φωνάξη, τέτοιαν ώραν, της πάπιες της, αίτινες, άλλως, θα είχον εύρη
την χαράν των, και, καθώς εβεβαίωσεν είς χωρικός όστις έλεγεν ότι
ειξεύρει απ' αυτά, βεβαίως «εκοιμώντο πλέουσαι εις το νερόν». Η φωνή
εκτάκτως οξεία, ήτο ίση με τον ήχον δέκα συριγγών, και δεν ηδύνατο να
είνε ανθρωπίνη. Κατά την λογικωτέραν τότε φανείσαν εξήγησιν, αύτος ο
άρχων του σκότους είχε τολμήσει να προβάλη το άσχημον ρύγχος του από
καμμίαν θυρίδα του ζοφερού αγνώστου, μέσα εις το υγρόν εκείνο έρεβος,
και μη δυνάμενος να κρύψη την μαύρην χαιρεκακίαν του, διότι έβλεπε
τους ανθρώπους να πλέουν ως να είχον μεταμορφωθή εις το γένος των
νησσών, έρρηξε την κραυγήν εκείνην του πικρού σαρκασμού προς την
ταλαίπωρον ανθρωπότητα.
Τέλος, μετά μακράς ώρας, μέγας άνεμος τυφών μανιωδώς εφύσησεν.
Εσίγησεν ο μονότονος ροίβδος της βροχής, ο βαθύς ρόχθος των κυμάτων
αντήχει τώρα από τον λιμένα, και ο φρενιαστικός συριγμός των
τροχαλιών, και η βάναυσος κλαγγή των αλύσεων, τας οποίας εξέσυρε κ'
έπαιζεν η τρικυμία. Σιμά εις πέντε ή έξ ογκώδη σκάφη, ασφαλώς
αραγμένα, ένα μικρόν κόττερον, νέο σκαρί, εφαίνετο να σαλεύη εις τον
γνόφον τον βαθύν, ανάμεσα εις το Δασκαλειό, το βραχώδες χθαμαλόν
νησίδιον, και εις τον παλαιόν Μώλον, δίπλα εις τα ρηχά, τα απλούμμενα
εκείθεν των εκβολών του χειμάρρου. Στιγμήν τινα, όταν ο άνεμος είχε
φθάσει εις το έπακρον της λύσσης του, κρότος οξύς ηκούσθη από το
κόττερον, όστις εξεχώριζε και από τον ρόχθον των κυμάτων και από τους
συριγμούς των τροχαλιών. Ήτον ως κραυγή αγωνίας.
Δύο ή τρεις θαλασσινοί κατοικούντες εις το παραθαλάσσιον, σιμά εις
την προκυμαίαν, είχον ανοίξει τα παράθυρά των και εκύτταζαν ανήσυχοι
τα χειμαζομένα πλοία. Ούτοι ενόησαν τι εσήμαινεν η κραυγή ή ο κρότος
αυτός. Ο είς εφώναξε προς τον γείτονά του·
— Ποιος να πάη, καπετάν-Στέργιο, να φωνάξη αυτόν τον Μήτρο, τον
νειόγαμπρο; Δεν το βλέπω καλά το κόττερο.
— Ποιος να πάη, καπετάν-Νικόλα! απήντησεν απαθής ο Στέργιος.
— Αλοί-α στον καϋμένον τον Φραγκούλα! είπεν ο πρώτος ομιλήσας.
Οι δύο ναυτικοί ήσαν με τα νυκτικά των. Άλλως είξευραν ότι ο
ιδιοκτήτης του μικρού σκάφους είχε συνήθειαν να κοιμάται κατ' οίκον,
η δε οικία του δεν είχε το πλεονέκτημα να είνε παραθαλασσία. Το
κόττερον ήτον «νέο σκαρί», και ο καπετάνιος του ήτον «νειόγαμπρος».
Μόνον υπήρχον εντός του πλοίου ο σύντροφός του, γέρων ναυτικός, ο
Κώτσος ο Φραγκούλας, όστις είχεν έργον να φυλάττη το πλοίον.
Μόλις εξέφερεν ο ονομασθείς Καπετάν-Νικόλας τον ελαφρόν εκείνον
ταλανισμόν, και ως απάντησις εις το &αλλοί& εκείνο φοβερός τριγμός
και κρότος μετά οξέος συριγμού αντήχησεν. Ήτον ως καγχασμός θαλασσίου
δαίμονος εις το σκότος. Μέσα εις την πάλην των στοιχείων και εις τον
ποικίλον ορυμαγδόν, άπειρον όμμα και μη εξησκημένον ωτίον τίποτε δεν
θα ηδύνατο να διακρίνη. Μόνον οι δύο πλοίαρχοι, από τα παράθυρά των,
πάραυτα ενόησαν και αφήκαν διπλήν κραυγήν.
— Πάει το κόττερο! είπε μετ' αληθούς πόνου ο Νικόλας. Κρίμα 'στο.
Κρίμα 'ς!
— Τύφλα! είπεν ανάλγητος, αυστηρός τιμητής ο Στέργιος.
