Προσέβαλεν αληθώς καιριώτατα η πυρπόλησις του στόλου το νέον

Ελληνικόν Κράτος, και κατέστρεψε διά μιας την βαρυτίμως

εξαγορασθείσαν ανάπτυξιν του πολεμικού ναυτικού· και είνε βεβαίως

αξιοθρήνητος η τύφλωσις εκείνη, ήτις οπλίζει το φατριαστικόν

πάθος εις ζημίαν του κοινού καλού, και εγχειρίζει αυτή προς τούτο

τον δαυλόν της καταστροφής. Ευτυχώς εσχάτως ο εν Πόρω μοίραρχος

της εκπαιδευτικής ναυτικής μοίρας ανήγγειλε προς το υπουργείον

των Ναυτικών, ότι ο δύτης _Γεώργιος Τρασάνης_ αιτείται την άδειαν

να ανελκύση άνευ αποζημιώσεως από μέρους του δημοσίου ταμείου την

ιστορικήν φρεγάταν «_Ελλάδα_», ήτις κατασκευασθείσα, ως είπομεν,

εν Αμερική εκ των χρημάτων του εθνικού δανείου του 1824 και μέγα

κατά τον αγώνα διαδραματίσασα πρόσωπον, τοιούτον επέπρωτο να έχη

τέλος. Ο ρηθείς δύτης κατελθών εις το βάθος της θαλάσσης ανεύρε

την _φρεγάταν_, εξ ής υπολείπεται το κάτω μέρος του σκάφους

φαίνεται δε εν αυτώ το έρμα και το σκάφος κεκλιμένον προς

αριστερά, βεβυθισμένον δε εν τη ιλύι. Ευχής έργον θα ήτο αν

ανειλκύετο η φρεγάτα αυτή, ής τα εσκωριασμένα λείψανα εν τω

μουσείω της _Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος_

κατατιθέμενα να εγείρωσι τον ενθουσιασμόν άμα και την λύπην επί

τη επελθούση συμφορά και χρησιμεύωσιν ούτως ως παράδειγμα τοις

επιγιγνομένοις.

Την 2)14 Αυγούστου επήλθε ζωηρά ανταπόκρισις μεταξύ των

_συναδέλφων_. Ο Λαλάνδ και ο Λάιονς προσεπάθησαν να αποτρέψωσι

τον ναύαρχον Ρίκορδ της χρήσεως βίας κατά των Υδραίων, και

απήτησαν ανακοίνωσιν των προς αυτόν διαταγών αφού, παρά την

δήλωσιν του Κυβερνήτου, είχε προβή εις εχθροπραξίας προς

στασιώτας και απεμονώθη από της συμμαχίας. Ο Ρίκορδ

εδικαιολογήθη, λέγων ότι απέτρεψε μόνον την προσβολήν ελληνικών

πλοίων, αλλ' οι δύο κυβερνήται απήντησαν, ότι η διά του πλοίου

αυτού μεταφορά ελληνικών στρατευμάτων υπήρξεν αφορμή της

επελθούσας καταστροφής, και παρετήρησαν ότι αι πρώται

εχθροπραξίαι εγένοντο υπό των Ρώσων. Ο Κυβερνήτης όμως ενόμισεν

αναγκαίον να ανακοινώση προς τον Ρίκορδ προς καθησύχασιν αυτού τα

εξής: «_Δύναμαι να σας αποδείξω δι' επισήμων εγγράφων το εναντίον

εκείνον, όπερ δυσηρέστησεν υμάς εν ταις επιστολαίς των υμετέρων

συναδέλφων_».

Εν τούτοις, τα μετά την εν Πόρω κρίσιν επελθόντα κατά την ξηράν

συμβεβηκότα κατέδειξαν, ότι ουδέν πλέον εδυσώπει ή περιέστελλε

τον Κυβερνήτην. Το υπό τον Νικήταν και Καλλέργην σώμα της

κατοχής, όπερ συνεπεία συνθηκολογίας της 31 Ιουλίου είχεν

εισέλθει εις την πόλιν του Πόρου, εφέρετο προς αυτήν ως

κατακτηθείσαν πόλιν. Οι ατυχείς του Πόρου κάτοικοι απέτινον

αναγκαίως την οργήν των Καποδιστριακών επί τω εγκλήματι του

Μιαούλη. Αι αρχαί ουδέν έπραττον προς περιστολήν των ακολασιών,

αίτινες διεπράττοντο κατά τε των πραγμάτων και προσώπων. Πυρ και

σίδηρος ελυμαίνοντο την πόλιν εκείνην, ήτις προ 24 ωρών είχεν

υποταγή εκουσίως, και ής οι πράγματι ένοχοι κάτοικοι είχον προ

καιρού καταφύγει εις Ύδραν. Μετά την αποκατάστασιν των πραγμάτων

αξιωματικοί και στρατιώται επανέκαμψαν εις Άργος και Ναύπλιον.

