τε της Πελοποννήσου και εκ της Στερεάς Ελλάδος, ο _Μαχμούτ πασάς_
εξεστράτευσεν εκ Λαμίας διά Θερμοπυλών (24 Δεκεμβρίου 1828)
συνεννοηθείς μετά του Ομέρ πασά της Καρύστου, ίνα αυτός μεν διά
Λαμίας και Ορχομενού, εκείνος δε διά Θηβών προσβάλωσι τους εν
Μαρτίνω υπό τον χιλίαρχον _Βάσσον Μαυροβουνιώτην_ Έλληνας,
ηγούμενοι 5,000 πεζών και 500 ιππέων. Ο Βάσσος μαθών την κατ'
αυτού μέλλουσαν επίθεσιν οχυρώθη, έπεμψε δε 200 άνδρας ίνα
κατασκοπεύσωσι τον εχθρόν παρά την Λούτσαν και διέταξε τον μεν
πρώτον πεντακοσίαρχον _Τριαντάφυλλον Τσουράν_ να καταλάβη τας
περί τα άκρα του χωρίου οικίας, τον δε δεύτερον _Ιωάννην
Κλίμακαν_ το κέντρον, αυτός δε έχων 100 λογάδας περιεσκόπει τα
οχυρώματα. Άμα τη πρωία (29 Ιανουαρίου 1829) επεφάνη ο Μαχμούτ
ηγούμενος του ιππικού, είπετο δε το πεζικόν. Οι Τούρκοι
προσελθόντες εγγύς των οχυρωμάτων έστησαν επ' ολίγον και
προσευξάμενοι εφώρμησαν κατά των ωχυρωμένων προχωρήσαντες μέχρι
των μέσων οικιών του χωρίου· εγένετο αγών κρατερός. Οι εχθροί ει
και εμάχοντο γενναίως, ουχ ήττον μετά δύο ωρών μάχην υπεχώρησαν
ως εκτεθειμένοι εις το πυρ των Ελλήνων εκ του ασφαλούς βαλλόντων,
οίτινες ιδόντες αυτούς κλονουμένους εξώρμησαν και έτρεψαν εις
φυγήν, εφόνευσαν περί τους 250, ετραυμάτισαν πολλούς και
κατεδίωξαν αυτούς μέχρι της _Λάσπης_. Ανέστειλε δε τον περαιτέρω
διωγμόν και τον τέλειον διασκορπισμόν των εχθρών η αιφνιδία
καταιγίς και ο ψυχρότατος άνεμος, μάλιστα δε ο φόβος μη τυχόν
καταλιπόντες τα εαυτών οχυρώματα αίφνης προσβληθώσιν υπό του
αναμενομένου Ομέρ πασά. Εκ δε των Ελλήνων ετραυματίσθησαν μόνον
τρεις. Μετά την φυγήν, των Τούρκων οι ημέτεροι έλαβον πολλά
λάφυρα, φορτηγικά ζώα, χρήματα, τρεις σημαίας, εξ ών μία σώζεται
μέχρι τούδε εν τοις Ανακτόροις (Αθηνών). Εν τη μάχει ταύτη
διέπρεψαν πάντες οι αξιωματικοί, ιδίως όμως ο Βάσσος, όστις
πανταχού κατά την μάχην επεφαίνετο παροτρύνων, ενθαρρύνων και
εφορμών ακράτητος κατά των εχθρών πεποιθώς και επί την βοήθειαν
του προστάτου του οίκου αυτού αγίου Γεωργίου, ού την εικόνα επί
εγκολπίου πάντοτε έφερεν. Ο Μαχμούτ πασάς κατατροπωθείς ετράπη
εις φυγήν (10 Φεβρουαρίου 1829) προς την Λαμίαν, ο δε Ομέρ πασάς
μαθών την ήτταν αυτού έφυγε και αυτός εις Εύβοιαν καταλιπών
φρουράν εν Θήβαις.
Εν τούτοις αι Δυνάμεις εξακολουθούσαι τα περί της διαρρυθμίσεως
της τύχης της Ελλάδος βουλεύματα αυτών, συνέταξαν εν Λονδίνω την
10)22 Μαρτίου 1829 το κατωτέρω πρωτόκολλον, δι' ού ώρισαν, ότι
πάσαι αι προς μεσημβρίαν του Παγασητικού και του Αμβρακικού
κόλπου Ελληνικαί χώρια, περιλαμβανομένης της Ευβοίας και των
Κυκλάδων νήσων, θέλουσιν αποτελέσει Κράτος υποτελές μεν και
υπόφορον τη Τουρκία, αλλά κυβερνώμενον υπό ιδίου κληρονομικού και
Χριστιανού ηγεμόνος.
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΝ ΤΟΥ ΕΝ ΛΟΝΔΙΝΩ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ
Τη 10)12 Μαρτίου 1829.