Το πρωί όλοι έμαθον ότι η τρικυμία εξέσυρε τας αγκύρας του μικρού
κοττέρου, και το πλοίον εγένετο άφαντον, μαζύ με τον Κώτσον τον
Φραγκούλαν, τον μόνον επ' αυτού ναυβάτην. Ευρέθησάν τινες διά να
υπάγουν να κράξουν τον πλοίαρχόν του, του οποίου η οικία ευρίσκετο
ένα δρομίσκον παραμέσα από την προκυμαίαν αλλ' ήτο αργά πλέον.
Απόπειρα είχε γίνει, με μίαν μεγάλην σκαμπαβίαν με έξ κωπία, να
πλεύσωσι προς το νότιον μέρος, εις το στόμιον του λιμένος, με τον
λυσσώντα άνεμον τον πνέοντα από της ξηράς, αλλά δεν ημπόρεσαν να
«μπουτάρουν», ήτοι να κατευθυνθώσι προς τα εκεί. Το πλοίον είχε γίνει
άφαντον.
Την επαύριον είχε γίνει ευδία. Δεν υπήρχε πλέον η μικρά
φουσκοθαλασσιά κ' ελαφρά πνοή, ομοία με τον πείσμονα γρυσμόν του μετά
κόπου κατασιγασθέντος εξηγριωμένου σκύλου. Όλοι εσυλλυπούντο τον
νεαρόν καπετάν-Μήτρον, και όλοι έκαμνον, όπως συνηθίζουν οι ναυτικοί,
ή κατά πρόσωπον ή όπισθεν των νώτων, τας αμειλίκτους εκ των υστέρων
επικρίσεις των. Βέβαια, ο Μήτρος ήτο νέος κυβερνήτης. Έως τότε είχε
ταξειδεύσει επί χρόνους ως ναύτης εις μεγάλα πέλαγα με την σκούναν
του πατρός του. Επόμενον ήτο να είνε «ατζαμής» και να μην ειξεύρη
καλά ούτε από ακτοπλοΐαν ούτε πώς να «σιγουράρη» το πλοίον εις τον
λιμένα, αφού μάλιστα εκοιμάτο κατ' οίκον. Νειόγαμπρος, νέο σκαρί.
Αλοί-α στον Φραγκούλαν.
Ναι, ο Φραγκούλας ήτο γέρος, και ημπορεί να ήτο σχεδόν ανίκανος,
παράξενος, στραβός, μισοπάλαβος, αλλοίθωρος, αλλόκοτος και αλλόφρων.
Τον είχε διώξει η γυναίκα του. Επί τινα χρόνον έμενεν εις ένα κατώγι,
διά ψυχικόν. Επήγαινε με της βάρκες, εις ψάρευμα ή μικρούς ναύλους,
αλλά συνήθως εξενυχτούσε στο κατώγι. Τέλος, όταν έφτιασε το κόττερο ο
Μήτρος, όστις ήτο δεύτερος ανεψιός του, τον προσέλαβεν ως τακτικόν
συμπλωτήρα άμα και νηοφύλακα. Προς τι να υποχρεώνεσαι, του είπε,
«μπάρμπα», να κοιμάσαι στο ξένο κατώγι, αφού «καλλίτερα για σένα» σ'
έδιωξεν η γυναίκα σου; έλα να κοιμάσαι μέσ' το κόττερο, κάτω στην
πλώρη, που κάνει μεγάλη ζέστη, ζέφκι και καλοπερασιά.
Ο καϋμένος ο Κώτσος, ολίγας ημέρας πριν, είχε συμβή, εις την κηδείαν
ενός παλαιού γείτονός του, να εισέλθη εις τον ναόν, ενώ εψάλλετο η
νεκρώσιμος ακολουθία. Δεν ήτο τακτικά φιλακόλουθος. Μερικοί τον
επείραζαν και τον έλεγαν «φαρμασώνον». Αλλ' αυτός ήτο εξ
ιδιοσυγκρασίας σκεπτικός, ιδιότροπος εν τη ασυνειδήτω φιλοσοφία του.
Διήλθεν άνωθεν του χορού, προ των βαθμίδων του βήματος, κ' επλησίασεν
εις ένα νέον δημοδιδάσκαλον, όστις εσυνήθιζε να ψάλλη και κατά την
κηδείαν αυτήν ίστατο αριστερά βοηθών τους ιερείς, εις τον στίχον
«Κύριε, ανάπαυσον την ψυχήν του δούλου σου», τον οποίον επανελάμβανεν
εκ περιτροπής ο ψάλτης. Ο Φραγκούλας αλλοκότως εγέλασε, και είπε με
φωνήν σχεδόν ακουστήν·
— &Ανάθεμα& στην ψυχήν του δούλου σου; Τι λες, δάσκαλε;
Ο ψάλτης του ένευσε μόνον να σιωπήση. Και με κυκλοτερές βλέμμα προς
τους άλλους, τους εσύστησε να μη δώσουν προσοχήν, διά να μη γίνη
χασμωδία.
Ο Φραγκούλας μετ' ολίγον και πάλιν επανέλαβε·
— Τι τους ψαίλνετε;... Τι τους κάνετε νάνι-νάνι;... Όλοι στ' ανάθεμα
θα πάμε!...