Οι ξένοι μόνοι, όσοι διετέλουν έτι εν ελληνική υπηρεσία, δεν

συνεμερίσθησαν τας διαθέσεις ταύτας. Οι Γάλλοι ειθισμένοι

ανέκαθεν να συγκιρνώσι, δι' ελευθέρας εκφράσεως του πολιτικού

αυτών φρονήματος, τον ζυγόν όν είτε υφίστανται ή και επιβάλλουσι

πολλάκις έν τε τη πατρίδι αυτών και επί ξένης, εξέφραζον

απροκαλύπτως την αγανάκτησιν αυτών, ο δε στρατηγός _Ζεράρ_

εξέδωκεν ημερησίαν διαταγήν, εν ή δριμύτατα κατεμέμφετο τοις

μετασχούσι της λεηλασίας στρατιώταις. Ούτω μετά της εν Πόρω

κρίσεως εξερράγη εις εκφανή εχθρότητα η επικρατούσα τέως ψυχρότης

μεταξύ του Κυβερνήτου και των Γάλλων. Η θέσις αυτών είχεν ήδη

καταστή δυσχερής και δυσφόρητος, έμενον δε εισέτι, όπως

αποτρέψωσι την εντελή διάλυσιν του τακτικού σώματος, ήτις ην

άφευκτος μετά την αναχωρήσιν αυτών. Ο Καποδίστριας θεωρείτο πλέον

υπό των αντιπρέσβεων Αγγλίας και Γαλλίας ως φατριαστής μόνον και

ως ρωσίζων.

Διά τούτο αντέστησαν ούτοι ζωηρότατα, ότε ο ναύαρχος Ρίκορδ,

συμμορφούμενος προς την επιθυμίαν του Καποδιστρίου, παρεσκευάσθη

να αποκλείση την στασιάσασαν Ύδραν. Επειδή δε τα ρωσικά πολεμικά

βρίκια ήρξαντο περιπλέοντα προ της νήσου, και ηπείλουν να

βυθίσωσι παν πλοίον αποπειρώμενον να εξέλθη του λιμένος,

απέστειλαν εκείσε πολεμικά πλοία ο τε Λαλάνδ και ο Λάιονς, όπως

παρακωλύσωσι την έκρηξιν εχθροπραξιών. Ούτως η συγκεκαλυμμένη

διάστασις μεταξύ των τριών προστατίδων Δυνάμεων απεκαλύφθη

εντελώς, οι δε επαναστάται ηδύναντο πλέον απροκαλύπτως του λοιπού

να επικαλεσθώσι την Γαλλίαν και την Αγγλίαν. Δεν προύκειτο πλέον

περί στάσεως κατά της καθεστηκυίας αρχής, αλλά περί απαλλαγής από

ξένης επιδράσεως, ως έλεγον.

Μεταξύ Ρίκορδ και των Υδραίων είχε συμβή προ μικρού εν Σύρω

όμοιόν τι προς τα του Πόρου, τούτο δε εξηρέθισε το αίμα του

Κυβερνήτου. Ο Ρώσος κυβερνήτης ηθέλησε να συλλάβη διά της βίας εν

τω λιμένι της νήσου εκείνης ιδιόκτητόν τι βρίκιον του Μιαούλη.

Αλλ' ο πλοίαρχος εδήλωσεν αυτώ, ότι συμφώνως προς τας οδηγίας του

Μιαούλη ήθελε καύσει μάλλον ή παραδώσει το πλοίον. Εμεσίτευσε

τότε ο Αυστριακός πρόξενος παρά τω Ρίκορδ, όπως αποτρέψη της

Σύρου τας συνεπείας εμπρησμού, δυναμένου να εκταθή επί την πόλιν

και τας αποθήκας, και κατώρθωσε να ακουσθεί η παράκλησις αυτού,

εγγυηθείσης της κοινότητος της Σύρου, ότι το βρίκιον δεν ήθελεν

επιχειρήσει τι κατά της ρωσικής σημαίας. Από της στιγμής εκείνης

παράτησαν τα ελληνικά πλοία την ρωσικήν σημαίαν και ανέλαβον την

τρίχρουν γαλλικήν. «Οι Ρώσοι μετέλαβον του μίσους, όπερ ησθάνθη

ολόκληρον το ελληνικόν έθνος κατά του Κυβερνήτου Καποδιστρίου·

μετέσχον δ' αυτού επίσης και τα περί αυτόν πρόσωπα, άτινα χωρίς

τινος λόγου προσωπικού συμφέροντος διέμενον έτι εν υπηρεσία της

κυβερνήσεως», κατά τινα έκθεσιν εξ Αθηνών και εκ Σύρου. Ο

Καποδίστριας ως δεινός διπλωμάτης ιδών την διάστασιν των

κυβερνητών των ευεργετίδων Δυνάμεων και επιθυμών να λυθή υπό

ανωτέρου κριτηρίου η προς μεγίστην αυτού δυσαρέσκειαν αναφυείσα

διάστασις αύτη απηύθυνε, κατά τας αρχάς Σεπτεμβρίου 1831,

_υπόμνημά τι_ προς την εν Λονδίνω σύνοδον, παραπονούμενος ότι οι

κυβερνήται Λαλάνδ και Λάιονς δεν είχον ενεργήσει εκ συμφώνου μετά

του ναυάρχου Ρίκορδ, _καίτοι πάντες κατέκριναν την διαγωγήν

αυτού_. «Ο Κυβερνήτης — κατά τινα έκθεσιν εκ Κωνσταντινουπόλεως —

διέγραψεν επί τη ευκαιρία ταύτη φρικτήν της Ελλάδος την εικόνα·

απήτησε δε να δοθή πέρας εις την περί του μέλλοντος της χώρας

επικρατούσαν αοριστίαν, να ορισθώσιν ό,τι τάχιον τα όρια και ο

ηγεμών αυτής, να σταλώσι δε όμοιαι οδηγίαι προς τους αντιπρέσβεις

και τους κυβερνήτας των στόλων, και να χορηγηθή, απέναντι του υπό

των Δυνάμεων εγγυηθέντος δανείου, χρηματική τις συνδρομή προς την

προσωρινήν κυβέρνησιν, ής είχον εντελώς εξαντληθή τα ταμεία».

