απολυτόφρων και άκαμπτος διπλωματία της Ευρώπης εκάμφθη
τελευταίον υπό των επταετών ηρωικών κατορθωμάτων και των
ανηκούστων παθημάτων των Ελλήνων και των εντόνων διαμαρτυρήσεων
τού τε Κυβερνήτου και της εν Άργει Δ' Εθνικής συνελεύσεως, και
επεσφράγισε διά της επισήμου αυτής σφραγίδος τον θρίαμβον της
μεγάλης αυτών επαναστάσεως· λαμπρόν τούτο παράδειγμα τοις
καταπιεζομένοις λαοίς τοις έχουσιν ανατεθειμένας τας ελπίδας της
απελευθερώσεως αυτών μόνον εις ειρηνικάς των μεγάλων Δυνάμεων
διαπραγματεύσεις. Εάν οι πατέρες ημών δεν εξηγείροντο απαξάπαντες
κατά των Τούρκων πριν ή βεβαιωθώσι περί της υποστηρίξεως μεγάλης
τινός Δυνάμεως, ανωτέρας τινός «Αρχής», ως έλεγον, αφίνοντες να
υπεννοήται ο Τσάρος της Ρωσίας, εάν δεν εξέπληττον την Ευρώπην
διά των λαμπρών αυτών κατά τε ξηράν και κατά θάλασσαν
κατορθωμάτων, άτινα εξετέλεσαν αψηφούντες τον θάνατον, η
διπλωματία ήθελε καταδικάσει αυτούς, χαρακτηρίζουσα τον ιερόν
αυτών αγώνα ως απλήν ανταρσίαν, και ο αιμοβόρος _Ιβραχήμ πασάς_
ήθελεν εκπληρώσει ανέτως τον εξολοθρευτόν αυτού σκοπόν, και η
Ελλάς δεν θα υπήρχε σήμερον, ή θα εστέναζεν εισέτι άπασα υπό τας
φοβεράς αλύσεις της αισχράς δουλείας. Αλλ' επέμειναν εν τω ενδόξω
αυτών αγώνι, και η επιμονή αυτών εστέφθη υπό της λαμπροτέρας
επιτυχίας, και η μικρά Ελλάς, αναγεννηθείσα, εισήλθεν εις την
χορείαν των ελευθέρων εθνών, κηρύττουσα εις τον κόσμον ότι το
θείον της ελευθερίας δώρον κτάται διά χειμάρρων αιμάτων και
φοβερών καταστροφών, άς υπέστη η Ελλάς σύμπασα κατά τον υπέρ
ανεξαρτησίας μακρόν αγώνα. Η ευρωπαϊκή διπλωματία κεκμηκυία τέλος
εκ του παιζομένου παιγνίου «_ανεξαρτησία αντί των ορίων_»
κατέληξεν εις το πρωτόκολλον της 22)3 Φεβρουαρίου· όπερ
μετέβαλλεν ένα των κυριωτάτων όρων του από 10)22 Μαρτίου 1829
πρωτοκόλλου αυτών. Ο λόρδος _Άβερδην_, ο κόμης _Μαμμορανσύ —
Λαβέλ_ και ο κόμης _Ματούσεβιτζ_, εκτιμήσαντες την από 9
Σεπτεμβρίου διακοίνωσιν της Υψηλής Πύλης, απεφάσισαν να
επισταλώσι νέαι οδηγίαι προς τους εν Ναυπλίω ναυάρχους και
αντιπρέσβεις προς άμεσον αποκατάστασιν της ανακωχής, και
συνεφώνησαν περί της μελλούσης εν Ελλάδι τάξεως των πραγμάτων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
Το εν Λονδίνω περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτόκολλον της 22)3
Φεβρουαρίου 1830. — Πρωτόκολλον αυθημερόν εν Λονδίνω υπογραφέν
περί αναγορεύσεως του πρίγκηπος Λεοπόλδου του Σαξ-Κόβουργ «ως
ηγεμόνος κυριάρχου της Ελλάδος». — Κοινοποίησις των Πρωτοκόλλων
τη τε Υψηλή Πύλη και τη Ελληνική Κυβερνήσει. — Εντύπωσις των
πρωτοκόλλων εν Ελλάδι. — Απάντησις του Καποδιστρίου προς τους
αντιπρέσβεις των Δυνάμεων. — Υπόμνημα της Γερουσίας προς τους
αυτούς αντιπρέσβεις. — Λόγος περί εκχωρήσεως των υπό την Αγγλικήν
προστασίαν Ιονίων νήσων τη Ελλάδι. — Εγκατάλειψις της Κρήτης και
της Σάμου. — Επιστολή του εκλεγέντος ηγεμόνος κυριάρχου της
Ελλάδος προς τον Κυβερνήτην εκ Μάλβουρχάους.