»Παρόντες: — Οι Πληρεξούσιοι της Μεγάλης Βρεττανίας, Γαλλίας και
της Ρωσίας. Οι πληρεξούσιοι της συμμαχίας αναγνόντες τα
επισυναπτόμενα εις το πρωτόκολλον έγγραφα υπό στοιχείον Α', Β',
Γ', Δ', και λαβόντες αυτά εις σκέψιν απεφήναντο τάδε:
»Οι παρά τη οθωμανική Πύλη Πρέσβεις της Γαλλίας και Μεγάλης
Βρεττανίας, άμα φθάσαντες εις Κωνσταντινούπολιν, θέλουσιν αρχίσει
διαπραγμάτευσιν μετά της Τουρκικής Κυβερνήσεως εν ονόματι των
τριών αυλών, αίτινες υπέγραψαν την Συνθήκην της 6 Ιουλίου 1827
περί της μελλούσης ειρηνοποιήσεως διοργανώσεως της Ελλάδος κατά
τας κάτωθι σημειουμένας θέσεις.
»Οροθεσία της Στερεάς και των νήσων.
»Να προταθή εις την Πύλην, ότι η οροθετική γραμμή κατά μεν την
Στερεάν, άρχεται από το στόμιον του Παγασητικού κόλπου, εκείθεν
φθάνουσα εις την κορυφήν της Όθρυος, εκτείνεται κατ' ευθείαν
μέχρι της κορυφής της προς Ανατολάς των Αγράφων, εν ή εστί το
σημείον της ενώσεως μετά του Πίνδου. Εκ της ακρωρείας ταύτης η
γραμμή κατέρχεται εις την κοιλάδα του Αχελώου, προς το
μεσημβρινόν μέρος του Λεοντίνου, το οποίον μένει εις την Τουρκίαν
είτα διέρχεται την σειράν του Μακρυνόρους, περιλαμβάνει εντός του
Ελληνικού Κράτους το ομώνυμον στενόν του Μακρυνόρους, το από την
πεδιάδα της Άρτης αρχόμενον και καταλήγει διά του Αμβρακικού
κόλπου εις την θάλασσαν.
»Όλαι αι προς μεσημβρίαν της γραμμής ταύτης κείμεναι επαρχίαι
θέλουσι συμπεριληφθή εις το νέον Ελληνικόν Κράτος.
»Αι νήσοι αι εις την Πελοπόννησον παρακείμεναι, η Εύβοια και αι
κοινώς λεγόμεναι Κυκλάδες, θέλουν ωσαύτως συμπεριληφθή εντός
αυτού τούτου του Κράτους.
_Φόρος_.
»Να προταθή εις την Οθωμανικήν Πύλην εν ονόματι των τριών
Δυνάμεων, ότι οι Έλληνες θέλουσι πληρώνει εις αυτήν φόρον ετήσιον
1,500,000 γροσιών τουρκικών.
Διά να πρoληφθή πάσα τυχόν διαφορά θέλει προσδιορισθή άπαξ διά
παντός και εν κοινή συγκαταθέσει η μεταξύ του τουρκικού γροσίου,
και του ισπανικού ταλλήρου αναλογία.
Διά την αχρηματίαν εν ή ευρίσκεται η Ελλάς θέλει συμφωνηθή ότι
αφ' ής στιγμής πρέπει να αρχίση η πληρωμή του φόρου, η Ελλάς
θέλει πληρώσει εις την Πύλην, διά το πρώτον έτος ποσότητα όχι
μικροτέραν του πέμπτου ούτε μεγαλειτέραν του τρίτου μέρους της
ολικής ποσότητος του φόρου· ότι η ποσότης αύτη θέλει αυξάνει από
έτους εις έτος έως ότου εν διαστήματι τεσσάρων ετών ο ετήσιος
φόρος φθάση εις τον ανώτερον όρον των 1,500,000 γροσίων, άπερ η
Ελλάς θέλει πληρώνει κατ' έτος άνευ της ελαχίστης αυξήσεως ή
ελαττώσεως.
_Αποζημίωσις_.
Θέλει προβληθή τη Οθωμανική Πύλη να κανονισθή η εις το 2 άρθρον
της συνθήκης της 6 Ιουλίου 1827 αναφερομένη αποζημίωσις κατά τον
κατωτέρω τρόπον. Θέλουσιν είσθαι δεκτοί να παρουσιάσωσι τους
τίτλους των:
1. Όσοι ιδιώται Οθωμανοί έχουν ιδιοκτησίας εις το νέον Ελληνικόν
Κράτος.
2. Όσοι ιδιώται Οθωμανοί είτε ως επικαρπωταί, είτε ως κατά
κληρονομίαν διαχειρισταί, προσεπορίζοντο ωφελείας από τα
_Βακούφια-Άδι_ εξαρτώμενα από τα τζαμία εντός του ρηθέντος
κράτους, εκπιπτωμένων των δικαιωμάτων δι' ών ήσαν βεβαρημένα αυτά
τα Βακούφια.
Οι εις τας άνω δύο τάξεις υπαγόμενοι ιδιώται Οθωμανοί, ών οι
τίτλοι ήθελον ευρεθή εν τάξει, θέλουσιν έχει την άδειαν να
πωλήσωσιν οι ίδιοι τας ιδιοκτησίας των εν διαστήματι ενός έτους,
αφ' ού πρότερον εξοφλήσωσι τα ενυπόθηκα χρέη της ιδιοκτησίας των.
Αν δεν ημπορέσωσιν εις το διάστημα τούτο να πωλήσωσι τας
ιδιοκτησίας των, επιτροπή τις θέλει τας εκτιμήσει και αφ' ού άπαξ
προσδιορισθή το χρεωστούμενον εις τους παλαιούς ιδιοκτήτας ή εις
τους κληρονόμους των ή εις όποιον ανήκει ποσόν, η Ελληνική
Κυβέρνησις θέλει δώσει, εις όσους έχουσι λαμβάνειν, έγγραφα
υποχρεωτικά διά να εξοφληθώσιν εν εποχαίς προσδιωρισμέναις.
