περιείχετο εν συνημμένη εγκυκλίω προς τους διοικητάς του στρατού
και του στόλου, ότι η ελληνική κυβέρνησις ήθελε συμπράξει εις
εκκένωσιν των διά του πρωτοκόλλου αποκλειομένων εκ της Ελλάδος
χωρών, άμα ως οι Τούρκοι εγκατέλειπον Εύβοιαν και την Αττικήν,
ότι οι εν Ελλάδι ευρισκόμενοι Μουσουλμάνοι είχον ήδη πάσαν
προσωπικήν προστασίαν, και ότι απεδόθη αυτοίς επί τη αιτήσει
αυτών μέρος ταις περιουσίας αυτών. Ταύτα δε αναγράψας υπεστήριξε
το κατά την 10)22 Απριλίου 1830 _Υπόμνημα_ της Γερουσίας,
υποβληθέν τοις αντιποεσβευταίς όπερ, μετά ξηράς τινας λέξεις
ευγνωμοσύνης επί τη οριστική διαρρυθμίσει του ελληνικού
ζητήματος, αναφέρει ανυποκρίτως, το έθνος εχαιρέτιζε την εκλογήν
του Λεοπόλδου μετά ζωηροτάτης χαράς και ευχαριστίας, διότι είχε
μάθει, ότι ο πρίγκηψ είχεν αποποιηθή μεγαλοφρόνως την ένδοξον και
κοπιώδη αποστολή του να καταστήση ευδαίμονα την Ελλάδα, ενόσω δεν
ήτο βέβαιος αυτός περί της συναινέσεως των μελλόντων αυτού
υπηκόων. Το Ελληνικόν έθνος ού μόνον ηυχαρίστει τον πρίγκηπα
Λεοπόλδον έτι τη ευμενεί εκείνη μερίμνη περί της συναινέσεως
αυτού, αλλά και μετ' αληθούς συγκινήσεως έμαθεν, οποίον θερμόν
ανέπτυξεν ο Λεοπόλδος ζήλον εν τω περί ορίων ζητήματι.
Εξακολουθεί δε διά πειστικών λόγων, προς καταπολέμησιν των περί
ορίων ορισμών του πρωτοκόλλου, και εκφανή παράστασιν της προς
τους γενναίους κατοίκους της Ρούμελης, της Κρήτης, της Σάμου και
της Χίου αγνωμοσύνης, και του ενδεχομένου κινδύνου της απογνώσεως
αυτών. Είτα παρετήρει, ότι ο Αχελώος και ο Σπερχειός ήσαν μικροί
μόνον, βατοί ως επί το πλείστον, ρύακες. Η φρούρησις, έλεγε,
τοιαύτης ασθενούς οροθετικής γραμμής απήτει παλλάς χιλιάδας
στρατιωτών· πλην δε τούτου ώφειλε το νέον ελληνικόν Κράτος,
στερούμενον της Κρήτης, να συντηρή μέγαν πολεμικόν στόλον, προς
υπεράσπισιν της κατά θάλασσαν αφυλάκτου θέσεως αυτού. Πόθεν όμως
ηδύνατο να προμηθευθή την αναγκαίαν προς συντήρησιν του στρατού
εκείνου και του στόλου δαπάνην; Ανάγκη προς τούτοις παρίστατο
ιδίου στρατού και στόλου, προς περιστολήν των ληστρικών συμμοριών
και των πειρατών, οίτινες ήθελον σχηματισθή εκ των στερουμένων
των πατρίδων αυτών Ρουμελιωτών, Κρητών και Σαμίων. Το
πρωτόκολλον, προσετίθει, παρείχεν τους χριστιανούς κατοίκους των
προσαρτωμένων πάλιν εις την Πύλην επαρχιών το δίλημμα της
επαναστάσεως ή της λιμοκτονίας. Ουδείς ήθελεν αγοράσει τα κτήματα
αυτών, άτινα βεβαίως ευχαρίστως θα κατέλειπον, όπως διαφύγωσι την
αυθαιρεσίαν των πασάδων, ενώ τουναντίον οι θέλοντες να
μεταναστεύσωσιν εκ της Ελλάδος Τούρκοι ευκόλως εύρισκον
αγοραστάς· διότι υπό την τακτικήν κυβέρνησιν του Καποδιστρίου
παρείχοντο πάσαι αι εγγυήσεις καλής και στερεάς αγοραπωλησίας. Το
πρωτόκολλον προσέτι έρριπτε σμήνος απεγνωσμένων και
λιμοκτονούντων φυγάδων επί του μόλις συνεστηκότος ελληνικού
Κράτους, όπερ δεν θα ηδύνατο βεβαίως να αντιστή εις τον
κλονισμόν. Προς τούτοις δ' η Γερουσία εθεώρει ως καθήκον αυτής να
εκφράση προς τον πρίγκηπα Λεοπόλδον την πεποίθησιν, ότι το
Ελληνικόν έθνος, ούτινος προσεβάλλοντο τα δικαιώματα και τα
πολυτιμότατα συμφέροντα, ουδέποτε ήθελε συγκατατεθή να απολέση
τους καρπούς ηρωικών αγώνων και να ίδη εν αμφιβόλω τιθέμενα το
παρόν αυτού και το μέλλον. Αν δε, υπό πικράς βιαζόμενον ανάγκης,
κατεδίκαζεν εαυτό εις σιωπήν ήθελε και πάλιν εντός ολίγου
εξομοιωθή προς αγέλην δούλων διεσπαρμένων μεταξύ Τούρκων. Καθότι
αφ' ενός μεν εξησφαλίζετο τοις Τούρκοις το προσιτόν πάντων των
δημοσίων υπουργημάτων, αφ' ετέρου δε ως Έλληνες πολίται, ήθελον
αποκτήσει διά του πλούτου αυτών την νικώσαν εν ταις εκλογαίς
ψήφον.
