»Ο Κυβερνήτης θέλει υπάγει αυτοπροσώπως εις Μεσολόγγιον διά να

παρευρεθή εις την μεγάλην επικήδειον πομπήν την εσομένην προς

μετακόμισιν των οστέων αυτών εις το μέρος εκείνο όπου θ' ανεγερθή

μνημείον, αφοσιούμενον από το έθνος εις μνήμην των γενναίων εν

Μεσολογγίω υπερασπιστών του Σταυρού. Η κυβέρνησις θέλει εκδώσει

πρόγραμμα, προσκαλούσα δι' αυτού τους ομογενείς αρχιτέκτονας και

λιθοξόους να στείλωσιν εις αυτήν εντός ενός έτους σχέδια και

πρωτότυπα διά το μνημείον, περί ού ο λόγος.»

Ούτω το ηρωικόν και πολύδακρυ Μεσολόγγιον περιήλθεν υπό την

κατοχήν των ημετέρων, η δε κυανόλευκος εκυμάτιζε πλέον επί των

αιμοφύρτων επάλξεων αυτού. Εν τούτοις η Τουρκία πανταχόθεν

εσωτερικώς μεν υπό της ελληνικής επαναστάσεως εξωτερικώς δε υπό

τε των πεπολιτισμένων λαών και μάλιστα υπό των κυβερνήσεων

Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, πολυειδώς καταπιεζομένη, περιέστη

εις αμηχανίαν.

Η Ρωσία εξηκολούθει νικώσα τα τουρκικά όπλα. Ο στρατηγός _Δίβιτς_

ο ρωμαϊκώ εθίμω _Υπεραίμιος_ ή _Βαλκανικός_ (Ζαβαλκάνσκι)

επικληθείς, μετά οκτώ μυριάδων ανδρών διέβη τον Αίμον και μετ' ου

πολύ αφίκετο εις _Αδριανούπολιν_. Τούτου ένεκα ότε διελύετο το

Ελληνικόν εν Θήβαις υπό τον Δημήτριον Υψηλάντην στρατόπεδον, 1500

Τούρκοι υπό τον _Ασλάμπεην Μονχουρδάρην_ πεμφθέντες εισέβαλον διά

των Θερμοπυλών. Εκ Θερμοπυλών διοδεύσας ο Ασλάμπεης Βουδωνίτσαν,

Τουρκοχώρι και Θήβας, αφίκετο εις Αθήνας και παραλαβών τόν τε εν

Αθήναις τουρκικόν στρατόν, καταλιπών μόνον φρουράν επί της

Ακροπόλεως και τον εν Θήβαις υπέστρεφεν εις Λάρισσαν. Αλλ' εν

τούτω ο Υψηλάντης συναθροίσας, εκ νέου, τον εν Στεβενίκω,

Διστόμω, Αραχώβη, Αμφίσση και αλλαχού διεσπαρμένον προς τροφήν

στρατόν κατέλαβε τη 9 Σεπτεμβρίου 1829 τα επί της εκ Θηβών εις

Λεβαδείαν αγούσης στενά, τα παρά τους βορείους πρόποδας του

Ελικώνος και τα νότια τέλματα της Κωπαΐδος σχηματιζόμενα.

Τη επαύριον (10 Σεπτεμβρίου) αφικόμενοι 5,000 Τούρκων

εστρατοπέδευσαν ου μακράν των ημετέρων μέχρι της πρωίας της 15

Σεπτεμβρίου, ότε δοθέντος διά κανονιοβολισμού του σημείου της

επιθέσεως, καταλιπόντες ολίγους προς φρουράν του οχυρωθέντος

στρατοπέδου αυτών εφώρμησαν, διαιρεθέντες εις δύο μοίρας. Και το

μεν πεζικόν κατά των οχυρωμάτων των Ελλήνων, το δε ιππικόν εξ 600

ανδρών παρετάχθη εις δύο στοίχους παρά τους πρόποδας του όρους·

300 δε πεζοί καί τινες ιππείς κατέλαβον το χωρίον _Βρασταμίτας_.

Οι δ' Έλληνες εν συνόλω 2,300 ήσαν παρατεταγμένοι κατά τα στενά

της Πέτρας. Το κύριον των Τούρκων σώμα, ηγουμένου αυτού του

Ασλάμπεη, εφώρμησε κατά του ελληνικού προμαχώνος· αλλ' οι έξωθεν

αυτού Μαμούρης και οι άλλοι απέκρουσαν αυτούς ηγούμενοι 700

ανδρών, ενώ συγχρόνως ο Μπαϊρακτάρης και ο Σπύρος Μήλιος γενναίως

αντιστάντες έτρεψαν τους αποπειραθέντας να διέλθωσιν εχθρούς, ως

και οι υπό τον Χατηχρήστον ιππείς τους κατ' αυτών επελθόντας

Τούρκους.

