Κατά την Σύναξιν Αγίου Ιωάννου, την επαύριον των Φώτων, εώρταζεν, ως

είπομεν, και ο καπετάν-Γιάννης ο Τζαφέρης, μαζί με όλους τους άλλους

Γιάννηδες. Υπήρχον δε πολλοί εις το χωρίον — σχεδόν πάσα τρίτη οικία

είχε ένα Γιάννην — τους οποίους είξευρον ακριβώς όλους, και είχον

τον κατάλογον, οι δύο πιστοί φίλοι, ο Αποστόλης ο Καλούμας και ο

Πέτρος ο Γύφταρος, αμφότεροι βαστάζοι της αγοράς. Εδέχετο δε

εξαιρετικώς κατ' εκείνην την ημέραν η Διαμαντηρείζενα όλους τους

επισκέπτας, όλον το χωρίον, σχεδόν χωρίς να μορφάζη. Την ημέραν

εκείνην έκαμνε θυσίαν το κάτω πάτωμα της οικίας της. Είχεν όμως

ιδιαιτέραν υπηρεσίαν διωργανωμένην εις την αυλήν, ένδοθεν της

αυλόπορτας, διά τα ξυπόλητα και τους μάγκες της αγοράς, τους οποίους

εφίλευεν εκεί διά χειρός της μητρός της ή της αδελφής της, χωρίς να

τους επιτρέπη να εισέλθωσιν εις την οικίαν.

Μίαν χρονιάν, πριν έλθωσιν ακόμη αι μεγάλαι εορταί του χειμώνος, οι

δύο ειρημένοι πιστοί φίλοι, ο Αποστόλης ο Καλούμας κι' ο Πέτρος ο

Γύφταρος, διαβολική συνεργεία είχαν μαλλώσει μεταξύ των. Κατά τάλλα

έτη εσυνήθιζαν οι δύο να πηγαίνουν «κονσέρβα», ως έλεγαν, δηλ. ως δύο

συμπλέοντα πλοία, να φέρουν γύραν εις όλας τας οικίας όσαι εώρταζον,

και του Αγίου Νικολάου και του Αγίου Ιωάννου και τας άλλας εορτάς τας

εχούσας πολλά ονόματα. Οι δύο αχώριστοι φίλοι, ο είς στολισμένος τα

εορτάσιμα, ο έτερος με τα μόνα ενδύματά του, ο πρώτος φέρων εις τους

πρησμένους πόδας του πατημένα πέδιλα, ο δεύτερος ανυπόδητος, άρχισαν

το πρωί, απολείτουργα, την περιοδείαν των από την μίαν άκρην της

κωμοπόλεως εις την άλλην.

Μίαν φοράν, ο Πέτρος ο Γύφταρος, με ελαφρότητα κάπως, είχεν ειπεί

αυθαδώς, ότι «σηκώνουν τα υψώματα» οι δύο τους. Ακούσας την ασεβή

παρωδίαν ο Αντώνης Μαραγκάκης ονωματάρχης, Κρης την πατρίδα, τους

εφίμωσε με την επιφώνησιν:

— «Ψώμματα! ψώμματα!» δηλ. «ψέμματα! ψέμματα!», και έκτοτε ο

Γύφταρος δεν ετόλμησε πλέον να το ξαναπή. Ως τόσον εξηκολούθουν

πάντοτε την περιοδείαν των ανά τας οικίας. Αλλού τους εφίλευον

τηγανίτες ή λουκουμάδες, σπανιώτερον μισό χαϊμαλί (μικρόν τρίγωνον

γλύκισμα), συνηθέστερον λουκούμι ή μόνον στραγάλια, από τα οποία

εγέμιζαν τους κόλπους των. Σχεδόν εις όλα τα σπίτια τους εκερνούσαν

ροσόλι ή μαστίχαν ή εντόπιαν εκ στεμφύλων ρακήν.