Θα ήτο δε και τότε πραγματικόν τι διά την Ελλάδα πλεονέκτημα η
ανεξαρτησία, το πολύτιμον εκείνο των Δυνάμεων δώρον; Μετά
εννεαετή αιματηρόν πόλεμον οποίον απέμενεν ούτω κέρδος εις τον
Έλληνα; Ουδέν άλλο, ή να ζη εν ερήμω, εν μέσω των οστέων των
σφαγέντων προγόνων!
Εδράξατο δε σύναμα η Γερουσία και του μέσου εκείνου, δι' ού ήτο
δυνατόν να γείνη επίδρασις επί το ευθύ και σοβαρόν φρόνημα του
Λεοπόλδου, και συνέδεσε το ελληνικόν στέμμα, ή τουλάχιστον την
ευδαιμονίαν αυτού, προς την αλλαγήν του θρησκεύματος λέγουσα:
«Πόσης χαράς δάκρυα ήθελε χύσει το ελληνικόν έθνος, αν η θρησκεία
αυτού εις την οποίαν χρεωστεί την πολιτικήν ύπαρξίν του, τα ολίγα
του φώτα, την γλώσσαν των προγόνων του, το συνήνωνε και διά θείων
θεσμών μετά της Β. Α. Υψηλότητος! Πόσον η αφοσίωσις του ελληνικού
λαού ήθελεν αυξηθή, αν έβλεπε μεθ' εαυτού εις τους ναούς του
ουρανίου πατρός τον επίγειον πατέρα του προσφέροντα την ιδίαν
λατρείαν! (73)». Τοιούτο τι περίπου ην το υπόμνημα της 10)22
Απριλίου 1830, όπερ η Γερουσία επέδωκε τοις αντιπρεσβευταίς των
Δυνάμεων.
Έτος είχε σχεδόν παρέλθει, αφ' ής ο πρίγκηψ Λεοπόλδος είχε μάθει
διά της παρά τω Κυβερνήτη αποστολής του _Κ. Στόκμαρ_ τι έπρεπε να
φρονή περί του ελληνικού μέλλοντος, περί των ιδίων εαυτού ελπίδων
και περί της πιθανότητος εθνικής τινος υπέρ αυτού εκδηλώσεως.
Είχε δε κάλλιστα ωφεληθή εκ του χρονικού τούτου διαστήματος, όπως
εκβάλη της παλαίστρας τους άλλους αυτού συμνηστήρας. Διότι πλην
αυτού ανεφέροντο ως υποψήφιοι: ο _Δουξ Κάρολος του Μέκλεμβουργ_,
ο πρίγκηψ _Φρειδερίκος της Ορανίας_, ο _Βερνάρδος της Βέιμαρ, ο
Κάρολος_ της Βαυαρίας, ο _Ιωάννης_ της Σαξωνίας και ο πρίγκηψ
_Φίλιππος της Έσσης Ομβούργ_, ουδείς όμως εξ αυτών είχε τοσαύτην
σημασίαν, ούτε ανέπτυξε τοσαύτην δραστηριότητα, ώστε να
υποσκελίση αυτόν. Η Ρωσία πρωίμως ήδη είχε καταδείξει την
συμπάθειαν αυτής υπέρ της υποψηφιότητος του πρίγκηπος του
Κοβούργου. Ρώσοι πολιτικοί άνδρες οίος ο Λήβεν εφρόνουν, ότι ο
πρίγκηψ Λεοπόλδος ην ο ανήρ, όστις επί του ελληνικού θρόνου
ηδύνατο να εννοήση την ανάγκην στενού μετά της Ρωσίας συνδέσμου,
«_και να καταστήση συνάμα ακίνδυνον την μόνην αληθώς εχθράν εις
τους Έλληνας πολιτικήν, την της Αγγλίας, διά των σχέσεων αυτού
προς την αντιπολίτευσιν και προς την οικογένειαν της μελλούσης
διαδόχου._» Ο πρίγκηψ Λεοπόλδος παρέστησεν επιτηδείως εν
Πετρουπόλει την δυσχερή αυτού θέσιν απέναντι του Άγγλου βασιλέως
και της χώρας· ανέμνησε δε τας εκδουλεύσεις αυτού επί των κατά
του Ναπολέοντος πολέμων, και τας υγιείς αυτού, καθαρώς μοναρχικάς