Αλλά και τα παράπονα και η αίτησις βοηθείας απήχησαν άνευ τινός

αποτελέσματος παρά τη εν Λονδίνω Συνόδω. Ούτω δε εν Ελλάδι, άμα

ως το ελληνικόν ναυτικόν εκοσμήθη διά της γαλλικής σημαίας, οι δε

αντιπρόσωποι των δυτικών Δυνάμεων ουδόλως απέκρυπτον πλέον την

απροκάλυπτον αυτών συμπάθειαν υπέρ της αντιπολιτεύσεως, επήλθεν

άμεσος η διαλυτική κρίσις της πολιτικής αποσυνθέσεως. Ο

Καποδίστριας, κάλλιστα τα επερχόμενα οσφραινόμενος, κατενόησεν

ότι ευρίσκετο ενώπιον καταστροφής, και την στιγμήν ταύτην εξέλεξε

προς εκτέλεσιν προφυλακτικού τινος πραξικοπήματος.

Μέχρι τούδε είχεν αναβάλει την σύγκλησιν της εθνικής συνελεύσεως

προφασιζόμενος ότι ήτο ανάγκη να επέλθη πρότερον η απόφασις της

εν Λονδίνω συνόδου, και να ανατεθή η περί πάντων κρίσις προς τον

μέλλοντα ηγεμόνα, αλλά η παράτολμος του Μιαούλη πράξις διέλυσε

πάσαν περιοριστικήν αυτού σκέψιν, και την δευτέραν ημέραν μετά

την πυρπόλησιν του ελληνικού στόλου (2 Αυγούστου) εξέδωκε

διάταγμα, δι' ού καθίστα γνωστόν, ότι αι περιστάσεις υπηγόρευον

αυτώ να συγκαλέση ταχύτερον την συνέλευσιν, και ότι οι

πληρεξούσιοι έπρεπε να συνέλθωσιν εν Άργει την 1)13 Σεπτεμβρίου.

Η δ' εθνική συνέλευσις είχεν, ως είδομεν, αναβληθή τη 6 Αυγούστου

1829, υφίστατο δ' έτι νομίμως, και ο πρόεδρος Γ. Σισίνης υπέγραφε

πάντοτε ως πρόεδρος της Εθνοσυνελεύσεως. Επειδή όμως ο

Καποδίστριας προέβλεπεν, ότι αυτοί εκείνοι οι πληρεξούσιοι,

μεταβαλλομένων νυν των πραγμάτων, δεν θα ήσαν πλέον τοσούτον

ευάγωγοι όσον πρότερον, απεφάσισε να ασκήση το κινδυνώδες εκείνο

προνόμιον, όπερ επιτρέπει εις τον ηγεμόνα να διαλύη βουλήν

δυσαρεστούσαν αυτώ, όπως η βέβαιος, ότι εν τη νέα συνόδω θέλει

απαντήσει ολιγωτέραν ιδιότροπον αντίστασιν. Απεφάσισε δε να

διαλύση σιωπηρώς την υφισταμένην συνέλευσιν διατάσσων νέας

εκλογάς. «Οι εκλογικοί σύλλογοι, δύνανται ή να επικυρώσωσι τους

πληρεξουσίους, οίτινες μετέσχον της εν Άργει συνελεύσεως του

1829, ή να εκλέξωσι νέους, όσους και όπως ο νόμος διατάσσει.»

Διέταξε δε συγχρόνως τον πρόσκαιρον επί της δικαιοσύνης γραμματέα

_Μ. Σικελιανόν, όπως εξαιτήσηται, δήθεν οικεία βουλήσει υπέρ του

Μιαούλη και των οπαδών αυτού επιείκειαν· αλλά συγχρόνως εν τη

αυτή εκθέσει απήτει εξαιρετικόν δικαστήριον εκ πέντε γερουσιαστών

και ενός εισαγγελέως των Εφετών όπως δικάση τους πρωταιτίους

πάσης στάσεως, ταραχής και συνωμοσίας, τους την «_συνταγματικήν

επιτροπείαν_» της Ύδρας αποτελούντας: _Γεώργιον Κουντουριώτην,

Ανδρέαν Μιαούλην, Σαχίνην, Αλέξανδρον Μαυροκορδάτον_ και

_Αναστάσιον Πολυζωίδην_. Επειδή δε η κατακραυγή πάντοτ'

