του Βιάρου οσημέραι παρεσκεύαζον εχθρούς τω αδελφώ Ιωάννη είτ'
εκτελούντος επί το αυθαδέστερον όσα εκείνος επί το επιεικέστερον
διέτασσεν είτε και πράττοντος εναντία των υπ' εκείνου
διατεταγμένων. Λέγεται μάλιστα, ότι παραινέσαντός ποτε του
Κυβερνήτου τοις δανεισταίς, ίνα μετριώτερον τόκον λαμβάνωσιν,
όστις έν τισιν επαρχίαις ην 60 ο)ο, και επιεικέστεροι ώσι τους
οφειλέτας, ο Βιάρος διεκήρυξεν εν εγκυκλίω προς τους κατοίκους
του τμήματος αυτού: «_Ο Κυβερνήτης παρήνεσε την μετρίασιν του
τόκου· εγώ αναγκάζομαι οριστικώς να το αποφασίσω, ίνα παύση πάσα
αμφιβολία εις το θεμιτόν και αθέμιτον περί τούτου_». Ο Βιάρος
κατά παντός παραβάτου ηπείλει δήμευσιν του κεφαλαίου αυτού,
φυλακάς, τιμωρίας και ου μόνον των εις το μέλλον, αλλά και των
εις το παρελθόν δεδανεισμένα εχόντων χρήματα, και ταύτα ούτε
νόμου ούτε θεσπίσματός τινος υπάρχοντος. Τοις δε ανθισταμένοις
των πολιτών επέτασσεν άκραν σιγήν, ότι μόνη η κυβέρνησις γινώσκει
το ορθόν και μόνον αυτής οι λόγοι και τα έργα πρέπει να ακούωνται
και εκτελώνται, διότι μόνη αύτη κήδεται περί των αληθών
συμφερόντων του λαού· πάσα δ' άλλη εισήγησις άλλοθεν πόθεν
ερχομένη είνε ψευδής και βλαβερά. Προς τους Υδραίους ποτέ
αποδοκιμάζοντας πράξεις της κυβερνήσεως και αυτού και εξετάζοντας
αυτάς εκήρυξε: «_Μη εξετάζετε τας πράξεις της κυβερνήσεως, ούτε
κρίνετε αυτάς, διότι αύτη η εξέτασις και αύτη η κρίσις δύναται να
φέρη εις λάθος, του οποίου το αποτέλεσμα είναι ζημίαι σας_».
ς) ότι ο Βιάρος πάντα μη υπακούοντα κατεδίωκεν ουχί κατά νόμον,
αλλά κατά βούλησιν, θεωρών τας εγκυκλίους αυτού ως νόμους του
Κράτους, των δε παρακουόντων ταις διαταγαίς αυτού υπαλλήλων
διενήργει την παύσιν, καθώς και των δημογερόντων, ανθ' ών
διώριζεν άλλους μάλλον ευπειθείς αυτώ. Εν ώ δε καιρώ εγίνετο η
εκλογή των νέων δημογερόντων, οι τέως υπάρχοντες ήσαν
περιωρισμένοι ένεκα τούτου ή εκείνου δήθεν του παραπτώματος.
Τοιαύται αθέμιτοι εκλογαί ουδ' επί της των Τούρκων τυραννίας
εγένοντο· ει δέ ποτε εγίνοντο, σπανιώτατα οι ούτω παρανομούντες
διοικηταί διέφευγον την τιμωρίαν της τουρκικής κυβερνήσεως.
Τουναντίον απαντώσιν εν τη των χρόνων εκείνων ιστορία καταδίκαι
Τούρκων διοικητών, οίτινες ως κατεπεμβάντες τη των δημογερόντων
διοικήσει μετετέθησαν ή εφυλακίσθησαν.
ζ') ότι ο αυτός Βιάρος ίδρυσεν εν τω τμήματι αυτού καινοφανή
δικαστήρια, επ' ουδενός νόμου στηριζόμενα, ών έκαστον συνίστατο
εξ ενός δημογέροντος και ενός ειρηνοδίκου εις βοήθειαν των
ανικάνων περί το δικάζειν δημογερόντων διορισθέντων αυτεξουσίως
υπ' αυτού και όλως παρανόμως μετά την παύσιν των νομίμων. Τοσούτο
δ' εξετραχηλίσθη, ώστε και εν αύτη τη Αιγίνη ετόλμησε να ιδρύση
δικαστήριον πολλώ παρανομώτερον των εν τω τμήματι αυτού, καθ'
όσον ο είς και μόνος συγκροτών το δικαστήριον ειρηνοδίκης
εδίκαζεν αναρμοδίως υποθέσεις μη αναγομένας εις αυτό. Προς δε τον
γραμματέα της Επικρατείας ερωτήσαντα περί του καινοτρόπου τούτου
δικαστηρίου, απεκρίνατο αφελώς ο Βιάρος, _ότι έπραξε τούτο
δοκιμής ένεκεν προς εξασφάλισιν της δικαιοσύνης και επείσθη ότι
επέτυχε του σκοπού._
η') ότι διαταγή του Βιάρου εξετυπώθησαν _διαμονητήρια_ άτινα
εχορηγούντο τοις αλλαχόθεν εις Αίγιναν παρεπιδημούσιν αντί φόρου
_οκτώ γροσίων_, εφ' ών εγράφετο η λέξις «_υπήκοος_», όπερ τα
μάλιστα συνετάραξε τον λαόν δικαίως υποπτεύσαντα ότι οι
Καποδίστριαι εσκόπουν την υποδούλωσιν των Ελλήνων.