Η Αγγλία, η Γαλλία και η Ρωσία απεφάσισαν ήδη να αποδεχθώσι την
περί της εντελούς ανεξαρτησίας ευχήν του Ελληνικού έθνους· και
διά του από 22 Ιανουαρίου (3 Φεβρουαρίου) 1830 εν Λονδίνω νέου
αυτών πρωτοκόλλου ώρισαν, ότι η Ελλάς θέλει συγκροτήσει «_Κράτος
όλως ανεξάρτητον και κυβερνώμενον υπό ηγεμόνος κληρονομικού,
φέροντος τον τίτλον του κυριάρχου ηγεμόνος της Ελλάδος_». Το
σωστικόν τούτο διά την Ελλάδα πρωτόκολλον είχεν ώδε:
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΒΡΕΤΤΑΝΙΑΣ, ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΑΣ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ.
&Περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος.&
»Παρόντες: — Οι πληρεξούσιοι της Μεγάλης Βρεττανίας, της Γαλλίας
και της Ρωσίας.
«Αρξαμένης της συνδιαλέξεως, ο πληρεξούσιος της Α. Β. Μ. και ο
της Α. Χ. Μ. παριστάνουσιν εις τον πληρεξούσιον της Α. Α. Μ. την
έφεσιν του να μάθωσιν υφ' οποίαν πρόσοψιν βλέπει το άρθρον 10 της
εν Αδριανουπόλει προσφάτως υπογραφείσης ειρήνης μεταξύ της Ρωσίας
και του Οθωμανικού Κράτους, άρθρον, το οποίον αναφέρεται εις τας
υποθέσεις της Ελλάδος.
«Ο πληρεξούσιος της Α. Α. Μεγαλειότητος αποφαίνεται ότι το 10
άρθρον της περί ής ο λόγος συνθήκης δεν ακυροί τα δίκαια των
συμμάχων του Αυτοκράτορος, δεν παρεμποδίζει τα βουλεύματα των εις
συνδιάλεξιν συνελθόντων εν Λονδίνω υπουργών, μηδέ κωλύει
παντάπασι τους συμβιβασμούς, όσους αι Αυλαί ήθελον κρίνει
ομοφώνως ότι ήσαν οι ωφελιμώτεροι και οι προς τας περιστάσεις
ευαρμοστότεροι.
«Μετά την απόφασιν ταύτην, ο πληρεξούσιος της Α. Β. Μ. κοινοποιεί
εις την συνδιάλεξιν έν έγγραφον συλληπτικόν, συναπτόμενον ενταύθα
υπό το στοιχείον Α, δι' ού οι εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις της
Μεγάλης Βρεττανίας και της Γαλλίας διαβιβάζουσι μίαν απόφασιν της
Οθωμανικής Πύλης χρονολογουμένην από της 9 Σεπτεμβρίου,
επισυναπτομένην ενταύθα υπό το στοιχείον Β και αναγγέλλουσαν ότι
η Πύλη συγκατανεύουσα τέως εις την συνθήκην του Λονδίνου,
υπόσχεται και προσέτι υποχρεούται την σήμερον ενώπιον των
αντιπροσώπων των υπογραψασών την ειρημένην συνθήκην Δυνάμεων εις
το να υπογράψη ολοσχερώς όλα τα αναφορικώς προς την εκτέλεσίν της
αποφασισθησόμενα υπό του εν Λονδίνω συμβουλίου.
Εκ της αναγνώσεως αυτού του εγγράφου αναγνωρίζεται ομοφώνως ότι η
συμμαχία ευρίσκεται εις την υποχρέωσιν του να ενεργήση, προ
πάντων, τα περί της αμέσου εγκαταστάσεως της κατά γην και
θάλασσαν ανακωχής μεταξύ των Τούρκων και των Ελλήνων.
Αποφασίζεται, κατά συνέπειαν, ότι οι εν Κωνσταντινουπόλει των
τριών αυλών πληρεξούσιοι, οι εν Ελλάδι εδρεύοντες αυτών και οι εν
τω Αρχιπελάγει ναύαρχοι αυτών θέλουσι λάβει άνευ αναβολής την
διαταγήν του να απαιτήσωσι και επιτύχωσιν από των ανταγωνιζομένων
μερών ταχείαν και ολοσχερή παύσιν των εχθροπραξιών.
Επί τούτω, αι υπό τα στοιχεία Γ Δ Ε παρηρτημέναι ενταύθα οδηγίαι
δι' ομοφώνου γνώμης απεφασίσθησαν περί των ειρημένων πληρεξουσίων
και εδρευόντων, επιτρεπούσης εις τον ρώσον ναύαρχον της μεταξύ
Ρωσίας και Πύλης αποκαταστάσεως της ειρήνης, να συμπράξη αύθις
μετά των συναδέλφων αυτού του της Αγγλίας και της Γαλλίας.