Απελπισθέντες οι εχθροί περί της διαβάσεως, επανήλθον

κατησχυμένοι εις το στρατόπεδον και τη επαύριον (13 Σεπτεμβρίου)

πρωία έπεμψαν τον αρχηγόν του ιππικού _Αχμέτμπεην_ προς τους

Έλληνας όπως συνθηκολογήση και διαβώσι τα στενά. Κατά την

προκαταρκτικήν συνδιάλεξιν του Αχμέτμπεη και των επιτετραμμένων

υπό των Ελλήνων: Γεωργίου Λασσάνη στρατοπεδάρχου και Ιωάννου

Φιλήμονος, γραμματέως του Υψηλάντου, μη επελθούσης ομοφωνίας,

μετέβη εις τα τουρκικόν στρατόπεδον, αιτήσει του Αχμέτμπεη και

αδεία του Υψηλάντου, ο Ιωάννης Φιλήμων· αλλ' ουδ' εν τη δευτέρα

ταύτη συνδιαλέξει του Οτζάκ Αχμέτ και Ασλάμπεη και του Φιλήμονος

μη γενομένης ομοφωνίας, των Τούρκων μη στεργόντων να παραδώσωσι

την Φοντάναν, ο Φιλήμων επανήλθεν άπρακτος κομίζων την ιδία χειρί

του Ασλάμπεη γεγραμμένην επιστολήν ταύτην: «Τίμιε φίλε κυρ

στρατάρχη Υψηλάντη, σε ακριβοασπάζομαι και με το κάμνοντας

φιλικόν χαιρετισμόν σε ειδοποιώ: εδώ ήλθεν ο απεσταλμένος

γραμματεύς σου εις τον Οσμάν αγά Οτζάκ αγά και με είπεν, οπού διά

του δρόμου, οπού να απολύσης διά να πάμε, να σου απολυθούν οι

τόποι οπού έχω πιάσει εγώ από Λεβαδείαν έως Αλαμάνα και έτζι

λοιπόν να αλλάξωμεν τα ρεχέμια. Αυτό εγώ λοιπόν δεν ημπορώ να το

κάμω χωρίς να μη ρωτήσω τον αυθέντην μου· ημπορώ μόνον και μόνον

χωρίς ρωτήσω του αφεντός μου, να σου απολύσω Λεβαδία, Κατίκου

Χάνι και Τουρκοχώρι ει δε και διά τα άλλα, ενόσου να πηγαίνω εις

Λάρισαν να ανταμωθώ με τον αφέντη μου (ενόει τον Μεχμέτ πασάν,

Ρούμελη Βαλησή) και απόψε προσμένω απόκρισίν σου, διά να

αλλάξωμεν τα ρεχέμια. Ό,τι να γένη απόψε να γένη, να πάρη τέλος η

δουλιά· και καθώς εστάθης έως τώρα εις την τιμήν σου, έτζι λοιπόν

και τώρα δεν πρέπει να κάμης διαφορετικά, παρά να βαστάζης την

μπέσσα σου και υγίαινε.»

Επειδή δε οι Έλληνες επέμενον απαιτούντες την παράδοσιν της

_Λεβαδείας_, του _Κατίκου Χάνι_, του _Τορκοχωρίου_ και

_Φοντάνας_, οι Τούρκοι συνδιασκεψάμενοι μέχρι βαθείας νυκτός

απεφάσισαν να παραδώσωσι και την Φοντάναν και άλλας παραχωρήσεις

να ποιήσωσι τοις Έλλησιν, εφ' ώ και ο Οσμάν αγάς Οτζάκ αγάς,

Ασλάν Μουχουρδάρης και ο κατά την Ανατολικήν Ελλάδα στρατάρχης

Δημήτριος Υψηλάντης υπέγραψαν εν τω στρατοπέδω της Πέτρας (13

Σεπτεμβρίου 1829) την συνθήκην ταύτην:

«Οι υποφαινόμενοι Οτζάκ αγάς Οσμάνης και Ασλάμπεης Μουχουρδάρης,

πολεμηθέντες εις την Πέτραν την δωδεκάτην ημέραν του τρέχοντος

μηνός και αδυνατήσαντες να περάσωμεν με πόλεμον ταύτην την θέσιν

παρεκαλέσαμεν τον στρατάρχην κύριον Δημήτριον Υψηλάντην

οδηγήσαντα την εναντίον μας ειρημένην μάχην και αξιούμεθα την

συγκατάθεσίν του διά το ελεύθερον πέρασμά μας από την Πέτραν κατά

την ακόλουθον συνθήκην:

«Η εκλαμπρότης του ο κατά την Ανατολικήν Ελλάδα στρατάρχης κύριος

Δημήτριος Υψηλάντης υπόσχεται να αδειάση τον επάνω της Πέτρας

προμαχώνα, ευρισκόμενον υπό την υπεράσπισιν του χιλιάρχου

Χριστοδούλου Χατζή Πέτρου, άμα εξημερώση και ανταλλαχθώσι τα

αμοιβαία ενέχυρα.

«Δίδει όσους έχει εις το στρατόπεδόν του αιχμαλώτους Τούρκους,

άμα δοθούν οι ευρισκόμενοι εις το τουρκικόν στρατόπεδον Έλληνες.