εξηκολούθει κατά του κυρίου αιτίου της καταστροφής, του _Βιάρου_,

και του υπερβολικόν υπέρ της κυβερνήσεως ζήλον επιδεικνυμένου

_Γιαννετά_, ο Καποδίστριας, όπως καταπραΰνη την κοινήν γνώμην

έπαυσεν αυτούς των θέσεων και διέταξε να καταλίπωσι το Ελληνικόν

έδαφος. Αλλά ταύτα πάντα εγένοντο λίαν αργά· ο αγών έμελλε να

διακριθή δι' αίματος· οι Υδραίοι εξωπλίσθησαν προς διάδοσιν της

στάσεως· ο Τσάμης Καρατάσος ο αποτυχών, ως είρηται, εν τη εκτός

του Ισθμού Ελλάδι, επιβάς νυν υδραϊκού πλοίου έπλεεν εις

Πελοπόννησον, όπως εξεγείρη εκεί τα πνεύματα κατά του Κυβερνήτου,

όστις στερούμενος στόλου ελληνικού, ανέβηκε τω Ρώσω ναυάρχω

Ρίκορδ την καταπολέμησιν της επιτεινομένης επαναστάσεως.

Ο Ρίκορδ περιπλέων τα παράλια της Πελοποννήσου, εν τω κόλπω της

Κορώνης ηνάγκασεν Υδραίους επιβαίνοντας τριών πλοίων προς

εξέγερσιν των Μανιατών, ίνα, πυρπολήσαντες τα εαυτών πλοία,

αποβώσιν εις Αλμυρόν.

Πανταχόθεν απειλούμενος ο Καποδίστριας οτέ μεν μετεχειρίζετο

βίαν, οτέ δε την αλωπεκήν. Επήλθεν η κυρία ημέρα συγκλήσεως των

πληρεξουσίων, η 1 Σεπτεμβρίου, και παρήλθεν· αλλ' ο Καποδίστριας

υπό παντοίας προφάσεις ανέβαλλε την έναρξιν των εργασιών· η

αναβολή εξηρέθιζε τον λαόν. Καθήρεσε _Βασίλην_ τινά αξιωματικόν

του τακτικού στρατού, όστις ομνύων δεύτερον υπό του Κυβερνήτου

επιβαλλόμενον όρκον εξείπε φράσεις προσβλητικάς κατ' εκείνου·

αλλ' ο καθαιρεθείς μεταβάς εις Ύδραν εξήγειρε, καθ' εκάστην,

θύελλαν κατά του Κυβερνήτου· Ημέρα τη ημέρα οι υπάλληλοι εκ

μωρίας ή υπερβολικού ένεκα ζήλου εκίνουν την χολήν κατά του

Καποδιστρίου, όν ήθελον καταστήσωσιν αγαπητόν παρά τω λαώ. Τα

πνεύματα ήσαν εις άκρον εξεγηγερμένα κατά του Κυβερνήτου·

παντοίαι διαδόσεις αληθείς και ψευδείς υπέθαλπον παρά τω λαώ

κρυφίαν τινά ταραχήν και φόβον περί του μέλλοντος της πατρίδος·

ότε μεν παρίστατο υπό των αντιπολιτευομένων ο Καποδίστριας ως

_Ρώσος τοποτηρητής_, όστις ητοίμαζε τη Ρωσία την υποταγήν της

Ελλάδος, ότε δε διεδίδετο τη ενεργεία, ως εικός, των Άγγλων και

Γάλλων, ότι ο Καποδίστριας ως κωλύων την ανάρρησιν Βασιλέως της

Ελλάδος εκώλυε συγχρόνως και την ευδαιμονίαν του έθνους.

Είχεν ήδη μάλιστα συλληφθή η ιδέα του «_φόνου του τυράννου_». Ο

_Πρόκες — Όστεν_ μάλιστα γράφει, ότι «έρανος προς μίσθωσιν

δολοφόνων περιεφέρετο σχεδόν αναφανδόν, και ότι ο μεν

Μαυροκορδάτος ηνείχετο, ο δε Ζωγράφος και υπεστήριζεν αυτόν . . .

. Ο δε ανίκανος Υψηλάντης είχεν αποσυρθή εις Άργος, και τοιούτον

υπεδύθη ήθος, ώστε οι συνωμόται απήτησαν παρ' αυτού συνδρομήν

προς εκτέλεσιν αποτροπαίου σχεδίου. — Ουχί! απήντησεν ούτος τότε.

_Ο Καποδίστριας δεν είναι τύραννος και η τυραννοκτονία δεν είναι

αρετή. Αν δε ήτο τοιαύτη, δεν θα εμίσθουν δολοφόνους, αλλά θα

εξετέλουν μόνος την πράξιν_» (80).

Ο εν Παρισίοις μάλιστα Έλλην λόγιος Μηνάς Μινωίδης (81),

εκήρυξεν ήδη ότι, ότε εξελέγη ο Καποδίστριας κυβερνήτης, κατ'