Συμφωνηθεισών των πρώτων αυτών αποφάσεων, τα μέλη της
συνδιασκέψεως ευρίσκουσιν, ότι αι της Πύλης αποφάσεις θέτουσιν
αυτά εις την περίπτωσιν του να συσκεφθώσι περί των μέτρων, όσα
ήθελον προκρίνει ως μάλλον παραδεκτέα κατά την παρούσαν
κατάστασιν των πραγμάτων, και επειδή αφίενται να επάξωσιν εις τας
προτέρας διαθέσεις της συμμαχίας βελτιώσεις τας μάλλον προσφυείς
εις το να κρατύνωσι το περί ό ενασχολούνται έργον ειρήνης διά
νέων εχεγγύων μονιμότητος, απεφάσισαν τα εξής άρθρα ομοφώνως:
»1. Η Ελλάς θέλει σχηματίσει έν κράτος ανεξάρτητον και θέλει
χαίρει όλα τα δίκαια πολιτικά, διοικητικά και εμπορικά,
προσπεφυκότα εις εντελή ανεξαρτησίαν.
«2. Κατά λόγον αυτών των εις το νέον Κράτος παρεχομένων
πλεονεκτημάτων, και προς συγκατάνευσιν εις την έφεσιν ήν
εξέφρασεν η Πύλη, περί της ελαττώσεως των υπό του πρωτοκόλλου της
22 Μαρτίου τεθέντων ορίων, η διοριστική γραμμή των συνόρων της
Ελλάδος, αρξαμένη από τας εκβολάς Ασπροποτάμου, θέλει ανατρέξει
τον ποταμόν αυτόν, έως κατέναντι της λίμνης του Αγγελοκάστρου,
και διασχίσασα τόσον αυτήν την λίμνην, όσον και τας του Βραχωρίου
και της Σαυροβίτσας, θέλει καταλήξει εις το όρος Αρτοτίνα, εξ ού
θέλει ακολουθήσει την κορυφήν του όρους Άξου, την κοιλάδα της
Κοτούρης και την κορυφήν του όρους Οίτης έως τον κόλπον του
Ζητουνίου, εις τον οποίον θέλει καταντήσει προς τας εκβολάς του
Σπερχειού.
«Όλαι αι χώραι και τόποι οι κείμενοι προς μεσημβρίαν αυτής της
γραμμής, θέλουν ανήκει εις την Ελλάδα. Όλαι αι χώραι και τόποι οι
προς άρκτον κείμενοι της αυτής γραμμής θέλουν εξακολουθεί να
αποτελώσι μέρος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
«Θέλουν ανήκει ωσαύτως εις την Ελλάδα η νήσος Εύβοια, αι
Δαιμονόνησοι, η νήσος Σκύρος και αι νήσοι αι εγνωσμέναι το
αρχαίον υπό το όνομα Κυκλάδες, συμπεριλαμβανομένης και της νήσου
Αμοργού, κείμεναι μεταξύ του 36 και 39 βαθμού πλάτους βορείου,
και του 26 βαθμού μήκους ανατολικού του μεσημβρινού Γρενβίσχ.
«3. Η Ελληνική Κυβέρνησις θέλει είναι μοναρχική και κληρονομική
κατά τάξιν πρωτοτοκίας· θέλει εμπιστευθή εις ένα Ηγεμόνα, όστις
δεν θέλει είναι δυνατόν να εκλεχθεί μεταξύ των οικογενειών των
βασιλευουσών εις τας επικρατείας τας υπογραψάσας την συνθήκην της
6 Ιουλίου 1827 και θέλει φέρει τον τίτλον, «_Ηγεμών Κυριάρχης της
Ελλάδος_». Η εκλογή αυτού του Ηγεμόνος θέλει είναι το
αντικείμενον διακοινώσεων και συμφωνιών μεταγενεστέρων.
«4. Άμα τα άρθρα του παρόντος πρωτοκόλλου ήθελον γνωστοποιηθή εις
τα ενδιαφερόμενα μέρη, η μεταξύ του Οθωμανικού Κράτους και της
Ελλάδος ειρήνη θέλει εκλαμβάνεσθαι αποκατεστημένη εξ αυτού τούτου
του γεγονότος· και εκάτερα τα Κράτη θέλουσι προσφέρεσθαι προς
τους υπηκόους εκατέρων αμοιβαίως ως προς τα δίκαια του εμπορίου
και της ναυτιλίας, καθώς προς τους υπηκόους των άλλων Επικρατειών
των εν ειρήνη μετά του Οθωμανικού Κράτους και της Ελλάδος.
«5. Πράξεις πλήρους και ολοσχερούς αμνηστίας θέλουσιν αμέσως
δημοσιευθή παρά της Οθωμανικής κυβερνήσεως.