θ') ότι όπως καταπνίξη ο Κυβερνήτης πάσαν αντιπολίτευσιν και κατ'
αυτής αντιτάξη την κοινήν δήθεν γνώμην του λαού επέτρεψεν ή
μάλλον επέβαλεν ίνα περιφέρωνται αναφοραί, δι' ών ανωμολόγει ο
λαός ότι παρά μόνου του Κυβερνήτου προσεδοκάτο πάσα σωτηρία και
ότι παρά μόνου αυτού ώφειλον ωσαύτως να προσδοκώσι την
ευδαιμονίαν του έθνους. Αι τοιαύται αναφοραί καλύπτουσαι μάλλον
τα παραπτώματα της κυβερνήσεως ή εκφράζουσαι την κοινήν
ευγνωμοσύνην προς τον Καποδίστριαν, εκίνουν έτι μάλλον την οργήν
του λαού ως περιφερόμεναι υπούλως υπ' ανθρώπων φρονούντων τα της
κυβερνήσεως και φίλων προσωπικών και πολιτικών όντων του
Καποδιστρίου. Επειδή δε κατακραυγή ηκούετο επί τούτω, ο
Καποδίστριας εδείκνυε δήθεν, ότι απεδοκίκαζε τας τοιαύτας
αναφοράς και τους ταύτας περιφέροντας. Αλλ' εις των περιφερόντων
τοιαύτην αναφοράν ήν και ο υιός του _Πετρόμπεη_ Γεωργάκης, όστις
αποδοκιμαζόμενος εδήλωσε τους αιτίους ταύτης _Καλογερόπουλον,
Γιαννετάν_ και _Βιάρον_ της επιστολής ταύτης:
_Εξοχώτατε_,
«Εν ώ διηυθύνθην μετά των συγγενών μου εις έντευξιν Εξοχότητός
σας εις Μεσσηνίαν και εν ώ παρουσιάσθημεν έμπροσθέν σας, μας
ωμιλήσατε περί του ανά χείρας μας υπογραφομένου εγγράφου και σας
απεκρίθημεν. Γενομένης δε της οδοιπορίας σας και φθάσαντες εις
Αίγιναν, απεστείλατε επιστολήν σας προς τον δούλον σας πατέρα
μου, εν ή εξελέγχετε το άτακτον περί τούτου κίνημά μου και ότι
ποτέ δεν θέλει φανή δεκτόν προς την Εξοχότητά σας. Εξοχώτατε,
οποιουδήποτε μεγέθους παράπτωμα το τοιούτον λογίζεται και
οποιανδήποτε παιδείαν απαιτεί, ακούσαντες και τους λόγους του
δούλου σας ως δικαιοκρίτης, αποφασίσατε. Ο δούλος σας ηγνόουν
παντάπασι το έγγραφον τούτο και μόνον καθ' ήν στιγμήν ανεχώρουν
εξ Αιγίνης ειδοποιήθην· τότε ο κ. δοτόρος Σπυρίδων Καλογερόπουλος
και μετ' αυτόν ο κ. Γιαννετάς με έκαμον κοινωνόν του τοιούτου,
δίδοντές μοι αντίγραφον και παραγγέλλοντές με να ενεργήσω την
αποπεράτωσίν του εις τα κάτω μέρη· μετά δύο ημέρας αφίκετο εις
Αίγιναν ο αυταδελφός σας κύριος κόντες Βιάρος και διευθυνθείς εις
επίσκεψιν της εκλαμπρότητός του μετά κ. Γιαννετά εις την
παραθαλασσίαν της Αιγίνης ανεχώρησα μετ' ολίγον, ο δε κ.
Γιαννετάς διέμεινε· τη επαύριον ανταμωθέντες μετά του κ. Γιαννετά
μοι είπεν ότι ωμίλησε πολλά περί τούτου προς τον κ. κόντε και ότι
η εκλαμπρότης του έμεινε καθ' όλην την έκτασιν ευχάριστος και
περί τας δύο ώρας της νυκτός μετακαλεσθείς παρά του αυταδέλφου
σας εις το παράλιον της Αιγίνης μοι ενεχείρισεν αποτεινομένην
επιστολήν σας προς τον δούλον σας πατέρα μου, λέγουσάν μοι ότι
δύναμαι να διευθυνθώ εγώ εις Πόρον αντί του πατρός μου, όπου
θέλομεν ομιλήσει περί των κατεπειγουσών αναγκών μας προς την
εξοχότητά σας, θέτων καί τινα άλλα.
Εκπλεύσας ο κύριος κόντες και κατόπιν ο δούλος σας έφθασα εις
Πόρον, όπου και μετεκαλέσθην παρά της εκλαμπρότητός του έξωθεν
της οικίας του· εκεί ανέγνωσα εις την εκλαμπρότητά του εκείνο το
έγγραφον, προσθέτων εν ταυτώ την άοκνον και μετ' επιμελείας
ενέργειάν μας, ήν περ θέλομεν δείξει εις την αποπεράτωσίν του.
