ελληνικά, διά να τους ακούσουν οι εις τας ακρωρείας Έλληνες.
«Και το Ανάπλι είθε ούτω».
«Τοιαύτα είναι τα μνημεία τα οποία ο θηριώδης ούτος βάρβαρος
αφίνει εις την γην, την οποίαν εις μάτην ηγωνίσθη τρία έτη,
ελπίζων να κατεξουσιάση.»
_Οι παρευρεθέντες Έλληνες εις τα πέριξ Τριπολιτζάς._
Ούτως ο Ιβραχήμ κατακαύσας την επί Τουρκοκρατίας πρωτεύουσαν της
Πελοποννήσου Τρίπολιν (Τριπολιτσάν) απήλθεν εις νότια Μεσσηνιακά
φρούρια, ένθα είχε προαποστείλει υπό τον _Σουλεϊμάν Μπέην_ τον
στρατόν, τους αιχμαλώτους και τα πολεμεφόδια.
Ο Καποδίστριας σκοπών κυρίως την όσον τάχος ελευθέρωσιν της
Πελοποννήσου και την επιθεώρησιν του στρατού, απεφάσισε να
αναβάλη την κατ' Απρίλιον σύγκλησιν της Εθνοσυνελεύσεως, εφ' ώ
και έγραψε προς το _Πανελλήνιον_ ζητών την γνώμην αυτού περί της
αναβολής ένεκεν της μη προπαρασκευής εντός τριμήνου των αναφορών
και των σχετικών νόμων περί ών ήθελεν αποφασίσει η Εθνοσυνέλευσις
(2 Απριλίου). Το δε _Πανελλήνιον_ τη 5 του αυτού μηνός απαντήσαν
τω εγγράφω του Κυβερνήτου έγραφεν ότι είναι σύμφωνον καθ' όλα
προς την γνώμην αυτού και αναβάλλεται η Εθνοσυνέλευσις δι'
ευθετωτέραν περίστασιν, του μεταξύ χρόνου εις πολεμικάς
προπαρασκευάς καταναλισκομένου εις την εκδίωξιν των Αράβων εκ της
Πελοποννήσου, οίτινες μετέδωκαν την ολεθρίαν πανώλη εις το
διαμέρισμα της Γαστούνης, εν Ύδρα και Σπέτσαις και αλλαχού και
επαπειλούσαν να διαδοθή και εις άλλα μέρη, άπερ εμάστιζεν ο τύφος
και η ευφλογία, ως το Ναύπλιον και την Νάξον και εις την
καταπολέμησιν αυτής δι' όλων των δυνατών μέσων, οίον
καθαριότητος, καθαρτηρίων, υγειονομικών ζωνών και άλλων
αντιμολυσματικών μέσων, άπερ τέως ήσαν άγνωστα εν Ελλάδι. Ο
Καποδίστριας επί τούτω επεσκέψατο (26 Απριλίου) τας Σπέτσας και
τη 28 του αυτού την Ύδραν αυτοπροσώπως καταγινόμενος εις τας περί
υγειονομίας, ως ιατρός, διατάξεις. Τη 2 δε Μαΐου ο αδελφός του
Κυβερνήτου Βιάρος ως πληρεξούσιος της Κυβερνήσεως, αφίκετο εις
Ύδραν μετά στρατού εκ του εκ Χίου επιστρέψαντος σώματος του
Φαβιέρου και περιεκύκλωσε την νήσον διά ζώνης στρατιωτικής
απαγορευούσης την μετά της Πελοποννήσου συγκοινωνίαν και
απομονούσης τους προσβαλλομένους. Τοσαύτην όμως επεδείξατο
αυστηρότητα επιβαίνων οτέ μεν του _Αντζήλου_, ότε δε του
_Νέλσωνος_ και κεραυνοβολών προκηρύξεις, ώστε μάλλον έβλαψε τον
αδελφόν, ως διοικητής των νήσων εκείνων, ή ωφέλησε συντελέσας εις
την καταστολήν της επιδημίας. Συνέβησαν μεν και σποραδικά τινα
κρούσματα εν Αιγίνη, αλλά το κακόν προυλήφθη ταχέως, άνευ λήψεως
ουδενός κατασταλτικού μέτρου, εξ ού οι αντίθετοι αυτού _έλεγον,
ότι ο Καποδίστριας επενόηοε λοιμόν ίνα επιτύχη την αναβολήν της
Εθνοσυνελεύσεως_! Του κακού όπως δήποτε καταπολεμηθέντος, ο
Κυβερνήτης επεσκέψετο την 18 Ιουνίου την Μονεμβασίαν, εν ή έθηκε
φρούραρχον τον δαφνοστεφή _Κωνσταντίνον Κανάρην_, ενήργησεν όπως