Απρίλιον του 1828, επί εις Παρισίους αφίξει του Νικολάου

Υψηλάντου, εσχηματίσθη _μυστική τις εταιρία του Ηρακλέους_, ής ο

Κυβερνήτης μόλις ημέρας τινάς προ της δολοφονίας έσχε γνώσιν, ής

ο σκοπός ην η διά παντός μέσου δολοφονία του Καποδιστρίου. Ημείς

όμως εις ταύτα ουδαμώς πιστεύοντες καθώς και εις το άλλο το υπό

του μέλους της αυτής εταιρίας (του Ηρακλέους) _Παναγιώτη Καλεβρά_

αναφερόμενον εν τω βιβλίω αυτού: «_Πολιτικός Βίος του αοιδίμου

Ιωάννου Καποδιστρίου κυβερνήτου της Ελλάδος_». Αθήναι 1873, ότι

αντί 25,000 γροσίων, υποσχεθέντων τω υπηρέτη του Κυβερνήτου

_Νικολέτω_ να δηλητηριάση αυτόν διά του καφέ, θεωρούμεν την

δολοφονίαν έργον κατ' εξοχήν ιδιωτικόν και προϊόν εκδικήσεως της

γενναίας μεν, αλλά τοσαύτας προσβολάς υποστάσης παρά του

Κυβερνήτου οικογενείας των Μαυρομιχαλαίων, ζητούντων διά του

Κωνσταντίνου και Γεωργίου Μαυρομιχάλη να εκπλύνωσι, κατά τα έθιμα

της πατρίδος αυτών ανυποτάκτου Μάνης, ιδιωτικάς όλως προσβολάς,

ως λέγει και έκθεσίς τις εκ Κωνσταντινουπόλεως της 13)25

Οκτωβρίου 1831: «Καίτοι, ο φόνος υπήρξεν αποτέλεσμα ιδιωτικής

εκδικήσεως της εχθρικώς πάντοτε κατά του Κυβερνήτου διακειμένης

οικογενείας των Μαυρομιχαλών, δεν δύναται τις όμως να μη

καταλογίση επίσης το έγκλημα τούτο εις την αγρίαν των πνευμάτων

έξαψιν, ήτις είχεν έτι μάλλον κορυφωθή διά της επεμβάσεως ρωσικών

στρατιωτικών δυνάμεων εν Πόρω και Μεσσηνία. Μέρος όμως του

αξιοθρηνήτου τέλους του Κυβερνήτου πρέπει να αποδοθή εις την από

μακρού παντελή αυτού εγκατάλειψιν υπό της Αγγλίας και Γαλλίας,

όπως επίσης και εις τας εμψυχώσεις, άς παρείχεν εις τους

αντιπάλους του Κυβερνήτου η την επανάστασιν διευθύνουσα παρισινή

επιτροπή».

Και όντως ο Καποδίστριας είχε βαθμηδόν περιέλθει εις εχθρικάς

σχέσεις προς την οικογένειαν των Μαυρομιχαλών, ής ό αρχηγός

Πετρόμπεης κατείχε σπουδαίαν μοναρχικήν σχεδόν θέσιν, παρά τοις

πολεμικοίς Μανιάταις και ωνομάζετο υπό του λαού «_βασιλεύς της

Μάνης_». Ωραίος και μεγαλοπρεπής ανήρ πράος το φρόνημα, είχε

παραγκωνισθή εντελώς ο Μανιάτης μπέης κατά την διάρκειαν του υπέρ

ανεξαρτησίας πολέμου, απέναντι των άλλων οπλαρχηγών, οίτινες, ως

ο Κολοκοτρώνης, διετυμπάνιζον και επέβαλλον ούτω διά της

μεγαλαυχίας την αξίαν αυτών. Εννοείται όμως, ότι δεν ελησμόνησε

τούτου ένεκεν ο _Πετρόμπεης_ τας παραδόσεις της φυλής αυτού και

την κλέφτικην αυτού φύσιν, ούτε της χρηματικής ωφελείας ημέλησεν,

ούτε υστέρησε των άλλων, αρπαγής προκειμένης και λείας.