Η εξέτασις των τίτλων καθώς και η εκτίμησις των ιδιοκτησιών θέλει
γείνει υπό μικτής επιτροπής συγκειμένης εξ Ελλήνων και Οθωμανών
ίσου αριθμού εκατέρωθεν. Η επιτροπή αύτη θέλει επιφορτισθή να
εξετάση εντός του βραχυτάτου χρονικού διαστήματος, πάσας τας
απαιτήσεις και να αποφασίση περί της νομιμότητός των, θέλει προς
τούτοις παραδεχθή γενικάς αρχάς δι' όσους απώλεσαν εν καιρώ της
επαναστάσεως τα έγγραφά των και αι αρχαί αύται θέλουσι
κοινοποιηθή προς τον έχοντα συμφέρον.
Διά την διάλυσιν ενδεχομένων διαφωνιών μεταξύ των Ελλήνων και
Οθωμανών επιτρόπων και διά να ορισθή εν ταυτώ ο συντομώτερος
τρόπος της εξοφλήσεως του χρέους, και να λαμβάνωνται εις όλας τας
παρεμπεσούσας περιστάσεις, τα οριστικώτερα μέτρα, θέλει συστηθή
επιτροπή διαιτητική των εκκλήτων συγκειμένη εξ επιτρόπων των
τριών Δυνάμεων και η επιτροπή αύτη θέλει αποφασίζει οριστικώς εις
όσα η πρώτη διεφώνησεν.
_Επικυριότης_ (Suzéraineté).
Η Ελλάς, υπό την επικυριότητα της Πύλης, θέλει διοικείται
εσωτερικώς διά του καταλληλοτέρου τρόπου, όστις εγγυάται αυτή
θρησκευτικήν και εμπορικήν ελευθερίαν, καθώς και την ευδαιμονίαν
και ησυχίαν της.
Επί τω σκοπώ τούτω η διοίκησις αύτη θέλει προσεγγίζει όσον το
δυνατόν εις το μοναρχικόν σύστημα και θέλει διαπιστευθή εις
αρχηγόν ή ηγεμόνα χριστιανόν, ούτινος η αρχή θέλει μεταβαίνει
κληρονομικώς και κατά τάξιν πρωτοτοκίων.
Εν ουδεμιά περιπτώσει ο ηγεμών ούτος δεν δύναται να εκλεγή μεταξύ
των οικογενειών των τριών Δυνάμεων των υπογραψασών την συνθήκην
της 6 Ιουλίου 1827, η δε πρώτη εκλογή θέλει γείνει τη συνεναίσει
των τριών αυλών και της Οθωμανικής Πύλης.
Προς ένδειξιν της υποτελείας της Ελλάδος τω Οθωμανικώ κράτει
θέλει συμφωνηθή εκτός του ετησίου φόρου, οσάκις νέος κατά
κληρονομίαν ηγεμών λαμβάνει τας ηνίας της διοικήσεως να
επικυρώται υπό της Πύλης και να πληρώνη αυτή το πρώτον έτος
διπλούν φόρον.
Αν η άρχουσα οικογένεια εκλίπη, η Πύλη θέλει λάβει μέρος την
εκλογήν του νέου ηγεμόνος καθώς και εις την του πρώτου.
_Αμνηστία και δικαίωμα μεταναστεύσεως_.
Η Οθωμανική Πύλη θέλει κηρύξει πλήρη και τελείαν αμνηστίαν ίνα μη
ενοχληθή ουδείς Έλλην μετά ταύτα, καθ' όλην την έκτασιν του
Οθωμανικού Κράτους επί λόγω ότι ανεμίχθη εν τη Ελληνική
επαναστάσει.
Η ελληνική Κυβέρνησις επίσης θα παράσχη πάσαν ασφάλειαν εντός των
ορίων της Ελλάδος εις όσους Χριστιανούς ή Οθωμανούς ηκολούθησαν
την εναντίαν μερίδα.
Η Υψηλή Πύλη θέλει παραχωρήσει προθεσμίαν ενός έτους όσους των
Ελλήνων υπηκόων της επιθυμούσι να μεταναναστεύσωσι, να πωλήσωσι
τας ιδιοκτησίας των και να αναχωρήσωσιν ελευθέρως. Η ελληνική
Κυβέρνησις θέλει συγχωρήσει ωσαύτως εις όσους των Ελλήνων
προτιμώσι να μεταναστεύωσιν εις το Οθωμανικόν Κράτος.
Αι μεταξύ Οθωμανών και Ελλήνων εμπορικαί σχέσεις θέλουσι
προσδιορισθή οριστικώς άμα ως κανονισθώσι τα εν τω παρόντι
πρωτοκόλλω αναφερόμενα.
Οι πρέσβεις της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρεττανίας θέλουσιν
επιφορτισθή να ζητήσωσι παρά της Οθωμανικής Πύλης την διατήρησιν
της ανακωχής, ήν ο Ρεΐζ Εφένδης διά της από 10 του παρελθόντος
Σεπτεμβρίου επιστολής προς τους εν τω Αρχιπελάγει αντιπροσώπους
της συμμαχίας εκήρυξεν ως υφισταμένην πραγματικώς εκ μέρους της
Πύλης προς τους Έλληνας.
