
οι ικανώτατοι πρέπει να καταλάβωσι τας καλλίστας των θέσεων.
Τούτου ένεκα έχει τοσούτους εχθρούς η κυβέρνησις. Οι αντιπρέσβεις
Αγγλίας και Γαλλίας κατακρίνουσι μεν εν τω φανερώ την
αντιπολίτευσιν, αλλ' εν τω κρυπτώ δεν παύουσιν υποστηρίζοντες
αυτήν, και συνδαυλίζουσιν ούτω το πυρ, εξ ού γενική κινδυνεύει να
προέλθη και καταστρεπτική πυρκαϊά».
Η αμηχανία του Κυβερνήτου ταυτοχρόνως τοσούτον είχε κορυφωθή,
ώστε ησθάνθη την ανάγκην να ενδώση, κατά τι, εις τας απαιτήσεις
των πολεμίων, αφού μάλιστα η αντιπολίτευσις είχεν ισχυρόν έρεισμα
τους αντιπρέσβεις των δυτικών Δυνάμεων, οίτινες προβαλλόμενοι ως
ασπίδα τας ταπεινοτάτας ορμάς Ελλήνων σπουδαρχών υπό τον τύπον
ευλόγων δικαίων, τας ανάγκας των αληθώς την πατρίδα κατά την
επανάστασιν ευεργετησάντων, τους πτωχούς τους οπωσδήποτε
πάσχοντας, τους πολιτικής επικουρίας επιδεομένους και πάντας εν
γένει τους ένεκα τούτου ή εκείνου του λόγου αφορμάς κατά της
κυβερνήσεως έχοντας, κατεπενέβαινον τοις των Ελλήνων πράγμασιν
επί ιδίοις τέλεσιν, οι μεν ως συμπολιτευόμενοι, εν οίς πρώτιστοι
οι Ρώσοι οι δε ως αντιπολιτευόμενοι, εν οίς οι Άγγλοι και Γάλλοι.
Τη παρακινήσει των αντιπροσώπων των ευεργετίδων Δυνάμεων ήλθον
περί τας αρχάς Ιουλίου, πέντε προύχοντες της Ύδρας εις Ναύπλιον,
όπως συνεννοηθώσι μετά της Κυβερνήσεως. Επανέλαβον την περί
εθνοσυνελεύσεως και συντάγματος απαίτησιν, ήν πλείσται πόλεις, εν
αίς και αι Αθήναι, τοσούτον ενεργώς είχον ασπασθή. Αλλ' ο
Κυβερνήτης ηρνήθη να δεχθή αυτούς και να συνομιλήση μετ' αυτών
προσωπικώς, εδέησε δε να γείνωσιν αι διαπραγματεύσεις τη μεσιτεία
των αντιπρέσβεων. Ο Καποδίστριας εθεώρει τους Υδραίους ως απλούς
αποστάτας, και μεγάλως εδυσχέραινεν, ότι των Δυνάμεων
αντιπρόσωποι συγκατέβαινον εις προσωπικήν προς αυτούς κοινωνίαν.
Ούτω δε κατεδείκνυε την αγανάκτησιν αυτού, γράφων προς τον
Σούτσον:
»Αι απαιτήσεις, άς οι κύριοι αντιπρέσβεις έσχον την υπομονήν να
ακούσωσι παρά των Υδραίων εν τη μετ' αυτών συνεντεύξει,
χαρακτηρίζουσιν εντελώς τα τε πρόσωπα και πράγματα. Δεν δύναμαι
να ελπίσω, ότι η ημιεπίσημος ανάμιξις των κυρίων αντιπρέσβεων εις
τα της Ύδρας θέλει φέρει ευχάριστόν τι αποτέλεσμα.» Ουχ ήττον δεν
κατώρθωσεν ο Καποδίστριας να αντιστή εκφανώς εις την γενικήν
συνταγματικήν πίεσιν. Απεφάσισε να ορίση κατ' Οκτώβριον 1831 την
έναρξιν της Εθνοσυνελεύσεως, υπό τον όρον: «_αν μέχρις Οκτωβρίου
δεν μετέβαλλε την κατάστασιν των πραγμάτων η εν Λονδίνω
σύνοδος._»
Συνάμα δ' επέμεινε προφορικώς ο έμφρων ηγεμών, απέναντι των
συνταγματικών ορέξεων των νησιωτών, εις το αξίωμα, ότι δεν είχε
το δικαίωμα να διαθέση το μέλλον της Ελλάδος, και ότι μόνος ο
μέλλων Βασιλεύς ηδύνατο να αποφασίση περί της σκοπιμότητος
συνταγματικού πολιτεύματος. Οι Υδραίοι επανέκαμψαν άπρακτοι· αλλ'
ο Κυβερνήτης διήνοιξε τους οφθαλμούς αυτών, και αι ψευδείς
παραχωρήσεις κατέστησαν οξείαν την κρίσιν. Η μερίς της
αντιπολιτεύσεως ήρξατο παρασκευαζομένη εις συγκρότησιν ιδίας
εθνικής συνελεύσεως εν Ύδρα. Και απεπειράθησαν μεν νυν οι
αντιπρέσβεις να συνδράμωσι την κυβέρνησιν δι' επισήμων αγαθών
συμβουλών, αλλ' η ατελής όλως αρμονία, ήτις επεκράτει μεταξύ
αυτών, κατεφαίνετο προδηλότατα εκ των διακοινώσεων αυτών.
Ούτως ο μεν Ρώσος _Ρούκμαν_ απήτει έντονα και γενναία μέτρα
ισχυριζόμενος, ότι έπρεπε να κατασυντριβή η κεφαλή του
επαναστατικού δράκοντος, ο δε βαρώνος _Ρουάν_ της Γαλλίας
διεβίβασε την λακωνικήν ταύτην αλλά μεγάλην σημασίαν έχουσαν
πρότασιν, του να διατάξη την υπό γαλλικών στρατευμάτων κατάληψιν
του Ναυπλίου, ψυχροί δε και εχθρικοί υπήρξαν οι λόγοι του Άγγλου
_Δώκινς_, παρατηρούντος ότι δεν ηδύνατο να αναμιχθή εις εμφυλίους
ελληνικάς διενέξεις, και ότι ήκιστα ενόμιζε πρόωρον την
συγκρότησιν εθνικής συνελεύσεως και κινδυνώδη διά την Ελλάδα την
εις αυτήν παροχήν συντάγματος. Ο Καποδίστριας όμως ηρκέσθη
επαναλαμβάνων την τυπικήν υπεκφυγήν, ότι δεν ηδύνατο να δώση
σύνταγμα, αφού η εν Λονδίνω σύνοδος δεν είχεν έτι εκλέξει
ηγεμόνα, δεν επεθύμει δε αυτός να προδράμη της μεγαλοδωρίας του
μέλλοντος βασιλέως της Ελλάδος.