«Η περί αμνηστίας πράξις της Πύλης θέλει κηρύξει ότι ουδείς Έλλην
καθ' όλην την έκτασιν της επικρατείας της δεν θέλει είναι δυνατόν
να στερηθή της ιδιοκτησίας του, μηδέ να ενοχληθεί παντάπασι διά
τον λόγον ότι έλαβε τάχα μέρος εις την Ελληνικήν επανάστασιν: Η
περί αμνηστίας πράξις της Ελληνικής κυβερνήσεως θέλει κηρύξει την
αυτήν αρχήν υπέρ όλων των Μουσουλμάνων ή χριστιανών, οίτινες
τυχόν έλαβον μέρος εναντίον της υποθέσεώς της· θέλει δε προσέτι
εννοείσθαι και δημοσιευθή ότι οι Μουσουλμάνοι οίτινες εκουσίως
ήθελον εξακολουθήσει να κατοικώσιν εν ταις χώραις και νήσοις ταις
διορισθείσαις εις την Ελλάδα, θέλουσι διατηρεί εν αυταίς τας
ιδιοκτησίας των και θέλουσι χαίρει αμεταβλήτως μετά των
οικογενειών των εντελή ασφάλειαν.
«6. Η Οθωμανική Πύλη θέλει παράσχει εις όσους εκ των υπηκόων της
Ελλήνων ήθελον επιθυμήσει να παραιτήσωσι το Οθωμανικόν έδαφος
προθεσμίαν ενός έτους διά να πωλήσωσι τας ιδιοκτησίας των και να
εξέλθωσιν ελευθέρως από του τόπου αυτού.
«7. Άπασαι αι θαλάσσιαι και πεζικαί Ελληνικαί δυνάμεις θέλουσι
κενώσει τας χώρας, φρούρια και νήσους, τα οποία κατέχουσιν
επέκεινα της γραμμής εντός της πλέον συντόμου προθεσμίας. Άπασαι
αι θαλάσσιαι και πεζικαί Οθωμανικαί δυνάμεις κατέχουσαι χώρας
φρούρια και νήσους, περιλαμβανόμενα εις τα άνω ειρημένα όρια,
θέλουσι κενώσει αυτάς τας νήσους, φρούρια και χώρας και θέλουσιν
αποσυρθή όπισθεν των ειρημένων ορίων και ωσαύτως εντός της πλέον
συντόμου προθεσμίας.
«8. Εκάστη των τριών αυλών φυλάττει την διά του 6 άρθρου της
συνθήκης της 6 Ιουλίου εξασφαλιζομένην εξουσίαν, του να εγγυάται
περί του όλου των προηγουμένων συμβιβασμών και
άρθρων.
«Αι περί εγγυήσεως πράξεις, εάν γίνωσι, θέλουσι συνταχθή χωριστά.
Η ενέργεια και το αποτέλεσμα των διαφόρων αυτών πράξεων θέλουσι
γείνει, κατά συνέπειαν του άνω ειρημένου άρθρου, το αντικείμενον
μεταγενεστέρων συνθηκών των υψηλών Δυνάμεων.
«Ουδέν στράτευμα ανήκον είς τινα των συνταξασών την συνθήκην
τριών δυνάμεων δεν θέλει δυνηθή να έμβη εις το έδαφος του νέου
Ελληνικού Κράτους άνευ της συγκαταθέσεως των δύο άλλων αυλών των
υπογραψασών την συνθήκην.
«9. Προς αποφυγήν των συγκρούσεων, αι οποίαι θέλουσιν αναμφιβόλως
γεννηθή εν ταις παρούσαις περιστάσεσιν από την συναφήν των
οροθετών επιτρόπων Οθωμανών και των οροθετών επιτρόπων Ελλήνων,
όταν προταθή το να αποφασισθή επιτοπίως η διαχάραξις των ορίων
της Ελλάδος, συμφωνείται ότι η εργασία αύτη θέλει ανατεθή εις
επιτρόπους Άγγλους, Γάλλους και Ρώσους και ότι αι τρείς αυλαί
θέλουσι διορίζει από ένα εκάστη. Ούτοι οι επίτροποι εφωδιασμένοι
διά της υπό το στοιχείον Ζ, συναπτομένης ενταύθα οδηγίας,
θέλουσιν αποφασίσει την διαχάραξιν των ειρημένων ορίων, επόμενοι,
δι' όλης της δυνατής ακριβείας, εις την ενδεικνυμένην εν τη παρ.
§ 2 γραμμήν, ήν θέλουσιν επισημαίνει διά πασσάλων και θέλουσι
σχεδιάσει δύο πίνακάς της υπογεγραμμένους παρ' αυτών και ο μεν
εις θέλει δοθή εις την Οθωμανικήν κυβέρνησιν, ο δε έτερος εις την
Ελληνικήν.
«Οφείλουσι να αποπερατώσωσι τας εργασίας αυτών εν διαστήματι έξ
μηνών. Εάν συμβή διαφορά γνωμών μεταξύ των τριών επιτρόπων, η
πλειοψηφία θέλει αποφασίσει.