Αποτεινόμενος η εκλαμπρότης του μοι είπεν ότι ημείς δεν
προτρέπομεν την αποπεράτωσιν αυτού του εγγράφου αλλ' όταν σεις το
εγκρίνετε, δύνασθε να το ενεργήσετε και ημείς θέλομεν είσθαι
ευχάριστοι· ταύτα ειπόντος μοι, διελύθη η συνομιλία. Τι λοιπόν,
Εξοχώτατε, έπρεπε να πράξω; ποίος εκίνησε την ενέργειαν τούτου
του εγγράφου; εις ποίον δίδεται η δικαία μέμψις της Εξοχότητός
σας; Αυτή είναι η διατρέξασα υπόθεσις, και ως πατήρ όλων των
Ελλήνων αποδώσατε το δίκαιον προς τον έχοντα».
ι') ότι επί μακρόν ανέβαλλε την σύγκλησιν της ευθύς μετά την
κάθοδον αυτού προκηρυχθείσης Εθνικής Συνελεύσεως, και ότι τέλος
μη δυνάμενος ν' αναβάλλη επ' αόριστον προσεκάλεσε (30 Οκτωβρίου
1828) το _Πανελλήνιον_, όπως προετοιμάση τα της εκλογής των
πληρεξουσίων· προς τούτο δε επέβαλεν αυτώ εκλογικόν νόμον όλως
απάδοντα προς τα δικαιώματα των εκλογέων, ως συγκεντρούντα τα
πάντα εν ταις χερσί της κυβερνήσεως. Επειδή δε το _Πανελλήνιον_
δεν ετόλμησε να ψηφίση τοιούτον νόμον, ο Καποδίστριας ετόλμησε να
συντάξη και δημοσιεύση αυτός νόμον συνταχθέντα υπ' αυτού μόνου,
αλλ' αντιστάντος του _Σπυρίδωνος Τρικούπη_ και παραιτησαμένου την
αυτού θέσιν ως γραμματέως της Επικρατείας, την μη γενομένην όμως
δεκτήν, ο Καποδίστριας ηναγκάσθη δι' άλλης οδού να επιτύχη ού
επεδίωκε σκοπού. Παύσας δηλαδή τους γραμματείς των τμημάτων,
διώρισεν επί μεν των οικονομικών τον αδελφόν αυτού Βιάρον, επί δε
των πολεμικών τον Κωλέττην και επί των εσωτερικών τον Περρούκαν·
συγχρόνως δε προσέθηκεν αυτοβούλως εννέα μέλη εις το
_Πανελλήνιον_, όπως έχη πλειονοψηφίαν. Ούτω δε μετεσκεύασε
παρανόμως το _Πανελλήνιον_ οικεία βουλήσει οίον ήθελεν, όπως ή
αυτό όντως σκεύος εκλογής κατά τας επικειμένας εκλογάς των
πληρεξουσίων και ψηφίση τον περί εκλογής νόμον οίον αυτός ήθελεν,
όν επί τέλους εδημοσίευσε (4)16 Μαρτίου 1829) προσδιορίσας
συγχρόνως και την ημέραν (15)27 Μαΐου 1829) της ενάρξεως των
εργασιών της Συνελεύσεως. Παρασκευάσας δε τα πάντα όπως ηβούλετο
προς επιτυχίαν πλεονοψηφίας εν τη συνελεύσει, ανέλαβεν άλλον
άμεσον τρόπον προς επηρεασμόν των εκλογέων, την _περιοδείαν_,
καθ' ήν πολλά πανταχού έλεγε περί των φροντίδων αυτού επ' αγαθώ
του έθνους και προ πάντων περί σχολείων, γεωργίας και ευδαιμονίας
του λαού. Οι Έλληνες πειθόμενοι τοις λόγοις αυτού εθεώρουν αυτόν
ως πατέρα. Θερμοί δε υπέρ αυτού υπάλληλοι εκήρυττον παρά τω λαώ
περί μοναρχίας αυτού ως του μόνου δυναμένου να σώση και μεγαλύνη
την Ελλάδα υπερεξαίροντες τας αρετάς αυτού και την θερμήν
φιλοπατρίαν, εφ' ώ και πολλαχού προτάσεις εγίνοντο ίνα μόνος
αυτός εκλεγή πληρεξούσιος. Τούτου ένεκα τριάκοντα και έξ
εκλογικαί περιφέρειαι εξελέξαντο αυτόν πληρεξούσιον. Αυτός δε
λαμβάνων επισήμως την κοινοποίησιν της αυτού εκλογής εσιώπα, εξ
ού δήλον, και ει μη αλλαχόθεν ην γνωστόν, ότι επεδοκίμαζε τα
γενόμενα. Είτα συνεκάλεσε (14)26 Μαΐου 1829) εν τω οίκω αυτού το
_Πανελλήνιον_ και τους υπουργούς· εν τη συνεδριάσει ταύτη δεν
απεδέξατο τας υπέρ αυτού εκλογάς, ανέβαλε δε την ημέραν της
ενάρξεως των εργασιών της Συνελεύσεως εις την 25 Ιουνίου 1829 και
υπέβαλε, δηλαδή μετέβαλέ τινα του εκλογικού νόμου. Επειδή δε
υπήρχον καί τινες, ως εικός, αντιπολιτευόμενοι, διενήργησεν ίνα
οι εκλογείς εγγράφως ορίσωσι την πορείαν δηλαδή την της
κυβερνήσεως, ήν ώφειλον να βαδίσωσιν εν τη συνελεύσει, ήτις, ως
είδομεν, αρξαμένη των εργασιών αυτής τη 11)23 Ιουλίου 1829,
επεράτωσεν αυτάς τη 6)18 Αυγούστου.