Αδιακόπως είχεν ανάγκην χρημάτων· ηγάπα δε το χρήμα διότι

κατεσπατάλα αυτό και ήτο, ως επεκάλει αυτόν ο Καποδίστριας,

_αιώνιος απαιτητής_. Μετρητά διέρρεον εν μια στιγμή εκ των χειρών

αυτού, διότι κατ' ανάγκην, επιβαλλομένην υπό της πατρογονικής

αυτού αλαζονείας, λέγει ο Μένδελσον Βαρθόλδυς, διένεμεν ηγεμονικά

δώρα προς πάντας τους οπαδούς αυτού, εξεπροσώπει αυτούς διά

λαμπράς εξωτερικής επιδείξεως, και επεθύμει να εξαλείψη πάσαν ει

δυνατόν της Μάνης την πτωχείαν. Πλην τούτου εκόμπαζεν επί τη

μικρότητι και τη καλλονή της χειρός αυτού, άτινα εθεώρει ως

σημεία αρχαίου γένους. Σπάνιοι μόνον εκ των κορυφαίων του

Ελληνικού αγώνος, οίος ο Μάρκος Βότσαρης και ο Καραϊσκάκης, είχον

προθύμως και μετά χαράς θυσιάσει πάντα τα ίδια εαυτών συμφέροντα

υπέρ του κοινού καλού. Είχον μεν αληθώς οι στρατιωτικοί αρχηγοί

της Πελοποννήσου διακινδυνεύσει γενναίως την περιουσίαν αυτών,

αλλ' εμφύτως όμως πάντοτε υπολογίζοντες, ότι η θυσία αυτών δεν

ήθελεν απομείνει άνευ αμοιβής, και ότι το κράτος των τούρκων

πασάδων ήθελε διαδεχθή μικρά και συνεχής διοίκησις πασάδων

Ελλήνων. Και αν δε τις αποδεχθή, ότι μανιάτης Μπέης ηδύνατο να

παραιτήση το ίδιον εαυτού αξίωμα, απέναντι μεγάλου και καθαρώς

εγνωσμένου σκοπού, ουδεμία όμως ήτο δεκτή προσδοκία, ότι ήθελεν

αποβάλει τον βαθέως ερριζωμένον αυτού εγωισμόν χάριν του

Κυβερνήτου, και προς όφελος κυβερνήσεως, ής καθ' εκάστην ετίθετο

εν αμφιβόλω η εθνική ενέργεια, ήτις εθεωρείτο ως ηγορασμένη υπό

της Ρωσίας, και ήν επολέμουν τοιούτοι ακριβώς άνδρες, οποίοι

είχον θεωρηθή πάντοτε υπό των απαιδεύτων παλληκαρίων ως τα

πρότυπα ευρωπαϊκής μορφώσεως και σοφίας. Εις ταύτα δε προσετέθη

και η φυσική αποστροφή του εν μάχαις δεδοκιμασμένου και ήκιστα

την εν ειρήνη ικανότητα εννοούντος πολεμιστού, προς άρχοντα

ουδέποτε εν πυρίτιδι δοκιμασθέντα. Οι Μαυρομιχάλαι είχον χύσει το

αίμα αυτών υπέρ της πατρίδος, εννέα δε και τεσσαράκοντα του

γένους αυτού είχεν ίδει πίπτοντας ο _Μπέης_ εν τω προς τους

Τούρκους πολέμω. Τα ηρωικά ανδραγαθήματα του Κυριακούλη και του

Ηλία Μαυρομιχάλη απολαύουσιν έτι εντίμου μνήμης παρά τω ελληνικώ

λαώ.

Τότε, μόλις απηχήσαντος του κρότου των όπλων, ήλθεν ο Κυβερνήτης

Καποδίστριας, όστις, ουδέποτε αυτός πολεμήσας διά του ξίφους υπέρ

της πατρίδος, ηθέλησε να δρέψη τους καρπούς του αγώνος,

στηριζόμενος επί των χαρτίνων αυτού κατορθωμάτων, και να δεσπόση

μόνος αυτός και απεριόριστος της Ελλάδος.

Εν Νησίω είπε ποτε προς τους Μανιάτας: «_Εγώ είμαι ο θυρωρός, ο

ιστάμενος εις την θύραν και φυλάττων την παρθένον Ελλάδα_.

Ούτω δε το κράτος των πολυαρίθμων μικρών τυράννων έμελλε να

θραυσθή βιαίως διά της αυθεντίας ενός μεγάλου τυράννου, αι δε

τοπικαί επιρροαί να καταβληθώσι και εξαλειφθώσι. Τούτο απεκαλείτο

επισήμως: ισοπέδωσις των ταραχοποιών στοιχείων, νίκη της τάξεως

και της συγκεντρώσεως, τρυφερά μέριμνα υπέρ της παρθένου Ελλάδος.

Τοιαύται όμως ιδέαι δεν συνέφερον βεβαίως ούτε εις τους

Μαυρομιχάλας ιδία, ούτε εις τους Μανιάτας εν γένει.

Ότε το πρώτον συνηντήθησαν ο Κυβερνήτης και ο τοσούτον δι' αυτόν

ολέθριος Γεώργιος Μαυρομιχάλης, ο σφριγών νεανίας παρέστη προ του

άρχοντος της Ελλάδος λαμπράν περιβεβλημένος στολήν, ως τις των

κομψοπρεπών νέων. Ο Καποδίστριας απηύθυνεν αυτώ, ένεκα της

εντελώς ατόπου εκείνης παραστάσεως εν καιρώ μεγάλης της πατρίδος

πτωχείας, αυστηράν και μακράν παραίνεσιν, κατώρθωσε δε τοιαύτην

να εμποιήση εις τον νεανίαν εντύπωσιν, ώστε το αίμα του Γεωργίου

ανέβη εξ αιδούς εις τας παρειάς αυτού. Ουδένα όμως απέφερε διαρκή

καρπόν η νουθεσία εκείνη (82).

Αφ' ετέρου δε ο Πετρόμπεης είχεν ήδη την 3)15 Οκτωβρίου 1827

προσαγορεύσει τον Κυβερνήτην διά πεφυσημένης επιστολής ως δώρον

του ουρανού, επικαλούμενος επ' αυτόν μεν τας ευλογίας, επί τους

εχθρούς δε την αράν του Θεού.

Αλλ' αφ' ενός μεν, αι εκ μέρους του γηραιού Μπέη οχληραί βοηθείας

αιτήσεις, εν ονόματι του πατριωτισμού, κατόπιν αδιαφορία, υποψία

και τέλος έχθρα, ήν ουδ' αυτό το θέλγητρον γερουσιαστικής θέσεως

κατώρθωσε να πραΰνη· αφ' ετέρου δε, εκ μέρους του Καποδιστρίου, η

παροχή μετ' αηδίας, σμικρύνουσα το δωρούμενον διά της σμικρότητος

της δωρούσης ευμενείας, δυσπιστία και προσωπική ζηλοτυπία, ήτις

ου μόνον εξήρει των κυβερνητικών χαρίτων την παντοδύναμον εν Μάνη

οικογένειαν και τον αρχηγόν αυτής, αλλ' απεμάκρυνεν αυτήν μάλιστα

των δημοσίων υπουργημάτων, και κατεδίωκεν αυτήν, και καθίστα

αληθή αποδιοπομπαίον τράγον δι' όσα εν Μάνη συνέβαινον

κακουργήματα, εγέννησαν την μεταξύ των Μαυρομιχαλών και του

Καποδιστρίου έχθραν.

Τα ήθη και έθιμα των Μανιατών δεν ηδύναντο να συμβιβασθώσι, καθ'

ολοκληρίαν, προς τας περί απολύτου υποταγής απαιτήσεις του

Καποδιστρίου, ως και προς το καθόλου συγκεντρωτικόν αυτού

σύστημα, όστις εφαντάσθη ότι ως εν τη λοιπή Ελλάδι ούτω ταχέως

έμελλε να δεσπόση και της Μάνης, εν ή η υπεροχή των Μαυρομιχαλών

ηνώχλει αυτόν· διό εκ παντός τρόπου εσπούδασε να καταβάλη αυτήν

και προς τούτο αντέταξε την φιλοδοξίαν και αντιζηλίαν άλλων

οίκων, οίον του Κουτούφαρη, Τζανετάκη, Μουρζίνου και εί τινος

ετέρου. Εντεύθεν πάσα αίτησις των οίκων τούτων τάχιστα εξετελείτο

υπό της κυβερνήσεως, απερρίπτετο δε πάσα των Μαυρομιχαλών. Οσάκις

ο Πετρόμπεης απήτει χρηματικάς αποζημιώσεις ανθ' όσων απώλεσε

κατά τον αγώνα, ο Καποδίστριας ή ουδόλως ή γλισχρότατα ήμειβε τον

υπέροχον οίκον όστις και χρήμα και αίμα πολύτιμον εθυσίασεν υπέρ

του ιερού αγώνος. Ενώ ούτω προσεφέρετο ο Καποδίστριας προς τον

Πετρόμπεην, οι υπάλληλοι αυτού προσεφέροντο λίαν ιταμώς εν αυτή

τη χώρα κατά τε του οίκου των Μαυρομιχαλών και των φίλα αυτοίς

φρονούντων· ο νομάρχης μάλιστα _Γενοβέλης_ ούτω παρώργισε τους

Μαυρομιχάλας, ώστε κατά το Πάσχα του 1830 εξερράγη εν _Τζίμοβα_

στάσις κατ' αυτού, ής ηγείτο ο αδελφός του Πετρόμπεη _Τζανής_, όν

δι' απάτης συλλαβών ο Κυβερνήτης καθείρξεν εν Ναυπλίω ως

φονεύσαντα, προ ετών, άνθρωπόν τινα· καθείρξε δε και τον υιόν του

Τζανή _Κατζάκον_ επί αποπείρα φόνου κατά του εξαδέλφου αυτού

_Πιεράκου_. Πάντες δε οι Μαυρομιχάλαι επετηρούντο υπό της

αστυνομίας ως επικίνδυνοι τη κυβερνήσει. Τούτο εξήγειρε τους

Μανιάτας σύμπαντας φίλους τε και εχθρούς των Μαυρομιχαλών, διότι

πάσα προσβολή παρά ξένου κατά Μανιάτου αντανακλά, κατά τα έθιμα

των Μανιατών, κατά πάντων αυτών. Εντεύθεν ήρξατο απειλητική

στάσις· πάντες ωπλίσθησαν ως επί επαναστάσεως κατά των Τούρκων

ουδ' αυτών των γυναικών και των παίδων εξαιρουμένων· ενθουσιασμός

φλογερός επύρωσε τους πάντας· πεντακισχίλιοι υπό τον

_Κωνσταντίνον Μαυρομιχάλην_ μαχηταί ωρκίσθησαν να εκστρατεύσωσι

κατά του τυράννου, ει μη εντός μιας εβδομάδος απεφυλακίζοντο οι

συλληφθέντες Μαυρομιχάλαι· συνέστη πρόσκαιρος επιτροπεία εκ

δώδεκα ανδρών προς διοίκησιν της χώρας, καταργουμένης της

εξουσίας του Καποδιστρίου· ο διοικητής των Καλαμών _Κορνήλιος_ ο

επιχειρήσας να καταπολεμήση τα λείψανα της υπό τον Τζανήν

στάσεως, μόλις ηδυνήθη μετημφιεσμένος να δραπετεύση ως απλούς

ναύτης επί πλοίου. Τούτων γινομένων, ο Πετρόμπεης διέτριβεν ως

γερουσιαστής εν Ναυπλίω. Εις μάτην εζήτησε παρά του Καποδιστρίου

ν' απέλθη εις την εαυτού πατρίδα, όπως, ως έλεγε, καθησυχάση τα

πράγματα· ο Καποδίστριας δεν έδιδεν αυτώ άδειαν. Τότε εδραπέτευσε

κατά Φεβρουάριον 1831 εις Ζάκυνθον επί αγγλικού πλοίου, του

Γόρδωνος, αλλ' αποβιβασθείς εις Κατάκωλον της Ηλείας, οπόθεν

εσκόπει να μεταβή εις Λιμένι, συνελήφθη υπό του _Κωνσταντίνου

Κανάρη_, εις καταδίωξιν αυτού σταλέντος, και απήχθη εις Ναύπλιον.