«Δίδει τρία αμοιβαία ενέχυρα εις τον Οτζάκ αγάν Οσμάνην, τον

πρώτον πεντακοσίαρχον της τετάρτης χιλιαρχίας Νάκον Πανουργιάν:

τον πρώτον πεντακοσίαρχον της πέμπτης χιλιαρχίας Τόλιαν Νικολάου

και τον εκατόνταρχον ιππέα Κ. Μοναστηρλήν.

«Συντροφεύει το τουρκικόν στρατόπεδον με την ανήκουσαν δύναμιν

προς ασφάλειάν του μέχρι της Μπουδονίτζας, όπου θέλουσιν αλλαχθή

και τα ενέχυρα· η δε ενδοξότης του ο Οτζάκ αγάς Οσμάνης και

Ασλάμπεης Μουχουρδάρης υπόσχονται:

«Εις το πέρασμά των από Πέτρας μέχρι Μπουδονίτζας να μη κάμωσι

την παραμικράν ζημίαν εις τους εγκατοίκους, τα γεννήματα και τα

ζωντανά των.

«Να λάβωσι πλησίον των τας ευρισκομένας φυλακάς των εις την πόλιν

της Λεβαδείας, εις το Χάνι του Κατίκου, το Τουρκοχώρι και την

Φοντάναν· δηλονότι να αδειάσουν εντελώς όλας αυτάς τας θέσεις και

την Μπουδονίτζαν μέχρι των Θερμοπυλών και της Αλαμάνας, ν'

αφήσωσι μόνην την ευρισκομένην εις αυτάς φρουράν χωρίς να κάμωσι

προσθήκην καμμίαν.

«Δίδουσιν εκ μέρους των ο μεν Οτζάκ αγάς Οσμάνης δύο ενέχυρα: τον

Αχμέτμπεην Κολ αγάν και τον Καχραμάν αγά Κολ αγάν· ο δε Ασλάμπεης

Μουχουρδάρης τον Μπελούκμπασην Νουρ Εδίν αγάν.

«Το κίνημα του τουρκικού στρατοπέδου διά της Πέτρας θέλει αρχίσει

εκ προειδοποιήσεως του στρατάρχου, άμα τελειωθή τελεία η αλλαγή

των ενεχύρων και αδειάση ο προμαχών ο επάνω της Πέτρας.

«Δίδουσιν όσους έχουν Έλληνας αιχμαλώτους εις το στρατόπεδόν των

πριν λάβωσι την είδησιν της διαβάσεώς των διά της Πέτρας.

«Εις πίστωσιν τούτων όλων γεγραμμένων εν λόγω τιμής έγειναν δύο

όμοια αντίγραφα της παρούσης συνθήκης υπογεγραμμένα και

εσφραγισμένα αμοιβαίως και από τα δύο μέρη».

Διά της τελευταίας ταύτης μάχης και νίκης της _Πέτρας_, (12

Σεπτεμβρίου 1829), λήγει και η _μεγάλη ελληνική επανάστασις_ ήτις

κατά Μάρτιον του 1821 αρξαμένη διήρκεσεν επί οκτώ όλα

βαρυστένακτα έτη, ήτοι μέχρι του Σεπτεμβρίου 1892.

Διά της επαναστάσεως ταύτης η Ελλάς εκτήσατο ό,τι απώλεσε κατά

την αποφράδα της 29 Μαΐου 1453 ημέραν, την ελευθερίαν και

αυτονομίαν αυτής, ής επί τέσσαρας όλους αιώνας στυγεράς δουλείας

εστερείτο, την αισχροτέραν τοις Τούρκοις δουλεύουσα δουλείαν. Η

διπλωματία τέλος κατώρθωσε να πείση τον Σουλτάνον, περισπώμενον

εκ σπουδαίων εσωτερικών περιπλοκών ίνα μικρόν προ της μετά της

Ρωσίας συνθηκολογήσεως αναγνωρίση την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος,

επί τη βάσει της Λονδινείου συνθήκης της 24)6 Ιουλίου 1827 (63)

και του πρωτοκόλλου της 10)22 Μαρτίου 1829 (64), την δε μετά της

Ρωσίας «ειρήνην μόλις κατά την υστάτην ώραν συνήνεσε να υπογράψη

ο Μαχμούτ (2]14 Σεπτεμβρίου 1829) εν Αδριανουπόλει.