Μετά δε την λήξιν των εργασιών της συνελεύσεως ο Καποδίστριας
διώρισεν εν Άργει δικαστάς γερουσιαστάς και προσδιώρισε την
ημέραν (1 Οκτωβρίου) ενάρξεως των εργασιών της γερουσίας, ής τα
μέλη ωρκίσθησαν (26 Σεπτεμβρίου) τον όρκον της υπηρεσίας και
ήρξαντο (27 του αυτού). Ο Κυβερνήτης όπως επεσπάσατο διά παντοίων
τρόπων και υποσχέσεων το πλείστον του χύδην προ πάντων όχλου,
ούτως ομοίως επείσθη ότι υπέταξε και τους εκλεκτούς αυτού, τους
πληρεξουσίους του λαού, συλλήβδην εν τη εν Άργει Εθνοσυνελεύσει.
Αλλ' όπως ηπατήθη πιστεύσας, ότι ο λαός απεδέχετο το προς την
αυταρχίαν συντείνον πολιτικόν αυτού σύστημα, ούτως ηπατήθη
φαντασθείς το έθνος οιονεί ολόκληρον επισήμως επεδοκίμασεν εν τη
συνελεύσει τα υπ' αυτού πεπραγμένα. Εξ αυτής της φαινομένης
ομοφωνίας προέκυψεν η εσχάτη διαφωνία και ανυπόστατος την ορμήν
αντιπολίτευσις και πολλοί τέως φίλοι του Κυβερνήτου εκηρύχθησαν
αναφανδόν επικίνδυνοι αυτού εχθροί. Ο Μιαούλης, ο Μαυροκορδάτος,
οι Κουντουριώται, ο Μανώλης Τομπάζης, αυτός ο στρατάρχης Τσουρτς,
όστις ου μόνον δεινώς κατέκρινε και ευπαρρησιάστως του πολιτικού
και διοικητικού συστήματος του Καποδιστρίου δι' αναφοράς προς την
συνέλευσιν του Άργους, ήτις δουλικώς φερομένη απηγόρευσε την
μέχρι τέλους ανάγνωσιν αυτής, αλλά και παρητήθη λίαν
περιφρονητικώς την αυτού θέσιν· ο Δημήτριος Υψηλάντης, οι
πλείστοι και σπουδαιότεροι των οπλιταρχών της τ' εκτός του Ισθμού
Ελλάδος και των εν Πελοποννήσω, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, όστις και
κατεδικάσθη ως είπομεν, (27 Σεπτεμβρίου 1829) εις φυλακήν, διότι
εν επιστολή προς τον _Βενιζέλον Ρούφον_ απεδοκίμαζε την πολιτικήν
του Κυβερνήτου, πολλοί προύχοντες, εν οίς και ο Ζαήμης, ο
Κλονάρης, ο Μοναρχίδης, ο Λυκούργος Κρεστενίτης και άλλοι πολλοί
οίτινες εγένοντο δεινοί πολέμιοι του Καποδιστρίου.
ια') Ότι η υπό των δυνάμεων γενομένη 22)3 Φεβρουαρίου 1830 εκλογή
του πρίγκηπος Λεοπόλδου ως βασιλέως της Ελλάδος, ανεξαρτήτου
κηρυχθείσης, μεγάλως ηυχαρίστησε τους Έλληνας· αλλ' η υπό
παντοίας προφάσεις καταπολέμησις δήθεν αυτής υπό του Κυβερνήτου,
ώστε ο αγαθός εκείνος ανήρ ηναγκάσθη επί τέλους να παραιτηθή
(9)21 Μαΐου 1830), ηρέθισε κατά του Κυβερνήτου ως μη θέλοντος
βασιλέα ού μόνον τους αντιπολιτευομένους, αλλά και τον λαόν
ζητούντα «_αφέντην_!»
ιβ') Ότι ο Κυβερνήτης ήν αφοσιωμένος τη Ρωσία και τυφλόν όργανον
αυτής.
ιγ') Ότι έμβλημα του _Απόλλωνος_ ην «_Εθνική Συνέλευσις —
Σύνταγμα_». Αλλ' ο Καποδίστριας την μεν σύγκλησιν της
Εθνοσυνελεύσεως ανέβαλλεν υπό παντοίας προφάσεις, το δε Σύνταγμα
απεδοκίμαζεν ως πρόωρον πολίτευμα τοις Έλλησιν.
ιδ') Ότι ο Κυβερνήτης ανέμιξεν εις τα πράγματα του τόπου ου μόνον
τους δύο αδελφούς αυτού αλλά και πληθύν Επτανησίων, προς ούς
έδωκε θέσεις.
ιε') Ότι παρεσκεύαζεν εαυτώ τον ελληνικόν θρόνον και τα τοιαύτα.