Αι τρεις αυλαί στηριζόμεναι επί της εκ μέρους της Πύλης ανακωχής,
των προσπαθειών άς καταβάλλουσι προς εξασφάλισιν της διατηρήσεως
αυτής και επί των διαπραγματεύσεων, αίτινες θέλουσιν αρχίσει εν
Κωνσταντινουπόλει περί της οριστικής τύχης της Ελλάδος, θέλουσι
ζητήσει και παρά των Ελλήνων να παύσωσιν αμέσως των εχθροπραξιών
καθ' όλα τα μέρη· η δε Ελληνική κυβέρνησις να επαναφέρη εντός των
ορίων του παρά της συμμαχίας εγγυωμένου Κράτους τα Ελληνικά
στρατεύματα όσα ευρίσκονται εκτός, πάντοτε όμως χωρίς το μέτρον
τούτο να προδικάση, κατ' ουδένα τρόπον, το περί οροθεσίας του
νέου Ελληνικού Κράτους ζήτημα.
Άμα ως λάβη πέρας ο ανωτέρω συμβιβασμός μετά της Πύλης, θέλει
τεθή, κατά το άρθρον 5 της συνθήκης της 6 Ιουλίου υπό την
εγγύησιν εκείνων των δυνάμεων, των υπογραψασών την ρηθείσαν
συνθήκην, αίτινες νομίζουσιν ωφέλιμον η δυνατόν να αποδεχθώσιν
αυτήν την υποχρέωσιν, ής τα αποτελέσματα και η ενέργεια θέλουσι
συμφωνηθή μετέπειτα μεταξύ των Υψηλών δυνάμεων κατά το
προμνημονευθέν άρθρον της συνθήκης της 6 Ιουλίου. Εν τούτοις,
αποφασίζεται από της σήμερον ότι η περί ο λόγος εγγύησις θέλει
εξασφαλίζει την Πύλην κατά παντός κινήματος ή εχθροπραξίας εκ
μέρους των Ελλήνων και την Ελλάδα κατά παντός κινήματος ή
εχθροπραξίας εκ μέρους της Πύλης.
Οι πρέσβεις Γαλλίας και Αγγλίας δεν δύνανται να κλείσωσιν ουδένα
συμβιβασμόν απομακρυνόμενον των ανωτέρω τεθεισών βάσεων.
Αν και εν τη παρούση διαπραγματεύσει η Ρωσία συγκατανεύη να μη
αντιπροσωπεύηται διά πληρεξουσίου, εν τούτοις αι τρεις δυνάμεις
συνενοήθησαν να εξακολουθήσωσιν αι διαπραγματεύσεις υπό των
αντιπροσώπων των αυλών Λονδίνου και Παρισίων εν ονόματι και της
Ρωσίας καθώς και της Αγγλίας και της Γαλλίας να γίνωσι πάσαι αι
προτάσεις εκ μέρους των τριών Δυνάμεων των υπογραψασών την
συνθήκην της 6 Ιουλίου 1827 και να μη γίνη δεκτόν ζήτημα, ούτινος
σκοπός είναι να απομακρύνη αμέσως ή εμμέσως την Ρωσίαν από της
περί ής ο λόγος διαπραγματεύσεως, ή τα αποτελέσματα αυτής.
Οι αντιπρόσωποι Γαλλίας και Αγγλίας θέλουσι προσπαθήσει πάσαις
δυνάμεσι να λάβωσιν όσον τάχιον την συγκατάθεσιν της Πύλης δι'
όσας μέλλουσι να ποιήσωσιν αυτώ προτάσεις. Οιαδήποτε δε καν ή η
διάθεσίς της, θέλουσι ζητήσει παρά της Οθωμανικής κυβερνήσεως
ταχείαν απάντησιν εις τας προτάσεις των.
Όσα επίσημα έγγραφα μέλλουσι να γραφώσι, συνεπεία των
διαπραγματεύσεων τούτων, θέλουσι συντάττεσθαι από κοινού, και
υπογράφεσθαι υπό των δύο πληρεξουσίων εις τριπλούν ίνα
διευθύνεται ανά έν προς εκάστην των τριών δυνάμεων.
Το παρόν πρωτόκολλον, καθόσον αφορά τας βάσεις των μετά της Πύλης
διαπραγματεύσεων των πρέσβεων και τον τρόπον, όν πρέπει να
ακολουθήσωσιν εν ταις διαπραγματεύσεσιν αυτών, επέχει τόπον
οδηγιών αυτοίς.
Ο πληρεξούσιος της Α. Μ. του αυτοκράτορος της Ρωσίας
εκοινοποίησεν επισήμως ότι έλαβε την άδειαν παρά του αυτοκράτορος
να συγκατανεύση εις το να διαπραγματευθώσιν οι πρέσβεις Γαλλίας
και Αγγλίας μετά της Οθωμανικής Πύλης εν ονόματι του αυτοκράτορος
και να θεωρή απ' αυτής της στιγμής τους ρηθέντας πρέσβεις ως
εφωδιασμένους διά της αναγκαίας πληρεξουσιότητος προς
διαπραγμάτευσιν εκ μέρους της Ρωσίας κατά τας προεκτεθείσας
βάσεις και συμφωνίας.