Κατά τον αυτόν μήνα προ της συνθήκης είχε συστηθή, κατά διαταγήν

του Τσάρου, μυστική τις επιτροπή, αποστολήν έχουσα να σκεφθή περί

της αρίστης πολιτικής της προσηκούσης τη Ρωσία απέναντι της

Τουρκίας κατά τας παραμονάς της συνθηκολογήσεως. Μεταξύ των

διαφόρων προτάσεων ο κυβερνήτης Καποδίστριας προύτεινε την επί

των ερειπίων του εν Ευρώπη Οθωμανικού Κράτους ίδρυσιν πέντε

χριστιανικών κρατών: α') του Δακικού, συγκροτουμένου εκ των

παραδουναβίων ηγεμονιών, β') του Σερβικού, αποτελουμένου εκ της

Σερβίας, Βοσνίας Ερζεγοβίνης και δυτικής Βουλγαρίας, γ') του

Μακεδονικού, συγκροτουμένου εκ της Μακεδονίας, Θράκης, πλην του

Βυζαντίου και της Ανατολικής Βουλγαρίας, δ) του Ηπειρωτικού,

αποτελουμένου εκ της Ηπείρου και Αλβανίας, και ε') του Ελληνικού,

περιλαμβάνοντος τας λοιπάς εν Ευρώπη ελληνικάς χώρας και απάσας

τας νήσους του Αιγαίου. Τα κράτη ταύτα θ' απετέλουν ομοσπονδίαν

μετά πρωτευούσης της Κωνσταντινουπόλεως, ήτις έμελλε να κηρυχθή

_ελευθέρα πόλις_ άρχουσα της από Δέρκων μέχρι Σηλυβρίας

εκτεινομένης χώρας. Αλλ' αι προτάσεις αύται δεν εγένοντο δεκταί

υπό της Ρωσίας· διότι ουδαμώς εθεωρείτο τη Ρωσία ασφαλής ο

πορθμός του Βοσπόρου. Επίσης δεν εγένετο δεκτή και η πρότασις του

Ρώσου στρατηγού Δεΐβιτς του Υπεραιμίου (= υπέρ τον Αίμον

γενομένου = Ζαβαλκάνσκι), όπως η συνθήκη προς την Τουρκίαν

υπογραφή υπό τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως και ούτως υπεγράφη

εν Ανδριανουπόλει.

Διά της συνθήκης της Αδριανουπόλεως, η Ρωσία έλαβεν αποζημίωσιν

135,000,000 φράγκων, προσεκτήσατο το Δέλτα του Δουνάβεως και

ελευθεροπλοΐαν εν τω Ευξείνω, γενομένη ούτω κυρία του εμπορίου.

Διά του 10 δε άρθρου της αυτής συνθήκης η Υψηλή Πύλη λίαν

ευχαρίστως απεδέξατο, ως είπομεν, τας αποφάσεις των Δυνάμεων τας

εν τε τη από 24)6 Ιουλίου 1827 συνθήκη και εν τω από 10)22

Μαρτίου 1829 πρωτοκόλλω περιεχομένας, αλλ' η Ελληνική κυβέρνησις

υπέβαλεν, ως είδομεν, ευλόγους ενστάσεις· διότι επί του άρθρου

τούτου το μείζον μέρος των επί επταετίαν όλην αγωνισθεισών χωρών

παρέμενε τη Τουρκία, τα δε αληθή συμφέροντα του Ελληνισμού

διεκυβεύοντο σοβαρώς, ο δε επί μεγάλαις ελπίσι συναφθείς πολυετής

Ελληνικός αγών, μικρά μόνον απέφερε τα αποτελέσματα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

Τα προ της Δ' εν Άργει Εθνοσυνελεύσεως. — Εκλογαί πληρεξουσίων. —

Αναβολή της συγκλήσεως της Εθνοσυνελεύσεως, — Εκλογή του

Κυβερνήτου εν τριάκοντα και έξ εκλογικαίς περιφερείαις. —

Ανανέωσις του Πανελληνίου — Σύγκλησις της Εθνοσυνελεύσεως διά την

11ην Ιουλίου 1829, — Το αρχαίον του Άργους θέατρον διασκευασθέν

εχρησίμευσεν ως τόπος συνεδριάσεως της Εθνοσυνελεύσεως. — Τελετή

επίσημος επί τη ενάρξει των εργασιών αυτής. — Αι συζητήσεις. — Τα

πρακτικά και τα ψηφίσματα. — Κατάργησις του Πανελληνίου και

ίδρυσις της Γερουσίας. — Αι αποφάσεις αυτής. — Η 6η Αυγούστου

1829. — Λήξις των εργασιών της εν Άργει Δ' Εθνικής Συνελεύσεως.