Ο διδάσκαλος και πάλιν του ένευσεν αυστηρώς. Και ο Κώτσος
απεμακρύνθη.
Και μετ' ολίγας ημέρας επέπρωτο ο γέρων ούτος ναυτικός, όστις την
πρωίαν εκείνην — τις οίδε; — με την πένθιμον εκείνην ευθυμίαν του
άλλην πρόθεσιν ίσως δεν είχεν, ειμή να υποδείξη το μάταιον και το
συνθηματικόν και το αγοραίον πάσης ανθρωπίνης συνηθείας, ως και αυτής
της νεκρωσίμου πομπής· ο γέρων ούτος, όστις δεν ήτο ειμαρμένον ν'
αξιωθή ούτε της εσχάτης παραμυθίας, ούτε της κηδεύσεως, έμελλε να ίδη
όλην την φοβεράν, την δαιμονιώδη πομπήν, όλων των στοιχείων τ'
ουρανού, των ανέμων, των κυμάτων την φρικώδη συνοδείαν ορχουμένην
μανιωδώς περί την γηραιάν κεφαλήν του, γύρω εις την λευκήν ακτένιστον
κόμην του· κ' έμελλεν εν τριγμώ αλύσεων και τροχαλιών και αρμένων να
καταποντισθή εις το κύμα «άψαλτος, ασαβάνωτος, αμοιρολόγητος».
ΦΩΤΑ ΟΛΟΦΩΤΑ
Εκινδύνευε να βυθισθή εις το κύμα η μικρή βάρκα του Κωνσταντή του
Πλαντάρη, πλέουσα ανάμεσα εις βουνά κυμάτων, έκαστον των οποίων ήρκει
διά να ανατρέψη πολλά και δυνατά σκάφη και να μη αποκάμη, και εις
αβύσσους, εκάστη των οποίων θα ήτο ικανή να καταπίη εκατόν καράβια
και να μη χορτάση. Ολίγον ακόμη και θα κατεποντίζετο. Άγριος εφύσα
βορράς, οργώνων βαθέως τα κύματα, και η μικρά φελούκα διά να μην
αρμενίζη κατεπάν' τον αέρα, είχε μαϊνάρει το πανί της, και είχε
μείνει ξυλάρμενη και ωρτσάριζε κ' εδοκίμαζε να κάμη βόλταις. Του
κάκου. Μετ' ολίγον η θάλασσα επήρε τον ελεεινόν φελλόν εις την
εξουσίαν της, και ο άνεμος τον έσυρεν εδώ κ' εκεί, και ο Κωνσταντής ο
Πλαντάρης εξέμαθεν εις την στιγμήν όσας βλασφημίας είξευρε και
ησχολείτο να κάμη την προσευχήν του, ενώ ο μικρός σύντροφός του, ο
ναύτης Τσότσος, νέος δεκαεπτά χρόνων, εγδύνετο και ητοιμάζετο να πέση
εις την θάλασσαν, ελπίζων να σωθή κολυμβών, και ο μόνος επιβάτης των,
ο ζωέμπορος Πραματής, έκλαιε και εύρισκεν ότι δεν ήξιζε τον κόπον ν'
αρμενίση τις τόσην θάλασσαν διά να πνιγή, αφού η γη ήτο ικανή να
σκεπάση με το χώμα της τόσους και τόσους.
Εκινδύνευε ν' αποθάνη από τους πόνους η Μαχώ, η γυναίκα του Κωνσταντή
του Πλαντάρη, νεόγαμος, πρωτάρα. Η Πλανταρού, η πεθερά της, είχε
καλέσει από το βράδυ της προλαβούσης ημέρας την μαμμήν την Μπαλαλού
και την εμπροσθινήν την Σωσάνναν. Αι δύο γυναίκες, τεχνίτισσαι εις το
είδος των και η μήτηρ του συζύγου της κοιλοπονούσης, φιλόστοργος, ως
πάσα πενθερά ήτις δεν επιθυμεί τον θάνατον της νύμφης της όταν αύτη
είνε πρωτάρα, πριν βεβαιωθή ότι θα επιζήση το παιδίον διά να
ασφαλισθή η κληρονομιά της προικός, επροσπάθουν όσον το δυνατόν να
ανακουφίσουν τους πόνους της ωδινούσης. Και είχεν ανατείλει ήδη η
άλλη ημέρα και ακόμη η γυνή εκοιλοπόνει, και η μαμμή η εμπροσθινή και
η πενθερά συνεπόνουν με αυτήν, και ο καλογερόπαπας του Μετοχίου του
Αγίου Σπυρίδωνος είχε λάβει εντολήν να ψάλη μικράν και μεγάλην
παράκλησιν προς βοήθειαν της ωδινούσης.
Το σπιτάκι έκειτο επάνω εις την κορυφήν του μικρού νησιδίου προς
μεσημβρίαν. Την πρωίαν της Παρασκευής, η βάρκα του Πλαντάρη είχε φανή
αντικρύ αγωνιώσα εις τα κύματα, και δύο παιδία του γιαλού, απ'
εκείνα που περνούν τον καιρόν των κάτω από τον αρσανάν, μη γνωρίζοντα
επί της ξηράς άλλην διατριβήν από τας συρμένας έξω φελούκας, ούτε
άλλο παιγνίδι από την θάλασσαν, ήλθαν να πάρουν τα συχαρήκια της
Πλανταρούς, ακούσαντα την είδησιν από πορθμείς, οι οποίοι είχαν
αναγνωρίσει μακρόθεν την βάρκαν. Και τότε η Πλανταρού είδε κ'
εκατάλαβεν από την τρικυμίαν όπου ήτο εις το πέλαγος, ότι η βάρκα
ανεβοκατέβαινεν εις τα κύματα κ' εκινδύνευε να βουλιάξη, και τότε
ενόησε τι θα 'πη νάχη κανείς «δυο χαρές και τρεις τρομάρες». Διότι
διπλή μεν χαρά θα ήτο να έφθανεν αισίως ο υιός της, να εγέννα με το
καλόν και η νύμφη της· τριπλή δε τρομάρα ήτον ο κίνδυνος του υιού
της, ο κίνδυνος της νύμφης της και ο κίνδυνος του προσδοκωμένου
νεογνού. Ίσως δε θα ήτο τετραπλή η τρομάρα, αν προσετίθετο και ο
φόβος μήπως τυχόν και η νύμφη της γεννήση αισίως... θήλυ.
Επάνω εις την κορυφήν του λόφου, ευρίσκετο μονήρες το σπιτάκι, και
κάτω εις την ακρογιαλιάν ήτο κτισμένον το χωρίον. Διακόσια σπίτια
αλιέων, πορθμέων και ναυτών. Έν μίλιον απείχε το σπιτάκι από το
χωρίον. Υπήρχε μικρός επικεφαλής όρμος, αλλά δεν ήτο λιμήν. Έβλεπε
μόνον προς μεσημβρίαν. Η αγωνία της βάρκας του Πλαντάρη ήτο ορατή από
την πολίχνην, ορατή και από τον μεμονωμένον οικίσκον.
Η Πλανταρού ήρχισε τότε να μέμφεται πικρώς τον υιόν της διά την
τόλμην και την αποκοτιά του. Τι ήθελε, τι γύρευε, τέτοιαις μέραις, να
κάμη ταξείδι; Δεν άκουε, ο βαρυκέφαλος, τη μάννα του, τι του έλεγε.
Ακόμη τα Φώτα δεν είχαν έλθει. Ο Σταυρός δεν είχε πέσει στο γιαλό.
Τον αβάσταχτο είχε; Δεν εκαρτερούσε ο απόκοτος δύο τρεις ημέραις, να
φωτισθούν τα νερά, ν' αγιασθούν η βρύσες και τα ποτάμια, να φύγουν τα
σκαλικαντζούρια; Καλά να πάθη, γιατί δεν την άκουσε.
Όσον υψώνετο ο ήλιος προς το μεσουράνημα, τόσον ηύξανε και η αγωνία
της Πλανταρούς. Η νύμφη της υποστηριζομένη όπισθεν από την Μπαλαλού
και κρεμαμένη έμπροσθεν από τον τράχηλον της Σωσάννας, εμούγκριζεν ως
αγελάδα. Ο άνεμος εκεί κάτω, εις το πέλαγος, εφαίνετο ότι απεμάκρυνε
το πλοιάριον αντί να το προσεγγίζη εις την ακτήν. Η βάρκα ολονέν
εξέπεφτε μακρύτερα, αισθητώς εις το βλέμμα. Εις την νύμφην της η
Πλανταρού εφυλάχθη να είπη τίποτε. Μόνον εξήρχετο συχνά εις τον
εξώστην, προσποιουμένη ότι ήθελε να κουβαλήση το έν ή το άλλο, και
έμενεν επί μακρόν κ' εκύτταζεν. Δεν επανήρχετο ειμή αν την ανεκάλει η
μαμμή η Μπαλαλού.
Επλησίαζεν ήδη μεσημβρία, και η αγωνία της Πλανταρούς έφθασεν εις το
κατακόρυφον. Δεν εφαίνετο πλέον να υπάρχη ελπίς. Ο υιός της θα
επνίγετο εκεί εις το άσπλαγχνον πέλαγος, και την νύμφην της με το
έμβρυον θα την εσκέπαζεν η «μαύρη γης».
Τέλος, η γραία απέκαμε. Η βάρκα έγινεν άφαντη... Και η σύζυγος του
υιού της εγέννησεν... άρρεν. Ω! το στρίγλικο, το κακοπόδαρο, ω! το
γρουσούζικο, όπου ψωμόφαγε τον πατέρα του!
Πνίξτε το! Σκοτώστε το! Τι το φυλάτε; Πετάτε το στο γιαλό, να πα να
βρη τον πατέρα του! Κι' αυτή, η γουρουνοποδαρούσα η μάνα του, αυτή η
πρωτάρα, η στερεμμένη, αυτή η λεχώνα η λοχεμμένη!... Ειμπορείς,
μαμμή, να την καρυδοπνίξης, κειδά που θα ψοφολογήση, στο κρεββάτι
της, να στραμπουλήξης με τη χεράρα σου και της κλήρας το λαιμό, να
πούμε πως εγεννήθηκε πεθαμμένο το παιδί, και πως η μάνα ετελείωσε,
καθώς κάθισε στα σκαμνιά, ειμπορείς;
Δεν την εσκέπασεν η μαύρη γης την ταλαίπωρον μητέρα ομού με τον
καρπόν των σπλάγχνων της, και το πέλαγος ίλεων δεν έπνιξε τον πατέρα.
Ο Πλαντάρης είχε τελειώσει προ πολλού την προσευχήν του, και ο μικρός
ναύτης ο Τσάτσος είχε φορέσει εκ νέου το υποκάμισον και την
περισκελίδα του. Ο ζωέμπορος ο Πραματής επείσθη ότι ήτο καλός
χριστιανός και ότι ήτο προωρισμένος να ταφή εις ευλογημένον χώμα. Ο
άνεμος είχε κοπάσει περί το δειλινόν, και ο κυβερνήτης ανέλαβε το
κράτος του επί του μικρού σκάφους. Έπιασε δυνατά το τιμόνι και με τα
πολλά ορτσαρίσματα ήλθεν η φελούκα εις μέρος απαγγερόν, δίπλα εις την
ξηράν ολίγα μίλια απώτερον του μικρού όρμου. Διά τούτο η βάρκα είχε
γίνει άφαντος εις τα όμματα της Πλανταρούς, ήτις δεν είχε παύσει ν'
αγναντεύη από το ύψος του εξώστου. Έφθασε δε ασφαλώς εις τον όρμον,
ευθύς ως έπεσεν εντελώς ο άνεμος, βασίλεμμα ηλίου.
Δεύτερα συχαρήκια επήραν της Πλανταρούς. Ο υιός της, αποστάζων άλμην,
κατάκοπος, θαλασσοπνιγμένος, έφθασεν εις το σπιτάκι άμα ενύκτωσε, κ'
εκεί μόνον έμαθε την ευτυχή είδησιν, ότι η συμβία του τού είχε
γεννήσει κληρονόμον.
Την επαύριον ήσαν Φώτα. Την άλλην ημέραν ολόφωτα. Την εσπέραν της
μεγάλης εορτής, άμα τη τριημερεύσει της λεχούς και του παιδίου,
έβαλαν την σκαφίδα κάτω εις το πάτωμα και την εγέμισαν με χλιαρόν
νερόν βρασμένον με δάφνας και με μύρτους. Επρόκειτο να τελέσουν τα
«κολυμπίδια» του παιδίου.
Η καλή μαμμή η Μπαλαλού εξήπλωσε το βρέφος μαλακά επί των ηπλωμένων
κνημών της και ήρχισε να λύη τα σπάργανα. Είχε νυχτώσει. Μία λυχνία
και δύο κηρία έκαιον επί χαμηλής τραπέζης. Το παιδίον, παχύ,
μεγαλοπρόσωπον, με αόριστον ροδίζοντα χρώτα, με βλέμμα γαλανίζον και
τεθηπός, ανέπνεε και ησθάνετο άνεσιν, καθ' όσον απηλλάσσετο των
σπαργάνων. Εμειδία προς το φως το οποίον έβλεπε, κ' έτεινε την μικράν
χείρα διά να συλλάβη την φλόγα. Την άλλην χείρα την είχε βάλει εις το
στόμα του, κ' επιπίλιζεν, επιπίλιζε. Τι ησθάνετο; απερίγραπτον.
Η καλή μαμμή αφήρεσεν όλα τα σπάργανα, απέσπασεν αβρώς την φουστίτσαν
και το υποκάμισον του βρέφους και το έρριψεν απαλώς εις την σκαφίδα.
Ήρχισε να το πλύνη και να αφαιρή τα άλατα, με τα οποία το είχε
πιτυρίσει κατά την στιγμήν της γεννήσεως, αφού το είχε αφαλοκόψει.
Αφήρεσε και το βαμβάκιον, με το οποίον είχε περιβάλει τας παρειάς και
την σιαγόνα του παιδίου, διά να κάμη άσπρα γένεια.
Έλαβε την «μασσάν», την σιδηράν λαβίδα από την εστίαν, και την έβαλε
μέσα εις την σκάφην διά να γίνη το παιδίον σιδεροκέφαλον.
Το βρέφος ήρχισε να κλαυθμηρίζη, ενώ η μαμμή εξηκολούθει να το πλύνη
μαλακά, και να το υποκορίζεται άμα: «Όχι, χαδούλη μ', όχι, χαδιάρη
μ'! όχι κεφαλά μ', πάπο μ', χήνο μ'»! Και συγχρόνως ο πατήρ, η μήτηρ,
η μάμμη Πλανταρού και άλλοι συγγενείς και φίλοι παρόντες, έρριπτον
αργυρά νομίσματα, διά ν' ασημώσουν το παιδίον. Τα επέθετον αβρώς επί
του στέρνου και της κοιλίας του βρέφους, και ολισθαίνοντα έπιπτον εις
τον πάτον της σκάφης.
Το παιδίον δεν έπαυε να κλαίη, και η μαμμή το εκολύμβιζεν ακόμη, το
εκολύμβιζε. Καλύμβα, τέκνον μου, εις την σκάφην σου, κολύμβα, και
απόβαλε την άλμην σου εις το γλυκόν νερόν. Θα έλθη καιρός ότε θα
κολυμβάς εις το αλμυρόν κύμα, καθώς εκολύμβησεν όλος, χθες ακόμη, ο
πατήρ σου με την σκάφην του. «Φωνή Κυρίου επί των υδάτων, ο Θεός της
δόξης εβρόντησε, Κύριος επί υδάτων πολλών».
Την επαύριον, εορτήν της Συνάξεως του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού,
έμελλε να βαπτισθή το παιδίον, επειδή είχε συμβή να γεννηθή ούτω τας
παραμονάς της εορτής, πριν περάσουν όλως τα Φώτα. Αλλά την εσπέραν,
μετά τα κολυμπίδια, δείπνον παρετέθη εις την οικίαν. Η μαμμή εμάζωξε
μετά προσοχής όλα τα αργυρά κέρματα, ημιτάλληρα και σβάντζικα και
δραχμάς, τα εκομβόδεσεν εις το μανδήλιόν της, ενώ οι παρεστώτες
εφώναζαν γύρωθεν: «Να ζήση! σιδεροκέφαλος! » και επηύχοντο εις την
μαμμή «καλή ψυχή».
Είτα η Μπαλαλού εσπόγγισε καλώς το παιδίον με μέγα λευκόν προσόψιον,
του εφόρεσε καινούργιο λευκόν υποκαμισάκι και ποδίτσαν, το ανέκλινεν
επί των κνημών της, και ήρχισε να το περιβάλλη με τα σπάργανα.
Ο ζωέμπορος ο Πραματής είχεν έλθει εις τα κολυμπίδια, και εδήλωσεν
ότι επεθύμει να γίνη ανάδοχος του βρέφους, εις μνήμην του προχθεσινού
εν θαλάσση κινδύνου και της διασώσεως.
Ο μικρός ναύτης ο Τσάτσος είχεν έλθει έως την θύραν, και ίστατο
θεωρών μακρόθεν την τελετήν του κολυμβήματος. Ο γείτων ο Δημήτρης ο
Σκιαδερός, πρωτεξάδελφος του Κωνσταντή του Πλαντάρη, δεν είχε φανή
εις την οικίαν από πέρυσιν, από την ημέραν του γάμου. Αλλά την
εσπέραν ταύτην επήρε την γυναίκα του την Δελχαρώ και τα παιδιά του,
εκ των οποίων δύο εκράτει αυτός αρμαθιαστά από την μίαν χείρα, το έν
πενταετές και το άλλο τετραετές, τρίτον διετές έφερεν υπό την
μασχάλην, έν πενταμηνίτικον βρέφος εβύζαινεν εις τους κόλπους της η
γυνή του, και δύο άλλα επτά και οκτώ ετών την ακολούθουν κρατούμενα
από το φουστάνι της, κ' επαρουσιάσθη χαμογελών, χαίρων διά την χαράν
του συγγενούς του, γεμάτος από ευχάς και συγχαρητήρια.
Εκάθισαν όλοι εις την τράπεζαν. Δεξιά η Μπαλαλού η μαμμή, αριστερά η
μπροσθινή η Σωσάννα, καταμεσής ο πατήρ του νεογνού. Δεξιόθεν της
Σωσάννας η Πλανταρού, κατόπιν ο ζωέμπορος ο Πραματής και δύο τρεις
άλλοι. Το λοιπόν του χώρου κατείχετο από τον Δημήτρην τον Σκιαδερόν
και από την φαμελιά του.
Ήρχισαν να τρώγουν. Τα παιδιά του Δημήτρη του Σκιαδερού δεν
εταιριάζοντο εύκολα. Εφώναζαν, εγρίνιαζαν κ' εθορυβούσαν. Το ένα
ήθελε τσιτσί, δεν ήθελε μαμμά. Το τρίτον κλαυθμηρίζον εζήτει βρυ. Το
τέταρτον ήθελε γλυκό, δεν του ήρεσκε το τυρί. Η ταλαίπωρος η λεχώ
υπέφερε κάπως από τον θόρυβον.
Ήρχισαν αι προπόσεις. Ηύχοντο εις τον πατέρα να του ζήση και εις την
λεχώ «καλή σαράντισι». Πρώτη έπιεν η μαμμή, δεύτερος ο πατήρ, τρίτη η
γραία Σωσάννα η μπροσθινή.
Όταν ήλθεν η σειρά της Πλανταρούς να πίη εις την υγείαν της νύμφης
της, ευχήθη με τρεις διαφόρους τόνους φωνής·
— Εβίβα, νύφη, με καλό να σαραντίσεις... Κι' ό,τ' είπα, παιδάκι
μ'... αστοχιά στο λόγο μου!
ΓΙΑ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ
Απ' όλας τας οικοκυράς, όσαι εώρταζον τα ονόματα των συζύγων των την
7 Ιανουαρίου ημέραν του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, καμμία δεν ήσκει
μεγαλειτέραν καθαριότητα, λεπτότητα και ιδιοτροπίαν παρ' όσην η κυρά
Διαμαντηρείζενα, η σύζυγος του καπετάν-Γιάννη του Τζαφέρη. Ο καπετάν-
Γιάννης, αφού είχεν αλλάξει δύο ή τρεις βρατσέρες, ένα γολεττί, ένα
«λόβερ», και δύο σκούνες, όλα σκάφη, έκαστον των οποίων δεν εκράτησε
παραπάνω από δύο έτη εις την κατοχήν του — άμα εύρισκε καλόν
αγοραστήν τα εξέκαμνε το έν μετά το άλλο, και τέλος εκ των διαφόρων
τούτων πωλήσεων, αφού έκαμε τον ισολογισμόν τον, ευρέθη να έχη
αυξήσει κατά οκτώ ή δέκα χιλιάδας δραχμάς το αρχικόν κεφάλαιον, το
οποίον κατείχεν όταν εναυπήγει την πρώτην του βρατσέραν, μη
υπερβαίνον τας τρισχιλίας δραχμάς.
Λοιπόν, νέος ακόμα, σαρανταπέντε ετών, επειδή είχε πάθει και ολίγον
από έν μικρόν ξεπάγιασμα εις τας κνήμας, εβαρύνθη την θάλασσαν και
άνοιξε ένα καλόν μαγαζάκι, κατάμπροστα στην Κολώναν, εις τα άνω της
παραθαλασσίας αγοράς, ακριβώς όπου οι άλλοι εμποροπλοίαρχοι των
παλαιών ημερών έδεναν τα καραβάκια τους, με γερά παλάμια και με
διπλάς αγκύρας, από του Νοεμβρίου μέχρι του Μαρτίου μηνός, διά να
παραχειμάσουν εις την πατρίδα, διά ν' απολαύσουν το θάλπος της
εστίας, και μη χάσουν, κοντά εις τους εχίνους και τα οστρείδια, και
τους αστακούς τους μαγειρευτούς με μάραθα, και τα οχταπόδια τα
τηγανιστά με όξος, της τυρόπητταις και τα «τυλιχτά» και τα
«καλαπόδια» και «της γρηαίς» ή μεγάλαις τηγανίταις και τόσα άλλα
«χάδια της κοιλιάς», όσα αι καλαί οικοκυράδες είξευραν τόσον
περιτέχνως να παρασκευάζουν διά τους συζύγους και τους υιούς των τους
θαλασσοδαρμένους και ζητούντας της εστίας την αναψυχήν. Το καραβάκι
το δικό του, ο Γιάννης ο Τζαφέρης, καθώς έλεγε κοινώς, το άραξεν
ασφαλώς εις την ξηράν, εν τη πλατεία της Εκκλησίας, διά ν' αντικρύζη
με τα πλωτά καράβια των θαλασσινών, των πρώην συναδέλφων του.
Η οικιακή άνεσις και γαλήνη του πρώην ναυτικού ήτο σχεδόν εντελής. Η
γυνή του, ολιγότεκνος, είχε γεννήσει ένα υιόν, άλλο έν νεκροτόκιον,
έν θυγάτριον αποθανόν βρέφος, και πλέον ου. Το τέκνον του ο Κώστας,
όστις είχε μεγαλώσει και ήτο ήδη έφηβος, ήτο το μόνον στόλισμα της
μητρός, η μόνη του πατρός βακτηρία. Έν μόνον παράπονον είχεν ο
καπετάν-Γιάννης. Η Διαμαντηρείζενα, αν και εξόχως καλή οικοκυρά,
ήτον, ως είπομεν, εις άκρον λεπτολόγος όσον αφορά την καθαριότητα της
οικίας της.
Η μικρά οικοδομή εις την βορειοανατολικήν εσχατιάν της πολίχνης,
συνορεύουσα με κήπους, μυρίζουσα εξοχήν και άνοιξιν, συνίστατο από έν
ανώγεων μετά ισογείου κάτω και από έν υπερώον εις το οποίον ανήρχετό
τις διά σκάλας έξ επτά βαθμίδων. Λέγομεν &ανήρχετό τις&, απλώς διά το
σύνηθες της εκφράσεως, διότι άλλως είνε πολύ αμφίβολον, εάν τις
«ανήρχετό» ποτε εις το άδυτον εκείνο. Η κυρά Διαμαντηρείζενα τόσον το
άσπριζε, το ασβέστωνε, το εσφουγγάριζε, το επαράκαμνε — σχεδόν
καθημερινώς — το ανωφερές εκείνο άδυτον του οίκου, όπου είχε τα
Εικονίσματα με την κανδήλαν, ολίγα κιβώτια, ένα κομμόν, καναπέν κτλ.,
ώστε τούτο ήστραπτε κυριολεκτικώς από την λευκότητα και την
καθαριότητα. Ουδέποτε επ' ουδενί λόγω θα επέτρεπεν εις τον σύζυγόν
της, εις τον υιόν της, εις την μητέρα της, εις την αδελφήν της, εις
την πενθεράν της, εις την ανδραδέλφην της, ν' αναβώσιν εκεί επάνω.
Αυτή και μόνη ανέβαινε, συνήθως άπαξ της ημέρας, την ώραν καθ' ην
ηκούετο ο κώδων του εσπερινού, διά ν' ανάψη το κανδήλι, να κάμη τον
σταυρόν της, και να θυμιάση. Προς τούτο είχεν έν ζεύγος από
λευκοτάτας εμβάδας, τας οποίας εκεί επάνω μόνον εφόρει. Ανέβαινε με
τας συνήθεις γόβας της έως το κεφαλόσκαλον, τας άφηνεν εκεί και
εφόρει τας ιδιαιτέρας εμβάδας ή κουντούρες. Είχε και δύο ή τρία
«πατήματα» ή «ψαθιά», καθαρώτατα, στρωμένα κατ' αποστάσεις, ανά έν
ήμισυ βήμα, όπως ρίπτουν εις τα ποτάμια και τα περάματα των χειμάρρων
λίθους εδώ-εκεί κατά πλάτος του ρεύματος, διά να πατήτουν· επάτει εις
αυτά και μετ' ευλαβείας επλησίαζεν εις το εικονοστάσιον, διά να
εκπληρώση τα προς τους Εφεστίους χρέη.
Ο άλλος, ο καπετάν-Γιάννης, διηγείτο ταύτα κατά το φαινόμενον
παραπονούμενος, ίσως μάλλον πράγματι ευχαριστημένος, εις τους
στενωτέρους φίλους του.
— Ακού εσύ, βρε αδελφέ!... Να έχη βάλη όλο το σεβντά της στο σπίτι
της, στο προικιό της, στο επάνω πάτωμά της! Να θέλη και καλά, να το
κάμη να μιλή, να φέγγη, ν' αστράφτη!... Δεν λυπάται τον κόπο της, η
σκύλα, ν' ασβεστώνη τρεις φορές την εβδομάδα, πέντε φορές την
εβδομάδα να σφουγγαρίζη!... Μ' έχει αφανίσει στον ασβέστη, δεν
προφταίνω να της αγοράζω σφουγγάρια... Κάθε Σάββατο έρχεται ο
Στέργιος ο Καμινής και μου γυρεύει λεπτά... Τακούτε σεις!... Οι
βουτηχτάδες, οι Καλύμνιοι, οι Αιγηνίτες, οι Τρικεριώτες, δεν έχουν
άλλο μουστερή από μένα... Μάθανε τώρα το δρόμο, και πηγαίνουν τα ίσα
— στο σπίτι. «Σφουγγάρια καλά! Σφουγγάρια καλά!» Απ' το Θεό να τωύρη,
η σκύλα, μ' αφάνισε...
Αλλά και το κάτω πάτωμα, η συνήθης κατοικία της οικογενείας, δεν
έμενεν οπίσω εις την καθαριότητα και την επιμέλειαν εκ μέρους της
οικοκυράς. Η εστία, οι τοίχοι, η οροφή, όλα έλαμπον. Το πάτωμα ήτο
στρωμένον με ψάθες και με μεντέρια, τα οποία κάθε πρωί, συχνά και το
βράδυ, εξεστρώνοντο, ετινάσσοντο επιμελώς, εσκουπίζετο το πάτωμα,
είτα εσφουγγαρίζετο, πότε όλον, πότε μέρος, και πάλιν τα μεντέρια
εστρώνοντο και διηυθετούντο μετά φιλοκαλίας, ώστε να εζήλευε κανείς
να τα βλέπη.
Έν απόγευμα, η Διαμαντηρείζενα συνέβη ν' ανακαλύψη — ανήκουστον
πράγμα — ένα κοριόν έρποντα επί της ψάθας, προϊόν μη έχον δικαίωμα
εισόδου εις την οικίαν. Υπώπτευσεν αμέσως ότι το ζωύφιον θα είχε
πέσει από το φόρεμα μιας πτωχής γειτόνισσας, ήτις προ μικρού είχεν
έλθει να ζητήση εν δοχείον ελαίου δανεικόν. Τόσον εσυγχίσθη, ώστε ενώ
προ μιας ώρας μόλις είχε στεγνώσει το πάτωμα από το πρωινόν
σφουγγάρισμα και μόλις είχε στρώσει τα μεντέρια, αμέσως εβάλθη εις
νέον κόπον πάλιν, κι' άρχισε να τα ξεστρώνη όλα, ψάθες, κυλίμια,
μαξιλάρες, μεντέρια, και να τα μεταφέρη έξω εις την αυλήν, να τα
τινάζη εκ νέου, να ερευνά λεπτομερώς το πάτωμα, και τέλος, όταν δεν
εύρε που δεύτερον άτομον του μυσαρού ζωυφίου, απεφάσισε να στρώση εκ
νέου όλα τα μεντέρια της.