Οι πληρεξούσιοι της Γαλλίας και Μεγάλης Βρεττανίας ανήγγειλαν ότι
κατά συνέπειαν της διακοινώσεως ταύτης και ίνα εκπληρωθή το
σκοπούμενον του παρόντος πρωτοκόλλου, οι παρά τη Οθωμανική Πύλη
αντιπρόσωποι των οικείων αυλών θέλουσι θεωρηθή ως ανηκόντως
εφωδιασμένοι να διαπραγματευθώσιν εν ονόματι του αυτοκράτορος της
Ρωσίας καθώς και της Αγγλίας και Γαλλίας και θέλουσι διαταχθή να
απέλθωσιν αμέσως εις Κωνσταντινούπολιν, όπως άρξωνται των
διαπραγματεύσεων εκ μέρους των τριών συμμάχων αυλών και κατά τας
ανωτέρω βάσεις και συμφωνίας τας γενομένας κοινή συγκαταθέσει.
&Άβερδην, Πολινιάκ, Λίβεν.&
Κατά του πρωτοκόλλου τούτου, ως εικός, καθυπέβαλον η τε Ελληνική
Κυβέρνησις (11]23 Μαΐου και 24]5 Ιουνίου 1829) και η Δ' εθνική
Συνέλευσις, η συγκροτηθείσα εν Άργει τη 11 Ιουλίου 1829 και μέχρι
της 6 Αυγούστου του αυτού έτους αυτόθι συνεδριάσασα, ευλόγους
ενστάσεις. Όντως δε διά της πράξεως ταύτης εματαιούτο κατά μέγα
μέρος ο αρχικός της επαναστάσεως σκοπός. Ου μόνον αι πλείσται
Ελληνικαί χώραι παρεδίδοντο αύθις τη διακρίσει των Τούρκων, αλλά
και αύται εκείναι όσαι έμελλον να αποτελέσωσιν ίδιον Κράτος
απεστερούντο του ευεργετήματος της εντελούς ανεξαρτησίας. Εξ
εναντίας δε η Οθωμανική Κυβέρνησις, θεωρούσα τον στρατόν αυτής
επανειλημμένως υπό των Ρώσων κατατροπωθέντα και αναγκασθείσα να
συνομολογήση εν Αδριανουπόλει την 2]14 Σεπτεμβρίου ειρήνην
επιζήμιον, έσπευσε διά του 10 άρθρου (61) της ειρήνης ταύτης να
αποδεχθή οριστικώς τας αποφάσεις των Δυνάμεων, τας περιεχομένας
εν τε τη της 24 Ιουνίου (6 Ιουλίου 1827) συνθήκη και εν τω από
10]22 Μαρτίου 1829 πρωτοκόλλω.
Μετά τα ολίγα ταύτα περί του πρωτοκόλλου της 10]22 Μαρτίου,
επανέλθωμεν εις την συνέχισιν των πολεμικών των Ελλήνων έργων,
άπερ μεθ' όλην την προκηρυχθείσαν υπό του _Ρεΐζ-Εφένδη_ και του
πρωτοκόλλου τούτου _ανακωχήν_ εξηκολούθουν εν τη Στερεά Ελλάδι.
Μετά την ανωτέρω μάχην του _Μαρτίνου_ την καταστήσασαν δυσχερή
την θέσιν των εν Θήβαις και Αττική Τούρκων στερουμένων, προ
πάντων, τροφών, ο στρατάρχης Δημήτριος Υψηλάντης εσκόπει τον
αποκλεισμόν των Θηβών και της Αττικής διά καταλήψεως των
κυριωτέρων θέσεων, δι' ών ηδύναντο οι εχθροί να προσπορίζωνται
τροφάς. Αλλ' ο άρτι διορισθείς γενικός πληρεξούσιος της Στερεάς
Ελλάδος Αυγουστίνος Καποδίστριας, ανήρ περί τα στρατιωτικά
απειρότατος, άλλα διανοούμενος, ου μόνον ουδεμίαν ακρόασιν τω
Υψηλάντη έδωκεν, αλλά και δύο χιλιαρχίας και το ιππικόν αφήρεσεν
απ' αυτού σκοπόν έχων να πολιορκήση την Ναύπακτον, ήτις,
καταλαμβανομένων των στενών της Ακαρνανίας και του Μακρυνόρους,
έμελλε καθώς και το Μεσολόγγιον να παραδοθή. Και προς το
φαινόμενον μεν υπέσχετο ο Αυγουστίνος θα πέμψη πάλιν οπίσω τον
στρατόν τούτο κρύφα δ' ερραδιούργησε προς τον αδελφόν και τας
χιλιαρχίας του _Νικολάου Κριεζώτου_ και _Ιωάννου Στράτου_. Ως εκ
τούτου, οι πιστοί οπλιτάρχαι δι' αναφοράς διεμαρτυρήθησαν μεν
προς τον Κυβερνήτην, ουδαμώς όμως εισηκούσθησαν. Ουχ ήττον ο
Υψηλάντης καίπερ σμικράν έχων δύναμιν απεφάσισε να πολιορκήση τας
Θήβας, ας εφρούρουν 3,000 πεζών και 300 ιππείς κατέχοντες τα
προάστεια Πύργον, Πυρί και Αγίους Θεοδώρους. Προς τούτο δε έπεμψε
μεν εις κατάληψιν του _Ανηφορήτου_, θέσεως οχυράς επί όρους εγγύς
του Καραμπαμπά, τον Κριεζώτην, Τόλιαν Λάζον_, Ιωάννην Ράγκον_
και _Μήτρον Λιακόπουλον_ ηγουμένους 400 στρατιωτών, όπως
εμποδίζωσι πάσαν συγκοινωνίαν μεταξύ Ευβοίας και Θηβών, τον δε
Βάσσον εις Αττικήν προς τον αυτόν σκοπόν. Αυτός δε ηγούμενος 700
ανδρών νύκτωρ (18 Μαΐου) κατέλαβε τα ερείπια των Θηβών. Ο Ομέρ
πασάς της Καρύστου μαθών την κατάληψιν του _Ανηφορήτου_
εξεστράτευσε (2 Ιουνίου) ηγούμενος 1000 τακτικών και 800 Αλβανών.