Εν τούτοις, εν τω μεταξύ ο Καποδίστριας ζητών να δημιουργήση νέον

εν Ελλάδι καθεστώς μάλλον προς την φύσιν του Έλληνος αρμόζον,

διέταξεν εκλογάς πληρεξουσίων διά την μέλλουσαν να συγκροτηθή

Εθνικήν συνέλευσιν, ήτις κατ' Απρίλιον του 1828 προκηρυχθείσα

ολονέν ανεβάλλετο, τούτο μεν ένεκα της παρεμπεσούσης πανώλους,

τούτο δε προς μείζονα μελέτην των αναγκών του έθνους, περί ών

έμελλε να αποφασίση η Εθνοσυνέλευσις. Μόλις δε, καθ' όν χρόνον

εξηκολούθει επί των πλοίων η εν Πόρω διαπραγμάτευσις των

αντιπροσώπων των ευεργετίδων Δυνάμεων (Αύγουστος — Δεκεμβρίου),

απεφάσισεν, υπό της διπλωματίας και των προκρίτων Ελλήνων

παρακινούμενος, να σκεφθή σοβαρώτερον περί του ζητήματος της

συγκλήσεως της Εθνοσυνελεύσεως, ήν από ημέρας εις ημέραν εφίλει

να αναβάλλη). Εν τούτοις, τη 12 Νοεμβρίου 1828 προσεκάλεσε το

Πανελλήνιον, όπως σκεφθή περί της μορφής της συνελεύσεως. Ουχ

ήττον όμως φοβούμενος μη τυχόν η Εθνοσυνέλευσις καταστή θέατρον

βίαιων διαπληκτισμών, ως εκ της συρροής εις Άργος πολλών

οπλοφόρων εκ διαφόρων μερών της Ελλάδος ανέβαλε και αύθις την

σύγκλησιν λέγων — ως ωμολόγησεν εμπιστευτικώς τω Κ. Στόκμαρ (65)

— ότι οι Έλληνες ήσαν έτι άωροι διά την ελευθερίαν των

κοινοβουλευτικών συζητήσεων. Εν τούτοις, μη περιμένων πέντε και

δέκα έτη, ως είχεν απαιτήσει τούτο παρά του πρίγκηπος Λεοπόλδου,

ήλπιζεν ο Καποδίστριας επί εύνουν και ευάγωγον Εθνοσυνέλευσιν. Οι

έπαρχοι είχον αρκούντως ενεργήσει παρά τω λαώ, και η κατάργησις

των αρχαίων δημοτικών ελευθεριών είχεν ωριμάσει αυτόν προς

επιδεικτικήν τινα συνταγματικήν πομπήν. Καίτοι δε προϋπήρχον οι

αγαθοί ούτοι όροι, μετά προσοχής όμως και περισκέψεως προέβη εις

το έργον τούτο ο Κυβερνήτης. Πολύ δε ωφέλησεν αυτώ ότι δεν

υπήρχεν εν Ελλάδι _νόμος περί προσόντων εκλογέων και εκλεξίμων_.

Είχε μεν συζητήσει μετά του _Πανελληνίου_, από του Ιανουαρίου

1829, ως προς τους σχετικούς νομικούς ορισμούς. Το σώμα όμως

τούτο, εν ώ τότε ακριβώς ανεφύη η πρώτη προς τον Κυβερνήτην

δυσπιστία, ηρέθισεν αυτόν διά παρατόλμων αξιώσεων. Απήτησε να

εκλέγωσιν οι εκλογικοί σύλλογοι τον ίδιον εαυτών πρόεδρον και

γραμματέα, και επειδή ήτο πιθανόν ότι οι ξένοι και ακτήμονες

ήθελον υποστηρίξει την κυβέρνησιν, η αντιπολίτευσις απήτησε να

ψηφίσωσι μόνον αυτόχθονες και κτηματίαι. Τούτο εξήγειρε την οργήν

του Καποδιστρίου· διότι είδεν αίφνης εγειρόμενα ενώπιον αυτού

ανυπέρβλητα εμπόδια, και κατενόησεν ότι δεν είχε την δύναμιν να

εκδώση νόμον, και μάλιστα εκλογικόν, περιορίζοντα το ελεύθερον

εκλογικόν δικαίωμα. «Ήθελον αδιστάκτως συμμερισθή την υμετέραν

γνώμην, είπεν ο Καποδίστριας προς το Πανελλήνιον, αν δεν έβλεπον

εν αυτή ακαταμάχητόν τινα δυσχέρειαν· είναι δε αύτη, ότι δεν

δύναμαι να αναγνωρίσω εμαυτώ το δικαίωμα της νομοθετήσεως και

μάλιστα περί εκλογικών». Καίπερ δε την αναρμοδιότητα ταύτην

προφασιζόμενος, συνεβούλευσεν ουχ ήττον πολλά αγαθά, τείνοντα εις

υπεκφυγήν των δυσχερειών. Οι κατά τας εκλογάς των δημογερόντων

επικρατήσαντες τέως τύποι είχον επιδοκιμασθή λίαν εν ταις

επαρχίαις.

Δεν ηδύναντο άρα γε να αποφέρωσιν επίσης ευχάριστα αποτελέσματα

και κατά τας εκλογάς των διά την συνέλευσιν αντιπροσώπων; Αι των

δημογερόντων εκλογαί εγένοντο κατά τα διατάγματα του Απριλίου

1828, υπό την διεύθυνσιν και την επίδρασιν των κυβερνητικών

επάρχων, και απέφερον ούτως επιθυμητά τω Καποδιστρία

αποτελέσματα. Αν λοιπόν νυν εξελέγοντο και οι αντιπρόσωποι κατά

το αυτό σύστημα, ευλόγως ήλπιζεν ο Κυβερνήτης την εν ταις

εκλογαίς επίτευξιν ευχαρίστου αποτελέσματος.