οι κυβερνήται του συμμαχικού στόλου επισκέψωνται τον _Ιβραήμ
Πασάν_ και πείσωσιν αυτόν, ίνα παύση τας δηώσεις της
Πελοποννήσου. Ουχ ήττον όμως οικτρώς είχον τότε και τα των
Αιγυπτίων και των εν Κορώνη Αλβανών, εξ ών 2,500 στερούμενοι
τροφών δραπετεύσαντες τη 2 Ιουνίου και προσβληθέντες υπό του
Ιβραήμ εν τω στενώ του Κλειδίου ητήσαντο παρά των Ελλήνων ίνα
επιτρέψωσιν αυτοίς την εκ της Πελοποννήσου αποχώρησιν· και δεκτού
τούτου γενομένου υπό την φυλακήν του Κολοκοτρώνη, Αυγουστίνου
Καποδιστρίου και άλλων οπλιταρχών, εξήλθον της Πελοποννήσου,
απήλθον εις Μέγαρα και εκείθεν φοβηθέντες τους εκεί
εστρατοπεδευμένους Έλληνας μετέβησαν εις Ρίον, ένθεν, μετά τον
φόνον του φρουράρχου αυτού _Δελή Αχμέτ_ συμπαραλαβόντες και τους
εκεί ομοφύλους απήλθον, δι' Αντιρρίου, εις τα ίδια απαλλάξαντες
την Πελοπόννησον της μυσαράς αυτών παρουσίας. Ο δε Καποδίστριας
αφείς την Μονεμβασίαν μετέβη εις Μεθώνην, την εκ Μεθώνης δ'
απέπλευσεν εις Κανδύλαν, εν ή επεσκέψατο το υπό τον Τσουρτς
στρατόπεδον, είτα τον Κάλαμον, το Δραγαμέστον και τέλος απέβη τη
8 Ιουλίου και έφθασεν εις Αλμυρόν, οπόθεν επεσκέψατο το Νησίον,
την Μικρομάνην, την Φρουζάλαν, το Λεοντάρι, την Τρίπολιν, τους
Μύλους του Ναυπλίου (13 Ιουλίου), και τα Μέγαρα. Τούτων
γινομένων, άγγελμα ευάρεστον κατέφθασε τοις Έλλησιν εκ της
φιλελευθέρου Γαλλίας, ότι στρατός ητοιμάζετο, όπως ελθών εκδιώξη
τους Τούρκους εξ Ελλάδος. Και όντως εν Τουλώνι 14,000 Γάλλων μετά
1500 ίππων διηρημένοι εις τρεις μοίρας (58) υπό τους μοιράρχους
_Τιβούρτιον Σεβαστιάνην, Χυγονέ_ και _Σνέιδερ_ απέπλευσαν εκ
Γαλλίας συμφώνως τω εν Λονδίνω πρωτοκόλλω τη 7)19 Ιουλίου 1828,
δι' ού αι ευεργέτιδες δυνάμεις συνεφώνησαν εις την αποστολήν εις
Ελλάδα γαλλικού στρατού «_διά να πολιορκήση αυστηρώς τα
στρατεύματα τον Ιβραχήμ_». Του αρχιστρατήγου Μαιζών ειπόντος
τάδε: «Μέγα και ευγενές έργον ανατίθησιν ημίν ο βασιλεύς,
συνευδοκούντων των αυτού συμμάχων. Πέμπεσθε όπως απαλλάξητε της
κακώσεως ενδοξότατον λαόν. Το έργον τούτο τιμών την Γαλλίαν και
καθιστών αυτήν αξίαν ευφημιών πάντων των γενναία φρονούντων
ανδρών ανοίγει υμίν δόξης στάδιον. Υμείς γινώσκετε τίνι τρόπω
μέλλετε να διανύσητε αυτό το φρόνημα υμών και ο ενθουσιασμός
παρέχουσί μοι πάσαν εγγύησιν. Μετά τον δέκατον τρίτον αιώνα το
πρώτον ήδη μετ' ου πολύ αι γαλλικαί σημαίαι εμφανισθήσονται κατά
τας ακτάς της Ελλάδος εις ελευθέρωσιν των Ελλήνων. Στρατιώται,
νέαν λαμπρότητα αναμένει ο θρόνος και η πατρίς εκ των υμετέρων
θριάμβων· όπως και αν ώσι τα καθ' υμάς, μη αμνημονήσητε οία
τιμαλφή συμφέροντα επετράπησαν υμίν στερήσεις και κακουχίας
έξετε· υπομενείτε ταύτας γενναίως· οι αρχηγοί δώσουσιν υμίν το
παράδειγμα».
Κατέπλευσαν δ' αι μεν δύο μοίραι τη 17 Αυγούστου υπό τον Μαιζών
εις το παρά την Κορώνην _Πεταλίδι_, τη δε 20 του αυτού και η υπό
τον Σνέιδερ.