«10. Αι διατάξεις του παρόντος Πρωτοκόλλου θέλουν αμέσως
γνωστοποιηθή εις την Οθωμανικήν Κυβέρνησιν διά των Πληρεξουσίων
των τριών Αυλών, οίτινες θέλουν εφοδιασθή επ' αυτώ τούτω με
κοινήν οδηγίαν. Οι εν τη Ελλάδι εδρεύοντες Αντιπρέσβεις των
τριών, Αυλών θέλουν λάβει ωσαύτως περί αυτής της υποθέσεως την
ανήκουσαν οδηγίαν.
«11. Αι τρεις Αυλαί επιφυλάττουσιν εις εαυτάς το να κάμωσι να
εισαχθώσιν αι παρούσαι συμφωνίαι εις Συνθήκην τινά
επίσημον υπογραφησομένην εν Λονδίνω, θεωρηθησομένην ως
εκτελεστικήν της κατά την 6 Ιουλίου 1827, και διακοινωθησομένην
και προς τας άλλας της Ευρώπης Αυλάς, διά να την παραδεχθώσιν,
εάν το κρίνωσι προσήκον.
«Αι τρεις αυλαί φθάσασαι ούτως εις το τέρμα μακράς τινος και
χαλεπής διαπραγματεύσεως συγχαίρουσιν αυταί εαυτάς μετ'
ειλικρινείας, διότι έφθασαν εις εντελή συμφωνίαν, μεταξύ των
πλέον εμβριθών και των πλέον αξίων προσοχής και ακροσφαλών
περιστάσεων.
«Η της συναείας αυτών συντήρησις κατά στιγμάς τοιαύτας παρέχει το
ασφαλέστερον εχέγγυον της διαρκείας αυτής και τρεις αυλαί
προσηνείς έχουσιν ελπίδας, ότι αύτη η τόσον μόνιμος, όσον και
αγαθοποιός ένωσις δεν θέλει παύσει από του να συνεισφέρη εις της
παγκοσμίου ειρήνης την εμπέδωσιν.
Εν Λονδίνω, την 22 Ιανουαρίου (3 Φεβρουαρίου 1830).
(υπογρ.) ΑΒΕΡΔΗΝ, ΜΟΝΤΜΟΡΕΝΣΥ — ΛΑΒΑΛ, ΛΙΒΕΝ.»
Τοιούτον ήτο το διάσημον πρωτόκολλον της 22)3 Φεβρουαρίου 1830,
δι' ού ανηγορεύετο μεν, ως είπομεν, ανεξάρτητος της Τουρκίας η
Ελλάς, αλλά κατά τρόπον όλως αντιφατικόν· διότι ό,τι εκέρδαινεν
εν τη ανεξαρτησία, απώλλυεν εν τοις νέοις διαγραφείσιν ορίοις
αυτής (Αχελώος, Οίτη και Σπερχειός). Συγχρόνως δε τη 22)3
Φεβρουαρίου 1830 υπεγράφη εν Λονδίνω και το πρωτόκολλον περί
αναγορεύσεως του πρίγκηπος Λεοπόλδου του Σαξ Κοβούργου _ως
ηγεμόνος κυριάρχου της Ελλάδος_, έχον ώδε «Παρόντων των
πληρεξουσίων Γαλλίας, Μεγάλης Βρεττανίας Ρωσίας. Εξακολούθησαν το
συμβούλιον να σκέπτηται περί της εκτελέσεως των εν τω υπ' αριθμόν
1 σημερινώ πρωτοκόλλω περιεχομένων ορισμών, ενησχολήθη εις την
εκλογήν του μέλλοντα να δοθή τη Ελλάδι ηγεμόνος.
«Εθεώρησαν δε οι των τριών Αυλών πληρεξούσιοι, ότι μεταξύ των
ανδρών, οίτινες συνιστώνται ιδιαίτατα διά την εκλογήν της
Συμμαχίας διά των προσωπικών αυτών αρετών και της κοινωνικής
αυτών υπάρξεως, ο πρίγκηψ _Λεοπόλδος_ του _Σαξ-Κόβουργ_ παρείχε
τή τε Ελλάδι και απάση τη Ευρώπη πάσας τας δυνατάς εγγυήσεις· και
ότι κατά τας μέχρι τούδε συνηγμένας πληροφορίας δικαιούται τις να
νομίζη, ότι οι Έλληνες ήθελον αποδεχθή αυτόν ως ηγεμόνα αυτών.
«Ο πρίγκηψ Λεοπόλδος δεν είναι μέλος της βασιλικής οικογενείας
της εν Αγγλία βασιλευούσης και δεν δύναται να προσκληθή εις την
διαδοχήν του θρόνου. Άρα ο πρίγκηψ του Κόβουργ δεν ευρίσκεται εν
τη περιπτώσει της εν τω πρωτοκόλλω της 10)22 Μαρτίου
προβλεπομένης εξαιρέσεως.