και εχθράς πάσης επαναστατικής ιδέας αρχάς. Αι παραστάσεις αύται
κατίσχυσαν, και επειδή εν Ρωσία είχε πλέον αναγνωρισθή ως έωλος
και αφεθή όλως η ιδέα ισοβίου ηγεμονείας του Καποδιστρίου,
έκλινεν οριστικώς το ρωσικόν ανακτοβούλιον υπέρ της εκλογής του
πρίγκηπος του Κοβούργου. Και εν τω Κεραμεικώ δ' επίσης κατώρθωσεν
ο Λεοπόλδος να εξαλείψη την επ' αυτού ζηλοτυπίαν, και τη 8)20
Νοεμβρίου 1829 επέτυχε της συγκαταθέσεως του βασιλέως της Γαλλίας
Καρόλου του Ι'. Εν Αγγλία τουναντίον απήντησαν το κατ' αρχάς τα
σχέδια αυτού δυσμενή υποδοχήν, και δεινός συνήφθη αγών μεταξύ
βασιλέως και υπουργείου. Γεώργιος ο Δ' ήκιστα ηυνόει προσωπικώς
τον Λεοπόλδον, και ουδ' αυτήν την ακάνθινον δόξαν του ελληνικού
θρόνου επέτρεπεν αυτώ. Διετέλει δε ο βασιλεύς υπό την επήρειαν
του αδελφού αυτού, δουκός του _Κώμπερλανδ_, όστις σφοδρός
πολέμιος του υπουργείου Βέλλιγκτον, είχεν ίδιον υποψήφιον διά τον
ελληνικόν θρόνον, τον συγγενή αυτού _Κάρολον, δούκα του
Μέκλεμβουργ_. Υπεστήριζε δε αυτόν μετά πολλής επιμονής διά του
αδελφού βασιλέως Γεωργίου του Δ', ενώ το αγγλικόν υπουργείον
προέτεινε κατ' αρχάς τον πρίγκηπα των Κάτω Χωρών. Τον Ιανουάριον
όμως του 1830 ο Βέλλιγκτον υιοθέτησε την υποψηφιότητα του
Λεοπόλδου, στηριζόμενος επί των διαθέσεων της χώρας και του
κοινοβουλίου, και ηπείλησεν ότι το υπ' αυτόν υπουργείον ήθελε
παραιτηθή, αν δεν επεδοκίμαζεν αυτήν ο βασιλεύς. Γεώργιος ο Δ'
συνήνεσε μετά δυσαρεσκείας.
Το παράδοξον όμως διάβημα του σιδηρού δουκός επέδρασεν επιβλαβώς
επί την τύχην της Ελλάδος. Απέναντι υπουργείου, όπερ υπήρξεν
έτοιμον να θυσιασθή υπέρ αυτού, δεν ηδύνατο βεβαίως ο Λεοπόλδος
να επιδείξη το επίμονον και σταθερόν εκείνο ήθος, όπερ ήθελεν
είναι επιθυμητόν δι' υποψήφιον του Ελληνικού θρόνου. _Ην ατύχημα
τούτο διά την Ελλάδα_, ως και ο πρίγκηψ αυτός παρετήρει, _καθότι
παρ' υπουργείου, διακυβεύσαντος την ιδίαν ύπαρξιν χάριν της
κοβουργικής υποψηφιότητος, αδύνατον ήτο να επιμείνη τις απαιτών
αδυσωπήτως τους όρους εκείνους, ούς υπηγόρευε το συμφέρον της
Ελλάδος_.
Κατά του ηθικού τούτου προσκόμματος προσώχθησε σχέδιον ευγενώς
εσκεμμένον, όπερ ηδύνατο να αποβή σημαντικώτατον διά το μέλλον
της Ελλάδος. Προύκειτο τότε περί εκχωρήσεως των _Ιονίων νήσων_
εις το νέον Ελληνικόν Κράτος. Όσω δε ολιγώτερον ήτο γνωστόν το
σχέδιον τούτο εν Ελλάδι, τοσούτω μάλλον χαρμόσυνος θα ήτο η
έκπληξις, αν προσήρχετο ο νέος ηγεμών τοιούτον κομίζων εις την
νύμφην το δώρον της πρώτης του γάμου πρωίας, ως ο νυν δυναστεύων
εν Ελλάδι Γεώργιος ο Α'. Πλήρης μυστικότης περιεκάλυπτε τα
σκοπούμενα, άτινα ηρέμα μεν αλλ' ασφαλώς ωρίμαζον προς εκτέλεσιν.