Τοιαύτα τινα, εν ολίγοις, κατηγορούσα η αντιπολίτευσις του
Καποδιστρίου, προσεπάθει να εξεγείρη τον λαόν κατά του ανδρός
εκείνου, ούτινος και το όνομα μόνον την σήμερον αναφερόμενον
αποσπά δάκρυα και λυγμούς παρά τοις τα εθνικά συμφέροντα υπέρ
πάντα άλλα έχουσι. Πάσας τας κατά του Κυβερνήτου αιτιάσεις ταύτας
της εγχωρίου Αντιπολιτεύσεως εχρησιμοποίησαν και εξεμεταλλεύθησαν
ο ξένος τύπος και βραδύτερον οι ξένοι συγγραφείς, μεταξύ των
οποίων όμως πολλοί ηυδόκησαν ν' ανομονολογήσωσιν ότι «_ο κόμης
Καποδίστριας ουδέποτε ηθέλησε το κακόν της πατρίδος του εν
επιγνώσει_». Η Αντιπολίτευσις, έτυχεν ενθαρρύνσεως και υπό του εν
Παρισίοις «_Επαναστατικού συνδέσμου_», κατά τινα Αυστριακήν
έκθεσιν, κατ' Ιούλιον του 1831, ιδία όμως παρά των αντιπρέσβεων
Γαλλίας και Αγγλίας. Η εξωτερική δ' αύτη ενθάρρυνσις εξώθησε την
Αντιπολίτευσιν επί την ανταρσίαν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.
Η αντιπολίτευσις οσημέραι καθίσταται σφοδροτέρα. — Ανταρσία εν
Μάνη — Ο Τσάμης Καρατάσος και η εν Στερεά ανταρσία. — Οι
συλληφθέντες παρεπέμφθησαν εις το Στρατοδικείον. — Αφορμαί της
ανταρσίας εν Ύδρα. — Αι εφημερίδες «Απόλλων» και «Ηώς». — Ο
ποιητής Αλέξανδρος Σούτσος και αι κατά του Καποδιστρίου σάτυραι.
— Αφορμαί της εν Μάνη ανταρσίας κατά του Κυβερνήτου. — Οποία τις
ήτο η Μάνη προ του 1821. — Η οικογένεια Μαυρομιχαλαίων. — Αι περί
Μάνης αξιώσεις αυτών. — Και πάλιν αι εφημερίδες της
αντιπολιτεύσεως — Αι αποζημιώσεις των τριών ναυτικών νήσων. —
Οικονομικά μέτρα του Καποδιστρίου. — Τα περί συγκλήσεως της
Εθνοσυνελεύσεως.
Η σημαία της κατά του καθεστώτος ανταρσίας υψώθη το πρώτον εν τω
_Λιμένι_ της Μάνης υπό της ηγεμονικής οικογενείας των
Μαυρομιχαλαίων και των ομοφρονούντων αυτοίς. Οι κατοικούντες εν
Λιμένι και Καρδαμύλη Σπαρτιάται περιεφέροντο κρατούντες σημαίαν,
εφ' ής ήσαν απεικονισμένοι οι αρχαίοι αυτών ήρωες: ο _Λυκούργος_
και ο _Λεωνίδας_· αντήχει δε η κραυγή: _Ελευθεροτυπία_ και
_Σύνταγμα_. Πανταχού εκυμάτιζεν η τρίχρους γαλλική σημαία, και
πάσα καρδία εν τη ευπαθεί και ευκαταφόρω Ελλάδι έπαλλεν υπέρ της
Γαλλίας.
Αυστριακαί εκθέσεις ισχυρίζονται, ότι το έναυσμα είχεν αληθώς
διαβιβασθή εκ Παρισίων: «_Η αντιπολίτευσις έλαβεν ενθαρρύνσεις
παρά της επαναστατικής εταιρίας των Παρισίων, ής ηγείτο ο
στρατηγός Λαφαγέτ. Αυτός ούτος προσηνέχθη να μεταβή εις την
Ελλάδα, όπως ιδρύση εν αυτή Σύνταγμα_». Αλλ' εκείνος μεν ουδαμού
εν τη Ελλάδι εφαίνετο, άγρια δ' ουχ ήττον εγεννήθη στρατιωτική
στάσις κατά του Κυβερνήτου, ής αφορμή υπήρξεν, ως και άλλοτε
τοσάκις, _η καθυστέρησις του μισθού_, και παράπονα τινα κατά των
καταπιέσεων των εν τη Στερεά Ελλάδι ενοικιαστών των φόρων.
Ο _Τσάμης Καρατάσος_, αυτός εκείνος, όστις επί Όθωνος εγένετο η
πρωτίστη αφορμή της διακοπής των σχέσεων Ελλάδος και Τουρκίας, εξ
ής τοσούτον εζημιώθη ο Ελληνισμός, κατέλιπε κατά τον Μάιον του
1831 μεθ' όλου αυτού του τάγματος το εν Ελευσίνι στρατόπεδον και
συνηνώθη παρά την Αταλάντην μετά σώματος του συγγενούς αυτού
_Γρίβα Γαρδικιώτου_. Σχέδιον υπήρχε να συνέλθωσιν εν Αμφίσση
πάντες οι δυσηρεστημένοι Έλληνες οπλαρχηγοί. Επήλθε σύγκρουσις.