«Ανήρ της πριγκηπίσσης θυγατρός του βασιλέως, εξωμοιώθη διά
ψηφίσματος της Βουλής ως προς τας τιμάς προς την βασιλικήν
οικογένειαν. Ωμολογήθη δε και εβεβαιώθη κατά τας παρά της
Κυβερνήσεως της Α. Β. Μ. δοθείσας διασαφήσεις, ότι ο Πρίγκηψ
Λεοπόλδος δεν είναι πατρίκιος του Βασιλείου· ότι ουδέποτε
συνεδρίασεν εν τω Βουλευτηρίω και ότι μετά την καταστροφήν την
διαρρήξασαν τους δεσμούς, τους συνδέοντας αυτόν προς την Αγγλίαν,
δεν εξετέλεσεν εν αυτή ουδεμίαν δημόσιον λειτουργίαν.
«Κατά δε την χρηματικήν αυτού ουσίαν κεκτημένην μεν διά του
συνοικεσίου, θεωρουμένην δε φύσει απαραβίαστον και επικεκυρωμένην
διά ψηφίσματος της Βουλής, ο πρίγκηψ Λεοπόλδος ευρίσκεται πάντη
ανεξάρτητος, ό,τι δήποτε και αν ήθελεν επισυμβή.
«Ωμολόγησαν τότε οι πληρεξούσιοι ό τε της Γαλλίας και της Μεγάλης
Βρεττανίας και ο της Ρωσίας, ότι συνενούσι τας ψήφους των Αυλών
αυτών υπέρ του πρίγκηπος Λεοπόλδου του Σαξ-Κόβουργ και συνεφωνήθη
να συνθέσωσιν από κοινού διακοίνωσιν, δι' ής να προσφέρωσι, κατά
τους όρους και τας συμφωνίας τας εν τοις υπ' αριθμούς 1, 2 και 3
σημερινοίς πρωτοκόλλοις περιεχομένας, την κυβέρνησιν της νέας
Ελληνικής πολιτείας, υπό την επίκλησιν: «_Ηγεμών κυρίαρχος της
Ελλάδος_» ήτις θέλει μεταβή διαδοχικώς εις τους απογόνους αυτού.
«Τα σημερινά πρωτόκολλα θέλουσι διακοινωθή προς τον πρίγκηπα
Λεοπόλδον του Σαξ-Κόβουργ και θέλει προσκληθή ο ηγεμών ούτος να
στέρξη εις αυτά».
Το πρωτόκολλον της 22)3 Φεβρουαρίου εκοινοποιήθη προς την Υψηλήν
Πύλην, αλλά διά της υποταγής αυτής εις αυτό δεν έμελλον να
περατωθώσιν αι θυσίαι αυτής και το Ελληνικόν ζήτημα μέχρις
Απριλίου δεν είχε λάβει τέλος. Διότι, αν το πρωτόκολλον τούτο
υπήρξε διά την Τουρκίαν οδυνηρά θυσία, διά την Ελλάδα έμελλε να
είναι αληθής συμφορά. Δι' αυτού η Ελλάς ανεκτάτο πράγματι χώρας
τινάς, ως την Αττικήν και την Εύβοιαν, αλλά κατεδικάσθη να
αποδώση τη Τουρκία τας πέραν του Αχελώου και τας παρά τον
Αμβρακικόν κόλπον χώρας τας γενομένας κέντρον ενδόξων υπέρ της
ελευθερίας αγώνων, ών οι αδάμαστοι κάτοικοι ή θα υπετάσσοντο και
αύθις τοις Τούρκοις ή θα μετηνάστευον εις το ελληνικόν έδαφος.
Αλλ' ό και κυριώτατον πάντων, αι ηρωικαί της Μεσογείου και του
Αιγαίου νήσοι: η Κρήτη, η Σάμος και τα Ψαρρά, απεκλείοντο διά του
πρωτοκόλλου της 22)3 Φεβρουαρίου, η δε ελληνική κυβέρνησις δεν
ηδυνήθη να διαμαρτυρηθή, ως δεν έπραξε και η τοσούτων ελληνικών
χωρών στερουμένη Τουρκίας ήτις μετ' ού πολύ είδε την μεν Σάμον
ανακηρυττομένην ηγεμονίαν, την δε Κρήτην κτωμένην ελευθέρους
τινάς και αυτονόμους θεσμούς.