Ο Αποστόλης ο Καλούμας συνήθιζε λίαν πρωί, τας ημέρας των εορτών, που

είχαν πολλά ονόματα, διά να μη κάμνη λάθος και παραλείπη κανένα

εορτάζοντα, ενώ ακόμη ο κόσμος ήτο εις την Εκκλησίαν, και αυτός ήτο

νηφάλιος, να περιέρχεται όλας τας οικίας των Γιάννηδων (ή των

Νικολάκηδων, των Γεώργηδων κτλ.) και να σημειώνη δίπλα εις την

εξώπορταν ή την σκάλαν, επί του τοίχου, με μικρόν κάρβουνον,

λεπτοτάτην μαύρην γραμμήν, έν ιώτα, ορατόν εις αυτόν και μόνον. Τούτο

το έκαμνε διά να μη λησμονήση κανένα εορτάζοντα ζαλισμένος, όπως θα

ήτο κοντά το μεσημέρι, από τα πολλά πιοτά, ύστερον όταν εξήρχετο της

οικίας, μετά την επίσκεψιν, ή και πριν εισέλθη, λίαν επιδεξίως, με

κιμωλίαν άσπριζε και εξήλειφε όσον το δυνατόν την μαύρην γραμμήν.

Εφέτος όμως ο Πέτρος ο Γύφταρος απεφάσισε να τον εβγάλη απ' αυτόν τον

κόπον.

Ήτο την πρωίαν του Αγίου Νικολάου, και οι δύο φίλοι, ως είπομεν, ήσαν

μαλλωμένοι. Ο Πέτρος είξευρεν ότι, αφού τα είχε χαλασμένα με τον

Αποστόλην, ούτος θα έκαμνε τας επισκέψεις μόνος του, αυτός δε,

ξυπόλητος όπως ήτον και απεριποίητος, «αζήλευτος», δυσκόλως θα ετόλμα

να εισέλθη εις τας οικίας, και δεν θ' απήλαυε πολλά κεράσματα, ούτε

θα έπινεν αρκετά ποτά χωρίς να πληρώση. Κοντά στον Αποστόλην, όστις

ήτο οιονεί προστάτης του, επέρνα κι' αυτού η μπογιά του. Τώρα όμως,

μόνος του, δεν θα εκαλοπερνούσε πολύ εις τας επισκέψεις.

Διά να εκδικηθή τον Αποστόλην, ιδού τι τον εσόφισεν ο διάβολος να

πράξη· την πρωινήν εκείνην ώραν του όρθρου της εορτής της 6

Δεκεμβρίου, ενώ ο Αποστόλης βαίνων από οικίας εις οικίαν, εχάραττε το

μυστηριώδες σημείον του εις το πλάι εκάστης θύρας, ο Πέτρος ακολουθών

αυτόν με προφύλαξιν, κρυπτόμενος εις τας γωνίας και τας ρύμας, ήρχετο

κατόπιν του, ανεκάλυπτε την μαύρην γραμμήν, την οποίαν είχε χαράξει

αρτίως ο Καλούμας, καθότι έφεγγεν ήδη αρκετά η ανατέλλουσα ημέρα, και

με την κιμωλίαν επεσημείωνε και άσπριζε το μαύρον σημείον. Αλλά δεν

ηρκέσθη εις τούτο μόνον το αρνητικόν έγκλημα· ηθέλησε να προσθέση και

άλλην θετικήν επιβουλήν, και όπου έτυχεν εις τέσσαρα ή πέντε σπίτια,

όπου δεν υπήρχον Νικολάκηδες εορτάζοντας, έγραψε με κάρβουνον το

σημείον όπου συνήθιζεν ο Αποστόλης. Ούτω ήτο βέβαιος, ότι ο αρχαίος

φίλος και νυν εχθρός του θ' απεπλανάτο να εισέλθη εις σπίτια

Γεώργηδων ή Γιάννηδων ή Κωνσταντήδων, όπου θα την επάθαινε... και

τότε ο Πέτρος, όστις θα εφρόντιζε να βρεθή εκεί σιμά, εξ όλης καρδίας

θα εγέλα.

Την πρωίαν, ο Αποστόλης, αφού είχε γυρίσει όλον το χωρίον, έφθασεν

εις την βορεινήν εσχατιάν, σιμά εις την οικίαν του Τζαφέρη. Δίπλα εις

την αυλήν ταύτης ήτο κολλητή μία άλλη αυλόπορτα, του Νικολάκη του

Κουνιέλη, όστις θα εώρταζε την ημέραν εκείνην. Ο Αποστόλης έγραψε το

μαύρον ιώτα, πλησίον της δευτέρας αυτής αυλόπορτας και απεμακρύνθη.