Οι εξοχώτεροι των _Ουίγων_ είχον προσηλυτισθή, και ηλπίζετο
ασφαλής εν τω κοινοβουλίω πλειοψηφία. Έκτοτε ελέγετο, ότι το εκ
των νήσων εκείνων όφελος δεν απεζημίου τας εκτάκτους δαπάνας,
όσας απήτουν αύται παρά της προστάτιδος Δυνάμεως. Δεν έλειπον δε,
πλην τούτου, και αφιλοκερδέστεραι σκέψεις. Υπεδεικνύετο το
διαρκώς και ανενδότως δυσυπότακτον του εθνικού φύλου, και το
δίκαιον της αρχής των εθνικοτήτων, καθ' ής δεν ήρμοζε να αντιστή
η ελευθέρα Αγγλία. Οι τραχέως δε σκώπτοντες πρακτικοί Άγγλοι
πολιτικοί παρείχον εις τους Επτανησίους την μετά της Ελλάδος
ένωσιν ως τιμωρίαν, και προυφήτευον ταχείαν και πικράν την
μεταμέλειαν. Ούτως εφαίνοντο πάντα κατά τας επιθυμίας βαίνοντα
του Λεοπόλδου, ότε εν μέσω των πρωίμων εκείνων περί εκχωρήσεως
σχεδίων παρενέπεσεν ολεθρίως η καλώς λελογισμένη γενναιοφροσύνη
των Τόρεων. Αφ' ής στιγμής ο Βέλλικτον προέθετο ως υπουργικόν
ζήτημα την εις τον Ελληνικόν θρόνον υποψηφιότητα του Λεοπόλδου, ο
οξυδερκής παρατηρητής καθορά γεννώμενον το σπέρμα της αποποιήσεως
του πρίγκηπος Λεοπόλδου. Οι Τόρεις επεδείκνυντο εναβρυνόμενοι την
πολιτικήν αυτών γενναιοφροσύνην, και αλαζονευόμενοι δεν
απέκρυπτον την δυσπιστίαν αυτών προς τας νέας σχέσεις μεταξύ του
Λεοπόλδου και των εξεχόντων μελών της αντιπολιτεύσεως.
Παρά τας συμβουλάς του εμπίστου αυτού _Στόκμαρ_ είχε παραμελήσει
ο πρίγκηψ Λεοπόλδος να καθορίση εκ προοιμίων την θέσιν αυτού ως
προς το ελληνικόν ζήτημα. Το περιβάλλον την Ελλάδα ιδανικόν
γόητρον υπέτασσε την φαντασίαν αυτού, και ο εν απόπτω θρόνος
τοσαύτην εξήσκει επ' αυτού μαγείαν, ώστε παρέστη δραστηρίως και
ζωηρότερον ίσως του δέοντος ως μνηστή και εξήγειρεν ούτω παρά τω
υπουργείω την ιδέαν, ότι ηδύνατό τις να εκτεθή υπέρ υποψηφίου μη
ανθισταμένου και μηδένα προτείνοντος όρον «Κατόπιν μόνον
εστάθμισε, κατά βάθος, τας δυσχερείας της επιχειρήσεως, και
προσεπάθησε να επιτύχη τους όρους εκείνους, αφ' ών, κατά την
συμβουλήν του Στόκμαρ, έπρεπε να εξαρτήση την υποψηφιότητά του».
Διά τούτο δε ο Λεοπόλδος, κατ' Ιανουάριον του 1830, πριν ή αι
Δυνάμεις προτείνωσιν αυτώ τον ελληνικόν θρόνον διά του
πρωτοκόλλου του Φεβρουαρίου, ευρέθη εν τη δυσαρέστω _θέσει
ικέτου_. Προσεπάθησε δε να αποσπάση εκ της ακάμπτου πολιτικής και
της απαθούς δυσπιστίας των Τόρεων ολίγας τουλάχιστον υπέρ της
Ελλάδος ωφελείας, δυσαναλόγους πλέον, εννοείται, προς τα πρότερον
σκοπούμενα. Την εκχώρησιν των Ιονίων νήσων ουδ' ηδύνατο καν να
προφέρη, καθότι και αυτό το απαραίτητον ημφισβητείτο τότε, και
μετά πολλάς μόλις δεκαετηρίδας έμελλον τα πράγματα αυτά να χύσωσι
παράδοξον φως επί των σχεδίων του Λεοπόλδου.
Προς την δειλήν δε ερώτησιν, αν ήτο δυνατόν να πεισθή η Πύλη,
αντί χρηματικής αποζημιώσεως, εις εκχώρησιν της Κρήτης, υπέδειξεν
ο Άβερδην εις τον πρίγκηπα, ότι ο _κυρίαρχος ηγεμών της Ελλάδος_
ήθελεν είναι κύριος να προέλθη εις τοιαύτην διαπραγμάτευσιν, και
ευμενώς υπεσήμανεν, ότι η προσωπικότης ακριβώς του Λεοπόλδου
ηδύνατο να πραΰνη την κατά του νέου ελληνικού Κράτους ναυτικήν
ζηλοτυπίαν της Αγγλίας, καθ' ήν περίπτωσιν η νήσος της Κρήτης
έμελλε να ανήκη εις οιανδήποτε άλλην πλην της Πύλης κυβέρνησιν.
Ότε όμως Λεοπόλδος, τη 30 Ιανουαρίου, κατέστησε την κατοχήν της
Κρήτης απαραίτητον όρον της αποδοχής του ελληνικού θρόνου,
εξεδήλωσεν ο Άβερδην άπαν το πείσμα και την τραχύτητα της
αγγλικής διπλωματίας. Κατεμέμφθη τούτ' αυτό του πρίγκηπος ως
συμβουλευομένου τον _Δούρχαμ_, τον _Δόβερ_, τον _Πάλμερστον_, τον
_Βρουμ_, πολεμίους του υπουργείου, και έδωκεν αυτώ την 31
Ιανουαρίου την χαρακτηριστικωτάτην ταύτην διά την περίστασιν και
αυτόχρημα αγροίκον απάντησιν: «_Περί Κρήτης ουδαμού ουδέποτε
μέχρι τούδε εγένετο λόγος. Καίτοι πολλαί μέχρι τούδε εγένοντο
διαπραγματεύσεις, είσθε ελεύθερος πάντοτε να παραιτηθήτε· αλλά
την απόφασίν σας ταύτην δεν δύναται να εξηγήση η άρνησις της
Κρήτης. Αναλογίσθητε κατά πόσον τοιαύτη διαγωγή συμβιβάζεται προς
την αξιοπρέπειαν υμών και το συνεπές του φρονήματος. Αι Δυνάμεις
δεν σκοπούσι να διαπραγματευθώσι προς υμάς και ήθελον θεωρήσει ως
άρνησιν την υπό όρους αποδοχήν_».
Τότε αντί να αφήση ελευθέρας τας Δυνάμεις να θεωρήσωσιν άρνησιν
την υπό όρους αποδοχήν, αντί να αντιτάξη εις την αλαζονείαν των
Τόρεων την τολμηράν αποφασιστικότητα ανδρός συνειδότος τον υψηλόν
εαυτού σκοπόν, αντί να αψηφήση την τριανδρίαν των προστάτιδων
Δυνάμεων, ών φαινομένη μόνον υπήρχεν η ομοφροσύνη, και να ανυψώση
την ιδίαν εαυτού θέλησιν και την του ελληνικού λαού, παρέστη
συναισθανόμενος πάντοτε το βάρος της προς αυτόν ευεργεσίας του
υπουργείου, καίπερ δυνάμενος να μαντεύση, ότι το υπουργείον εκ
μεγάλης μόνον βιαζόμενον ανάγκης είχε καταστήσει υπουργικόν
ζήτημα την κοβουργικήν υποψηφιότητα, ενέδωκεν ουχ ήττον, και
υπεδύθη το άτολμον εκείνο και αναποφάσιστον ήθος, όπερ κατά το
ήμισυ πάντοτε είναι της ήττης αφορμή και τη 30)11 Φεβρουαρίου
1830, ήτοι την επαύριον της του Βέλλικτον προς αυτόν απαντήσεως,
ανεκοίνωσε προς τους τρεις πληρεξουσίους, ότι _συνήνει_ και
απεδέχετο την ωφέλιμον και υψηλήν αποστολήν, ήτις ανετίθετο αυτώ.
Ήρξατο όμως κατόπιν μεταμελούμενος επί τω κατεσπευμένω αυτού
διαβήματι, και, λεπτολογών πάλιν περί τους ορισμούς της συνόδου,
προσεπάθησε να αποκτήση ό,τι παρήτησε, γράφων αίφνης προς τον
λόρδον Άβερδην, ότι εξ αβροφροσύνης μόνον απεδέξατο την υπό της
συνόδου υπαγορευθείσαν τροποποίησιν, και συνήνεσεν εις το
πρωτόκολλον κατά το γράμμα μόνον και το πνεύμα της αρχικής αυτού
επιστολής της 30)11 Φεβρουαρίου. Διαρκουσών έτι των δυσαρέστων
αυτών διαπραγματεύσεων ανεχώρησε κατά τας αρχάς Απριλίου εις
Παρισίους, και κατέλιπεν εν τη απουσία αυτού τον Στόκμαρ
αντιπρόσωπον.
Ο πρίγκηψ είχεν αναλάβει εν τω μεταξύ και την από πολλοί
διακεκομμένην ανταπόκρισιν αυτού προς τον Καποδίστριαν. Εκ του
Οίκου Μάλβουργ έγραψεν αυτώ τη 16)28 Φεβρουαρίου όπως αγγείλη,
ότι είχεν αποδεχθή την λίαν κολακευτικήν και έντιμον προσφοράν
της ηγεμονίας της Ελλάδος. Ως προς τους όρους όμως, έλεγε, δεν
είχον τα πράγματα καλώς· η παράκλησις αυτού, όπως επιτραπή τοις
Έλλησι το δικαίωμα της αντιρρήσεως κατά του προσώπου αυτού, δεν
είχεν εισακουσθή, ώστε ηναγκάζετο ούτω να παραστή αυτοίς ως
προσφερόμενος υπό των Δυνάμεων ηγεμών.
Η επιστολή του Λεοπόλδου προς τον Κυβερνήτην έχει ώδε:
Εν τω Οίκω Μάλβουργ τη 16)28 Φεβρουαρίου 1830.
_Αγαπητέ μοι Κόμη_,
«Σήμερον σας γράφω ολίγα τινά, μηνύων ότι μετά πολλάς δυσχερείς
διαλέξεις, εδέχθην την παρά των συμμάχων Δυνάμει προσενεχθείσαν
μοι εντιμοτάτην ηγεμονίαν της Ελλάδος, παρακαλέσας να δώσωσι και
τοις Έλλησι ψήφον περί της εκλογής μου, αλλά δεν εισηκούσθην.
Ελπίζω όμως ότι, όταν αι διαπραγματεύσεις καταστώσι γνωσταί τοις
Έλλησι, θέλουσιν ομολογήσει ότι δεν ημέλησα να θηρεύσω την
ευγνωμοσύνην αυτών, όσον ηδυνάμην.
«Εάν ανελογιζόμην την προσωπικήν μου μόνον θέσιν, ήθελον
επιμείνει εις ευνοϊκωτέρους όρους, ή δεν ήθελον αποδεχθή· ο φόβος
όμως, μη ρίψω πάλιν το ελληνικόν ζήτημα εις το χάος εκείνο, όθεν
μόλις εξέρχεται, με παρακινεί να θυσιάσω πάντα προσωπικόν μου
σκοπόν.
«Γνωρίζετε, αγαπητέ κόμη, οποία τρέφω προς υμάς, από μακρού ήδη
χρόνου, αισθήματα· πρέπει δε να σας εκφράσω πόσον ελπίζω, ότι
θέλετε με υποστηρίξει διά των συμβουλών και της φρονήσεως υμών εν
τω δυσχερεί σταδίω, εις ό εισέρχομαι. Διά τούτο σας παρακαλώ να
εξακολουθήσητε πηδαλιουχούντες μέχρι της αφίξεώς μου το σκάφος
της πολιτείας, όπερ τοσάκις εσώσατε από ναυαγίου. Αγνοώ αν
απαιτήται τυπική τις προς τούτο πληρεξουσιότης· εν τοιαύτη δε
περιπτώσει θέλω σπεύσει ό,τι τάχιστα να διαβιβάσω υμίν τοιαύτην.
Ουχ ήττον παρακαλώ υμάς να θεωρήσητε αυτήν, εν τούτοις, ως
οριστικήν και να την ανακοινώσητε όπου δει. Η άφιξίς μου δεν
δύναται να γείνη εντός βραχέος χρονικού διαστήματος, καθότι έχω
πολλάς έτι να τακτοποιήσω ιδιαιτέρας μου υποθέσεις. Εξηγήσατέ μοι
σαφώς, σας παρακαλώ, άμα ως δυνηθήτε, την κατάστασιν των
πραγμάτων. Ως προς τούτο σπουδαίον ήθελεν είναι να μοι στείλητε
ταχέως εμπιστευτικόν τινα γραμματέα, κομιστήν των υμετέρων
ανακοινώσεων και δυνάμενον να μοι χρησιμεύει διά τα ελληνικά
έγγραφα. Άλλην ημέραν θέλω σας γράψει εκτενέστερον. Παύων δε σας
προσφέρω την διαβεβαίωσιν της διαφερούσης μου υπολήψεως της
ειλικρινεστάτης φιλίας, μεθ' ής και διατελέσω ών κτλ.
ΛΕΟΠΟΛΔΟΣ.»
Επίστευεν ο πρίγκηψ Λεοπόλδος εις την ειλικρίνειαν των συχνών του
Καποδιστρίου διαβεβαιώσεων, ότι επόθει να εξέλθη της ελληνικής
κολάσεως και ότι ευδαίμων ήθελεν είναι να παρασκευάση την οδόν τω
μέλλοντι ηγεμόνι. Εν τη ανωτέρω επιστολή, ως είδον οι αναγνώσται,
έστι και ακούσιος τις εγγικτική φράσις, ήτις επείραξε βεβαίως την
ευερέθιστον καρδίαν του Καποδιστρίου. Τι εσήμαινεν η διά των
φιλοφρονητικών εκείνων λόγων παρεχομένη πληρεξουσιότης προς
περαιτέρω κυβέρνησιν σκάφους της πολιτείας; ουδέν άλλο βεβαίως, ή
ότι ανεμίμνησκε τω Κυβερνήτη, τον λαβόντα __επταετή εξουσίαν παρά
έθνους και ελπίσαντα ισόβιον ηγεμονείαν_, ότι ουδέν ήτο πλέον από
της 22)3 Φεβρουαρίου, ότι παρήγε του λοιπού την εξουσίαν αυτού
από της χάριτος ανωτέρου. Διά τούτο βλέπομεν τον Κυβερνήτην τον
εκ της εσωτερικής αντιπολιτεύσεως και των εξωτερικών αποτυχιών
αυτού αποδυσπετούντα προς το μέλλον και ζητούντα να αποχωρήση της
αρχής προς ιδιωτικήν ησυχίαν εν Ελβετία· εφ' ώ και βλέπομεν αυτόν
γράφοντα εν υστερογράφω τινί επιστολής προς τον Έυναρδ τάδε: «Αν
πλησιάζητε τον νέον ηγεμόνα, παρακινήσατε αυτόν να μας βοηθήση,
να μιμηθή το παράδειγμά σας. Ίνα θερίση τις, πρέπει να σπείρη. Ας
προσπαθήσωμεν να καταλύσωμεν τον βίον εγγύς αλλήλων, και να
αναπαυθώμεν άπαξ πάλιν παρά τας ακτάς της λίμνης της Γενεύης.
θέλω κατοικήσει κατά τας ημέρας του γήρως μου την μικράν έπαυλιν
«Fleur d' Eau», αν, εννοείται, δεν με εκβάλη αυτής ο από βορρά
άνεμος».