Η απόφασις της 22)3 Φεβρουαρίου τοσούτον κακώς ήχησεν εις τα ώτα
των Ελλήνων, ώστε ότε το πλοίον, όπερ εκόμιζεν εις Ελλάδα το
πρωτόκολλον τούτο, προσωρμίσθη εν Ναυπλίω, διελύθη ως διά μαγικής
ράβδου η πλήρης ανησυχίας και προσδοκιών γαλήνη, ήτις ηπλούτο επί
του ελληνικού λαού από της συνελεύσεως του Άργους, ως και της εν
Αδριανουπόλει ειρήνης. «_Πάσαι αι μερίδες_, λέγει αυτόπτης
μάρτυς, _συνεφώνουν, ότι λίαν πρόωρος ήτο η εν τω πρωτοκόλλω
εκδηλουμένη αγαλλίασις_»· Τούτο δε διαρκώς ανέφερον οι Έλληνες,
όπως αποδείξωσι την αμάθειαν της εν Λονδίνω συνόδου. Ισχυρίζοντο
μάλιστα, ότι η παχυλή εκείνη και υπερήφανος άγνοια δεν ηδύνατο να
πηγάζη άλλοθεν η εκ συστήματος ψευδών πληροφοριών, μεταδοθεισών
εξ Ελλάδος. Το εν Ναυπλίω Καφενείον «Les trois Puissances =_αι
τρεις Δυνάμεις_· προσωνομάσθη _χλευαστικώς_, μετά την άφιξιν του
πρωτοκόλλου, _τρεις αγχόναι_». Εν ταις οδοίς και ταις αγοραίς
συνήρχοντο απειλητικοί όμιλοι, ποιμένες δε και έμποροι και
παλληκάρια, αντίθετοι άλλοτε και ερίζοντες, κατεδίκαζον ομοφώνως
πολιτικήν, ήτις εφαίνετο επισφραγίζουσα διά του ονείδους την
αδυναμίαν της Ελλάδος. Ιδίως όμως το φεβρουαριανόν πρωτόκολλον
ήτο σκληρόν τραύμα κατά του Καποδιστρίου, όστις είχε τέως πλαγίως
και διά περιφράσεων παραστήσει προς τας Δυνάμεις, ότι αυτός ην
απαραίτητος εις την Ελλάδα, και είχεν επί στιγμήν ελπίσει, ότι εκ
της εν Λονδίνω κάλπης ήθελε προέλθει η ισοβιότης της κυβερνήσεως
αυτού.
Αλλά μαθών, κατά τας αρχάς Φεβρουαρίου, εξ εμπιστευτικών
επιστολών, ότι η εκλογή του Πρίγκηπος Λεοπόλδου του Σαξ Κόβουργ
Γόθα είχε πλέον οριστικώς αποφασισθή, έλαβεν απέναντι των
Δυνάμεων θέσιν περισκέψεως και αμύνης, αντί να υποβάλη μετά
παρρησίας διαμαρτυρίας, ως έγραφε προς τον Κ. Ράμφον διοικητήν
των Μεσσηνιακών φρουρίων.
«_ Αν αι αποφάσεις των δυνάμεων· ήνε σύμφωνοι προς τας
εκφρασθείσας ήδη επιθυμίας τον ελληνικού λαού, η κυβέρνησις θέλει
παραδεχθή αυτάς, και πάντα συντελούνται αισίως· αν δε ήνε
σύμφωνοι, η κυβέρνησις δεν θέλει μεν τας πολεμήσει, αλλά θα είπη
μετά παρρησίας τι δύναται και τι δεν δύναται να παραδεχθή. Αφ' ής
στιγμής πεισθώ, ότι η αναγέννησις και η ανεξαρτησία της Ελλάδος
μόνον διά της παραδοχής ξένου ηγεμόνος δύνανται να ασφαλισθώσι,
πρώτος εγώ θέλω προσκυνήσει και υπηρετήσει τον τοιούτον ηγεμόνα.
Καθότι αυτόν υπηρετών, υπηρετώ την χώραν, ήτις δι αυτού μόνον
δύναται να σωθή. Αλλ' εν τοιαύτη περιπτώσει δεν θα αρκεσθώ εις
λόγους απλούς και εις αμφιβόλους ελπίδας· επιθυμώ πραγματικάς
εγγυήσεις, και τοιαύτας προσπαθώ να αποκτήσω. Όταν εγώ τας λάβω,
έχει αυτάς και ο τόπος, όστις θα ευλογήση τότε την σημερινήν του
κυβέρνησιν και τους πολυμερίμνους αυτής αγώνας προς δικαίωσιν της
εθνικής εμπιστοσύνης_».
Και ταύτα μεν έμαθεν εξωδίκως εξ ιδιωτικών επιστολών, μόλις δε
την 27 Απριλίου έλαβε την επίσημον ανακοίνωσιν των σπουδαίων
αποφάσεων του εν Λονδίνω πρωτοκόλλου, αφού επί μακρόν, και προς
ικανήν αυτού στενοχωρίαν, είχεν αναγκασθή να μαντεύη εξ ιδιωτικών
επιστολών και των εφημερίδων τι περί αυτού και της Ελλάδος είχεν
αποφασισθή. Οι τρεις αντιπρέσβεις των ευεργετίδων δυνάμεων
υπέβαλον εμπιστευτικώς τα από της 22)3 — 14)26 Φεβρουαρίου
πρωτόκολλα και απήτησαν μετ' επιτακτικής οριστικότητος: _επίσημον
ανακήρυξιν της ανακωχής ήτις εφαίνετο υπάρχουσα πράγματι_,
εκκένωσιν παντός μέρους της χώρας, όπερ κατά το πρωτόκολλον του
Φεβρουαρίου δεν έμελλε να αποτελέση της Ελλάδος μέρος, και
σεβασμόν προσώπου και ιδιοκτησίας των σκοπούντων να διαμείνωσιν
εν Ελλάδι Τούρκων.