Μετά μίαν στιγμήν ο Πέτρος εξήλθεν από την σκιάν μιας καμπής της

οδού, επλησίασεν, έσβυσε με την κιμωλίαν το μαύρο σημάδι από την

θύραν του Νικολάκη του Κουνιέλη, εχάραξε μαύρον εις την αυλόπορταν

του Γιάννη του Τζαφέρη κ' έφυγεν.

Κοντά το μεσημέρι, ο Αποστόλης, αφού είχε φάγει πολλούς λουκουμάδες

και τηγανίτες στα σπίτια και είχε πίει υπέρ τα είκοσι ροσόλια, ρόμια

και ρακιά, φέρων αδιακόπως την χείρα εις τον κόλπον του, εξάγων

στραγάλια και μασσών εις τον δρόμον, έφθασεν εις την γειτονιάν του

Τζαφέρη. Βλέπει την μικράν κάθετον γραμμήν εις την θύραν τούτου και

αδιστάκτως εισέρχεται.

Την ιδίαν στιγμήν ο Πέτρος ο Γύφταρος, προβάλλει από μίαν γωνίαν

εκεί, πλησιάζει και ίσταται έξω από την αυλόπορταν.

— Καλή 'μέρα σας! Καλή χρονιά Χρόνους πολλούς!... Πολλά τα έτη σας!

Να χαίρεστε το Νικολάκη σας! Να ζήσετε!

Ό,τι επιποθείτε! Μ' ένα καλό γυιο, κόρη μου! Να χαίρεστε! Να είστε

καλά! Να ζήση ο Νικολάκης!

Ηκούετο ένδοθεν της αυλής, ερχομένη ηχηρά η φωνή του Αποστόλη. Και

μετά μίαν στιγμήν απήντησε γυναικεία φωνή·

— Μη!... Μη!... Μη!... Μη μου λερώνεις τη σκάλα! Όξω Αποστόλη! Τι

σου ήρθε; Μουρλάθηκες, Αποστόλη! Τι καληχρονίζεις και καλό να μώχης;

Τι Νικολάκη μου λες;... Εδώ δίπλα γιορτάζει ο Νικολάκης ο γείτονας...

Θα ζαλίστηκες, πιστεύω, καϋμένε, απ' τα κεράσματα τα πολλά που ήπιες

στα σπίτια! Στο καλό, Αποστόλη!

Εις την φωνήν ταύτην απήντησε μέγας καγχασμός από τον δρόμον έξωθεν,

και συγχρόνως ο Πέτρος ο Γύφταρος, εισώρμησεν εις την γειτονικήν

αυλήν και την οικίαν όπου ήρχισε να διηγήται εις τους οικοκυραίους

και τους επισκέπτας το πάθημα του Αποστόλη, μετερχομένος το μέσον

τούτο ως εισιτήριον διά τον εαυτόν του τον ξυπόλητον.

— Καλή μέρα, καλή χρονιά σας! Να χαίρεστε τον Νικολάκη! Ακούτε,

ακούτε τι γένηκε από κει, στην αυλή του γείτονά σας, του Γιάννη! Ο

Αποστόλης ο συνάδελφός μου, μεθυσμένος, έκαμε λάθος κ' εμβήκε στο

σπίτι του γείτονά σας του Γιάννη, αντί στο δικό σας. Εβίβα! Να

χαίρεστε!... Καλή χρονιά!... Αυτά έπαθε ο Αποστόλης ο φίλος μου.

Τ Ε Λ Ο Σ

1) Εσύ του χωριού, ειξεύρεις εις ημάς τον δρόμον να δείξης;

2) Εις το χωρίον πόθεν φέρει ο δρόμος . . . (όπου κατοικούν)

πολλοί, πολλοί, &χίλιαι χιλιάδες!&

End of Project Gutenberg's The homesick, by Alexandros Papadiamantis

Η νοσταλγός · 第 9 / 9 段