Το _Πανελλήνιον_ όμως δεν ηθέλησε να κατανοήση τα πλεονεκτήματα

του νέου καποδιστριακού συστήματος, και απέρριψε την περί της

διεξαγωγής των εκλογών πρότασιν της κυβερνήσεως. Διελογίσθη επί

στιγμήν ο Καποδίστριας να δημοσιεύση _εκλογικόν νόμον_, άνευ της

συναινέσεως του _Πανελληνίου_, αλλ' ο γραμματεύς της Επικρατείας

Σπυρίδων Τρικούπης ηρνήθη επιμόνως να υπογράψη και να αναλάβη την

ευθύνην της πράξεως ταύτης. Ο Κυβερνήτης κατεστάλη τότε, αλλ'

αποκτήσας την πλειονοψηφίαν εν τω _Πανελληνίω_ διά της προσθήκης

εννέα νέων μελών, εν οίς και ο _Πάνος Ράγκος_, ο και έκτακτος

επίτροπος χρηματίσας, υπέβαλε και πάλιν εν τη αυτή συνόδω το

νομοσχέδιον αυτού, κατά το Σύνταγμα το απορριπτόμενον νομοσχέδιον

δεν ηδύνατο πλέον να συζητηθή εκ νέου κατά την αυτήν σύνοδον.

Επειδή δε και πάλιν ηρνήθη να προσυπογράψη ο γραμματεύς της

επικρατείας παυθείς διωρίσθη εις την νεοσύστατον θέσιν του επί

των Εξωτερικών γραμματέως, ο δε διάδοχος εκείνου Ν. Σπηλιάδης

ήττον δύσκολος, υπέγραψε την πρότασιν της Κυβερνήσεως, ήτις

ψηφισθείσα και υπό του _Πανελληνίου_, εδημοσιεύθη ως Νόμος (4

Μαρτίου 1829). Εκτός ολίγων τροποποιήσεων, βάσις του Νόμου τούτου

υπήρξε το κατά τας εκλογάς των δημογερόντων τοσούτω γόνιμον

αποδειχθέν σύστημα. Έν μόνον απέκουσε πεισμόνως το

__Πανελλήνιον_, την διάταξιν του νομοσχεδίου, την θεσπίζουσαν

την, κατά τας εκλογάς, παρουσίαν των προσωρινών διοικητών και των

εκτάκτων, επιτρόπων, όπως, κατά την έκφρασιν του Καποδιστρίου,

ασφαλίζηται η τάξις και η νομιμότης. Αλλ' ο Κυβερνήτης κατώρθωσε

διά πλαγίας οδού πολύ πλέον ή όσον είχεν απαιτήσει. Κατώρθωσε να

δοθή εις την κυβέρνησιν το δικαίωμα να διορίζη αυτή εκ των

εκλογέων εκάστου διαμερίσματος τον πρόεδρον του εκλογικού

συλλόγου. Αντί της επαπειλούσης απλής εφορείας των επάρχων,

επετεύχθη ούτως η απ' ευθείας υπό της κυβερνήσεως διεύθυνσις των

εκλογών. Απέναντι τοιούτου πλεονεκτήματος, ηδύνατο βεβαίως να

προβή ο Κυβερνήτης και εις παραχωρήσεις προς το _Πανελλήνιον_,

περί ών άλλως ήλπιζεν, ότι ουδέποτε ήθελον αποκτήσει πρακτικήν

τινα σημασίαν. Ούτω δε ενέδωκε να ορισθή εν τω άρθρω 14 του

κανονίζοντος τας εκλογάς νόμου, ότι πολιτικοί εγκληματίαι

ηδύναντο να εξέλθωσι των φυλακών επί εγγυήσει και να εκπληρώσωσι

τα αντιπροσωπικά αυτών καθήκοντα.

Όσον εξηρτάτο από των επάρχων και των δημοτικών αρχών εφαίνετο

ησφαλισμένη η επί των εκλογών επιρροή της Κυβερνήσεως· όπως έχη

όμως υπέρ εαυτού και το πολύ του λαού, όπερ έμελλε να εκφέρη την

οριστικήν απόφασιν, απεφάσισεν ο Καποδίστριας να περιέλθη την

Πελοπόννησον και τας νήσους, ενώ ο αδελφός αυτού Αυγουστίνος

έλαβε την εντολήν να περιοδεύση την Στερεάν χάριν εκλογικών

σκοπών. «Οι Έλληνες απαιτούσι να φωτισθώσιν υφ' ημών αυτών περί

της θέσεως και του μέλλοντός των, και προ πάντων περί της

αξιοπρεπούς εκπληρώσεως των καθηκόντων, άτινα επιβάλλει αυτοίς η

πατρίς ως προς τας εκλογάς», έλεγεν ο Κυβερνήτης. Επί τούτω δε

μετέβαινεν αδιακόπως από της Αιγίνης εις Ναύπλιον, και από

Ναυπλίου εις Αίγιναν συνοδευόμενος δε υπό του I. Μεταξά και του

Θ. Κολοκοτρώνη περιήλθε την Πελοπόννησον, προσήγγισεν εις τας

νήσους, και μόνον την Στερεάν επεσκέπτετο σπανίως, άπαξ δε μόνον

τας Αθήνας. Τα δύο δε τελευταία έτη έμεινεν αποκλειστικώς σχεδόν

εν Ναυπλίω, ένθα είχεν ορίσει και την έδραν αυτού.