Οι Έλληνες όντες περί τους 600 ιδόντες εκ του ύψους του όρους
επερχομένους τους εχθρούς κατήλθον προς τας υπωρείας. Αλλά
κινδυνεύοντες να περικυκλωθώσιν ένεκα απροσδοκήτου υποχωρήσεως
του πάντοτε ανδρείως πολεμήσαντος Κριεζώτου, υπεχώρησαν προς τα
οχυρώματα εν μεγίστη αταξία. Των Τούρκων απειλούντων να
εισπηδήσωσιν εις αυτά τα οχυρώματα, ο εκατόνταρχος _Ψαροδήμος_
και ο πεντηκόνταρχος _Λιακόπουλος_ εν αλαλαγμώ εκπηδήσαντες
έτρεψαν τους πλησιεστέρους των εχθρών εις φυγήν.
Άρθρον 10. Ομολογούσα η Υψηλή Πύλη την τελείαν αυτής συγκατάθεσιν
εις τα ωρισμένα εν τη του Λονδίνου Συνθήκη της 24[6 Ιουλίου 1827
μεταξύ της Ρωσίας, της Μεγάλης Βρεττανίας και Γαλλίας,
συναποδέχεται και την πράξιν της 10]22 Μαρτίου 1829 εκ συμφώνου
μετά των αυτών τούτων δυνάμεων αποφασισθείσαν επί τη βάσει της
ειρημένης συνθήκης και διαλαμβάνουσαν τους προς την οριστικήν
εκείνης εκτέλεσιν λεπτομερείς συμβιβασμούς. Ευθύς δε μετά την
ανταλλαγήν των επικυρώσεων της παρούσης περί ειρήνης συνθήκης, η
Υψηλή Πόλη θέλει διορίσει πληρεξουσίους όπως συμφωνήσωσι μετά των
της ρωσικής αυτοκρατορικής αυλής και των αυλών της Αγγλίας και
Γαλλίας περί της εκπληρώσεως των ειρημένων ορισμών και
συμβιβασμού.
Το παράδειγμα των ανδρείων τούτων μιμηθέντες και οι άλλοι
εξώρμησαν και έτρεψαν τους εχθρούς εις φυγήν, εφόνευσαν περί τους
47 και πολλούς ετραυμάτισαν. Εκ δε των Ελλήνων εφονεύθησαν τρεις
και επληγώθησαν πέντε, εν οίς ο _Βασίλειος Μπούσγος_, ο _Παύλος
Στεφάνου_ και ο _Βασίλειος Λεοναρδίδης_· ο δε ανδρειότατος πάντων
αναδειχθείς _Ψαροδήμος_ ετρώθη το στέρνον και τον αριστερόν
βραχίονα· εν τούτοις όμως ει και ο Ομέρ πασάς υπεχώρησεν εις
Χαλκίδα, οι Έλληνες κατέλιπον τον _Ανηφορίτην_ ως στερούμενοι
τροφών και μη λαμβάνοντες μισθόν, πολλοί δε των του Ομέρ Πασά
απήλθον εις βοήθεια των εν Θήβαις Τούρκων, οίτινες τόσον
θαρραλέοι εγένοντο, ώστε καθ' ημέραν εξήρχοντο εις συλλογήν
καρπών. Ο Υψηλάντης μαθών ότι αυθόρμητοι ήρχοντο προς αυτόν εκ
Ναυπάκτου οι υπό τον Χατζηχρήστον ιππείς έπεμψε νυκτός προς
προϋπάντησιν αυτών τον _Σκουρτανιώτην_ και τον _Ευμορφόπουλον_,
όπως από κοινού επιπέσωσι κατά των ανυπόπτως διεσκορπισμένων
εχθρών. Πράγματι δε οι ιππείς όντες 130 και 300 πεζοί εκ του εν
Θήβαις ελληνικού στρατοπέδου επήλθον συνηνωμένοι κατά των
ανυπόπτων εχθρών· εγένετο μικρά, αλλά κρατερά συμπλοκή, ήν εκ μεν
των Τούρκων εφονεύθησαν περί τους 130, ηχμαλωτίσθησαν 16 και
ετραυματίσθησαν πολλοί, συνελήφθησαν δε και 80 ίπποι, εκ δε των
ημετέρων ουδείς εφονεύθη· επληγώθησαν δέ τινες, εν οίς καιρίως,
κατά την κοιλίαν, ο _Αθανάσιος Σαλαμίνιος_ ο μετ' ου πολύ εκ της
πληγής αποθανών, ο _Σταύρος Ελευθερίου Αινίτης_ και ηχμαλωτίσθη ο
_Ιωάννης Σέρβος_, όστις και ελυτρώθη αντί τεσσάρων εκ των
συλληφθέντων 16 Τούρκων. Μετ' ολίγας δ' ημέρας μαθόντες οι
ημέτεροι ότι ήρχοντο εκ Χαλκίδος 500 Τούρκοι προς επικουρίαν των
εν Θήβαις κατά την νύκτα της 20 προς 21 Ιουνίου κατέλαβον τα κατά
την εκ Χαλκίδος εις Θήβας άγουσαν _Μαυροβούνι_. Οι Τούρκοι
φθάσαντες αυτόσε προσεβλήθησαν αίφνης υπό των ενεδρευόντων
Ελλήνων· ήρξατο μάχη μεταξύ των Τούρκων προσπαθούντων να
διαφύγωσιν εις Θήβας, και των Ελλήνων κωλυόντων αυτούς. Τέλος
όμως διεξήλθον οι Τούρκοι προς τους εν Θήβας αποβαλόντες περί
τους 120 άνδρας και πολλούς τραυματίας, εκ δε των Ελλήνων
εφονεύθησαν εννέα καί τινες ετραυματίσθησαν.