Ανήγγελλον νίκας τα κυβερνητικά όργανα, και ανεκοίνουν, ότι η
στάσις εξερράγη τη 1 Μαΐου. Την 8 Μαΐου ο αρχιστράτηγος του
ελληνικού στρατού _Αυγουστίνος Καποδίστριας_ μετέβη επί τόπου και
την 10 διέβη φεύγων ο Καρατάσος τα Τουρκικά όρια, εξαλειφθέντος
παντός ίχνους της στάσεως. Μόλις όμως εβαυκάλισε την κυβέρνησιν η
εκ της συνειδήσεως των ηρωικών κατορθωμάτων του Αυγουστίνου
γεννηθείσα ασφάλεια και επέδραμε πάλιν ο Τσάμης Καρατάσος, κατά
τας αρχάς Ιουνίου, εκ των φαράγγων της Όθρυος. Μόνον δε μετά
σφοδρόν αγώνα υπέκυψεν εις τα ηνωμένα σώματα του ηρωικού
στρατηγού _Ιωάννου Ράγκου_ και του _Α. Μεταξά_. Ούτω δε μέρος μεν
των στρατιωτών αυτού παρεκινήθη εις λιποταξίαν διά χρηματικών
υποσχέσεων, αυτός δε έφυγε και εκ δευτέρου πέραν των ελληνικών
ορίων.
Οι συλληφθέντες εκ των ανταρτών αιχμάλωτοι παρεπέμφθημεν εις το
_Στρατοδικείον_, αλλ' εδόθη αυτοίς χάρις. Η παράδοξος αύτη
επιείκεια ην ίσως υπαγόρευσις αδυναμίας και φόβου. Διότι η κατά
του Κυβερνήτου εξέγερσις έβαινε δι' όλης της χώρας παραλλήλως τη
στρατιωτική ανταρσία, υποκινουμένη υπό των γαλλικών ιδεών. Εύρε
τα κύρια αυτής ερείσματα εν Ύδρα και εν Μάνη. Αφορμή δε της κατά
του Καποδιστρίου καταφοράς των τε Υδραίων, των Σπετσιωτών και των
Μανιατών ην ήδε: Ότε ο Κυβερνήτης κατέπλευσεν εις Ελλάδα, «εύρεν
_εννέα ναυάρχους και εκατόν πλοιάρχους_, οίτινες επιλήσμονες του
χυθέντος αίματος χιλιάδων ηρώων της ξηράς, από της αρματωλικής
εποχής του _Χρήστου Μιλιώνη_ μέχρι του θανάτου του _Καραϊσκάκη_,
αίματος σχηματίσαντος την λίμνην εν ή αι μεγάλαι Δυνάμεις
εβάπτισαν την ελευθερίαν του Ελληνικού γένους, ως λέγει ο
_Στέφανος Ξένος_, συνεορτάσασαι αυτήν διά των εκλάμπρων και
βομβοφώνων Ναυαρινείων πυροτεχνημάτων, όταν ο Αιγυπτιακο-
τουρκικός στρατός και στόλος είχεν αποσβέσει την επανάστασιν,
κατέχοντες ολόκληρον την Πελοπόννησον και την Στερεάν,
επιλήσμονες, λέγω, ιστορικών πασιφανών γεγονότων, ως μανιακοί
φαντασιοπλήκται, αναιδέστατοι προς περιφρόνησιν ολοκλήρου της
Ελληνικής φυλής, εκόμπαζον ότι ούτοι μόνοι ηλευθέρωσαν την Ελλάδα
από των Τούρκων, ως άμοτοι λύκοι απαιτούντες παρά του
Καποδιστρίου ουχί ολιγώτερον ή να μη ποιή βήμα άνευ της συμβουλής
των, ή να τους δώση να ροφήσωσιν ολόκληρον την Ελλάδα. Ενταύθα
ηνεώχθη το βάραθρον, εν τω οποίω η αλάστωρ της Ελλάδος Μοίρα
απεφάσισε να ρίψη τον Κυβερνήτην, διότι διαφωνήσασαι αι τρεις
κυριώτεραι ναυτικαί νήσοι, τα μεν _Ψαρρά_ φανατικώς εκηρύχθησαν
υπέρ του Καποδιστρίου, η δε _Ύδρα_ και αι _Σπέτσαι_ φανατικώς
συνώμοσαν τον όλεθρον αυτού.