Ο Κυβερνήτης καταλιπών την Αίγιναν, μεσούντος Μαρτίου του 1829,

επεσκέψατο την Τρίπολιν, την Μεθώνην, τας Πάτρας, την Ναύπακτον,

και επέστρεψε διά Ναυπλίου περί τα τέλη του μηνός. Ο λαός ήρχιζεν

ήδη αναλαμβάνων από των φοβερών συνεπειών των ληστρικών επιδρομών

του Ιμβραήμ και απολαύων των ευλογιών της ειρήνης· ένθους δε

προϋπήντα πανταχού τω Κυβερνήτη.

Η θέα των ξένων, η μετά Ρώσων και Γάλλων αξιωματικών αναστροφή,

πάντα ταύτα κατεγοήτευσαν τους απλούς εκείνους ποιμένας και

χωρικούς, οίτινες ελάτρευον τον Μπάρμπα — Γιάννην. Ενώ δε άλλοτε

οι Τούρκοι και Χριστιανοί πασάδες παρίσταντο προ αυτών

περιβεβλημένοι τον τρόμον της καταπιέσεων και της αυθαιρεσίας,

ευχάριστον προυξένει αυτοίς έκπληξιν, ότι ο Κυβερνήτης

ανεμιγνύετο προσηνώς μετά του λαού, ούτε θωπειών, ούτε δώρων,

ούτε υποσχέσεων φειδόμενος. Αι θρησκευτικαί αυτού συνήθειαι, αι

ευκτήριοι αυτού ασκήσεις, και τέλος η διαρκώς επιδεικνυμένη

πεποίθησις αυτού προς τον Θεόν, ταύτα πάντα εκέρδαινον αναγκαίως

τας υπέρ αυτού συμπαθείας των πολλών και αγαθών Ελλήνων. Η

εκλογική λοιπόν αυτού περιοδεία αύτη απήνεγκε πάραυτα αρίστους

πολιτικούς καρπούς. Εν _τριάκοντα και έξ εκλογικαίς περιφερείαις_

εξελέγη ο Κυβερνήτης αντιπρόσωπος μετά γενικής πληρεξουσιότητος,

τούθ' όπερ δείκνυσιν ότι αι περί επεμβάσεων εν ταις εκλογαίς

φήμαι των αντιπολιτευομένων, ουδεμιάς είχοντο υποστάσεως. Οι

κάτοικοι του Άργους κατήρξαντο πρώτοι, η δε εύγλωττος του

Καποδιστρίου σιγή εφάνη εις άμιλλαν προκαλούσα. Είτα

παρηκολούθησαν και άλλοι Πελοποννήσιοι, εν τέλει δε και των νήσων

οι κάτοικοι. Έφθασε μάλιστα στιγμή, καθ' ήν ήλπισεν ο

Καποδίστριας, ότι ολόκληρος η Ελλάς ήθελεν εκλέξει αυτόν γενικόν

αυτής πληρεξούσιον. Ότι δε ο Κυβερνήτης ελογίσατο τούτο δυνατόν,

και απόφασιν είχε να ρυθμίση την πολιτικήν αυτού συμφώνως προς

την επιτυχίαν, καταδεικνύει εγκύκλιός τις, ήν απηύθυνε την 3ην

Μαΐου 1829 εκ Ναυπλίου προς τους επάρχους της Αρκαδίας, της

Αργολίδος και της κάτω Μεσσηνίας:

«Πλήρεις αισθημάτων, έλεγεν, άτινα δυσχερές είναι να εκφράσωμεν,

εμάθομεν την νέαν απόδειξιν της εμπιστοσύνης, ήν τα διαμερίσματα

της υμετέρας επαρχίας εξεδήλωσαν υπέρ ημών, παρέχοντα ημίν την

πληρεξουσιότητά των διά την τετάρτην εθνικήν συνέλευσιν.

Εντελλόμεθα υμίν να ανακοινώσητε εις τους υπογράψαντας τας

αναφοράς ταύτας, ότι θέλομεν απαντήσει χωρίς αναβολής, άμα ως

ευρεθώμεν εις θέσιν, μετά τας εκλογάς των άλλων διαμερισμάτων του

Κράτους, να αποφασίσωμεν ότι δύναται να καταστήση ημάς ικανούς

εις εκπλήρωσιν του ημετέρου καθήκοντος και δικαίωσιν της εντίμου

υμών εμπιστοσύνης». Συνάμα δε παρηγγέλθη η εφημερίς ο _Ελληνικός

Μηνύτωρ_ να επαινέση προσηκόντως την φιλόνομον διαγωγήν

διαμερισμάτων εκείνων, και η _Γενική Εφημερίς_ ανήγγειλεν, ότι

προς ενθάρρυνσιν και καλόν παραδειγματισμόν ήθελε δημοσιεύσει τα

ονόματα των επαρχιών, αίτινες είχον αναθέσει τω Κυβερνήτη πάσαν

αυτών την εμπιστοσύνην.