Τη επαύριον (22 Ιουνίου), όπως αποπλύνωσι την αισχύνην της
προτεραίας οι Τούρκοι εφώρμησαν, από πρωίας, επί τα οχυρώματα των
Ελλήνων. Και οι μεν κατέχοντες τους _Αγίους Θεοδώρους_ Τούρκοι
προσέβαλον τα οχυρώματα των οπλιταρχών _Ιωάννου Ρούκη_ και
_Σπύρου Μήλιου_ αρχηγού της φρουράς του στρατάρχου Υψηλάντου, οι
δε του Πύργου και Πυρί τα του Ιωάννου Στράτου, Διονυσίου
Ευμορφοπούλου και Γεωργίου Σκουρτανιώτου· το δε ιππικόν του
εχθρού ίστατο όπισθεν έτοιμον προς καταδίωξιν. Αφ' ετέρου δε το
Ελληνικόν ιππικόν υπό τον ανδρείον _Χατζηχρήστον_ ίστατο όπισθεν
των Ελλήνων τηρών ελευθέραν την εις Κάζαν την επί του Κιθαιρώνος
άγουσαν. Ο Υψηλάντης ιδών εκ του κέντρου, ένθα ίστατο, ότι
εκινδύνευον οι περί τον Ρούκην και Μήλιον, έπεμψεν εις επικουρίαν
120 άνδρας υπό τον Ιωάννην Μπαϊρακτάρην, ως και τον ίππαρχον
Χατζηχρήστον μετά 20 ιππέων και το υπόλοιπον ιππικόν. Εν τούτω
δύο Έλληνες ιππείς οι Γεώργιος Μανιάτης και Δημήτριος Σαλαχώρης
επιτεθέντες ξιφήρεις κατά 8 Τούρκων ιππέων αποσπασθέντων του
άλλου τουρκικού ιππικού έτρεψαν αυτούς· τούτο ιδόντες οι λοιποί
Τούρκοι ιππείς εφώρμησαν· επήλθον άμα και οι Έλληνες ιππείς και
συμπλοκής γενομένης, το τουρκικόν ιππικόν ετράπη εις φυγήν
εξώρμησαν δε συγχρόνως εκ των προχωμάτων ξιφήρεις και οι πεζοί
Έλληνες, οίτινες έτρεψαν το πεζικόν των εχθρών. Ούτω δε οι τέως
νικηταί Τούρκοι ηττήθησαν κατά κράτος αποβαλόντες νεκρούς πολλούς
τραυματίας και αιχμαλώτους και δύο σημαίας. Εκ δε των Ελλήνων
εφονεύθησαν 3 και 15 ετραυματίσθησαν.
Μετά την νίκην ταύτην, δυστυχώς το στρατόπεδον των ημετέρων
εγκατέλιπεν (7 Αυγούστου) τας Θήβας, πολλών λιποτακτησάντων και
εμβαλόντων τους πάντας εις άτακτον φυγήν· ούτω δε παρελύοντο
οσημέραι δι' έλλειψιν μισθών και τροφίμων τα ελληνικά στρατόπεδα·
μέρος του υπολειφθέντος στρατού ανέβησαν εις την επί του
Κιθαιρώνος _Κάζαν_, οι δε πλείονες εις τας _Θεσπιάς_, οίς
ηκολούθησε και αυτός ο στρατάρχης Δημήτριος Υψηλάντης.
Των υπό τον Υψηλάντην μαχομένων περί τας Θήβας, οι υπ' αυτού, ως
είπομεν, εις Αττικήν πεμφθέντες υπό τον Βάσσον άνδρες
εστρατοπέδευσαν εν τω μεταξύ Χασεκή και Μενιδίου μοναστηρίω του
_Αγίου Ιωάννου_. Τη 18 Μαΐου ο Βάσσος ηγούμενος 300 πεζών καί
τινων ιππέων, εξ ών τους πεζούς διέταξε να ελλοχήσωσιν εκεί, μετά
των ιππέων προελαύνων προς το Μενίδιον συνεπλάκη προς 200 πεζούς
Τούρκους· έσπευσαν οι ενεδρεύοντες Έλληνες και Τούρκοι άλλοι
αλλαχόθεν, αλλ' εχωρίσθησαν πληγωθέντων τινών. Τη 27 Μαΐου
εξεστράτευσαν και πάλιν Τούρκοι εξ Αθηνών προς διάλυσιν του
στρατοπέδου του Βάσσου έλκοντος και δύο τηλεβόλα, αλλά αψιμαχίας
γενομένης ηναγκάσθησαν να υποχωρήσωσιν άπρακτοι, αποβαλόντες
νεκρούς καί τινας τραυματίας. Δευτέραν απόπειραν εποιήσαντο οι
Τούρκοι τη 6 Ιουλίου επιτεθέντες κατά των ωχυρωμένων Ελλήνων,
αλλά και πάλιν απέκρουσεν αυτούς ο Βάσσος, αποβαλόντες νεκρούς
τινας καί τινας τραυματίας.
Τούτων εν τη Ανατολική Ελλάδι γενομένων, ο πληρεξούσιος πολιτικός
και στατιωτικός _Αυγουστίνος_ ευρίσκετο εν τη Δυτική Ελλάδι.
Ούτος εισπλεύσας εις Κορινθιακόν κόλπον επί της υπό τον ναύαρχον
Μιαούλην φρεγάτας «Ελλάδος» εκυρίευσε του _Αντιρρίου_ μετά δύο
ημερών (12 — 13 Μαρτίου) πολιορκίαν κατά τε γην και κατά
θάλασσαν. Μετά ταύτα παρεδόθησαν υπό των Τούρκων τοις ημετέροις η
Ναύπακτος, το _Μεσολόγγιον_(62) και το _Αιτωλικόν_ (2 Μαΐου)
αναιμωτί. Η ανάκτησις του Μεσολογγίου επανηγυρίσθη εν ανεκλαλήτω
χαρά καθ' άπασαν την Ελλάδα. Εν Αιγίνη δε τη 8 Μαΐου δημοτελής
εορτή, καθ' ήν εν μεν τη μητροπόλει εξεφώνησε λόγον πανηγυρικόν ο
γραμματεύς της Επικρατείας _Σπυρίδων Τρικούπης_. Ο δε Κυβερνήτης
διεκήρυξε προς το πανελλήνιον τάδε: «Ηυδόκησεν ο Κύριος και επί
των τειχών του Μεσολογγίου κυματίζει πάλιν η σημαία του Σταυρού.
Εις τα τείχη της πόλεως του Μεσολογγίου κείνται οστά των γενναίων
εκείνων ανδρών, οίτινες προμαχόμενοι έπεσαν ενδόξως.
»Το πρώτιστον των χρεών μας, το οποίον οφείλομεν ναποδώσωμεν εις
την μνήμην των αοιδίμων εκείνων μαρτύρων, είναι το να προσφέρωμεν
επί του θυσιαστηρίου του Υψίστου τας υπέρ αναπαύσεως των ψυχών
αυτών ενθέρμους ευχάς μας.
»Το χρέος τούτο αφού αποδώσωμεν, έχομεν και άλλο όχι ολιγώτερον
ιερόν να εκπληρώσωμεν· έχομεν χρέος να συλλέξωμεν μετ' ευλαβείας
τα σεβάσμια αυτών λείψανα και να καταθέσωμεν είς τι μνημείον,
όπου η πατρίς ναποδίδη κατ' έτος τον φόρον της ευγνωμοσύνης της
εις την κόνιν των ανδρών εκείνων, οι οποίοι εμαρτύρησαν ηρωικώς
υπέρ του αγώνος αυτής. Η κυβέρνησις διερμηνεύουσα τα αισθήματα
των Ελλήνων υπερποθούντων να εκπληρώσωσι τα τοιαύτα χρέη των
διατάττει: Την ιδίαν ημέραν, καθ' ήν θέλει να εγκαινιασθή η πρώτη
εκκλησία, η οποία επισκευάζεται ήδη εις Μεσολόγγιον, να
ιερουργήση ο μητροπολίτης διά να δεηθή υπέρ αναπαύσεως των ψυχών
των ηρωικών προμαχώνων της πόλεως του Μεσολογγίου.
»Ο πληρεξούσιος τοποτηρητής να διορίση επιτροπήν συγκειμένην από
άνδρας του ιερού κλήρου ως και από πολεμικούς πολιτικούς
αξιωματικούς, ήτις οφείλει να λάβη ταναγκαία μέτρα διά να
ενεργηθώσι τα εφεξής: Να συνταχθή κατάλογος των εκκλησιαστικών,
αξιωματικών, πολιτικών υπουργών, ή απλών πολιτών, οίτινες έπεσαν
ως θύματα της πολιορκίας του Μεσολογγίου κατά το 1822, 1823, 1825
και 1826.
»Να συλλεχθώσι τα νεκρά αυτών λείψανα και να προσδιορισθή ο
τόπος, όπου πρέπει να εναποτεθούν.