Προς τούτοις δε οι αντιπρέσβεις ανακοινώσαντες την εκλογήν του
Λεοπόλδου ως ηγεμόνος της Ελλάδος, εδήλωσαν, αι ευεργέτιδες
Δυνάμεις ώρισαν και ειδικώτερά τινα περί των ελληνικών πραγμάτων.
Απέβλεπαν δε ταύτα: _εις την συνομολόγησιν δανείου, την εν τη
χώρα διαμονήν επί έν έτος του σώματος του Σνάιδερ, και τους εν
Ελλάδι καθολικούς. Ο της Γαλλίας βασιλεύς παρητείτο, έλεγον, του
δικαιώματος της προστασίας, όπερ είχεν επί των υπό την Πύλην
διατελούντων καθολικών, και ενεπιστεύετο αυτό, καθόσον απέβλεπε
το μέλλον ελληνικόν κράτος, εις τον νεωστί εκλεχθέντα της Ελλάδος
ηγεμόνα. Εζητείτο ουχ ήττον εξασφάλισις της ελευθέρας ασκήσεως
της θείας λατρείας, της εκκλησιαστικής ιδιοκτησίας, των προνομίων
των επισκόπων και των παλαιών ιερών αποστολών της Γαλλίας._
Προς τούτοις δε έλεγον ότι αι Δυνάμεις ηθέλησαν να παράσχωσι τοις
Έλλησι νέον δείγμα της ευμενούς αυτών μερίμνης. Ίνα προφυλαχθή ο
τόπος κατά του κακού, όπερ ηδύναντο να γεννήσωσι θρησκευτικαί
αντιζηλίαι, πάντες οι του νέου Κράτους υπήκοοι, άνευ διακρίσεως
θρησκεύματος, έμελλον να ήναι δεκτοί εις τα δημόσια αξιώματα και
τας τιμητικάς θέσεις, και να θεωρώνται ίσοι θρησκευτικώς, αστικώς
και πολιτικώς (72). Ο Κυβερνήτης απήντησε προς τους
αντιπρέσβεις, αλλ' η επίσημος αυτού απάντησις 4)16 Απριλίου
κατήλεγχεν εις μέγαν βαθμόν χολήν και φιλοτιμίαν προσβληθείσαν. Η
ελληνική κυβέρνησις, έλεγε, σκεφθείσα επί του πρωτοκόλλου, και
αισθανομένη κάλλιστα τά τε προς εαυτήν και τους Έλληνας και τας
ευεργέτιδας Δυνάμεις καθήκοντα αυτής, ανεγνώριζεν εν πρώτοις, ότι
οι σύμμαχοι επέθηκαν την κορωνίδα εις τας προτέρας αυτών
ευεργεσίας κηρύξαντες ανεξάρτητον την Ελλάδα. Ανέφερε περί της
εκλογής του πρίγκηπος του Κόβουργ ευγνωμονών λόγω ότι: «προήλθε
αύτη βεβαίως εκ σκέψεων ανωτέρου πολιτικού συμφέροντος», Πλην δε
τούτου, εξεταζομένων των ωφελημάτων, άτινα ηδύνατο να παράσχη η
την ισόβιον κυβέρνησιν του Καποδιστρίου αντικαθιστώσα κληρονομική
μοναρχία του ξένου, προκλητικώς ούτως ειπείν ελέγετο: «ότι η
μεγάλη αποστολή του πρίγκηπος Λεοπόλδου ήτο να παράσχη εγγυήσεις
ασφαλούς μέλλοντος, οποίας τοσούτω μάλλον είχε δίκαιον να αναμένη
η Ελλάς, όσω ικανώς βαρύ τίμημα της των μεγάλων Δυνάμεων
αναμίξεως υπήρξαν αι μακροχρόνιοι αυτής συμφοραί, αι αιματηραί
ζημίαι και η θυσία τον υπό των αντιπροσώπων αυτής ψηφισθέντων
θεσμών. Είπετο κατόπιν, εν ευθέτω τόπω η ανάμνησις της
Συνελεύσεως του Άργους, και παρετήρει τοις αντιπρεσβευταίς, ότι,
ως γνωστόν βεβαίως αυτοίς, αι περί ών πρόκειται οριστικαί
συμφωνίαι έπρεπε προηγουμένως να υποβληθώσι τοις πληρεξουσίοις
του Ελληνικού λαού, και να κυρωθώσιν υπ' αυτών. Καθήκον αυτής
επομένως η κυβέρνησις να συγκαλέση πάραυτα την Εθνικήν
Συνέλευσιν. Προς δε έλεγεν: