Ο δε Νικόλαος Πονηρόπουλος παρέβαλε τον Κυβερνήτην προς τον

θεόπεμπτον σωτήρα, τον καταβάντα εξ ουρανού εις πλήρωσιν της υπό

της Θείας προνοίας ανατεθείσης αυτώ σωτηρίου αποστολής.

Και εθριάμβευσε μεν ο Καποδίστριας, αλλ' οι πληρεξούσιοι της

Ύδρας υπέβαλον συνταγματικάς ενστάσεις. Μετέβησαν προς αυτόν,

ολίγον κατόπιν των επί της απαντήσεως συζητήσεων, και εδήλωσαν

αυτώ ότι επιθυμία αυτών ήτο, ν' αποτελέσωσι τας βάσεις της

μελλούσης του τόπου κυβερνήσεως αι αρχαί των συνταγμάτων της

Επιδαύρου, του Άστρους και της Τροιζήνος.

Αλλ' η απόπειρα των Υδραίων, όπως φέρωσι τον Κυβερνήτην εις οδόν

συνταγματικήν, απέτυχε. Νικηθέντες δ' υπό της λογικής και της

στωμυλίας του ανδρός απεχώρησαν, και επέστρεψαν άπρακτοι εις την

συνέλευσιν, εν ή τη 24 Ιουλίου επήλθε γεγονός τι, όπερ καθαρώτατα

διεφώτισε τα φρονήματα της ισχυούσης μερίδος. Ο στρατηγός Τσουρτς

ανήγγειλε προς την Εθνοσυνέλευσιν την εκ της ελληνικής υπηρεσίας

αποχώρησιν αυτού, δι' επιστολής εμφαινούσης μεγίστην κατά του

Κυβερνήτου δυσαρέσκειαν. Η συνέλευσις ηδύνατο βεβαίως να ακούση

τους λόγους, οίτινες παρεκίνουν τον έξοχον φιλέλληνα να παραιτηθή

της περαιτέρω υπηρεσίας υπό τας διαταγάς του Αυγουστίνου

Καποδιστρίου· πλην άμα ως ήκουσαν οι _καλοί χριστιανοί_ τας

πρώτας του εγγράφου λέξεις, διερράγησαν εις θύελλαν αγανακτήσεως,

φωνούντες, ότι η επιστολή περιείχε βλασφημίας, και ήτο σκάνδαλον,

όπερ ο υπό του Άγγλου πρεσβευτού προεδρευόμενος σύλλογος των

πολιτικών αντιπάλων του Κυβερνήτου είχεν επινοήσει και

παρασκευάσει. Ούτω κατωρθώθη να διακοπή η ανάγνωσις, η δε

επιστολή, μη αναγνωσθείσα, απεστάλη εις την πενταμελή επιτροπήν,

και οριστικώς υπό του Καποδιστρίου δεκτή γενομένη η παραίτησις

του Τσουρτς ενεκρίθη υπό της συνελεύσεως. Ούτως η μεν Γ' εν

Τροιζήνι Εθνοσυνέλευσις διά του Ζ' ψηφίσματος αυτής είχε διορίσει

αυτόν αρχιστράτηγον και διευθυντήν των κατά ξηράν δυνάμεων της

Ελλάδος, ως διά του Ε' ψηφίσματος τον Λόρδον Κόχραν στόλαρχον της

Ελλάδος, και η Δ' εν Άργει έπαυσεν αυτόν του μεγάλου αξιώματος

εγκρίνασα την οικείαν παραίτησιν. Έκτοτε αι συνεδριάσεις της

Εθνοσυνελεύσεως εγίνοντο οσημέραι ταραχωδέστεραι.

Ότε δε την 27 Ιουλίου εγίνετο συζήτησις περί σχηματισμού

_Γερουσίας_, αντί του _Πανελληνίου_, ής τα 27 μέλη έμελλε να

εκλέγη ο Κυβερνήτης εκ της Εθνοσυνελεύσεως, προσεπάθησεν η

αντιπολίτευσις, ηγουμένου του εκ Κρήτης πληρεξουσίου _Γ.

Ιδομενέως_, να ματαιώση εξ εφόδου το νομοσχέδιον. Αλλ' εξηγέρθη η

πλειονοψηφία και επέπεσε τοσούτον αγρίως απειλούσα κατά του εκ

Κρήτης αντιπροσώπου, ώστε ούτος εσίγησε. Την επομένην εψηφίσθη εν

πάση σπουδή ο σχηματισμός της _Γερουσίας_.

Την 30 Ιουλίου ήλθον σχεδόν εις χείρας οι εν τη Συνελεύσει, υπό

τα όμματα αυτά των ξένων πρεσβευτών και των ναυάρχων της Ρωσίας

και Γαλλίας, εκ μικράς αφορμής. Προύκειτο περί συστάσεως

παρασήμου προς αμοιβήν της στρατιωτικής ανδρείας. Η άκρα δεξιά

της συνελεύσεως εκήρυξεν, ότι ουδέν ήθελε παράσημον, και

παρητείτο υπέρ του Κυβερνήτου παντός προς τούτο δικαιώματος. Αλλ'

ο Κολοκοτρώνης ανέκραξεν: «_Ο σταυρός είναι τον καθενός η

εκδούλευσις, και σαν αποκτήσωμεν βασιλέα ας κάμη ό,τι θέλει_

(68)». Ταύτα ειπών συνεκρούσθη προς τον Γρίβαν, όστις ενόμισε

πρόσφορον την ευκαιρίαν, όπως απαιτήση καθυστερουμένας τοις

Ρουμελιώταις αυτού αμοιβάς. Η Πελοπόννησος ευρέθη ούτως

αντιμέτωπος προς την Στερεάν και ήρξατο πάλιν η παλαιά τοπική

διάστασις, ήτις ουδέποτε είχε διαλλαγή. Μετά τους λόγους επήλθον

τα έργα, και οι οπαδοί των δύο αρχηγών εδράξαντο των όπλων. Οι δε

ξένοι θεαταί ενόμισαν φρόνιμον να καταλίπωσι πάραυτα την αίθουσαν

της Συνελεύσεως. Αίφνης όμως κατέπεσε πάλιν ως αφρός όλος εκείνος

ο βίαιος θυμός των δύο αρχηγών των παλληκαρίων.

Απελθόντων των ξένων, επανήλθεν ησυχία εν τη αιθούση. Ο

Κολοκοτρώνης κατενόησεν, ότι εν τη οργή αυτού είχε παρεκτραπή και

ότι δεν προυξένησε την καλήν εκείνην εντύπωσιν, εις ήν απέβλεπε

συνήθως, εκ σεβασμού προς τα χρήματα των ξένων, και εξ ελπίδος

νέων ευρωπαϊκών δανείων. Συνδιαλλαγείς προς τον Γρίβαν, μετέστη

την 31 Ιουλίου, προς γενικήν πάντων έκπληξιν, εις τας τάξεις της

αντιπολιτεύσεως, ακολουθούμενος υπό τινων των πιστοτάτων αυτού

οπαδών, οίοι ο Νικήτας και ο Περρούκας. Απήτησε δε νυν την

σύστασιν παρασήμου, ουχί υπέρ του Κυβερνήτου, αλλ' υπέρ του

στρατού και των αρχηγών αυτού. Εξώρμησε μάλιστα εν προσπεποιημένη

οργή έξω της Συνελεύσεως, μη γενομένης δεκτής της προτάσεως, ήν

ήθελε νυν, ώρμησαν δε κατόπιν αυτού ο Πονηρόπουλος, ο Ράδος και ο

Νικήτας, ίνα πραΰνωσι την δυσαρέσκειαν του ανδρός. Άκων και

ανθιστάμενος επέστρεψεν ο Γέρος του Μωριά και υπεδύθη πάλιν το

παλαιόν αυτού προσωπείον.

Μετά τας, κατ' επιφάνειαν, ταύτας σπουδαίας διαμάχας, δευτερεύον

όλως ενδιαφέρον παρείχον αι άλλαι συζητήσεις. Αι περί

αποζημιώσεων απαιτήσεις των τριών νήσων, αι αναφοραί Ιονίων

τινών, Κρητών, Σαμίων και Χίων, αιτουμένων το δικαίωμα της

ελληνικής εθνικότητος, και άλλα σπουδαία πολλάκις ζητήματα

συνεζητούντο εν μεγίστη σπουδή και η περί αυτών απόφασις

απελείπετο εκάστοτε εις την κρίσιν του Κυβερνήτου. Ολίγον προ της

λήξεως των συνεδριάσεων εφάνη προωρισμένη η συνέλευσις να

καταδείξη, ούτως ειπείν, επισήμως την επικρατούσαν φοβεράν

έκλυσιν. Ο πληρεξούσιος Χίου _Ράλλης_, από φιλανθρώπων σκοπών

ορμώμενος και την εις τας εστίας αυτών επάνοδον σκοπών, προύτεινε

την 6 Αυγούστου γενικήν πάντων των κατά την επανάστασιν

κιβδηλοποιών, πειρατών, κλεπταποδόχων και υποθαλψάντων

κακουργήματα και πλημμελήματα, αμνηστίαν. Αλλ' η πλειοψηφία της

συνελεύσεως, συναισθανομένη ορθώς το προς εαυτήν καθήκον,

διεμαρτυρήθη και εντόνως απέκρουσε πάσαν της προτάσεως

δημοσίευσιν.

Μετά τοιαύτα γεγονότα και ο Κυβερνήτης αυτός δεν ηδύνατο να

επιθυμή την ενώπιον της Ευρώπης παράτασιν του θεάματος τοιαύτης

εθνοσυνελεύσεως, ήτις εχομένη των καθεστώτων, ελαχίστην παρείχεν

εγγύησιν ησυχίας και μετριοπαθείας· Τη υποκινήσει αυτού ανεβλήθη

η συνέλευσις εις την 6 Αυγούστου, ότε και έληξε διά της αυτής

στρατιωτικής και θρησκευτικής πομπής, μεθ' ής είχεν αρχίσει,

τουτέστι δι' επισήμου δοξολογίας και τελετής εν τω ναώ της

Παναγίας, εν ώ ο Κυβερνήτης εκήρυξεν επισήμως την λήξιν διά

λογιδρίου, καταλήγοντος ούτως: «_Εάν καθώς ευχόμεθα η αίσθησις

των καθηκόντων εξαλείψη από την μνήμην τον σπόρον της διχονοίας,

τον οποίον έβαλον πιθανώς γεγονότα απαισία· εάν μετά των δημοσίων

υπουργών συναγωνισθώσιν {οι γερουσιασταί) διά να στερεώσωσι την

ευνομίαν, ελπίζομεν όχι ο Κύριος του ελέους θέλει στερεώσει την

Ελλάδα_» (69). Μετά την διάλυσιν της εθνοσυνελεύσεως συμφώνως

προς τα εψηφισμένα (ψήφισμα β') κατηρτίσθη το σώμα της νέας

ταύτης Γερουσίας αντί του _Πανελληνίου_. Εκ των 27 μελών της

Γερουσίας ταύτης εξέλεγεν ο Καποδίστριας είκοσι και εν εκ του

καταλόγου του υποβαλλομένου αυτώ υπό των μελών της συνελεύσεως,

τα δε άλλα έξ διώριζε κατ' ιδίαν προαίρεσιν.

Η Εθνοσυνέλευσις αύτη, εν ή μεγίστην πλειονοψηφίαν είχεν η

κυβέρνησις, επεδοκίμασε πάσας τας πράξεις του Κυβερνήτου. Η

συστάσα Γερουσία έμελλε να διευθύνη μετ' αυτού τα κοινά, έως ού

εκπονήση ούτος τον θεμελιώδη του Κράτους νόμον και προσκαλέση το

δεύτερον την Εθνοσυνέλευσιν προς επιψήφισιν αυτού. Εξέδωκε δέκα

και τρία ψηφίσματα περί συνομολογήσεως δανείου εξωτερικού, εάν

ευρεθή τοιούτον, περί αποζημιώσεων και χρεών εκ του

συνομολογηθησομένου δανείου, περί απογραφής κατοίκων, περί

εθνικού νομίσματος, περί διανομής εις τους αγωνιστάς διακοσίων

χιλιάδων στρεμμάτων γης, περί ιδρύσεως εθνικής Τραπέζης, περί

στρατού και στόλου, περί ετησίας μισθοδοσίας 180,000 φοινίκων τω

Κυβερνήτη. Η ετησία αύτη μισθοδοσία εγένετο διά του εξής

ψηφίσματος:

ΨΗΦΙΣΜΑ Θ'.

&Η Εθνική Δ' των Ελλήνων Συνέλευσις&

Θεωρήσασα ότι η Α. Ε. ο Κυβερνήτης αφιέρωσεν εις τας ανάγκας της

Πατρίδος τα λείψανα της ιδίας περιουσίας και προ της ελεύσεώς

του, και μετά την έλευσίν του, συμποσούμενα υπέρ το μιλλιόνιον

γροσίων τουρκικών. Θεωρήσασα, ότι υπεχώρησεν εις την ένδειαν του

έθνους και τα οποία το _Πανελλήνιον_ επρόσφερεν εις την εξοχότητά

του δίστηλα δώδεκα χιλιάδας ως ετήσια έξοδα, προμηθεύσας και

ταύτα εξ ιδίων.

Και ομολογούσα την ανάγκην του να προμηθεύση εις την Α.Ε. τα

αναπόφευκτα _μέσα_ του να συντηρήση την αξιοπρέπειαν του

κυβερνητικού χαρακτήρος προς το εξωτερικόν, και να εξαρκέση εις

τας ανάγκας της οικιακής και ιδιαιτέρας υπηρεσίας.

&Ψηφίζει&

Α'. Διορίζονται εις την διάθεσιν της Α. Ε. του κυβερνήτου I. Α.

Καποδίστρια, από του Εθνικού Ταμείου, δι' ενιαύσια έξοδα, εις

εθνικόν νόμισμα, εκατόν ογδοήκοντα χιλιάδες.

Β'. Το παρόν ψήφισμα επικυρωθέν να καταχωρηθή εις τον Κώδηκα των

Ψηφισμάτων, και διευθυνθέν εις την Κυβέρνησιν να δημοσιευθή διά

των τύπων και να ενεργηθή.

Εν Άργει την πρώτην Αυγούστου τω χιλιοστώ οκτακοσιοστώ εικοστώ

εννάτω (1829)».

_Ο Πρόεδρος_ _ο Αντιπρόεδρος_

&Γεώργιος Σισίνης& &Γεώργιος Μαυρομμάτης&

[Έπονται αι υπογραφή των πληρεξουσίων.]

Αλλ' ο Κυβερνήτης μη αποδεξάμενος την ψηφισθείσαν ποσότητα των

180,000 φοινίκων ετησίως, απηύθυνε προς την Εθνοσυνέλευσιν τάδε:

«Το υπ' αριθμόν 9 και από 1ης Αυγούστου ψήφισμα, το οποίον

διηύθυνεν αρτίως η συνέλευσις, προσδιορίζει τα έξοδα του αρχηγού

της Επικρατείας.

»Δι' αυτού τούτου του ψηφίσματος η συνέλευσις επέστησε την

προσοχήν της εις το ολίγον εκείνο, το οποίον ηδυνήθημεν να

πράξωμεν αυτοί καθ' εαυτούς, διά να αποδείξωμεν ότι ο Έλληνες

μόνον με τας θυσίας των, και όχι διά προσωπικών πλεονεκτημάτων,

δύνανται να φθάσουν εις τον βαθμόν, τον οποίον υπόσχονται προς

αυτούς η εθνική ανεξαρτησία και η ελευθερία.

»Ευτυχείς, διότι ηδυνήθημεν να προσφέρωμεν δι' αυτό το τόσον

θεάρεστον έργον τα λείψανα της μετρίας καταστάσεως εις το

θυσιαστήριον της πατρίδος!

»Μ' όλον ότι μακράν απέχομεν του να φρονώμεν ότι το έθνος δεν

θέλει δυνηθή οψέποτε να μας τα αποδώση, θέλομεν όμως έως τότε να

αποφύγωμεν, όσον το δυνατόν, το να καταβαρύνωμεν έτι μάλλον την

χρηματικήν του στάσιν, απαιτούντες την απόδοσιν των όσων

προκατεβάλομεν.

»Διά τον αυτόν τούτον λόγον θέλομεν αποφύγει και ήδη το να

δεχθώμεν την προσδιοριζομένην ποσότητα διά τα έξοδα του αρχηγού

της επικρατείας απεχόμενοι, εν όσω τα ιδιαίτερά μας χρηματικά

μέσα μάς εξαρκούσιν, από του να εγγίσωμεν μέχρι και οβολού τα

δημόσια χρήματα προς ιδίαν ημών χρήσιν

»Οψέποτε δε βιασθώμεν εις τούτο, εξαντληθέντων διόλου των

ιδιαιτέρων ημών πόρων, τότε θέλομεν καταφύγει εις το δημόσιον

ταμείον, πλην μόνον διά τα έξοδα, όσα απαιτεί η εκτέλεσις των

καθηκόντων μας.

»Αλλά προς τούτο, καθώς μετεχειρίσθημεν άχρι τούδε, απαραλλάκτως

θέλομεν μεταχειρισθή και εις το εξής ακριβεστάτην οικονομίαν·

καθότι αποστρεφόμεθα το να προμηθεύωμεν ημάς αυτούς τας

αναπαύσεις του βίου, αι οποίαι προϋποθέτουσι την

ευπορίαν, εν ώ ευρισκόμεθα εις το μέσον ερειπίων, περικυκλωμένοι

από πληθύν ολόκληρον ανθρώπων βεβυθισμένων εις την εσχάτην

αμηχανίαν.

»Τα αισθήματα ταύτα τα συναισθάνεσθε, κύριοι, και σεις οι ίδιοι,

και το απεδείξατε εμπράκτως, εκτελούντες αμισθί τα καθήκοντα των

πληρεξουσίων του έθνους.

»Ελπίζομεν ότι, όσοι εξ υμών μεθέξωσι μετά της κυβερνήσεως εις

την προσωρινήν διοίκησιν, καθώς και οι λοιποί των πολιτών, όσοι

προσκληθώσιν επί τούτω, θέλουν γνωρίσει μεθ' ημών, ότι εις τας

παρούσας περιστάσεις οι εν δημοσίοις υπουργήμασι δεν είναι

δυνατόν να λαμβάνουν μισθούς αναλόγους με τον βαθμόν του υψηλού

υπουργήματός των και με τας εκδουλεύσεις των, αλλ' ότι οι μισθοί

ούτοι πρέπει να αναλογούν ακριβώς με τα χρηματικά μέσα, τα οποία

έχει η κυβέρνησις εις την εξουσίαν της.

»Εν Άργει τη 4 Αυγούστου 1829.

_Ο Κυβερνήτης_

I. Α. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ

_Ο Γραμματεύς της Επικρατείας_

&Ν. Σπηλιάδης&

Προς τούτοις δε η εν Άργει Δ' Εθνική Συνέλευσις εψήφισε και το

πολλού λόγου σχέδιον περί απαγορεύσεως εξαγωγής αρχαιοτήτων, περί

σχολείων και άλλων κοινωφελών καθιδρυμάτων, περί ανεγέρσεως εν τη

ορισθησομένη ακολούθως πρωτευούση μητροπολιτικού ναού τιμωμένου

επ' ονόματι του _Σωτήρος Χριστού_, του διασώσαντος το ελληνικόν

έθνος, περί ιδρύσεως εθνικού παρασήμου _του τάγματος του

Σωτήρος_, όπερ υφίσταται εισέτι, περί ανεγέρσεως μνημείων προς

ανάμνησιν της εν Πύλω ναυμαχίας των ευρωπαϊκών στόλων (70) και

της εν Πεταλιδίω αποβιβάσεως του υπό τον Μαιζώνα γαλλικού

στρατού, του εκδιώξαντος τον Ιβραχήμ πασάν και περί αποστολής

πρεσβείας προς έκφρασιν ευχαριστιών εις τας τρεις δυνάμεις την

Γαλλίαν, την Ρωσίαν και την Αγγλίαν.

Τοιαύτα ήσαν τα ψηφίσματα της εν Άργει Δ' Εθνικής Συνελεύσεως,

καθ' ήν ο Καποδίστριας εθριάμβευσε κατά της κακεντρεχείας της

αντιπολιτεύσεως, ως εξεφράζοντο οι οπαδοί και απέκτησεν

απεριόριστον σχεδόν δύναμιν, κατά την ιδίαν αυτού ομολογίαν. Η

γέννησις των δεκατριών εκείνων ψηφισμάτων καταδεικνύει εξαρτήσεώς

τινος βαθμόν. _Τα ψηφίσματα είχον συνταχθή υπό του Καποδιστρίου

εντός του γραφείου αυτού_. Επειδή δε ο Κυβερνήτης δεν ηδύνατο να

γράφη ελληνιστί συνέταξεν αυτά γαλλιστί, και ο γραμματεύς της

Συνελεύσεως _I. Ρίζος_ μετέφρασεν αυτά εις την ελληνικήν. Ούτω

δε, γεννηθέντα εν τη γραμματεία του Κυβερνήτου, και διαβιβασθέντα

εις την συνέλευσιν διά της επταμελούς επιτροπής, επανέκαμψαν

πάλιν, ως έργα της συνελεύσεως ταύτης, εις την γραμματείαν του

Κυβερνήτου. Εντεύθεν οι ενάντιοι εχλεύαζον την παρωδίαν των

συνταγματικών τύπων, και κρύφα μετεβιβάζετο από στόματος εις

άτομα των τολμηροτέρων πληρεξουσίων το λογοπαίγνιον: «_Γιάννης

κερνά και Γιάννης πίνει__», όπερ μέχρι σήμερον είναι παροιμιωδώς

εν χρήσει και παρ' ημίν.

Μετά την λήξιν της Εθνοσυνελεύσεως διέμεινεν ο Κυβερνήτης ημέρας

τινάς έτι εν Άργει, καθ' άς διώρισε δεκαέξ νέους γερουσιαστάς,

και διέταξε να άρξηται η Γερουσία των εργασιών αυτής την 1)13

Οκτωβρίου 1829 εν τη έδρα της κυβερνήσεως. Είτα επανέκαμψεν εις

Αίγιναν, και εξέδωκεν εκείθεν την 8)20 Σεπτεμβρίου διάταγμα περί

οργανισμού της Γερουσίας, του υπουργικού Συστήματος, και του

λογιστικού και ελεγκτικού συμβουλίου. Η ευπείθεια της Συνελεύσεως

είχε κρατύνει εν αυτώ την πίστιν εις την ιδίαν αυτού μεγάλην

δύναμιν και εις το άπταιστον αυτού. Ούτω δε το διάταγμα εκείνο

αποτελεί τον κολοφώνα του συγκεντρωτικού αυτού συστήματος. Η

κυβέρνησις εκλέγει κατ' αυτό και διορίζει εκ των Γερουσιαστών τον

πρόεδρον της Γερουσίας· αυτή χωρίζει τους γερουσιαστάς εις δύο

τμήματα, σχηματίζει εν εκατέρω τας επιτροπάς και διορίζει τον

εισηγητήν εκάστης αυτών. Τέλος δε διορίζει ουχί εκ των μελών της

Γερουσίας τον γραμματέα αυτής, τους συγγραμματείς και τον

αρχειοφύλακα. Τα μέλη αμφοτέρων των τμημάτων ως και τα των

επιτροπών δύνανται να μετατεθώσιν υπό της κυβερνήσεως από του

ενός εις το έτερον τμήμα ή από μιας εις άλλην επιτροπήν. Οι

υπουργοί παρευρίσκονται εις τας συνεδριάσεις της Γερουσίας, η δε

ημερησία διαταγή ορίζεται υπό συμβουλίου αποτελουμένου υπό του

προέδρου, των εισηγητών και του γραμματέως της Γερουσίας. Οι

εισηγηταί των επιτροπών προτείνουσιν εις την κυβέρνησιν τον

διοργανισμόν των γραφείων αυτών, «_συμμορφούμενοι με τας

διατάξεις τας αφορώσας τα γραφεία του υπουργικού συστήματος_» Το

«_υπουργικόν σύστημα_» διηρέθη κατά το υπόδειγμα των εντελώς

μεμορφωμένων ευρωπαϊκών κρατών εις έξ υπουργεία: _το των

εσωτερικών, το των εξωτερικών και του εμπορικού ναυτικού, το της

οικονομίας και του εμπορίου, το της δικαιοσύνης, το της δημοσίου

παιδείας, και των εκκλησιαστικών πραγμάτων και το επί των

στρατιωτικών και του πολεμικού ναυτικού φροντιστήριον_. Έκαστον

των υπουργείων τούτων, πλην του επί των οικονομικών και του επί

των στρατιωτικών, διευθυνομένων υπό επιτροπών, διηυθύνετο υφ'

ενός γραμματέως της Επικρατείας, έχοντος παρ' εαυτώ δύο

παρέδρους. Το λογιστικόν και ελεγκτικόν συμβούλιον συνέκειτο εκ

τριών μελών και των αναγκαίων κατωτέρων υπαλλήλων.

Γραμματεύς της Επικρατείας επί των Εσωτερικών εγένετο ο _Νικόλαος

Σπηλιάδης_. Ο εκ Κερκύρας δικηγόρος _Ιωάννης Γεννατάς_, φίλος του

Βιάρου Καποδιστρίου και εξ απορρήτων σύμβουλος του Κυβερνήτου,

ένεκα τούτου δε ίσως ουδέποτε αγαπητός γενόμενος εν Ελλάδι,

διωρίσθη γραμματεύς επί της δικαιοσύνης. Ο πιστός της Συνελεύσεως

γραμματεύς _Ν. Χρυσόγελος_ εγένετο γραμματεύς επί των

εκκλησιαστικών, επί των εξωτερικών δε ετάχθη ο οπαδός τότε του

Κυβερνήτου _Ι. Ρίζος_, ούτινος την αφοσίωσιν εκλόνησαν τα

σκευωρήματα των μετέπειτα θιασωτών Καποδιστρίου. Μέλη της επί των

οικονομικών επιτροπής διωρίσθησαν ο _Αλέξανδρος Κοντόσταυλος_, ο

_Γ. Σταύρος_ και ο _Α. Παπαδόπουλος_, διευθυνταί δε του

λογιστικού και ελεγκτικού συμβουλίου οι _Οικονομίδης,

Σπανιολάκης, και Τασσίκας_.

Ο Καποδίστριας περιοδεύσας εις Σύρον, Μέγαρα και Ναύπλιον, είχε

βεβαιωθή πανταχού, ότι η συνέλευσις προυξένησεν, όντως, αγαθήν

εντύπωσιν. Μετά τούτο συνεκάλεσε τα μέλη της Γερουσίας εν Αιγίνη,

εδέξατο παρ' αυτών τον όρκον της πίστεως (26 Σεπτεμβρίου) και

διέταξε την έναρξιν των εργασιών αυτών, υπό την προεδρείαν του Γ.

Σισίνη. Υπέστη όμως την προσβολήν της αποτόμου αρνήσεως του Α.

Μιαούλη και Λ. Κουντουριώτη, των δύο εκείνων εχθρικώς προς την

κυβέρνησιν διατεθειμένων ανδρών, ούς έσχε την μεγαθυμίαν να

διορίση Γερουσιαστάς. Τούτων αρνηθέντων, ετράπη τότε προς τον

Τομπάζην και τον Α. Μαυροκορδάτον, διότι μεταξύ του αρχηγού αυτού

της αγγλικής μερίδος και του Κυβερνήτου είχε μείνει πάντοτε

πρόθυμος και συνδιαλλακτικός μεσίτης ο _Σπυρίδων Τρικούπης_.

Ούτοι όμως, πιστοί εις το πολιτικόν αυτών παρελθόν, περιεφρόνησαν

το προταθέν δέλεαρ. Ούτω καθαρώς πλέον και εσαεί διεχωρίσθησαν

ορεινοί και πεδινοί, λέγει ο Μένδελσον Βαρθόλδυς.

Ο Καποδίστριας ευρίσκετο επί του κολοφώνος της ισχύος. Και αυτή η

χρηματική αμηχανία, η κινδυνώδης πέδη πάσης ελληνικής διοικήσεως,

εφαίνετο εκλιπούσα, διότι πανταχόθεν συνέρρεον βοηθήματα εν

Αιγίνη. Η Γαλλία απέστειλε περί τα τέλη Οκτωβρίου 1829, 500,000

φράγκων, υποσχομένη και άλλην κατόπιν συνδρομήν, ο Τσάρος έπεμψε

τον Νοέμβριον 6,000 όπλων δώδεκα πεδινά τηλεβόλα, και το

αναγκαίον υλικόν του πολέμου, και ο Έυναρδ 700,000 φράγκων, ως

προκαταβολήν απέναντι του μελετωμένου δανείου. Αι των ακαμάτων

φιλελλήνων αποστολαί κατά τας αρχάς του έτους 1831 ανήλθον εν

συνόλω εις 1,430,000 φράγκων. Εις ταύτα προσθετέον τας προσφοράς

άλλων φιλελλήνων και πλουσίων ελλήνων 5,643,398 φράγκων, άτινα

απέστειλεν η γαλλική κυβέρνησις κατά τα έτη 1828 και 1829, εκτός

των 313,928 φράγκων, άτινα είχεν αποστείλει προς εξαγοράν

αιχμαλώτων· 500,000 φράγκων, άπερ απέστειλε κατά το 1830, ρωσικάς

συνδρομάς, άς ο Καποδίστριας αυτός υπελόγισεν εις 3,663,041

φράγκων και τέλος κατά τον Δεκέμβριον του 1830 και αγγλικήν

συνδρομήν εξ ημίσεος εκατομμυρίου φράγκων. Τα ελέη ταύτα, ως

συνείθιζε να καλή αυτά ο Καποδίστριας, συνεποσούντο ούτως εις 12

— 14,000,000. Η γαλλική κυβέρνησις υπελόγιζεν εις 3,500,000 τας

δαπάνας αυτής εις προμήθειαν υλικού υπέρ του Καποδιστρίου· δεν

είναι δυνατόν όμως να υπολογισθώσι πόσα έλαβεν η κυβέρνησις αυτού

εις έμμεσα βοηθήματα, οίον όπλα, πολεμεφόδια, ίππους και

τηλεβόλα. Και εν αυτή δε τη Ελλάδι ήρξαντο αι δημόσιοι πρόσοδοι

να καθίστανται αφθονώτεραι, και εν μόνη τη επαρχία Σύρου ανήλθον

εις 65,000 ισπανικών ταλήρων. Προσθετέον δε εις ταύτα και το

βάρος της πολιτικής θέσεως, ήν κατείχεν έτι ο Κυβερνήτης εν τη

κοινή γνώμη της Ευρώπης. Ο Μέττερνιχ εφρόνει κατά το θέρος του

1829, ότι ο Καποδίστριας είχεν υπέρ εαυτού την ισχυροτάτην μερίδα

εν τη τότε πολιτική περιπλοκή και ηκολούθει απλουστάτην μέθοδον,

διαμαρτυρόμενος κατά παντός μη αρέσκοντος αυτώ: «Ει και πάντη

εφήμερος, έλεγεν ο Μέττερνιχ, η των πραγμάτων κατάστασις εν

Ελλάδι, η της χώρας όμως κατάστασις είναι καλλιτέρα της εν

Τουρκία, και τούτο ένεκα της ισχύος της κοινής γνώμης, ήτις

παρασύρει πάντοτε τα ανακτοβούλια υπέρ των Ελλήνων. Ο

Καποδίστριας τόσω καλώς συναισθάνεται την δύναμιν της θέσεώς του,

ώστε ετόλμησε να είπη εις τον ναύαρχον Μιαούλην να επιπέση κατά

του αγγλικού ναυτικού, και να υπομείνη να πυροβολήσωσι κατά αυτού

και να τον συλλάβωσιν αιχμάλωτον, διότι σύμπασα η της Μεγάλης

Βρεττανίας δύναμις δεν θα ηδύνατο να κρατήση αυτόν ως τοιούτον».

Εφ' υψηλού και φθονούμενος ίστατο ο Κυβερνήτης, αλλ' εγγύς ην το

χείλος της αβύσσου και η απότομος προς τον όλεθρον τροπή. Η

πλάστιγξ των του κόσμου έκλινε νυν τα μέγιστα υπέρ της Ρωσίας, η

δε ευρωπαϊκή πολιτική ετρέπετο οριστικώς υπέρ της ρωσικής

δυνάμεως και πάντων αυτής των φίλων και οπαδών, διά της αιφνιδίου

λήξεως του τουρκικού πολέμου, και της ειρήνης, ήν ο Ρώσος

στρατηλάτης Δείβιτς υπηγόρευσεν εν τω στρατοπέδω της

Αδριανουπόλεως. Ο Κυβερνήτης επίστευσεν, ότι έφθασεν εις το τέρμα

των πόθων αυτού. Αλλ' η ώρα της ανταποδόσεως εφαίνετο σημαίνουσα

δι' αυτόν, και εγγίζουσα διά τους εναντίους αυτού η προθεσμία των

απολογισμών. Ο Καποδίστριας περιέμενε νέας παρά της Ρωσίας

παραχωρήσεις, ότε έμαθε το 10ον άρθρον της Συνθήκης το αφορών τα

ελληνικά πράγματα και έμεινε κατατεθορυβημένος. Αντί πάσης άλλης

υπέρ του Ελληνικού ζητήματος εργασίας, η Τουρκία υπεχρεούτο να

αποδεχθή το πρωτόκολλον της 10)22 Μαρτίου 1829, καθ' ού αυτός τε

και η Εθνοσυνέλευσις είχον πολλάκις διαμαρτυρηθή. Τοσούτον δε

εξηγέρθησαν οι αντιπολιτευόμενοι κατ' αυτού, ώστε, κατ'

αυστριακάς εκθέσεις, «τοσούτον ηύξησεν η κατά του Καποδιστρίου

δυσαρέσκεια περί τα τέλη του 1829, ώστε κατεμέμφθησαν αυτού οι

Έλληνες, ότι ήθελε να προδώση την ανεξαρτησίαν της χώρας, και

εξεφράσθησαν υπέρ της ηγεμονίας Γερμανού πρίγκηπος» (71).