Προς την ανωτέρω επιστολήν του Λεοπόλδου, ο Κυβερνήτης απήντησε
διά πολλών, αλλά δεν πρέπει τις να λησμονήση ότι διά να εννοήση
αυτάς πρέπει να λάβη υπ' όψει αυτού τι προς τους περί αυτόν
έλεγεν ο Καποδίστριας. Ούτω λ. χ. έλεγε προς τον Κολοκοτρώνην:
«Εδεξάμην το αξίωμα, όπερ μοι ενεπιστεύθη το έθνος, ουχί χάριν
του αξιώματος, αλλ' ίνα εργασθώ υπέρ της αποκαταστάσεως και της
ανεξαρτησίας της Ελλάδος. Αν πιστεύωσιν οι σύμμαχοι ότι η
αποκατάστασις αύτη και η ανεξαρτησία είναι δυναταί μόνον διά
ξένου πρίγκηπος κυβερνώντος την Ελλάδα δι' εαυτόν, τους
κληρονόμους και τους διαδόχους του, εγώ πρώτος θέλω αναγνωρίσει
κατά τους νομίμους τύπους τον πρίγκηπα τούτον, τουτέστιν αφού
καταμάθω την διάθεσιν και την γνώμην του έθνους. Το έθνος δεν
θέλει αρνηθή άμα ως λάβη την εγγύησιν, ότι ο νέος ηγεμών θέλει
κυβερνήσει επί μόνω τω σκοπώ της εξασφαλίσεως της γενικής πάντων
ανεξαρτησίας και των δικαιωμάτων, άτινα απέκτησαν οι Έλληνες διά
των αιμάτων αυτών και τοσούτων θυσιών!» Προς τον φρούραρχον δε
Ράικον έλεγε: «Δεν ήλθον εις την Ελλάδα, όπως ζητήσω θέσιν, μηδ'
αυτήν την πρώτην· ακούσας δε την κλήσιν του έθνους τούτου, σκοπόν
είχον μόνον να συντελέσω, πάση δυνάμει, εις την πολιτικήν αυτού
αποκατάστασιν. Ο σκοπός μου ούτος είναι αμετάβλητος και μένει
πάντοτε ο αυτός. Αν ο εκλεχθείς κυριάρχης ηγεμών είναι το μόνον
μέσον προς οριστικήν επίτευξιν του σκοπού τούτου, εγώ πρώτος θέλω
υποδεχθή αυτόν και χαρή επί τούτω εξ όλης μου ψυχής».
Υπό τοιούτων κατεχόμενος αισθημάτων ο όντως πατήρ εκείνος του
έθνους, ο πρώτος των Ελλήνων Έλλην, ως απεκάλει αυτόν, πάνυ
δικαίως, ο I. Ρίζος Νερουλός, έγραψε τας δε τας διπλωματικωτάτας
και πατριωτικωτάτας προς τον εκλεγέντα _ηγεμόνα κυρίαρχον της
Ελλάδος Λεοπόλδον_ επιστολάς άς οι αντιπολιτευόμενοι
παρεξηγήσαντες εθεώρησαν αυτόν ως τον αληθή αίτιον της από του
θρόνου της Ελλάδος παραιτήσεως Λεοπόλδου.
&Τω Υψηλοτάτω Βασιλικώ πρίγκηπι Λεοπόλδω.&
Εν Ναυπλίω τη 25 Μαρτίου 1830.
«Πρίγκηψ, η Θεία πρόνοια δεν εγκαταλείπει την Ελλάδα. Μαρτύριον
δε νέον η μεγαλοψυχία, μεθ' ής η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης
επροστάτευσε τα νόμιμα αυτής συμφέροντα, εν ώ εγίνετο η περί
αυτών κρίσις. Όθεν και το γράμμα δι' ού η υμετέρα Βασιλική
Υψηλότης μ' ετίμησεν από 16)28 Φεβρουαρίου, παρέχει εις την
Ελλάδα τα ασφαλέστατα περί του μέλλοντος εχέγγυα, το μεν, εκ των
αγώνων ούς ηγωνίσθητε προς επέκτασιν των ορίων, το δε, διότι
ητήσατε και την συμμετοχήν της Ελλάδος εις την εκλογήν του αυτής
άνακτος.
«Το πρωτόκολλον της 3 Φεβρουαρίου και αι συμπληρωματικαί αυτού
πράξεις εν ποίω τύπω μέλλουσι να διακοινωθώσι προς την Ελληνικήν
κυβέρνησιν, αγνοώ. Αλλ' όσον εικάζω εκ των μερικωτέρων εντεύξεών
μου μετά των προσέδρων των τριών συμμάχων Αυλών, αυτοί ζητούσι
την απαρέγκλιτον εκτέλεσιν των εις αυτούς προστεταγμένων,
ουδεμίαν διαπραγματείαν δεχόμενοι ούτε σκέψιν περί των τύπων καθ'
ούς τα αποφασισθέντα παρά των Δυνάμεων πρέπει να βαλθώσιν εις
πράξιν.