Ουδαμώς δε λαβών ο Καποδίστριας προ οφθαλμών επιστολήν του

Πετρόμπεη, εν ή διεμαρτύρετο διά την προσγενομένην αυτώ βίαν,

απλώς βουληθέντι ίνα μεταβή εις την ιδίαν αυτού πατρίδα προς

υπεράσπισιν των οικείων και κατάπαυσιν των ταραχών, εκήρυξε διά

διατάγματος αυτόν τε και τον Κωνσταντίνον ως λιποτάκτας·

επιτροπεία δ' εκ γερουσιαστών προεδρευομένη υπό του Βιάρου

εκήρυξε τον πολιόν _Πετρόμπεην_ ένοχον εσχάτης προδοσίας, ού

ένεκα καθείρχθη εν τω _Ιτζ — Καλέ_ τω ετέρω φρουρίω του Ναυπλίου

επί εννέα όλους μήνας ως κακούργος. Άμα ο αδελφός του Πετρόμπεη

Κωνσταντίνος έμαθεν ότι ούτος καθείρχθη, αφίκετο εις Ναύπλιον επί

τη υποσχέσει του Καποδιστρίου ότι θα έμενεν ελεύθερος· αλλ' άμ'

αφικόμενος και ετέθη υπό αστυνομικήν επιτήρησιν. Μάτην δε ο Ρώσος

Ρίκορδ, παρακληθείς υπό της έξ και ογδοηκοντούτιδος μητρός του

Πετρόμπεη και υπό του Κατζάκου Μαυρομιχάλη, παρεκάλεσε Κυβερνήτην

όπως δέξηται τον Πετρόμπεην εις συνδιαλέξιν κατ' οίκον προς

συνδιαλλαγήν. Τέλος επείσθη ο Καποδίστριας. Προς τούτο δ' ωρίσθη

η συνδιάλεξις να γίνη κατά την 5ην μετά μεσημβρίαν της 26ης

Σεπτεμβρίου εν τω οίκω του Κυβερνήτου παρόντος και του ναυάρχου

Ρίκορδ. Κατ' απαίσιον σύμπτωσιν ο Καποδίστριας παραβάς την εαυτού

υπόσχεσιν ένεκα ταραχής έκ τινος άρθρου του «_Ταχυδρόμου του

Λονδίνου_» κατακρίνοντος την πολιτικήν αυτού, δεν εδέξατο (26

Σεπτεμβρίου 1831) αυτόν εις ακρόασιν. Ούτω δ' ο γέρων

_Πετρόμπεης_ νομίσας ότι σκοπίμως προς εμπαιγμόν εξήχθη υπό

φρουράν εκ του _Ιτζ-Καλέ_ και υπό φρουράν ως κακούργος περιήχθη,

εξεμάνη. Απαγόμενος δ' αύθις εκ της οικίας Καποδιστρίου εις τας

φυλακάς παρεκάλεσε τους φρουρούς αυτού, ίνα ει δυνατόν

επιτρέψωσιν αυτώ να διέλθη έμπροσθεν της οικίας, εν ή κατώκουν ο

υιός αυτού Γεώργιος και ο αδελφός Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλαι.

Αφικόμενος δ' εκεί υπό τα παράθυρα εκραύγασεν ο γέρων φωνή

τρεμούση εξ οργής; «_Για σας παιδιά_»· πρώτος ο Γεώργιος

αναγνωρίσας την φωνήν του πατρός προς το παράθυρον ορμά· και ιδών

είπε προς τον Κωνσταντίνον: «_ο γέρος_». «_Τι κάνεις;_» ερωτώσιν

αμφότεροι. «_Τα βλέπετε_», απαντά εν μανία και απέρχεται ο πολιός

Μπέης. Αι λακωνικαί αύται λέξεις εδήλουν μυρίους όσους

διαλογισμούς και σκοπούς κρυφίους, οίτινες συλλήβδην εγένοντο τω

Κωνσταντίνω και Γεωργίω το σύνθημα της ταχίστης δολοφονίας του

Καποδιστρίου, ήν και εξετέλεσαν πράγματι την επαύριον 27

Σεπτεμβρίου. Ο Κωνσταντίνος και ο Γεώργιος διετέλουν υπό

αστυνομικήν επιτήρησιν, αλλά διά προσπεποιημένης υποταγής είχον

κατορθώσει να καταστήσωσιν, από μακρού, λίαν ελαφράν την

φρούρησιν αυτών· επρομηθεύθησαν δε και όπλα υπό τους οφθαλμούς

αυτούς του επόπτου αυτών _Καραγιάννη_. Πολλάκις δε ήδη είχον

ενεδρεύσει εν τη οδώ τον Κυβερνήτην· αλλά δεν ετόλμησαν το

τόλμημα. Νυν όμως απήτουν τα εν Μάνη νόμιμα να μη αναβληθή επί

πλέον η εκδίκησις.

Τα κατά την δολοφονίαν του Κυβερνήτου ουτωσίν εκτίθησιν επακριβώς

ο Γερμανός ιστορικός της νεωτέρας Ελλάδος Κάρολος Μένδελσον

Βαλθόλδυς, ού πολλαχού ήδη εμνημονεύσαμεν:

Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος · 第 27 / 36 段