Οι Υδραίοι και Σπετσιώται, ιδιοκτήται μεγάλων πλοίων τα οποία
συνεισέφερον ηρωικώς και λυσιτελώς εις τον αγώνα, δεν επεθύμουν η
Ελλάς ν' απολαύση στρατιωτικού ευρωπαϊκού ναυτικού, διότι
εναύλουν τα πλοία των επωφελώς προς την Κυβέρνησιν. Δεν επεθύμουν
οργανισμόν ευρωπαϊκόν και ναυτικήν γλώσσαν σύμφωνον προς τα
προστάγματα, τας κινήσεις και τας διεθνείς διατάξεις, αλλ'
απήτουν την _αρβανίτικην γλώσσαν των_ και ναύτας μόνον εκ της
νήσου εξ ής κατήγετο ο κυβερνήτης του πλοίου. Το πλήρωμα της
«_Ελλάδος_» , ήν εκυβέρνα ο _Μιαούλης_, συνεκροτείτο ολόκληρον εξ
Υδραίων. Οι ναύται της κορβέττας «_Ύδρας_», ήν εκυβέρνα ο
_Σαχίνης_, ήσαν όλοι Υδραίοι. Ο Ιωάννης Καποδίστριας εγκαίρως
κατενόησεν ότι τοιουτοτρόπως ο στόλος του Κράτους ευρίσκετο εις
χείρας των Υδραίων. Η δυσαρέσκεια των επιλοίπων νησιωτών της
ελευθέρας και δούλης Ελλάδος τότε όρια δεν είχε. Του Καποδιστρίου
κατορθώσαντος να σχηματίση τον στόλον περί ού ανεφέραμεν,
κατηργήθη το σύστημα τούτο αφ' εαυτού, ούτω δ' ικανοποιήθη η
ετέρα μερίς του Ελληνικού ναυτικού. Αλλ' η Ύδρα και αι Σπέτσαι,
υποδαυλιζόμεναι παρά του _Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου_, ποιούντος
άφθονον χρήσιν του ονόματος της Αγγλίας και διασαλπίζοντος την
ψευδή φήμην, ότι η Αγγλία επιθυμεί ν' αποδιωχθή ο Καποδίστριας εκ
της Ελλάδος, αντέταξαν, αύται αι πρωταθλήτριαι του επταετούς
αγώνος, την αναρχίαν κατά της στερεωθείσης εν τω Κράτει
πειθαρχίας.
Εν τη ενάρξει του αγώνος ο Α. Μαυροκορδάτος είχεν αντιπάλους
ισχυροτάτους τον Δημήτριον Υψηλάντην, τον Θεόδωρον Νέγρην, τον
Καρατζάν και τον Καντακουζηνόν. Κατά τον αγώνα ήσαν πάμπτωχοι
εκτός του Καρατζά, ουδέν έτερον έχοντες κεφάλαιον εκτός του
γραψίματος, το οποίον εν μέσω των αγραμμάτων παλληκαρίων της
εποχής εκείνης υπήρξε συχνότατα χείρον της πυρίτιδος των Τούρκων.
Ο Καρατζάς και ο Καντακουζηνός ήσαν ειλικρινέστεροι και
ικανώτεροι άνδρες· αλλ' απαυδήσαντες των ραδιουργιών του Νέγρη
και Μαυροκορδάτου εγκατέλειψαν πρόωρα τον αγώνα. Ο Υψηλάντης και
ο Νέγρης απεβίωσαν, έμεινε λοιπόν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος,
ούτινος αι μεγάλαι αναμφισβήτητοι εκδουλεύσεις και το σταθερόν,
φλεγματικόν και ανδρείον ύφος δι' ού προσηνέχθη απέναντι των
φοβερών κινδύνων του Μεσολογγίου και της Σφακτηρίας επί του
«_Άρεως_», έδιδον δικαιώματα πρωθυπουργού της υπό τον Ιωάννην
Καποδίστριαν Δημοκρατίας. Ο εγωισμός και τα πάθη ετύφλωσαν εν τη
κρισιμωτέρα της Ελλάδος εποχή τον άγαν πατριωτισμόν του
Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου και τον του Λαζάρου Κουντουριώτου,
οίτινες συνώμοσαν την καταστροφήν του Κυβερνήτου.
Η Ύδρα λοιπόν ην η εστία της σχηματισθείσης «_συνταγματικής
επιτροπής_», ήν συνεκρότουν ο Κουντουριώτης, ο Μιαούλης, ο Δ
Βούλγαρης, ο Μ. Τομπάζης, ο Β. Βουδούρης, ο Α. Κριεζής, και ο Ν.
Οικονόμου. Την Ύδραν εμιμήθησαν και άλλαι νήσοι. Οι στρατιώται
αυτών επολλαπλασιάζοντο οσημέραι ερεθιζόμενοι, προ πάντων, υπό τε
της _Ηούς_» εκδιδομένης υπό του Εμμ. Αντωνιάδου, και του
«_Απόλλωνος_» του Αναστασίου Πολυζωίδου, όστις επολέμησε
δεινότατα τον Καποδίστριαν, είπερ τις και άλλος (από 16 Μαρτίου
1831) μέχρι της δολοφονίας αυτού.
Τον Αναστάσιον Πολυζωίδην υπεστήριζον προ πολλού ο τε Α.
Κουντουριώτης και ο I. Ορλάνδος, ως έκ τινος επιστολής του
Ορλάνδου και Λουριώτη γεγραμμένης εκ Λονδίνου προς την
Εκτελεστικήν Κυβέρνησιν τη 1)13 Οκτωβρίου 1824, εξάγεται,
αναφερούσης ότι εκ του δανείου του 1824 ο Ορλάνδος εμέτρησε _500
τάλληρα_ προς τον Πολυζωίδην διά την εφημερίδα αυτού. Ο
Καποδίστριας από της αφίξεως αυτού ενεθάρρυνε μεγάλως την
ελευθεροτυπίαν, ίδρυσε δε προς τούτο εν Ναυπλίω και εν Αιγίνη
μεγάλα τυπογραφεία, εν οίς επετρέποντο δαπάνη της Κυβερνήσεως η
πληρωμή του εκδότου εκδόσεις συγγραμμάτων οιωνδήποτε ελευθέρων
ιδεών. Ο _Ε. Αντωνιάδης_ είχεν επίσης συστήσει τυπογραφείον, εν ώ
εδημοσιεύετο η «_Ηώς_». Της συνωμοσίας εφηβαινούσης, η «_Ηώς_»
και ο «Απόλλων_» ήρξαντο να επιτίθενται κατά του Καποδιστρίου δι'
απρεπών ύβρεων. Εκαλείτο προδότης της Ελλάδος και τύραννος. Τον
εκτραχαλισμόν τούτον των μερίδων ιδών ο Καποδίστριας, ηναγκάσθη
διά Διατάγματος (26 Απριλίου 1831) να διαρρυθμίση τα του Τύπου
δι' εννέα άρθρων συμφώνως τοις περί Τύπου Νόμοις των μάλλον
φιλελευθέρων και πεπολιτισμένων Κρατών της Ευρώπης. Κατά το
δεύτερον άρθρον του Διατάγματος τούτου απήτει _πας τυπογράφος να
παρακαταθέση τέσσαρας χιλιάδας φοινίκων εις την Εθνικήν Τράπεζαν,
ως εγγύησιν ότι δεν θα τυπώση τι κατά της χριστιανικής θρησκείας
ή των αρχών της δημοσίου ηθικής, ούτε δημοσιεύση προσωπικότητας ή
συκοφαντίας_. Ο Καποδίστριας προέβη εις τούτο, όπως παρακωλύση
την σύστασιν μικρών και αφανών, κρυφίως και εν παραβύστω,
λειτουργούντων τυπογραφείου, εν οίς ετυπούντο σάτυραι και
λίβελλοι, έμπλεω σατανικών συκοφαντιών και αηδεστάτων
φληναφημάτων, ών οι συντάκται επηγγέλλοντο τους _φιλελευθέρους_,
επωνομάζοντο _συνταγματικοί_ και εξήγειρον τον λαόν κατά του, υπ'
αυτών _Ρώσου τυράννου της Ελλάδος_ αποκαλουμένου, Κυβερνήτου.
Ουχ ήττον δε διά της σατύρας ηγωνίσθη μανιωδώς κατά του
Κυβερνήτου και ο έτερος των αδελφών ποιητών ο _Αλέξανδρος
Σούτσος_, όστις διά πνεύματος λεπτού και αμειλίκτου πικρώς
προσέβαλλε πάσαν την Καποδιστριακήν διοίκησιν· ως παράδειγμα δε
της πικρίας των αρχιλοχείων όντως σατυρών αυτού παρατίθεμεν
ενταύθα την περί των διατάξεων του τύπου σάτυραν αυτού, γραφείσαν
κατά Μάιον του 1831 και έχουσαν ώδε:
Ένας γερουσιαστής μας με το στόμα γελαστό,
Σούτσ' ελεύθερε, με είπε, συγχαρίκια σε ζητώ·
Πρόβαλα υπέρ του τύπου δεκαπέντε άρθρα νόμου
Κατ' αυτό το σχέδιόν μου.
Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη
βλάψης
Της Αρχής τους Υπαλλήλους
Τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους
φίλους·
Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη γράψης.
Έχω έναν αδελφόν μου Έκτακτον Διοικητήν,
Κ' έναν πρωτεξάδελφόν μου 'ς το Πρωτόκλητο Κριτήν
Κ' εγώ ένα κοκκαλάκι σε μιαν κώχη γλυκογλύφω·
Πλην τον Τύπο τον λατρεύω κατ' αυτού δεν δίδω ψήφο·
Είν' ελεύθερος ο Τύπος φθάνει μόνον να μη βλάψης
Της Αρχής τους Υπαλλήλους,
Τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους
φίλους·
Είν' ελεύθερος ο Τύπος φθάνει μόνον να μη γράψης.
Ένας μου συναδελφός,
Όπου έχει κάποιον λόγον να συχαίνεται το φως,
Φώναζε κατά του Τύπου, φώναζε με στόμα τόσο!
Ίδρωσα τον Εωσφόρο, ίδρωσα ν' αποστομώσω . . . .
Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη βλάψης
Της Αρχής τους Υπαλλήλους,
Τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους
φίλους·
Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη γράψης.
Στο εξής κάθου και γράφε, κάθου και κοπάνιζέ μας·
Τραγουδάκια τύπωνέ μας
Ό,τι πράγμα δεν σ' αρέσει κι' όποιον άνθρωπον θελήσης,
Ημπορείς να σατυρίσης.
Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη βλάψης
Της Αρχής τους Υπαλλήλους,
Τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους
φίλους·
Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη γράψης.
Τι λοιπόν φυλάγεις; Πάρε το κονδυλομάχαιρό
σου
Κονδυλάκια κόψε . . . Βάλε το χαρτί 'ς το γόνατό σου·
Κόκκινη μελάνη θέλεις; Με την κόκκινη αρχίνα·
Απ' το κόσκιν' όλους πέρνα, και κανένα μη προσκύνα.
Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη βλάψης
Της Αρχής τους Υπαλλήλους,
Τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους
φίλους·
Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη γράψης.