Το Ελληνικόν ζήτημα ετίθετο πάλιν εις τας χείρας της διπλωματίας,

ήτις βραδέως εις τα περί αυτού προβαίνουσα, επί μάλλον εκίνει την

κοινήν εν Ελλάδι γνώμην κατά του Κυβερνήτου. Τέσσαρες μήνες είχον

παρέλθει από της εν Αδριανουπόλει ειρήνης, και όμως η εν Λονδίνω

σύνοδος δεν είχεν έτι καταταλήξει εις επαρκή τινα απόφασιν περί

του ελληνικού ζητήματος. Η Ρωσία ήσκει πάντοτε υπέροχον επιρροήν

επί των αποφάσεων του διπλωματικού δικαστηρίου, και ο Μέττερνιχ

έλεγεν οδυρόμενος: «_Δυστυχώς η εν Λονδίνω σύνοδος διατελεί υπό

ρωσικήν διεύθυνσιν_». Επειδή όμως το ρωσικόν ανακτοβούλιον

ουδεμίαν ησθάνετο διάθεσιν να εκτεθή σφοδρώς υπέρ των ελληνικών

συμφερόντων, αι συζητήσεις κατήντησαν επί τέλους εις αναξιοπρεπή

παιδιάν μεταξύ του περί _ανεξαρτησίας ζητήματος_ και του _περί

επεκτάσεως ορίων_. Αντί του δώρου της ανεξαρτησίας, εμέτρουν οι

διπλωματικοί δικασταί διά γλίσχρου όλως μέτρου τα όρια του νέου

Ελληνικού κράτους.

Διατί αρά γε το ανακηρυχθέν ελεύθερον Ελληνικόν βασίλειον να

είναι μικρότερον της υποτελούς Ελλάδος; Και όμως σαφέστατον, ότι

ουδείς, είτε ηγεμών ανεξάρτητος, είτε υποτελής, ηδύνατο να

βασιλεύση εν Ελλάδι, ανεπαρκή εχούση όρια.

Ο λόγος ήτο ότι συνεκρούοντο πάλιν, εν τω κρυπτώ, τα συμφέροντα

των ευεργετίδων Δυνάμεων, εν ώ επισήμως τα ελληνικά συμφέροντα

ήσαν το πρώτον της ημέρας ζήτημα. Ο δουξ _Βέλλιγκτον_, όστις εφ'

ικανόν χρόνον είχε πολεμήσει την ανεξαρτησίαν, εθεώρει νυν αυτήν

ως αναγκαίαν. Η εν Αδριανουπόλει ειρήνη είχε πείσει αυτόν

οφθαλμοφανούς, ότι ήτο άδικον και κινδυνώδες συνάμα, να υποταχθή

η υποτελής Ελλάς εις την εξησθενημένην και προστασίας χρήζουσαν

Πύλην. Είχε κατανοήσει δε το ορθόν της ιδέας, ότι υποτελής

ηγεμονία εξυπηρετεί μόνον της Ρωσίας τα συμφέροντα. Αντί όμως να

προβή δραστηρίως εις ενέργειαν σύμφωνον προς την ιδέαν ταύτην, ως

ήθελεν ο _Αϊτέσβουρυ_, και ως θα ήθελεν ο _Κάννιγκ_, αντί να

συλλογισθή ισχυρόν ελληνικόν πρόχωμα κατά του μοσχοβιτικού

κατακτητικού πνεύματος, περιέπεσε πάλιν εις τον φόβους ότι το

νέον ανεξάρτητον κράτος ηδύνατο να καταστή πλέον του δέοντος

ισχυρόν και να απειλήση την ύπαρξιν της γεγηρακυίας και

εξησθενημένης Τουρκίας.

Τούτου ένεκα περιέκοπτεν εν μικρολόγω ζηλοτυπία τα ελληνικά όρια,

και προέτεινε να ορίσωσιν αυτά όσον το δυνατόν στενώτερα. Εκράτει

μεν αληθώς ο αυτοκράτωρ Νικόλαος εις χείρας αυτού τας τύχας της

Ευρώπης, αλλά το ανακτοβούλιον αυτού ευρίσκετο εν λίαν δυσχερεί

θέσει απέναντι των απαιτήσεων των δυτικών Δυνάμεων. Δεν ετόλμα να

προτείνη την ιδέαν ανεξαρτήτου Ελλάδος· αλλ' ανέμενε να

υποβάλωσιν αυτήν αι δύο άλλαι Δυνάμεις. Απείχεν επίσης, κατ'

ανάγκην, η Ρωσία της προτάσεως _ισοβίου Κυβερνήσεως_ του

_Καποδιστρίου_, προσδοκώσα να έλθωσιν επί τούτω αφ' εαυτών αι δύο

άλλαι Δυνάμεις. Όσον εγγύτερον ευρίσκετο εις τον σκοπόν αυτής,

τοσούτον περισσότερον ώφειλε να προσέχη μη προδοθή και προκαλέση

συνασπισμόν των δύο άλλων δυνάμεων εναντίον αυτής.

Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος · 第 17 / 36 段