Σημειούσθω δ' ότι η γαλλική αύτη υπό τον Μαιζών κατοχή της
Πελοποννήσου απεφασίσθη συνεπεία της κηρύξεως του μεταξύ Ρωσίας
και Τουρκίας πολέμου του καταλήξαντος εις την συνθήκην της
Αδριανουπόλεως της αναγνωρισάσης την Ελλάδα ανεξάρτητον της
Τουρκίας συμφώνως προς το πρωτόκολλον της 7)19 Ιουλίου. Αιτία δε
του ρωσο-τουρκικού τούτου πολέμου υπήρξεν ήδε:
Ο αυτοκράτωρ της Ρωσίας Νικόλαος μεμνημένος της προσβολής της
περιγενομένης τη σημαία αυτού κατά την ναυμαχίαν του Ναυαρίνου,
προφασιζόμενος δ' αφ' ετέρου και την μη υπό Πύλης εκτέλεσιν των
εν τη συνθήκη του Άκκερμαν (24]6 8βρίου 1826), εκήρυξε τη Τουρκία
τον πόλεμον τη 20 Απριλίου 1828, μικρόν δε μετά ταύτα (26
Απριλίου) ο εξ 100,000 ανδρών Ρωσικός στρατός διέβη τον Προύτον,
εισήλασεν εις Ιάσιον και Βουκουρέστιον, εν ώ εν Ασία ο στρατηγός
_Κούνεβιτς_ κατέλαβε την Έρζρουμ. Επειδή δε ο Σουλτάν Μαχμούτ
απέμενεν αποκρούων πάντα μετά των Ελλήνων συμβιβασμόν, αι δε
δυτικαί δυνάμεις συμφέρον είχον να μη αφήσωσι το πεδίον ελεύθερον
εις μόνην την Ρωσίαν, απεφασίσθη, ως είπομεν, η υπό Γαλλικού
στρατού κατοχή της Πελοποννήσου, και τη 5 Αυγούστου (1828) ο
στρατηγός Μαιζών μετά 14,000 Γάλλων και 1500 ίππων απεβιβάζετο
εις Πεταλίδι· ο Ιμβραήμ δεν ετόλμησε ν' αντιστή και μετ' ου πολύ
εξεκένωσε την Πελοπόννησον και έφυγεν εις Αλεξάνδρειαν, καίπερ
λαμβάνων εκ Κωνσταντινουπόλεως διαταγάς να μη απέλθη, (14-26
Σεπτεμβρίου), δυνάμει της τη 6]18 Αυγούστου 1828 μεταξύ του
Μεχμέτ Αλή Βεζύρου της Αιγύπτου, και του υποναυάρχου Ε.
Κόδριγκτων γενομένης Συνθήκης, ήτις είχεν ως εφεξής:
«Αι αλλεπάλληλοι αναφοραί του Ιμπραχήμ Πασά αρχιστρατήγου του εν
Πελοποννήσω αιγυπτιακού στρατεύματος καταπείσασαι τον Βεζύρην της
Αιγύπτου Μεχμέτ Αλήν, ότι είναι απολύτως αδύνατον να διαμείνη ο
υιός του πλειότερον καιρόν εις την φρικτήν θέσιν, εις την οποίαν
κατήντησαν τα στρατεύματά του, εξ αιτίας της παντελούς ελλείψεως
των προς το ζην αναγκαίων, τον έβαλον συγχρόνως εις την λυπηράν
ανάγκην να διατάξη τον Ιμπραχήμ Πασάν να συνέλθη εις
διαπραγμάτευσιν μετά των Ε. ναυάρχων των εν ταις θαλάσσαις της
Ανατολής στόλων των συμμάχων Δυνάμεων, διά να επιτύχη συνθήκην
έντιμον δι' αυτόν, διά τα στρατεύματά του, και διά τα συμφέροντα
της υψ. οθωμανικής Πύλης, την οποίαν διετάχθη να υποστηρίξη και
υπερασπισθή εις την Πελοπόννησον.
»Δυνάμει της αδείας ταύτης ο Ιμπραχήμ Πασάς έλαβε την 6 του
παρελθόντος Ιουλίου συνέντευξιν μετά των Ε. ναυάρχων Δεριγνύ και
Εϊδήνου, και του μοιράρχου Κάμπελ. Εις την συνέντευξιν ταύτην ο
Ιμπραχήμ Πασάς ωμολόγησεν επισήμως, ότι ήτον έτοιμος ν' αναχωρήση
εκ του τόπου, αλλά δεν ήθελεν εισβή ούτ' αυτός, ούτε τα
στρατεύματά του, ειμή εις πλοία τουρκικά.
»Υπεσχέθη να μη πάρη αιχμαλώτους Έλληνας με τα στρατεύματά του,
ανεβόησε κατά του ζητήματος, το οποίον έγεινε προς αυτόν του ν'
απολύση τους αιχμαλώτους τους μετά την εν Νεοκάστρω ναυμαχίαν
μεταφερθέντας εις Αίγυπτον, λέγων, ότι τούτο δεν εξήρτητο από
αυτόν, ούτε είχε την εξουσίαν να το κάμη· ουδείς λόγος έγεινε
περί των φρουρίων των από τα αιγυπτιακά στρατεύματα κατεχομένων,
περί της τύχης των οποίων έμελλε να αποφασισθή, όταν ο Ε.
ναύαρχος Κόδριγκτων ήθελεν ανταμώσει εις Κέρκυραν τους
συναδέλφους του.
»Συμβουλίου συγκροτηθέντος παρά του Ιμπραχήμ Πασά, απεφασίσθη να
υπάγη ο ναύαρχος Κόδριγκτων εις Αλεξάνδρειαν, να
διαπραγματευθώσιν οριστικώς μετά του Μεχμέτ Αλή Πασά τας
προτιθεμένας ήδη συνθήκας, αίτινες δεν ετελειώθησαν εις την
συνέντευξιν της 6 Ιουλίου, και να συμφωνήσωσι περί των επιτηδείων
μέτρων εις αποπραγμάτωσιν της αναχωρήσεως.
»Και τω όντι σήμερον την 6 Αυγούστου 1828 ο Ε. ναύαρχος
Κόδριγκτων παρουσιασθείς εις τον Μεχμέτ Αλή Πασάν εν ιδιαιτέρα
συνεντεύξει, παρόντων μόνον των ΚΚ. Δροβέτση Γεν. Προξένου της Χ.
Α. Μ. και Βάρκερ Προξένου της Β. Α. Μ., του Μοιράρχου Κάμπελ, του
Καπετάν Ριχάρδ, του Κ. Ε. Κούρζον, και του Κ. Α. I. Κόδριγκτων,
αφ' ού ικανόν διελέχθησαν περί των κυριωτέρων άρθρων της
αναχωρήσεως των αιγυπτιακών στρατευμάτων εκ των εν Πελοποννήσω
παρ' αυτών κρατουμένων φρουρίων, και της απολυτρώσεως των Ελλήνων
αιχμαλώτων των μετά την ναυμαχίαν Νεοκάστρου μεταφερθέντων εκ
Πελοποννήσου εις Αίγυπτον, κατά την οποίαν συνδιάλεξιν ο Βεζύρης
εσπούδασε, προ πάντων, ν' αποδείξη την αφροσύνην με την οποίαν οι
εφημεριδογράφοι της Αγγλίας και της Γαλλίας εμεγάλυναν τον
αριθμόν των αιχμαλώτων τούτων, και τας ταλαιπωρίας, τας οποίας
υπέφερον εις την Αίγυπτον, συνεφωνήθη ν' αναχωρήσωσιν εκ της
Πελοποννήσου τα αιγυπτιακά στρατεύματα κατά τα εξής.
»α'. Ο Υ. Μεχμέτ Αλή Πασάς υπόσχεται ν' απολύση τους αιχμαλώτους
Έλληνας τους μετά την ναυμαχίαν του Νεοκάστρου μεταφερθέντας εκ
Πελοποννήσου εις Αίγυπτον.
»Όσον δε περί εκείνων, οίτινες ευρίσκονται εις την εξουσίαν,
ιδιαιτέρων, η Α. Υ. υπόσχεται να μεσιτεύση δραστηρίως, ώστε οι
Κύριοι Πρόξενοι των συμμάχων Δυνάμεων να δυνηθούν να εξαγοράσωσι
τους πλειοτέρους εξ αυτών και με τας όσον το δυνατόν καλητέρας
συμφωνίας· ο δε Ε. ναύαρχος Κόδριγκτων υποχρεούται πάλιν να
ενεργήση την απαλλαγήν όλων των στρατιωτών, ή υπηκόων Αιγυπτίων,
των ευρισκομένων αιχμαλώτων παρά τοις Έλλησι, καθώς και των
αξιωματικών, και ναυτών της αιγυπτιακής Κορβέτας της υπό των
Ρώσων συλληφθείσης εις τα παράλια της Μεθώνης.
«β'. Ο Υ. Μεχμέτ Αλή Πασσάς να στείλη όσον τάχιστα όλα τα υπό την
εξουσίαν του πολεμικά και φορτηγά πλοία, διά να υπάγουν εις
Νεόκαστρον να λάβουν όλα τα αιγυπτιακά στρατεύματα, τα οποία
θέλουν αναχωρήσει ολοτελώς εκ Πελοποννήσου όσον τάχιστα.
«γ'. Τα πολεμικά και φορτηγά πλοία θέλουν συνοδευθή από αγγλικά ή
γαλλικά πλοία, και θέλουν έμβει μετ' αυτών εις τον λιμένα του
Νεοκάστρου, ή εις άλλους λιμένας της Πελοποννήσου διά τον άνω
ειρημένον σκοπόν.
«δ'. Τα πλοία ταύτα μετά τον εκ Νεοκάστρου απόπλουν των θέλουν
συνοδευθή επίσης έως της εμφανίσεως του λιμένος της Αλεξανδρείας.
«ε'. Ούτε ο Ιμπραχήμ Πασσάς, ούτε κανείς αξιωματικός εκ της
οικίας, ή του στρατεύματός του, τέλος πάντων κανείς εκ των
αναχωρούντων δεν θέλει δυνηθή να πάρη κανένα Έλληνα, εκτός εάν
αυτός εκείνος θέλη, είτε ανήρ, είτε γυνή, είτε παιδίον είναι.
«ς'. Ο Ε. Ιμπραχήμ Πασσάς αναχωρών εκ Πελοποννήσου, θέλει δυνηθή
ν' αφήση εις τα φρούρια των Πατρών, Χλουμουτζίου, Μεθώνης,
Κορώνης, και Νεοκάστρου φρουράν ικανήν εις υπεράσπισίν των.
Εγένετο εν Αλεξανδρεία της Αιγύπτου, ημέραν, μήνα, και έτος τ'
ανωτέρω.
_(Τ. Σ.) Σφραγίς του Πασσά._
ΕΔ. ΚΟΔΡΙΓΚΤΩΝ.
Αλλά και μετά την εν Ναυαρίνω (8]20 Οκτωβρίου 1827) σωστικήν διά
την Ελλάδα ναυμαχίαν, ήτις θεωρείται αποκλειστικόν έργον του
Άγγλου ναυάρχου Κόδριγκτων, η Πύλη πάλιν δεν ήθελε να υποχωρήση
εις τα της συνθήκης της 24]6 Ιουλίου 1827, προσκληθείσα δε
βραδύτερον τη 12 Νοεμβρίου των εν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτών
των ευεργετίδων δυνάμεων, να αναγνωρίση τα διά της συνθήκης
εκείνης εύλογα δίκαια των Ελλήνων, απεποιήθη και αύθις, όθεν τη
26 Νοεμβρίου οι πρεσβευταί ανεχώρησαν εκ Κωνσταντινουπόλεως
κατευθυνόμενοι εις Κέρκυραν, κατά διαταγήν των οικείων
κυβερνήσεων, όπως από κοινού μετά του Κυβερνήτου (8 Απριλίου
1828) φροντίσωσι περί της οριστικής λύσεως του ελληνοτουρκικού
ζητήματος κατά το πνεύμα της συνθήκης της 24]6 Ιουλίου. Αλλ' οι
πρεσβευταί ούτοι γράψαντες προς τον Καποδίστριαν εζήτουν
πληροφορίας στατιστικάς περί της Ελλάδος, ίνα έχωσιν αυτάς υπ'
όψει κατά τας εν Πόρω μελλούσας συνδιασκέψεις αυτών, ως είχεν
αναγγείλει τω Καποδιστρία ο Στ. Κάννιγγ. Επί τούτω ο κυβερνήτης
απηύθυνεν εγκύκλιον προς τα μέλη του _Πανελληνίου_ και τους
εκτάκτους επιτρόπους των επαρχιών, δι' ών εζήτει τας παρά των
ξένων πρεσβευτών αιτουμένας πληροφορίας εν συνόλω εις 28
ανερχομένας. Εζητήθη λ. χ. συνοπτική τις έκθεσις περί της εις τον
αγώνα μετοχής των κατ' ιδίαν τμημάτων της Στερεάς και των νήσων
παρείχετο δε ούτως ευκαιρία εις τον Καποδίστριαν να υπερμαχήση
της θεωρίας των _φυσικών ορίων_ συμπεριλαμβάνων και την
Θεσσαλίαν. Εζητήθη οποίος ήτο ο σχετικός πληθυσμός Ελλήνων και
Τούρκων κατά τε το 1821 και νυν, περί των προσφύγων, οίτινες
συνεπεία των πολεμικών συμβάντων είχον κατέλθει εκ των πέραν του
Ισθμού χωρών ζητούντες άσυλον, περί των βακουφίων, περί αγγαρειών
και φόρων περί της εις τον Σουλτάνον περιελεύσεως αδεσπότων ή
ακλήρων κτημάτων και της εθνικής εν γένει περιουσίας και τέλος
περί των εις το Διβάνιον δοθέντων φόρων, περί εκκλησιαστικών
δεκάτων, περί των πρώην τουρκικών κατά τόπους αρχών του τρόπου
του διορισμού αυτών, και περί των _δημοτικών δικαίων_ άτινα είχον
απολειφθή τοις Έλλησιν υπ' αυτήν την τουρκικήν δεσποτείαν. Ο
Καποδίστριας απαντών το τελευταίον ζήτημα, περί των γενομένων εις
το ελληνικόν πολίτευμα μεταβολών από του 1821, εξέθηκεν, εν
βραχεία συνόψει, τα έργα των τριών εθνικών συνελεύσεων, και
συνεπέρανε πανηγυρίζων θερμώς το ίδιον αυτού κυβερνητικόν
σύστημα, όπερ, ως παρετήρει, εκυρούτο διά της καθολικής
ψηφοφορίας του έθνους. Αλλ' η βραδύτης της αποστολής των
πληροφοριών αφ' ενός και η έλλειψις αφ' ετέρου τακτικής
συγκοινωνίας έπεισαν τον Καποδίστριαν να σκεφθή περί ιδρύσεως
_επισήμου του Κράτους Ταχυδρομείου_, εφ' ώ και κατά Σεπτέμβριον
1828 διά διατάγματος εκ Πόρου χρονολογουμένου συνίστα την ιδρυσιν
Ταχυδρομείου και εξέθετε τον διοργανισμόν αυτού κατά τα πρότυπα
των ευρωπαϊκών. Σημειωτέον όμως ότι το ταχυδρομείον τούτο διά τα
εντός του Κράτους δεν ήτο υποχρεωτικόν, ο δε θέλων ηδύνατο να
αποστείλη ό,τι ήθελε δι' άλλης προσφορωτέρας οδού· ουδεμίαν δε
σύμβασιν είχε και μετά των εξωτερικών ταχυδρομείων, προς ά αι
αποστολαί ενηργούντο δι' ιδιαιτέρων ευκαιριών. Ιδρύθησαν δε
ταχυδρομικά γραφεία εν Άργει, εν Τριπόλει, εν Επιδαύρω και Σύρω,
ών διευθυντάς διώρισε τους οικείους υγειονόμους. Εν δε τω
εσωτερικώ της χώρας ένθα δεν υπήρχον υγειονόμοι, ανετέθη η
διεύθυνσις αυτών ενί των δημογερόντων του τόπου. Δυστυχώς όμως εν
τη λειτουργία των ταχυδρομείων μεγάλη κατεδείχθη επέμβασις της
Κυβερνήσεως, ήτις έστιν ότι το απόρρητον των πεμπομένων επιστολών
μη σεβομένη αποσφράγιζε και ανεγίνωσκεν αυτάς προς ζημίαν των
αλληλογραφούντων. Ούτω δε διά της αποσφραγίσεως και παραβιάσεως
των επιστολών, συνελήφθησαν πολλοί τε άλλοι επίσημοι Έλληνες και
ο κληρικός Θεόκλητος Φαρμακίδης, όστις γράφων προς τον φίλον
αυτού Μ. Ρούφον εξέφραζε την χαράν επί τω πρωτοκόλλω της 10]22
Μαρτίου 1829 και την κατά του Κυβερνήτου δυσαρέσκειαν αυτού και
εφυλακίσθη επί ολόκληρον εξάμηνον.
Εν τω μεταξύ οι πρέσβεις των ευεργετίδων δυνάμεων κατέφθασαν εκ
Κερκύρας εις Πόρον, όπου, ως _επιτετραμμένος_ παρά τω Κυβερνήτη
εστάλη υπό της Ρωσίας ο κόμης _Μάρκος Βούλγαρης_, ολίγον δε
βραδύτερον και ο _Εδουάρδος Δάουκινς_, ως επιτετραμμένος της
Αγγλίας παρά τω Καποδιστρία. Η αποστολή των αντιπροσώπων τούτων
Αγγλίας και Ρωσίας ως και η αποστολή του Γαλλικού στρατού και του
βαρώνου Ζουσσώ Δεσαινδενύ (59) ως επιτετραμμένου της Γαλλίας ήτο
σημείον ευχάριστον, ότι ανεγνωρίσθη η προσωρινή κυβέρνησις της
Ελλάδος υπό των τριών ευεργετίδων δυνάμεων. Εν τούτοις, διά της
συνεννοήσεως των εν Πόρω πρέσβεων (Αύγουστος — Δεκεμβρίου 1828)
εξηκολούθει η εις τον στρατόν της κατοχής παράδοσις των φρουρίων
υπό του Ιβραχήμ. Παρεδόθησαν δε (24 Σεπτεμβρίου-18 Οκτωβρίου
1828) και τα φρούρια Νεοκάστρου, Κορώνης, Μεθώνης, Χλουμουτσίου,
Πατρών και Ρίου, άπερ κατά την ήν ανεγράψαμεν ανωτέρα συνθήκην
του Κόδριγκτων και Μεχμέτ Αλή κατείχοντο υπό Τούρκων και υψώθησαν
επ' αυτών αι των συμμάχων σημαίαι.
Μετά την εκκένωσιν της Πελοπονήσου από των Αράβων οι πληρεξούσιοι
των τριών δυνάμεων Γαλλίας, Αγγλίας και Ρωσίας υπέγραψαν το
πρωτόκολλον τόδε:
«Πρωτόκολλον της εν τω Αρχείω των Εξωτερικών γενομένης
συνδιαλέξεως τη 4)16 Νοεμβρίου 1828:
«Παρόντες: Οι πληρεξούσιοι της Μεγάλης Βρεττανίας, της Γαλλίας
και της Ρωσίας.
«Ο πληρεξούσιος της Γαλλίας εκοινοποίησεν ότι η πολεμική
εκστρατεία, ήτις απεφασίσθη υπό του πρωτοκόλλου της 7)19 του
παρελθόντος Ιουλίου (60) επλήρωσε τον κατ' ευθείαν και άμεσον
όρον αυτής, εμποδίζουσα όλως διόλου τας εχθροπραξίας εις την
Πελοπόννησον και αναγκάζουσα τα τουρκικά αιγυπτιακά στρατεύματα
να αναχωρήσουν εκείθεν. Καθυπέβαλεν επομένως εις συμβούλιον
διάφορα σχέδια, άπερ εμπεριέχονται εν τω επισυναπτομένω υπό
στοιχείων Α υπομνήματι και άπερ αποβλέπουσιν εις το να
εξασφαλίσωσιν από νέας εχθρικής επιδρομής τα υπό της συμμαχίας
ελευθερωθέντα μέρη, καθ' ήν στιγμήν τα Γαλλικά στρατεύματα
ετοιμάζονται να αναχωρήσωσιν.
«Οι κκ. Πληρεξούσιοι της Μεγάλης Βρεττανίας και της Ρωσίας
εξετάσαντες τα υπό του πληρεξουσίου της Γαλλίας παρουσιασθέντα
σχέδια εγνωστοποίησαν, ο πρώτος διά του επισυναπτομένου υπό
στοιχείον Β, και ο δεύτερος διά του υπό στοιχείον Γ, εγγράφου,
οποίον σχέδιον νομίζουσι κάλλιον να αποδεχθώσι.
«Τότε οι τρεις πληρεξούσιοι συνεφώνησαν:
«Να αφήσωσιν εις την Γαλλικήν Κυβέρνησιν να κρίνη αν είναι
αναγκαίον, μετά την αναχωρήσιν των Γαλλικών στρατευμάτων από της
Πελοποννήσου, να μένη εκεί προς καιρόν εν σώμα στρατιωτικόν.
«Η Πελοπόννησος, αι παρακείμεναι νήσοι και αι κοινώς καλούμεναι
Κυκλάδες να τεθώσιν υπό την προσωρινήν εγγύησιν των τριών Αυλών,
έως ού απεφασισθή οριστικώς η τύχη της Ελλάδος μετά της
συγκαταθέσεως και της Πύλης, χωρίς να εννούν διά τούτου να
προαποφασίσωσιν εις το παραμικρόν το περί των οριστικών ορίων της
Ελλάδος ζήτημα, όπερ θέλει αποφασισθή εν ταις μετά της Τουρκίας
νέαις διαπραγματεύσεσι.
«Και προς τούτοις εσυμφώνησαν να γνωστοποιήσουν αι τρεις Αυλαί
άνευ αναβολής εις την Οθωμανικήν Πύλην, διά διακηρύξεως ήν θέλει
προσκληθή ο εν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτής των Κάτω Χωρών να
εγχειρίση, ότι λαμβάνουσι την Πελοπόννησον, τας παρακειμένας
νήσους και τας Κυκλάδας υπό την προσωρινήν εγγύησίν των. Η
γνωστοποίησις αύτη επισυνάπτεται εις το παρόν πρωτόκολλον.
&Άβερδην, Πολινιάκ, Λίβεν&
Εν τω μεταξύ δε εν τω εκτός του Ισθμού Ελλάδι, ενώ μετά απόπειραν
(11-13 Σεπτεμβρίου) περί καταλήψεως του Αμβρακικού κόλπου διά
στολίσκου υπό τον _Πασάνον_ επί τέλους τη 21 Σεπτεμβρίου εισήλθον
εις τον κόλπον υπό τους ανδρείους Ανδρέαν Κωφόν, Κωνσταντίνον
Θεοφίλου και Αναστάσιον Παρασκευάν, εβύθισαν εκ των 10 τουρκικών
πλοίων μίαν κανονοφόρον, ηνάγκασαν να εξέλθη έν δικάταρτον εις
Σαλαχώραν. Κατά γην δε ο στρατός υπό τον φιλέλληνα _Δενσέλον_
κατέλαβε το Λουτράκι και διέκοψε την συγκοινωνίαν μεταξύ
Καρβασαρά, ός μόλις τη 13 Απριλίου 1829 παρεδόθη, και Πρεβέζης.
Αι δε εις Μέγαρα εκ Τροιζήνος πεμφθείσαι χιλιαρχίαι καίπερ εις
8,000 πληθυνθείσαι επί επτά μήνας διετέλουν άεργοι. Επί τέλους
εξεστράτευσαν (11 Αυγούστου 1828) η προπορεία υπό τον Κίτσον
Τσαβέλα και Ιωάννην Στράτον, εκυρίευσαν των επαρχιών Λοιδωρικίου
και Μαλανδρίνου εκδιώξαντες τους εν αυταίς Τούρκους. Μάτην δ'
επειράθησαν ο Αχμέτ Πρεβίστας κλεισθείς μέχρι της 22 Οκτωβρίου εν
Λομποτινοίς και οι Οσμάν πασάς και Ασλάμ Μπέης σπεύσαντες εξ
Υπάτης ναντιστώσιν. Ωσαύτως απέτυχε νικηθείς (22 Οκτωβρίου) και ο
φρούραρχος Αμφίσσης _Μεχμέτ Δέβολης_ εκστρατεύσας εις Αντίρριον
κατά του Πανομάρα και του Μαστραπά. Μετά δύο δ' ημέρας (24
Οκτωβρίου) εξεστράτευσε και σύμπας ο εν Μεγάροις στρατός
ηγουμένου του αρχιστρατήγου _Δημητρ. Υψηλάντου_. Η προπορεία
αυτού ηνάγκασε (30 Οκτωβρίου) 200 Τούρκους κεκλεισμένους εν τη
μονή του Αγίου Σεραφείμ (Δομπού) κειμένη επί των νοτίων υπωρειών
του Ελικώνος να παραδοθώσι τυχόντες όρων επιεικεστάτων, ως και οι
μετά δύο ημέρας εν Στεβενίκω παραδοθέντες κατά δήλωσιν αυτών
τούτων γραφείσαν εν Στεβενίκω τη αυτή ημέρα της παραδόσεως (2
Νοεμβρίου 1828). Αυθημερόν δε ανεκτήθη υπό των Ελλήνων η υπό του
Καραϊσκάκη δοξασθείσα Αράχωβα. Κατά τας ημέρας ταύτας (2-5
Νοεμβρίου) κατέλιπον τοις Έλλησιν αμαχητί και τον Ζεμενόν, την
μονήν του Οσίου Λουκά, την Λεβαδείαν, την Σκρηπούν (Ορχομενόν),
την επαρχίαν Αταλάντης, το Τουρκοχώρι, την Βουδωνίτσαν και είτα
την Ιτέαν και την Άμφισσαν (17 Νοεμβρίου) αντιστάντων μόνον (9
Νοεμβρίου) των εν Κακή Σκάλα και Άμπλιανη Αλβανών, εξ ών επί
τέλους εκείνοι μεν διεσκορπίσθησαν φονευθέντων τινών, ούτοι δε
εισελθόντες εις Άμφισσαν παρεδόθησαν (17 Νοεμβρίου) διά συμβάσεως
συν τη εν αυτή υπό τον Μεχμέτ Δέβολην φρουρά· είτα άπασα η
Ανατολική Ελλάς ηλευθερώθη μέχρι Λαμίας εξαιρουμένων των Θηβών
και της Αττικής. Εν δε τη Δυτική Ελλάδι μετά την αναχωρήσιν (23
Νοεμβρίου) των εν Καρπενησίω Τούρκων κατείχετο υπ' αυτών μόνον η
Βόνιτσα, ήτις και αύτη εκυριεύθη (17 Νοεμβρίου) εξ εφόδου. Μετ'
ου πολύ δε (23 του αυτού) η «Καρτερία» εκυρίευσε μεταξύ Στυλίδος
και Ευβοίας μιας κανονιοφόρου και τριών εμπορικών πλοίων, εν δε
τω Αμβρακικώ κόλπω ηφάνισαν όσα εκεί υπήρχον τουρκικά πλοία
Έλληνες ναύται υπό τον _Ανδρέαν Τενεκέν_, όστις και έπεσεν
ανδρείως πολεμήσας. Ενώ δε κατά γην, έν τε τη Πελοποννήσω και τη
Στερεά Ελλάδι και κατά την περί την κυρίως Ελλάδα θάλασσαν
υπεχώρουν οι Τούρκοι, τουναντίον εν Χίω και Κρήτη απεσβέννυτο
τελέως η επανάστασις· και η μεν εν Χίω κατεστάλη λυθείσης (7
Μαρτίου 1828) της πολιορκίας του φρουρίου, ενώ λαβών 6,000
διστήλων ο Φαβιέρος παρά του Κυβερνήτου ηδύνατο να εξακολουθήση
αυτήν. Εν δε Κρήτη μετά αψιμαχίας μικρού λόγου αξίας οι Έλληνες
ηττήθησαν (18 Μαΐου 1828) παρά το Φραγκοκάστελλον, ότε έπεσε και
ο ηρωικός ίππαρχος Χατζή-Μιχάλης, και απήλθον εκείθεν
συνθηκολογήσαντες (21 του αυτού). Μετά ταύτα δε καίπερ ο μεν
Μιαούλης κατέστρεψε (22 Μαΐου) τον τουρκικόν στόλον περί την
Μιτυλήνην, οι δε Κρήτες ενίκησαν (2 Αυγούστου) εν Μαλάξα και
Νεοκάστρω, η επανάστασις όμως εξέπνευσε (15 Οκτωβρίου 1828)
προτάσει του Άγγλου ναυάρχου, ουδ' ηδύνατο να διατηρηθή ελλείψει
των επιτηδείων.