Οποία πολιτική τροπή ήθελεν επέλθει, αν κατωρθούτο πραγματικώς η

σχεδιαζομένη γενική εμπιστοσύνης ψήφος του έθνους! Ο Κυβερνήτης

ηδύνατο να καταστήση αυτήν πολιτικόν κεφάλαιον, και στηριζόμενος

επί της πανδήμου ταύτης ψηφοφορίας να προκαλέση την Ευρώπην,

ερωτών αν ήθελε τις τολμήσει να διαλογισθή μόνον περί εκλογής

ξένου ηγεμόνος, μέλλοντος να αντικαταστήση τον εκλεκτόν του

έθνους. Απέτυχεν όμως η ολίγον παράτολμος ελπίς αύτη του

Κυβερνήτου· διότι η αντιπολίτευσις ανέκραζε γεγωνυία τη φωνή, ότι

παρεβιάζετο ο εκλογικός νόμος, και ήρξαντο να αγγέλλωνται

επαρχίαι, αίτινες δεν υπήρξαν τοσούτον φιλόνομοι, ώστε να

εμπιστευθώσι τω Κυβερνήτη την γενικήν αυτών πληρεξουσιότητα. Ο

Καποδίστριας ενόησεν ότι ήτο ηναγκασμένος να οπισθοχωρήση προ της

άνω ελπίδος και υποκρινόμενος, ότι μάτην αντετάχθη κατά της

αντισυνταγματικής εμπιστοσύνης του λαού, απεποιήθη τας δοθείσας

αυτώ γενικάς πληρεξουσιότητας εκ τριάκοντα έξ εκλογικών

περιφερειών, διότι δεν ηδύνατο αυτός, ως εκ του αξιώματος, να

γίνη και ανώτατος αρχών και εξελεγκτής ταυτοχρόνως!

Ο Καποδίστριας δι' εγκυκλίου αυτού προς τας αρχάς, φερούσης

χρονολογίαν 28 Μαΐου, ανεκοίνωσεν ότι μάταιαι είχον αποβή αι

προσπάθειαι αυτού κατά την εν Πελοποννήσω περιοδείαν αυτού. Προς

το Πανελλήνιον δε διεκοίνωσε (14 Μαΐου), ότι η ωρισμένη προς

έναρξιν της συνελεύσεως (15 Μαΐου) ήν ήδη λίαν εγγύς, και όμως

απήσαν οι πληρεξούσιοι· αι δε δοθείσαι αυτώ πληρεξουσιότητες ήσαν

_άτοποι_. Αναγνωρίσας δε το ίδιον λάθος και προσπαθών να τρέψη

αυτό επιτηδείως εις ίδιον όφελος προσέθηκεν, ότι τοιούτον τι δεν

ήθελε συμβή, αν είχε γείνει δεκτή υπό κυβερνητικών υπαλλήλων

επιτήρησις των εκλογών, επειδή δε το Πανελλήνιον εις πάντα

συνήνει, επήλθε (15 Μαΐου) η επίσημος αποποίησις πάσης προς τον

Κυβερνήτην δοθείσης γενικής πληρεξουσιότητος, και η εις την 25

Ιουνίου αναβολή της συγκλήσεως της Εθνοσυνελεύσεως. Ο εκλογικός

δε νόμος συνεπληρώθη, τη εγκρίσει του Πανελληνίου, διά δύο νέων

διατάξεων, αίτινες εφάνησαν υπαγορευόμεναι υπό των τελευταίων

γεγονότων· Επετράπη τοις κυβερνητικοίς οργάνοις «_οσάκις το

απήτουν η τάξις και ο νόμος_» να παρεμβαίνωσι κατά τας εκλογάς·

διετάχθη δε προς τούτοις η αμέσος εκλογή καθ' άπασαν την Ελλάδα.

Διά του ορισμού τούτου, όσον δημοκρατικός και αν εφαίνετο,

απεμακρύνετο πας νοήμων και ανεξάρτητος πληρεξούσιος. Η πείρα

κατεδείκνυε και εν Ελλάδι, ότι διά της αμέσου εκλογής ηνοίγετο

ευρύ το στάδιον εις τας κρατούσας φατρίας προς σαγήνευσιν και

εκφόβισιν του πλήθους, και ότι μέγα των κατοίκων μέρος,

πτοούμενον την εκλογικήν τύρβην, απείχεν εντελώς της εκλογής.

Τα μέτρα και οι κανονισμοί του Κυβερνήτου εστέφθησαν δι'

επιτυχίας, και πανταχού σχεδόν εξελέγησαν πληρεξούσιοι φίλα τη

κυβερνήσει φρονούντες.

Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος · 第 15 / 36 段