«Εάν όμως η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης κλίνη να ρίψη τους
οφθαλμούς επί τα ψηφίσματα της εν Άργει εθνικής συνελεύσεως, των
οποίων συνάπτω ενταύθα την συλλογήν, θέλει ιδεί (ψηφίσματι α',
άρθρω γ') ότι εις εμέ δεν συγχωρείται να συμφωνήσω εν ονόματι και
εκ προσώπου της Ελλάδος ουδέν συμφώνημα αναφερόμενον εις τας περί
ών λόγος εκδιαθέσεις (arrangements définitifs) ειμή αφ' ού οι
πληρεξούσιοι αυτής αντιπρόσωποι σκεφθώσι και επικυρώσωσι τα
πάντα.
«Επειδή λοιπόν ο τρόπος καθ' όν η εν Άργει συνέλευσις εθεώρησε
την συνθήκην της 6 Ιουλίου διαφέρει ουσιωδώς της περί αυτής
κρίσεως των υψηλών Δυνάμεων, της εμφαινομένης εις τα κατά
Φεβρουάριον μεταξύ αυτών διομολογούμενα· επειδή η ελληνική
κυβέρνησις, καίπερ πολλά προσλιπαρήσασα, ουδόλως εκλήθη να λάβη
μέρος εις τας νεαράς διαπραγματείας, πώς δύναται να δεχθή το
κεφάλαιον αυτών, χωρίς να ζητήση πρότερον την συγκάλεσιν της
εθνικής συνελεύσεως, υποκειμένη, άλλως, να κατηγορηθή ότι
κατεπάτησε τους όρκους, το αξίωμα, και τα δικαιώματα του έθνους;
Διότι οι πληρεξούσιοι και των επαρχιών, συνελθόντες εις εθνικήν
ομήγυριν προς το ακούσαι τας πράξεις του Λονδινείου συνεδρίου,
ήθελον ευρεθή ως προς την περί ορίων απόφασιν εις δύσκολόν τινα
και δεινήν ανάγκην, ή να παραβώσι τα ιερώτατα περί τους εντολείς
αυτών καθήκοντα, ή να λείψωσιν από τα οφειλόμενα λόγω δικαιοτάτης
ευγνωμοσύνης προς τους σεβαστούς της Ελλάδος ευεργέτας.
«Από της αυτής όμως των καθηκόντων βαθυτάτης αισθήσεως η εθνική
συνέλευσις ήθελε δεχθή μετ' ευγνωμοσύνης τας άλλας διατάξεις και
κατασφαλίσεις αγαθών πολυτίμων, τας παρά των ευεργετών ερχομένας,
και η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης τότε ήθελεν υπερευφρανθή
καλουμένη παρά της ομοθύμου και πανεόρτου ψήφου εθνικής
συνελεύσεως εις το έργον της Ελληνικής ανακτίσεως υπό νόμους, των
οποίων τας βάσεις η εν Άργει συνέλευσις προεθέσπισεν. Επί δε των
παρόντων, και δι' όσα προεξέθεσα, και διά τον τρόπον όλως, καθ'
όν αι Δυνάμεις απεφάσισαν να εκτελέσωσι τα δόξαντα, αναγκάζομαι
να αποκριθώ αμέσως προς τας γεννησομένας μοι διακοινώσεις, χωρίς
να συγκαλέσω συνέλευσιν. Αναγγγελώ λοιπόν προς τε την Γερουσίαν
και προς το έθνος τα αναπόδραστα αίτια της τοιαύτης μου
βαρυευθύνου διαγωγής, της οποίας μέτοχος έσται, ελπίζω καν, και η
Γερουσία, καθώς μετέχει και της πληρεστάτης μου πίστεως εις την
ελευθέριον και γενναίαν της υμετέρας Βασιλικής Υψηλότητος
προαίρεσιν, σαφέστατα εκπεφρασμένην εν τω της 16 (28) Φεβρουαρίου
γράμματι. Εις τον κόλπον άρα υμών, πρίγκηψ, οι Έλληνες θέλουσι
πλέον καταθέσει τας εφέσεις αυτών· και υμείς μετά χάριτος αυτάς
εισακούοντες, θέλετε τους δείξει όσην και οίαν ευδαιμονίαν αι
Δυνάμεις τοις παρεσκεύασαν, προβιβάζουσαι αυτούς εις βαθμόν
ελευθέρου και αυτονόμου έθνους.
»Τοσούτον δε περισπούδαστον έχω να προϋποβάλω εις την υμετέραν
Βασιλικήν Υψηλότητα την αίρεσιν της πολιτείας μου, ώστε σας δίδω
λόγον αυτής και πριν ακόμη λάβω τας αξιωματικάς διακοινώσεις των
κυρίων Προσέδρων των συμμάχων Αυλών, και πριν απευθύνω και προς
την Γερουσίαν επί των περιεστώτων πραγμάτων διάγγελμα. Τούτο το
χρέος εκτελέσω, ελπίζω, μετ' ολίγας ημέρας, και τότε και η
Γερουσία θέλει ευλαβώς αναφέρει προς την υμετέραν Βασιλικήν
Υψηλότητα τας εφέσεις του έθνους· η δε προς αυτήν απόκρισις του
άνακτος, από του νυν πέποιθα, ότι θέλει διαλύσει πάσαν
αμφιβολίαν, και όλας τας γνώμας θέλει καθησυχάσει και όλας τας
καρδίας θέλει ανοίξει εις γενναιοτάτην και ειλικρινεστάτην περί
την υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα αφοσίωσιν.